ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PAOLO MENGOZZI
της 24ης Οκτωβρίου 2012 ( 1 )
Υπόθεση C-409/11
Gábor Csonka,
Tibor Isztli,
Dávid Juhász,
János Kiss,
Csaba Szontág
κατά
Magyar Állam
[αίτηση του Fővárosi Bíróság (Ουγγαρία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 72/166/EOK — Ασφάλιση αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα — Αφερεγγυότητα του ασφαλιστή — Παράλειψη παρεμβάσεως του οργανισμού που είναι αρμόδιος για την καταβολή αποζημιώσεως σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από όχημα ως προς το οποίο δεν είχε τηρηθεί η υποχρέωση ασφαλίσεως — Άρθρο 1, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 84/5/EOK — Άμεσο αποτέλεσμα — Προϋποθέσεις θεμελιώσεως της ευθύνης του κράτους έναντι τρίτων λόγω εσφαλμένης μεταφοράς οδηγίας στο εθνικό δίκαιο»
1.
Η νομοθεσία της Ένωσης σχετικά με την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία οχημάτων αποτελεί αντικείμενο πολυάριθμων ένδικων διαφορών. Η υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, που υποβλήθηκε από ουγγρικό δικαστήριο, παρέχει τώρα στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να εξετάσει ένα καινοφανές ζήτημα της συγκεκριμένης νομοθεσίας, καθώς τίθεται το ερώτημα αν, βάσει των οδηγιών που προΐσχυσαν της εκδοθείσας το 2009 κωδικοποιητικής οδηγίας ( 2 ), τα κράτη μέλη ήταν υποχρεωμένα να προβλέπουν την παρέμβαση οργανισμού αρμοδίου για την καταβολή αποζημιώσεως σε πρόσωπα που έχουν υποστεί ζημία από όχημα ασφαλισμένο σε αφερέγγυο ασφαλιστή, μη δυνάμενο να καταβάλει την αποζημίωση.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το δίκαιο της Ένωσης
2.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 1972, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των Κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής ( 3 ) –πρώτη οδηγία στον συγκεκριμένο τομέα, η οποία έχει σήμερα αντικατασταθεί από την οδηγία 2009/103–, όριζε ότι «[κάθε] Κράτος μέλος λαμβάνει υπό την επιφύλαξη εφαρμογής του άρθρου 4, όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη, η σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός του να καλύπτεται από ασφάλιση. Η έκταση της καλυπτομένης ευθύνης και οι όροι και συνθήκες της καλύψεως καθορίζονται με βάση τα μέτρα αυτά».
3.
Με τη δεύτερη οδηγία 84/5/ΕΟΚ, της 30ής Δεκεμβρίου 1983, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων ( 4 ) (στο εξής: δεύτερη οδηγία), η οποία έχει επίσης αντικατασταθεί από την οδηγία 2009/103, συνεχίστηκε η εναρμόνιση στον τομέα αυτόν.
4.
Κατά την έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 84/5, «είναι ανάγκη να προβλεφθεί ένας οργανισμός που θα εξασφαλίζει ότι το θύμα δεν θα παραμένει χωρίς αποζημίωση στην περίπτωση που το όχημα που προξένησε το ατύχημα δεν είναι ασφαλισμένο ή είναι αγνώστων στοιχείων· […] είναι σημαντικό, χωρίς να τροποποιηθούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη, όσον αφορά τον επικουρικό ή μη χαρακτήρα της παρέμβασης του οργανισμού αυτού, καθώς και οι εφαρμοστέοι κανόνες σε θέματα υποκατάστασης, να προβλεφθεί ότι το θύμα ενός τέτοιου ατυχήματος μπορεί να στραφεί απευθείας στον οργανισμό αυτό, ως πρώτο σημείο επαφής», «[είναι δε] σκόπιμο, πάντως, να δοθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να εφαρμόσουν ορισμένες εξαιρέσεις περιορισμένης έκτασης όσον αφορά την παρέμβαση του οργανισμού αυτού και να προβλέψουν, σε περίπτωση υλικών ζημιών που προκάλεσε όχημα αγνώστων στοιχείων, δεδομένων των κινδύνων απάτης, ότι η αποζημίωση παρομοίων ζημιών μπορεί να περιοριστεί ή να αποκλειστεί».
5.
Με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 84/5 διευκρινιζόταν ότι «[η] ασφάλιση που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ καλύπτει υποχρεωτικά τις υλικές ζημίες και τις σωματικές βλάβες».
6.
Το άρθρο 1, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 84/5 όριζε ότι «[κάθε] κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποκαθιστά, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης της παραγράφου 1. Η διάταξη αυτή δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να προσδώσουν ή όχι στην παρέμβαση του οργανισμού αυτού επικουρικό χαρακτήρα, ούτε το δικαίωμα να ρυθμίζουν τις προσφυγές μεταξύ του οργανισμού αυτού και του υπεύθυνου ή των υπεύθυνων του ατυχήματος και των άλλων ασφαλιστών ή οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης που υποχρεούνται να αποζημιώσουν το θύμα για το ίδιο ατύχημα».
7.
Με το άρθρο 1, παράγραφος 4, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 84/5 διευκρινιζόταν, ωστόσο, ότι «τα κράτη μέλη μπορούν να αποκλείσουν από την παρέμβαση του οργανισμού αυτού τα πρόσωπα τα οποία επιβιβάστηκαν με τη θέλησή τους στο όχημα που προκάλεσε τη ζημία, στην περίπτωση που ο οργανισμός μπορεί να αποδείξει ότι γνώριζαν ότι το όχημα δεν ήταν ασφαλισμένο».
8.
Το άρθρο 2 της τρίτης οδηγίας 90/232/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 1990, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ασφάλιση αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων ( 5 ) (στο εξής: τρίτη οδηγία), η οποία έχει πλέον αντικατασταθεί από την οδηγία 2009/103, όριζε ότι «[τα] κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι όλα τα συμβόλαια υποχρεωτικής ασφάλισης της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των οχημάτων […] καλύπτουν, βάσει ενιαίου ασφαλίστρου, όλο το έδαφος της Κοινότητας […]».
9.
Με το άρθρο 3 της οδηγίας 90/232 προστέθηκε στο άρθρο 1, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 84/5 η εξής φράση:
«Ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιτρέπουν στον οργανισμό, προκειμένου να του καταβάλει την αποζημίωση στο θύμα του ατυχήματος, να απαιτεί από αυτό, να αποδείξει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ότι ο υπεύθυνος αδυνατεί ή αρνείται να πληρώσει.»
Η ουγγρική νομοθεσία
10.
Κατά τα άρθρα 14 και 15 της κυβερνητικής πράξεως 190/2004, για την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης των κατόχων αυτοκίνητων οχημάτων (Korm. Rendelet a gépjármű üzembentartójának kötelező felelősségbiztosításról, στο εξής: κυβερνητική πράξη 190/2004), ο Kártalanítási Számlát Kezelő MABISZ GKI (λογαριασμός αποζημιώσεως της ομοσπονδίας των ουγγρικών ασφαλιστικών εταιριών) υποκαθιστά τον ζημιώσαντα, όσον αφορά την αποζημίωση του ζημιωθέντος, μόνον αν αυτός δεν διαθέτει κατά τον χρόνο του ατυχήματος υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης, αν ο ζημιώσας είναι άγνωστος ή αν οι ζημίες προκλήθηκαν από όχημα που δεν έχει άδεια κυκλοφορίας ή έχει αποσυρθεί από την κυκλοφορία.
11.
Η κυβερνητική πράξη καταργήθηκε με τον νόμο LXII του 2009, για την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκίνητων (2009. évi LXII. törvény a kötelező gépjármű-felelősségbiztosításról, στο εξής: νόμος για την ασφάλιση οχημάτων), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2010.
12.
Το άρθρο 3, σημείο 21, του νόμου για την ασφάλιση αυτοκίνητων ορίζει το κεφάλαιο αποζημιώσεως (Kártalanításí Alap) ως «κεφάλαιο που συστήνεται και χρηματοδοτείται από τους ασφαλιστές […] με σκοπό την κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται από όχημα του οποίου ο κάτοχος έχει συνάψει, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, σύμβαση ασφάλισης με ασφαλιστή κατά του οποίου έχει κινηθεί διαδικασία αφερεγγυότητας».
13.
Το άρθρο 29, παράγραφος 3, του νόμου για την ασφάλιση αυτοκινήτων ορίζει ότι «[το] κεφάλαιο αποζημιώσεως καλύπτει την αξίωση του ζημιωθέντος κατά του ασφαλιστή, κατά του οποίου έχει κινηθεί διαδικασία αφερεγγυότητας, κατά το οριζόμενα από την ασφαλιστική σύμβαση και τον νόμο σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος αποζημιώσεως».
II – Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
14.
Η MAV Àltalános Biztosító Egyesület (στο εξής: MAV ή εταιρία την οποία αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης) είναι ασφαλιστική εταιρία συσταθείσα με τη μορφή ενώσεως μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, η οποία προσέφερε στα μέλη της προϊόντα σε χαμηλές τιμές, υπό την προϋπόθεση ότι οι ασφαλισμένοι τηρούσαν πλήρως τις υποχρεώσεις τους ως μέλη της ενώσεως. Κατόπιν ποινικώς κολάσιμων ενεργειών, η περιουσία της εν λόγω εταιρίας εξαντλήθηκε και η εταιρία κατέστη αφερέγγυα. Παρά τις δεκαπέντε εντολές που εξέδωσε μεταξύ 2003 και 2008 η Pénzügyi Szervezetek Àllami Felügyelete (αρχή εποπτείας των χρηματοπιστωτικών οργανισμών), δεν κατέστη δυνατή η συνέχιση της λειτουργίας της εταιρίας βάσει των σχετικών διατάξεων, με συνέπεια η ως άνω αρχή να ανακαλέσει στις 15 Αυγούστου 2008 την άδεια της MAV.
15.
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, μεταξύ 2006 και 2008, οι Gábor Csonka, Tibor Isztli, Dávid Juhász, János Kiss και Csaba Szontág, ενάγοντες της κύριας δίκης, προκάλεσαν με τα οχήματά τους ζημίες σε διάφορα πρόσωπα. Είχαν όλοι συνάψει σύμβαση ασφαλίσεως αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων με τη MAV, η οποία εν τω μεταξύ κατέστη αφερέγγυα.
16.
Μολονότι η ουγγρική νομοθεσία προβλέπει, από 1ης Ιανουαρίου 2010, προστασία των θυμάτων ατυχημάτων προκληθέντων από πελάτες ασφαλιστικής εταιρίας που έχει καταστεί αφερέγγυα, δεν προβλεπόταν τέτοια προστασία όταν συνέβησαν τα ατυχήματα στα οποία εμπλέκονται οι ενάγοντες της κύριας. Κατά συνέπεια, υποχρεώθηκαν αυτοί, αντί για την ασφαλιστική εταιρία τους, να καλύψουν με την περιουσία τους τις προκληθείσες ζημίες ( 6 ).
17.
Φρονώντας ότι το Ουγγρικό Δημόσιο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα από το άρθρο 3 της οδηγίας 72/166, επειδή δεν έλαβε έως την 1η Ιανουαρίου 2010 τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της παρεμβάσεως οργανισμού αρμόδιου για την καταβολή αποζημιώσεως σε περίπτωση κατά την οποία ο ασφαλιστής του προσώπου που ευθύνεται για την προκληθείσα από αυτοκίνητο όχημα ζημία έχει καταστεί αφερέγγυος, οι ενάγοντες της κύριας δίκης άσκησαν αγωγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, με αίτημα την αναγνώριση της ευθύνης του Δημοσίου και την καταβολή αποζημιώσεως.
18.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Fővárosi Bíróság αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και, με απόφαση που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 1 Αυγούστου 2011, υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Κατά τον χρόνο προκλήσεως των ζημιών από τους ενάγοντες, είχε το ουγγρικό κράτος συμμορφωθεί προς την οδηγία 72/166/ΕΟΚ , λαμβανομένων υπόψη, ιδίως, των υποχρεώσεων που θέτει το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής; Μπορεί, στην περίπτωση αυτή, να θεωρηθεί ότι η εν λόγω οδηγία αναπτύσσει άμεσο αποτέλεσμα όσον αφορά τους ενάγοντες;
2) Σύμφωνα με την ισχύουσα [νομοθεσία της Ένωσης], μπορεί ο ιδιώτης του οποίου εθίγησαν τα δικαιώματα επειδή το εν λόγω κράτος δεν συμμορφώθηκε προς την οδηγία 72/166/ΕΟΚ, να απαιτήσει από αυτό να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας επικαλούμενος απευθείας [τη νομοθεσία της Ένωσης] έναντι του κράτους μέλους που αθετεί την υποχρέωσή του, προκειμένου να αποκομίσει τις εγγυήσεις που το κράτος αυτό όφειλε να του παρέχει;
3) Σύμφωνα με την ισχύουσα [νομοθεσία της Ένωσης], μπορεί ο ιδιώτης του οποίου εθίγησαν τα δικαιώματα επειδή δεν εφαρμόστηκε η οδηγία 72/166/ΕΟΚ να ζητήσει αποζημίωση από το κράτος λόγω της παράλειψης αυτής;
4) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, υποχρεούται το ουγγρικό δημόσιο σε αποζημίωση είτε των εναγόντων είτε των ζημιωθέντων σε τροχαία ατυχήματα που προκλήθηκαν από τους ενάγοντες; […]
5) Μπορεί να αναζητηθεί ευθύνη του κράτους σε περίπτωση που η ζημία οφείλεται σε σφάλμα κατά τη νομοθετική διαδικασία;
6) Είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ η κυβερνητική πράξη 190/2004 […], η οποία ίσχυε μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2010, ή παρέβη η Ουγγαρία την υποχρέωσή της να μεταφέρει στο ουγγρικό δίκαιο τις υποχρεώσεις που εισάγει η οδηγία αυτή;»
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
19.
Η Ουγγρική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου και ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 26ης Σεπτεμβρίου 2012.
IV – Νομική ανάλυση
20.
Με τα υποβληθέντα από το αιτούν δικαστήριο ερωτήματα ζητείται ουσιαστικά να διευκρινιστεί α) αν τα κράτη μέλη ήταν υποχρεωμένα, δυνάμει της οδηγίας 72/166, να προβλέψουν την παρέμβαση οργανισμού αρμοδίου για την καταβολή αποζημιώσεως στα θύματα ατυχημάτων προκληθέντων από αυτοκίνητα οχήματα, σε περίπτωση που ο ασφαλιστής του υπαιτίου του ατυχήματος είναι αφερέγγυος και β) υπό ποιες προϋποθέσεις είναι δυνατόν ιδιώτες να αναζητήσουν ευθύνη από το Ουγγρικό Δημόσιο για εσφαλμένη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας στο εθνικό δίκαιο.
21.
Διευκρινίζω, καταρχάς, ότι οι οδηγίες 72/166, 84/5 και 90/232, μολονότι καταργήθηκαν από την οδηγία 2009/103, αποτελούν εντούτοις το νομικό πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου επελεύσεως των ζημιών.
Α – Επί της ερμηνείας του όρου «αυτοκίνητο, ως προς το οποίο δεν είχε τηρηθεί η υποχρέωση ασφάλισης»
22.
Το κύριο νομικό ζήτημα που τίθεται με την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι το αν η υποχρέωση που υπέχουν τα κράτη μέλη από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/166 περιλαμβάνει τη θέσπιση μηχανισμών αποζημιώσεως των θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων στην ειδική περίπτωση κατά την οποία ο υπαίτιος της ζημίας έχει συνάψει σύμβαση ασφαλίσεως αστικής ευθύνης που απορρέει από την κυκλοφορία οχημάτων με αφερέγγυο ασφαλιστή. Ειδικότερα, ζητείται από το Δικαστήριο να κρίνει αν η κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης που ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης υποχρέωνε τα κράτη μέλη να προβλέπουν, για τις περιπτώσεις αυτές, την παρέμβαση του εγγυητικού οργανισμού, του οποίου τη θέσπιση επιτάσσει το άρθρο 1, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 84/5.
23.
Με τη διάταξη αυτή κατέστη υποχρεωτική η ίδρυση οργανισμού αρμόδιου για την καταβολή αποζημιώσεως σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από «όχημα, ως προς το οποίο δεν είχε τηρηθεί η επιβαλλόμενη από την παράγραφο 1 [του άρθρου 1 της οδηγίας 84/5] υποχρέωση ασφάλισης». Οι ενάγοντες της κύριας δίκης διατείνονται ότι η διάταξη αυτή καλύπτει και οχήματα για τα οποία έχει συναφθεί σύμβαση ασφαλίσεως αστικής ευθύνης με ασφαλιστή ο οποίος κατέστη αφερέγγυος. Βάσει της ερμηνείας αυτής, το δίκαιο της Ένωσης υποχρεώνει την Ουγγαρία να προβλέπει την παρέμβαση οργανισμού αρμοδίου για την καταβολή αποζημιώσεως στις περιπτώσεις αυτές, ως απαραίτητο μέτρο, κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας 72/166, για την ασφαλιστική κάλυψη της αστικής ευθύνης που απορρέει από την κυκλοφορία οχημάτων.
1. Ιστορική, γραμματική και τελολογική ερμηνεία
24.
Κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και τα συμφραζόμενά της και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αυτή αποτελεί μέρος ( 7 ).
25.
Συναφώς, διευκρινίζω ευθύς ότι, μολονότι στα προδικαστικά ερωτήματα γίνεται αναφορά μόνο στο άρθρο 3 της οδηγίας 72/166, εντούτοις το άρθρο αυτό αποτελεί μέρος ενός πολύ ευρύτερου κανονιστικού πλαισίου, το οποίο χαρακτηρίζεται από τη διαδοχική θέσπιση οδηγιών, με τις οποίες διευρύνθηκε το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 3.
26.
Η οδηγία 72/166 είναι η πρώτη που θεσπίστηκε στον συγκεκριμένο τομέα. Αρχικός σκοπός της ήταν η ενίσχυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των οχημάτων και των επιβαινόντων σε αυτά προσώπων, διά της καταργήσεως του ελέγχου της ασφαλιστικής καλύψεως στα σύνορα και διασφαλίζοντας παράλληλα ότι τα οχήματα διαθέτουν ασφαλιστική κάλυψη, προς διαφύλαξη των συμφερόντων τυχόν θυμάτων ατυχήματος προκληθέντος από αυτά ( 8 ). Προς τούτο, η οδηγία καθιέρωσε, σε κοινοτικό επίπεδο, υποχρέωση ασφαλίσεως, ούτως ώστε όλα τα οχήματα που σταθμεύουν στο έδαφος κράτους μέλους της Κοινότητας να είναι ασφαλισμένα. Αυτή ακριβώς την έννοια έχει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/166, του οποίου η διατύπωση είναι εξαιρετικά γενική και το οποίο απλώς ορίζει –θυμίζω– ότι «[κάθε] Κράτος μέλος λαμβάνει υπό την επιφύλαξη εφαρμογής του άρθρου 4, όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη, η σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός του να καλύπτεται από ασφάλιση» ( 9 ). Επομένως, από το γράμμα του άρθρου αυτού προκύπτει ότι σκοπός του είναι μόνο να υποχρεώσει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν, στην εσωτερική έννομη τάξη, γενική υποχρέωση ασφαλίσεως των αυτοκινήτων, δηλαδή να υποχρεώσουν όλους του κυρίους ή κατόχους οχήματος να μετακυλίσουν συμβατικώς την αντίστοιχη αστική ευθύνη σε ασφαλιστική εταιρία.
27.
Το άρθρο 3 της οδηγίας 72/166 πρέπει, πάντως, να εξεταστεί υπό το πρίσμα των διευκρινίσεων που απορρέουν από τις μεταγενέστερες οδηγίες, και ειδικότερα από την οδηγία 84/5, ώστε να προσδιοριστούν οι υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη, δεδομένης της επιταγής να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη που απορρέει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός τους να καλύπτεται από ασφάλιση.
28.
Συγκεκριμένα, ο νομοθέτης της Ένωσης, στο πλαίσιο της επιτεύξεως της προσεγγίσεως των νομοθεσιών, η οποία, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, πρέπει να έχει το ελάχιστο δυνατό περιεχόμενο και να μπορεί να διενεργηθεί σταδιακά, έχει παρέμβει επανειλημμένως, προκειμένου να καθορίσει και να διευκρινίσει ( 10 ) το γενικό σύστημα ασφαλίσεως αστικής ευθύνης που απορρέει από την κυκλοφορία μηχανοκίνητων οχημάτων. Παγίως υπενθυμίζεται η σημασία που προσδίδει ο νομοθέτης στην κατάσταση των θυμάτων. Συγκεκριμένα, σκοπός της οδηγίας 84/5 είναι, μεταξύ άλλων, να διασφαλιστεί ότι «το θύμα δεν θα παραμένει χωρίς αποζημίωση στην περίπτωση που το όχημα που προξένησε το ατύχημα δεν είναι ασφαλισμένο ή είναι αγνώστων στοιχείων», προβλέπεται δε προς τούτο η παρέμβαση ενός οργανισμού ( 11 ). Ο οργανισμός αυτός δεν παρεμβαίνει αυτομάτως –προβλέπονται δύο μόνον περιπτώσεις– και ο νομοθέτης επιδίωξε, σε ορισμένο βαθμό και παράλληλα με την επιδίωξη του σκοπού της προστασίας των θυμάτων, να περιορίσει την οικονομική επιβάρυνση που ενδεχομένως θα προκαλούσε η παρέμβαση του οργανισμού αυτού ( 12 ), παρέχοντας στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να θεσπίζουν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις όσον αφορά ακριβώς την παρέμβαση του εν λόγω οργανισμού ( 13 ).
29.
Συνεπώς, ενώ από το άρθρο 1 της οδηγίας 84/5 συνάγεται ότι στα κατά το άρθρο 3 της οδηγίας 72/166 απαραίτητα μέτρα συγκαταλέγεται η ίδρυση οργανισμού «αποστολή του οποίου είναι να αποκαθιστά […] τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες» ( 14 ), η παρέμβαση του οργανισμού αυτού περιορίζεται ρητώς στις ζημίες «που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφαλίσεως» ( 15 ) και τούτο με την επιφύλαξη της ευχέρειας των κρατών μελών «να προσδώσουν ή όχι στην παρέμβαση του οργανισμού αυτού επικουρικό χαρακτήρα» ( 16 ).
30.
Ενδιαφέρον έχει και η εξέταση των νομοπαρασκευαστικών εργασιών της οδηγίας 84/5. Από τις εργασίες αυτές προκύπτει ότι ο νομοθέτης είχε σε ορισμένο βαθμό τη βούληση να περιορίσει τις περιπτώσεις υποχρεωτικής παρεμβάσεως του οργανισμού που έπρεπε να συσταθεί κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 84/5 και να ορίσει κατά τρόπο περιοριστικό τον όρο «αυτοκίνητο, ως προς το οποίο δεν είχε τηρηθεί η υποχρέωση ασφάλισης». Συγκεκριμένα, στην αρχική πρόταση της οδηγίας 84/5, προβλεπόταν η εξομοίωση του «μη ασφαλισμένου» ( 17 ) με όχημα το οποίο προκάλεσε ζημίες, ως προς τις οποίες ο ασφαλιστής, δυνάμει διατάξεως νόμου ή νόμιμης συμβατικής διατάξεως, δύναται να αρνηθεί την πληρωμή, αλλά η πρόταση αυτή δεν έγινε εν τέλει δεκτή.
31.
Από την αξιοσημείωτη αυτή εξέλιξη μεταξύ του κειμένου της προτάσεως και του τελικού κειμένου της οδηγίας 84/5 αντλώ δύο συμπεράσματα. Καταρχάς, είναι προφανές ότι, κατά το πνεύμα του νομοθέτη, το όχημα ως προς το οποίο δεν έχει τηρηθεί η υποχρέωση ασφαλίσεως ( 18 ) ταυτίζεται με ανασφάλιστο όχημα ( 19 ), όπως άλλωστε επιβεβαιώνεται από το κείμενο του άρθρου 1, παράγραφος 4, πέμπτο εδάφιο, της οδηγίας 84/5 ( 20 ). Περαιτέρω, είναι σαφές ότι ο νομοθέτης της Ένωσης περιόρισε συνειδητά, στο τελικό κείμενο της οδηγίας 84/5, τις περιπτώσεις παρεμβάσεως του προβλεπόμενου να συσταθεί οργανισμού, καθώς ορίζει ότι ο οργανισμός αυτός παρεμβαίνει, εκτός της περιπτώσεως του οχήματος αγνώστων στοιχείων, μόνο σε περίπτωση «οχήματος για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης της παραγράφου 1», δηλαδή οχήματος για το οποίο δεν έχει συναφθεί ασφαλιστική σύμβαση. Η παρέμβαση του νομοθέτη το 1983 εμφαίνει ότι, κατά την αντίληψή του, το άρθρο 3 της οδηγίας 72/166 δεν αποτελεί γενική ρήτρα που υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν μηχανισμό εγγυήσεως.
32.
Σημειωτέον ότι ο νομοθέτης δεν αρκέστηκε στην πρόβλεψη ότι ο εν λόγω οργανισμός πρέπει να παρεμβαίνει σε περίπτωση προκλήσεως ζημιών από όχημα για το οποίο δεν έχει τηρηθεί η υποχρέωση ασφαλίσεως εν γένει, αλλά έκρινε σκόπιμο να διευκρινίσει ότι υποχρέωση τέτοιας παρεμβάσεως υφίσταται μόνο για ζημίες οι οποίες έχουν προκληθεί από όχημα για το οποίο δεν έχει τηρηθεί η υποχρέωση ασφαλίσεως της παραγράφου 1 του άρθρου 1 της οδηγίας 84/5.
33.
Υπάρχει εξήγηση γι’ αυτό. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 3 της οδηγίας 72/166 –στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 84/5–, τα κράτη μέλη είχαν την υποχρέωση να λάβουν «όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη, η σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός του να καλύπτεται από ασφάλιση», η πρόκληση ζημιών από μη ασφαλισμένο όχημα θα αρκούσε για να διαπιστωθεί ότι το κράτος μέλος δεν έχει εκπληρώσει την υποχρέωσή του να διασφαλίσει ότι όλα τα οχήματα είναι ασφαλισμένα ( 21 ). Μπορεί, κατά τρόπον έμμεσο βεβαίως, να γίνει δεκτό ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, το κράτος μέλος δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, οπότε αναλαμβάνει μέρος της ευθύνης όσον αφορά την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο ζημιωθείς από όχημα ως προς το οποίο δεν είχε τηρηθεί η υποχρέωση ασφαλίσεως. Η παράλειψη αυτή του κράτους μέλους δικαιολογεί την παρέμβαση οργανισμού αρμοδίου για την καταβολή αποζημιώσεως στον ζημιωθέντα.
34.
Εντελώς διαφορετική είναι η περίπτωση κατά την οποία ο υπαίτιος της ζημίας έχει συνάψει σύμβαση ασφαλίσεως με αφερέγγυο ασφαλιστή. Η υπό κρίση υπόθεση καθιστά εμφανή τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ, αφενός, του γενικού συστήματος ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία μηχανοκίνητων οχημάτων, όπως το σύστημα αυτό έχει σταδιακά εναρμονιστεί σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, και, αφετέρου, του συστήματος εγγυήσεως της ασφαλίσεως αστικής ευθύνης, το οποίο θεωρώ ότι πρέπει ως επί το πλείστον να δημιουργηθεί ( 22 ).
35.
Υπό τις συνθήκες αυτές, θεωρώ ότι δεν μπορώ να υποστηρίξω μια ερμηνεία του άρθρου 3 της οδηγίας 72/166 κατά την έννοια που επιθυμούν οι ενάγοντες της κύριας δίκης. Κατά το γράμμα της διατάξεως αυτής, κάθε κράτος μέλος υποχρεούται να «λαμβάνει […] όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε […] η αστική ευθύνη […] να καλύπτεται από ασφάλιση», και όχι τα απαραίτητα μέτρα για την εγγύηση της καλυπτόμενης από ασφάλιση αστικής ευθύνης ( 23 ). Η διαφορά είναι σημαντική και η ερμηνεία την οποία προτείνουν οι ως άνω ενάγοντες θεωρώ ότι διευρύνει υπερβολικά, μέχρι παραμορφώσεως, τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης, η δε σιωπή του όσον αφορά την περίπτωση του αφερέγγυου ασφαλιστή θεωρώ ότι μάλλον αντικατοπτρίζει τους δισταγμούς των κρατών μελών να καθιερώσουν δικαίωμα πολύ ευρύτερο της αποζημιώσεως από τον οργανισμό, λόγω των οικονομικών συνεπειών της, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, βρίσκονταν στο επίκεντρο των προβληματισμών του εν λόγω νομοθέτη.
36.
Μετά την οδηγία 84/5, η εξέλιξη της σχετικής ρυθμίσεως της Ένωσης ακολουθεί την ίδια κατεύθυνση. Με την οδηγία 90/232 ο νομοθέτης της Ένωσης εξακολουθεί να θέτει ως σκοπό το να «διασφαλιστεί παρόμοια μεταχείριση των θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων άσχετα με το που λαμβάνει χώρα το ατύχημα στο εσωτερικό της Κοινότητας» ( 24 ). Επεξέτεινε έτσι ρητώς την προστασία στην κατηγορία των προσώπων που αποτελείται από τους λοιπούς, πέραν του οδηγού, επιβάτες ( 25 ) και, με την προσθήκη μιας φράσης στο άρθρο 1, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 84/5, υποχρέωσε τα κράτη μέλη να μην επιτρέπουν «στον οργανισμό να απαιτεί, προκειμένου να καταβάλει την αποζημίωση, να αποδείξει το θύμα καθ’ οιονδήποτε τρόπο ότι το υπεύθυνο για το ατύχημα μέρος δεν είναι σε θέση ή αρνείται να πληρώσει» ( 26 ). Ουδέν αναφέρεται όσον αφορά το ζήτημα του αφερέγγυου ασφαλιστή.
37.
Επομένως, οι οδηγίες που αποτελούν το εφαρμοστέο εν προκειμένω νομικό πλαίσιο δεν περιέχουν καμία αναφορά στην περίπτωση του αφερέγγυου ασφαλιστή. Σκόπιμο είναι να επισημανθεί ότι το κείμενο της οδηγίας 2009/103, με την οποία διαρθρώθηκαν σε ενιαίο κείμενο και ενοποιήθηκαν, χωρίς να τροποποιηθούν επί της ουσίας, οι διατάξεις των προγενέστερων οδηγιών σχετικά με την ασφάλιση αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία οχημάτων, δεν περιέχει συναφώς περαιτέρω διευκρινίσεις. Σκοπός της οδηγίας εξακολουθεί να είναι το να εξασφαλιστεί ότι «το θύμα δεν θα παραμένει χωρίς αποζημίωση στην περίπτωση που το όχημα που προξένησε το ατύχημα δεν είναι ασφαλισμένο» ( 27 ), διατηρώντας ταυτόχρονα τη δυνατότητα των κρατών μελών να εφαρμόσουν ορισμένες εξαιρέσεις περιορισμένης έκτασης όσον αφορά την παρέμβαση του οργανισμού ( 28 ).
38.
Επομένως, ενώ, κατά τον χρόνο εκδόσεως των οδηγιών 72/166, 84/5 και 90/232, θα μπορούσε να γίνει λόγος για έλλειψη διορατικότητας του νομοθέτη όσον αφορά το ζήτημα της αφερεγγυότητας, τούτο δεν μπορεί να γίνει δεκτό κατά τον χρόνο εκδόσεως της οδηγίας 2009/103. Συγκεκριμένα, ο νομοθέτης της Ένωσης έλαβε, στο μεταξύ, ορισμένα μέτρα, αντιμετωπίζοντας ευθέως, σε συγκεκριμένους τομείς, το ζήτημα της αφερεγγυότητας του παρέχοντος υπηρεσίες ( 29 ). Διαπιστώνεται ότι ο νομοθέτης δεν ενήργησε έτσι όσον αφορά την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που απορρέει από την κυκλοφορία οχημάτων.
2. Νομολογιακή ερμηνεία
39.
Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα, βάσει της ιστορικής, της γραμματικής και της τελολογικής ερμηνείας επιβεβαιώνεται από ορισμένα ερμηνευτικά στοιχεία που απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου και είναι χρήσιμα για την υπόθεση που εξετάζουμε.
40.
Είναι αληθές ότι το Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί ευθέως επί του ερμηνευτικού ζητήματος που τίθεται με την υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Έχει, ωστόσο, ερμηνεύσει, σε πολλές περιπτώσεις και υπό διαφορετικά πλαίσια, τις οδηγίες σχετικά με την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης που απορρέει από την κυκλοφορία οχημάτων. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι «σκοπός των ρυθμίσεων του δικαίου της Ένωσης […] είναι να διασφαλιστεί, αφενός, η ελεύθερη κυκλοφορία τόσο των αυτοκινήτων που συνήθως σταθμεύουν στο έδαφος της Ένωσης όσο και των προσώπων που επιβαίνουν σε αυτά και, αφετέρου, ότι τα θύματα των ατυχημάτων που προκαλούνται από τα ως άνω αυτοκίνητα θα έχουν παρόμοια μεταχείριση, ανεξαρτήτως του σημείου του εδάφους της Ένωσης όπου συμβαίνει το ατύχημα» ( 30 ), χρησιμοποιώντας διατύπωση παραπλήσια με το προοίμιο της οδηγίας 72/166. Ειδικότερα, κατά την ερμηνεία του Δικαστηρίου, το άρθρο 3, παράγραφος 33, της εν λόγω οδηγίας «επιβάλλει […] στα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι η αστική ευθύνη που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός τους καλύπτεται από ασφάλιση και προσδιορίζει, ιδίως, τα είδη ζημιών και τους τρίτους, θύματα ατυχήματος, που η ασφάλιση αυτή πρέπει να καλύπτει» ( 31 ).
41.
Με την απόφαση Evans ( 32 ) το Δικαστήριο προδιέγραψε την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 84/5, αποφαινόμενο ότι, προκειμένου περί ανεπαρκώς ασφαλισμένων οχημάτων ( 33 ), «ακόμη και αν το θύμα είναι σε θέση να εντοπίσει την ταυτότητα του αντιδίκου προκειμένου να προσφύγει στη δικαιοσύνη, υπάρχει κίνδυνος παρόμοια προσφυγή να αποδεικνύεται συνηθέστατα περιττή για τον λόγο ότι ο αντίδικος δεν διαθέτει τα αναγκαία οικονομικά μέσα προς εκτέλεση της εκδιδόμενης εις βάρος του δικαστικής αποφάσεως» ( 34 ), για τον λόγο δε αυτόν η οδηγία 84/5 προβλέπει την ίδρυση οργανισμού προς αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων. Επειδή, όμως, η υπόθεση της κύριας δίκης αφορούσε τις προϋποθέσεις αποζημιώσεως για ζημία προκληθείσα από άγνωστο όχημα, το Δικαστήριο δεν συμπεριέλαβε στην ανάλυσή του την περίπτωση οχήματος «για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης».
42.
Με την προπαρατεθείσα απόφαση Churchill Insurance Company και Evans το Δικαστήριο συνήγαγε νέο ερμηνευτικό στοιχείο της έννοιας αυτής. Συγκεκριμένα, επισήμανε, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υποθέσεως, ότι «η περίπτωση κατά την οποία ο οδηγός του αυτοκινήτου που προκάλεσε το ατύχημα ήταν ανασφάλιστος, ενώ άλλο πρόσωπο ήταν ασφαλισμένο ως οδηγός του συγκεκριμένου οχήματος, και η περίπτωση [του άρθρου] 1, παράγραφος 4, τρίτο εδάφιο, της δεύτερης οδηγίας, [κατά την οποία το όχημα που προκάλεσε το ατύχημα δεν ήταν ασφαλισμένο], δεν είναι παρόμοιες, ούτε συγκρίσιμες» ( 35 ). Διαπίστωσε, επίσης, ότι «η παρέμβαση του εθνικού οργανισμού έχει προβλεφθεί ως ύστατο μέτρο» μόνο για τις δύο αυτές περιπτώσεις ( 36 ) και επιβεβαίωσε ότι, «παρά τον γενικό σκοπό της προστασίας των θυμάτων τον οποίο επιδιώκουν οι ρυθμίσεις του δικαίου της Ένωσης […], [ο νομοθέτης επέτρεψε] στα κράτη μέλη να αποκλείσουν την παρέμβαση του οικείου οργανισμού σε συγκεκριμένες περιπτώσεις» ( 37 ).
3. Τελικές παρατηρήσεις
43.
Από το σύνολο της προηγηθείσας αναλύσεως προκύπτει ότι δεν υπάρχει στα κείμενα των σχετικών διατάξεων καμία ένδειξη περί υποχρεωτικής παρεμβάσεως του οργανισμού σε περίπτωση αφερεγγυότητας του ασφαλιστή του υπαιτίου. Η ανάλυση των κειμένων, καθώς και της εξελίξεώς τους, μολονότι βεβαίως εμφαίνει πάγια μέριμνα για προστασία των θυμάτων, εντούτοις καθιστά προφανές και το γεγονός ότι ο σκοπός αυτός σταθμίζεται με την οικονομική επιβάρυνση που συνεπάγεται η παρέμβαση του προβλεπόμενου από το άρθρο 1, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 84/5 οργανισμού, οπότε, ακόμη και όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, ο εν λόγω οργανισμός να υποχρεούται να επεμβαίνει μόνο στις δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις, τα δε κράτη μέλη να διατηρούν τη δυνατότητα περιορισμού της παρεμβάσεως αυτής.
44.
Εν τέλει, τονίζω ακόμη μια φορά τη σημαντική διαφορά μεταξύ της περιπτώσεως του αυτοκινήτου ως προς το οποίο δεν έχει τηρηθεί η κατά το άρθρο 3 της οδηγίας 72/166 υποχρέωση ασφαλίσεως και της περιπτώσεως του αυτοκινήτου που είναι ασφαλισμένο σε αφερέγγυο ασφαλιστή. Συγκεκριμένα, το αυτοκίνητο ως προς το οποίο δεν έχει τηρηθεί η υποχρέωση ασφαλίσεως δεν είναι ασφαλισμένο. Στην περίπτωση, όμως, του ασφαλισμένου σε αφερέγγυο ασφαλιστή αυτοκινήτου, η υποχρέωση ασφαλίσεως αστικής ευθύνης που απορρέει από την κυκλοφορία οχημάτων έχει τηρηθεί. Η κάλυψη του κινδύνου υφίσταται, πλην όμως η καταβολή της αποζημιώσεως καθυστερεί, λόγω της οικονομικής καταστάσεως του ασφαλιστή.
45.
Η θεμελιώδης αυτή διαφορά αποτυπώνεται ως εξής.
46.
Στην πρώτη περίπτωση –μη σύναψη ασφαλιστικής συμβάσεως– υπάρχει διμερής και άμεση έννομη σχέση μεταξύ του θύματος και του υπαιτίου. Στην ειδική αυτή περίπτωση ο νομοθέτης της Ένωσης έχει ρητώς προβλέψει την παρέμβαση του οργανισμού για την αποζημίωση του θύματος, ιδίως λόγω του ότι εν προκειμένω πρόκειται για δύο «αποδυναμωμένα» μέρη.
47.
Στη δεύτερή περίπτωση –σύναψη ασφαλιστικής συμβάσεως με αφερέγγυο ασφαλιστή– η έννομη σχέση καθίσταται τριγωνική, καθώς εμπλέκεται, πέραν του υπαιτίου και του ζημιωθέντος, επιχειρηματίας του οποίου η δραστηριότητα διέπεται, εξάλλου, από πολυπλοκότερο νομικό πλαίσιο, το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ρυθμίσεις προληπτικού χαρακτήρα. Δεν αποκλείεται, συνεπώς, να προβλέπει ο νόμος ειδικά μέσα για την επίτευξη της αποζημιώσεως ( 38 ), με συνέπεια να καθίσταται λιγότερο αναγκαία η παρέμβαση του οργανισμού.
48.
Τέλος, η ερμηνεία αυτή της ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης δεν αποκλείει, υπενθυμίζω, τη δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν μέτρα ευνοϊκότερα για τα θύματα. Πάντως, όπως επισημαίνει η Ουγγρική Κυβέρνηση, το Alkotmánybíróság (Συνταγματικό Δικαστήριο) εξέδωσε στις 8 Νοεμβρίου 2011 απόφαση ( 39 ) με την οποία έκρινε ότι ο Ούγγρος νομοθέτης δεν έχει θεσπίσει τις αναγκαίες εγγυήσεις για την εύρυθμη λειτουργία των εταιριών αλληλασφαλίσεως –νομική μορφή με την οποία είχε συσταθεί η MAV– και ότι παρέβη το Σύνταγμα διά παραλείψεως, διότι δεν θέσπισε μέτρα πρόσφορα για την εξασφάλιση της δυνατότητας ασκήσεως δικαιωμάτων που απορρέουν από συμβάσεις υποχρεωτικής ασφαλίσεως οχημάτων με ασφαλιστή κατά του οποίου έχει κινηθεί η διαδικασία αφερεγγυότητας πριν την 1η Ιανουαρίου 2010.
49.
Για τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ότι δεν προσκρούει στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/166 και στο άρθρο 1, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 84/5 εθνική κανονιστική ρύθμιση κατά την οποία ο οργανισμός που συστήνεται δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 84/5 δεν υποχρεούται να παρεμβαίνει σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από όχημα για το οποίο έχει συναφθεί ασφαλιστική σύμβαση με αφερέγγυο ασφαλιστή.
Β – Επί του έκτου ερωτήματος
50.
Το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει αν η κυβερνητική πράξη 190/2004 συνάδει προς τις διατάξεις της οδηγίας 72/166.
51.
Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται, στο πλαίσιο διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, επί του συμβατού διατάξεων του εθνικού δικαίου με τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, καθώς το Δικαστήριο περιορίζεται στη λυσιτελή για το αιτούν δικαστήριο ερμηνεία των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, στο οποίο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει, εν τέλει, το συμβατό των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας με το δίκαιο της Ένωσης, προκειμένου να αποφανθεί επί της διαφοράς της κύριας δίκης ( 40 ).
Γ – Επί του άμεσου αποτελέσματος και των προϋποθέσεων θεμελιώσεως της ευθύνης του κράτους για εσφαλμένη μεταφορά οδηγίας στο εθνικό δίκαιο
52.
Βάσει της ερμηνείας που προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί, φρονώ ότι παρέλκει η απάντηση στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου σχετικά με το άμεσο αποτέλεσμα της οδηγίας και τις προϋποθέσεις θεμελιώσεως της ευθύνης του Ουγγρικού Δημοσίου λόγω εσφαλμένης μεταφοράς της οδηγίας 72/166 στο εσωτερικό δίκαιο. Επομένως, θα εξετάσω εν συντομία και όλως επικουρικώς τα ζητήματα αυτά.
53.
Καταρχάς, δεδομένου ότι η υποχρέωση συστάσεως οργανισμού αρμόδιου για την καταβολή αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από όχημα ως προς το οποίο δεν είχε τηρηθεί η υποχρέωση ασφαλίσεως απορρέει από το άρθρο 1, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 84/5, θεωρώ ότι τα ζητήματα του άμεσου αποτελέσματος και της θεμελιώσεως της ευθύνης του Ουγγρικού Δημοσίου, όπως έχουν τεθεί από το αιτούν δικαστήριο, αφορούν την οδηγία 84/5.
54.
Εξάλλου, είναι χρήσιμη η υπόμνηση ότι το ζήτημα του άμεσου αποτελέσματος διατάξεως οδηγίας είναι διαφορετικό από αυτό των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν ώστε να αναζητηθεί ευθύνη από κράτος μέλος, ενώπιον εθνικών δικαστηρίων, για παράβαση του δικαίου της Ένωσης ( 41 ).
55.
Συγκεκριμένα, αφενός, πρέπει να εξεταστεί αν, στο πλαίσιο μιας διαφοράς, οι ιδιώτες δύνανται να επικαλεστούν κατά του Δημοσίου ( 42 ) τη διάταξη της οδηγίας που δεν μεταφέρθηκε ή μεταφέρθηκε εσφαλμένα στην εσωτερική έννομη τάξη, προκειμένου να αποκλειστεί η εφαρμογή αντίθετης διατάξεως της εθνικής νομοθεσίας και να υποκατασταθεί η διάταξη αυτή από τη διάταξη της οδηγίας. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, διάταξη οδηγίας παράγει άμεσο αποτέλεσμα «όταν είναι, από άποψη περιεχομένου, απαλλαγμένη αιρέσεων και επαρκώς ακριβής» ( 43 ). Το ζήτημα είναι, επομένως, αν το άρθρο 1, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 84/5 παρέχει τη δυνατότητα να προσδιοριστεί με επαρκή σαφήνεια ο κύκλος των προσώπων που ωφελούνται από την επιβαλλόμενη από τη διάταξη αυτή υποχρέωση και το περιεχόμενο της αποστολής του οργανισμού που πρέπει να συσταθεί. Το εν λόγω άρθρο παραπέμπει εμμέσως στο άρθρο 3 της οδηγίας 72/166, το οποίο αφήνει ορισμένη ευχέρεια στα κράτη μέλη όσον αφορά τον τρόπο οργανώσεως του συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως· η ευχέρεια αυτή, πάντως, αφορά μόνο ζητήματα διαδικαστικά ή οργανωτικά ( 44 ) και όχι την ουσία της υποχρεωτικής ασφαλίσεως ούτε τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η παρέμβαση του οργανισμού ορίζεται ως υποχρεωτική ( 45 ). Επομένως, η παραπομπή αυτή δεν εμποδίζει να γίνει δεκτό ότι η επίμαχη διάταξη παράγει άμεσο αποτέλεσμα.
56.
Περαιτέρω, δεδομένου ότι πρόκειται για αποκατάσταση ζημίας, το άρθρο 1, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 84/5 αποσκοπεί στην εξασφάλιση των δικαιωμάτων των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποτελούν, ως εκ τούτου, τα πρόσωπα που αντλούν δικαιώματα από το άρθρο αυτό. Τούτο επιβεβαιώνεται από το άρθρο 1, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 84/5, το οποίο προβλέπει ρητώς ότι «[το] θύμα μπορεί σε κάθε περίπτωση να απευθυνθεί απευθείας στον οργανισμό, ο οποίος […] είναι υποχρεωμένος να του δώσει αιτιολογημένη απάντηση σχετικά με την παρέμβασή του».
57.
Υπό τις συνθήκες αυτές, μπορεί να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 1, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 84/5 παράγει άμεσο αποτέλεσμα.
58.
Αφετέρου, όσον αφορά την ευθύνη του Ουγγρικού Δημοσίου, πρέπει να εξεταστεί αν, λόγω της παραλείψεως ή της ενέργειας του κράτους μέλους, οι ιδιώτες δύνανται να προβάλουν, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, αξίωση αποζημιώσεως, επειδή στερήθηκαν τα δικαιώματά τους που απορρέουν από την οδηγία.
59.
Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ευθύνης των κρατών μελών για ζημίες που προκαλούνται στους ιδιώτες από καταλογιζόμενες σε αυτά παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης είναι σύμφυτη προς το σύστημα της Συνθήκης ( 46 ).
60.
Στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως γίνεται λόγος για εθνική νομολογία κατά την οποία οι ιδιώτες δεν δύνανται να επικαλεστούν πταίσμα του νομοθέτη στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως, όταν η ζημία οφείλεται σε ενέργειες ή παραλείψεις του νομοθέτη ( 47 ). Πρέπει, συνεπώς, να υπομνηστεί ότι η αρχή της ευθύνης του κράτους για ζημίες που προκαλούνται στους ιδιώτες από παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης οι οποίες του καταλογίζονται «ισχύει για κάθε περίπτωση παραβάσεως του [δικαίου της Ένωσης] από κράτος μέλος, όποιο και αν είναι το όργανο του κράτους μέλους του οποίου η πράξη ή η παράλειψη προκαλεί την παράβαση. […] [Το] γεγονός ότι η προσαπτόμενη παράβαση καταλογίζεται, κατά τους κανόνες του εσωτερικού δικαίου, στον εθνικό νομοθέτη δεν αποτελεί λόγο για να τεθούν υπό αμφισβήτηση οι απαιτήσεις οι συμφυείς με την προστασία των δικαιωμάτων των ιδιωτών, οι οποίοι επικαλούνται το [δίκαιο της Ένωσης] και, εν προκειμένω, το δικαίωμά τους προς αποκατάσταση της προκληθείσης από την εν λόγω παράβαση ζημίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων» ( 48 ).
61.
Όσον αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα κράτος μέλος οφείλει να αποκαθιστά τις ζημίες που προκλήθηκαν στους ιδιώτες από παραβιάσεις του [δικαίου της Ένωσης] που του καταλογίζονται, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτές είναι τρεις, «ήτοι ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου να αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, η παράβαση να είναι αρκούντως κατάφωρη και να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως της υποχρεώσεως που υπέχει το κράτος και της βλάβης που υπέστησαν οι ζημιωθέντες» ( 49 ).
62.
Το άρθρο 1, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 84/5 παρέχει στους ιδιώτες το δικαίωμα να απαιτήσουν την παρέμβαση του αρμόδιου για την καταβολή αποζημιώσεων οργανισμού στις δύο ρητώς προβλεπόμενες περιπτώσεις.
63.
Απόκειται εν συνεχεία στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει αν η εκ μέρους της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας εσφαλμένη μεταφορά της οδηγίας 84/5 στην εσωτερική έννομη τάξη προκάλεσε ζημία στους ενάγοντες της κύριας δίκης, ζημία η οποία έχει άμεση συνάφεια με την παράβαση της υποχρεώσεως τηρήσεως κανόνα δικαίου της Ένωσης. Κατά την ανάλυσή του, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του, μεταξύ άλλων, ότι οι ενάγοντες της κύριας δίκης δεν είναι οι ζημιωθέντες, αλλά αυτοί που προκάλεσαν τη ζημία, και να εξετάσει την αιτία της ζημίας, η οποία μπορεί να αναζητηθεί και στην απατηλή συμπεριφορά του ασφαλιστή. Το αιτούν δικαστήριο πρέπει επίσης να ρίξει φως στο ζήτημα αν οι ενάγοντες όντως είχαν την υποχρέωση, βάσει της ουγγρικής νομοθεσίας, να αποκαταστήσουν με ιδίους πόρους τις προκληθείσες ζημίες, τις οποίες δεν δύναται να αποκαταστήσει ο ασφαλιστής λόγω της αφερεγγυότητάς του.
64.
Αν το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει την ύπαρξη ζημίας, οφείλει περαιτέρω να διαπιστώσει αν η προαναφερθείσα παράβαση του δικαίου της Ένωσης είναι αρκούντως κατάφωρη ( 50 ), κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου. Προς τούτο πρέπει να συνεκτιμήσει τα στοιχεία της υποθέσεως, στα οποία περιλαμβάνονται «ο βαθμός σαφηνείας και ακριβείας του παραβιαζομένου κανόνα, ο ηθελημένος ή ακούσιος χαρακτήρας της διαπραχθείσας παραβιάσεως ή της προκληθείσας ζημίας, το συγγνωστόν ή ασύγγνωστον ενδεχόμενης νομικής πλάνης [και] το γεγονός ότι η στάση ενός κοινοτικού οργάνου μπορεί να συντέλεσε στη θέσπιση ή τη διατήρηση αντιθέτων προς το [δίκαιο της Ένωσης] εθνικών μέτρων ή πρακτικών» ( 51 ).
65.
Τέλος, τηρουμένων των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, η μορφή της αποζημιώσεως καθορίζεται από την εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους, υπό την προϋπόθεση ότι είναι ανάλογη προς τη ζημία και αποτελεσματική ( 52 ). Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι, προς καθορισμό του ύψους της αποζημιώσεως, ο εθνικός δικαστής μπορεί να ερευνήσει αν ο ζημιωθείς κατέβαλε τη δέουσα επιμέλεια, ώστε να αποφύγει τη ζημία ή να περιορίσει την έκτασή της ( 53 ). Το στοιχείο αυτό μπορεί να είναι χρήσιμο για το αιτούν δικαστήριο, λόγω της ιδιαιτερότητας της νομικής μορφής της ασφαλιστικής εταιρίας περί της οποίας πρόκειται στην κύρια δίκη και του ρόλου των ασφαλισμένων στη διαχείρισή της.
V – Πρόταση
66.
Για τους προεκτεθέντες λόγους προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα του Fővárosi Bíróság:
«1)
Δεν προσκρούει στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 1972, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των Κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής, και στο άρθρο 1, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 84/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Δεκεμβρίου 1983, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, εθνική κανονιστική ρύθμιση κατά την οποία ο οργανισμός που συστήνεται δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 84/5 δεν υποχρεούται να παρεμβαίνει σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από όχημα για το οποίο έχει συναφθεί ασφαλιστική σύμβαση με αφερέγγυο ασφαλιστή.
2)
Το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί, στο πλαίσιο διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, επί του συμβατού διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας με τους κανόνες δικαίου της Ένωσης, καθώς το Δικαστήριο περιορίζει την εξέτασή του στη λυσιτελή για το αιτούν δικαστήριο ερμηνεία των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, στο οποίο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει, εν τέλει, το συμβατό των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας με το δίκαιο της Ένωσης, προκειμένου να αποφανθεί επί της διαφοράς της κύριας δίκης.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Οδηγία 2009/103/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής (ΕΕ L 263, σ. 11).
( 3 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 136.
( 4 ) ΕΕ L 8, σ. 17.
( 5 ) ΕΕ L 129, σ. 33.
( 6 ) Η Ουγγρική Κυβέρνηση διευκρίνισε, αφενός, ότι η MAV κατέβαλε τις οφειλόμενες αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες και, αφετέρου, ότι οι ενάγοντες της κύριας δίκης είχαν εν μέρει αποζημιώσει, με δική τους πρωτοβουλία, τα θύματα για τις υλικές ζημίες.
( 7 ) Βλ., από την πλούσια σχετική νομολογία, απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2009, C-433/08, Yaesu Europe (Συλλογή 2009, σ. I-11487, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 8 ) Βλ. δεύτερη και τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 72/166.
( 9 ) Η Ουγγρική Κυβέρνηση επισήμανε, χωρίς να αντικρουστεί, ότι στο ουγγρικό κείμενο της διατάξεως αναφέρεται πιο συγκεκριμένα ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα, ώστε τα αυτοκίνητα να διαθέτουν ασφάλιση της αστικής ευθύνης.
( 10 ) Βλ. άρθρο 1 της οδηγίας 84/5.
( 11 ) Βλ. έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 84/5.
( 12 ) Βλ. όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 84/5.
( 13 ) Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 4, έκτο εδάφιο, της οδηγίας 84/5.
( 14 ) Άρθρο 1, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 84/5.
( 15 ) Στο αγγλικό κείμενο του άρθρου 1, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 84/5 γίνεται λόγος για «vehicle for which the insurance obligation provided for in paragraph 1 has not been satisfied», στο ιταλικό για «un veicolo […] per il quale non vi é sato adempimento dell’obbligo di assicurazione conformemente al paragrafo 1», και στο ισπανικό για «un vehículo […] por el cual no haya sido satisfecha la obligación de aseguramiento mencionada en el apratado 1». Το γερμανικό διαφέρει σημαντικά, καθώς σε αυτό γίνεται λόγος για μη ασφαλισμένα οχήματα («Jeder Mitgliedstaat schafft eine Stelle oder erkennt eine Stelle an, die für Sach- oder Personenschäden, welche durch ein nicht ermitteltes oder nicht im Sinne des Absatzes 1 versichertes Fahrzeug verursacht worden sind, zumindest in den Grenzen der Versicherungspflicht Ersatz zu leisten hat»).
( 16 ) Άρθρο 1, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 84/5.
( 17 ) Βλ. άρθρο 2 της προτάσεως της δεύτερης οδηγίας του Συμβουλίου για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων (ΕΕ 1980, C 214, σ. 10).
( 18 ) Φράση που χρησιμοποιείται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, της προτάσεως της δεύτερης οδηγίας, νυν άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 84/5.
( 19 ) Η φράση αυτή χρησιμοποιείται στο άρθρο 2 της προτάσεως της δεύτερης οδηγίας, χωρίς, όμως, να περιληφθεί στο τελικό κείμενο της οδηγίας 84/5.
( 20 ) Κατά το οποίο «[τα κράτη μέλη] μπορούν […] να επιτρέψουν μία απαλλαγή, για τις υλικές ζημίες που προκαλούνται από ανασφάλιστο όχημα, αντιτάξιμη στο θύμα» (η υπογράμμιση δική μου).
( 21 ) Με την επιφύλαξη, βεβαίως, των ειδικών περιπτώσεων του άρθρου 4 της οδηγίας 72/166, στις οποίες παραπέμπει άλλωστε ρητώς το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας.
( 22 ) Συναφώς, τόσο η Ουγγρική Κυβέρνηση όσο και η Επιτροπή αναφέρθηκαν στη Λευκή Βίβλο της Επιτροπής της 12ης Ιουλίου 2010, σχετικά με τα συστήματα εγγύησης των ασφαλίσεων [COM(2010) 370 τελικό]. Σύμφωνα με τη Λευκή Βίβλο, τα συστήματα εγγύησης των ασφαλίσεων «παρέχουν την έσχατη δυνατότητα προστασίας στους καταναλωτές όταν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν είναι σε θέση να εκπληρώσουν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους» και παρέχουν «προστασία από τον κίνδυνο μη ικανοποίησης των απαιτήσεων τους σε περίπτωση που η ασφαλιστική τους εταιρεία καταστεί αφερέγγυα». Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, από τις τριάντα χώρες που αποτελούν την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, μόνο δώδεκα διαθέτουν γενικό σύστημα εγγυήσεως των ασφαλίσεων και ότι για το 56 % των ασφαλίσεων, εκτός των ασφαλίσεων ζωής, δεν προβλέπεται καμία προστασία (βλ. Λευκή Βίβλος σχετικά με τα συστήματα εγγύησης των ασφαλίσεων, σ. 1). Η Επιτροπή πρότεινε τότε «να θεσπιστεί σε επίπεδο ΕΕ ένα συνεκτικό και νομικά δεσμευτικό πλαίσιο για την προστασία που παρέχουν τα [συστήματα εγγύησης των ασφαλίσεων], το οποίο θα είναι εφαρμοστέο σε όλους τους ασφαλισμένους και δικαιούχους, μέσω της έκδοσης οδηγίας όπως ορίζεται στο άρθρο 288 της [ΣΛΕΕ]». Εξάλλου, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι ουδέποτε κίνησε διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά κράτους μέλους, λόγω μη παρεμβάσεως οργανισμού εγγυήσεων σε περίπτωση αφερεγγυότητας ασφαλιστή της αστικής ευθύνης που απορρέει από την κυκλοφορία οχημάτων.
( 23 ) Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται ούτε από το γράμμα του άρθρου 2 της οδηγίας 90/232, κατά το οποίο «[τα] κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι όλα τα συμβόλαια υποχρεωτικής ασφάλισης της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των οχημάτων […] εξασφαλίζουν, βάσει αυτού του ίδιου ενιαίου ασφαλίστρου, σε κάθε κράτος μέλος, την κάλυψη που απαιτείται από τη νομοθεσία του», παραπέμποντας στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα κράτη μέλη οφείλουν να οργανώνουν την υποχρεωτική ασφάλιση, χωρίς, όμως, να επιτάσσει ρητώς την εγγύηση των ασφαλιστικών συμβάσεων.
( 24 ) Βλ. τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 90/232.
( 25 ) Βλ. άρθρο 1 της οδηγίας 90/232.
( 26 ) Άρθρο 3 της οδηγίας 90/232.
( 27 ) Βλ. δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2009/103.
( 28 ) Όπ.π.
( 29 ) Η φερεγγυότητα της ασφαλιστικής επιχειρήσεως αποτελεί αντικείμενο της πρώτης οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφάλισης, εκτός της ασφάλισης ζωής, και την άσκηση αυτής (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/006, σ. 157), η οποία εφαρμόζεται στον τομέα της ασφάλισης της αστικής ευθύνης που απορρέει από την κυκλοφορία αυτοκίνητων οχημάτων με την οδηγία 90/618/ΕΟΚ, της 8ης Νοεμβρίου 1990 (ΕΕ L 330, σ. 44). Αναφέρω, επίσης, π.χ., το άρθρο 7 της οδηγίας 90/314/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1990, για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις (ΕΕ L 158, σ. 59), καθώς και το άρθρο 10 της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Μαΐου 1993, σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών (ΕΕ L 141, σ. 27).
( 30 ) Απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2011, C-442/10, Churchill Insurance Company και Evans (Συλλογή 2011, σ. Ι-12639, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 31 ) Όπ.π. (σκέψη 28).
( 32 ) Απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2003, C-63/01 (Συλλογή 2003, σ. I-14447).
( 33 ) Φράση την οποία, περιέργως, το Δικαστήριο χρησιμοποίησε, στη συγκεκριμένη απόφαση, ως συνώνυμη με αυτή του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 84/5, ήτοι «όχημα για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης της παραγράφου 1» (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Evans, σκέψη 20).
( 34 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Evans (σκέψη 23).
( 35 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Churchill Insurance Company και Evans (σκέψη 40). Η υπογράμμιση δική μου. Για το κείμενο του άρθρου 1, παράγραφος 4, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 84/5, βλ. σημείο 7 των προτάσεών μου.
( 36 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Churchill Insurance Company και Evans (σκέψη 41).
( 37 ) Όπ.π. (σκέψη 42).
( 38 ) Με τις γραπτές παρατηρήσεις της και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Ουγγρική Κυβέρνηση προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι οι αξιώσεις κατά αφερέγγυου ασφαλιστή μπορούν να ικανοποιηθούν εν μέρει κατά την εκκαθάριση.
( 39 ) Απόφαση 83/2001 (XI.10).
( 40 ) Απόφαση της 15ης Ιουλίου 2010, C-368/09, Pannon Gép Centrum (Συλλογή 2010, σ. I-7467, σκέψεις 28 και 29 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 41 ) Διευκρινίζω επίσης ότι η διαπίστωση περί του αν το άρθρο 1, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 84/5 παράγει άμεσο αποτέλεσμα δεν αποτελεί πρόκριμα όσον αφορά το αν οι ενάγοντες της κύριας δίκης δικαιούνται να επικαλεστούν τη διάταξη αυτή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
( 42 ) Απόφαση της 19ης Απριλίου 2007, C-356/05, Farrell (Συλλογή 2007, σ. I-3067, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 43 ) Όπ.π. (σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 44 ) Για παρόμοια άποψη, βλ. σημείο 64 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέα C. Stix-Hackl στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Farrell.
( 45 ) Το ίδιο ισχύει και για την ευχέρεια των κρατών μελών όσον αφορά τον επικουρικό ή μη χαρακτήρα της παρέμβασης του οργανισμού ή τη ρύθμιση των ένδικων βοηθημάτων που έχουν στη διάθεσή τους ο οργανισμός και οι ασφαλιστές: τα δύο αυτά στοιχεία εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια του κράτους, χωρίς όμως να αναιρούν την υποχρέωση συστάσεως οργανισμού αρμόδιου για την καταβολή αποζημιώσεως στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νομοθέτης της Ένωσης.
( 46 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Evans (σκέψη 82 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 47 ) Βλ. σελίδα 3 της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
( 48 ) Απόφαση της 5ης Μαρτίου 1996, C-46/93 και C-48/93, Brasserie du pêcheur και Factortame (Συλλογή 1996, σ. I-1029, σκέψεις 32 και 35).
( 49 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Evans (σκέψη 83 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 50 ) Όπ.π. (σκέψη 87 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 51 ) Όπ.π. (σκέψη 86 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 52 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Brasserie du pêcheur και Factortame (σκέψεις 82 και 83).
( 53 ) Όπ.π. (σκέψεις 84 και 85).
Full & Egal Universal Law Academy