ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
YVES BOT
της 5ης Ιουλίου 2012 ( 1 )
Υπόθεση C-402/11 P
Jager & Polacek GmbHκατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς
(εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)
«Αίτηση αναιρέσεως — Κοινοτικό σήμα — Κανονισμός (ΕΚ) 40/94 — Κανονισμός (ΕΚ) 2868/95 — Διαδικασία ανακοπής κατά της καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος — Νομική φύση της πράξεως που εκδίδεται κατά το πέρας του σταδίου της εξετάσεως του παραδεκτού της ανακοπής — Διαδικασία ανακλήσεως — Αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας — Αρχή της ασφάλειας δικαίου»
1.
Η πράξη με την οποία το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) κρίνει ως παραδεκτή την ανακοπή κατά της καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος συνιστά απλό «μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας» της ανακοπής ή «απόφαση» κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης;
2.
Αυτό είναι ουσιαστικά το ζήτημα που εγείρει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε από τη Jager & Polacek GmbH κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 12ης Μαΐου 2011, T-488/09, Jager & Polacek κατά ΓΕΕΑ ( 2 ). Από την απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτώνται, αφενός, τα ένδικα βοηθήματα που διαθέτει ο ενδιαφερόμενος κατά της εν λόγω πράξεως και, αφετέρου, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η πράξη αυτή μπορεί να ανακληθεί από το ΓΕΕΑ.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Η δικονομική αντιμετώπιση της ανακοπής κατά της καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος
3.
Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 για το κοινοτικό σήμα ( 3 ), το ΓΕΕΑ μπορεί να αρνηθεί την καταχώριση κοινοτικού σήματος λόγω ανακοπής του δικαιούχου ενός μη καταχωρισθέντος προγενέστερου σήματος. Η ανακοπή αυτή ασκείται σύμφωνα με το άρθρο 42 του ως άνω κανονισμού. Πρέπει να είναι έγγραφη, αιτιολογημένη και να υποβληθεί εντός προθεσμίας τριών μηνών από τη δημοσίευση της αιτήσεως κοινοτικού σήματος, λογίζεται δε ως ασκηθείσα μόνο μετά την καταβολή του τέλους ανακοπής.
4.
Ο νομοθέτης της Ένωσης καθόρισε τις λεπτομέρειες της διαδικασίας ανακοπής στο πλαίσιο των κανόνων 15 έως 22 του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 ( 4 ). Ειδικότερα, προσδιόρισε τους κανόνες για την εκτίμηση του παραδεκτού της ανακοπής στον κανόνα 17 του κανονισμού εφαρμογής, ο οποίος έχει ως εξής:
«1.
Αν το τέλος ανακοπής δεν καταβληθεί εντός της προθεσμίας ανακοπής, η ανακοπή λογίζεται ως μη ασκηθείσα. […]
2.
Εάν η ανακοπή δεν έχει ασκηθεί εντός της προθεσμίας ανακοπής ή εάν το δικόγραφο της ανακοπής δεν προσδιορίζει με σαφήνεια την αίτηση κατά της οποίας ασκείται ανακοπή ή το προγενέστερο σήμα […] στο οποίο βασίζεται η ανακοπή σύμφωνα με τον κανόνα 15, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και βʹ, ή δεν περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους ασκείται η ανακοπή σύμφωνα με τον κανόνα 15, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, και εάν οι παραλείψεις αυτές δεν έχουν διορθωθεί πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής, το [ΓΕΕΑ] απορρίπτει την ανακοπή ως απαράδεκτη.
3.
Εάν ο ανακόπτων δεν καταθέσει μετάφραση σύμφωνα με τον κανόνα 16 παράγραφος 1, η ανακοπή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. […]
4.
Εάν το δικόγραφο της ανακοπής δεν είναι σύμφωνο με τις λοιπές διατάξεις του κανόνα 15, το [ΓΕΕΑ] ενημερώνει τον ανακόπτοντα σχετικά και τον καλεί να διορθώσει τις ελλείψεις που παρατηρήθηκαν εντός περιόδου δύο μηνών. Αν οι ελλείψεις δε θεραπευθούν εμπρόθεσμα, το [ΓΕΕΑ] απορρίπτει την ανακοπή ως απαράδεκτη.
5.
Οιαδήποτε διαπίστωση σύμφωνα με την παράγραφο 1 ότι το δικόγραφο της ανακοπής θεωρείται ότι δεν έχει κατατεθεί και οιαδήποτε απόφαση απόρριψης ανακοπής ως απαράδεκτης σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 και 4 κοινοποιούνται στον καταθέτη.»
5.
Δυνάμει του κανόνα 17 του κανονισμού εφαρμογής, η ανακοπή πρέπει κατά συνέπεια να πληροί τα απόλυτα κριτήρια παραδεκτού που προβλέπονται στον κανόνα 15, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ έως γʹ, του κανονισμού εφαρμογής ( 5 ). Το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει έτσι να περιλαμβάνει τον αριθμό πρωτοκόλλου της αιτήσεως κατά της οποίας ασκήθηκε ανακοπή και το όνομα του καταθέτη της αιτήσεως για κοινοτικό σήμα, σαφή μνεία του προγενέστερου σήματος επί του οποίου βασίζεται η ανακοπή, καθώς και δήλωση ότι πληρούνται οι όροι του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 40/94.
6.
Η ανακοπή πρέπει επίσης να πληροί τα σχετικά κριτήρια παραδεκτού τα οποία προβλέπονται στον κανόνα 15, παράγραφος 2, στοιχεία δʹ έως ηʹ, του κανονισμού εφαρμογής. Το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει ιδίως να περιλαμβάνει την ημερομηνία καταθέσεως και, όπου ενδείκνυται, την ημερομηνία καταχωρίσεως και την ημερομηνία προτεραιότητας του προγενέστερου σήματος, την αναπαραγωγή του προγενέστερου σήματος, τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που αφορά η ανακοπή, το όνομα και τη διεύθυνση του ανακόπτοντος ή του τυχόν αντιπροσώπου του.
7.
Ο κανόνας 18, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής ορίζει τα εξής:
«Εάν η ανακοπή κριθεί ότι είναι παραδεκτή σύμφωνα με τον κανόνα 17, το [ΓΕΕΑ] αποστέλλει κοινοποίηση στους διαδίκους ενημερώνοντάς τους ότι η διαδικασία ανακοπής θεωρείται ότι αρχίζει δύο μήνες μετά την παραλαβή της κοινοποίησης […]»
8.
Ο κανόνας 19 του ως άνω κανονισμού προσδιορίζει, εν συνεχεία, τη φύση των στοιχείων και των αποδείξεων που καλείται να παρουσιάσει ή να συμπληρώσει ο ανακόπτων προς στήριξη της ανακοπής του. Ιδίως, κατά την παράγραφο 2 του ως άνω κανόνα, ο ανακόπτων οφείλει να υποβάλει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη, εγκυρότητα και έκταση της προστασίας του προγενέστερου σήματος.
9.
Τέλος, ο νομοθέτης της Ένωσης προσδιόρισε τους δικονομικούς κανόνες για την εξέταση της ουσίας της ανακοπής στο πλαίσιο του κανόνα 20 του κανονισμού εφαρμογής.
Β – Οι κανόνες για την ανάκληση αποφάσεως του ΓΕΕΑ
10.
Το άρθρο 77α του κανονισμού 40/94 καθορίζει τις προϋποθέσεις ανακλήσεως μιας αποφάσεως του ΓΕΕΑ. Η διάταξη αυτή προβλέπει τα εξής:
«1. Σε περίπτωση που το [ΓΕΕΑ] […] λάβει απόφαση που περιέχει πρόδηλο διαδικαστικό σφάλμα, αποδιδόμενο στο Γραφείο, το τελευταίο αυτό προβαίνει στην […] ανάκληση της εν λόγω αποφάσης […]
2. […] η ανάκληση της απόφασης […] αποφασίζεται αυτεπαγγέλτως ή κατ’ αίτηση ενός των διαδίκων από το τμήμα που […] έλαβε την απόφαση. […] ή ανάκληση αποφασίζεται εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία […] έκδοσης της απόφασης, κατόπιν διαβουλεύσεως με τους διαδίκους […]
[…]»
11.
H διαδικασία ανακλήσεως μιας τέτοιας αποφάσεως προσδιορίζεται στον κανόνα 53α του κανονισμού εφαρμογής. Σύμφωνα με τον κανόνα αυτόν, το ΓΕΕΑ οφείλει να ενημερώσει το ενδιαφερόμενο μέρος όσον αφορά τη σχεδιαζόμενη ανάκληση, το οποίο δύναται να υποβάλει παρατηρήσεις.
II – Το ιστορικό της υποθέσεως
12.
Το ιστορικό της διαφοράς, η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μπορούν να συνοψισθούν ως εξής ( 6 ).
13.
Στις 25 Μαρτίου 2008, η αναιρεσείουσα άσκησε ανακοπή δυνάμει του άρθρου 42 του κανονισμού 40/94 κατά της καταχωρίσεως του λεκτικού σημείου «REDTUBE» την οποία ζητούσε η RT Mediasolutions s.r.o. ( 7 ).
14.
Με έγγραφα της 20ής Μαΐου 2008, το τμήμα σημάτων του ΓΕΕΑ προέβη σε κοινοποίηση προς τον καθένα από τους δύο διαδίκους. Στα έγγραφα αυτά, το ΓΕΕΑ επισήμανε ότι η ανακοπή είχε κριθεί ως παραδεκτή κατά το μέτρο που θεμελιωνόταν στο μη καταχωρισθέν προγενέστερο σήμα Redtube. Ενημέρωσε τους δύο διαδίκους ότι το χρονικό διάστημα του συμβιβασμού θα έληγε στις 21 Ιουλίου 2008 και ότι το στάδιο της κατ’ αντιμωλίαν διεξαγωγής της διαδικασίας ανακοπής θα άρχιζε στις 22 Ιουλίου 2008. Καθόρισε επίσης τις προθεσμίες προκειμένου η αναιρεσείουσα να τεκμηριώσει την ανακοπή της και η RT Mediasolutions να απαντήσει σχετικά.
15.
Στις 10 Σεπτεμβρίου 2008, η RT Mediasolutions υποστήριξε ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε καταβάλει εμπροθέσμως το τέλος ανακοπής και ζήτησε έτσι από το ΓΕΕΑ, αφενός, να ακυρώσει την κοινοποίηση της 20ής Μαΐου 2008 και, αφετέρου, να διαπιστώσει ότι η ανακοπή λογιζόταν ως μη ασκηθείσα.
16.
Στις 2 Οκτωβρίου 2008, το τμήμα σημάτων του ΓΕΕΑ απέστειλε έγγραφο, με τον τίτλο «Διόρθωση», στην αναιρεσείουσα, με το οποίο την πληροφορούσε ότι η κοινοποίηση της 20ής Μαΐου 2008 είχε αποσταλεί κατά λάθος και έπρεπε να θεωρηθεί ως άνευ αντικειμένου. Κατόπιν σχετικής αιτήσεως που υπέβαλε η RT Mediasolutions, το τμήμα ανακοπών του ΓΕΕΑ εξέδωσε, στις 22 Ιανουαρίου 2009, απόφαση κατά την οποία η ανακοπή λογιζόταν ως μη ασκηθείσα, δεδομένου ότι το τέλος ανακοπής δεν είχε καταβληθεί εμπροθέσμως.
17.
Στις 20 Μαρτίου 2009, η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως, φρονώντας ότι, στις 20 Μαΐου 2008, το ΓΕΕΑ είχε εκδώσει απόφαση με την οποία κήρυσσε την ανακοπή ως παραδεκτή και ότι η ως άνω απόφαση δεν είχε ανακληθεί σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες του άρθρου 77α του κανονισμού 40/94. Στις 29 Σεπτεμβρίου 2009, το τέταρτο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας με το σκεπτικό, ιδίως, ότι το έγγραφο της 20ής Μαΐου 2008 δεν αποτελούσε παρά μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας και όχι απόφαση.
III – Τα αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
18.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 4 Δεκεμβρίου 2009, η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της από 29 Σεπτεμβρίου 2009 αποφάσεως του τέταρτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ.
19.
Προς στήριξη της προσφυγής της, η αναιρεσείουσα επικαλούνταν τρεις λόγους ακυρώσεως. Θα αναφερθώ μόνο στον δεύτερο λόγο, καθόσον αυτός μόνο αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
20.
Ο δεύτερος λόγος θεμελιωνόταν σε παράβαση του άρθρου 77α, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 40/94. Προς στήριξη του λόγου αυτού, η αναιρεσείουσα προέβαλλε ότι η από 20 Μαΐου 2008 κοινοποίηση του ΓΕΕΑ αποτελούσε απόφαση. Ειδικότερα, στο μέτρο που, κατ’ εφαρμογήν του κανόνα 17, παράγραφος 5, του κανονισμού εφαρμογής, η διαπίστωση ότι η ανακοπή λογίζεται ως μη ασκηθείσα ή η απόρριψη της ανακοπής ως απαράδεκτης γίνονται με αποφάσεις, η νομική αρχή του actus contrarius (ίδια δικονομική αντιμετώπιση της αντίθετης πράξεως) ή του παραλληλισμού των τυπικών διαδικασιών συνεπάγεται ότι η πράξη με την οποία το ΓΕΕΑ κρίνει την ανακοπή ως παραδεκτή πρέπει επίσης να χαρακτηρίζεται ως «απόφαση».
21.
Επομένως, κατά την αναιρεσείουσα, η ως άνω απόφαση δεν μπορούσε να ανακληθεί παρά μόνο σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 77α του κανονισμού 40/94, σε συνδυασμό με τον κανόνα 53α του κανονισμού εφαρμογής.
22.
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το έγγραφο της 20ής Μαΐου 2008 δεν συνιστούσε απόφαση, αλλά απλό μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας ανακοπής. Αφενός, αποφάνθηκε ότι το ως άνω έγγραφο δεν αποτελούσε παρά κοινοποίηση προς την αναιρεσείουσα σχετικά με την ημερομηνία ενάρξεως του σταδίου της κατ’ αντιμωλίαν διεξαγωγής της διαδικασίας ανακοπής και πρόσκληση να παρουσιάσει τα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τα επιχειρήματα που τεκμηρίωναν την ανακοπή της. Αφετέρου, εκτίμησε ότι το εν λόγω έγγραφο δεν παρήγε έννομα αποτελέσματα για την αναιρεσείουσα. Τέλος, αποφάνθηκε ότι το έγγραφο αυτό δεν συνιστούσε την οριστική τοποθέτηση του ΓΕΕΑ όσον αφορά το παραδεκτό της ανακοπής.
23.
Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, εν συνεχεία, τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας που αντλούνταν από την αρχή του actus contrarius και του παραλληλισμού των τυπικών διαδικασιών. Έκρινε εξάλλου ότι εφόσον το έγγραφο της 20ής Μαΐου 2008 δεν αποτελούσε απόφαση, η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε να επικαλεσθεί την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης την οποία της δημιούργησε το ως άνω έγγραφο.
24.
Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η υπόθεση δεν αφορούσε επέκταση της προστασίας διεθνούς καταχωρίσεως στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ότι δεν χρειαζόταν να αποφανθεί ως προς τη νομική φύση της κοινοποιήσεως από το ΓΕΕΑ στον Παγκόσμιο Οργανισμό Διανοητικής Ιδιοκτησίας (ΠΟΔΙ) των ανακοπών που κρίνονται ως παραδεκτές.
25.
Κατόπιν εξετάσεως των άλλων δύο λόγων ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την προσφυγή της αναιρεσείουσας.
IV – Τα αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου
26.
Με την αίτηση αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να καταδικάσει το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα.
27.
Το ΓΕΕΑ ζητεί να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
V – Η αίτηση αναιρέσεως
28.
Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 77α, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 40/94, το οποίο προβλέπει ειδική διαδικασία για την ανάκληση των αποφάσεων που πάσχουν παρανομία.
29.
Αυτός ο λόγος ακυρώσεως υποδιαιρείται σε τρία σκέλη. Πρώτον, η αναιρεσείουσα φρονεί ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομική πλάνη κρίνοντας ότι το έγγραφο της 20ής Μαΐου 2008 δεν αποτελεί παρά μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας ανακοπής και, επομένως, δεν τήρησε τις αρχές της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και της ασφάλειας δικαίου. Δεύτερον, υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν προέβη σε ορθή ερμηνεία της έννοιας της κοινοποιήσεως καθόσον αυτή καθεαυτήν η κοινοποίηση μπορεί να εμπεριέχει απόφαση. Τρίτον, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει έλλειψη αιτιολογίας.
Α – Επί του πρώτου σκέλους, που αντλείται από εσφαλμένο χαρακτηρισμό της επίδικης πράξεως και από παραβίαση των αρχών της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και της ασφάλειας δικαίου
30.
Το πρώτο σκέλος υποδιαιρείται σε δύο αιτιάσεις. Αφενός, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το έγγραφο της 20ής Μαΐου 2008 με το οποίο το ΓΕΕΑ έκρινε την ανακοπή της ως παραδεκτή εμπεριέχει απόφαση και θα έπρεπε κατά συνέπεια να ανακληθεί σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 77α του κανονισμού 40/94. Αφετέρου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη το δικαίωμά της σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, καθώς και την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
31.
Το ΓΕΕΑ αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά.
1. Επί της πρώτης αιτιάσεως, που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τη νομική φύση της επίδικης πράξεως
32.
Η επίμαχη διαδικασία, δεδομένου του τρόπου που εξελίχθηκε και των σφαλμάτων εκτιμήσεως από τα οποία πάσχει, ασφαλώς δεν είναι ικανοποιητική. Κατανοώ εξάλλου ότι το γεγονός ότι η επίδικη πράξη δεν έλαβε την τυπική μορφή «αποφάσεως» στερεί, εκ των προτέρων, την αναιρεσείουσα από τις δικονομικές εγγυήσεις τις οποίες καθιερώνει το άρθρο 57 του κανονισμού 40/94, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής με αίτημα την ακύρωση αποφάσεως, και το άρθρο 77α του ως άνω κανονισμού, το οποίο καθορίζει τους κανόνες για την ανάκληση των πράξεων που έχουν χαρακτήρα αποφάσεως.
33.
Εντούτοις, συμφωνώ με τη θέση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η πράξη αυτή δεν συνιστά απόφαση, ιδίως διότι δεν παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα για την αναιρεσείουσα.
34.
Για να εξαχθεί το συμπέρασμα αυτό, είναι απαραίτητο, αφενός, να υπομνησθεί η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη φύση των πράξεων που υπόκεινται σε προσφυγή και, αφετέρου, να εξετασθεί η ουσία της επίδικης πράξεως καθώς και το διαδικαστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται.
α) Η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη φύση των πράξεων που μπορούν να προσβληθούν στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως
35.
Προκύπτει από πάγια νομολογία, την οποία υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι απόφαση η οποία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ είναι μόνο η πράξη που δύναται να παραγάγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με το Δικαστήριο, πρέπει να θίγονται τα συμφέροντα του προσφεύγοντος και η νομική του κατάσταση να μεταβάλλεται σαφώς ( 8 ).
36.
Επίσης δεν αμφισβητείται ότι, για να κριθεί αν μια πράξη παράγει τέτοια αποτελέσματα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το περιεχόμενό της και όχι ο τύπος της ( 9 ). Δεν ασκεί συνεπώς επιρροή το γεγονός ότι η πράξη αυτή δεν χαρακτηρίζεται ως απόφαση από τον εκδότη της.
37.
Η νομολογία αυτή παρέχει τη δυνατότητα διευρύνσεως του πεδίου της προσφυγής ακυρώσεως σε πράξεις που τυπικώς δεν ανταποκρίνονται στον χαρακτηρισμό «απόφαση», αλλά, κατ’ ουσίαν, παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα. Επίσης αποτρέπει το ενδεχόμενο να αποφεύγουν τα θεσμικά όργανα τον έλεγχο του δικαστή της Ένωσης απλώς και μόνο με το να μην τηρούν τυπικές απαιτήσεις όπως ο τίτλος της πράξεως, η αιτιολογία της ή η παράθεση διατάξεων που συνιστούν τη νομική βάση της.
38.
Η ύπαρξη δεσμευτικών εννόμων αποτελεσμάτων έχει ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του κατά πόσον πράξη η οποία εντάσσεται σε διοικητικής φύσεως διαδικασία περιλαμβάνουσα περισσότερα στάδια, όπως η διαδικασία εξετάσεως ανακοπής ενώπιον του ΓΕΕΑ, υπόκειται σε προσφυγή. Στο πλαίσιο αυτό, το ΓΕΕΑ εκδίδει διάφορες πράξεις με τις οποίες όχι μόνο κρίνει σχετικά με μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, αλλά και εκτιμά οριστικά το βάσιμο της ανακοπής. Οι πράξεις αυτές όμως δεν παράγουν όλες τους έννομα αποτελέσματα για τους διαδίκους.
39.
Το Δικαστήριο κατατάσσει έτσι τις πράξεις αυτές σε διάφορες κατηγορίες.
40.
Οι πρώτες είναι οι πράξεις με τις οποίες το επίμαχο θεσμικό όργανο καθορίζει οριστικά τη θέση του κατά το πέρας της διαδικασίας. Οι πράξεις αυτές συνιστούν πράξεις υποκείμενες σε προσφυγή, στο μέτρο που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα και δεν ακολουθούνται από άλλη πράξη δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως. Τέτοια είναι η περίπτωση της αποφάσεως με την οποία το ΓΕΕΑ κρίνει την ανακοπή επιχειρήσεως ως βάσιμη και ως εκ τούτου απορρίπτει την καταχώριση κοινοτικού σήματος.
41.
Οι δεύτερες είναι οι ενδιάμεσες πράξεις, σκοπός των οποίων είναι η προετοιμασία της τελικής αποφάσεως.
42.
Οι πράξεις αυτές περιλαμβάνουν, αφενός, μέτρα τα οποία, μολονότι ελήφθησαν στο πλαίσιο της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, περατώνουν ένα ιδιαίτερο στάδιο της κύριας διαδικασίας και παράγουν έννομα αποτελέσματα ( 10 ).
43.
Διάφορα παραδείγματα απαντούν στο πλαίσιο των διαδικασιών εφαρμογής των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ. Οι διαδικασίες αυτές είναι οργανωμένες σε πλείονα διαδοχικά στάδια, όπως το στάδιο της προκαταρκτικής έρευνας, το στάδιο της κατ’ αντιμωλία εξετάσεως και εν συνεχεία το στάδιο της ακροάσεως. Στο πλαίσιο αυτό, με τις αποφάσεις Hoechst κατά Επιτροπής ( 11 ) και Orkem κατά Επιτροπής ( 12 ), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι αποφάσεις με τις οποίες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από τις επιχειρήσεις την παροχή πληροφοριών ή διατάσσει επιτόπιες έρευνες συνιστούν πράξεις υποκείμενες σε προσφυγή.
44.
Ομοίως, το Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση με την οποία η Επιτροπή κινεί, μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξετάσεως, την επίσημη διαδικασία έρευνας συνιστά πράξη υποκείμενη σε προσφυγή ( 13 ). Το Δικαστήριο εκτιμά ότι μια τέτοια απόφαση παράγει έννομα αποτελέσματα για το κράτος μέλος και τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, διότι η Επιτροπή μπορεί να διατάξει την αναστολή της εφαρμογής του μέτρου. Κατά το Δικαστήριο, τα αποτελέσματα αυτά είναι αυτοτελή σε σχέση με την τελική απόφαση και δεν μπορούν να διευθετηθούν στο πλαίσιο προσφυγής κατά της τελικής αποφάσεως, οπότε οι προσφεύγοντες στερούνται επαρκούς δικαστικής προστασίας ( 14 ).
45.
Αφετέρου, οι πράξεις αυτές περιλαμβάνουν μέτρα «αμιγώς» ( 15 ) ή «απλώς» ( 16 ) προπαρασκευαστικής φύσεως. Τα μέτρα αυτά συνιστούν απλώς ένα από τα στάδια που επιτρέπουν στο θεσμικό όργανο να εκδώσει την τελική του απόφαση. Δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα και δεν αποτελούν, κατά τη νομολογία, πράξεις υποκείμενες σε προσφυγή. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η επίκληση των τυχόν παρατυπιών των εν λόγω μέτρων μπορεί να γίνει προς στήριξη προσφυγής κατά της τελικής πράξεως της οποίας τα μέτρα αυτά αποτελούν προπαρασκευαστικό στάδιο ( 17 ). Αυτό συμβαίνει, στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, στην περίπτωση της πράξεως με την οποία η Επιτροπή ανακοινώνει τις αιτιάσεις της εις βάρος των επιχειρήσεων.
46.
Η αναφορά στην ως άνω νομολογία καθιστά γνωστές τις επιταγές που καθοδηγούν το έργο του Δικαστηρίου στον εν λόγω τομέα.
47.
Όπως προανέφερα, το Δικαστήριο διασφαλίζει την αποτελεσματική δικαστική προστασία των δικαιωμάτων που αντλούν οι ιδιώτες από το δίκαιο της Ένωσης. Στην απόφαση Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής ( 18 ), το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, καθόσον η Ένωση αποτελεί κοινότητα δικαίου, οι δικονομικοί κανόνες που διέπουν τις προσφυγές πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπον ώστε η εφαρμογή τους να συμβάλλει στην επίτευξη του εν λόγω σκοπού ( 19 ). Για τον λόγο ακριβώς αυτόν, οι προπαρασκευαστικές πράξεις οι οποίες δύνανται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα και με τις οποίες περατώνεται διαδικασία παρεπόμενη σε σχέση με την κύρια διαδικασία πρέπει, κατά το Δικαστήριο, να μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως.
48.
Πάντως, το Δικαστήριο επιδιώκει επίσης να αποτρέψει τον πολλαπλασιασμό των προσφυγών κατά των προπαρασκευαστικών μέτρων, οι οποίες θα μπορούσαν να παραλύσουν τη δράση των θεσμικών οργάνων.
49.
Σε αυτό το νομολογιακό πλαίσιο πρέπει να γίνει ο χαρακτηρισμός της επίδικης πράξεως. Αποτελεί, όπως υποστηρίζει το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, απλό μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας ανακοπής, το οποίο, κατά συνέπεια, δεν υπόκειται σε προσφυγή, ή πρόκειται, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, για απόφαση;
50.
Προκειμένου να δώσω απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να εξετάσω το ουσιαστικό περιεχόμενο του εγγράφου της 20ής Μαΐου 2008 και το δικονομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται.
β) Επί του ουσιαστικού περιεχομένου της επίδικης πράξεως και επί του διαδικαστικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται
51.
Όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στη σκέψη 9 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και από τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου που διατυπώνονται στις σκέψεις 91, 92 και 95 της ως άνω αποφάσεως, αφενός, το έγγραφο της 20ής Μαΐου 2008 επισημαίνει στην αναιρεσείουσα ότι η ανακοπή της «κρίθηκε ως παραδεκτή κατά το μέτρο που θεμελιωνόταν στο μη καταχωρισθέν προγενέστερο σήμα Redtube» και ότι, σε περίπτωση που η ανακοπή θεμελιωνόταν σε άλλα προγενέστερα δικαιώματα, δεν είχε ακόμη εξετασθεί το παραδεκτό αυτών των άλλων δικαιωμάτων. Αφετέρου, την ενημερώνει, από κοινού με την RT Mediasolutions, για τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος του συμβιβασμού, για την προθεσμία κινήσεως του σταδίου της κατ’ αντιμωλίαν διεξαγωγής της διαδικασίας και, τέλος, για τις προθεσμίες εντός των οποίων η αναιρεσείουσα μπορούσε να τεκμηριώσει την ανακοπή της και η RT Mediasolutions να απαντήσει σχετικά.
52.
Είναι σαφές ότι το δεύτερο μέρος του ως άνω εγγράφου συνιστά απλή κοινοποίηση προς τους διαδίκους, η οποία στερείται πλήρως του χαρακτήρα αποφάσεως, καθόσον το ΓΕΕΑ τούς ενημερώνει, σύμφωνα με τον κανόνα 18, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, για τις προθεσμίες που διέπουν τη διεξαγωγή της διαδικασίας ανακοπής.
53.
Πάντως, το εν λόγω έγγραφο δεν πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι απλώς ενημερώνει τους διαδίκους για την έναρξη της διαδικασίας ανακοπής και τις συναφείς προθεσμίες. Ειδικότερα, είναι απαραίτητο να ληφθεί υπόψη το πρώτο μέρος του εγγράφου της 20ής Μαΐου 2008 στο οποίο το ΓΕΕΑ επισημαίνει στην αναιρεσείουσα ότι η ανακοπή της «κρίθηκε ως παραδεκτή» καθόσον θεμελιώνεται στο μη καταχωρισθέν προγενέστερο σήμα Redtube.
54.
Κατά τη γνώμη της αναιρεσείουσας, το μέρος αυτό αποτελεί, αυτό καθεαυτό, απόφαση κατά το μέτρο που, κατ’ ουσίαν, το ΓΕΕΑ διατυπώνει οριστική εκτίμηση όσον αφορά το παραδεκτό της ανακοπής, η οποία μπορεί να παραγάγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα. Είναι αληθές ότι η χρήση του ρήματος «κρίνω» δείχνει ότι το ΓΕΕΑ πράγματι αποφάνθηκε επί του παραδεκτού της ανακοπής.
55.
Εντούτοις, τούτο δεν αρκεί, κατά τη γνώμη μου, ώστε να αναγνωρισθεί στην επίδικη πράξη ο χαρακτήρας αποφάσεως.
56.
Η διαδικασία της ανακοπής αποτελείται από δύο στάδια, μεταξύ των οποίων πρέπει να γίνεται διάκριση. Αφενός υφίσταται το στάδιο της εξετάσεως του παραδεκτού της ανακοπής το οποίο αφορά ο κανόνας 17 του κανονισμού εφαρμογής και αφετέρου το στάδιο της εξετάσεως αυτής καθεαυτήν, που καθιερώνεται στο άρθρο 43 του κανονισμού 40/94 και διέπεται από τους κανόνες 18 έως 20 του κανονισμού εφαρμογής.
57.
Το στάδιο της εξετάσεως του παραδεκτού της ανακοπής είναι προκαταρκτικό. Παρέχει τη δυνατότητα στο ΓΕΕΑ να εκτιμήσει το παραδεκτό της ανακοπής βάσει των προϋποθέσεων που προβλέπονται ρητώς στους κανόνες 15 και 16 του κανονισμού εφαρμογής. Το ΓΕΕΑ οφείλει, κατά συνέπεια, να εξακριβώσει ότι πληρούνται οι απόλυτες προϋποθέσεις που καθορίζονται στους κανόνες 15, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ έως γʹ, και 16, παράγραφος 1, του ως άνω κανονισμού, ήτοι, αφενός, ότι το δικόγραφο της ανακοπής προσδιορίζει σαφώς την προσβαλλόμενη αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος, το προγενέστερο σήμα και τους λόγους για τους οποίους ασκείται ανακοπή και, αφετέρου, ότι η ανακοπή είναι μεταφρασμένη. Το ΓΕΕΑ οφείλει επίσης να εξακριβώσει ότι συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις οι οποίες προβλέπονται στον κανόνα 15, παράγραφος 2, στοιχεία δʹ έως ηʹ, του κανονισμού εφαρμογής, δηλαδή οι προϋποθέσεις ότι στο δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιλαμβάνεται αναπαραγωγή του προγενέστερου σήματος, να κατονομάζονται τα οικεία προϊόντα και οι υπηρεσίες καθώς και ο ανακόπτων ή ο αντιπρόσωπός του.
58.
Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, το ΓΕΕΑ οφείλει κατά συνέπεια να απορρίψει την ανακοπή ως απαράδεκτη, εκδίδοντας απόφαση με την οποία περατώνεται η διαδικασία ανακοπής. Μόνο στην περίπτωση αυτή προβλέπει ο νομοθέτης της Ένωσης υποχρέωση του ΓΕΕΑ να εκδώσει απόφαση, η οποία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 57 του κανονισμού 40/94.
59.
Αντιστρόφως, όταν πληρούται το σύνολο των προϋποθέσεων, το ΓΕΕΑ δέχεται το παραδεκτό της ανακοπής με πράξη την οποία ο νομοθέτης της Ένωσης πράγματι δεν έχει προσδιορίσει.
60.
Στην περίπτωση αυτή και σύμφωνα με τον κανόνα 18, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού εφαρμογής, με την πράξη αυτή αρχίζει η διαδικασία της καθαυτό εξετάσεως της ανακοπής ( 20 ). Η διαδικασία αυτή παρέχει στο ΓΕΕΑ τη δυνατότητα να διαφωτισθεί πλήρως ως προς όλα τα στοιχεία που υποβάλλονται προς στήριξη της ανακοπής και να αποφανθεί επί των συνδεόμενων με την ανακοπή ζητημάτων ουσίας. Συνεπώς, μόνο κατά το στάδιο αυτό της διαδικασίας οφείλει ο ανακόπτων να παρουσιάσει τα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τα επιχειρήματα προς στήριξη της ανακοπής του σύμφωνα με τον κανόνα 19 του κανονισμού εφαρμογής, επ’ αυτής δε της βάσεως το ΓΕΕΑ θα προβεί στην εξέταση του βασίμου της ανακοπής εκτιμώντας αν η καταχώριση του αιτούμενου σήματος ενδέχεται να θίξει τα κεκτημένα δικαιώματα του ανακόπτοντος. Μόνο κατόπιν της εξετάσεως αυτής θα εκδώσει το ΓΕΕΑ οριστική απόφαση, με την οποία μπορεί είτε να απορρίψει εν όλω ή εν μέρει την ανακοπή είτε να την κρίνει ως βάσιμη, απορρίπτοντας κατά συνέπεια εν όλω ή εν μέρει την αίτηση καταχωρίσεως του κοινοτικού σήματος. Σύμφωνα με το άρθρο 57 του κανονισμού 40/94, η ως άνω απόφαση μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως.
61.
Διαπιστώνεται ότι η πράξη με την οποία το ΓΕΕΑ κρίνει την ανακοπή ως παραδεκτή δεν αποτελεί κατά συνέπεια πράξη με την οποία καταρτίζεται η τελική απόφαση του ΓΕΕΑ στο πλαίσιο της διαδικασίας ανακοπής, αλλά προπαρασκευαστική πράξη της διαδικασίας η οποία, καθόσον κινεί τη διαδικασία εξετάσεως της ουσίας της ανακοπής, περιλαμβάνεται στην αρχική φάση της σταδιακής καταρτίσεως της τελικής αποφάσεως.
62.
Εξάλλου, η πράξη αυτή δεν παράγει, κατά τη γνώμη μου, δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα. Επιτρέπει την έναρξη του σταδίου του συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων και, αν δεν υπάρξει φιλικός διακανονισμός, ανοίγει τη συζήτηση για τα θέματα ουσίας που συνδέονται με την ανακοπή. Για τον ανακόπτοντα, η κίνηση της καθαυτό διαδικασίας ανακοπής τον επιβαρύνει με μία και μόνο υποχρέωση, αν θέλει να δει το διάβημά του να επιτυγχάνει, δηλαδή την υποχρέωση να προσκομίσει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και να παρουσιάσει όλα τα πραγματικά περιστατικά και τα επιχειρήματα προς στήριξη της ανακοπής του.
63.
Κατά συνέπεια, δεν μπορώ να κρίνω ότι η επίδικη πράξη θίγει τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας ή μεταβάλλει τη νομική της κατάσταση. Η νομική κατάσταση της αναιρεσείουσας δεν μπορεί να συγκρίνεται με την κατάσταση ενός κράτους μέλους το οποίο, λόγω της κινήσεως από την Επιτροπή της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως μιας υπό εκτέλεση ενισχύσεως υποχρεούται να αναστείλει την εφαρμογή της ή με την κατάσταση ενός προσώπου ως προς το οποίο, λόγω του παραδεκτού της εις βάρος του διαδικασίας υπερχρεώσεως, αναστέλλονται αυτοδικαίως οι διαδικασίες εκτελέσεως που είχαν επισπευσθεί κατά των περιουσιακών του στοιχείων. Εν προκειμένω, τα αποτελέσματα της επίδικης πράξεως δεν υπερβαίνουν τα αποτελέσματα τα οποία προσιδιάζουν σε μια διαδικαστική πράξη και δεν επηρεάζουν, πέραν της δικονομικής καταστάσεως της αναιρεσείουσας, και τη νομική της κατάσταση ( 21 ), και ευρύτερα την κατάσταση των διαδίκων.
64.
Συναφώς, επισημαίνεται ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει συμφέρον να προσφύγει κατά της πράξεως με την οποία το ΓΕΕΑ κρίνει την ανακοπή της ως παραδεκτή.
65.
Βάσει των στοιχείων αυτών, φρονώ ότι η πράξη με την οποία το ΓΕΕΑ έκρινε την ανακοπή της αναιρεσείουσας ως παραδεκτή αποτελεί προπαρασκευαστικό μέτρο, χωρίς δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα για την αναιρεσείουσα.
66.
Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε νομική πλάνη κρίνοντας, στη σκέψη 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το έγγραφο της 20ής Μαΐου 2008 δεν συνιστά απόφαση ( 22 ) και προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την πρώτη αυτή αιτίαση ως αβάσιμη.
2. Επί της δεύτερης αιτιάσεως, που αντλείται από μη τήρηση των αρχών της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και της ασφάλειας δικαίου
67.
Με τη δεύτερη αιτίαση, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη το δικαίωμά της σε αποτελεσματική δικαστική προστασία με το να αρνηθεί εξ ολοκλήρου τον χαρακτήρα αποφάσεως της επίδικης πράξεως. Υποστηρίζει επιπλέον ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την αρχή της ασφάλειας δικαίου καθόσον η αναιρεσείουσα μπορούσε νομίμως να αξιώσει από το ΓΕΕΑ, αφενός, να αποφανθεί οριστικώς επί του παραδεκτού της ανακοπής της και να κινήσει τη σχετική διαδικασία και, αφετέρου, να τηρήσει τις επιταγές του άρθρου 77α του κανονισμού 40/94.
α) Επί της μη τηρήσεως της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας
68.
Το δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης η οποία υπενθυμίζω ότι κατοχυρώνεται και από τα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ( 23 ) καθώς και από το άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 24 ). Η αρχή αυτή επιβάλλει να διαθέτει κάθε πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα παραβιάστηκαν αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα ενώπιον δικαστικής αρχής.
69.
Εν προκειμένω, δεν θεωρώ ότι το Γενικό Δικαστήριο αγνόησε την εν λόγω αρχή με το να εκτιμήσει ότι η επίδικη πράξη δεν συνιστά απόφαση. Αφενός, υπενθυμίζω ότι η πράξη αυτή δεν δημιουργεί δικαιώματα υπέρ της αναιρεσείουσας και δεν επηρεάζει επομένως τη νομική της κατάσταση. Εξάλλου, όπως προανέφερα, η αναιρεσείουσα δεν έχει συμφέρον να ασκήσει προσφυγή για να ζητήσει την ακύρωση της επίδικης πράξεως διότι το αντικείμενο της πράξεως αυτής είναι η διαπίστωση του παραδεκτού της ανακοπής που η ίδια άσκησε. Αφετέρου, δεν αμφισβητείται ότι η αναιρεσείουσα δεν στερείται τη δυνατότητα να επικαλεσθεί τα δικαιώματά της και να καταγγείλει τις τυχόν παρατυπίες από τις οποίες πάσχει η υπό κρίση διαδικασία, διότι μπορούσε να ασκήσει προσφυγή ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως της 22ας Ιανουαρίου 2009 με την οποία το ΓΕΕΑ έκρινε την ανακοπή της ως μη ασκηθείσα.
70.
Κατά συνέπεια, η αιτίαση αυτή πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθεί.
β) Επί της μη τηρήσεως της αρχής της ασφάλειας δικαίου
71.
Από το περιεχόμενο του εγγράφου της 2ας Οκτωβρίου 2008, που φέρει τον τίτλο «Διόρθωση», προκύπτει ότι το ΓΕΕΑ ανακάλεσε την επίδικη πράξη, επισημαίνοντας ότι είχε αποσταλεί κατά λάθος και ότι έπρεπε να θεωρηθεί ως άνευ αντικειμένου. Είναι προφανές, όπως άλλωστε δέχθηκε το ΓΕΕΑ κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η πράξη αυτή στην πραγματικότητα έπασχε σφάλμα εκτιμήσεως, το οποίο κατέστησε πλημμελή την εξέταση του παραδεκτού της ανακοπής και εσφαλμένως οδήγησε στο να κινηθεί η διαδικασία ανακοπής. Ο τρόπος με τον οποίο ανακλήθηκε η εν λόγω πράξη, καθώς και το χρονικό διάστημα εντός του οποίου αντέδρασε το ΓΕΕΑ είναι, κατά τη γνώμη μου, ιδιαιτέρως αξιόμεμπτος και προφανώς θέτει ερωτήματα σχετικά με την τήρηση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
72.
Εντούτοις, δεν αμφισβητείται ότι το ΓΕΕΑ έχει το δικαίωμα να ανακαλεί πράξεις τις οποίες θεωρεί εσφαλμένες ( 25 ). Η εν λόγω εξουσία ερείδεται στην αρχή της νομιμότητας, η οποία, επιτάσσοντας να μη γίνεται ανεκτή η έλλειψη νομιμότητας, παρέχει στη διοίκηση τη δυνατότητα να προβαίνει, με την εξάλειψη της πλημμελούς πράξεως, σε αποκατάσταση της παρανόμως διαταραχθείσας εννόμου τάξεως. Συγχρόνως, επιτρέπει να αποφεύγεται η υποβολή ενδίκων προσφυγών και προφανώς συμβάλλει στη διασφάλιση της χρηστής διοικήσεως.
73.
Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η ανάκληση πλημμελούς πράξεως υποβάλλεται σε αυστηρότατες προϋποθέσεις διότι συνδέεται με τον συμβιβασμό μεταξύ της αρχής της νομιμότητας και της αρχής της ασφάλειας δικαίου και, στο πλαίσιο αυτό, με τον σεβασμό της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του ωφελούμενου από την πράξη ο οποίος βασίστηκε στη νομιμότητα αυτής ( 26 ). Ειδικότερα, η αρχή της ασφάλειας δικαίου, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης ( 27 ), αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει το προβλέψιμο των εννόμων καταστάσεων και σχέσεων που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης ( 28 ) και επιτάσσει όπως τα θεσμικά όργανα της Ένωσης τηρούν την αρχή της μη αλλοιώσεως των πράξεων που έχουν εκδώσει. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση ανακλήσεως πλημμελούς πράξεως, το Δικαστήριο απαιτεί από το επίμαχο θεσμικό όργανο να τηρεί τους σχετικούς κανόνες περί αρμοδιότητας και διαδικασίας, να ενεργεί εντός ευλόγου χρόνου και να λαμβάνει υπόψη τον βαθμό στον οποίο ο ενδιαφερόμενος βασίστηκε ενδεχομένως στη νομιμότητα της πράξεως.
74.
Έτσι, στο πλαίσιο του κανονισμού 40/94, ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε, στο άρθρο 77α του εν λόγω κανονισμού, ειδική διαδικασία με την οποία το ΓΕΕΑ δύναται να ανακαλεί αποφάσεις οι οποίες πάσχουν πρόδηλο διαδικαστικό σφάλμα, για το οποίο ευθύνεται το ΓΕΕΑ. Κατά την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου, το ΓΕΕΑ οφείλει έτσι να αποφασίζει την ανάκληση μιας τέτοιας αποφάσεως εντός προθεσμίας έξι μηνών από της εκδόσεώς της, κατόπιν διαβουλεύσεως με τους διαδίκους. Η διαδικασία αυτή προβλέπει προθεσμία για την ανάκληση της παράνομης πράξεως, η οποία αποτελεί εγγυητή της ασφάλειας δικαίου, και αναγνωρίζει το δικαίωμα ακροάσεως του καθενός από τους διαδίκους.
75.
Εντούτοις, οι εγγυήσεις που παρέχονται στους ενδιαφερομένους στο πλαίσιο αυτό αναγνωρίζονται μόνον κατά το μέτρο που η εν λόγω πράξη απονέμει δικαιώματα και επηρεάζει τη νομική και πραγματική τους κατάσταση.
76.
Διαπίστωσα όμως ότι η επίδικη πράξη, καθόσον αποτελεί διαδικαστική πράξη, προπαρασκευαστική της τελικής αποφάσεως, δεν μπορεί να παραγάγει έννομα αποτελέσματα για την αναιρεσείουσα και, αυτή καθεαυτήν, δεν συνιστά απόφαση. Κατά συνέπεια, η αναιρεσείουσα δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου να επικαλεσθεί την αρχή της ασφάλειας δικαίου σε συσχετισμό με την ανάκληση της επίδικης πράξεως.
77.
Βάσει των στοιχείων αυτών, εκτιμώ ότι η δεύτερη αιτίαση της αναιρεσείουσας πρέπει και αυτή να απορριφθεί.
78.
Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως που προέβαλε η αναιρεσείουσα ως αβάσιμο.
Β – Επί του δευτέρου σκέλους, που αντλείται από εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας της κοινοποιήσεως
79.
Με το δεύτερο σκέλος του μοναδικού της λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, στη σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στήριξε το σκεπτικό του στο γεγονός ότι ο κανόνας 17, παράγραφος 5, του κανονισμού εφαρμογής κάνει λόγο για «απόφαση» στην περίπτωση που το δικόγραφο της ανακοπής λογίζεται ότι δεν έχει κατατεθεί, ενώ ο κανόνας 18, παράγραφος 1, του ως άνω κανονισμού χρησιμοποιεί τον όρο «κοινοποίηση». Από τον κανόνα 62, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προκύπτει όμως ότι και η κοινοποίηση μπορεί να εμπεριέχει απόφαση ( 29 ).
80.
Το ΓΕΕΑ αμφισβητεί το επιχείρημα αυτό.
81.
Εκτιμώ, όπως και το ΓΕΕΑ, ότι το εν λόγω επιχείρημα δεν είναι βάσιμο.
82.
Αφενός, η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να επικρίνει το Γενικό Δικαστήριο για τον λόγο ότι αναφέρθηκε στο γράμμα της ισχύουσας νομοθεσίας προς θεμελίωση της εκτιμήσεώς του όσον αφορά τη νομική φύση της επίδικης πράξεως.
83.
Αφετέρου, η αναιρεσείουσα δεν λαμβάνει υπόψη τις αναπτύξεις που προηγούνται της σκέψεως 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, ιδίως, τις αναπτύξεις εκείνες που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 88 έως 102 αυτής, με τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους η επίδικη πράξη δεν ήταν δυνατόν να αποτελεί απόφαση. Συναφώς, έλαβε πλήρως υπόψη του το γεγονός ότι μια κοινοποίηση όπως η επίδικη μπορούσε, αυτή καθεαυτή, να εμπεριέχει απόφαση. Ειδικότερα, στη σκέψη 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι «δεν είναι δυνατόν να περιορισθεί η εξέταση μόνο στη μορφή του εγγράφου της 20ής Μαΐου 2008» και ότι, προκειμένου να διαπιστωθεί αν το ως άνω έγγραφο συνιστά απόφαση, πρέπει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, να ληφθεί υπόψη η ουσία της πράξεως και όχι η μορφή της.
84.
Βάσει των στοιχείων αυτών, προτείνω, κατά συνέπεια, στο Δικαστήριο να απορρίψει το δεύτερο αυτό σκέλος ως αβάσιμο.
Γ – Επί του τρίτου σκέλους, που αντλείται από παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
85.
Με το τρίτο σκέλος του μοναδικού της λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωση του αιτιολογήσεως μη απαντώντας κατά τρόπο επαρκή στο επιχείρημά της που αντλείται από τα συγκεκριμένα έννομα αποτελέσματα που παράγει η επέκταση της προστασίας διεθνούς καταχωρίσεως σήματος στην Ένωση. Ειδικότερα, στον πρώτο βαθμό, η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι, σε περίπτωση τέτοιας καταχωρίσεως, το ΓΕΕΑ υποχρεούται να ενημερώσει τον ΠΟΔΙ για το παραδεκτό μιας ανακοπής, πράγμα που θα συνεπαγόταν συγκεκριμένα έννομα αποτελέσματα κατά το μέτρο που θα γινόταν μνεία, στο διεθνές μητρώο των σημάτων, της προσωρινής απορρίψεως προστασίας. Στη σκέψη όμως 132 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο αρκέστηκε να απαντήσει ως εξής:
«[…] αρκεί η διαπίστωση ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά την επέκταση της προστασίας διεθνούς καταχωρίσεως στην Ένωση, αλλά μια αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος. Παρέλκει επομένως η κρίση περί της νομικής φύσεως μιας τέτοιας κοινοποιήσεως του ΓΕΕΑ προς τον ΠΟΔΙ στο πλαίσιο αιτήσεων για επέκταση της προστασίας διεθνούς καταχωρίσεως σήματος στην Ένωση.»
86.
H αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η πράξη με την οποία το ΓΕΕΑ ενημερώνει τον ΠΟΔΙ για το παραδεκτό της ανακοπής συνιστά απόφαση. Ειδικότερα, οι αρχές της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και της ασφάλειας δικαίου θα επέβαλλαν σε μια τέτοια περίπτωση να χαρακτηρισθεί η επίδικη πράξη, καθόσον συνιστά κοινοποίηση προς τον αιτούντα την καταχώριση του σήματος στο ίδιο πλαίσιο, και αυτή ως «απόφαση».
87.
Το ΓΕΕΑ αμφισβητεί το επιχείρημα αυτό, υποστηρίζοντας, ιδίως, ότι η κοινοτική και η διεθνής διαδικασία καταχωρίσεως δεν είναι συγκρίσιμες.
88.
Προκειμένου να εκτιμηθεί το βάσιμο του εν λόγω επιχειρήματος, πρέπει να υπομνησθεί η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως την οποία υπέχει το Γενικό Δικαστήριο.
89.
Η υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεων απορρέει από το άρθρο 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που έχει εφαρμογή στο Γενικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του ως άνω Οργανισμού και του άρθρου 81 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.
90.
Κατά πάγια νομολογία, από την αιτιολογία μιας αποφάσεως πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου, ούτως ώστε οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η απόφαση και το Δικαστήριο να δύναται να ασκήσει τον δικαστικό του έλεγχο ( 30 ). Στην περίπτωση προσφυγής που στηρίζεται στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ, η απαίτηση αιτιολογήσεως σημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει τους λόγους ακυρώσεως που επικαλείται ο προσφεύγων και εκθέτει τους λόγους που επιβάλλουν την απόρριψη του λόγου ακυρώσεως ή την ακύρωση της επίμαχης πράξεως.
91.
Ωστόσο, το Δικαστήριο, με την απόφαση Connolly κατά Επιτροπής ( 31 ), έθεσε όρια στην υποχρέωση απαντήσεως στους προβαλλομένους λόγους ακυρώσεως. Έκρινε ότι η αιτιολόγηση αποφάσεως πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως ( 32 ) και ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντά «λεπτομερώς σε κάθε προβαλλόμενο από τον [προσφεύγοντα] επιχείρημα, ειδικότερα εάν δεν είναι αρκούντως σαφές και ακριβές και δεν στηρίζεται σε πρόσφορα αποδεικτικά στοιχεία» ( 33 ).
92.
Βάσει των ως άνω στοιχείων, θεωρώ ότι το Γενικό Δικαστήριο απάντησε επαρκώς κατά νόμο στο επιχείρημα της αναιρεσείουσας. Εξήγησε τον λόγο για τον οποίο εκτιμούσε ότι δεν ήταν αναγκαίο να αποφανθεί ως προς τη νομική φύση της πράξεως με την οποία το ΓΕΕΑ ενημερώνει τον ΠΟΔΙ για το παραδεκτό ανακοπής στο πλαίσιο αιτήσεως για την επέκταση της προστασίας διεθνούς καταχωρίσεως στην Ένωση. Η εξήγηση αυτή είναι βεβαίως σύντομη, αλλά πάντως επαρκής, εφόσον είναι προφανές ότι η νομική φύση της επίδικης πράξεως δεν έχει ως πρότυπο τη νομική φύση μιας πράξεως που εκδίδεται στο πλαίσιο διαφορετικής διαδικασίας και παράγει αποτελέσματα που προσιδιάζουν στη διαδικασία αυτή, αλλά πρέπει να εκτιμάται βάσει της ουσίας της επίδικης πράξεως και των δικών της εννόμων αποτελεσμάτων.
93.
Επισημαίνω εξάλλου ότι η ως άνω εξήγηση παρέσχε τη δυνατότητα στην αναιρεσείουσα να επικρίνει την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου και επίσης επιτρέπει στο Δικαστήριο να ασκήσει τον δικαστικό του έλεγχο.
94.
Στο πλαίσιο αυτό, φρονώ ότι η αιτιολόγηση του Γενικού Δικαστηρίου, που παρατίθεται στη σκέψη 132 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν είναι ελλιπής.
95.
Προτείνω ως εκ τούτου στο Δικαστήριο να απορρίψει το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως ως αβάσιμο.
96.
Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να κηρύξει ως αβάσιμο τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως που προβάλλει η αναιρεσείουσα, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 77α, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 40/94 και κατά συνέπεια να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως.
VI – Πρόταση
97.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2)
Καταδικάζει τη Jager & Polacek GmbH στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
( 3 ) Κανονισμός του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1993 (ΕΕ L 11, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1891/2006 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006 (ΕΕ L 386, σ. 14, στο εξής: κανονισμός 40/94). Ο κανονισμός 40/94 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 13 Απριλίου 2009. Εντούτοις, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, αυτή εξακολουθεί να διέπεται από τον κανονισμό 40/94.
( 4 ) Κανονισμός της Επιτροπής της 13ης Δεκεμβρίου 1995 περί της εφαρμογής του κανονισμού 40/94 (ΕΕ L 303, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1041/2005 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 2005 (ΕΕ L 172, σ. 4, στο εξής: κανονισμός εφαρμογής).
( 5 ) Βλ. οδηγίες για τη διαδικασία ανακοπής, μέρος 1: δικονομικά θέματα, διαθέσιμες στον ιστοτόπο του ΓΕΕΑ, ιδίως A.V, σημεία 1 και 2.
( 6 ) Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται λεπτομερώς στις σκέψεις 1 έως 20 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 7 ) Στο εξής: RT Mediasolutions.
( 8 ) Αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1980, 133/79, Sucrimex και Westzucker κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 659, σκέψη 15) και της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, IBM κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 2639, σκέψη 9). Βλ., επίσης, απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2010, C-322/09 P, NDSHT κατά Επιτροπής (Συλλογή 2010, σ. Ι-11911, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 9 ) Απόφαση της 22ας Ιουνίου 2000, C-147/96, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-4723, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 10 ) Προπαρατεθείσα απόφαση IBM κατά Επιτροπής (σκέψη 11).
( 11 ) Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 46/87 και 227/88 (Συλλογή 1989, σ. 2859).
( 12 ) Απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1989, 374/87 (Συλλογή 1989, σ. 3283).
( 13 ) Απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2001, C-400/99, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I-7303).
( 14 ) Όπ.π. (σκέψεις 59, 60, 62 και 63).
( 15 ) Προπαρατεθείσα απόφαση IBM κατά Επιτροπής (σκέψη 12).
( 16 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής (σκέψη 63).
( 17 ) Προπαρατεθείσα απόφαση IBM κατά Επιτροπής (σκέψη 12).
( 18 ) Απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, C-521/06 P (Συλλογή 2008, σ. I-5829).
( 19 ) Σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 20 ) Επισημαίνεται ακόμη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 43, παράγραφος 4, του κανονισμού 40/94, το ΓΕΕΑ μπορεί, κατά το στάδιο αυτό, να καλέσει τους διαδίκους σε συμβιβασμό και τάσσει σχετική προθεσμία, πριν την ενδεχόμενη έναρξη του σταδίου της καθαυτό εξετάσεως. Αν εκτιμά ότι ο συμβιβασμός δεν είναι σκόπιμος ή αν οι διάδικοι δεν καταλήξουν σε φιλικό διακανονισμό, άρχεται το στάδιο της εξετάσεως του βασίμου της ανακοπής.
( 21 ) Βλ., συναφώς, αναπτύξεις του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 128 και 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 22 ) Εκφράζω όμως κάποιες επιφυλάξεις στο μέτρο που χαρακτηρίζει την επίδικη πράξη ως απλό «μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας». Εντούτοις, το ζήτημα αυτό δεν έχει περιληφθεί στη συζήτηση και ακόμη και αν ο χαρακτηρισμός αυτός ήταν ενδεχομένως εσφαλμένος, το γεγονός αυτό δεν θα είχε καμία συνέπεια για την έκβαση της διαφοράς.
( 23 ) Η σύμβαση αυτή υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950.
( 24 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 13ης Μαρτίου 2007, C-432/05, Unibet (Συλλογή 2007, σ. I-2271, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 25 ) Απόφαση της 4ης Μαΐου 2006, C-508/03, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 2006, σ. I-3969, σκέψη 68 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 26 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Απριλίου 1997, C-90/95 P, de Compte κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1997, σ. I-1999, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 20ής Νοεμβρίου 2002, T-251/00, Lagardère και Canal+ κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II-4825, σκέψη 140).
( 27 ) Απόφαση της 6ης Απριλίου 1962, 13/61, de Geus (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 665).
( 28 ) Βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1987, 325/85, Ιρλανδία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 5041, σκέψη 18), και της 18ης Μαΐου 2000, C-107/97, Rombi και Arkopharma (Συλλογή 2000, σ. I-3367, σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 29 ) Η διάταξη αυτή προβλέπει τα εξής:
«Οι αποφάσεις των οποίων η έκδοση αποτελεί αφετηρία προθεσμίας για προσφυγή, οι κλητεύσεις και όσα έγγραφα καθορίζονται από τον πρόεδρο του [ΓΕΕΑ] κοινοποιούνται με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής. Όλες οι άλλες ανακοινώσεις γίνονται με απλή επιστολή.»
( 30 ) Απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2010, C-280/08 P, Deutsche Telekom κατά Επιτροπής (Συλλογή 2010, σ. Ι-9555, σκέψη 136). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 14ης Μαΐου 1998, C-259/96 P, Συμβούλιο κατά de Nil και Impens (Συλλογή 1998, σ. I-2915, σκέψεις 32 έως 34), και της 17ης Μαΐου 2001, C-449/98 P, IECC κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I-3875, σκέψη 70), καθώς και διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Ιουλίου 1995, C-149/95 P(R), Επιτροπή κατά Atlantic Container Line κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I-2165, σκέψη 58)· της 14ης Οκτωβρίου 1996, C-268/96 P(R), SCK και FNK κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-4971, σκέψη 52), και της 25ης Ιουνίου 1998, C-159/98 P(R), Ολλανδικές Αντίλλες κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1998, σ. I-4147, σκέψη 70).
( 31 ) Απόφαση της 6ης Μαρτίου 2001, C-274/99 P (Συλλογή 2001, σ. I-1611).
( 32 ) Σκέψη 120.
( 33 ) Σκέψη 121. Βλ., επίσης, απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C-197/99 P, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I-8461, σκέψη 81).
Full & Egal Universal Law Academy