ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 31ης Ιανουαρίου 2013 ( 1 )
Υπόθεση C‑267/11 P
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Δημοκρατίας της Λεττονίας
«Αίτηση αναιρέσεως — Οδηγία 2003/87/ΕΚ — Σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου — Εθνικό σχέδιο της Λεττονίας για την κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής για την περίοδο 2008 έως 2012 — Νέο σχέδιο — Σιωπή της Επιτροπής»
I – Εισαγωγή
1.
Βάσει της οδηγίας 2003/87 σχετικά με την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου ( 2 ), ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο για την προκειμένη αίτηση αναιρέσεως, απόκειτο στα κράτη μέλη να αναπτύξουν εθνικά σχέδια για την κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής και να τα υποβάλουν στην Επιτροπή. Εντός προθεσμίας τριών μηνών, η Επιτροπή μπορούσε να απορρίψει το σχέδιο στο σύνολό του ή εν μέρει. Το Γενικό Δικαστήριο έχει δεχθεί κατά πάγια νομολογία ότι το σχέδιο καθίσταται οριστικό και καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας το οποίο επιτρέπει την εφαρμογή του σχεδίου από το κράτος μέλος, εάν η Επιτροπή δεν λάβει θέση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ( 3 ).
2.
Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή απέρριψε, κατ’ αρχάς, εμπροθέσμως το σχέδιο της Λεττονίας για την περίοδο 2008 έως 2012. Κατόπιν τούτου, η Λεττονία υπέβαλε νέο σχέδιο το οποίο προέβλεπε, μεταξύ άλλων, την κατανομή πολύ περισσότερων δικαιωμάτων εκπομπής σε σύγκριση προς εκείνα τα οποία είχε εγκρίνει η Επιτροπή με την πρώτη απόφασή της.
3.
Η Επιτροπή δεν απέρριψε αυτό το σχέδιο εντός της τρίμηνης προθεσμίας, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο. Κατόπιν προσφυγής εκ μέρους της Λεττονίας, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το νέο σχέδιο της Λεττονίας είχε καταστεί οριστικό μετά την παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας και ακύρωσε τη δεύτερη απορριπτική απόφαση της Επιτροπής ( 4 ).
4.
Η Επιτροπή βάλλει κατά της αποφάσεως αυτής. Πρέπει να αποσαφηνισθεί αν δεύτερο σχέδιο αυτού του είδους καθίσταται οριστικό μετά την πάροδο τριών μηνών από την κοινοποίησή του, εφόσον η Επιτροπή δεν προβάλει σχετικές αντιρρήσεις επ’ αυτού. Συναφώς, η σημασία του εν λόγω ζητήματος υπερβαίνει την επίδικη περίπτωση, καθόσον αντίστοιχο ζήτημα μπορεί να τεθεί ομοίως οποτεδήποτε η Επιτροπή οφείλει να λάβει αποφάσεις σε επείγουσες περιπτώσεις.
II – Το νομικό πλαίσιο
5.
Η οδηγία 2003/87 μεταφέρει στην έννομη τάξη της Ένωσης συμφωνίες διεθνούς δικαίου όσον αφορά την προστασία του κλίματος. Συναφώς, πρόκειται για τη Σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές η οποία υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη στις 9 Μαΐου 1992 και εγκρίθηκε στο όνομα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 94/69/EK ( 5 ), καθώς και για το Πρωτόκολλο του Κιότο στη σύμβαση-πλαίσιο το οποίο υπογράφηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1997 (απόφαση 1/CP.3 «Έγκριση του Πρωτοκόλλου του Κιότο στη σύμβαση-πλαίσιο [...]»), και εγκρίθηκε [εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας] με την απόφαση 2002/358/ΕΚ ( 6 ).
6.
Το άρθρο 1 της οδηγίας 2003/87 προβλέπει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία καθιερώνει ένα σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας […] προκειμένου να προωθήσει τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τρόπο αποδοτικό από πλευράς κόστους και οικονομικώς αποτελεσματικό.»
7.
Το άρθρο 9 της οδηγίας 2003/87 έχει ως εξής:
«1. Για κάθε περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφοι 1 και 2, κάθε κράτος μέλος καταρτίζει εθνικό σχέδιο με τη συνολική ποσότητα δικαιωμάτων που σκοπεύει να κατανείμει για την περίοδο αυτή και πώς προτείνει να γίνει η κατανομή τους. Το σχέδιο βασίζεται σε αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των τυχόν παρατηρήσεων του κοινού. Με την επιφύλαξη της συνθήκης, η Επιτροπή διατυπώνει, το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2003, κατευθύνσεις για την εφαρμογή των κριτηρίων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙΙ.
Για την περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 1, το σχέδιο δημοσιεύεται και κοινοποιείται στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη μέχρι τις 31 Μαρτίου 2004 το αργότερο. Για τις μετέπειτα περιόδους, το σχέδιο δημοσιεύεται και κοινοποιείται στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη δεκαοκτώ τουλάχιστον μήνες πριν από την έναρξη της σχετικής περιόδου.
2. […]
3. Μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίηση εθνικού σχεδίου κατανομής από ένα κράτος μέλος βάσει της παραγράφου 1, η Επιτροπή μπορεί να απορρίψει το σχέδιο αυτό, ή οποιαδήποτε πτυχή του, για λόγους ασυμβατότητας με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ ή του άρθρου 10. Το κράτος μέλος λαμβάνει απόφαση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1 ή 2, μόνον εάν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις γίνουν αποδεκτές από την Επιτροπή. Κάθε απορριπτική απόφαση της Επιτροπής αιτιολογείται.»
8.
Το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/87 ορίζει τα εξής:
«Κατά την πενταετή περίοδο που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2008, και για κάθε μετέπειτα πενταετή περίοδο, κάθε κράτος μέλος αποφασίζει τη συνολική ποσότητα δικαιωμάτων που θα κατανείμει για την εν λόγω περίοδο και αρχίζει τη διαδικασία κατανομής των δικαιωμάτων στο φορέα εκμετάλλευσης κάθε εγκατάστασης. Η απόφαση λαμβάνεται δώδεκα τουλάχιστον μήνες πριν από την έναρξη της σχετικής περιόδου και βασίζεται στο εθνικό του σχέδιο κατανομής που έχει καταρτισθεί βάσει του άρθρου 9 και σύμφωνα με το άρθρο 10, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τυχόν παρατηρήσεις του κοινού.»
9.
Στο παράρτημα III της οδηγίας 2003/87 απαριθμούνται δώδεκα κριτήρια που εφαρμόζονται στα εθνικά σχέδια κατανομής. Τα κριτήρια 1 έως 3 του παραρτήματος III προβλέπουν τα ακόλουθα:
«1.
Ποσοτικά τα δικαιώματα εκπομπής που θα κατανεμηθούν συνολικά για την αντίστοιχη περίοδο θα πρέπει να συμβαδίζουν προς την υποχρέωση των κρατών μελών για περιορισμό των εκπομπών τους σύμφωνα με την απόφαση 2002/358/ΕΚ και του Πρωτοκόλλου του Κιότο, λαμβάνοντας υπόψη αφενός ποιο ποσοστό των συνολικών εκπομπών αντιπροσωπεύουν τα εν λόγω δικαιώματα εκπομπής συγκριτικά προς τις εκπομπές από πηγές που δεν καλύπτονται από την οδηγία και, αφετέρου, τις εθνικές πολιτικές ενέργειας, ενώ παράλληλα θα πρέπει να συνάδουν προς τα εθνικά προγράμματα για την αλλαγή του κλίματος. Ποσοτικά τα συνολικώς διανεμόμενα δικαιώματα δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τις αναμενόμενες ανάγκες για την αυστηρή εφαρμογή των κριτηρίων του παραρτήματος. Πριν από το 2008, οι αντίστοιχες ποσότητες επιβάλλεται να συμβαδίζουν τουλάχιστον με την πλήρη επίτευξη των θεσπιζόμενων στόχων για κάθε κράτος μέλος, δυνάμει της απόφασης 2002/358/ΕΚ και του Πρωτοκόλλου του Κιότο.
2.
Τα κατανεμόμενα δικαιώματα εκπομπής θα πρέπει ως προς τη συνολική τους ποσότητα να συμβαδίζουν με τις αξιολογήσεις των ήδη επιτευχθεισών ή των προσδοκώμενων προόδων όσον αφορά τη συμβολή των κρατών μελών στην τήρηση των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η Κοινότητα δυνάμει της απόφασης 93/389/ΕΟΚ.
3.
Τα προς κατανομή δικαιώματα εκπομπής θα πρέπει να συμβαδίζουν ποσοτικά με το διαθέσιμο δυναμικό, συμπεριλαμβανόμενου και του τεχνολογικού δυναμικού, των δραστηριοτήτων που καλύπτονται από το εν λόγω σύστημα για τη μείωση των εκπομπών. Τα κράτη μέλη μπορούν να βασίσουν την κατανομή των δικαιωμάτων εκπομπής στις μέσες εκπομπές αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου ανά προϊόν για κάθε δραστηριότητα και ανάλογα με τις επιτυγχανόμενες προόδους για κάθε δραστηριότητα.»
III – Ιστορικό της διαφοράς
10.
Με έγγραφο της 16ης Αυγούστου 2006, η Δημοκρατία της Λεττονίας κοινοποίησε στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87, το εθνικό σχέδιο κατανομής για την περίοδο 2008‑2012 (στο εξής: ΕΣΚ). Κατά το ΕΣΚ, η Δημοκρατία της Λεττονίας σκόπευε να κατανείμει στην εθνική της βιομηχανία, την οποία αφορούσε το παράρτημα Ι της οδηγίας 2003/87, συνολική ετήσια μέση ποσότητα 7,763883 εκατομμυρίων τόνων ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα.
11.
Η Επιτροπή απέρριψε αυτό το σχέδιο στις 29 Νοεμβρίου 2006. Ζήτησε τη μείωση της συνολικής ποσότητας των κατανεμητέων δικαιωμάτων στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος κατά 4,480580 εκατομμύρια τόνους ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα, ήτοι σε 3,283303 εκατομμύρια τόνους ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα.
12.
Με έγγραφο της 29ης Δεκεμβρίου 2006 η Δημοκρατία της Λεττονίας κοινοποίησε στην Επιτροπή αναθεωρημένο ΕΣΚ, το οποίο πρόβλεπε την κατανομή μιας μέσης ετήσιας συνολικής ποσότητας 6,253146 εκατομμυρίων τόνων ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα.
13.
Με έγγραφο της 30ής Μαρτίου 2007, το οποίο είχε συνταχθεί στα αγγλικά, η Επιτροπή διαπίστωνε ότι τα στοιχεία που περιέχονταν στο αναθεωρημένο ΕΣΚ δεν ήταν πλήρη και ζήτησε από τη Δημοκρατία της Λεττονίας να απαντήσει σε ορισμένα ερωτήματα και να της παράσχει συμπληρωματικά στοιχεία. Μετά την απάντηση εκ μέρους της Λεττονίας, η Επιτροπή εξέδωσε στις 13 Ιουλίου 2007 την απόφαση C(2007) 3409 περί της τροποποιήσεως του εθνικού σχεδίου για την κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου το οποίο κοινοποίησε η Δημοκρατία της Λεττονίας βάσει της οδηγίας 2003/87 (στο εξής: επίδικη απόφαση). Διαπίστωσε ότι η προβλεπόμενη στο σχέδιο κατανομή δικαιωμάτων υπερέβαινε την επιτρεπόμενη συνολική ποσότητα κατά 2,825030 εκατομμύρια τόνους ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα.
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και τα αιτήματα
14.
Η Λεττονία άσκησε προσφυγή κατά της επίδικης αποφάσεως υποστηριζόμενη από τη Λιθουανία και τη Σλοβακία. Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστήριξε την Επιτροπή.
15.
Το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε μόνον έναν εκ των τεσσάρων λόγων ακυρώσεως, ήτοι την αιτίαση ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν ήταν εμπρόθεσμη. Διαπίστωσε ότι το νέο ΕΣΚ της Λεττονίας κατέστη οριστικό μετά την πάροδο τριών μηνών από την κοινοποίησή του, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν προέβαλε σχετικές αντιρρήσεις επ’ αυτού. Κατά συνέπεια, ακύρωσε την επίδικη απόφαση με την απόφασή του της 22ας Μαρτίου 2011, T‑369/07, Λεττονία κατά Επιτροπής (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
16.
Η Επιτροπή βάλλει κατά της αποφάσεως αυτής και ζητεί από το Δικαστήριο:
1.
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και
2.
να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Λεττονίας στα δικαστικά έξοδα.
17.
Η Δημοκρατία της Λεττονίας ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως.
18.
Το αίτημα της Δημοκρατίας της Λεττονίας υποστηρίζει η Τσεχική Δημοκρατία στην οποία επιτράπηκε να παρέμβει με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 29ης Σεπτεμβρίου 2011.
19.
Οι διάδικοι μετείχαν στην έγγραφη διαδικασία, καθώς και –εξαιρουμένης της Τσεχικής Δημοκρατίας– στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία έλαβε χώρα στις 16 Ιανουαρίου 2013.
V – Νομική εκτίμηση
Α– Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
20.
Κατά την οδηγία 2003/87, ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο για την επίδικη περίπτωση, τα κράτη μέλη καταρτίζουν σχέδια κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής, τα κοινώς καλούμενα ΕΣΚ, όσον αφορά συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, εν προκειμένω για τα έτη 2008 έως 2012. Κοινοποιούν τα σχέδια στην Επιτροπή, η οποία μπορεί να τα απορρίψει εντός τριμήνου δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2003/87 για λόγους μη συμβατότητας με ορισμένα κριτήρια. Εάν η Επιτροπή δεν απορρίψει τα σχέδια, στηρίζεται σε αυτά η κατανομή των δικαιωμάτων εκπομπής στις επιχειρήσεις οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
21.
Αυτή η αίτηση αναιρέσεως αφορά τη μεταχείριση δεύτερου ΕΣΚ το οποίο κοινοποίησε η Λεττονία κατόπιν απορρίψεως του πρώτου ΕΣΚ από την Επιτροπή. Η Επιτροπή αιτιάται ιδίως το Γενικό Δικαστήριο ότι έκρινε την επίδικη απόφαση σχετικά με το εν λόγω δεύτερο ΕΣΚ βάσει των ίδιων κριτηρίων που θα χρησιμοποιούσε για απόφαση αφορώσα πρώτο σχέδιο. Επομένως, θα παρουσιάσω αρχικώς τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου σε σχέση με αποφάσεις οι οποίες αφορούν πρώτη κατάρτιση σχεδίου κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/87 και εν συνεχεία θα εξετάσω αν η νομολογία αυτή μπορεί να ισχύσει και σε περίπτωση αποφάσεως που αφορά δεύτερη κατάρτιση σχεδίου.
1. Επί της αποφάσεως που αφορά πρώτο σχέδιο
22.
Το άρθρο 9, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2003/87 δεν ρυθμίζει ρητώς τις συνέπειες της περιπτώσεως κατά την οποία η Επιτροπή δεν λαμβάνει θέση εντός τριμήνου σχετικά με κοινοποιηθέν σχέδιο.
23.
Εντούτοις, όσον αφορά την πρώτη κοινοποίηση σχεδίου, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με βάση την πάγια νομολογία του, ότι αν δεν εκδοθεί απορριπτική απόφαση της Επιτροπής εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, το κοινοποιηθέν ΕΣΚ καθίσταται οριστικό και καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας, οπότε το κράτος μέλος μπορεί να το εφαρμόσει.
24.
Εκ πρώτης όψεως, το συμπέρασμα αυτό προκαλεί έκπληξη. Παρόμοιες ρυθμίσεις προβλέπονται μόνον κατ’ εξαίρεση στο δίκαιο της Ένωσης –στο δίκαιο των ενισχύσεων και στον έλεγχο των πράξεων συγκεντρώσεως. Στο πλαίσιο αυτών των ρυθμίσεων ορίζεται ρητώς ότι κοινοποιηθέν μέτρο, δηλαδή ενίσχυση ή συγκέντρωση επιχειρήσεων, θεωρείται ότι έχει εγκριθεί, εάν η Επιτροπή δεν λάβει θέση επ’ αυτού εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ( 7 ). Αντιθέτως, το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 δεν περιλαμβάνει καμία αντίστοιχη ρύθμιση. Ωστόσο, και το νομικό πλάσμα της εγκρίσεως σε σχέση με τον προκαταρκτικό έλεγχο εκ μέρους της Επιτροπής στο πλαίσιο του δικαίου των ενισχύσεων δεν στηριζόταν αρχικώς σε ρητή ρύθμιση, αλλά στη νομολογία του Δικαστηρίου, το οποίο έκρινε με βάση τον επείγοντα χαρακτήρα αυτού του ελέγχου ( 8 ).
25.
Η θέση του Γενικού Δικαστηρίου στην προκειμένη περίπτωση στηρίζεται στην περιορισμένη ελεγκτική αρμοδιότητα της Επιτροπής όσον αφορά τα ΕΣΚ ( 9 ), καθώς και στην ανάγκη ταχείας διεξαγωγής αυτού του ελέγχου από την Επιτροπή ( 10 ).
26.
Τα στενά όρια των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2003/87 καθίστανται πρόδηλα ιδίως από το ότι, κατά το γράμμα της εν λόγω διατάξεως, η Επιτροπή έχει μόνον την εξουσία να απορρίψει σχέδιο εντός της τρίμηνης προθεσμίας και για τον σκοπό αυτόν μάλιστα μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικώς σε συγκεκριμένα κριτήρια. Επίσης, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, η απόρριψη πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Αντιθέτως, η έγκριση του σχεδίου δεν είναι αναγκαία.
27.
Η ανάγκη τηρήσεως της προθεσμίας προκύπτει από το χρονοδιάγραμμα που προβλέπει η οδηγία 2003/87, το οποίο επισημαίνουν η Λεττονία και η Τσεχική Δημοκρατία. Σύμφωνα με αυτό, τα σχέδια κοινοποιούνται στην Επιτροπή τουλάχιστον δεκαοκτώ μήνες πριν από την έναρξη της σχετικής περιόδου ( 11 ) και εφαρμόζονται διά της κατανομής των δικαιωμάτων εκπομπής το αργότερο δώδεκα μήνες πριν από την έναρξη της περιόδου ( 12 ).
28.
Συνεπώς, εάν η Επιτροπή υπερβεί την προθεσμία για τη λήψη της αποφάσεώς της, υφίσταται ο κίνδυνος το οικείο κράτος μέλος να μην μπορέσει να τηρήσει την ταχθείσα προθεσμία για την εφαρμογή του σχεδίου. Σε περίπτωση, μάλιστα, μακρόχρονης καθυστερήσεως στην κατάρτιση του σχεδίου –όπως εν προκειμένω– ενδέχεται να αρχίσει η περίοδος προγραμματισμού χωρίς να υφίσταται ακόμη οριστικό σχέδιο. Τούτο δεν προβλέπεται ρητώς στην οδηγία 2003/87 και βάσει αυστηρής ερμηνείας θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια οι ενδιαφερόμενοι βιομηχανικοί κλάδοι του κράτους μέλους να μην μπορούν να εκπέμψουν καθόλου αέρια θερμοκηπίου έως την έγκριση και εφαρμογή σχετικού σχεδίου.
29.
Επομένως, η νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου είναι καταρχήν εύλογη. Εν προκειμένω όμως δεν χρειάζεται να εξετασθεί το περιεχόμενο αυτής της νομολογίας, καθόσον η Επιτροπή δεν την αμφισβητεί.
2. Επί της νομικής βάσεως της αποφάσεως που αφορά δεύτερο σχέδιο
30.
Αντιθέτως, η Επιτροπή αμφισβητεί τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 52 έως 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή ότι η Λεττονία υπέβαλε νέο σχέδιο το οποίο η Επιτροπή όφειλε να εξετάσει εκ νέου –όπως και το πρώτο κοινοποιηθέν σχέδιο– κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2003/87.
31.
Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο δέχεται, με τη σύμφωνη άποψη της Λεττονίας και της Τσεχικής Δημοκρατίας, ότι αυτή η κοινοποίηση δεύτερου αναθεωρημένου σχεδίου δεν διαφέρει ουσιωδώς από την κοινοποίηση του πρώτου σχεδίου. Ως εκ τούτου, η προθεσμία του άρθρου 9, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2003/87 πρέπει να ισχύσει ομοίως για την κοινοποίηση αμφότερων των σχεδίων.
32.
Η Επιτροπή όμως υποστηρίζει ότι έλαβε απόφαση δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/87 η οποία δεν υπόκειται σε καμία προθεσμία.
33.
Το περιεχόμενο αυτής της διατάξεως δεν είναι σαφές. Προβλέπει ότι το κράτος μέλος λαμβάνει απόφαση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1 ή 2, μόνον εάν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις γίνουν αποδεκτές από την Επιτροπή. Οι εν λόγω αποφάσεις του κράτους μέλους αφορούν την εφαρμογή του σχεδίου.
34.
Λαμβάνοντας υπόψη μεμονωμένα το γράμμα του άρθρου 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/87, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ένα σχέδιο μπορεί να εφαρμοσθεί μόνον εάν, πρώτον, προταθούν τροποποιήσεις και, δεύτερον, αυτές γίνουν αποδεκτές από την Επιτροπή. Η ερμηνεία αυτή όμως δεν θα είχε κανένα νόημα. Για ποιο λόγο θα έπρεπε να τροποποιείται κατ’ ανάγκη κάθε σχέδιο, και μάλιστα με τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής, προκειμένου να εφαρμοσθεί;
35.
Η σημασία αυτής της διατάξεως προκύπτει κυρίως από τις διατάξεις που την πλαισιώνουν, ιδίως από τη σχέση της με το άρθρο 9, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2003/87. Δηλαδή, η διάταξη της δεύτερης περιόδου μπορεί να αφορά μόνον την τροποποίηση σχεδίων κατά την έννοια της πρώτης περιόδου του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87. Συναφώς, μπορούν να ληφθούν υπόψη δύο περιπτώσεις, είτε η τροποποίηση σχεδίων επί των οποίων η Επιτροπή έχει προβάλει αντιρρήσεις είτε η τροποποίηση σχεδίων επί των οποίων η Επιτροπή δεν έχει προβάλει αντιρρήσεις.
36.
Η τελευταία περίπτωση είναι απλή. Είναι αυτονόητο ότι, χωρίς τη συμμετοχή της Επιτροπής, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να τροποποιούν σχέδια επί των οποίων η Επιτροπή δεν έχει προβάλει αντιρρήσεις. Ειδάλλως, θα ήταν δυνατή η καταστρατήγηση του άρθρου 9, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος της οδηγίας 2003/87 εκ μέρους των κρατών μελών. Επομένως, τροποποιήσεις επιτρέπονται μόνον εφόσον έχουν γίνει αποδεκτές από την Επιτροπή.
37.
Στην περίπτωση αυτή η απουσία προθεσμίας στο άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/87 δεν δημιουργεί πρόβλημα, διότι Επιτροπή και κράτος μέλος έχουν συμφωνήσει ήδη, καταρχήν, επί ενός σχεδίου. Εάν καταστεί αναγκαίο, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν αρχικώς το σχέδιο και σε μεταγενέστερο στάδιο να λάβουν υπόψη συμπληρωματικώς ενδεχόμενες τροποποιήσεις κατόπιν εγκρίσεως από την Επιτροπή. Συνεπώς, θα αρκούσε η Επιτροπή να διεξάγει τη διαδικασία χωρίς άσκοπες καθυστερήσεις.
38.
Εντούτοις, η τροποποίηση σχεδίου το οποίο έχει απορριφθεί από την Επιτροπή είναι διαφορετικής φύσεως. Η τροποποίηση αυτή είναι αναγκαία προκειμένου να υπερκερασθούν οι αντιρρήσεις της Επιτροπής. Η ανάγκη επιταχύνσεως της σχετικής διαδικασίας όμως είναι αυξημένη σε σύγκριση προς τη διαδικασία λήψης αποφάσεως επί του αρχικού σχεδίου: η Επιτροπή έχει προβάλει ήδη τις αντιρρήσεις της όσον αφορά το πρώτο σχέδιο. Ως εκ τούτου, απαγορεύεται η προσωρινή εφαρμογή του. Επιπλέον, η χρονική περίοδος που υπολείπεται έως την έναρξη εφαρμογής του σχεδίου είναι σαφώς πιο βραχεία σε σχέση προς την αντίστοιχη περίοδο μετά την κοινοποίηση του πρώτου σχεδίου.
39.
Επομένως, στις σκέψεις 52 έως 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εφαρμόζει την προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2003/87, καθώς και την έννομη συνέπεια της μη τηρήσεώς της, αλλά για τη λήψη αποφάσεως κατά τη δεύτερη περίοδο: η προθεσμία εκκινεί με κάθε κοινοποίηση, είτε σχεδίου είτε τροποποιήσεων. Εάν η Επιτροπή δεν λάβει θέση εντός της προθεσμίας, οι τροποποιήσεις θα καταστούν επίσης οριστικές.
40.
Ωστόσο, στις σκέψεις 52 και 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παραβλέπει ότι, κατά το γράμμα και των δύο πρώτων περιόδων του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, η κοινοποίηση σχεδίων και η κοινοποίηση τροποποιήσεων έχουν διαφορετικές έννομες συνέπειες. Ένα σχέδιο μπορεί μόνο να απορριφθεί από την Επιτροπή, ενώ μια τροποποίηση πρέπει οπωσδήποτε να εγκριθεί από αυτήν πριν εφαρμοσθεί.
41.
Αυτές οι ρυθμιστικές διαφορές οφείλονται σε μια ουσιώδη διαφορά μεταξύ της πρώτης κοινοποιήσεως σχεδίου και της κοινοποιήσεως τροποποιήσεων. Αυτή προκύπτει από την απόφαση της Επιτροπής επί του πρώτου σχεδίου.
42.
Με την εν λόγω απόφαση η Επιτροπή έχει γνωστοποιήσει ήδη τη θέση της. Στην προκειμένη περίπτωση είχε ζητήσει ιδίως τη μείωση της συνολικής ετήσιας ποσότητας των κατανεμητέων δικαιωμάτων στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος κατά 4,480580 εκατομμύρια τόνους ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα και τον περιορισμό του μέσου συνολικού αριθμού των δικαιωμάτων που επρόκειτο να κατανεμηθούν ετησίως σε 3,283303 εκατομμύρια τόνους ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα.
43.
Η Επιτροπή είχε επισημάνει ήδη στα άρθρα 2 και 3, παράγραφος 2, της πρώτης αποφάσεώς της ότι δεν θα απέρριπτε τις αντίστοιχες τροποποιήσεις. Στο άρθρο 3, παράγραφος 3, όμως υπενθύμιζε ότι λοιπές προτεινόμενες τροποποιήσεις προϋποθέτουν την έγκρισή της.
44.
Το αναθεωρημένο σχέδιο προέβλεπε ετησίως την κατανομή, κατά μέσο όρο, 6,253146 εκατομμυρίων τόνων ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα, δηλαδή τη διπλάσια σχεδόν ποσότητα δικαιωμάτων σε σύγκριση προς το επιτρεπόμενο όριο το οποίο έθεσε η Επιτροπή. Συνεπώς, το κράτος μέλος δεν μπορούσε να θεωρήσει με καλή πίστη ότι η Επιτροπή θα συμφωνούσε άνευ ετέρου με αυτό το σχέδιο.
45.
Αντιθέτως προς την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 54 έως 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η επιδίωξη της ασφάλειας δικαίου δεν παράγει διαφορετικό αποτέλεσμα. Τουναντίον, με γνώμονα την ασφάλεια δικαίου δεν χωρεί παρέκκλιση από τις διαπιστώσεις της Επιτροπής στην πρώτη απόφασή της την οποία δεν προσέβαλε η Λεττονία.
46.
Επίσης, το νομικό πλάσμα της εγκρίσεως η οποία είναι αντίθετη με προγενέστερη απόφαση δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της αποφάσεως επί του δεύτερου σχεδίου. Το Γενικό Δικαστήριο τονίζει μεν ορθώς, στις σκέψεις 54 και 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα κράτη μέλη έχουν συμφέρον να λαμβάνεται ταχέως η απόφαση της Επιτροπής. Ωστόσο, αν κράτος μέλος δεν προσβάλει την πρώτη απορριπτική απόφαση και εν συνεχεία υποβάλει νέο σχέδιο το οποίο αντιβαίνει προδήλως στην εν λόγω απόφαση, δεν μπορεί να θεωρεί ότι η Επιτροπή θα εγκρίνει το νέο σχέδιο χωρίς να προβάλει αντιρρήσεις.
47.
Επιπλέον, η τρίμηνη προθεσμία μπορεί κατά περίπτωση να αποδειχθεί πολύ σύντομη. Ενδέχεται, μάλιστα, το κράτος μέλος και η Επιτροπή να πρέπει να ενεργήσουν εντός αισθητά βραχύτερων προθεσμιών, εάν αδυνατούν να συμφωνήσουν για μακρά χρονική περίοδο.
48.
Στην προκειμένη περίπτωση, εγείρονται πολλές αμφιβολίες ως προς το αν η Επιτροπή ενήργησε με τη δέουσα ταχύτητα. Δεν είναι δυνατόν όμως για τον λόγο αυτόν να ληφθεί ως δεδομένη η έγκριση εκ μέρους της Επιτροπής η οποία είναι αντίθετη με προγενέστερη απόφασή της. Απεναντίας, η Λεττονία θα μπορούσε να ασκήσει προσφυγή κατά παραλείψεως βάσει του άρθρου 265 ΣΛΕΕ, ενώ υπό προϋποθέσεις θα μπορούσε να τύχει και προσωρινής ένδικης προστασίας.
49.
Κατά συνέπεια, η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου είναι νομικώς εσφαλμένη, καθόσον στη σκέψη 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως περιλαμβάνεται η διαπίστωση ότι το δεύτερο σχέδιο που κοινοποίησε η Λεττονία κατέστη οριστικό μετά την παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας.
50.
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν έπρεπε να κάνει δεκτό αυτόν τον λόγο ακυρώσεως τον οποίο προέβαλε η Λεττονία και, ως εκ τούτου, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί.
Β– Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
51.
Σύμφωνα με το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο μπορεί, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση.
52.
Τούτο θα συνέβαινε αναμφίβολα, εάν η Λεττονία είχε στηρίξει την προσφυγή της στην υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87. Το Δικαστήριο, δηλαδή, έχει κρίνει ήδη σε σχέση με την Εσθονία και την Πολωνία ότι η Επιτροπή δεν είναι αρμόδια, όπως στην προκειμένη περίπτωση, να καθορίσει τη μέγιστη ποσότητα εκπομπών με βάση δικές της μετρήσεις ( 13 ). Δεδομένου όμως ότι η Λεττονία δεν προέβαλε τέτοια αντίρρηση, βρίσκεται στην ίδια θέση με τα υπόλοιπα 24 κράτη μέλη τα οποία δεν αμφισβήτησαν τις αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με τα ΕΣΚ τους για τα έτη 2008 έως 2012, μολονότι και αυτές οι αποφάσεις έπασχαν από τα ίδια νομικά σφάλματα.
53.
Ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, λοιπόν, η Δημοκρατία της Λεττονίας στήριξε την προσφυγή της σε τέσσερις λόγους ακυρώσεως: πρώτον, παράβαση των κανόνων της Συνθήκης ΕΚ για την κατανομή αρμοδιοτήτων στον τομέα της ενεργειακής πολιτικής· δεύτερον, παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων· τρίτον, παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το Πρωτόκολλο του Κιότο και, τέταρτον, μη τήρηση της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87.
54.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως δεν συζητήθηκαν ούτε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου. Φρονώ ότι ο τρίτος λόγος ακυρώσεως μπορεί να απορριφθεί, αλλά οι δύο πρώτοι λόγοι ακυρώσεως δεν είναι ώριμοι προς εκδίκαση. Ειδικότερα:
1. Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
55.
Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Λεττονία υποστηρίζει ότι η απόφαση της Επιτροπής θίγει τις αρμοδιότητες των κρατών μελών στον τομέα της ενεργειακής πολιτικής τις οποίες προβλέπει το άρθρο 175, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 192, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ). Κατά την εν λόγω διάταξη, για τα μέτρα περιβαλλοντικής πολιτικής, τα οποία επηρεάζουν αισθητά την επιλογή ενός κράτους μέλους μεταξύ διαφορετικών πηγών ενέργειας και τη γενική διάρθρωση του ενεργειακού του εφοδιασμού, απαιτείται ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου μετά από διαβούλευση με το Κοινοβούλιο. Αντιθέτως, η νομική βάση της οδηγίας 2003/87, το άρθρο 175, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 192, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ), προβλέπει τη διαδικασία της συναποφάσεως η οποία συνιστά σήμερα τη συνήθη νομοθετική διαδικασία.
56.
Η Επιτροπή αντιτείνει ορθώς ότι η απόφασή της στηρίζεται μόνο στην οδηγία 2003/87. Ωστόσο, η επιχειρηματολογία της Λεττονίας πρέπει να γίνει αντιληπτή υπό την έννοια ότι η Επιτροπή μπορεί να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει την οδηγία κατά τέτοιον τρόπο που θα όφειλε να στηριχθεί στο άρθρο 192, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ.
57.
Κατά πάγια νομολογία, η επιλογή της νομικής βάσης μιας πράξεως της Ένωσης πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά και επιδεχόμενα δικαστικό έλεγχο στοιχεία, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται ιδίως ο σκοπός και το περιεχόμενο της πράξεως. Εάν η πράξη επιδιώκει διττό σκοπό ή απαρτίζεται από δύο συνιστώσες, ο ένας δε εκ των σκοπών αυτών μπορεί να χαρακτηριστεί ως κύριος ή πρωτεύων, ενώ ο δεύτερος απλώς ως παρεπόμενος, η πράξη πρέπει να στηρίζεται σε μία και μόνο νομική βάση, ήτοι εκείνη που απαιτείται από τον κύριο ή πρωτεύοντα σκοπό ή συνιστώσα ( 14 ).
58.
Συνεπώς, στην επίδικη απόφαση, η Επιτροπή δεν έπρεπε να ερμηνεύσει ή να εφαρμόσει την οδηγία 2003/87 κατά τέτοιον τρόπο που θα επέτρεπε στην εν λόγω οδηγία να ασκήσει, κυρίως, αισθητή επιρροή στην επιλογή ενός κράτους μέλους μεταξύ διαφορετικών πηγών ενέργειας και στη γενική διάρθρωση του ενεργειακού του εφοδιασμού. Η νομική της βάση, πάντως, δεν θα υφίστατο αμφισβήτηση εάν η ανωτέρω επιρροή, ακόμη και αν ήταν σημαντική, συνιστούσε απλώς δευτερεύουσα συνιστώσα ή δευτερεύοντα σκοπό, δηλαδή ένα είδος παρεπόμενου αποτελέσματος της οδηγίας.
59.
Το αν η Επιτροπή στήριξε την επίδικη απόφαση σε ερμηνεία της οδηγίας 2003/87 η οποία δεν συνάδει προς τη νομική βάση δεν μπορεί να κριθεί ανεξάρτητα από το δεύτερο αμυντικό επιχείρημα της Επιτροπής. Με αυτό υποστηρίζει ότι η επίδικη απόφαση δεν ασκεί σημαντική επιρροή στην επιλογή της Λεττονίας μεταξύ διαφορετικών πηγών ενέργειας και στη γενική διάρθρωση του ενεργειακού της εφοδιασμού.
60.
Για την εκτίμηση αυτού του επιχειρήματος, το Δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει τη σχετική με τα πραγματικά περιστατικά επιχειρηματολογία των διαδίκων. Εφόσον όμως τούτο είναι καθήκον του Γενικού Δικαστηρίου, ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως δεν είναι ώριμος προς εκδίκαση ( 15 ).
2. Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως
61.
Η Λεττονία στηρίζει τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως στο ότι ο τρόπος υπολογισμού που εφαρμόζει η Επιτροπή καθιστά μειονεκτική τη θέση των κρατών μελών με περιορισμένο όγκο εκπομπών. Η Επιτροπή αμφισβητεί αυτήν την επιχειρηματολογία.
62.
Ούτε αυτός ο λόγος ακυρώσεως όμως είναι ώριμος προς εκδίκαση, δεδομένου ότι επιβάλλει επίσης την εξέταση των σχετικών με τα πραγματικά περιστατικά επιχειρημάτων των διαδίκων.
3. Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως
63.
Τέλος, η Λεττονία επικαλείται την τήρηση των διεθνών της υποχρεώσεων που της επιβάλλει το Πρωτόκολλο του Κιότο. Υποστηρίζει ότι η Επιτροπή ζήτησε περαιτέρω μείωση της εκπομπής αερίων θερμοκηπίου. Τούτο δεν συνάδει με το παράρτημα III, σημείο 1, της οδηγίας 2003/87, βάσει του οποίου το ΕΣΚ πρέπει να αντιστοιχεί στις υποχρεώσεις που απορρέουν από το Πρωτόκολλο.
64.
Η Επιτροπή όμως αντιτείνει ορθώς ότι το παράρτημα III της οδηγίας 2003/87 περιλαμβάνει προϋποθέσεις αφορώσες τα ΕΣΚ οι οποίες υπερβαίνουν το Πρωτόκολλο. Ιδίως, τα σημεία 2 και 3 του παραρτήματος ΙΙΙ επιβάλλουν την κατανομή των δικαιωμάτων με βάση την επιτευχθείσα πρόοδο στη μείωση των εκπομπών. Η μείωση αυτή λοιπόν δεν περιορίζεται από τις υποχρεώσεις που προβλέπει το Πρωτόκολλο του Κιότο.
65.
Κατά συνέπεια, αυτός ο λόγος ακυρώσεως δεν είναι βάσιμος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί.
4. Συμπέρασμα
66.
Επομένως, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί των δύο πρώτων λόγων ακυρώσεως που προβάλλει η Λεττονία.
VI – Επί των δικαστικών εξόδων
67.
Δεδομένου ότι οι υποθέσεις αναπέμφθηκαν στο Γενικό Δικαστήριο, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα της παρούσας κατ’ αναίρεση διαδικασίας ( 16 ).
VII – Συμπέρασμα
68.
Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1.
Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22ας Μαρτίου 2011, T‑369/07, Λεττονία κατά Επιτροπής.
2.
Αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί των δύο πρώτων λόγων ακυρώσεως που προβάλλει η Λεττονία.
3.
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 275, σ. 32), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2004/101/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2004 (ΕΕ L 338, σ. 18). Η οδηγία 2009/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009 , για τροποποίηση της οδηγίας 2003/87/ΕΚ με στόχο τη βελτίωση και την επέκταση του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου της Κοινότητας (ΕΕ L 140, σ. 63), κατάργησε την υπό εξέταση, εν προκειμένω, διαδικασία και απένειμε ευρύτερες αρμοδιότητες στην Επιτροπή.
( 3 ) Αποφάσεις της 23ης Νοεμβρίου 2005, T-178/05, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. II-4807, σκέψη 55), και της 22ας Μαρτίου 2011, T-369/07, Λεττονία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2011, σ. II-1039, σκέψη 47), καθώς και διάταξη της 30ής Απριλίου 2007, T-387/04, EnBW Energie Baden-Württemberg κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. II-1195, σκέψη 115).
( 4 ) Απόφαση Λεττονία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3.
( 5 ) Απόφαση του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1993, σχετικά με τη σύναψη της συμβάσεως-πλαισίου (ΕΕ 1994, L 33, σ. 11).
( 6 ) Απόφαση του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 2002, για την έγκριση, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, του Πρωτοκόλλου του Κιότο στη Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές και την από κοινού τήρηση των σχετικών δεσμεύσεων (ΕΕ L 130, σ. 1).
( 7 ) Βλ. άρθρο 4, παράγραφος 6, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1), και άρθρο 10, παράγραφος 6, του κανονισμού (ΕΚ) 139/2004 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2004, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ L 24, σ. 1).
( 8 ) Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1973, 120/73, Lorenz (Συλλογή τόμος 1973, σ. 815, σκέψη 4).
( 9 ) Τα όρια των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της Επιτροπής, τα οποία διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο, επιβεβαιώθηκαν καταρχήν στις αποφάσεις της 29ης Μαρτίου 2012, C‑504/09 P, Επιτροπή κατά Πολωνίας, και C‑504/09 P, Επιτροπή κατά Εσθονίας.
( 10 ) Σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 11 ) Άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87.
( 12 ) Άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/87.
( 13 ) Βλ. τις προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 9 αποφάσεις Επιτροπή κατά Πολωνίας (σκέψεις 76 επ.), και Επιτροπή κατά Εσθονίας (σκέψεις 78 επ.).
( 14 ) Αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 2001, C-36/98, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. I-779, σκέψεις 58 επ.), και της 19ης Ιουλίου 2012, C‑130/10, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (σκέψεις 42 επ.).
( 15 ) Βλ. απόφαση της 24ης Μαΐου 2012, C‑196/11 P, Formula One Licensing κατά ΓΓΕΑ (σκέψη 57).
( 16 ) Απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2011, C-463/10 P και C-475/10 P, Deutsche Post κατά Επιτροπής (Συλλογή 2011, σ. Ι-9639, σκέψη 83).
Full & Egal Universal Law Academy