ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
VERICA TRSTENJAK
της 3ης Μαΐου 2012 ( 1 )
Υπόθεση C-376/11
Pie Optiek
κατά
Bureau Geversκαι
European Registry for Internet Domains
[αίτηση του Cour d’appel de Bruxelles (Βέλγιο)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Βιομηχανική πολιτική — Διαδίκτυο — Τομέας ανώτατου επιπέδου “.eu” — Κανονισμός (ΕΚ) 874/2004 — Άρθρο 12, παράγραφος 2, και άρθρο 21, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ — Κανονισμός (EΚ) 733/2002 — Άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ — Έννοια του όρου “κάτοχοι αδειών που αφορούν προηγούμενα δικαιώματα” — Κερδοσκοπικές και καταχρηστικές καταχωρίσεις — Καταχώριση ονόματος χωρίς να υφίστανται “δικαιώματα ή έννομο συμφέρον” — Δικαίωμα επί σήματος»
I – Εισαγωγή
1.
Η παρούσα υπόθεση αφορά αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε, με απόφασή του, το Cour d’appel de Bruxelles (στο εξής: αιτούν δικαστήριο) βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ και με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο να απαντήσει σε δύο ερωτήματα που αφορούν την ερμηνεία του κανονισμού (EΚ) 733/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Απριλίου 2002, για την υλοποίηση του «.eu» τομέα ανωτάτου επιπέδου ( 2 ), καθώς και του κανονισμού (EΚ) 874/2004 της Επιτροπής, της 28ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση κανόνων δημοσίου συμφέροντος σχετικά με την υλοποίηση και τις λειτουργίες του «.eu» τομέα ανωτάτου επιπέδου και τις αρχές που διέπουν την καταχώριση ( 3 ).
2.
Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως εξεδόθη στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της SPRL Pie Optiek (στο εξής: Pie Optiek) —μιας βελγικής εταιρίας η οποία πωλεί οπτικά είδη μέσω του διαδικτύου— και της επιχειρήσεως SA Bureau Gevers (στο εξής: Bureau Gevers) —μιας εταιρίας η οποία δραστηριοποιείται στην παροχή συμβουλών στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας—, καθώς και του αρμόδιου για τη χορήγηση ονομάτων τομέως «.eu» Ευρωπαϊκoύ Μητρώου Τομέων του Διαδικτύου (ASBL European Registry for Internet Domains, στο εξής: EURid), που έχει ως αντικείμενο την καταχώριση του ονόματος τομέως «». Με τα ένδικα βοηθήματα που άσκησε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, η Pie Optiek ζητεί, αφενός, να διαπιστωθεί ο κερδοσκοπικός και καταχρηστικός χαρακτήρας της καταχωρίσεως αυτού του ονόματος τομέως υπέρ της Bureau Gevers. Αφετέρου, ζητεί να της μεταβιβαστεί αυτό το όνομα τομέως.
3.
Προς θεμελίωση των αιτημάτων της, υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι η Bureau Gevers δεν μπορεί να ζητήσει την καταχώριση αυτού του ονόματος τομέως, δεδομένου ότι δεν είναι «κάτοχος αδείας που αφορά προηγούμενα δικαιώματα» κατά την έννοια του κανονισμού 874/2004. Αντιθέτως, κάτοχος τέτοιων δικαιωμάτων είναι η αμερικανική εταιρία Walsh Optical. Ωστόσο, η τελευταία αυτή εταιρία δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει την καταχώριση, δεδομένου ότι η έδρα της κείται εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και, ως εκ τούτου, δεν πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου. Κατά την Pie Optiek, αμφότερες οι επιχειρήσεις, προκειμένου να καταστρατηγήσουν τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας, μετήλθαν ένα τέχνασμα, ήτοι προέβησαν στη σύναψη συμβάσεως η οποία χαρακτηρίζεται ως «Σύμβαση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως», με την οποία η Bureau Gevers ανέλαβε την υποχρέωση να θέσει στη διάθεση του Αμερικανού πελάτη της την επωνυμία και τη διεύθυνσή της εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου να του παράσχει τη δυνατότητα να καταχωρίσει το επίμαχο όνομα τομέως. Πέραν αυτού, η Pie Optiek αμφισβητεί ότι, στο πλαίσιο της υποθέσεως που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, υπάρχει πράγματι συμφωνία παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως, υπό τη νομική έννοια του όρου, δεδομένου ότι στη Bureau Gevers παρασχέθηκε απλώς η εξουσία καταχωρίσεως, όχι όμως χρήσεως του σήματος π.χ. προκειμένου να εμπορεύεται προϊόντα ή υπηρεσίες με το σήμα αυτό.
4.
Συνεπώς, αντικείμενο της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι μόνον το ζήτημα εάν στην υπόθεση της κύριας δίκης, μπορεί να γίνει λόγος για σύμβαση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως, υπό τη νομική έννοια του όρου, σε σχέση με το λεκτικό σήμα «lensworld». Περαιτέρω, τίθεται το ερώτημα εάν συνάδει προς το δίκαιο της Ένωσης να επιτρέπεται σε εταιρία, η οποία ως εδρεύουσα σε τρίτη χώρα δεν αποτελεί επιλέξιμο μέρος, να προβαίνει ωστόσο στην καταχώριση ονόματος τομέως μέσω συμβάσεως παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως με εδρεύουσα στην Ένωση εταιρία. Η παρούσα υπόθεση θέτει θεμελιώδη ζητήματα τόσο ως προς τη νομική φύση των συμβάσεων παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως όσο και ως προς τη σχέση μεταξύ του κανόνων δικαίου που διέπουν τα άυλα αγαθά και του κανόνων δικαίου της Ένωσης που διέπουν τη λειτουργία του διαδικτύου, τα οποία χρήζουν ενδελεχούς εξετάσεως. Προς τούτο, θα πρέπει να ερμηνευθούν, πέραν των ανωτέρω κανονισμών, και η οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων ( 4 ), καθώς και ο κανονισμός (EΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα ( 5 ).
II – Το κανονιστικό πλαίσιο
Α — Ο κανονισμός 733/2002
5.
Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 733/2002, το προβλεπόμενο σε αυτό μητρώο «καταχωρεί τα ονόματα τομέα στον “.eu” TLD μέσω οιουδήποτε διαπιστευμένου καταχωρητή “.eu” κατόπιν αιτήσεως από οιαδήποτε επιχείρηση η οποία έχει την καταστατική της έδρα, την κεντρική της διοίκηση ή την κύρια εγκατάστασή της εντός της Κοινότητας».
6.
Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού αυτού, η Επιτροπή θεσπίζει «κανόνες δημοσίου συμφέροντος όσον αφορά την εφαρμογή και τις λειτουργίες του “.eu” TLD και τις αρχές δημοσίου συμφέροντος για τις καταχωρίσεις. Η πολιτική δημοσίου συμφέροντος περιλαμβάνει [...] πολιτική δημοσίου συμφέροντος για τις κερδοσκοπικές και καταχρηστικές καταχωρίσεις ονομάτων τομέα, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας καταχώρισης ονομάτων τομέα σταδιακά ώστε να εξασφαλίζονται οι κατάλληλες προσωρινές ευκαιρίες για τους κατόχους προηγούμενων δικαιωμάτων, τα οποία αναγνωρίζονται ή θεσπίζονται από το εθνικό ή/και το κοινοτικό δίκαιο, και για τους δημόσιους φορείς να καταχωρίζουν τα ονόματά τους […]».
7.
Προς εφαρμογή της διατάξεως αυτής η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 874/2004.
Β — Ο κανονισμός 874/2004
8.
Το άρθρο 2, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού 874/2004 ορίζει τα εξής:
«Ένα επιλέξιμο μέρος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 733/2002, επιτρέπεται να καταχωρίσει ένα ή περισσότερα ονόματα τομέα στον τομέα ανωτάτου επιπέδου “.eu”.
Με την επιφύλαξη του κεφαλαίου IV, ένα συγκεκριμένο όνομα τομέα διατίθεται για χρήση στο επιλέξιμο μέρος του οποίου η αίτηση έχει παραληφθεί πρώτη κατά σειρά από το μητρώο, με τεχνικώς σωστό τρόπο και σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, το εν λόγω κριτήριο της παραλαβής κατά προτεραιότητα θα αναφέρεται ως αρχή της “εξυπηρέτησης κατά σειρά προτεραιότητας”.
Από τη στιγμή που ένα όνομα τομέα καταχωρίζεται, καθίσταται μη διαθέσιμο για μελλοντική καταχώριση, έως ότου λήξει η καταχώριση χωρίς ανανέωση, ή έως ότου το όνομα τομέα αποσυρθεί.»
9.
Το κεφάλαιο IV του κανονισμού αυτού αφορά τη σταδιακή καταχώριση. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, ορίζει:
«Οι κάτοχοι προηγούμενων δικαιωμάτων που έχουν αναγνωριστεί ή θεσπιστεί από το εθνικό ή και το κοινοτικό δίκαιο και οι δημόσιοι φορείς δικαιούνται να υποβάλουν αίτηση για καταχώριση ονομάτων τομέα κατά τη διάρκεια της περιόδου σταδιακής καταχώρισης, πριν από την έναρξη της γενικής καταχώρισης στον τομέα “.eu”.
Τα “προηγούμενα δικαιώματα” περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τα κατατεθέντα εθνικά εμπορικά σήματα […]»
10.
Το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτο έως τρίτο εδάφιο, του κανονισμού ορίζει:
«Η διάρκεια της περιόδου σταδιακής καταχώρισης είναι τέσσερις μήνες. Η γενική καταχώριση των ονομάτων τομέα δεν ξεκινάει πριν από την ολοκλήρωση της περιόδου σταδιακής καταχώρισης.
Η σταδιακή καταχώριση συνίσταται σε δύο φάσεις διάρκειας δύο μηνών έκαστη.
Κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης της σταδιακής καταχώρισης, μόνο για τα κατατεθέντα εθνικά και κοινοτικά εμπορικά σήματα, τις γεωγραφικές ενδείξεις και τα ονόματα και ακρωνύμια που αναφέρονται στο άρθρο 10, παράγραφος 3, δύναται να υποβληθεί αίτηση για καταχώρισή τους ως ονομάτων τομέα από κατόχους προηγούμενων δικαιωμάτων και κατόχων αδειών και από τους δημόσιους φορείς που αναφέρονται στο άρθρο 10, παράγραφος 1.»
11.
Το άρθρο 21, παράγραφος 1, του κανονισμού επιγράφεται «Κερδοσκοπικές και καταχρηστικές καταχωρίσεις» και προβλέπει τα εξής:
«Ένα καταχωρισμένο όνομα τομέα ανακαλείται, με την κατάλληλη εξωδικαστική ή δικαστική διαδικασία, όταν το εν λόγω όνομα είναι ταυτόσημο ή παρόμοιο σε βαθμό που να προκαλεί σύγχυση με όνομα για το οποίο έχει αναγνωριστεί ή θεσπιστεί δικαίωμα βάσει της εθνικής ή και της κοινοτικής νομοθεσίας, όπως τα δικαιώματα που αναφέρονται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, και όταν το εν λόγω όνομα τομέα:
α)
καταχωρίσθηκε από τον κάτοχό του ο οποίος δεν έχει δικαιώματα ή έννομο συμφέρον επί του ονόματος τομέα· ή
β)
καταχωρίσθηκε ή χρησιμοποιείται με κακή πίστη.»
Γ — Η οδηγία 89/104
12.
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/104, το οποίο επιγράφεται «Δικαιώματα που παρέχει το σήμα», ορίζει μεταξύ άλλων τα εξής:
«Το καταχωρισμένο σήμα παρέχει στον δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα. Ο δικαιούχος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του:
α)
σημείο πανομοιότυπο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες πανομοιότυπες με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωριστεί·
β)
σημείο για το οποίο, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητάς του με το σήμα και της ταυτότητας ή της ομοιότητας των προϊόντων ή των υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού, συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης του σημείου με το σήμα.»
13.
Το άρθρο 8 της αυτής οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Παραχώρηση αδείας χρήσης», προβλέπει τα εξής:
«1) Είναι δυνατό να παραχωρηθούν άδειες χρήσης σήματος για το σύνολο ή μέρος των προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες έχει καταχωριστεί και για το σύνολο ή τμήμα του εδάφους ενός κράτους μέλους. Οι άδειες χρήσης μπορεί να είναι αποκλειστικές ή μη αποκλειστικές.
2) Ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να επικαλεστεί τα δικαιώματα που παρέχει το σήμα αυτό κατά του έχοντος την άδεια εφόσον αυτός παραβιάζει διάταξη της σύμβασης για την παραχώρηση της άδειας χρήσης, όσον αφορά ιδίως τη διάρκειά της, τη μορφή υπό την οποία μπορεί, σύμφωνα με την καταχώριση, να χρησιμοποιηθεί το σήμα, τη φύση των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τις οποίες έχει παραχωρηθεί η άδεια, το έδαφος μέσα στο οποίο επιτρέπεται η επίθεση του σήματος, ή την ποιότητα των προϊόντων που κατασκευάζει ή των υπηρεσιών που παρέχει ο έχων την άδεια.»
III – Τα πραγματικά περιστατικά, η κύρια δίκη και τα προδικαστικά ερωτήματα
14.
Η Pie Optiek είναι βελγική εταιρία, η οποία δραστηριοποιείται στην πώληση φακών επαφής, γυαλιών και άλλων οπτικών ειδών μέσω του Διαδικτύου. Είναι δικαιούχος του εικονιστικού σήματος της Μπενελούξ το οποίο περιλαμβάνει το λεκτικό σημείο «Lensworld», το οποίο κατατέθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 2005 και καταχωρίστηκε στις 4 Ιανουαρίου 2006 για προϊόντα και υπηρεσίες των κλάσεων 5, 9 και 44 της Συμφωνίας της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων. Η εν λόγω εταιρία εκμεταλλεύεται τον δικτυακό τόπο .
15.
Η Bureau Gevers είναι βελγική εταιρία η οποία δραστηριοποιείται στην παροχή συμβουλών στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας.
16.
Η Walsh Optical Inc. είναι αμερικανική εταιρία που εδρεύει στην πολιτεία του New Jersey και δραστηριοποιείται επίσης στον κλάδο της πωλήσεως φακών επαφής και άλλων οπτικών ειδών μέσω του διαδικτύου. Η Walsh Optical εκμεταλλεύεται από το 1998 τον δικτυακό τόπο και είναι επίσης κάτοχος του σήματος της Μπενελούξ «Lensworld», το οποίο κατατέθηκε στις 20 Οκτωβρίου 2005 και καταχωρίστηκε στις 26 Οκτωβρίου 2005 για προϊόντα και υπηρεσίες της κλάσεως 35. Το σήμα αυτό διεγράφη στις 30 Οκτωβρίου 2006.
17.
Στις 18 Νοεμβρίου 2005 η Walsh Optical υπέγραψε σύμβαση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως («license agreement», στο εξής: σύμβαση) με την Bureau Gevers. Βάσει της ρήτρας 1 της συμβάσεως αυτής, ο σκοπός της έγκειται στη χορήγηση αδείας στον δικαιοδόχο προκειμένου να προβεί στην καταχώριση ενός ονόματος τομέως επ’ ονόματί του μεν, αλλά για λογαριασμό του δικαιοπαρόχου, ήτοι της Walsh Optical, καθώς και στον καθορισμό των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων κάθε συμβαλλομένου κατά τη διάρκεια κατά την οποία έχει ισχύ η σύμβαση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως, στη θέσπιση διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας ο δικαιοδόχος θα μεταβιβάσει το(τα) όνομα(ονόματα) τομέως «.eu» στον δικαιοπάροχο ή στο πρόσωπο το οποίο θα ορίσει ο δικαιοπάροχος. Βάσει της ρήτρας 3, ο δικαιοπάροχος καταβάλλει τα έξοδα του δικαιοδόχου. Η ρήτρα 4 της συμβάσεως ορίζει ότι ο δικαιοδόχος χρεώνει τον δικαιοπάροχο για τις υπηρεσίες που του παρέχει. Η ρήτρα 5 της συμβάσεως ορίζει ότι ο δικαιοδόχος καταβάλλει εύλογες προσπάθειες για την υποβολή αιτήσεως/αιτήσεων «.eu» και την καταχώριση «.eu» για το(τα) όνομα(ονόματα) τομέως.
18.
Από τις αναπτύξεις του EURid συνάγεται ότι το πρώτο στάδιο της καταχωρίσεως, βάσει του κεφαλαίου IV του κανονισμού 874/2004, έλαβε χώρα στις 7 Δεκεμβρίου 2005. Την ίδια ημερομηνία, η Bureau Gevers κατέθεσε, επ’ ονόματί της, αίτηση καταχωρίσεως του ονόματος τομέως «», αλλά για λογαριασμό της Walsh Optical. Αυτό το όνομα τομέως χορηγήθηκε στη Bureau Gevers στις 10 Ιουλίου 2006. Εν τω μεταξύ, η Pie Optiek είχε επίσης καταθέσει αίτηση, στις 17 Ιανουαρίου 2006, ζητώντας την καταχώριση του ονόματος τομέως «». Η αίτησή της καταχωρίσεως απορρίφθηκε λόγω της προηγηθείσας αιτήσεως της Bureau Gevers.
19.
Η Pie Optiek κίνησε τη διαδικασία ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου της Τσεχικής Δημοκρατίας, το οποίο είναι αρμόδιο για την επίλυση διαφορών σχετικά με τα ονόματα τομέως «.eu», πλην όμως το αίτημά της να διαταχθεί η μεταβίβαση του ονόματος τομέως «» απορρίφθηκε στις 12 Μαρτίου 2007. Στις 13 Απριλίου 2007 η Pie Optiek άσκησε αγωγή κατά της Bureau Gevers ενώπιον του Tribunal de première instance de Bruxelles. Στις 8 Μαΐου 2007 το EURid άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Η αγωγή απορρίφθηκε με απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2007. Η έφεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου βάλλει κατ’ αυτής της πρωτόδικης αποφάσεως.
20.
Το αιτούν δικαστήριο έχει επιφυλάξεις ως προς τον τρόπο ερμηνείας της εννοίας «κάτοχοι αδείας που αφορά προηγούμενα δικαιώματα» του άρθρου 12, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 874/2004 και της εννοίας «δικαιώματα ή έννομο συμφέρον» του άρθρου 21, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ιδίου κανονισμού. Για τον λόγο αυτόν, αποφάσισε να αναστείλει τη σχετική διαδικασία και να ζητήσει από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των ακόλουθων ερωτημάτων:
1)
Έχει το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 874/2004 την έννοια ότι, στην περίπτωση που το οικείο προηγούμενο δικαίωμα είναι δικαίωμα επί σήματος, ο όρος «κάτοχοι αδείας που αφορά προηγούμενα δικαιώματα» μπορεί να καλύπτει πρόσωπο το οποίο έλαβε απλώς άδεια από τον δικαιούχο του σήματος να καταχωρίσει επ’ ονόματί του, αλλά για λογαριασμό του δικαιοπαρόχου, ένα όνομα τομέως ταυτόσημο ή παρόμοιο με το σήμα, χωρίς ωστόσο να λάβει άδεια να προβαίνει σε άλλες χρήσεις του σήματος ή σε χρήση του σημείου ως σήματος, επί παραδείγματι, για την εμπορική διάθεση προϊόντων ή υπηρεσιών που καλύπτει το σήμα;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό:
Έχει το άρθρο 21, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 874/2004 την έννοια ότι «δικαιώματα και έννομο συμφέρον» υφίστανται ακόμη και αν ο «κάτοχος αδείας που αφορά προηγούμενα δικαιώματα» προέβη σε καταχώριση του ονόματος τομέως «.eu» επ’ ονόματί του, αλλά για λογαριασμό του δικαιούχου του σήματος, όταν ο τελευταίος δεν είναι επιλέξιμος κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 733/2002;
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
21.
Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που δημοσιεύθηκε στις 29 Ιουνίου 2011 περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Ιουλίου 2011.
22.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι διάδικοι της κύριας δίκης, το EURid, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εντός της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
23.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 21ης Μαρτίου 2012, παρέστησαν οι εκπρόσωποι των διαδίκων της κύριας δίκης, του EURid και της Επιτροπής, προκειμένου να αναπτύξουν τα επιχειρήματά τους.
V – Ουσιώδη επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
24.
Στο πλαίσιο των αναπτύξεών μου, θα αναφέρομαι στα επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία, εφόσον τούτο παρίσταται αναγκαίο.
VI – Νομική εκτίμηση
Α — Εισαγωγικές παρατηρήσεις
25.
Στις 7 Δεκεμβρίου 2005 άρχισε η καταχώριση διαδικτυακών ονομάτων τομέως υπό τον τομέα ανωτάτου επιπέδου «.eu». Η εισαγωγή αυτών των ονομάτων τομέως ανάγεται στο «eEurope 2002»-Σχέδιο δράσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 6 ), το οποίο στο κεφάλαιο «Ενίσχυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών» έθεσε ως σκοπό την «εισαγωγή του “.eu” ως του διαδικτυακού τομέως ανωτάτου επιπέδου». Διά της δημιουργίας αυτού του χωριστού για κάθε χώρα τομέως ανωτάτου επιπέδου (του επονομαζόμενου «country-code Top-Level-Domain», εν συντομία: ccTLD), σκοπείται να καταστεί σαφέστερη η παρουσία της εσωτερικής αγοράς της Ένωσης στη ψηφιακή αγορά του διαδικτύου και να ενισχυθούν οι ηλεκτρονικές συναλλαγές. Μέσω της χρήσεως του τομέως αυτού επιδιώκεται να καταστεί σαφής η σχέση των καταχωρισμένων οργανισμών, επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων με την Ένωση, το νομικό πλαίσιό της και την ευρωπαϊκή αγορά.
26.
Για την εισαγωγή αυτού του νέου ευρωπαϊκού τομέως ανώτατου επιπέδου η Ένωση θέσπισε λεπτομερές νομοθετικό πλαίσιο. Δεδομένου ότι το παγκόσμιο σύστημα ονομάτων τομέως είχε αρχικώς αναπτυχθεί, σε μεγάλο βαθμό, ως πρωτίστως τεχνικό φαινόμενο, χωρίς να ρυθμίζονται κατά τρόπο συγκεκριμένο οι προϋποθέσεις πλαισίου για την καταχώριση και τη χρήση, η Ένωση συμπλήρωσε το κενό αυτό κυρίως με την έκδοση δύο νομοθετημάτων που αφορούν την υλοποίηση των ονομάτων τομέως «.eu». Στον κανονισμό-πλαίσιο 733/2002 και στον εκδοθέντα προς εκτέλεσή του κανονισμό 874/2004 απαντούν ιδίως, πέραν των διατάξεων που αφορούν τεχνικά ζητήματα, εκτεταμένες ρυθμίσεις που άπτονται του δικαίου των σημάτων.
27.
Αφενός, προβλεπόταν η υλοποίηση των ονομάτων τομέως «.eu» μέσω μιας σταδιακής διαδικασίας καταχωρίσεως («sunrise period») ( 7 ), στο πλαίσιο της οποίας χορηγείτο κατά προτεραιότητα στους κατόχους δικαιωμάτων επί σημάτων πρόσβαση στα αντίστοιχα προς τα σήματα ονόματα τομέως «.eu». Κατά το πρώτο στάδιο της «sunrise period» διαρκείας δύο μηνών (7 Δεκεμβρίου 2005 έως 6 Φεβρουαρίου 2006), οι κάτοχοι εθνικών σημάτων, κοινοτικών σημάτων, γεωγραφικών ενδείξεων και ονομασιών προελεύσεως μπορούσαν να υποβάλουν αίτηση περί καταχωρίσεως του τομέως. Δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 874/2004, δικαίωμα υποβολής αιτήσεως είχαν και οι δικαιοδόχοι. Η Bureau Gevers αντλεί από την ανωτέρω διάταξη την αξίωση να της επιτραπεί η καταχώριση του ονόματος τομέως «». Κατά τη διάρκεια του δεύτερου σταδίου της «sunrise period», μπορούσε να ζητηθεί η καταχώριση και ονομάτων τομέως τα οποία στηρίζονται σε άλλα, προστατευόμενα βάσει της εθνικής νομοθεσίας, δικαιώματα, όπως είναι π.χ. οι εμπορικές επωνυμίες, οι εταιρικές επωνυμίες, οι χαρακτηριστικοί τίτλοι προστατευόμενων λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων, μη κατατεθέντα εμπορικά σήματα και τα αναγνωριστικά ταυτότητας επιχειρήσεως.
28.
Αφετέρου, στις ρυθμίσεις περιελήφθησαν ορισμένες διατάξεις προκειμένου να προστατευθούν οι κάτοχοι προηγούμενων δικαιωμάτων, αλλά και άλλα πρόσωπα τα οποία έχουν δικαίωμα υποβολής αιτήσεως καταχωρίσεως, από κερδοσκοπικές και καταχρηστικές καταχωρίσεις ονομάτων τομέως «.eu». Αυτές τις διατάξεις επικαλείται και η Pie Optiek προκειμένου να ακυρώσει την καταχώριση που έγινε υπέρ της Bureau Gevers. Εν όψει του γεγονότος ότι η αίτηση της Bureau Gevers για την καταχώριση του ονόματος τομέως «» προηγήθηκε της αιτήσεως της Pie Optiek και έγινε δεκτή η καταχώρισή του, τίθεται το κρίσιμο για την εκδοθησόμενη απόφαση ερώτημα εάν η Bureau Gevers μπορεί πράγματι να θεωρηθεί ως «κάτοχος αδείας που αφορά προηγούμενο δικαίωμα», κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 874/2004. Πράγματι, εάν επιβεβαιωθεί η ιδιότητά της ως κατόχου αδείας [δικαιοδόχου], θα πρέπει να θεωρηθεί σύννομη η απόφαση του EURid να απορρίψει την αίτηση της Pie Optiek περί καταχωρίσεως. Αυτό είναι το αντικείμενο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος του οποίου η εξέταση πρέπει να προηγηθεί βάσει της προαναφερθείσας σειράς.
Β — Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
1. Το ανυπόστατο της συμβάσεως για την παραχώρηση αδείας εκμεταλλεύσεως
29.
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν με ποιον τρόπο πρέπει να ερμηνευθεί η έννοια «κάτοχος αδείας που αφορά προηγούμενο δικαίωμα» του άρθρου 12, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 874/2004, στην περίπτωση που το προηγούμενο δικαίωμα είναι ένα δικαίωμα επί σήματος.
30.
Επί του ζητήματος αυτού, επιβάλλεται κατ’ αρχάς η διαπίστωση ότι ο κανονισμός 874/2004 δεν περιέχει ούτε ορισμό της εννοίας αυτής ούτε παραπέμπει στις έννομες τάξεις των κρατών μελών. Κατά πάγια νομολογία, από την ανάγκη τόσο της ενιαίας εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της εφαρμογής της αρχής της ισότητας προκύπτει ότι σε διάταξη του δικαίου της Ένωσης, η οποία δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της εννοίας και του περιεχομένου της, πρέπει κατά κανόνα να δίδεται, σε όλη την Ένωση, αυτοτελής και ενιαία ερμηνεία, λαμβανομένων υπόψη των συμφραζομένων της διατάξεως και του σκοπού που επιδιώκει η σχετική κανονιστική ρύθμιση ( 8 ). Δεδομένου ότι η χρήζουσα εν προκειμένω ερμηνείας νομική πράξη είναι ένας εφαρμοστικός κανονισμός, πρέπει να ερμηνευθεί επίσης, στο μέτρο του δυνατού, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συνάδει προς τις διατάξεις του βασικού κανονισμού ( 9 ).
31.
Η έννοια «κάτοχοι αδείας που αφορά προηγούμενο δικαίωμα» περιλαμβάνει δύο συστατικά στοιχεία. Αφενός, την έννοια του «προηγούμενου δικαιώματος», ο προσδιορισμός του οποίου δεν είναι πάντως ιδιαιτέρως δυσχερής στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, αφού μάλιστα ο κανονισμός ρητώς μνημονεύει στο άρθρο 10, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, τις επιμέρους κατηγορίες δικαιωμάτων. Πράγματι, μεταξύ αυτών μνημονεύονται τα κατατεθέντα εθνικά εμπορικά σήματα. Δεδομένου ότι το Βέλγιο, οι Κάτω Χώρες και το Λουξεμβούργο αποτελούν έναν ενιαίο δικαιικό χώρο με ενιαίο δίκαιο περί σημάτων και ένα κοινό γραφείο σημάτων και για τις τρεις χώρες ( 10 ), το κατατεθέν υπέρ της Walsh Optical σήμα Μπενελούξ μπορεί να χαρακτηριστεί, από νομικής απόψεως, ως εθνικό σήμα κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως.
32.
Αντιθέτως, δυσχερέστερος είναι ο ορισμός της συμβάσεως για την παραχώρηση αδείας εκμεταλλεύσεως. Πράγματι, από τον ορισμό αυτόν εξαρτάται η διευκρίνιση του βασικού ζητήματος εάν είναι νομικώς ισχυρή η συναφθείσα σύμβαση με την οποία η Walsh Optical χορήγησε στη Bureau Gevers την άδεια εκμεταλλεύσεως του κατατεθέντος σήματος. Πέραν τούτου, πρέπει να ερευνηθεί εάν το δίκαιο της Ένωσης περιέχει κάποιον νομικό ορισμό της συμβάσεως παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως. Τέλος, θα πρέπει επίσης να εξεταστεί εάν η επίμαχη σύμβαση εμπίπτει στον ορισμό αυτόν.
33.
Όπως εξέθεσα στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Falco Privatstiftung und Rabitsch ( 11 ), οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης περί της προστασίας της διανοητικής ιδιοκτησίας καίτοι προβλέπουν τη δυνατότητα παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως ( 12 ), εντούτοις δεν περιλαμβάνουν διατάξεις για τη σύναψη συμβάσεων παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως. Από τα σχετικά νομοθετήματα συνάγεται απλώς ότι η σύμβαση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως αποτελεί αμφοτεροβαρή σύμβαση που συνίσταται στην παραχώρηση της αδείας χρήσεως συγκεκριμένων δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, για την οποία ο δικαιοδόχος καταβάλλει αμοιβή στον δικαιοπάροχο. Διά της παραχωρήσεως της αδείας, ο δικαιοπάροχος επιτρέπει στον δικαιοδόχο να προβαίνει σε πράξεις οι οποίες θα αποτελούσαν, εάν δεν του είχε παραχωρηθεί η άδεια, προσβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Προερχόμενη από τη λατινική λέξη «licet», η άδεια εκμεταλλεύσεως [Lizenz] υποδηλώνει, από ετυμολογικής απόψεως, «το δικαίωμα χρήσεως ενός αγαθού ή ασκήσεως μιας δραστηριότητας». Βάσει της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως μπορεί να συμφωνηθεί συμβατικά και ο περιορισμός της αδείας· μπορεί να είναι αποκλειστική ή μη ή να είναι περιορισμένη στον χώρο, τον χρόνο ή το είδος της χρήσεώς της ( 13 ).
34.
Το Δικαστήριο αποδέχθηκε αυτήν την ερμηνεία της φύσεως της συμβάσεως παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως, δεδομένου ότι απεφάνθη με την απόφασή του επί της υποθέσεως Falco Privatstiftung und Rabitsch ότι η υποχρέωση του κατόχου ενός δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας να μην εμποδίζει τη χρήση του δικαιώματος αυτού από τον αντισυμβαλλόμενό του έναντι καταβολής αμοιβής αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο των συμβάσεων παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως. Κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, τούτο συνιστά ουσιαστικό διακριτικό γνώρισμα έναντι της συμβάσεως παροχής υπηρεσιών. Εν αντιθέσει προς αυτό το είδος συμβάσεων, ο κάτοχος δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, χορηγώντας την άδεια εκμεταλλεύσεως, δεν προβαίνει στην παροχή κάποιας υπηρεσίας, αλλά απλώς δεσμεύεται να επιτρέψει στον αντισυμβαλλόμενό του την ελεύθερη χρήση του δικαιώματος αυτού ( 14 ). Αντιθέτως, το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι αδιάφορο εάν ο δικαιοδόχος υποχρεούται ή όχι να προβαίνει σε χρήση του παραχωρηθέντος δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας ( 15 ).
35.
Ωστόσο, βάσει νεότερης γνώμης που διατυπώθηκε στη θεωρία, η άδεια εκμεταλλεύσεως δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως απλή ανοχή της χρήσεως και, ως εκ τούτου, ως αμιγώς παθητική υποχρέωση του δικαιοπαρόχου υπό την έννοια της παραιτήσεως από την προβολή αξιώσεων παραλείψεως. Αντιθέτως, οι υποστηρικτές της θεωρίας αυτής θεωρούν ότι η άδεια εκμεταλλεύσεως παρέχει επίσης θετικό δικαίωμα εκμεταλλεύσεως ( 16 ). Όπως θα καταδείξω εν συνεχεία, από ορισμένα νομοθετήματα της Ένωσης συνάγεται ότι η άδεια εκμεταλλεύσεως στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης νοείται πράγματι ως γνήσια άδεια χρήσεως και όχι ως απλή ανοχή. Το περίγραμμα της εννοίας της αδείας εκμεταλλεύσεως μπορεί να συναχθεί μέσω της συγκριτικής αναλύσεως διαφόρων νομοθετημάτων της Ένωσης ( 17 ).
36.
Στο δίκαιο της Ένωσης απαντούν κανόνες δικαίου σχετικά με την άδεια εκμεταλλεύσεως μεταξύ άλλων σε δύο κατηγορίες ρυθμίσεων. Αφενός, η άδεια εκμεταλλεύσεως ως μορφή χρήσεως των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας προβλέπεται στο πλαίσιο των κανονισμών που έχουν ως αντικείμενο τον καθορισμό των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας της Ένωσης. Ήδη μέχρι τούδε η Ένωση έχει δημιουργήσει με το κοινοτικό δικαίωμα προστασίας των νέων φυτικών ποικιλιών, το κοινοτικό σήμα και τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα τρία από αυτά τα πρωτογενώς ευρωπαϊκά δικαιώματα προστασίας της διανοητικής ιδιοκτησίας, υπάρχει δε σχέδιο κανονισμού για ένα κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Όπως π.χ. προκύπτει από το άρθρο 22, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα ( 18 ), οι διατάξεις περί της αδείας εκμεταλλεύσεως είναι διατυπωμένες υπό το πρίσμα του δικαιοδόχου. Από τη διατύπωση «κατά του έχοντος την άδεια ο οποίος παραβιάζει ρήτρα της σύμβασης για την παραχώρηση της αδείας χρήσης όσον αφορά τη διάρκειά της, τη μορφή υπό την οποία μπορεί, σύμφωνα με την καταχώριση, να χρησιμοποιηθεί το σήμα […]» συνάγεται ότι στον δικαιοδόχο επιτρέπονται ορισμένες ενέργειες. Με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια αποτυπώνεται στις νομοπαρασκευαστικές εργασίες του κανονισμού για το κοινοτικό σήμα το γεγονός ότι η άδεια εκμεταλλεύσεως στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης νοείται μάλλον ως παρέχουσα δικαίωμα χρήσεως παρά ως έκφραση απλής ανοχής. Έτσι η άδεια εκμεταλλεύσεως ορίζεται στο υπόμνημα για το κοινοτικό σήμα ( 19 ) ως «σύμβαση μέσω της οποίας ένα σήμα παραχωρείται προς έτερον προκειμένου να χρησιμοποιηθεί». Τέλος, στις κατευθυντήριες γραμμές επί του κανονισμού για το κοινοτικό σήμα ( 20 ) επισημαίνεται: «Η απλή ανοχή ή η μονομερής συγκατάθεση του κατόχου του εμπορικού σήματος έναντι του τρίτου δεν αποτελεί άδεια εκμεταλλεύσεως.» Η διαπίστωση αυτή επιρρωννύεται και από το άρθρο 4 της οδηγίας 2004/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας ( 21 ), κατά το οποίο έχει δικαίωμα, πέραν του κατόχου του δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, να ζητεί την εφαρμογή των μέσων προστασίας που προβλέπει η οδηγία και κάθε άλλο πρόσωπο που έχει «εξουσιοδοτηθεί να χρησιμοποιεί τα εν λόγω δικαιώματα», και ως παράδειγμα τέτοιων προσώπων μνημονεύει ιδίως τους δικαιοδόχους στους οποίους έχει παραχωρηθεί η άδεια εκμεταλλεύσεως.
37.
Πέραν αυτού, ρυθμίσεις για τις άδειες εκμεταλλεύσεως απαντούν σε νομοθετήματα που αφορούν το δίκαιο του ανταγωνισμού. Έτσι, π.χ. ο κανονισμός (ΕΚ) 772/2004 της Επιτροπής, της 27ης Απριλίου 2004, για την εφαρμογή του άρθρου 81, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών μεταφοράς τεχνολογίας ( 22 ), καθώς και οι κατευθυντήριες γραμμές που δημοσίευσε συναφώς η Επιτροπή, ερείδονται σαφώς στην έννοια της αδείας εκμεταλλεύσεως ως συμβατικού δικαιώματος χρήσεως. Πέραν αυτού, η έννοια της αδείας εκμεταλλεύσεως μπορεί να συναχθεί εμμέσως από τις —περιλαμβανόμενες π.χ. στην οδηγία 98/44/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 1998, για την έννομη προστασία των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων ( 23 )— διατάξεις περί της υποχρεωτικής αδείας εκμεταλλεύσεως. Οι διατάξεις αυτές καθιστούν σαφές ότι η άδεια εκμεταλλεύσεως επιτρέπει κατά κανόνα τη χρήση ενός δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας έναντι αμοιβής καταβαλλόμενης ανά τακτά διαστήματα. Τέλος, το γεγονός ότι η άδεια εκμεταλλεύσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης ως απλή παραίτηση από την προβολή αξιώσεων παραλείψεως τα οποία πηγάζουν από το δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας, αλλά ως θετικό δικαίωμα χρήσεως, απορρέει και από τις διατάξεις περί της αρχής της αναλώσεως.
38.
Ανεξαρτήτως του εάν, από δογματικής απόψεως, ως κύριο χαρακτηριστικό μιας συμβάσεως παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως είναι, ανάλογα με τη νομική αντίληψη, η παραίτηση από την άσκηση ενός δικαιώματος ή, αντιθέτως, η παραχώρηση της αδείας χρήσεως από τον δικαιοπάροχο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι προαναφερθείσες απόψεις συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό κατά το ότι η χορήγηση αδείας εκμεταλλεύσεως παρέχει εν τελευταία αναλύσει την εξουσία στον δικαιοδόχο να χρησιμοποιεί προσωρινά ή επί μακρόν ένα δικαίωμα βιομηχανικής ιδιοκτησίας (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα), και δη σε μια έκταση η οποία, σε διαφορετική περίπτωση, θα περιοριζόταν από το δικαίωμα απαγορεύσεως και το δικαίωμα χρήσεως του κατόχου του δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας ( 24 ).
39.
Βεβαίως, ως μια τέτοια χρήση μπορεί να θεωρηθεί μόνον η σύμφωνη προς τον προορισμό του χρήση αυτού του δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας ( 25 ), και δη σε σχέση με τη διάθεση στην αγορά συγκεκριμένων προϊόντων ή υπηρεσιών, δεδομένου ότι σε διαφορετική περίπτωση η χορήγηση αδείας εκμεταλλεύσεως δεν θα είχε κανένα νόημα από οικονομικής απόψεως. Η μέσω δικαιοπραξίας παραχώρηση ενός δικαιώματος επί άυλου αγαθού δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά χωρεί κατά κανόνα με την προοπτική της οικονομικής εκμεταλλεύσεώς του από τον προς ον η παραχώρηση ( 26 ).
40.
Από αυτήν προφανώς την αφετηρία εκκινεί και ο νομοθέτης της Ένωσης, όπως τούτο συνάγεται εμμέσως και από το γράμμα του άρθρου 22 του κανονισμού 40/94 και του άρθρου 8 της οδηγίας 89/104, τα οποία ορίζουν ότι το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες, για τα οποία αυτό έχει καταχωριστεί μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αδειών εκμεταλλεύσεως. Σε αμφότερα τα άρθρα γίνεται μνεία δύο διαφορετικών κατηγοριών αγαθών (προϊόντα και υπηρεσίες), τα οποία κατά κανόνα προορίζονται να διατεθούν στην αγορά. Οι προαναφερθείσες διατάξεις του δικαίου των σημάτων πρέπει επομένως να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι διά της παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως επιτρέπεται στον δικαιοδόχο να επιθέτει το σήμα επί των αγαθών τα οποία προσφέρει προς διάθεση στην αγορά. Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι ο δικαιοδόχος θα χρησιμοποιεί κατά κανόνα για εμπορικούς σκοπούς το οικείο δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας.
41.
Περαιτέρω, στο πλαίσιο μιας οικονομικής θεωρήσεως των πραγμάτων, δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο δικαιοπάροχος συχνά έχει και αυτός συμφέρον στην εκμετάλλευση του σήματος μέσω της χρήσεώς του στις εμπορικές συναλλαγές. Πράγματι, ο δικαιοπάροχος δεν λαμβάνει οικονομικό αντάλλαγμα μόνο για την παραχώρηση της χρήσεως, πράγμα το οποίο αποτελεί σημαντικό οικονομικό κίνητρο για αυτόν. Ανάλογα με τη συμφωνία, μπορεί να λαμβάνει αμοιβή ή ακόμη και να συμμετέχει στα κέρδη τα οποία επιτυγχάνει ο δικαιοδόχος ( 27 ). Πέραν αυτού, η χρήση του σήματος από τον δικαιοδόχο διασφαλίζει τη διατήρηση της διακριτικής ικανότητας του σήματος και τη δυνατότητά του επίσης να επιτελεί και στο μέλλον τις λειτουργίες του, πράγμα στο οποίο θα επανέλθω εν εκτάσει κατωτέρω ( 28 ).
42.
Η παράμετρος αυτή είναι κρίσιμη ιδίως στην περίπτωση που ο κάτοχος του δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας δεν μπορεί, για οποιονδήποτε λόγο, να εκμεταλλευτεί ο ίδιος το σήμα, πράγμα το οποίο ουδόλως είναι ασυνήθιστο εν όψει της πολυπλοκότητας της σημερινής οικονομικής ζωής. Στο πλαίσιο ενός οικονομικού συστήματος στο οποίο λόγω της αυξανόμενης αλληλοδιεισδύσεως και διεθνοποιήσεως των οικονομιών έχει καταστεί δυσχερής η αποκλειστική και εξαντλητική οικονομική εκμετάλλευση ενός μονοπωλίου σε έναν συγκεκριμένο οικονομικό τομέα, ανεξαρτήτως της ανάγκης περαιτέρω τεχνικής-δημιουργικής αναπτύξεως ( 29 ), η εκμετάλλευση άυλων αγαθών δεν γίνεται πλέον απευθείας από τον κάτοχο του δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας και μόνον, αλλά με τη συμμετοχή και άλλων επιχειρηματιών οι οποίοι σκοπούν, από κοινού, να διασφαλίσουν τη βέλτιστη δυνατή αξιοποίηση. Η παραχώρηση αδειών εκμεταλλεύσεως παρέχει τη δυνατότητα διευρύνσεως των διαφόρων δυνατοτήτων αξιοποιήσεως και την κατάκτηση νέων αγορών. Χάρη στο λεγόμενο marketing, το οποίο χρησιμοποιεί ο δικαιοδόχος προς ίδιον όφελος, για την προσέλκυση πελατών, το σήμα καθίσταται σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό γνωστό, πράγμα το οποίο αποβαίνει εν τελευταία αναλύσει και προς όφελος του δικαιοπαρόχου ( 30 ). Ως εκ τούτου, η άδεια εκμεταλλεύσεως σκοπεί στη βέλτιστη αξιοποίηση των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Αυτός είναι μεταξύ άλλων ο λόγος για τον οποίο αποτελεί σήμερα, πέραν της μεταβιβάσεως και της ενεχυριάσεως, τη συχνότερη μορφή εμπορικής χρήσεως των δικαιωμάτων αυτών. Επομένως, μπορεί να δικαιολογηθεί και υπό το πρίσμα του δικαιοπαρόχου δια τι η άδεια εκμεταλλεύσεως χορηγείται κατά κανόνα για κάποια μελλοντική χρήση ( 31 ).
43.
Βεβαίως, ο όρος «χρήση για τον σκοπό για τον οποίον προορίζεται» κατά την ανωτέρω έννοια ενδέχεται να έχει διαφορετικό περιεχόμενο ανάλογα με το εκάστοτε δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας. Τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το προστατευτικό πεδίο τους. Ως προς το σημείο αυτό, κρίνεται χρήσιμη και η νομική θεώρηση των πραγμάτων προκειμένου να καταστεί δυνατό να εκτιμηθεί εάν η εξουσία για τη χρήση ενός δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της συμβάσεως παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως. Πέραν των νομοθετικών ορισμών οι οποίοι υφίστανται στον τομέα της παραχωρήσεως αδειών εκμεταλλεύσεως δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και περιγράφουν τα βασικά χαρακτηριστικά τα οποία διακρίνουν τα επιμέρους δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, κρίσιμο είναι το περιεχόμενο των όσων έχουν συμφωνήσει οι συμβαλλόμενοι στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συμβάσεως. Από τη συμφωνία αυτή, ως έκφραση της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, μπορούν να συναχθούν εν τελευταία αναλύσει στοιχεία σχετικά με την έκταση των εξουσιών που μεταβιβάζονται ( 32 ).
44.
Στο πλαίσιο της υποθέσεως που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, οι Bureau Gevers και Walsh Optical συνήψαν σύμβαση για ένα δικαίωμα επί σήματος η οποία χαρακτηρίζεται ως «συμφωνία παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως». Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη δεν είναι αρκούντως διαφωτιστικός ως προς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να χαρακτηριστεί από νομικής απόψεως η συμφωνία αυτή ( 33 ). Πράγματι, δεν υφίσταται μόνον το ενδεχόμενο να αποδειχθεί εσφαλμένος, από νομικής απόψεως, ο χαρακτηρισμός τον οποίο προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβασή τους. Πρέπει επίσης να αποτραπεί το ενδεχόμενο να αποφεύγουν τα συμβαλλόμενα μέρη, μέσω μιας πιθανώς σκοπίμως επιλεγείσας ορολογίας, τις έννομες συνέπειες τις οποίες προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης σε σχέση με την ύπαρξη συμβάσεως παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως. Εν προκειμένω, η υπό κρίση υπόθεση αφορά το δικαίωμα καταχωρίσεως κατά προτεραιότητα εντός μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου («sunrise period»). Bάσει των ανωτέρω, φρονώ ότι είναι ενδεδειγμένη μια αντικειμενική προσέγγιση στο πλαίσιο της οποίας πρέπει κατ’ ουσίαν να εξεταστεί εάν η συμφωνία αυτή σκοπούσε, εξ αντικειμένου, να επιτρέψει στη Bureau Gevers τη σύμφωνη προς τον προορισμό του χρήση του οικείου σήματος.
45.
Προς τούτο απαιτείται να υπομνήσω εν συντομία τη λειτουργία που επιτελεί το σήμα στις συναλλαγές. Πράγματι, εν συνεχεία μπορούν να συναχθούν συμπεράσματα σε σχέση με το εάν συμφωνήθηκε μια σύμφωνη προς τον προορισμό του χρήση, ήτοι μια χρήση που συνάδει προς τη λειτουργία του σήματος. Στοιχεία προς τούτο παρέχει η πλούσια νομολογία του Δικαστηρίου επί της οδηγίας 89/104 και επί του κανονισμού 40/94.
46.
Όπως επανειλημμένως έχει κρίνει το Δικαστήριο, το σήμα επιτελεί πλειάδα λειτουργιών. Η κύρια λειτουργία του συνίσταται κατ’ αρχάς στη διασφάλιση της προελεύσεως του προϊόντος ή της υπηρεσίας έναντι των καταναλωτών ( 34 ). Με τον τρόπο αυτόν, το σήμα αποτελεί ένα μέσο για την επισήμανση και την εξατομίκευση στις εμπορικές συναλλαγές. Εντούτοις, αυτή η λεγόμενη δηλωτική λειτουργία περιλαμβάνει διάφορες παραμέτρους οι οποίες δεν πρέπει να παρορώνται κατά την εκτίμηση της σημασίας του σήματος για την οικονομική ζωή.
47.
Αυτές τις διαφορετικές παραμέτρους επισήμανε το Δικαστήριο με την απόφασή του Arsenal Football Club ( 35 ) εκθέτοντας τις εκάστοτε συνάφειες κατά τρόπο αναλυτικό και ταυτόχρονα παραστατικό. Κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, το δικαίωμα επί του σήματος αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του συστήματος ανόθευτου ανταγωνισμού που επιδιώκει να καθιερώσει και να διαφυλάξει το δίκαιο της Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτού του συστήματος, οι επιχειρήσεις πρέπει να είναι σε θέση να προσελκύουν την πελατεία με την ποιότητα των προϊόντων τους ή των υπηρεσιών τους, πράγμα που είναι δυνατό μόνο χάρη στην ύπαρξη διακριτικών γνωρισμάτων που εξατομικεύουν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες αυτές. Συγκεκριμένα, το σήμα, για να λειτουργεί ως ουσιώδες στοιχείο του συστήματος ανόθευτου ανταγωνισμού, στην καθιέρωση και διατήρηση του οποίου αποσκοπεί η Συνθήκη, πρέπει να παρέχει την εγγύηση ότι κάθε προϊόν ή υπηρεσία με το σήμα αυτό έχει κατασκευαστεί ή παρέχεται υπό τον έλεγχο μιας και μόνον επιχειρήσεως η οποία φέρει την ευθύνη για την ποιότητά τους.
48.
Το Δικαστήριο ανέπτυξε τη νομολογία του επί του δικαιώματος επί του σήματος επισημαίνοντας τις λοιπές παραμέτρους της δηλωτικής λειτουργίας προσδίδοντάς τους συναφώς όχι ήσσονα σημασία. Ενδεικτικές είναι οι αποφάσεις L’Oréal κ.λπ. ( 36 ), καθώς και Google France και Google ( 37 ), στις οποίες το Δικαστήριο υπενθυμίζει κατ’ αρχάς αυτή τη βασική λειτουργία προκειμένου εν συνεχεία να διευκρινίσει ότι το σήμα, πέραν της διασφαλίσεως της ποιότητας του οικείου προϊόντος ή της οικείας υπηρεσίας, επιτελεί επικοινωνιακές, επενδυτικές και διαφημιστικές λειτουργίες. Εν όψει της διευκρινίσεως αυτής δεν πρέπει να υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία ότι και βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου η υποδήλωση της προελεύσεως αποτελεί μία μόνο μεταξύ πλειόνων λειτουργιών του σήματος και δη ισοδύναμη προς τη λειτουργία της διασφαλίσεως της ποιότητας ή προς τη λειτουργία του ως διαφημιστικού μέσου ( 38 ). Ως εκ τούτου, κατά την εκτίμηση του ζητήματος εάν επιδιώκεται να χρησιμοποιηθεί ένα σήμα συμφώνως προς τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται, πρέπει να συνεκτιμώνται και οι λοιπές λειτουργίες τις οποίες αυτό επιτελεί στο πλαίσιο της οικονομικής ζωής.
49.
Κατά τη Bureau Gevers, δεν σκοπείτο να της χορηγηθεί συμβατικά από τη Walsh Optical η εξουσία να προσφέρει η ίδια προϊόντα ή υπηρεσίες χρησιμοποιώντας το οικείο σήμα. Ούτε συμφωνήθηκε ότι θα διαφήμιζε τα προϊόντα της Walsh Optical στην εσωτερική αγορά της Ένωσης. Δεν υπάρχουν στοιχεία υπέρ της παραδοχής ότι πρόθεση της Bureau Gevers ήταν να επενδύσει στο σήμα. Δεν υπήρχε οποιαδήποτε σχέση της Bureau Gevers προς το οικείο τμήμα της αγοράς. Αντιθέτως, η επίμαχη συμφωνία περιορίστηκε στην πρόβλεψη ότι η Bureau Gevers θα ελάμβανε την εντολή να καταχωρίσει επ’ ονόματί της το όνομα τομέως «». Ως εκ τούτου, ουδόλως συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών κάποια χρήση του σήματος η οποία να είναι σύμφωνη, κατά προσέγγιση, προς τις συγκεκριμένες λειτουργίες του. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι σκοπείτο η σύμφωνη προς τον προορισμό του χρήση του σήματος.
50.
Τέλος, πρέπει επίσης να επισημανθεί το γεγονός ότι η συναφθείσα συμφωνία ουδέν διαλαμβάνει σε σχέση με το εάν ο δικαιοδόχος έχει την εξουσία να προβάλλει έναντι τρίτων τα απορρέοντα από το σήμα δικαιώματα, μολονότι τούτο αποτελεί επίσης σύνηθες ρυθμιστικό αντικείμενο κάθε συμβάσεως παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως. Πράγματι, οι συμφωνίες που έχουν ως αντικείμενο την παραχώρηση αδείας εκμεταλλεύσεως λειτουργούν και ως μέσο διευθετήσεως των συγκρούσεων ( 39 ), στον βαθμό που περιλαμβάνουν προβλέψεις για τις απαιτούμενες ενέργειες στην περίπτωση που τρίτοι ενδιαφερόμενοι αμφισβητήσουν το δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας του δικαιοδόχου ή ο δικαιοδόχος δεν τηρήσει τους συμφωνηθέντες όρους παραχωρήσεως της αδείας εκμεταλλεύσεως. Το πρώτο συμβαίνει στην περίπτωση της παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως ενός σήματος ακριβώς διότι αυτό το δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας παρέχει στον κάτοχο το δικαίωμα να απαγορεύει σε τρίτους τη μη επιτρεπόμενη χρήση πανομοιότυπου σήματος, όπως ορίζουν το άρθρο 5 της οδηγίας 89/104 και το άρθρο 9 του κανονισμού 40/94. Προκειμένου να μπορεί να χαρακτηριστεί ως συμφωνία παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως ενός σήματος θα έπρεπε η συναφθείσα μεταξύ της Bureau Gevers και της Walsh Optical σύμβαση να ρυθμίζει υποχρεωτικά το ζήτημα αυτό. Δεδομένου ότι τούτο δεν συνέβη, κρίνεται αμφίβολος ο χαρακτηρισμός της συμφωνίας αυτής ως συμβάσεως παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως.
51.
Εν όψει του γεγονότος ότι η επίμαχη συμφωνία δεν έχει βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της συμβάσεως παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως, ήτοι, πρώτον, την παραχώρηση του δικαιώματος οικονομικής εκμεταλλεύσεως του σήματος διά της επισημάνσεως προϊόντων ή υπηρεσιών, καθώς και, δεύτερον, την εξουσία προβολής έναντι τρίτων των δικαιωμάτων που απορρέουν από το σήμα, ερωτάται με ποιον τρόπο πρέπει να εκτιμηθεί, από νομικής απόψεως, το γεγονός ότι η συμφωνία αυτή προέβλεπε ωστόσο την εξουσία καταχωρίσεως του ονόματος τομέως. Συνεπώς, τίθεται το ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού αυτής της συμφωνίας. Επί του ζητήματος αυτού, πρέπει να παρατηρήσω τα εξής.
52.
Αφενός, φρονώ ότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η παραχώρηση της εξουσίας αυτής, από νομικής απόψεως, πρέπει να ερμηνευθεί ως παραίτηση από ένα μέρος των αρχικών δικαιωμάτων τα οποία έχει η Walsh Optical ως κάτοχος του σήματος. Συναφώς, πρόκειται για το δικαίωμα καταχωρίσεως ενός ονόματος τομέως, δικαίωμα το οποίο ανήκει κατ’ αρχήν αποκλειστικά στον κάτοχο ενός εθνικού ή ενός κοινοτικού σήματος. Στο επίπεδο του δικαίου του τομέως «.eu» αυτό το προνόμιο του κατόχου του σήματος λαμβάνεται υπόψη από τις διατάξεις του άρθρου 12 του κανονισμού 874/2004, οι οποίες, όπως εξέθεσα ήδη στις εισαγωγικές παρατηρήσεις μου, παραχωρούν στον τελευταίο προτεραιότητα κατά την καταχώριση ονομάτων τομέως. Οι διατάξεις αυτές σκοπούν να προστατεύσουν τον κάτοχο του σήματος από τον κίνδυνο να καταχωρίσει κάποιος τρίτος πανομοιότυπο όνομα τομέως πριν από αυτόν.
53.
Αφετέρου, δεν πρέπει να παροράται ότι η παραίτηση του κατόχου του σήματος από το αρχικό δικαίωμά του να ζητεί την καταχώριση του αντίστοιχου ονόματος τομέως δεν μπορεί να εξισωθεί προς την παραίτηση από τα δικαιώματα που απορρέουν από το σήμα, πράγμα το οποίο συμβαίνει κατά κανόνα στη σύμβαση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως. Πράγματι, όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω, η συναφθείσα μεταξύ της Walsh Optical και της Bureau Gevers συμφωνία δεν προέβλεπε τη χρήση του σήματος ή του αντίστοιχου ονόματος τομέως για εμπορικούς σκοπούς. Αντιθέτως, η συμφωνία εξυπηρετούσε έναν όλως διαφορετικό σκοπό από αυτόν μιας συνήθους συμφωνίας παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως. Ως εκ τούτου, η συμφωνία αυτή δεν πληροί, από αντικειμενικής απόψεως, τους όρους της συμβάσεως παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως, όπως αυτοί προβλέπονται από τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης.
54.
Συνεπώς, η Bureau Gevers δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «κάτοχος αδείας που αφορά προηγούμενο δικαίωμα» κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 874/2004.
2. Χαρακτηρισμός της συμφωνίας ως συμβάσεως παροχής υπηρεσιών
55.
Ενδεχομένως, η επίμαχη συμφωνία μπορεί μάλλον να χαρακτηριστεί, από νομικής απόψεως, ως σύμβαση παροχής υπηρεσιών. Όπως απεφάνθη το Δικαστήριο με την απόφασή του Falco Privatstiftung und Rabitsch, η έννοια «υπηρεσίες» του άρθρου 4, σημείο 1, στοιχείο βʹ, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 44/2001, προϋποθέτει ότι ο παρέχων τις υπηρεσίες ασκεί συγκεκριμένη δραστηριότητα έναντι αμοιβής ( 40 ). Βάσει του ορισμού αυτού, το Δικαστήριο οριοθέτησε τις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών από τις συμβάσεις παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως, κατέληξε δε συναφώς στο συμπέρασμα ότι το αντικείμενο αυτών των δυο συμβατικών τύπων δεν συμπίπτει ( 41 ).
56.
Στις προτάσεις μου επί της ανωτέρω υποθέσεως ( 42 ) επιχείρησα να ορίσω κατ’ αρχάς αφηρημένα την έννοια «υπηρεσία». Συναφώς, τόνισα ότι για τον ορισμό της εννοίας αυτής δυο στοιχεία έχουν αποφασιστική σημασία. Πρώτον, η συνήθης σημασία της εννοίας «υπηρεσία» απαιτεί όπως αυτός ο οποίος παρέχει την υπηρεσία ασκεί συγκεκριμένη δραστηριότητα· επομένως, η παροχή υπηρεσιών προϋποθέτει κάποια δραστηριότητα ή δράση του προσώπου το οποίο παρέχει την υπηρεσία. Δεύτερον, οι υπηρεσίες πρέπει να παρέχονται κατ’ αρχήν έναντι αμοιβής.
57.
Σε σχέση με την υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Bureau Gevers ανέλαβε τη συμβατική υποχρέωση να καταβάλει εύλογες προσπάθειες έναντι αμοιβής προκειμένου να καταθέσει μια αίτηση και να προβεί στην καταχώριση «.eu» για το όνομα τομέως. Εντύπωση προκαλεί στη συνάφεια αυτή το γεγονός ότι το κείμενο της συμβάσεως κάνει ρητώς λόγο για «υπηρεσίες» ( 43 ) ως προς το σημείο αυτό. Όλα τα ανωτέρω υποδηλώνουν ότι στην πραγματικότητα η Bureau Gevers ανέλαβε έναντι της Walsh Optical την υποχρέωση να προβεί στην εκτέλεση μιας δραστηριότητας, ήτοι να παράσχει μια υπηρεσία κατά την έννοια του ανωτέρου ορισμού. Βεβαίως, το όνομα τομέως καταχωρίστηκε επ’ ονόματί της. Ωστόσο, εν όψει του γεγονότος ότι η Bureau Gevers δεν σκοπούσε να προβεί σε χρήση του σήματος, ήτοι του αναφερόμενου σε αυτό ονόματος τομέως για τον σκοπό για τον οποίο αυτό προορίζεται, πρέπει να θεωρηθεί ότι η υπηρεσία αυτή παρεχόταν αποκλειστικά προς όφελος της Walsh Optical. Υπό το πρίσμα αυτό, η επίμαχη συμφωνία εμπίπτει στον ορισμό της συμβάσεως παροχής υπηρεσιών.
3. Ο κίνδυνος ματαιώσεως του ρυθμιστικού σκοπού
58.
Ερωτάται εάν ο νομικός χαρακτηρισμός της συμφωνίας ως συμβάσεως παροχής υπηρεσιών εμποδίζει εντούτοις την εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 874/2004. Φρονώ ότι η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται επί της παρούσας περιπτώσεως για τους ακόλουθους λόγους.
59.
Κατ’ αρχάς, πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι ο κύκλος των προσώπων που δικαιούνται να υποβάλλουν αίτηση για ονόματα τομέως «.eu» περιορίζεται, κατά το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 733/2002, σε επιχειρήσεις και οργανισμούς οι οποίοι έχουν «την καταστατική [τους] έδρα, την κεντρική [τους] διοίκηση ή την κύρια εγκατάστασή [τους] εντός της [Ευρωπαϊκής Ένωσης]». Ένας παρεμφερής περιορισμός ισχύει, ως προς το σημείο αυτό, και για τα φυσικά πρόσωπα στον βαθμό που αυτά πρέπει να κατοικούν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 44 ). Η ρύθμιση αυτή πρέπει να νοηθεί, εν όψει της σαφήνειάς της, ως έκφραση μιας θεμελιώδους εκτιμήσεως του νομοθέτη της Ένωσης η οποία πρέπει να λαμβάνεται υποχρεωτικώς υπόψη κατά την ερμηνεία του ρυθμιστικού πλαισίου. Τυχόν παρέκκλιση από την ανωτέρω ρύθμιση δεν θα ήταν δυνατή χωρίς παραβίαση του γράμματος ως προς το σημείο αυτό.
60.
Βεβαίως, κρίνεται εύλογο η αίτηση καταχωρίσεως τομέως υπό γεωγραφικό τομέα ανώτατου επιπέδου να έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη έδρας του αιτούντος εντός της χώρας η οποία υποδηλώνεται μέσω του αντίστοιχου για τη χώρα αυτή τομέως, εντούτοις πρέπει να τονιστεί ότι η διεθνής πρακτική είναι ως προς το σημείο αυτό ανομοιογενής ( 45 ). Ο αριθμός των χωρών, οι οποίες θέτουν ως προϋπόθεση για την υποβολή αιτήσεως καταχωρίσεως ενός τομέως υπό τον γεωγραφικό ccTLD την ύπαρξη έδρας του αιτούντος εντός της ημεδαπής, είναι περίπου ο αυτός με τον αριθμό των χωρών οι οποίες δεν επιβάλλουν μια τέτοια προϋπόθεση. Πολυάριθμες χώρες —μεταξύ αυτών και η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο— δεν απαιτούν από τον αιτούντα την καταχώριση ονόματος τομέως να έχει την έδρα του εντός της ημεδαπής ή τουλάχιστον αρκούνται στον διορισμό από τον αιτούντα εκπροσώπου κατοικοεδρεύοντος στην ημεδαπή. Ο νομοθέτης της Ένωσης φαίνεται να επέλεξε μια αυστηρότερη προσέγγιση στην περίπτωση των τομέων «.eu». Η βασική ρύθμιση του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 733/2002 καθιστά σαφές ότι πρόθεση της Ένωσης είναι να ενισχύσει την αναγνωρισιμότητα του ccTLD «.eu» μη επιτρέποντας ευθύς εξ αρχής την καταχώριση από αιτούντες οι οποίοι δεν εδρεύουν εντός κάποιου κράτους μέλους ( 46 ).
61.
Τούτο συνάδει και προς τον ρυθμιστικό σκοπό του κανονισμού 733/2002, όπως αυτός προκύπτει από την έκτη αιτιολογική σκέψη του. Πράγματι, από την ανωτέρω αιτιολογική σκέψη συνάγεται ότι ο τομέας ανώτατου επιπέδου «.eu» σκοπούσε να παράσχει «μια σαφώς αναγνωρίσιμη σύνδεση με την Κοινότητα, το συναφές νομικό πλαίσιο, και την Ευρωπαϊκή Αγορά». Σκοπός του ήταν να παράσχει τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις, στους οργανισμούς και στα φυσικά πρόσωπα εντός της Κοινότητας να καταχωρίζονται σε έναν ειδικό τομέα ο οποίος θα καθιστά την εν λόγω σύνδεση εμφανή. Αυτές οι αιτιολογικές σκέψεις καθιστούν σαφές ότι κατά τον νομοθέτη της Ένωσης μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται επαρκής σύνδεση μιας συγκεκριμένης επιχειρήσεως προς την Ένωση, η οποία παρέχει το δικαίωμα καταχωρίσεως του ονόματος τομέως, μόνον εάν η επιχείρηση αυτή έχει την καταστατική έδρα της, την κεντρική διοίκησή της ή την κύρια εγκατάστασή της εντός της Ένωσης. Όπως η Επιτροπή ( 47 ) ορθώς εξέθεσε, η σύνδεση μιας επιχειρήσεως προς την Εσωτερική Αγορά εκφράζεται, αφενός, με την εγκατάστασή της εντός της Ένωσης, αλλά και, αφετέρου, με τη χρήση του σήματος στις εμπορικές συναλλαγές σε σχέση με προϊόντα ή υπηρεσίες.
62.
Εάν εφαρμοσθούν αυτά τα ερμηνευτικά κριτήρια επί της υποθέσεως που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης καθίσταται σαφές ότι στην περίπτωση της Walsh Optical δεν υφίσταται μια τέτοια σύνδεση προς την Ένωση. Η επιχείρηση αυτή δεν έχει ούτε την έδρα της εντός της Ένωσης ούτε υφίστανται στοιχεία υπέρ της παραδοχής ότι επιδιώκεται η σύμφωνη προς τον σκοπό για τον οποίον προορίζεται χρήση του σήματος είτε από την ίδια τη Walsh Optical είτε από τη Bureau Gevers ως υποτιθέμενη δικαιοδόχο. Πρώτον, όπως ήδη διαπιστώθηκε ανωτέρω, δεν είναι αυτός ο σκοπός της επίμαχης συμφωνίας. Δεύτερον, πρέπει να τονιστεί ότι το σήμα Μπενελούξ, επί του οποίου είχε αρχικώς στηρίξει την αξίωσή της καταχωρίσεως η Bureau Gevers, είχε λήξει στις 30 Οκτωβρίου 2006. Συνεπώς, όχι μόνον έπαυσε πλέον να προστατεύεται η ονομασία «lensworld» από τη νομοθεσία περί σημάτων που ίσχυε εντός της Μπενελούξ. Έτσι, ταυτοχρόνως έπαυσαν κατά κάποιο τρόπο εκ των υστέρων να ισχύουν και οι νομικές προϋποθέσεις για την καταχώριση του ονόματος τομέως.
63.
Ως εκ τούτου, θα αντέβαινε και στο γράμμα και στο πνεύμα του κανονισμού 733/2002 να παρασχεθεί η δυνατότητα σε μη δικαιούμενες να υποβάλλουν αίτηση καταχωρίσεως επιχειρήσεις να προβαίνουν στην καταχώριση του ονόματος τομέως που επιθυμούν. Τούτο θα πρέπει να ισχύσει και στην περίπτωση που οι διατάξεις που αφορούν το δικαίωμα υποβολής αιτήσεως καταχωρίσεως έχουν καταστρατηγηθεί εν τελευταία αναλύσει διά της χρήσεως μιας νομικής κατασκευής όπως είναι η εξουσιοδότηση ενός άλλου νομικού προσώπου με έδρα εντός της Ένωσης και, ως εκ τούτου, με δικαίωμα υποβολής αιτήσεως καταχωρίσεως προκειμένου να προβεί αυτό στην καταχώριση. Η αυστηρή ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 733/2002, προκειμένου να αποκλειστούν περιπτώσεις όπως είναι αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, κρίνεται αναγκαία για τη διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας της ρυθμίσεως αυτής. Τυχόν ερμηνεία υπό την έννοια ότι μπορεί να γίνει ανεκτή μια τέτοια συμπεριφορά θα είχε ως συνέπεια να μη διασφαλίζεται απολύτως η σύνδεση προς την Ένωση, όπως ήταν η πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης, και, ως εκ τούτου, να ματαιωθεί εν τελευταία αναλύσει ο ρυθμιστικός σκοπός του κανονισμού.
64.
Συνεπώς, το γεγονός ότι η συναφθείσα μεταξύ Walsh Optical και Bureau Gevers συμφωνία πρέπει να χαρακτηριστεί από νομικής απόψεως ως σύμβαση παροχής υπηρεσιών και όχι ως σύμβαση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 733/2002. Εν όψει του γεγονότος ότι στο πλαίσιο της κύριας δίκης κατά τον χρόνο υποβολής αιτήσεως δεν συνέτρεχε μια ουσιώδης προϋπόθεση καταχωρίσεως, απαγορευόταν και στο μητρώο να καταχωρίσει το επίμαχο όνομα τομέως. Συνεπώς, δεδομένου ότι η καταχώριση έγινε παρά τον νόμο, πρέπει το μητρώο να προβεί αυτεπαγγέλτως στην ανάκληση του επίμαχου ονόματος τομέως δυνάμει του άρθρου 20, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 874/2004.
4. Πρόταση
65.
Βάσει των ανωτέρω, η απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να είναι ότι η έννοια «κάτοχοι αδειών που αφορούν προηγούμενα δικαιώματα» του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 874/2004, στην περίπτωση κατά την οποία το οικείο προηγούμενο δικαίωμα είναι δικαίωμα επί σήματος, δεν καλύπτει πρόσωπο στο οποίο ο κάτοχος του σήματος είχε επιτρέψει μόνο να προβεί επ’ ονόματί του, πλην όμως για λογαριασμό του δικαιοπαρόχου, στην καταχώριση ονόματος τομέως το οποίο είναι πανομοιότυπο προς το σήμα ή παρεμφερές προς αυτό, χωρίς ωστόσο να του έχει επιτραπεί η με άλλο τρόπο χρήση του σήματος ή η χρήση του σημείου ως σήματος, π.χ. προκειμένου να διαθέτει στην αγορά προϊόντα ή υπηρεσίες με το σήμα αυτό.
Γ — Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
66.
Δεδομένου ότι το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα ετέθη ρητώς μόνο για την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντησή του.
VII – Πρόταση
67.
Ενόψει των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Cour d’appel de Bruxelles ως εξής:
O όρος «κάτοχοι αδειών που αφορούν προηγούμενα δικαιώματα» του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 874/2004 της Επιτροπής, της 28ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση κανόνων δημοσίου συμφέροντος σχετικά με την υλοποίηση και τις λειτουργίες του «.eu» τομέα ανωτάτου επιπέδου και τις αρχές που διέπουν την καταχώριση, έχει την έννοια ότι, στην περίπτωση κατά την οποία το οικείο προηγούμενο δικαίωμα είναι δικαίωμα επί σήματος, δεν καλύπτει πρόσωπο στο οποίο ο κάτοχος του σήματος είχε επιτρέψει μόνο να προβεί επ’ ονόματί του, πλην όμως για λογαριασμό του δικαιοπαρόχου, στην καταχώριση ονόματος τομέως το οποίο είναι πανομοιότυπο προς το σήμα ή παρεμφερές προς αυτό, χωρίς ωστόσο να έχει επιτραπεί στο πρόσωπο αυτό η με άλλο τρόπο χρήση του σήματος ή η χρήση του σημείου ως σήματος, π.χ. προκειμένου να διαθέτει στην αγορά προϊόντα ή υπηρεσίες με το σήμα αυτό.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) EE L 113, σ. 1.
( 3 ) EE L 162, σ. 40.
( 4 ) EE 1994, L 40, σ. 1.
( 5 ) EE L 11, σ. 1.
( 6 ) «Europe — Κοινωνία των πληροφοριών για όλους»: Ανακοίνωση σχετικά με πρωτοβουλία της Επιτροπής για το έκτακτο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβώνας, 23 και 24 Μαρτίου 2000, COM(1999) 687 τελικό.
( 7 ) Βλ. συγκεκριμένα, επί του ζητήματος της σταδιακής διαδικασίας καταχωρίσεως, Bettinger, T., «New European Top-Level Domain .eu», σε Domain Name Law and Practice, Oξφόρδη 2005, σ. 44· Muñoz, R., «L’enregistrement d’un nom de domaine‚ .eu», Journaux des tribunaux — Droit européen, Ιούνιος 2005, τεύχος 120, σ. 161 επ.
( 8 ) Βλ. αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C-373/00, Adolf Truley (Συλλογή 2003, σ. I-1931, σκέψη 35), και της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, C-287/98, Linster (Συλλογή 2000, σ. I-6917, σκέψη 43).
( 9 ) Βλ. απόφαση της 24ης Ιουνίου 1993, C-90/92, Dr. Tretter (Συλλογή 1993, σ. I-3569, σκέψη 11).
( 10 ) Από 1ης Ιανουαρίου 1971, στις χώρες της Μπενελούξ το δικαίωμα επί του σήματος όσον αφορά τα ατομικά και συλλογικά σήματα ρυθμίζεται στον Einheitliches Benelux-Warenzeichengesetz [ενιαίο νόμο περί σημάτων της Μπενελούξ]. Βάσει του νόμου αυτού, ένα σήμα μπορεί να έχει ισχύ μόνο στο σύνολο της Μπενελούξ· το δικαίωμα δεν μπορεί να κατατμηθεί σε εδαφική βάση. Συνεπώς, το κοινό δίκαιο περί σημάτων της Μπενελούξ αντικατέστησε σε μεγάλο βαθμό τις προϋφιστάμενες αυτοτελείς εθνικές νομοθεσίες στον τομέα του δικαίου περί σημάτων (βλ. συναφώς Evrard., J./Péters, P., La Défense de la Marque dans le Benelux, δεύτερη έκδοση, Βρυξέλλες 2000, σ. 8, 17· Verkade, F., «Angleichung des nationalen Markenrechts in der EWG: Benelux-Staaten», Gewerblicher Rechtsschutz und Urheberrecht Internationaler Teil, 1992, σ. 92).
( 11 ) Βλ. προτάσεις μου της 27ης Ιανουαρίου 2009 επί της υποθέσεως C-533/07, Falco Privatstiftung und Rabitsch (απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, Συλλογή 2009, σ. I-3327, σημείο 50).
( 12 ) Έτσι, στον τομέα του δικαιώματος του δημιουργού, η τριακοστή αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2001/29/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (ΕΕ L 167, σ. 10), ορίζει ότι τα εκ της ανωτέρω οδηγίας δικαιώματα μπορούν να μεταβιβαστούν, να εκχωρηθούν ή να αποτελέσουν αντικείμενο συμβατικών αδειών εκμεταλλεύσεως, υπό την επιφύλαξη της εθνικής νομοθεσίας περί δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων. Στον τομέα του δικαιώματος επί του σήματος, το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), ορίζει ότι είναι δυνατό να παραχωρηθούν άδειες εκμεταλλεύσεως κοινοτικού σήματος για το σύνολο ή μέρος των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία έχει καταχωρηθεί και για το σύνολο ή τμήμα της Κοινότητας. Και ο κανονισμός για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας θα περιλαμβάνει στο μέλλον διατάξεις περί συμβατικών αδειών εκμεταλλεύσεως· έτσι, το άρθρο 19 της προτάσεως κανονισμού του Συμβουλίου για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας [COM(2000) 412 τελικό] ορίζει ότι το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μπορεί να αποτελέσει, εν όλω ή εν μέρει, αντικείμενο αδειών εκμεταλλεύσεως για το σύνολο ή μέρος μόνον της Κοινότητας, και ότι αυτές οι άδειες εκμεταλλεύσεως μπορούν να είναι αποκλειστικές ή μη αποκλειστικές.
( 13 ) Οι Vögele, A./Borstell, T./Engler, G., Handbuch der Verrechnungspreise, 3η έκδοση, Μόναχο 2011, σημείο 352, επισημαίνουν ότι για τη σύναψη συμβάσεων παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως ισχύει κατ’ αρχήν η ελευθερία των συμβάσεων και, ως εκ τούτου, οι αντισυμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν ορισμένους περιορισμούς ως προς το περιεχόμενο της αδείας οι οποίοι μπορεί να είναι γεωγραφικοί, χρονικοί, αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί.
( 14 ) Απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, C-533/07, Falco Privatstiftung und Rabitsch (Συλλογή 2009, σ. I-3327, σκέψη 31).
( 15 ) Όπ.π., σκέψη 32.
( 16 ) Βλ. Stumpf, H./Groß, M., Der Lizenzvertrag, 8η έκδοση, Φρανγκφούρτη επί του Μάιν 2005, σημείο 13, σ. 36· Ubertazzi, B., «IP-Lizenzverträge und die EG-Zuständigkeitsverordnung», Gewerblicher Rechtsschutz und Urheberrecht Internationaler Teil, 2010, σ. 115.
( 17 ) Βλ. αναλυτικά McGuire, M.-R., «Der Gerichtsstand des Erfüllungsorts nach Art. 5 Nr. 1 EuGVO bei Lizenzverträgen — Anmerkung zur Entscheidung EuGH Rs. C-533/07 — Falco Privatstiftung und Rabitsch und Thomas Rabitsch/Gisela Weller-Lindhorst», Zeitschrift für Gemeinschaftsprivatrecht, 2010, σ. 99.
( 18 ) EE L 78, σ. 1.
( 19 ) Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Υπόμνημα για τη δημιουργία ενός σήματος της ΕΟΚ, SEC(76) 2462 τελικό.
( 20 ) Κατευθυντήριες γραμμές για τις διαδικασίες ενώπιον του Γραφείου εναρμονίσεως στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα), μέρος Ε, κεφάλαιο 5: Άδειες εκμεταλλεύσεως (το κείμενο αυτό μπορεί να τηλεφορτωθεί από τον δικτυακό τόπο )
( 21 ) EE L 195, σ. 16.
( 22 ) EE L 123, σ. 11.
( 23 ) EE L 213, σ. 13.
( 24 ) Βλ. Pahlow, L., Lizenz und Lizenzvertrag im Recht des Geistigen Eigentums, Τυβίγγη 2006, σ. 182, ο οποίος επισημαίνει τις διαφορετικές απόψεις στη θεωρία σε σχέση με τη φύση της αδείας εκμεταλλεύσεως. Ενώ ορισμένοι κάνουν λόγο για το απλώς «επιτρεπτό» [Gestattung], ορισμένοι άλλοι ομιλούν για ένα «δικαίωμα εκμεταλλεύσεως». Κατά την άποψη του συγγραφέως, επιβάλλεται η αναγωγή στον «ελάχιστο κοινό παρανομαστή», στην περίπτωση δε της αδείας εκμεταλλεύσεως πρέπει να γίνεται λόγος όλως γενικώς για «εξουσία χρήσεως» [Benutzungsberechtigung]. Ομοίως και ο Miguel Asensio, P. A., «Jurisprudencia española y comunitaria de Derecho internacional privado», Revista española de Derecho Internacional, 2009, σ. 201, ο οποίος θεωρεί υπέρμετρα συσταλτική την ερμηνεία μιας συμφωνίας για την παραχώρηση της αδείας εκμεταλλεύσεως ως απλή παραίτηση από την άσκηση ενός δικαιώματος κατά την έννοια της αποφάσεως Falco Privatstiftung und Rabitsch, δεδομένου ότι τούτο δεν συμβαίνει σε πολλές μορφές συμβάσεων. Επιπλέον, π.χ. το ισπανικό δίκαιο περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας προβλέπει ότι ο δικαιοπάροχος πρέπει να εγγυάται στον δικαιοδόχο τη δυνατότητα της χρήσεως. Εντούτοις, ο συγγραφέας δεν θεωρεί τον ορισμό τον οποίο χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση ως εσφαλμένο, δεδομένου ότι διατυπώθηκε για τις ανάγκες των περιστάσεων που αποτελούσαν το αντικείμενο της κύριας δίκης. Ο Gouga, A., Die Übertragung und Lizenzierung der Marke nach griechischem und deutschem Recht unter Berücksichtigung der europäischen Markenrechts, Μόναχο 1996, σ. 230, ορθώς επισημαίνει ότι βάσει των σημερινών νομικών αντιλήψεων η φύση του δικαιώματος επί του σήματος έγκειται τόσο σε αρνητικές εξουσίες παραλείψεως όσο και σε θετικές εξουσίες χρήσεως και, ως εκ τούτου, είναι θεμιτό από νομικής απόψεως να ερμηνεύεται η άδεια εκμεταλλεύσεως ενός σήματος και υπό την έννοια ενός θετικού δικαιώματος χρήσεως. Ο Bühling, J., «Die Markenlizenz im Rechtsverkehr», Gewerblicher Rechtsschutz und Urheberrecht Internationaler Teil, 2010, σ. 196, επισημαίνει ότι οι άδειες εκμεταλλεύσεως που αφορούν δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας περιγράφονται κατά κανόνα ως το δικαίωμα χρήσεως του δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας σε μια έκταση, η οποία, σε διαφορετική περίπτωση, θα περιοριζόταν από το δικαίωμα απαγορεύσεως και το δικαίωμα χρήσεως του κατόχου του δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Στο ίδιο πνεύμα και ο Martiny, D. Münchener Kommentar zum BGB, 5η έκδοση, 2010, σημείο 222· Stimmel, U., «Die Beurteilung von Lizenzverträgen unter der Rom I-Verordnung», Gewerblicher Rechtsschutz und Urheberrecht Internationaler Teil, 2010, σ. 782· Vögele, A./Borstell, T./Engler, G., όπ.π. (υποσημείωση 13), σημείο 351.
( 25 ) Βλ. Gouga, A., όπ.π. (υποσημείωση 24), σ. 190, κατά τον οποίο η έννοια της αδείας εκμεταλλεύσεως περιλαμβάνει κάθε παραχωρούμενη από τον δικαιοπάροχο προς τον δικαιοδόχο εξουσία να χρησιμοποιεί το δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας ή τις προβαθμίδες του κατά τον ίδιο τρόπο, έστω και σε διαφορετική έκταση, με αυτόν του κατόχου.
( 26 ) Στο ίδιο πνεύμα Pfaff, D./Nagel, S., Lizenzverträge, 3η έκδοση, 2010, σημείο 7, κατά τους οποίους χαρακτηριστικό γνώρισμα των συμβάσεων παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως είναι, βάσει των σημερινών αντιλήψεων, το ότι ο κάτοχος μιας απόλυτα προστατευόμενης έννομης θέσεως (π.χ. ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας) παρέχει σε κάποιον άλλον την άδεια να χρησιμοποιεί και να εκμεταλλεύεται τις προστατευόμενες ευρεσιτεχνίες ή διαδικασίες.
( 27 ) Βλ. Stumpf, H./Groß, M., όπ.π. (υποσημείωση 16), σημείο 117, σ. 95.
( 28 ) Βλ. Bühling, J., όπ.π. (υποσημείωση 24), σ. 199, ο οποίος επισημαίνει τον δεσμευτικό χαρακτήρα του σκοπού τον οποίο έχει η άδεια εκμεταλλεύσεως σήματος. Βάσει του σκοπού αυτού, η άδεια πρέπει να διασφαλίζει τις λειτουργίες του σήματος, ωστόσο πρέπει ταυτόχρονα να ενισχύει και το ίδιο το σήμα και να αυξάνει την αξία του για τον δικαιοπάροχο.
( 29 ) Βλ., σε σχέση με τις συμφωνίες παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως στον τομέα της τεχνολογίας, Brinker, I., EU-Kommentar (επιμέλεια Jürgen Schwarze), 2η έκδοση, Baden-Baden 2009, άρθρο 81 EGV, σημείο 96, σ. 911, ο οποίος υποστηρίζει ότι η σύναψη συμβάσεων παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως αποτελεί ένα σημαντικό μέσο το οποίο απλοποιεί και επιταχύνει σε σημαντικό βαθμό τη διάθεση προϊόντων εντός της κοινής αγοράς. Αυτός ο οποίος αναπτύσσει μια συγκεκριμένη τεχνολογία την οποία αδυνατεί να χρησιμοποιήσει ο ίδιος καθ’ ολοκληρίαν για να παραγάγει προϊόντα, συχνά αποφασίζει να παραχωρήσει σε τρίτες επιχειρήσεις την άδεια εκμεταλλεύσεώς της για έναν συγκεκριμένο τομέα εντός του οποίου οι δικαιοδόχοι θα δραστηριοποιούνται κατ’ αποκλειστικότητα εμπορευόμενοι τα παραγόμενα βάσει της οικείας τεχνολογίας προϊόντα. Ο δικαιοπάροχος και ο δικαιοδόχος, αλλά και το κοινωνικό σύνολο, επωφελούνται από τη διάδοση της τεχνολογίας μέσω των συμβάσεων παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως.
( 30 ) Βλ. Pahlow, L., όπ.π. (υποσημείωση 24), σ. 218.
( 31 ) Αυτόθι, σ. 225.
( 32 ) Βλ. Pahlow, L., όπ.π. (υποσημείωση 24), σ. 187, ο οποίος υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη συμφωνία των συμβαλλομένων καθώς και οι νομοθετικές διατάξεις μπορούν να παράσχουν στοιχεία σχετικά με το περιεχόμενο της αδείας εκμεταλλεύσεως.
( 33 ) Βλ. Vögele, A./Borstell, T./Engler, G., όπ.π. (υποσημείωση 13), σημείο 362, οι οποίοι θεωρούν ότι στο πλαίσιο της διαφοροποιήσεως των συμβάσεων παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως αναλόγως των άυλων οικονομικών αγαθών που αφορούν δεν ασκεί σημαντική επιρροή ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων. Αντιθέτως, τόσο από νομικής όσο και από φορολογικής απόψεως, αποφασιστική σημασία έχει το ποια είναι τα άυλα οικονομικά αγαθά τα οποία πράγματι χρησιμοποιούνται βάσει της συμβάσεως.
( 34 ) Βλ. αποφάσεις της 23ης Μαΐου 1978, 102/77, Hoffmann-La Roche κατά Centrafarm (Συλλογή τόμος 1978, σ. 351, σκέψη 7), της 10ης Οκτωβρίου 1978, 3/78, Centrafarm κατά American Home Products Corporation (Συλλογή τόμος 1978, σ. 567, σκέψεις 11 και 14), και της 17ης Οκτωβρίου 1990, C-10/89, HAG (Συλλογή 1990, σ. I-3711, σκέψη 14). Βλ., περί της λειτουργίας του εμπορικού σήματος ως μέσου υποδηλώσεως της προελεύσεως, Wollmann, H., EU- und EG-Vertrag (επιμέλεια Heinz Mayer), άρθρο 81 EΟΚ, σημείο 156, σ. 53).
( 35 ) Βλ. απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2002, C-206/01, Arsenal Football Club (Συλλογή 2002, σ. I-10273, σκέψεις 47 και 48).
( 36 ) Βλ. απόφαση της 18ης Ιουνίου 2009, C-487/07, L’Oréal κ.λπ. (Συλλογή 2009, σ. I-5185, σκέψη 58).
( 37 ) Βλ. απόφαση της 23ης Μαρτίου 2010, C-236/08 έως C-238/08, Google France και Google (Συλλογή 2010, σ. I-2417, σκέψη 77).
( 38 ) Στο ίδιο πνεύμα, Bühling, J., όπ.π. (υποσημείωση 24), σ. 199. Βλ. Sakulin, W., Trademark protection and freedom of expression, Alphen aan den Rijn 2011, σ. 51, ο οποίος προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι το Δικαστήριο στις αποφάσεις του L’Oréal κ.λπ. και Google έκρινε τις λοιπές λειτουργίες του σήματος εν τέλει ως εξίσου άξιες προστασίας. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι ο γενικός εισαγγελέας D. Ruiz-Jarabo Colomer είχε ταχθεί ήδη με τις προτάσεις του της 13ης Ιουνίου 2002 επί της υποθέσεως C-206/01, Arsenal Footbal Club (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 35 απόφαση, σημείο 47) υπέρ της προστασίας των λοιπών λειτουργιών του σήματος.
( 39 ) Βλ. Pahlow, L., όπ.π. (υποσημείωση 24), σ. 236.
( 40 ) Βλ. απόφαση Falco Privatstiftung und Rabitsch (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 29).
( 41 ) Όπ.π., σκέψη 41.
( 42 ) Βλ. τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Falco Privatstiftung und Rabitsch (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 11, σημείο 57).
( 43 ) Η ρήτρα 4.2 της συμφωνίας ορίζει: «Ο δικαιοδόχος χρεώνει τον δικαιοπάροχο για τις υπηρεσίες του.» («Licensee will charge Licensor for its services.»).
( 44 ) Βλ. Scheunemann, K., Die .eu Domain — Registrierung und Streitbeilegung, Münster 2008, σ. 115.
( 45 ) Σε ορισμένες χώρες (Αργεντινή, Αυστρία, Βέλγιο, Κίνα, Δανία, Φινλανδία, Κάτω Χώρες, Πολωνία, Ρωσία, Ελβετία, Σουηδία, Ηνωμένο Βασίλειο) καταχωρούνται ονόματα τομέως μέσω του συγκεκριμένου για κάθε χώρα ccTLD, χωρίς να υφίστανται οποιεσδήποτε προϋποθέσεις ή όροι εντοπιότητας. Βάσει της πρακτικής αυτής, οποιοσδήποτε μπορεί, ανεξαρτήτως της ιθαγενείας του, του τόπου κατοικίας του ή της εγκαταστάσεώς του να προβεί στην καταχώριση ονόματος τομέως. Ο μόνος περιορισμός υφίσταται όσον αφορά την απαγόρευση ονομάτων τομέως οι οποίοι θεωρούνται αντίθετοι προς τα χρηστά ήθη και οι οποίοι μπορούν είτε να αποκλεισθούν από την καταχώριση είτε να διαγραφούν εκ των υστέρων.
Η πλειοψηφία των εθνικών μητρώων χρησιμοποιεί ένα ημιπεριοριστικό σύστημα. Βάσει του συστήματος αυτού, δεν υπάρχει ανάγκη προσκομίσεως εγγράφων τα οποία να αποδεικνύουν ότι ένα κατατεθέν σήμα αντιστοιχεί σε κάποιο όνομα τομέως. Πάντως, ο κύκλος των προσώπων που έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν αίτηση περιορίζεται σε αυτά τα οποία αποδεικνύουν τοπική παρουσία ή εδαφική σχέση προς τη χώρα του ccTLD. Οι απαιτήσεις αυτές ποικίλλουν. Σε ορισμένες χώρες απαιτείται τόσο ιθαγένεια της οικείας χώρας όσο και τόπος κατοικίας σε αυτήν, σε άλλες δε χώρες απαιτείται να αποδειχθεί η ύπαρξη εγκαταστάσεως ή επιχειρηματικής δραστηριότητας εντός της χώρας (Βουλγαρία, Καναδάς, Τσεχική Δημοκρατία, Ιαπωνία, Ουγγαρία, Μάλτα, Νορβηγία, Σιγκαπούρη, Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής) ή εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ιταλία) ή τουλάχιστον ο διορισμός ενός εγκατεστημένου στην οικεία χώρα αντιπροσώπου (Γερμανία, Λουξεμβούργο).
Λοιπά εθνικά μητρώα επιτρέπουν την καταχώριση μόνον εάν ο αιτών μπορεί να αποδείξει είτε εδαφική σχέση προς τη χώρα είτε εγκατάσταση εντός αυτής και, επιπλέον, μέσω της προσκομίσεως εγγράφων, την ιδιότητά του ως κατόχου δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας το οποίο αντιστοιχεί στο όνομα τομέως (Αυστραλία). Σε άλλες χώρες το όνομα τομέως πρέπει να εμφανίζεται σε αναλυτικά προσδιοριζόμενες κατηγορίες δικαιωμάτων επί σημάτων και ονομάτων, και, πέραν αυτού, ο αιτών πρέπει να έχει πραγματική σχέση προς τη χώρα (Ιρλανδία). Σε άλλες χώρες, ισχύουν οι περιορισμοί καταχωρίσεως μόνο για την άμεση καταχώριση στον ccTLD, ενώ η καταχώριση στους τομείς ανώτατου επιπέδου υπόκεινται σε λιγότερο αυστηρές ή σε καμία απολύτως προϋπόθεση (Ινδία, Χονγκ Κονγκ, Ισπανία). Βλ. συναφώς Bettinger, T., «Registration requirements and dispute resolution», σε Domain Name Law and Practice, Οξφόρδη 2005, σ. 44.
( 46 ) Βλ. Kipping, D., Das Recht der .eu-Domains, Μόναχο 2008, σ. 4, σημείο 11.
( 47 ) Βλ. σημείο 30 του υπομνήματος της Επιτροπής.
Full & Egal Universal Law Academy