ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JULIANE KOKOTT
της 18ης Οκτωβρίου 2012 ( 1 )
Υπόθεση C-260/11
The Queen, κατόπιν αιτήσεως των:
David Edwards κ.λπ.
κατά
Environment Agency κ.λπ.
[αίτηση του Supreme Court (Ηνωμένο Βασίλειο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Σύμβαση του Άαρχους — Οδηγία 2003/35/EΚ — Οδηγία 85/337/EΟΚ — Εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων — Οδηγία 96/61/EΚ — Ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης — Πρόσβαση στη δικαιοσύνη — Έννοια του “απαγορευτικού κόστους” των δικαστικών διαδικασιών»
I – Εισαγωγή
1.
Πόσο επιτρέπεται να στοιχίζει η δικαστική διαδικασία σε υπόθεση που αφορά το περιβάλλον; Αυτό είναι το ζήτημα το οποίο αφορά η υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη Σύμβαση του Άαρχους ( 2 ) και τις σχετικές με την εφαρμογή της διατάξεις τόσο της οδηγίας ΕΠΕ ( 3 ) όσο και της οδηγίας ΟΠΕΡ ( 4 ), οι δικαστικές διαδικασίες σε διαφορές που αφορούν το δίκαιο του περιβάλλοντος δεν πρέπει να έχουν απαγορευτικό κόστος.
2.
Εντούτοις, στην Αγγλία και στην Ουαλία υφίσταται κίνδυνος επιβαρύνσεως με σημαντικά δικαστικά έξοδα, ιδίως λόγω των ειθισμένων αμοιβών των δικαστικών πληρεξουσίων στις εν λόγω περιοχές. Το Supreme Court ερωτά, συνεπώς, μετά το πέρας διαδικασίας που αφορούσε το δίκαιο του περιβάλλοντος, πώς πρέπει να εφαρμόσει τη Σύμβαση και τις αντίστοιχες διατάξεις των οδηγιών στο πλαίσιο διαφοράς σχετικής με την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το διεθνές δίκαιο
3.
Οι εφαρμοστέες ρυθμίσεις σχετικά με τα δικαστικά έξοδα στις διαδικασίες που αφορούν το περιβάλλον περιλαμβάνονται στη Σύμβαση του Άαρχους που υπεγράφη στις 25 Ιουνίου 1998 στο Άαρχους (Δανία) από την τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα ( 5 ).
4.
Για την πρόσβαση στη δικαιοσύνη γίνεται λόγος στην έβδομη, στην όγδοη και στη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη της Συμβάσεως:
«Αναγνωρίζοντας επίσης ότι κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να ζει σε περιβάλλον κατάλληλο για την υγεία και την ευημερία του, καθώς και το καθήκον, τόσο μεμονωμένα όσο και σε συνεργασία με άλλους, να προστατεύει και να βελτιώνει το περιβάλλον για να ωφελούνται οι παρούσες και μέλλουσες γενεές,
Εκτιμώντας ότι, προκειμένου να ασκήσουν αυτό το δικαίωμα και να εκπληρώσουν αυτό το καθήκον, οι πολίτες πρέπει να διαθέτουν πρόσβαση σε πληροφορίες, να δικαιούνται να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων και να έχουν πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα και αναγνωρίζοντας, επί αυτού, ότι οι πολίτες, ενδέχεται, να χρειάζονται συνδρομή για να ασκήσουν τα δικαιώματά τους,
[…]
Μεριμνώντας να είναι προσιτοί στο κοινό, συμπεριλαμβανομένων των οργανισμών, αποτελεσματικοί δικαστικοί μηχανισμοί, ούτως ώστε να προστατεύονται τα νόμιμα συμφέροντά του και να εφαρμόζεται ο νόμος· […]»
5.
Ο βασικός σκοπός της Συμβάσεως καθορίζεται στο άρθρο 1:
«Προκειμένου να συμβάλουν στην προστασία του δικαιώματος κάθε ατόμου από τις παρούσες και μελλοντικές γενεές να ζει σε περιβάλλον κατάλληλο για την υγεία και την ευημερία του, κάθε μέρος εξασφαλίζει τα δικαιώματα της πρόσβασης σε πληροφορίες, της συμμετοχής του κοινού στη λήψη αποφάσεων και της πρόσβασης στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης.»
6.
Το άρθρο 3, παράγραφος 8, της Συμβάσεως αναφέρεται στα δικαστικά έξοδα:
«Κάθε μέρος εξασφαλίζει ότι τα άτομα που ασκούν τα δικαιώματά τους σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης δεν υφίστανται κυρώσεις, ούτε διώκονται, ούτε παρενοχλούνται κατά οποιονδήποτε τρόπο για την ανάμιξή τους. Η παρούσα διάταξη δεν επηρεάζει τις εξουσίες των εθνικών δικαστηρίων να επιδικάζουν εύλογες δαπάνες σε δικαστικές διαδικασίες.»
7.
Το άρθρο 9 της Συμβάσεως ρυθμίζει την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα. Οι παράγραφοι 4 και 5 αφορούν, μεταξύ άλλων, τα έξοδα:
«(4) Επιπλέον, και υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 1, οι διαδικασίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 προβλέπουν κατάλληλη και αποτελεσματική επανόρθωση, συμπεριλαμβανομένων προσωρινών μέτρων, όπως ενδείκνυται, και είναι αμερόληπτες, δίκαιες, έγκαιρες και μη απαγορευτικά δαπανηρές. […]
(5) […] κάθε μέρος […] μελετά την καθιέρωση ενδεδειγμένων μηχανισμών αρωγής για την άρση ή τη μείωση οικονομικών και άλλων εμποδίων στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη.»
8.
Τέλος, χρήζει μνείας το έργο που επιτελεί συναφώς η επιτροπή συμμορφώσεως με τη Σύμβαση του Άαρχους (Aarhus Convention Compliance Committee, στο εξής: επιτροπή συμμορφώσεως) με τις αποφάσεις της. Η ως άνω επιτροπή συμμορφώσεως, η οποία αποτελείται από εμπειρογνώμονες, ιδρύθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη για να συμβάλει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 15 της Συμβάσεως εξέταση της συμμορφώσεως προς τις διατάξεις της. Ερευνά κυρίως καταγγελίες ιδιωτών ( 6 ). Περατώνει τις έρευνές της με τις καλούμενες «διαπιστώσεις και συστάσεις».
Β – Το δίκαιο της Ένωσης
9.
Κατ’ εφαρμογήν της Συμβάσεως του Άαρχους, η οδηγία 2003/35/ΕΚ ( 7 ) προσέθεσε το άρθρο 10α στην οδηγία ΕΠΕ και το άρθρο 15α στην οδηγία ΟΠΕΡ. Και οι δύο διατάξεις ρυθμίζουν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε ορισμένες περιπτώσεις διαφορών που αφορούν το δίκαιο του περιβάλλοντος και προβλέπουν, στην αντίστοιχη παράγραφο 5 ( 8 ), τα εξής:
«Οι σχετικές διαδικασίες πρέπει να είναι ορθές, δίκαιες, εμπρόθεσμες και να μην έχουν απαγορευτικό κόστος.»
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως
10.
Αφετηρία της διαφοράς της κύριας δίκης αποτελεί η προσφυγή που άσκησε ο David Edwards, με αίτημα τον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας της αποφάσεως της Environment Agency να χορηγήσει άδεια για τη λειτουργία τσιμεντοβιομηχανίας. Η οικεία επιχείρηση, όπως τουλάχιστον προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, δεν μετείχε στην κύρια δίκη.
11.
Το 2005 η προσφυγή απορρίφθηκε σε πρώτο βαθμό. Κατόπιν τούτου, ο D. Edwards άσκησε έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του Court of Appeal. Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, η Lilian Pallikaropoulos άσκησε πρόσθετη παρέμβαση και υποκατέστησε, ως εκκαλούσα για το υπόλοιπο της διαδικασίας, τον D. Edwards, ο οποίος τέθηκε εκτός δίκης. Όσον αφορά την ευθύνη της για την περίπτωση που θα καταδικαζόταν στα δικαστικά έξοδα της δίκης ενώπιον του Court of Appeal, ορίστηκε εκ των προτέρων ως ανώτατο όριο ποσό ανερχόμενο σε 2000 λίρες στερλίνες (GBP). Το Court of Appeal απέρριψε την έφεση και εξέδωσε το 2006 απόφαση επί των δικαστικών εξόδων, με την οποία η L. Pallikaropoulos καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, όπως αυτά είχαν περιορισθεί μέχρι του προαναφερθέντος ύψους.
12.
Κατόπιν αυτού, η L. Pallikaropoulos άσκησε αναίρεση ενώπιον του House of Lords. Κατά την έναρξη της διαδικασίας, υπέβαλε αίτηση με την οποία ζητούσε τον καθορισμό ανωτάτου ορίου όσον αφορά την ευθύνη της σε περίπτωση καταδίκης της στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης. Το House of Lords απέρριψε όμως την αίτησή της, επειδή, μεταξύ άλλων, δεν παρέσχε πληροφορίες ούτε σχετικά με την οικονομική της κατάσταση ούτε σχετικά με την ταυτότητα και την οικονομική κατάσταση των προσώπων που εκπροσωπούσε.
13.
Με απόφαση της 16ης Απριλίου 2008 το House of Lords επικύρωσε την απόφαση του Court of Appeal περί απορρίψεως της εφέσεως της L. Pallikaropoulos. Στις 18 Ιουλίου 2008 το House of Lords εξέδωσε απόφαση επί των δικαστικών εξόδων, με την οποία καταδίκασε τη L. Pallikaropoulos στην καταβολή του συνόλου των δικαστικών εξόδων της αναιρετικής δίκης ενώπιον του House of Lords.
14.
Η διαφορά σχετικά με αυτή την απόφαση περί καταδίκης στα δικαστικά έξοδα έχει πλέον αχθεί ενώπιον του Supreme Court, το οποίο εντωμεταξύ υποκατέστησε το House of Lords. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, το Supreme Court υποβάλλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
1.
Κατά ποιον τρόπο πρέπει να εκτιμούν τα εθνικά δικαστήρια το ζήτημα της καταδίκης στα δικαστικά έξοδα ιδιώτη του οποίου η προσφυγή σε υπόθεση σχετική με την προστασία του περιβάλλοντος απορρίφθηκε, λαμβανομένων υπόψη των προϋποθέσεων του άρθρου 9, παράγραφος 4, της Συμβάσεως του Άαρχους, όπως τίθεται σε εφαρμογή με το άρθρο 10α της οδηγίας ΕΠΕ και με το άρθρο 15α της οδηγίας ΟΠΕΡ;
2.
Πρέπει η εκτίμηση του ζητήματος αν η διαδικασία έχει «απαγορευτικό κόστος» κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 4, της Συμβάσεως του Άαρχους, όπως τίθεται σε εφαρμογή με τις οδηγίες, να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια (συναρτώμενα, επί παραδείγματι, προς την ικανότητα του «μέσου» ιδιώτη να αναλάβει τη δυνητική δικαστική δαπάνη) ή σε υποκειμενικά κριτήρια (συναρτώμενα προς τις οικονομικές δυνατότητες του συγκεκριμένου προσφεύγοντος) ή σε συνδυασμό των δύο αυτών κριτηρίων;
3.
Ή μήπως εμπίπτει το ζήτημα αυτό αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, υπό τον μοναδικό όρο της επιτεύξεως του αποτελέσματος που επιδιώκεται με τις οδηγίες, ήτοι να μην έχει η επίμαχη διαδικασία «απαγορευτικό κόστος»;
4.
Ασκεί επιρροή, κατά την εκτίμηση του ζητήματος αν η διαδικασία έχει «απαγορευτικό κόστος», το γεγονός ότι στην πραγματικότητα δεν παρακωλύθηκε η εκ μέρους του προσφεύγοντος άσκηση της προσφυγής ή η συνέχιση της διαδικασίας;
5.
Επιτρέπεται να διαφέρει η εκτίμηση σε επίπεδο εκδικάσεως i) εφέσεως ή ii) αναιρέσεως από την εκτίμηση που πρέπει να πραγματοποιηθεί στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας;
15.
Η L. Pallikaropoulos, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, το Βασίλειο της Δανίας, η Ιρλανδία, η Ελληνική Δημοκρατία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις και διατύπωσαν τις απόψεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 13ης Σεπτεμβρίου 2012.
IV – Νομική εκτίμηση
16.
Το πρώτο και το τρίτο ερώτημα του Supreme Court πρέπει να εξετασθούν από κοινού, διότι αφορούν αφηρημένα τη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών κατά τη μεταφορά των επίδικων διατάξεων στο εσωτερικό δίκαιο (κατωτέρω υπό Α). Βάσει της απαντήσεως που θα δοθεί στα δύο αυτά ερωτήματα μπορεί να δοθεί με τη σειρά απάντηση στα υπόλοιπα ερωτήματα που αφορούν ειδικές πτυχές του ζητήματος (κατωτέρω υπό Β, Γ και Δ).
Α – Επί του πρώτου και του τρίτου ερωτήματος: Περιθώριο για λήψη εθνικών μέτρων
17.
Με το πρώτο και το τρίτο ερώτημα ζητείται κατ’ ουσία να διευκρινισθεί αν μπορεί το Δικαστήριο να αποφανθεί κατά ποιον τρόπο πρέπει να εκτιμούν τα εθνικά δικαστήρια το ζήτημα της καταδίκης στα δικαστικά έξοδα ιδιώτη του οποίου η προσφυγή σε υπόθεση σχετική με την προστασία του περιβάλλοντος απορρίφθηκε, λαμβανομένης υπόψη της υποχρεώσεως εξασφαλίσεως του μη απαγορευτικού κόστους των σχετικών δικαστικών διαδικασιών, ή κατά πόσον το ζήτημα αυτό διέπεται αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών υπό τον μοναδικό όρο να μην έχει η επίμαχη διαδικασία «απαγορευτικό κόστος».
18.
Τόσο το άρθρο 9, παράγραφος 4, της Συμβάσεως του Άαρχους όσο και τα άρθρα 10α, παράγραφος 5, της οδηγίας ΕΠΕ και 15α, παράγραφος 5, της οδηγίας ΟΠΕΡ προβλέπουν ότι οι διαδικασίες που αφορούν το δίκαιο του περιβάλλοντος πρέπει να είναι νομότυπες, δίκαιες, να περατώνονται σε εύθετο χρόνο και να μην έχουν απαγορευτικό κόστος.
19.
Όπως επισημαίνει η Ιρλανδία, κατά το άρθρο 288, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, οι οδηγίες δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνονται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Το γεγονός ότι με τις οικείες οδηγίες μεταφέρεται στο εσωτερικό δίκαιο και μια κατ’ ουσίαν πανομοιότυπη διάταξη σύμβασης διεθνούς δικαίου της Ένωσης δεν επηρεάζει αυτή την κατ’ αρχήν ελευθερία επιλογής των κρατών μελών.
20.
Στην προκειμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι ιδιαιτέρως ευρεία, διότι οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν περιέχουν περαιτέρω επιταγές ως προς τον συγκεκριμένο τρόπο αποτροπής του απαγορευτικού κόστους.
21.
Η μεγάλη ποικιλία των ρυθμίσεων των κρατών μελών σχετικά με τα δικαστικά έξοδα υπογραμμίζει πόσο αναγκαία είναι η ως άνω διακριτική ευχέρεια. Ούτε το άρθρο 9, παράγραφος 4, της Συμβάσεως ούτε οι διατάξεις των οδηγιών αποσκοπούν σε εκτεταμένη εναρμόνιση αυτών των ρυθμίσεων περί των δικαστικών εξόδων. Απαιτούν μόνο να γίνουν οι απαραίτητες επιμέρους προσαρμογές.
22.
Κατά συνέπεια, ως ενδιάμεσο συμπέρασμα πρέπει να γίνει δεκτό ότι κατ’ αρχήν εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίσουν με ποιον τρόπο θα επιτευχθεί το προβλεπόμενο στο άρθρο 9, παράγραφος 4, της Συμβάσεως του Άαρχους, στο άρθρο 10α της οδηγίας ΕΠΕ και στο άρθρο 15α της οδηγίας ΟΠΕΡ αποτέλεσμα, δηλαδή να μην έχουν οι δικαστικές διαδικασίες που καλύπτονται από τις διατάξεις αυτές απαγορευτικό κόστος.
23.
Εντούτοις, η διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών δεν είναι απεριόριστη. Το Δικαστήριο έχει ήδη επισημάνει, όσον αφορά τη Σύμβαση του Άαρχους, ότι ελλείψει σχετικής ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εναπόκειται η ρύθμιση των δικονομικών λεπτομερειών των ενδίκων προσφυγών οι οποίες έχουν ως σκοπό την προάσπιση των δικαιωμάτων που αντλούν οι πολίτες από το δίκαιο της Ένωσης. Πάντως, τα κράτη μέλη έχουν την ευθύνη της διασφαλίσεως της αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ( 9 ).
24.
Κατά συνέπεια, οι ρυθμίσεις των κρατών μελών πρέπει όντως να εξασφαλίζουν στην πράξη ότι ουδεμία από τις καλυπτόμενες δικαστικές διαδικασίες θα έχει απαγορευτικό κόστος.
25.
Δεν είναι δυνατόν όμως να αφεθεί στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών το ζήτημα της ερμηνείας του όρου «απαγορευτικό κόστος», δηλαδή ο προσδιορισμός του συγκεκριμένου αποτελέσματος που προβλέπουν το άρθρο 9, παράγραφος 4, της Συμβάσεως και οι οδηγίες. Και τούτο διότι από τις απαιτήσεις της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης συνάγεται ότι οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που δεν περιέχουν ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου τους πρέπει κατά κανόνα να ερμηνεύονται αυτοτελώς και με τον ίδιο τρόπο στην Ένωση, με βάση το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται και τον σκοπό της επίμαχης ρυθμίσεως· συναφώς το Δικαστήριο εισάγει συμπληρωματικά στο ίδιο πλαίσιο και την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ( 10 ). Σε αντίθεση δε προς ό,τι συμβαίνει με τους όρους «επαρκές συμφέρον» και «προσβολή δικαιώματος», οι οδηγίες δεν παραπέμπουν, ως προς τον όρο «απαγορευτικό κόστος», στο εσωτερικό δίκαιο.
26.
Ενδείξεις ως προς το τι μπορεί να σημαίνει αποτροπή του ενδεχομένου να έχουν οι δικαστικές διαδικασίες απαγορευτικό κόστος προκύπτουν από το γράμμα της ρυθμίσεως, αλλά και από το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται ( 11 ), δηλαδή, ελλείψει οποιασδήποτε περαιτέρω μνείας εντός της οδηγίας 2003/35, κυρίως από τη Σύμβαση του Άαρχους. Επιπροσθέτως, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι γενικές επιταγές που διέπουν τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο και την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, ιδίως η υποχρέωση να είναι αρκούντως σαφής η μεταφορά των οικείων διατάξεων στο εθνικό δίκαιο ( 12 ), οι αρχές της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας ( 13 ), καθώς και ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων του δικαίου της Ένωσης ( 14 ).
27.
Ο όρος «υπέρμετρο», ο οποίος επισημάνθηκε από την Επιτροπή και χρησιμοποιείται σε πλείονες γλωσσικές αποδόσεις των οδηγιών και στις αντίστοιχες μεταφράσεις της Συμβάσεως ( 15 ) για να περιγράψει το κόστος που πρέπει να αποφεύγεται, θα μπορούσε να παραπέμπει στην αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή πρέπει σε κάθε περίπτωση να τηρείται κατά την ερμηνεία και τη μεταφορά των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο ( 16 ) και είναι εκ φύσεως αντίθετη προς το υπέρμετρο κόστος της προβλεπόμενης τόσο από τη Σύμβαση του Άαρχους όσο και από τις οδηγίες προσβάσεως στη δικαιοσύνη.
28.
Εντούτοις, δεν θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι ο περιορισμός των εξόδων κρίνεται με βάση μόνο την αρχή της αναλογικότητας. Πράγματι, ο όρος «υπέρμετρο» δεν χρησιμοποιείται σε καμία από τις τρεις δεσμευτικές γλωσσικές αποδόσεις της Συμβάσεως. Σύμφωνα με την απόδοση του κειμένου στη γαλλική γλώσσα, τα δικαστικά έξοδα δεν πρέπει να είναι απαγορευτικού ύψους ( 17 ), ενώ σύμφωνα με την αντίστοιχη αγγλική, οι διαδικασίες δεν πρέπει να είναι απαγορευτικά δαπανηρές ( 18 ). Στη ρωσική γλώσσα δεν χρησιμοποιείται, βέβαια, ο όρος απαγορευτικό, ο σκοπός όμως είναι και πάλι να μην εμποδίζεται η πρόσβαση στις διαδικασίες λόγω υψηλού κόστους ( 19 ).
29.
Το ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι απλώς να αποφευχθούν τα υπέρμετρα δικαστικά έξοδα, δηλαδή τα έξοδα που είναι δυσανάλογα σε σχέση με τη διαδικασία, αλλά πρέπει, προ παντός, οι διαδικασίες να μην είναι τόσο δαπανηρές, ώστε να υπάρχει κίνδυνος το κόστος να εμποδίσει τη διεξαγωγή τους. Τίθεται ζήτημα εύλογης, αλλά απαγορευτικής, δικαστικής δαπάνης ιδίως στην περίπτωση σχετικών με το δίκαιο του περιβάλλοντος διαδικασιών που αφορούν μεγάλα έργα, διότι οι διαδικασίες αυτές ενδέχεται να είναι από κάθε άποψη πολύ δαπανηρές, παραδείγματος χάριν λόγω των νομικών, επιστημονικών και τεχνικών ζητημάτων που εγείρουν, καθώς και του αριθμού των μετεχόντων σε αυτές.
30.
Κατά συνέπεια, είναι πλέον δυνατό να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο πρώτο και στο τρίτο ερώτημα: κατά το άρθρο 9, παράγραφος 4, της Συμβάσεως του Άαρχους, το άρθρο 10α της οδηγίας ΕΠΕ και το άρθρο 15α της οδηγίας ΟΠΕΡ, εναπόκειται κατ’ αρχήν στα κράτη μέλη να καθορίσουν με ποιον τρόπο θα αποφευχθεί το ενδεχόμενο να αποτελεί το κόστος των δικαστικών διαδικασιών που καλύπτονται από τις διατάξεις αυτές αποτρεπτικό παράγοντα για τη διεξαγωγή τους. Τα οικεία μέτρα πρέπει, πάντως, να διασφαλίζουν με επαρκή σαφήνεια και κατά τρόπο δεσμευτικό την εκπλήρωση, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, των σκοπών της Συμβάσεως του Άαρχους και συγχρόνως να τηρούν τις αρχές της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας και να μην προσβάλλουν τα θεμελιώδη δικαιώματα του δικαίου της Ένωσης.
Β – Επί του δευτέρου ερωτήματος: Τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη
31.
Το Supreme Court ερωτά, δεύτερον, κατά πόσον πρέπει η εκτίμηση του ζητήματος αν η διαδικασία έχει «απαγορευτικό κόστος» να στηρίζεται σε αντικειμενικά ή σε υποκειμενικά κριτήρια ή σε συνδυασμό των δύο αυτών κριτηρίων. Ως παραδείγματα, αναφέρει, συναφώς, την ικανότητα πληρωμής του «μέσου» ιδιώτη και τις οικονομικές δυνατότητες του συγκεκριμένου προσφεύγοντος.
32.
Το ερώτημα αυτό αφορά, σε τελική ανάλυση, τον τρόπο με τον οποίο το εθνικό δικαστήριο πρέπει να κρίνει κατά πόσον το κόστος της διαδικασίας εξακολουθεί, ή παύει, να είναι σύμφωνο με το άρθρο 9, παράγραφος 4, της Συμβάσεως του Άαρχους και με τις διατάξεις των οδηγιών που θέτουν την εν λόγω Σύμβαση σε εφαρμογή.
33.
Λόγω της διακριτικής ευχέρειας της οποίας απολαύουν τα κράτη μέλη, αλλά και λόγω των πολλών διαφορετικών περιπτώσεων που ενδέχεται να ανακύψουν, δεν είναι δυνατό να δοθεί στο ερώτημα αυτό μια οριστική απάντηση η οποία να ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις. Το πλαίσιο όμως εντός του οποίου εντάσσεται το άρθρο 9, παράγραφος 4, της Συμβάσεως του Άαρχους παρέχει τη δυνατότητα αναδείξεως ορισμένων σημείων που μπορούν να φανούν χρήσιμα σε σχέση με τον καθορισμό του επιτρεπόμενου κόστους.
34.
Πρέπει, κατ’ αρχάς, να επισημανθεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 8, της Συμβάσεως του Άαρχους ρητώς επιτρέπει την επιδίκαση εύλογης δικαστικής δαπάνης. Το άρθρο 9, παράγραφος 4, και οι διατάξεις των οδηγιών δεν είναι, συνεπώς, αντίθετα προς την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα, εφόσον το ποσό δεν είναι απαγορευτικό ( 20 ).
35.
Δεν υφίστανται απλά κριτήρια για να προσδιορισθεί πότε η δικαστική δαπάνη είναι απαγορευτική. Όταν το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τέλη ύψους 20 ευρώ ή 45 ευρώ δεν συνιστούν εμπόδιο στην άσκηση των δικαιωμάτων συμμετοχής στην εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, δεν αιτιολόγησε την εν λόγω διαπίστωσή του ( 21 ). Δεν εξήγησε ούτε για ποιο λόγο έξοδα, μέχρι του ύψους των 5000 ευρώ περίπου, που συνδέονται άμεσα με την υποβολή αιτήσεως για τη χορήγηση πληροφοριών σχετικών με το περιβάλλον δεν αποθαρρύνουν τους ιδιώτες να ασκήσουν το δικαίωμά τους να ζητήσουν τις πληροφορίες αυτές, σε αντίθεση προς τα εμμέσως επιβαλλόμενα έξοδα, όπως η συμμετοχή στα πάγια έξοδα της οικείας αρχής ( 22 ).
36.
Η επιτροπή συμμορφώσεως ( 23 ) έχει επανειλημμένα εκφράσει τις απόψεις της σχετικά με το απαγορευτικό κόστος, τις περισσότερες μάλιστα φορές αναφορικά με το Ηνωμένο Βασίλειο ( 24 ). Προβαίνει κάθε φορά σε πλήρη εκτίμηση των συνθηκών της εκάστοτε περιπτώσεως και του εθνικού συστήματος. Αυτή η προσέγγιση είναι επιβεβλημένη, διότι το άρθρο 9, παράγραφος 4, της Συμβάσεως –όπως και οι διατάξεις των οδηγιών– δεν περιλαμβάνουν ειδικά κριτήρια.
37.
Η Επιτροπή αναφέρεται στην υπόθεση Kreuz ( 25 ) του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Η υπόθεση όμως εκείνη δεν αφορούσε το σύνολο των εξόδων της δικαστικής διαδικασίας, αλλά, αντιθέτως, μόνο μια σημαντική προκαταβολή επί των δικαστικών εξόδων, την οποία όφειλε να καταβάλει ο προσφεύγων. Στο πλαίσιο αυτό, το ΕΔΔΑ επεσήμανε ότι το ποσό αντιστοιχούσε στον μέσο ετήσιο μισθό στο οικείο κράτος. Κατά την άποψη της Επιτροπής, αυτό αποτελεί ένδειξη υπέρ της χρησιμοποιήσεως αντικειμενικού κριτηρίου. Το ΕΔΔΑ όμως δεν ανέπτυξε περαιτέρω την ιδέα αυτή στο σκεπτικό της αποφάσεώς του. Όπως επεσήμανε το Ηνωμένο Βασίλειο, ελήφθη, αντιθέτως, υπόψη πρωταρχικώς η ατομική δυνατότητα πληρωμής του ενδιαφερομένου, δηλαδή ένα υποκειμενικό κριτήριο ( 26 ).
38.
Η ατομική δυνατότητα πληρωμής έχει σημασία και στο πλαίσιο της αρχής της αποτελεσματικής έννομης προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Κατά το άρθρο 47, παράγραφος 3, σε όσους δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους, παρέχεται δικαστική αρωγή, εφόσον η αρωγή αυτή είναι αναγκαία για να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Ομολογουμένως, το άρθρο 9, παράγραφος 5, της Συμβάσεως δεν επιβάλλει την υποχρεωτική θέσπιση μέτρων αρωγής όπως το ευεργέτημα πενίας, ( 27 ) αλλά αναφέρεται απλώς στη μέριμνα που πρέπει να υπάρξει για «καθιέρωση ενδεδειγμένων μηχανισμών αρωγής». Εντούτοις, το ευεργέτημα πενίας καθιστά, σε ορισμένες περιπτώσεις, δυνατή την αποτροπή του κινδύνου απαγορευτικού κόστους ( 28 ). Το ευεργέτημα πενίας μπορεί μάλιστα να είναι επιβεβλημένο, στο μέτρο που πρόκειται για την εφαρμογή διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, όταν ο κίνδυνος του κατ’ αρχήν επιτρεπόμενου κόστους συνιστά, λόγω της περιορισμένης οικονομικής δυνατότητας του ενδιαφερομένου, ανυπέρβλητο εμπόδιο στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη ( 29 ).
39.
Εντούτοις, η έννομη προστασία κατά τη Σύμβαση του Άαρχους υπερβαίνει, όπως ορθώς τονίζει η Επιτροπή, την αποτελεσματική έννομη προστασία κατά το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Το άρθρο 47 αποσκοπεί ρητώς στην προστασία ιδίων δικαιωμάτων. Επομένως, η βάση για την εκτίμηση ως προς την αναγκαιότητα παροχής του ευεργετήματος για αποτελεσματική έννομη προστασία είναι ακριβώς το άτομο του οποίου προσβάλλονται τα δικαιώματα ή περιορίζονται οι κατοχυρωμένες από την Ένωση ελευθερίες, και όχι το γενικό συμφέρον της κοινωνίας, έστω και αν αυτό μπορεί να αποτελέσει ένα από τα στοιχεία για την εκτίμηση της αναγκαιότητας παροχής του ευεργετήματος ( 30 ).
40.
Αντιθέτως, η έννομη προστασία σε ζητήματα που αφορούν το περιβάλλον δεν εξυπηρετεί, κατά κανόνα, μόνον τα ατομικά συμφέροντα των προσφευγόντων, αλλά επίσης, ή ακόμη και αποκλειστικώς, το γενικό συμφέρον. Αυτό το γενικό συμφέρον έχει μεγάλη σημασία στην Ένωση, διότι το υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος αποτελεί, κατά το άρθρο 191, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και το άρθρο 37 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, έναν από τους σκοπούς της ( 31 ).
41.
Η Σύμβαση του Άαρχους λαμβάνει υπόψη αυτό το διπλό συμφέρον. Πράγματι, κατά το άρθρο 1, κάθε μέρος εξασφαλίζει το δικαίωμα της πρόσβασης στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα, προκειμένου να συμβάλει στην προστασία του δικαιώματος κάθε ατόμου από τις παρούσες και μελλοντικές γενεές να ζει σε περιβάλλον κατάλληλο για την υγεία και την ευημερία του. Η έβδομη και όγδοη αιτιολογική σκέψη της Συμβάσεως επιβεβαιώνουν τον σκοπό αυτό και τον συμπληρώνουν με το καθήκον κάθε ανθρώπου να προστατεύει και να βελτιώνει το περιβάλλον για να ωφελούνται οι παρούσες και μέλλουσες γενεές. Κατά συνέπεια με τη Σύμβαση επιδιώκεται, σύμφωνα με τη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη της, να είναι προσιτοί στο κοινό, συμπεριλαμβανομένων των οργανισμών, αποτελεσματικοί δικαστικοί μηχανισμοί, ούτως ώστε να προστατεύονται τα νόμιμα συμφέροντά του και να εφαρμόζεται ο νόμος.
42.
Η αναγνώριση του γενικού συμφέροντος για προστασία του περιβάλλοντος καθίσταται ακόμη πιο σημαντική, δεδομένου ότι μπορεί να ανακύψουν πολλές περιπτώσεις στις οποίες δεν θίγονται, ή θίγονται μόνον παρεμπιπτόντως, τα εννόμως προστατευόμενα συμφέροντα συγκεκριμένων ατόμων. Το περιβάλλον δεν μπορεί όμως να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενώπιον δικαστηρίου, αλλά χρειάζεται εκπροσώπηση, παραδείγματος χάριν από στρατευμένους πολίτες ή μη κυβερνητικές οργανώσεις.
43.
Το διπλό συμφέρον προστασίας του περιβάλλοντος απαγορεύει να αποφεύγεται ο κίνδυνος απαγορευτικού κόστους λαμβανομένης υπόψη μόνον της οικονομικής δυνατότητας εκείνων που αγωνίζονται για την εφαρμογή του δικαίου του περιβάλλοντος. Δεν μπορεί να απαιτηθεί από αυτούς να φέρουν τον κίνδυνο των δικαστικών εξόδων στο σύνολό του, μέχρι των ορίων της δικής τους οικονομικής δυνατότητας, όταν οι διαδικασίες εξυπηρετούν συγχρόνως, ή ακόμη και αποκλειστικώς, το γενικό συμφέρον.
44.
Συνεπώς, κατά την εκτίμηση του ζητήματος αν το κόστος μιας διαδικασίας είναι απαγορευτικό, πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη το εκάστοτε γενικό συμφέρον. Ορθώς, εξάλλου, η επιτροπή συμμορφώσεως συνάγει την υποχρέωση συνεκτιμήσεως του ως άνω στοιχείου και από την απαίτηση του άρθρου 9, παράγραφος 4, να είναι οι σχετικές διαδικασίες δίκαιες ( 32 ).
45.
Η συνεκτίμηση του γενικού συμφέροντος δεν σημαίνει, εντούτοις, ότι δεν λαμβάνονται παράλληλα υπόψη και τυχόν ατομικά συμφέροντα των προσφευγόντων. Από αυτόν που συνδέει σημαντικά ίδια οικονομικά συμφέροντα με διαδικασία για την εφαρμογή του δικαίου του περιβάλλοντος απαιτείται, κατά κανόνα, να φέρει μεγαλύτερο κίνδυνο καταβολής εξόδων από ό,τι αυτός που δεν αναμένει οικονομικό όφελος. Το όριο για να θεωρηθεί το κόστος απαγορευτικό μπορεί, συνεπώς, να είναι υψηλότερο όταν υφίστανται ατομικά οικονομικά συμφέροντα. Έτσι πιθανόν εξηγείται το γεγονός ότι η επιτροπή συμμορφώσεως, σε διαφορά γειτονικού δικαίου που αφορούσε όχληση λόγω εκπομπής οσμών, δηλαδή σε περίπτωση συγκριτικώς μικρού γενικού ενδιαφέροντος, δεν θεώρησε απαγορευτικό το ποσό των 5000 GBP, το οποίο μάλιστα αντιπροσώπευε μέρος μόνον των δικαστικών εξόδων ( 33 ).
46.
Αντιστρόφως, η ύπαρξη ιδίων συμφερόντων δεν μπορεί να αποκλείσει κάθε συνεκτίμηση γενικού συμφέροντος που επιδιώκεται συγχρόνως να ικανοποιηθεί. Το ίδιο συμφέρον ορισμένων ενδιαφερομένων για σχέδιο αεροδρομίου δεν μπορεί, συνεπώς, να αποτελέσει δικαιολογία για να αγνοηθεί, κατά τον υπολογισμό του επιτρεπόμενου κόστους, το σημαντικό γενικό συμφέρον στην περίπτωση αυτή, το οποίο προκύπτει και από το γεγονός ότι ο κύκλος των ενδιαφερομένων είναι πολύ ευρύτερος ( 34 ).
47.
Ως προς την έκταση του γενικού συμφέροντος μπορούν, εξάλλου, να παίξουν ρόλο και οι προοπτικές επιτυχίας. Μια προσφυγή που προδήλως στερείται πιθανότητας επιτυχίας δεν εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον, έστω και αν το αντικείμενο της προσφυγής ενδιαφέρει, κατ’ αρχήν, το κοινωνικό σύνολο.
48.
Τέλος, σημασία ως προς το ύψος του επιτρεπόμενου κόστους έχει επίσης το γεγονός ότι οι διατάξεις της Συμβάσεως που αφορούν δικαστικές διαδικασίες πρέπει να ερμηνεύονται προς τον σκοπό διασφαλίσεως «ευρείας προσβάσεως στη δικαιοσύνη» ( 35 ). Η «ευρεία πρόσβαση στη δικαιοσύνη» αναφέρεται βέβαια ρητώς στο άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συμβάσεως και στις αντίστοιχες διατάξεις των οδηγιών μόνο σε συνάρτηση με τις προϋποθέσεις της προσφυγής που αφορούν το επαρκές συμφέρον και την προσβολή δικαιώματος. Εντούτοις, τουλάχιστον το άρθρο 9, παράγραφος 2, καθιστά σαφές ότι πρόκειται για απώτερο σκοπό της Συμβάσεως. Η εν λόγω ερμηνευτική αρχή θα πρέπει, συνεπώς, να ισχύσει και για τον καθορισμό του επιτρεπόμενου κόστους. Δεν θα συμβιβαζόταν με την ευρεία πρόσβαση στη δικαιοσύνη η δυνατότητα να εμποδίζει, κατά κανόνα, τη διαδικασία ο κίνδυνος επιβαρύνσεως με υψηλά δικαστικά έξοδα.
49.
Στο δεύτερο ερώτημα πρέπει, συνεπώς, να δοθεί η απάντηση ότι, κατά την εκτίμηση του ζητήματος αν η διαδικασία έχει απαγορευτικό κόστος πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ευρεία πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Η περιορισμένη οικονομική δυνατότητα του προσφεύγοντος δεν πρέπει να αποτελεί εμπόδιο για την κίνηση δικαστικής διαδικασίας. Είναι πάντοτε, συνεπώς και κατά τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων τα οποία πρέπει να φέρουν οι προσφεύγοντες που έχουν οικονομική δυνατότητα, αναγκαίο να λαμβάνεται δεόντως υπόψη το γενικό συμφέρον προστασίας του περιβάλλοντος στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Γ – Επί του τετάρτου ερωτήματος: Πραγματική παρακώλυση
50.
Με το τέταρτο ερώτημα ζητείται να διευκρινιστεί αν έχει σημασία ότι ο προσφεύγων δεν παρακωλύθηκε, στην πράξη, να ασκήσει προσφυγή ή να συνεχίσει τη διαδικασία.
51.
Μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να καταστήσει κενή περιεχομένου την απαγόρευση απαγορευτικού κόστους: Αν διεξήχθη η διαδικασία, ο κίνδυνος του κόστους προφανώς δεν την εμπόδισε. Χωρίς διαδικασία, το ζήτημα των δικαστικών εξόδων παραμένει υποθετικό. Αυτό το αποτέλεσμα δεν είναι όμως αποδεκτό.
52.
Το ερώτημα εξηγείται όμως από το γεγονός ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο υφίσταται η δυνατότητα, πριν την εκδίκαση της υποθέσεως, να ληφθεί απόφαση επί αιτήσεως περιορισμού της υποχρεώσεως αποδόσεως των δικαστικών εξόδων. Με τον τρόπο αυτό, στη διαφορά της κύριας δίκης, περιορίστηκε ο κίνδυνος επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος της L. Pallikaropoulos για τη διαδικασία ενώπιον του Court of Appeal σε 2000 GBP, ενώ για τον τελευταίο βαθμό, το τότε αρμόδιο House of Lords απέρριψε την αίτησή της για περιορισμό της υποχρεώσεως αποδόσεως των δικαστικών εξόδων. Από το γεγονός ότι η L. Pallikaropoulos ενέμεινε, παρ’ όλα αυτά, στο ένδικο μέσο που άσκησε ενώπιον του House of Lords θα μπορούσε να συναχθεί ότι ο κίνδυνος καταδίκης στα δικαστικά έξοδα δεν ήταν απαγορευτικός.
53.
Συναφώς πρέπει, κατ’ αρχάς, να επισημανθεί ότι ένα εργαλείο όπως η αίτηση περιορισμού της υποχρεώσεως αποδόσεως των δικαστικών εξόδων αποτελεί κατ’ αρχήν, ανεξαρτήτως ορισμένων πρακτικών προβλημάτων κατά τη διαμόρφωσή του ( 36 ), χρήσιμο στοιχείο για τη μεταφορά του άρθρου 9, παράγραφος 4, της Συμβάσεως και των διατάξεων των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο. Η απόφαση επί της εν λόγω αιτήσεως καθιστά δυνατή την εκ των προτέρων αποτροπή απαγορευτικού κόστους και, συγχρόνως, εξαλείφει ένα περαιτέρω δυνητικό εμπόδιο για την άσκηση προσφυγής, δηλαδή την αβεβαιότητα σχετικά με το τελικό ύψος των δικαστικών εξόδων.
54.
Αν η απόφαση επί της αιτήσεως περιορισμού της υποχρεώσεως αποδόσεως των δικαστικών εξόδων μεταφέρει ήδη ορθώς το άρθρο 9, παράγραφος 4, της Συμβάσεως του Άαρχους και τις αντίστοιχες διατάξεις των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο, το αποτέλεσμα αυτό δεν θα πρέπει, κατά κανόνα, πλέον να αμφισβητηθεί. Η απόρριψη της αιτήσεως περιορισμού της υποχρεώσεως αποδόσεως των δικαστικών εξόδων μπορεί, στην περίπτωση αυτή, να θεωρηθεί ένδειξη ότι ο κίνδυνος υψηλών δικαστικών εξόδων δεν εμπόδιζε την άσκηση προσφυγής. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί εντούτοις να καταστεί αναγκαίος ο εκ των υστέρων περιορισμός των αποδοτέων εξόδων, παραδείγματος χάριν σε περίπτωση που προκύψουν κατά τη διαδικασία σημαντικά νέα στοιχεία για τη στάθμιση του γενικού συμφέροντος ή σε περίπτωση που τα έξοδα αυξηθούν σημαντικά σε σχέση με το αναμενόμενο κατά την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως περιορισμού της υποχρεώσεως αποδόσεως των δικαστικών εξόδων.
55.
Εάν, αντιθέτως, δεν ελήφθησαν επαρκώς υπόψη τα κρίσιμα στοιχεία για την αποτροπή του απαγορευτικού κόστους, απαγορεύεται η ετοιμότητα προς άσκηση προσφυγής να θεωρηθεί ένδειξη ότι ο επιτραπείς κίνδυνος επιβολής των δικαστικών εξόδων δεν ήταν απαγορευτικός. Αυτό θα οδηγούσε σε εκ των προτέρων αφαίρεση από τον προσφεύγοντα του δικαιώματος να εμποδίσει την επιβολή απαγορευτικού κόστους. Η πρακτική αποτελεσματικότητα αυτών των δικαιωμάτων θα έπρεπε, αντιθέτως, να διασφαλισθεί στην πράξη στο πλαίσιο της αποφάσεως περί της καταδίκης στα δικαστικά έξοδα μετά το πέρας της διαδικασίας ( 37 ).
56.
Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι ο προσφεύγων, παρά την απόρριψη αιτήσεως περιορισμού της υποχρεώσεως αποδόσεως των δικαστικών εξόδων, δεν παρακωλύθηκε στην πράξη να κινήσει ή να συνεχίσει τη διαδικασία μπορεί να ληφθεί εκ των υστέρων δεόντως υπόψη, κατά την έκδοση αποφάσεως περί της καταδίκης στα δικαστικά έξοδα, εφόσον κατά την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως περιορισμού της υποχρεώσεως αποδόσεως των δικαστικών εξόδων είχε τηρηθεί η υποχρέωση αποτροπής απαγορευτικού κόστους.
Δ – Επί του πέμπτου ερωτήματος: Περιορισμός των δικαστικών εξόδων στους διαδοχικούς βαθμούς δικαιοδοσίας
57.
Τέλος, το Supreme Court ερωτά κατά πόσον επιτρέπεται να διαφοροποιείται ο περιορισμός των εξόδων στους διάφορους βαθμούς δικαιοδοσίας. Συγκεκριμένα, στη διαφορά της κύριας δίκης, το Court of Appeal περιόρισε την υποχρέωση αποδόσεως των δικαστικών εξόδων, ενώ το House of Lords όχι.
58.
Στο άρθρο 9, παράγραφος 4, της Συμβάσεως και στις διατάξεις των οδηγιών γίνεται λόγος μόνο για διαδικασίες, χωρίς διαφοροποίηση ανάλογα με τον βαθμό δικαιοδοσίας. Η Σύμβαση δεν απαιτεί, βέβαια, να διασφαλίζεται συγκεκριμένη ιεραρχία βαθμών δικαιοδοσίας ή η δυνατότητα ασκήσεως συγκεκριμένου ενδίκου μέσου. Οι καλυπτόμενες από τη Σύμβαση διαδικασίες περατώνονται όμως το πρώτον όταν η εκάστοτε απόφαση αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου. Κατά συνέπεια, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Δανία, το απαγορευτικό κόστος πρέπει να αποφεύγεται σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας ( 38 ).
59.
Αυτό ισχύει, κατ’ αρχήν, και για το ένδικο μέσο που ασκεί ιδιώτης ο οποίος στον προηγούμενο βαθμό δικαιοδοσίας είχε ήδη τύχει προστασίας από απαγορευτικό κόστος. Βάσει της δικονομικής ισότητας των όπλων, που περιλαμβάνεται στο θεμελιώδες δικαίωμα για δίκαιη δίκη ( 39 ), το οποίο καταλέγεται ρητώς στις δικονομικές αρχές κατά το άρθρο 9, παράγραφος 4, της Συμβάσεως, απαγορεύεται να εκτίθεται ο προσφεύγων στον κίνδυνο απαγορευτικού κόστους στο πλαίσιο των επόμενων βαθμών δικαιοδοσίας. Διαφορετικά θα υπήρχε ο κίνδυνος η αντίδικος πλευρά να διαμορφώσει τη δικονομική της στρατηγική με επίκεντρο την αδυναμία του προσφεύγοντος να ασκήσει ένδικο μέσο κατά της πρωτόδικης αποφάσεως.
60.
Εξάλλου, ορθά η L. Pallikaropoulos τονίζει ότι, κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, μόνον τα δικαστήρια του τελευταίου βαθμού υποχρεούνται, σε περίπτωση αμφιβολιών όσον αφορά την ερμηνεία ή το κύρος του δικαίου της Ένωσης, να υποβάλουν στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Εφόσον δεν έχουν ακόμη υποβληθεί στο Δικαστήριο αντίστοιχα ερωτήματα από τα δικαστήρια των προηγούμενων βαθμών, απαγορεύεται να παρακωλυθεί, λόγω του κινδύνου του απαγορευτικού κόστους, η πρόσβαση σε δικαστήριο που υπέχει υποχρέωση παραπομπής.
61.
Εντούτοις, δεν αποκλείεται επίσης, μετά την έκδοση αποφάσεως στον προηγούμενο βαθμό, να εκλείψει ή τουλάχιστον να περιορισθεί το γενικό συμφέρον για τη συνέχιση της διαδικασίας. Κατά συνέπεια, είναι σύμφωνο προς το άρθρο 9, παράγραφος 4, της Συμβάσεως και τις διατάξεις των οδηγιών να εξετάζεται εκ νέου για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας σε ποια έκταση θα πρέπει να αποτραπεί το απαγορευτικό κόστος.
V – Πρόταση
62.
Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως ακολούθως:
1.
Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 4, της Συμβάσεως του Άαρχους για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα, το άρθρο 10α της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2003/35/ΕΚ και το άρθρο 15α της οδηγίας 96/61/ΕΚ, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2003/35, εναπόκειται κατ’ αρχήν στα κράτη μέλη να καθορίσουν με ποιον τρόπο θα αποφευχθεί το ενδεχόμενο να αποτελεί το κόστος των δικαστικών διαδικασιών που καλύπτονται από τις διατάξεις αυτές αποτρεπτικό παράγοντα για τη διεξαγωγή τους. Τα οικεία μέτρα πρέπει, πάντως, να διασφαλίζουν με επαρκή σαφήνεια και κατά τρόπο δεσμευτικό την εκπλήρωση, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, των σκοπών της Συμβάσεως του Άαρχους και συγχρόνως να τηρούν τις αρχές της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας και να μην προσβάλλουν τα θεμελιώδη δικαιώματα του δικαίου της Ένωσης.
2.
Κατά την εκτίμηση του ζητήματος αν η διαδικασία έχει απαγορευτικό κόστος πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ευρεία πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Η περιορισμένη οικονομική δυνατότητα του προσφεύγοντος δεν πρέπει να αποτελεί εμπόδιο για την κίνηση δικαστικής διαδικασίας. Είναι πάντοτε, συνεπώς και κατά τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων τα οποία πρέπει να φέρουν προσφεύγοντες που έχουν οικονομική δυνατότητα, αναγκαίο να λαμβάνεται δεόντως υπόψη το γενικό συμφέρον προστασίας του περιβάλλοντος στη συγκεκριμένη περίπτωση.
3.
Το γεγονός ότι ο προσφεύγων, παρά την απόρριψη αιτήσεως περιορισμού της υποχρεώσεως αποδόσεως των δικαστικών εξόδων, δεν παρακωλύθηκε στην πράξη να κινήσει ή να συνεχίσει τη διαδικασία μπορεί να ληφθεί εκ των υστέρων δεόντως υπόψη, κατά την έκδοση αποφάσεως περί της καταδίκης στα δικαστικά έξοδα, εφόσον κατά την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως περιορισμού της υποχρεώσεως αποδόσεως των δικαστικών εξόδων είχε τηρηθεί η υποχρέωση αποτροπής του απαγορευτικού κόστους.
4.
Είναι σύμφωνο τόσο προς το άρθρο 9, παράγραφος 4, της Συμβάσεως του Άαρχους όσο και προς τα άρθρα 10α της οδηγίας 85/337 και 15α της οδηγίας 96/61 να εξετάζεται εκ νέου για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας σε ποια έκταση θα πρέπει να αποτραπεί το απαγορευτικό κόστος.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Σύμβαση για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (ΕΕ 2005, L 124, σ. 4).
( 3 ) Οδηγία 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 175, σ. 40), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2003/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2003, σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων που αφορούν το περιβάλλον και με την τροποποίηση των οδηγιών 85/337/ΕΟΚ και 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 156, σ. 17), όσον αφορά τη συμμετοχή του κοινού και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, όπως κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ 2012, L 26, σ. 1).
( 4 ) Οδηγία 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1996, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (ΕΕ L 257, σ. 26), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2003/35, όπως κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 2008/1/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2008, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (ΕΕ L 24, σ. 8) και αντικαταστάθηκε με την οδηγία 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, περί βιομηχανικών εκπομπών (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης) (ΕΕ L 334, σ. 17).
( 5 ) Εγκρίθηκε με την απόφαση 2005/370/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 2005 (ΕΕ L 124, σ. 1).
( 6 ) Βλ. .
( 7 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3.
( 8 ) Νυν άρθρο 11, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2011/92 ή στο μεσοδιάστημα άρθρο 16, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2008/1 και νυν άρθρο 25, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2010/75.
( 9 ) Απόφαση της 8ης Μαρτίου 2011, C-240/09, Lesoochranárske zoskupenie (Συλλογή 2011, σ. Ι-1255, σκέψη 47)· βλέπε επίσης την απόφαση της 15ης Απριλίου 2008, C-268/06, Impact (Συλλογή 2008, σ. I-2483, σκέψεις 44 επ.).
( 10 ) Αποφάσεις της 18ης Ιανουαρίου 1984, 327/82, Ekro (Συλλογή 1984, σ. 107, σκέψη 11), της 14ης Φεβρουαρίου 2012, C-204/09, Flachglas Torgau (σκέψη 37), και της 19ης Ιουλίου 2012, C-376/11, Pie Optiek (σκέψη 33).
( 11 ) Βλ. την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2009, C-263/08, Djurgården-Lilla Värtans Miljöskyddsförening (Συλλογή 2009, σ. I-9967, σκέψη 45), σχετικά με την αναγνώριση μη κυβερνητικών οργανώσεων.
( 12 ) Αποφάσεις της 23ης Μαΐου 1985, 29/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1985, σ. 1661, σκέψη 23), και της 16ης Ιουλίου 2009, C-427/07, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 2009, σ. I-6277, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 13 ) Απόφαση Lesoochranárske zoskupenie (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψεις 47 επ.), καθώς και αποφάσεις της 12ης Μαΐου 2011, C-115/09, Trianel Kohlekraftwerk Lünen (Συλλογή 2011, σ. Ι-3673, σκέψη 43), και της 18ης Οκτωβρίου 2011, C-128/09 έως C-131/09, C-134/09 και C-135/09, Boxus και Roua (Συλλογή 2011, σ. Ι-9711, σκέψη 52).
( 14 ) Αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 2006, C-540/03, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2006, σ. I-5769, σκέψη 105), της 26ης Ιουνίου 2007, C-305/05, Ordre des barreaux francophones et germanophone κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I-5305, σκέψη 68), και της 1ης Ιουλίου 2010, C-35/09, Speranza (Συλλογή 2010, σ. I-6577, σκέψη 28).
( 15 ) Πρόκειται, πέραν της γερμανικής, για την τσεχική, την ισπανική, την ουγγρική, την ιταλική, τη λιθουανική, τη λετονική, την ολλανδική, την πολωνική και την πορτογαλική γλώσσα.
( 16 ) Απόφαση Speranza (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψεις 28 επ.).
( 17 ) Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα έχει ως εξής: «(L)es procédures […] doivent être objectives, équitables et rapides sans que leur coût soit prohibitif.»
( 18 ) Το κείμενο στην αγγλική γλώσσα έχει ως εξής: «(T)he procedures […] shall […] be fair, equitable, timely and not prohibitively expensive.»
( 19 ) Το κείμενο του άρθρου 9, παράγραφος 4, στη ρωσική γλώσσα έχει ως εξής: «Помимо и без ущерба для пункта 1 выше процедуры, упомянутые выше в пунктах 1, 2 и 3, должны обеспечивать адекватные и эффективные средства правовой защиты, включая при необходимости средства правовой защиты в виде судебного запрещения, и быть справедливыми, беспристрастными, своевременными и не связанными с недоступно высокими затратами.»
( 20 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 92).
( 21 ) Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2006, C-216/05, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 2006, σ. I-10787, σκέψη 45).
( 22 ) Απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, C-217/97, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1999, σ. I-5087, σκέψεις 47 επ.).
( 23 ) Βλ. σχετικά με την επιτροπή συμμορφώσεως με τη Σύμβαση του Άαρχους ανωτέρω, σημείο 8.
( 24 ) Διαπιστώσεις και συστάσεις της 24ης Σεπτεμβρίου 2010, Morgan και Baker κατά Ηνωμένου Βασιλείου (ACCC/C/2008/23, ECE/MP.PP/C.1/2010/6/Add.1, σημείο 49), Cultra Residents’ Association κατά Ηνωμένου Βασιλείου (ACCC/C/2008/27, σημεία 44 επ.), και ClientEarth κ.λπ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (ACCC/C/2008/33, ECE/MP.PP/C.1/2010/6/Add.3, σημεία 128 επ.), καθώς και της 30ής Μαρτίου 2012, DOF κατά Δανίας (ACCC/C/2011/57, ECE/MP.PP/C.1/2012/7, σημεία 45 επ.).
( 25 ) ΕΔΔΑ, απόφαση της 19ης Ιουνίου 2001, Kreuz κατά Πολωνίας (προσφυγή υπ’ αρ. 28249/95, Recueil des arrêts et décisions 2001-VI, §§ 61 επ.).
( 26 ) Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, αποφάσεις της 26ης Ιουλίου 2005, Podbielski and PPU Polpure κατά Πολωνίας (προσφυγή υπ’ αρ. 39199/98, § 67), και της 10ης Ιανουαρίου 2006, Teltronic-CATV κατά Πολωνίας (προσφυγή υπ’ αρ. 48140/99, ιδίως §§ 50 επ.), που αφορούσαν σαφώς μικρότερες προκαταβολές.
( 27 ) Βλ. όμως επιτροπή συμμορφώσεως, διαπιστώσεις και συστάσεις της 18ης Ιουνίου 2010, Plataforma Contra la Contaminación del Almendralejo κατά Ισπανίας (ACCC/C/2009/36, ECE/MP.PP/C.1/2010/4/Add.2, σ. 12, σημείο 66).
( 28 ) Επιτροπή συμμορφώσεως, διαπιστώσεις και συστάσεις ClientEarth κ.λπ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (υπόθεση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σημείο 92).
( 29 ) Βλ. απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, C-279/09, DEB Deutsche Energiehandels- und Beratungsgesellschaft (Συλλογή 2010, σ. I-13849, σκέψεις 60 επ.), και διάταξη της 13ης Ιουνίου 2012, C-156/12, GREP ( σκέψεις 40 επ.).
( 30 ) Απόφαση DEB Deutsche Energiehandels- und Beratungsgesellschaft (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 29, σκέψη 42).
( 31 ) Βλ. επίσης την ένατη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της Συνθήκης ΕΕ και το άρθρο 11 ΣΛΕΕ.
( 32 ) Βλ. διαπιστώσεις και συστάσεις Cultra Residents’ Association κατά Ηνωμένου Βασιλείου (υπόθεση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σημείο 45).
( 33 ) Διαπιστώσεις και συστάσεις Morgan και Baker κατά Ηνωμένου Βασιλείου (υπόθεση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σημείο 49).
( 34 ) Χαρακτηριστικές είναι, συναφώς, οι διαπιστώσεις και συστάσεις Cultra Residents’ Association κατά Ηνωμένου Βασιλείου (υπόθεση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24).
( 35 ) Βλ. απόφαση Djurgården-Lilla Värtans Miljöskyddsförening (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 45) σχετικά με την αναγνώριση μη κυβερνητικών οργανώσεων.
( 36 ) Βλ. διαπιστώσεις και συστάσεις ClientEarth κ.λπ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (υπόθεση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σημεία 129 επ.).
( 37 ) Βλ. απόφαση της 17ης Μαρτίου 2011, C-275/09, Brussels Hoofdstedelijk Gewest κ.λπ. (Συλλογή 2011, σ. Ι-1753, σκέψη 37).
( 38 ) Στο ίδιο πνεύμα και η επιτροπή συμμορφώσεως, διαπιστώσεις και συστάσεις της 21ης Ιανουαρίου 2011, AJA κ.λπ. κατά Ισπανίας (ACCC/C/2008/24, ECE/MP.PP/C.1/2009/8/Add.1S. 20, σημείο 108).
( 39 ) Απόφαση Ordre des barreaux francophones et germanophone κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψεις 29 έως 31).
Full & Egal Universal Law Academy