ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
YVES BOT
της 7ης Ιουνίου 2012 ( 1 )
Υπόθεση C-451/11
Natthaya Dülger
κατά
Wetteraukreis
[αίτηση του Verwaltungsgericht Giessen (Γερμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας — Ερμηνεία της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως — Δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου ενταγμένου στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους — Ταϊλανδή υπήκοος η οποία διέμεινε με τον Τούρκο εργαζόμενο επί πέντε τουλάχιστον έτη — Δικαιώματα κεκτημένα προ της εκδόσεως του διαζυγίου από τον Τούρκο εργαζόμενο»
1.
Η υπό κρίση υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να διευκρινίσει το περιεχόμενο του άρθρου 7 της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως ( 2 ), της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, σχετικά με την προώθηση της συνδέσεως ( 3 ). Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι μέλος της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου, στο οποίο έχει επιτραπεί να ζήσει με τον εργαζόμενο αυτόν εντός του κράτους μέλους υποδοχής, έχει δικαίωμα να αποδεχθεί οποιαδήποτε προσφορά εργασίας εντός του κράτους αυτού, εφόσον διαμένει νομίμως στο εν λόγω κράτος επί τρία τουλάχιστον έτη, έχει δε ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε μισθωτή δραστηριότητα επιλέξει, εφόσον διαμένει νομίμως στο κράτος αυτό επί πέντε τουλάχιστον έτη.
2.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί αν μπορεί να γίνει δεκτό ότι υπήκοος τρίτου κράτους ο οποίος δεν διαθέτει την τουρκική ιθαγένεια αποτελεί μέλος της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως και, επομένως, να απολαύει των δικαιωμάτων που του παρέχονται βάσει αυτής.
3.
Στις προτάσεις αυτές θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους φρονώ ότι το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 έχει την έννοια ότι υπήκοος τρίτου κράτους που δεν διαθέτει την τουρκική ιθαγένεια και έχει διαμείνει για χρονικό διάστημα πέντε τουλάχιστον ετών με τον σύζυγό της, ο οποίος είναι Τούρκος εργαζόμενος ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «μέλος της οικογένειας» Τούρκου εργαζομένου.
4.
Εν συνεχεία, θα προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι ένας τέτοιος υπήκοος, ο οποίος, με την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου, απολαύει των δικαιωμάτων που του παρέχονται βάσει της ως άνω διατάξεως, δεν μπορεί να απολέσει τα δικαιώματα αυτά λόγω του διαζυγίου από τον Τούρκο εργαζόμενο, το οποίο εκδόθηκε σε ημερομηνία μεταγενέστερη της κτήσεως των εν λόγω δικαιωμάτων.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α — Το δίκαιο της Ένωσης
1. Η Συμφωνία Συνδέσεως
5.
Με σκοπό τη ρύθμιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των Τούρκων εργαζομένων στο έδαφος της Κοινότητας, στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 συνάφθηκε Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Κοινότητας και της Τουρκικής Δημοκρατίας. Η συμφωνία αυτή σκοπεί στην «προαγωγή της συνεχούς και ισόρροπης ενισχύσεως των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, λαμβανομένης πλήρως υπόψη της ανάγκης να διασφαλισθεί η επιτάχυνση της αναπτύξεως της οικονομίας της Τουρκικής Δημοκρατίας και της ανυψώσεως του επιπέδου απασχολήσεως και των όρων διαβιώσεως του τουρκικού λαού» ( 4 ).
6.
Το καθεστώς της ελεύθερης κυκλοφορίας των Τούρκων εργαζομένων υλοποιείται σταδιακά σύμφωνα με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Συνδέσεως, το οποίο μεριμνά για τη διασφάλιση της εφαρμογής και της σταδιακής αναπτύξεως του καθεστώτος της συνδέσεως ( 5 ).
2. Το πρόσθετο πρωτόκολλο της Συμφωνίας Συνδέσεως
7.
Το πρόσθετο πρωτόκολλο της Συμφωνίας Συνδέσεως ( 6 ) καθορίζει τις προϋποθέσεις, τους όρους εφαρμογής και το χρονοδιάγραμμα του μεταβατικού σταδίου της συνδέσεως. Στον τίτλο του II περιλαμβάνει πλείονα άρθρα σχετικά με την κυκλοφορία των προσώπων και των υπηρεσιών.
8.
Έτσι, κατά το άρθρο του 59, «στους τομείς που καλύπτονται από το πρόσθετο πρωτόκολλο, η Τουρκία δεν δύναται να απολαύει ευνοϊκότερης μεταχειρίσεως από εκείνη που υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών δυνάμει της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας».
3. Η απόφαση 1/80
9.
Το Συμβούλιο Συνδέσεως εξέδωσε, έτσι, την απόφαση 1/80, η οποία σκοπεί ιδίως στη βελτίωση της νομικής καταστάσεως των εργαζομένων και των μελών των οικογενειών τους σε σχέση με το καθεστώς που θεσπίσθηκε με την απόφαση 2/76 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 20ής Δεκεμβρίου 1976, περί εφαρμογής του άρθρου 12 της Συμφωνίας Συνδέσεως. Η δεύτερη αυτή απόφαση παρείχε στους Τούρκους εργαζομένους δικαίωμα σταδιακής προσβάσεως στην απασχόληση εντός του κράτους μέλους υποδοχής και παρείχε στα τέκνα των εργαζομένων αυτών δικαίωμα προσβάσεως στην εκπαίδευση.
10.
Οι εφαρμοστέες διατάξεις όσον αφορά τα δικαιώματα των μελών των οικογενειών Τούρκων εργαζομένων περιλαμβάνονται στο άρθρο 7 της αποφάσεως 1/80. Το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής:
«Τα μέλη της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου ενταγμένου στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους, στα οποία έχει επιτραπεί να ζήσουν μαζί του:
—
εφόσον διαμένουν νομίμως στο κράτος αυτό επί τρία τουλάχιστον έτη και υπό την επιφύλαξη της αποδοτέας στους εργαζομένους των κρατών μελών της Κοινότητας προτεραιότητας, δικαιούνται να αποδεχθούν οποιαδήποτε προσφορά εργασίας·
—
εφόσον διαμένουν νομίμως στο κράτος αυτό επί πέντε τουλάχιστον έτη, έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε μισθωτή δραστηριότητα της επιλογής τους.
Τα τέκνα Τούρκων εργαζομένων που έχουν ολοκληρώσει την επαγγελματική τους κατάρτιση εντός της χώρας υποδοχής μπορούν, ανεξαρτήτως της διαρκείας διαμονής τους στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, να αποδεχθούν οποιαδήποτε προσφορά εργασίας εντός αυτού, υπό τον όρο ότι ο ένας από τους γονείς έχει ασκήσει νόμιμη εργασία επί τρία τουλάχιστον έτη εντός του εν λόγω κράτους.»
Β — Το εθνικό δίκαιο
11.
Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 5, του νόμου περί διαμονής, εργασίας και εντάξεως των αλλοδαπών εντός της ομοσπονδιακής επικράτειας (Gesetz über den Aufenthalt, die Erwerbstätigkeit und die Integration von Ausländern im Bundesgebiet), της 30ής Ιουλίου 2004 ( 7 ), αλλοδαπός ο οποίος απολαύει δικαιώματος διαμονής κατ’ εφαρμογήν της Συμφωνίας Συνδέσεως υποχρεούται να αποδεικνύει την ύπαρξη του δικαιώματος αυτού διά της κατοχής αδείας διαμονής, εφόσον δεν διαθέτει άδεια εγκαταστάσεως ή άδεια μόνιμης διαμονής εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η άδεια διαμονής χορηγείται κατόπιν αιτήσεως.
II – Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
12.
Η Ν. Dülger, προσφεύγουσα της κύριας δίκης, είναι Ταϊλανδή υπήκοος, γεννηθείσα την 26η Ιουλίου 1973 στο Buriram (Ταϊλάνδη). Εισήλθε στη γερμανική επικράτεια στις 30 Ιουνίου 2002 με τουριστική θεώρηση εισόδου.
13.
Στις 12 Σεπτεμβρίου 2002, σύναψε γάμο, στη Δανία, με τον M. Dülger, Τούρκο υπήκοο γεννηθέντα στην Τουρκία την 1η Δεκεμβρίου 1960. Ο εν λόγω Τούρκος υπήκοος διαθέτει, από το 1988, αορίστου χρόνου άδεια διαμονής στη Γερμανία. Εργάσθηκε εντός αυτού του κράτους, σε διάφορους εργοδότες, από την 1η Οκτωβρίου 2002 έως τις 30 Ιουνίου 2004, από την 1η Αυγούστου 2004 έως τις 8 Ιουνίου 2005, από την 1η Μαρτίου 2006 έως τις 15 Μαρτίου 2008 και από την 1η Ιουνίου 2008 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2009. Δεν αμφισβητείται συναφώς ότι, όσον αφορά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ο M. Dülger είναι Τούρκος υπήκοος ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 7 της αποφάσεως 1/80 ( 8 ).
14.
Στις 18 Σεπτεμβρίου 2002, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης ζήτησε από τις γερμανικές αρχές τη χορήγηση αδείας διαμονής, επισημαίνοντας συναφώς ότι ήταν παντρεμένη και ότι είχε δύο τέκνα τα οποία είχαν γεννηθεί το 1996 και το 1998 στην Ταϊλάνδη. Της χορηγήθηκε άδεια διαμονής περιορισμένης χρονικής ισχύος προκειμένου να συμβιώσει με τον σύζυγό της. Εν συνεχεία, η ισχύς της αδείας αυτής παρατάθηκε επανειλημμένα, για τελευταία δε φορά από τις 10 Σεπτεμβρίου 2008 έως τις 26 Ιουνίου 2011. Στις 21 Ιουνίου 2011, χορηγήθηκε στην εν λόγω προσφεύγουσα πιστοποιητικό προσωρινής παρατάσεως της ισχύος της αδείας διαμονής της μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της αιτήσεώς της.
15.
Το Verwaltungsgericht Giessen (Γερμανία) επισημαίνει ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης συμβίωσε αδιαλείπτως με τον M. Dülger από της ημερομηνίας του γάμου τους, τον Σεπτέμβριο του 2002, έως τον χωρισμό τους, τον Ιούνιο του 2009.
16.
Στις 30 Ιουνίου 2009, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης χώρισε από τον σύζυγό της και εγκαταστάθηκε σε ξενώνα γυναικών στο Friedberg (Γερμανία) μαζί με τις δύο κόρες της, οι οποίες είχαν εισέλθει στη γερμανική επικράτεια την 1η Ιουλίου 2006. Έκτοτε, λαμβάνει κοινωνικά επιδόματα για την ίδια, καθώς και για τις κόρες της. Η απόφαση περί διαζυγίου από τον έως τότε σύζυγό της κατέστη αμετάκλητη στις 3 Φεβρουαρίου 2011.
17.
Με επιστολή της 9ης Σεπτεμβρίου 2009, η υπηρεσία αλλοδαπών του Wetteraukreis (διοικητικής περιφέρειας του Wetterau) γνωστοποίησε στην προσφεύγουσα της κύριας δίκης ότι κατόπιν του χωρισμού από τον σύζυγό της απέκτησε αυτοτελές δικαίωμα διαμονής, πλην όμως το δικαίωμα αυτό θα υφίσταται για ένα μόνον έτος χωρίς η ενδιαφερόμενη να υποχρεούται να αποδείξει ότι δύναται να εξασφαλίζει τα προς το ζην για την ίδια και τα τέκνα της. Εφόσον εξακολουθούσε να εξαρτάται από την κοινωνική πρόνοια, από της 4ης Ιουνίου 2010, το δικαίωμά της διαμονής, όπως και το αντίστοιχο των τέκνων της, θα περιοριζόταν εκ των υστέρων ως προς τη διάρκεια της χρονικής ισχύος του, οπότε θα ήταν υποχρεωμένη να εγκαταλείψει τη γερμανική επικράτεια. Μόνο σε περίπτωση κατά την οποία η ίδια και τα τέκνα της θα μπορούσαν να συντηρούνται αυτοτελώς θα είχε τη δυνατότητα να εξακολουθεί να απολαύει του δικαιώματος διαμονής.
18.
Στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υπέβαλε στο Wetteraukreis αίτηση χορηγήσεως αδείας διαμονής, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 5, του προμνημονευθέντος νόμου περί διαμονής, εργασίας και εντάξεως των αλλοδαπών στην ομοσπονδιακή επικράτεια, για τον λόγο ότι είχε αποκτήσει δικαιώματα δυνάμει του άρθρου 7 της αποφάσεως 1/80. Συγκεκριμένα, διατείνεται ότι είναι μέλος της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου ενταγμένου στη νόμιμη αγορά εργασίας του κράτους μέλους, με τον οποίο διέμεινε νομίμως επί τρία τουλάχιστον έτη, ενώ το ζήτημα αν το μέλος της οικογένειας απαιτείται να διαθέτει την τουρκική ιθαγένεια στερείται εν προκειμένω σημασίας.
19.
Με απόφαση της 15ης Μαρτίου 2010, το Wetteraukreis απέρριψε την αίτηση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης. Έκρινε ότι αυτή δεν απέκτησε κανένα δικαίωμα βάσει της διατάξεως αυτής, δεδομένου ότι μόνον τα μέλη της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου τα οποία έχουν την τουρκική ιθαγένεια δύνανται να επικαλεσθούν την οικεία διάταξη. Επιπλέον, ο Τούρκος σύζυγός της δεν απέδειξε την ένταξή του στη νόμιμη αγορά εργασίας, δεδομένου ότι, κατά τη διάρκεια της συμβιώσεώς τους, εργάσθηκε μόνον για σύντομα χρονικά διαστήματα.
20.
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Το δικαστήριο αυτό διατηρεί αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 7 της αποφάσεως 1/80. Το Verwaltungsgericht Giessen αποφάσισε, επομένως, να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Δύναται Ταϊλανδή υπήκοος η οποία είχε συνάψει γάμο με Τούρκο εργαζόμενο ενταγμένο στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους και η οποία, αφού της επετράπη να ζήσει μαζί του, συμβίωσε με αυτόν αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών ετών να επικαλεσθεί τα δικαιώματα που απορρέουν από το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 […], με συνέπεια να διαθέτει, λόγω του άμεσου αποτελέσματος της διατάξεως, δικαίωμα διαμονής;»
III – Προτεινόμενη ανάλυση
21.
Διαπιστώνεται καταρχάς ότι έχει αποδειχθεί ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης συμβίωσε αδιαλείπτως με τον Τούρκο εργαζόμενο, από την ημερομηνία του γάμου τους, τον Σεπτέμβριο του 2002, έως τον χωρισμό τους, στις 3 Ιουνίου 2009 ( 9 ). Επομένως, η περίπτωση της προσφεύγουσας αυτής ενδέχεται να μην εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80, αλλά του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως αυτής, δεδομένου ότι διαμένει νομίμως επί πέντε τουλάχιστον έτη στο κράτος μέλος υποδοχής.
22.
Ως εκ τούτου, για να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, πρέπει να τεθεί το ζήτημα αν το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 έχει την έννοια ότι υπήκοος τρίτου κράτους που δεν διαθέτει την τουρκική ιθαγένεια και έχει διαμείνει για χρονικό διάστημα πέντε τουλάχιστον ετών με τον σύζυγό της, ο οποίος είναι Τούρκος εργαζόμενος ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «μέλος της οικογένειας» Τούρκου εργαζομένου. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, μπορεί ένας τέτοιος υπήκοος να απολέσει τα δικαιώματα που του παρέχονται βάσει της διατάξεως αυτής λόγω του διαζυγίου από τον εν λόγω Τούρκο εργαζόμενο, το οποίο εκδόθηκε σε ημερομηνία μεταγενέστερη της κτήσεως των δικαιωμάτων αυτών;
Α — Επί της έννοιας του μέλους της οικογένειας
23.
Το Δικαστήριο έχει κληθεί στο παρελθόν να ερμηνεύσει την έννοια του όρου «μέλος της οικογένειας» Τούρκου εργαζομένου κατά το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80. Μεταξύ άλλων, έχει κρίνει ότι το τέκνο Τούρκου εργαζομένου διατηρεί την εν λόγω ιδιότητα και μετά την ενηλικίωσή του ή ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία ζει ανεξάρτητα από τους γονείς του εντός του κράτους μέλους υποδοχής ( 10 ). Επίσης, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι ο νομικός χαρακτηρισμός «μέλος της οικογένειας» Τούρκου εργαζομένου δεν αφορά μόνον τους εξ αίματος συγγενείς. Συγκεκριμένα, ο ηλικίας μικρότερης των είκοσι ενός ετών ή συντηρούμενος από Τούρκο εργαζόμενο, ενταγμένο στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους, πρόγονός του θεωρείται μέλος της οικογένειας του εργαζομένου αυτού ( 11 ).
24.
Αντιθέτως, το Δικαστήριο καλείται για πρώτη φορά να δώσει απάντηση στο ερώτημα αν υπήκοος τρίτου κράτους που δεν έχει την τουρκική ιθαγένεια μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «μέλος της οικογένειας» Τούρκου υπηκόου, κατά την έννοια του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, και, ως εκ τούτου, να απολαύει των δικαιωμάτων που του παρέχονται βάσει της διατάξεως αυτής. Συναφώς, φρονώ ότι το γεγονός, το οποίο επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, ότι, σε πλείονες εκ των αποφάσεων που εξέδωσε επί υποθέσεων που αφορούσαν τη διάταξη αυτή, το Δικαστήριο μνημονεύει τα δικαιώματα των εχόντων την τουρκική ιθαγένεια μελών της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου ( 12 ) δεν ασκεί επιρροή στην επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Συγκεκριμένα, στις υποθέσεις εκείνες, το μέλος της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου είχε πράγματι την τουρκική ιθαγένεια, αντιθέτως προς την υπό κρίση περίπτωση.
25.
Από το γράμμα του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, προκύπτει ότι η διάταξη αυτή ορίζει ότι τα δικαιώματα που προβλέπει παρέχονται εφόσον πληρούνται σωρευτικώς τέσσερις προϋποθέσεις, δηλαδή ο ενδιαφερόμενος πρέπει να αποτελεί μέλος της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου, ο εργαζόμενος αυτός πρέπει να είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας, πρέπει να έχει επιτραπεί στο μέλος της οικογένειας να ζει μαζί με τον εν λόγω εργαζόμενο και, τέλος, το μέλος αυτό της οικογένειας πρέπει να διαμένει στο κράτος μέλος υποδοχής επί τρία ή επί πέντε τουλάχιστον έτη. Επομένως, από το γράμμα της διατάξεως αυτής δεν προκύπτει ότι η ιδιότητα του μέλους της οικογένειας εξαρτάται από οποιαδήποτε προϋπόθεση περί ιθαγενείας, κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωση του εργαζομένου μέσω του οποίου το μέλος της οικογένειας αποκτά τα δικαιώματα αυτά, δεδομένου ότι ο εργαζόμενος αυτός πρέπει να έχει οπωσδήποτε την τουρκική ιθαγένεια.
26.
Εντούτοις, καθόσον η Συμφωνία Συνδέσεως σκοπεί στη ρύθμιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των Τούρκων εργαζομένων στο έδαφος της Ένωσης, υφίστανται αμφιβολίες ως προς το αν υπήκοος τρίτου κράτους ο οποίος δεν έχει την τουρκική ιθαγένεια μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «μέλος της οικογένειας» Τούρκου εργαζομένου και, επομένως, να επικαλεσθεί τα δικαιώματα που προβλέπει το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80.
27.
Η έννοια του όρου «μέλος της οικογένειας», κατά τη διάταξη αυτή, πρέπει, όπως επισήμανε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση Ayaz, να αποτελεί το αντικείμενο ενιαίας ερμηνείας σε επίπεδο Ένωσης, προκειμένου να διασφαλίζεται η ομοιόμορφη εφαρμογή του εντός των κρατών μελών ( 13 ). Ως εκ τούτου, το περιεχόμενό της πρέπει να καθορίζεται με γνώμονα τον επιδιωκόμενο με αυτήν σκοπό και το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται ( 14 ).
28.
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι με το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 επιδιώκεται η επίτευξη διττού σκοπού. Καταρχάς, πριν εκπνεύσει το αρχικό χρονικό διάστημα των τριών ετών, η εν λόγω διάταξη σκοπεί να καταστήσει δυνατή τη συμβίωση των μελών της οικογενείας του διακινούμενου εργαζομένου με αυτόν, έτσι ώστε, με την οικογενειακή επανένωση, να καταστεί πλέον ευχερής η απασχόληση και η διαμονή του Τούρκου εργαζομένου που έχει ήδη ενταχθεί νομίμως στο κράτος μέλος υποδοχής ( 15 ).
29.
Εν συνεχεία, η ίδια διάταξη σκοπεί να ενισχύσει τη μόνιμη ενσωμάτωση της οικογένειας του Τούρκου μετανάστη στο κράτος μέλος υποδοχής, παρέχοντας στο οικείο μέλος της οικογένειας, κατόπιν τριετούς χρονικού διαστήματος νόμιμης διαμονής, τη δυνατότητα προσβάσεως στην αγορά εργασίας. Ο ουσιώδης σκοπός που επιδιώκεται με τη διάταξη αυτή συνίσταται, επομένως, στην εδραίωση της συνοχής της οικογένειας, της οποίας το ουσιώδες συστατικό στοιχείο, δηλαδή το ζεύγος, έχει ήδη ενταχθεί νομίμως στο κράτος μέλος υποδοχής ( 16 ). Παρέχοντας στον/στη σύζυγο τα μέσα για να κερδίζει τα προς το ζην στο οικείο κράτος, το νομοθέτημα ενισχύει την δυνητική οικονομική κατάσταση της οικογένειας, στοιχείο που συνιστά αδιαμφισβήτητο παράγοντα εντάξεως.
30.
Μέσω αυτού του μηχανισμού, ο οποίος καθιερώθηκε υπέρ της εντάξεως του Τούρκου εργαζομένου, ο/η σύζυγος αποκτά, μετά την παρέλευση του απαιτούμενου χρονικού διαστήματος, αυτοτελή θέση η οποία απορρέει από την ίδια τη φύση του συστήματος που καθιερώνουν τα ειδικά νομοθετήματα ( 17 ).
31.
Κατά τη γνώμη μου, από τη νομολογία αυτή προκύπτει σαφώς ότι, μολονότι το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 έχει εφαρμογή στην περίπτωση του μέλους της οικογένειας του Τούρκου εργαζομένου, εντούτοις η διάταξη αυτή θεσπίσθηκε με σκοπό να διασφαλίσει την ενότητα της οικογένειας, έτσι ώστε ο Τούρκος εργαζόμενος να έχει τη δυνατότητα να ενταχθεί ουσιαστικά στο κράτος μέλος υποδοχής. Τα συμβαλλόμενα μέρη στη Συμφωνία Συνδέσεως έκριναν πράγματι ότι η παρουσία των μελών της οικογένειας του εργαζομένου αυτού ήταν ουσιώδης για να του διασφαλίσει τις βέλτιστες δυνατές συνθήκες εργασίας εντός του κράτους αυτού. Για τον λόγο αυτό, η εν λόγω διάταξη έχει όλως ιδιαίτερη σημασία από ανθρωπιστικής απόψεως.
32.
Ως εκ τούτου, μικρή σημασία έχει, κατά τη γνώμη μου, αν το μέλος της οικογένειας στο οποίο επετράπη να ζήσει μαζί με τον Τούρκο εργαζόμενο έχει την τουρκική ιθαγένεια ή όχι. Η οικογένεια δεν ορίζεται βάσει της κατοχής της ιδίας ιθαγένειας, αλλά βάσει των στενών δεσμών που συνδέουν δύο ή περισσότερα άτομα, είτε πρόκειται για νομικούς δεσμούς τους οποίους δημιουργεί, επί παραδείγματι, ο γάμος, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, είτε πρόκειται για δεσμούς εξ αίματος.
33.
Αδυνατώ να αντιληφθώ για ποιους λόγους ο Τούρκος εργαζόμενος έχει δικαίωμα διατηρήσεως των οικογενειακών δεσμών του οσάκις η σύζυγός του είναι της αυτής ιθαγένειας, ενώ δεν μπορεί να συμβιώνει με τη σύζυγό του σε περίπτωση κατά την οποία αυτή δεν είναι τουρκικής ιθαγένειας. Τούτο θα είχε, τελικά, ως συνέπεια να γίνεται δεκτό ότι η συμβίωση του Τούρκου εργαζομένου με σύζυγο της ιδίας ιθαγένειας είναι σημαντικότερη για την ένταξη του εργαζομένου στο κράτος μέλος υποδοχής απ’ ό,τι η συμβίωση με σύζυγο που δεν είναι τουρκικής ιθαγένειας. Επομένως, σε παρεμφερείς περιπτώσεις, σύζυγος που δεν διαθέτει την τουρκική ιθαγένεια θα τυγχάνει δυσμενέστερης μεταχειρίσεως απ’ ό,τι αυτή που έχει τη συγκεκριμένη ιθαγένεια. Τούτο θα συνεπαγόταν απαράδεκτη δυσμενή διάκριση.
34.
Εκτός του ότι είναι αδικαιολόγητη, μια τέτοια ανάλυση θα αντέβαινε ουσιωδώς στον ίδιο τον σκοπό του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 και θα συνιστούσε προσβολή του δικαιώματος του Τούρκου εργαζομένου στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκεκριμένα, το άρθρο 51, παράγραφος 1, του νομοθετήματος αυτού προβλέπει ότι οι διατάξεις του τυγχάνουν εφαρμογής οσάκις τα κράτη μέλη εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Όπως, όμως, επισήμανε, το Δικαστήριο στη σκέψη 23 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Kahveci και Inan, το άρθρο 7 της αποφάσεως 1/80 αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της δικαίου της Ένωσης, τα δε κράτη μέλη δεσμεύονται από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη διάταξη αυτή ακριβώς όπως έχουν καθήκον να σέβονται τα δικαιώματα που έχουν θεσπισθεί με τη νομοθεσία της Ένωσης.
35.
Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν η Γερμανική και η Ιταλική Κυβέρνηση, φρονώ ότι η ανάλυσή μου δεν έχει ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της αποφάσεως 1/80.
36.
Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, ο Τούρκος εργαζόμενος εξακολουθεί να είναι το πρόσωπο υπέρ του οποίου θεσπίσθηκε πρωτίστως το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή σκοπεί να διασφαλίσει την ενότητα της οικογένειας, προκειμένου ο εργαζόμενος αυτός να έχει τη δυνατότητα να ενταχθεί πραγματικά στο κράτος μέλος υποδοχής. Τα δικαιώματα που παρέχονται βάσει της διατάξεως αυτής στα μέλη της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου είναι παράγωγα και αποκτώνται αποκλειστικώς λόγω της ιδιότητας αυτής του μέλους της οικογένειας. Ο Τούρκος εργαζόμενος εξακολουθεί, επομένως, να αποτελεί το καθοριστικό στοιχείο, άνευ του οποίου δεν είναι δυνατή η απόκτηση των δικαιωμάτων αυτών από μέλος της οικογένειάς του ( 18 ).
37.
Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 προβλέπει ότι μπορούν να απολαύουν των εν λόγω δικαιωμάτων τα μέλη της οικογένειας του ενταγμένου στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους Τούρκου εργαζομένου στα οποία έχει επιτραπεί να ζήσουν μαζί του ( 19 ). Επομένως, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να διαθέτουν τη διακριτική ευχέρεια να επιτρέπουν ή όχι την οικογενειακή επανένωση ( 20 ). Μόνον αφού επιτρέψουν ρητώς αυτήν την οικογενειακή επανένωση υπέχουν υποχρέωση σεβασμού των δικαιωμάτων που διασφαλίζονται με τη διάταξη αυτή.
38.
Επιπλέον, η ανάλυσή μου ενισχύεται από το γεγονός ότι, κατά πάγια νομολογία, οι αρχές που γίνονται δεκτές στο πλαίσιο των άρθρων 45 ΣΛΕΕ, 46 ΣΛΕΕ και 47 ΣΛΕΕ πρέπει να τυγχάνουν εφαρμογής, στο μέτρο του δυνατού, στην περίπτωση των Τούρκων εργαζομένων οι οποίοι απολαύουν των δικαιωμάτων που παρέχονται βάσει της αποφάσεως 1/80 ( 21 ).
39.
Έτσι, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα κρίνει ότι η έννοια του όρου «μέλος της οικογένειας» Τούρκου εργαζομένου, κατά το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως αυτής, πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με την ερμηνεία της ιδίας έννοιας, όπως αυτή χρησιμοποιείται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 ( 22 ) όσον αφορά τους εργαζομένους που είναι υπήκοοι κράτους μέλους ( 23 ). Όπως επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η τελευταία αυτή διάταξη αφορά, ιδίως, τους/τις συζύγους των εργαζομένων που είναι υπήκοοι κράτους μέλους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας.
40.
Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68 καταργήθηκε με την οδηγία 2004/38/ΕΚ ( 24 ), της οποίας το άρθρο 38, παράγραφος 3, προβλέπει ότι οι παραπομπές σε καταργούμενες οδηγίες και διατάξεις νοούνται ως παραπομπές στην οδηγία 2004/38.
41.
Από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής προκύπτει συναφώς ότι το δικαίωμα όλων των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα εντός των κρατών μελών, προκειμένου να ασκείται υπό αντικειμενικές συνθήκες ελευθερίας και αξιοπρέπειας, θα πρέπει να παρέχεται και στα μέλη της οικογένειάς τους, ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς τους. Ως εκ τούτου, το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, με το οποίο ορίζεται η έννοια του μέλους της οικογένειας, δεν θέτει καμία προϋπόθεση περί της ιθαγένειας των μελών της οικογένειας πολίτη της Ένωσης. Ομοίως, οι διατάξεις της οδηγίας 2004/38, βάσει των οποίων παρέχονται δικαιώματα στα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση των μελών εκείνων που δεν έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους ( 25 ).
42.
Εντούτοις, η Γερμανική Κυβέρνηση διατηρεί επιφυλάξεις ως προς το αν επιβάλλεται, εν προκειμένω, παραπομπή στις διατάξεις της οδηγίας 2000/38 και στην ερμηνεία της έννοιας του μέλους της οικογένειας που έχει δοθεί στο πλαίσιο της οδηγίας αυτής, σε περίπτωση κατά την οποία πρέπει να προσδιορισθεί το περιεχόμενο της έννοιας αυτής κατά το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80. Η κυβέρνηση αυτή φρονεί κατ’ ουσίαν ότι, κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως της 8ης Δεκεμβρίου 2011 επί της υποθέσεως Ziebell ( 26 ), δεν είναι πλέον δυνατή η ερμηνεία της έννοιας του όρου «μέλος της οικογένειας», κατά τη διάταξη αυτή, με παραπομπή στην ερμηνεία της ιδίας έννοιας κατά τις διατάξεις της οδηγίας 2004/38, διότι υφίστανται ουσιώδεις διαφορές μεταξύ των κανόνων της Συμφωνίας Συνδέσεως, οι οποίοι έχουν σκοπό αμιγώς οικονομικού χαρακτήρα, και των διατάξεων της προμνημονευθείσας οδηγίας, οι οποίες σκοπούν να καταστήσουν ευχερέστερη την άσκηση του θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στην επικράτεια των κρατών μελών, το οποίο παρέχεται απευθείας στους πολίτες της Ένωσης βάσει της Συνθήκης ΛΕΕ ( 27 ).
43.
Δεν συμμερίζομαι τις επιφυλάξεις αυτές.
44.
Συγκεκριμένα, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση εκείνη, ο προσφεύγων της κύριας δίκης επικαλούταν το καθεστώς ενισχυμένης προστασίας από την απέλαση, το οποίο θεσπίσθηκε με το άρθρο 28, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38 υπέρ των πολιτών της Ένωσης. Διατεινόταν ότι, βάσει πάγιας νομολογίας, το άρθρο αυτό έπρεπε να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία σε περίπτωση εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 14, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80.
45.
Το Δικαστήριο επισήμανε κατά συνέπεια ότι, για να καθορισθεί αν διάταξη του δικαίου της Ένωσης επιδέχεται εφαρμογή κατ’ αναλογία στο πλαίσιο της Συμφωνίας Συνδέσεως, επιβάλλεται η σύγκριση μεταξύ του επιδιωκομένου με την εν λόγω συμφωνία σκοπού και του πλαισίου στο οποίο αυτή εντάσσεται, αφενός, και του αντιστοίχου σκοπού και πλαισίου του οικείου νομοθετήματος του δικαίου της Ένωσης, αφετέρου ( 28 ). Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο επισήμανε ότι, αντιθέτως προς το δίκαιο της Ένωσης που απορρέει από την οδηγία 2004/38, η Συμφωνία Συνδέσεως επιδιώκει αμιγώς οικονομικό σκοπό και περιορίζεται στη σταδιακή υλοποίηση καθεστώτος ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων ( 29 ). Εν συνεχεία, διευκρίνισε ότι η έννοια της ιδιότητας του πολίτη δικαιολογεί αφεαυτής την αποκλειστικώς υπέρ των πολιτών της Ένωσης αναγνώριση ουσιωδώς ενισχυμένων εγγυήσεων έναντι του ενδεχομένου απελάσεως, όπως των κατά το άρθρο 28, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι αποκλείεται η κατ’ αναλογία εφαρμογή του, προβλεπόμενου από τη διάταξη αυτή, καθεστώτος ενισχυμένης προστασίας από την απέλαση στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 14, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 ( 30 ).
46.
Επομένως, ο λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να εξετασθεί το ενδεχόμενο κατ’ αναλογίαν εφαρμογής έγκειται στο ότι το καθεστώς ενισχυμένης προστασίας δεν αφορά τους υπηκόους τρίτου κράτους, αλλά τους πολίτες της Ένωσης, για τους οποίους ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε εγγυήσεις ανάλογες του υψηλού βαθμού της εντάξεώς τους στο κράτος μέλος υποδοχής.
47.
Εν προκειμένω, αντιθέτως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής, στην περίπτωση των Τούρκων εργαζομένων, του ιδίου καθεστώτος και των ιδίων εγγυήσεων με αυτές των οποίων απολαύουν οι πολίτες της Ένωσης, αλλά καθορισμού του περιεχομένου της έννοιας του μέλους της οικογένειας στο πλαίσιο της οικογενειακής επανενώσεως. Όπως, όμως, προκύπτει από την πέμπτη και από την έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2004/38, αυτή, παρέχοντας στα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης δικαίωμα κυκλοφορίας και διαμονής στην επικράτεια του κράτους μέλους, σκοπεί να καταστήσει ευχερέστερη την άσκηση του δικαιώματος αυτού, επιτρέποντας εκ παραλλήλου τη διατήρηση των οικογενειακών δεσμών του, ανεξαρτήτως της ιθαγένειας του μέλους της οικογένειας.
48.
Κατά τη γνώμη μου, η έννοια του μέλους της οικογένειας πρέπει, επομένως, να έχει το ίδιο περιεχόμενο, καθόσον περιλαμβάνεται σε διατάξεις με τις οποίες επιδιώκεται, σε αμφότερα τα νομοθετήματα, ο ίδιος σκοπός. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα κρίνει ότι οι αρχές που έχουν γίνει δεκτές στο πλαίσιο των άρθρων 45 ΣΛΕΕ έως 47 ΣΛΕΕ πρέπει να τυγχάνουν εφαρμογής, στο μέτρο του δυνατού, και στην περίπτωση των υπηκόων που απολαύουν δικαιωμάτων βάσει της Συμφωνίας Συνδέσεως ( 31 ).
49.
Αδυνατώ να κατανοήσω τον λόγο για τον οποίο θα γινόταν δεκτό ότι, στο πλαίσιο της διατηρήσεως των οικογενειακών δεσμών, η έννοια της οικογένειας θα μπορούσε να λάβει διαφορετικό σημασιολογικό περιεχόμενο αναλόγως του αν πρόκειται για πολίτη της Ένωσης ή για Τούρκο εργαζόμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ο σκοπός είναι να καταστεί δυνατή η μεγαλύτερη κοινωνική σταθερότητα προς όφελος του εργαζομένου, επιτρέποντάς του να συμβιώνει με τα μέλη της οικογένειάς του και να διάγει φυσιολογικό οικογενειακό βίο. Η παρουσία της συζύγου, ανεξαρτήτως της ιθαγενείας της, είναι συναφώς απαραίτητη προκειμένου να επιτευχθούν οι σκοποί αυτοί.
50.
Η λύση αυτή είναι κατά μείζονα λόγο δικαιολογημένη, καθόσον επιβάλλεται και ως προς την απόφαση 3/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στους Τούρκους εργαζόμενους και στα μέλη των οικογενειών τους ( 32 ), η οποία σκοπεί στον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών προκειμένου οι Τούρκοι εργαζόμενοι, οι οποίοι εργάζονται ή εργάσθηκαν σε ένα ή περισσότερα από τα κράτη μέλη της Κοινότητας, καθώς και τα μέλη της οικογένειας των εργαζομένων αυτών και οι επιζώντες συγγενείς τους, να μπορούν να απολαύουν παροχών στους συνήθεις κλάδους της κοινωνικής ασφαλίσεως.
51.
Συγκεκριμένα, το άρθρο 1, στοιχείο αʹ, της αποφάσεως 3/80 προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι, για την εφαρμογή της αποφάσεως αυτής, η έννοια του μέλους της οικογένειας έχει τη σημασία που του δίδεται κατά το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 ( 33 ). Η δεύτερη αυτή διάταξη προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι με τον όρο μέλος της οικογένειας νοείται κάθε πρόσωπο που ορίζεται ή αναγνωρίζεται ως μέλος της οικογενείας.
52.
Εξάλλου, από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, με το οποίο οριοθετείται το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού, αφορά δύο σαφώς διακριτές κατηγορίες προσώπων, δηλαδή τους εργαζομένους, αφενός, και τα μέλη των οικογενειών και τους επιζώντες συγγενείς τους, αφετέρου. Οι πρώτοι, για να εμπίπτει η περίπτωσή τους στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού, πρέπει να είναι υπήκοοι κράτους μέλους, απάτριδες ή πρόσφυγες διαμένοντες εντός κράτους μέλους. Αντιθέτως, δεν απαιτείται να πληρούται καμία προϋπόθεση περί ιθαγένειας όσον αφορά τα μέλη της οικογένειας ( 34 ) ή τους επιζώντες συγγενείς των εργαζομένων, οι οποίοι είναι πολίτες της Ένωσης, προκειμένου να τύχει εφαρμογής στην περίπτωσή τους ο εν λόγω κανονισμός ( 35 ). Ομοίως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο ορισμός του προσωπικού πεδίου εφαρμογής της αποφάσεως 3/80, ο οποίος περιλαμβάνεται στο άρθρο της 2, εμπνέεται από τον ορισμό της ίδιας έννοιας κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 ( 36 ).
53.
Ως εκ τούτου, καθόσον ο όρος «μέλος της οικογένειας», κατά το άρθρο 1, στοιχείο αʹ, της αποφάσεως 3/80, πρέπει να ερμηνεύεται, κατά τη γνώμη μου, ως έχων την έννοια ότι δεν απαιτεί να πληρούται καμία προϋπόθεση σχετική με την ιθαγένεια, ο ίδιος αυτός όρος που περιέχεται στο άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 πρέπει να ερμηνεύεται κατά πανομοιότυπο τρόπο.
54.
Εξάλλου, η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί, κατ’ ουσίαν, ότι η ανάλυση αυτή ενδέχεται να συνεπάγεται την ευνοϊκότερη μεταχείριση των μελών της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου απ’ ό,τι των μελών της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, κατά παράβαση του άρθρου 59 του προσθέτου πρωτοκόλλου στη Συμφωνία Συνδέσεως. Επισημαίνει, ιδίως, ότι, βάσει της οδηγίας 2004/38, η διατήρηση του δικαιώματος διαμονής υπηκόου τρίτου κράτους ο οποίος έχει διαζευχθεί πολίτη της Ένωσης εξαρτάται, μέχρι να αποκτηθεί δικαίωμα διαμονής αορίστου χρόνου στο κράτος μέλος υποδοχής, κατόπιν πενταετούς νόμιμης διαμονής, από την προϋπόθεση να διαθέτει ο ενδιαφερόμενος επαρκή μέσα βιοπορισμού. Αντιθέτως, το δικαίωμα που παρέχεται στο μέλος της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου βάσει του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 έχει ήδη αποκτηθεί με την παρέλευση χρονικού διαστήματος τριετούς νόμιμης διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής και δεν απαιτεί να πληρούνται προϋποθέσεις όσον αφορά τη διατήρησή του. Ως εκ τούτου, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, εάν η διάταξη αυτή ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τυγχάνει εφαρμογής και στην περίπτωση του μέλους οικογένειας που είναι υπήκοος τρίτου κράτους και δεν έχει την τουρκική ιθαγένεια, θα διευρυνθεί έτι περαιτέρω το πεδίο εφαρμογής αυτής της ευνοϊκότερης μεταχειρίσεως.
55.
Αρκεί να υπομνησθεί συναφώς ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η κατάσταση του μέλους της οικογένειας Τούρκου μετανάστη δεν μπορεί να συγκριθεί λυσιτελώς με την κατάσταση του μέλους της οικογένειας υπηκόου κράτους μέλους, λαμβανομένων υπόψη των σημαντικών διαφορών που υφίστανται μεταξύ του νομικού καθεστώτος το οποίο διέπει, αντιστοίχως, την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές ( 37 ).
56.
Πρέπει να επισημανθεί, ιδίως, ότι, βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38, τα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης τα οποία είναι υπήκοοι τρίτου κράτους απολαύουν δικαιώματος εισόδου στην επικράτεια των κρατών μελών, με μοναδική προϋπόθεση να διαθέτουν θεώρηση εισόδου ή έγκυρη άδεια διαμονής, τα δε κράτη μέλη παρέχουν στα εν λόγω πρόσωπα κάθε αναγκαία διευκόλυνση για την απόκτηση των θεωρήσεων αυτών, οι οποίες εκδίδονται ατελώς και το συντομότερο δυνατόν, βάσει ταχείας διαδικασίας. Αντιθέτως, κατά το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, για την οικογενειακή επανένωση απαιτείται ρητώς να επιτραπεί στο μέλος της οικογένειας να ζήσει μαζί με τον μετανάστη Τούρκο εργαζόμενο, άδεια η οποία χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους υποδοχής.
57.
Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα αποφανθεί ότι, «αντιθέτως προς τους εργαζομένους των κρατών μελών, οι Τούρκοι υπήκοοι δεν απολαύουν του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της [Ένωσης], αλλά μπορούν απλώς να ασκούν ορισμένα δικαιώματα εντός του κράτους μέλους υποδοχής και μόνον» ( 38 ).
58.
Επιπλέον, η νομολογία του Δικαστηρίου περί των προϋποθέσεων υπό τις οποίες είναι δυνατός ο περιορισμός των δικαιωμάτων που παρέχονται βάσει του άρθρου 7 της αποφάσεως 1/80 μνημονεύει, πέραν της εξαιρέσεως περί δημοσίας τάξεως, ασφαλείας και δημόσιας υγείας, η οποία έχει εφαρμογή αδιακρίτως τόσο στην περίπτωση των Τούρκων υπηκόων όσο και σε αυτή των πολιτών της Ένωσης, και δεύτερο λόγο εκπτώσεως από τα δικαιώματα αυτά, ο οποίος αφορά αποκλειστικά τους Τούρκους μετανάστες, συγκεκριμένα δε την αναχώρησή τους από το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής για σημαντικό χρονικό διάστημα και χωρίς θεμιτό λόγο. Στην περίπτωση αυτή, οι αρχές του οικείου κράτους μέλους μπορούν να απαιτήσουν από τον ενδιαφερόμενο, εφόσον αυτός εκδηλώσει στη συνέχεια την επιθυμία να εγκατασταθεί εκ νέου στο κράτος αυτό, να υποβάλει νέα αίτηση, προκειμένου να του επιτραπεί είτε να ζήσει μαζί με τον Τούρκο εργαζόμενο, εφόσον εξακολουθεί να εξαρτάται από αυτόν, είτε να εισέλθει στο εν λόγω κράτος για να εργασθεί βάσει του άρθρου 6 της ιδίας αποφάσεως ( 39 ).
59.
Συνεπώς, κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, φρονώ ότι το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 έχει την έννοια ότι υπήκοος τρίτου κράτους που δεν διαθέτει την τουρκική ιθαγένεια και έχει διαμείνει για χρονικό διάστημα πέντε τουλάχιστον ετών με τον σύζυγό της, ο οποίος είναι Τούρκος εργαζόμενος ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «μέλος της οικογένειας» Τούρκου εργαζομένου.
Β — Επί της διατηρήσεως των δικαιωμάτων που έχουν κτηθεί βάσει του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80, πριν τη λύση του γάμου
60.
Επί του παρόντος, πρέπει να εξετασθεί το ζήτημα αν το μέλος της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου μπορεί να απολέσει τα δικαιώματα που του παρέχονται βάσει του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 λόγω του διαζυγίου από τον Τούρκο εργαζόμενο, το οποίο εκδόθηκε σε ημερομηνία μεταγενέστερη της κτήσεως των δικαιωμάτων αυτών.
61.
Συγκεκριμένα, υπενθυμίζεται ότι από τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης προκύπτει ότι η προσφεύγουσα χώρισε από τον σύζυγό της στις 30 Ιουνίου 2009 και ότι η απαγγέλλουσα το διαζύγιο απόφαση κατέστη αμετάκλητη στις 3 Φεβρουαρίου 2011. Επιπλέον, η προσφεύγουσα συμβίωσε αδιαλείπτως με τον σύζυγό της, από της ημερομηνίας του γάμου τους, τον Σεπτέμβριο του 2002, έως τον χωρισμό τους, τον Ιούνιο του 2009.
62.
Κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η λύση του γάμου κατέστη αμετάκλητη, η προσφεύγουσα είχε διαμείνει με τον σύζυγό της επί πέντε τουλάχιστον έτη και, ως εκ τούτου, είχε ήδη αποκτήσει το δικαίωμα προσβάσεως στην αγορά εργασίας, βάσει του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80.
63.
Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί συναφώς ότι, μολονότι το μέλος της οικογένειας υποχρεούται καταρχήν, εκτός αν συντρέχουν θεμιτοί λόγοι, να διαμένει πράγματι μαζί με τον διακινούμενο εργαζόμενο, καθόσον δεν έχει αποκτήσει δικαίωμα προσβάσεως στην αγορά εργασίας —δηλαδή πριν την παρέλευση της τριετίας—, τούτο, αντιθέτως, δεν ισχύει σε περίπτωση κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει εκ του νόμου το δικαίωμα αυτό, βάσει του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80, και, κατά μείζονα λόγο, στην περίπτωση κατά την οποία, μετά την παρέλευση πενταετίας, έχει αποκτήσει δικαίωμα εργασίας μη υποκείμενο σε όρους ( 40 ).
64.
Συγκεκριμένα, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, βάσει της διατάξεως αυτής παρέχεται στο μέλος της οικογένειας Τούρκου εργαζόμενου αυτοτελές δικαίωμα προσβάσεως στην αγορά εργασίας εντός του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και το συνακόλουθο δικαίωμα να εξακολουθήσει να διαμένει στην επικράτεια του κράτους αυτού ( 41 ).
65.
Επομένως, δικαιώματα, όπως αυτά που έχουν κτηθεί νομίμως βάσει του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, υφίστανται ανεξαρτήτως του αν εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνταν για την απόκτησή τους, οπότε το μέλος της οικογένειας που έχει ήδη αποκτήσει δικαιώματα βάσει της εν λόγω αποφάσεως δύναται να εδραιώσει σταδιακά τη θέση του εντός του κράτους μέλους υποδοχής και να ενταχθεί σ’ αυτό μόνιμα, διαβιώνοντας ανεξάρτητα από το πρόσωπο χάρη στο οποίο απέκτησε τα δικαιώματα αυτά ( 42 ).
66.
Όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο, με τη σκέψη 41 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Bozkurt, η ερμηνεία αυτή αποτελεί απλώς επιμέρους εφαρμογή της γενικότερης αρχής του σεβασμού των κεκτημένων δικαιωμάτων, η οποία έχει αναγνωρισθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Δηλαδή, εφόσον το μέλος της οικογένειας Τούρκου υπηκόου έχει αποκτήσει νομίμως δικαιώματα βάσει διατάξεως της αποφάσεως 1/80, η ύπαρξη των δικαιωμάτων αυτών δεν εξαρτάται πλέον από το αν εξακολουθούν να υφίστανται οι περιστάσεις υπό τις οποίες αποκτήθηκαν τα δικαιώματα αυτά, δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση δεν επιβάλλει να πληρούται τέτοιου είδους προϋπόθεση ( 43 ).
67.
Ως εκ τούτου, φρονώ ότι το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 έχει την έννοια ότι υπήκοος τρίτου κράτους ο οποίος δεν διαθέτει την τουρκική ιθαγένεια και ο οποίος, με την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου, απολαύει των δικαιωμάτων που του παρέχονται βάσει της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να απολέσει τα δικαιώματα αυτά λόγω του διαζυγίου από αυτόν τον Τούρκο εργαζόμενο, το οποίο εκδόθηκε σε ημερομηνία μεταγενέστερη της κτήσεως των εν λόγω δικαιωμάτων.
IV – Πρόταση
68.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο Verwaltungsgericht Giessen την εξής απάντηση:
«Το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, σχετικά με την προώθηση της συνδέσεως, την οποία εξέδωσε το Συμβούλιο Συνδέσεως που συστάθηκε με τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, η οποία υπογράφηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 στην Άγκυρα από τη Δημοκρατία της Τουρκίας, αφενός, και από τα κράτη μέλη της ΕΟΚ και την Κοινότητα, αφετέρου, και η οποία συνάφθηκε, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963, έχει την έννοια ότι:
—
υπήκοος τρίτου κράτους που δεν διαθέτει την τουρκική ιθαγένεια και έχει διαμείνει για χρονικό διάστημα πέντε τουλάχιστον ετών με τον σύζυγό της, ο οποίος είναι Τούρκος εργαζόμενος ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως “μέλος της οικογένειας” Τούρκου εργαζομένου·
—
υπήκοος τρίτου κράτους ο οποίος δεν διαθέτει την τουρκική ιθαγένεια και ο οποίος, με την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου, απολαύει των δικαιωμάτων που του παρέχονται βάσει του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 δεν μπορεί να απολέσει τα δικαιώματα αυτά λόγω του διαζυγίου από αυτόν τον Τούρκο εργαζόμενο, το οποίο εκδόθηκε σε ημερομηνία μεταγενέστερη της κτήσεως των εν λόγω δικαιωμάτων αυτών.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Το Συμβούλιο Συνδέσεως συστάθηκε με τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, η οποία υπογράφηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 στην Άγκυρα από τη Δημοκρατία της Τουρκίας, αφενός, και από τα κράτη μέλη της ΕΟΚ και την Κοινότητα, αφετέρου. Η συμφωνία αυτή συνάφθηκε, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 48, στο εξής: Συμφωνία Συνδέσεως).
( 3 ) Το γαλλικό κείμενο της αποφάσεως 1/80 έχει δημοσιευθεί στο Accord d’association et protocoles CEE-Turquie et autres textes de base, το οποίο έχει εκδώσει η Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Βρυξέλλες, 1992.
( 4 ) Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως.
( 5 ) Βλ. άρθρο 6 της Συμφωνίας Συνδέσεως.
( 6 ) Το πρωτόκολλο αυτό υπογράφηκε στις 23 Νοεμβρίου 1970 στις Βρυξέλλες και συνάφθηκε, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2760/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/002, σ. 149).
( 7 ) BGBl. 2004 I, σ. 1950, όπως δημοσιεύθηκε στις 25 Φεβρουαρίου 2008 (BGBl. 2008 I, σ. 162).
( 8 ) Βλ., μεταξύ άλλων, σκέψη 5 της αποφάσεως του αιτούντος δικαστηρίου.
( 9 ) Βλ. σκέψη 5, στοιχείο γʹ, της αποφάσεως του αιτούντος δικαστηρίου.
( 10 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Μαρτίου 2000, C-329/97, Ergat (Συλλογή 2000, σ. I-1487, σκέψεις 26 και 27), και της 4ης Οκτωβρίου 2007, C-349/06, Polat (Συλλογή 2007, σ. I-8167, σκέψη 21).
( 11 ) Βλ. απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2004, C-275/02, Ayaz (Συλλογή 2004, σ. I-8765).
( 12 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 2000, C-65/98, Eyüp (Συλλογή 2000, σ. I-4747), της 18ης Ιουλίου 2007, C-325/05, Derin (Συλλογή 2007, σ. I-6495), και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, C-303/08, Bozkurt (Συλλογή 2010, σ. Ι-13445).
( 13 ) Βλ. σκέψη 39 της αποφάσεως αυτής.
( 14 ) Βλ. σκέψη 40 της εν λόγω αποφάσεως.
( 15 ) Βλ. απόφαση της 29ης Μαρτίου 2012, C-7/10 και C-9/10, Kahveci και Inan (σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 16 ) Βλ., σχετικώς, προπαρατεθείσα απόφαση Kahveci και Inan (σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 17 ) Όπ.π.
( 18 ) Βλ., σχετικώς, προπαρατεθείσα απόφαση Bozkurt (σκέψεις 36 και 37).
( 19 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 20 ) Βλ., σχετικώς, απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2004, C-467/02, Cetinkaya (Συλλογή 2004, σ. I-10895, σκέψη 22).
( 21 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Ayaz (σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 22 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33).
( 23 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Ayaz (σκέψη 45).
( 24 ) Οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ L 158, σ. 77, και διορθωτικό ΕΕ L 229, σ. 35).
( 25 ) Βλ., μεταξύ άλλων, άρθρα 6, παράγραφος 2, 7, παράγραφος 2, και 12, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας αυτής, τα οποία αφορούν το δικαίωμα διαμονής, καθώς και άρθρο 16, παράγραφος 2, της ιδίας οδηγίας, το οποίο αφορά το δικαίωμα μόνιμης διαμονής.
( 26 ) C-371/08 (Συλλογή 2011, σ. Ι-12735).
( 27 ) Βλ. παρατηρήσεις της Γερμανικής Κυβερνήσεως (σημεία 70 έως 72).
( 28 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Ziebell (σκέψη 62).
( 29 ) Όπ.π. (σκέψη 72).
( 30 ) Όπ.π. (σκέψη 74).
( 31 ) Όπ.π. (σκέψεις 66 και 68).
( 32 ) ΕΕ 1983, C 110, σ. 60.
( 33 ) Κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73).
( 34 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 35 ) Βλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, C-308/93, Cabanis-Issarte (Συλλογή 1996, σ. I-2097, σκέψη 21).
( 36 ) Βλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 1999, C-262/96, Sürül (Συλλογή 1999, σ. I-2685, σκέψη 84).
( 37 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Bozkurt (σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 38 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Derin (σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 39 ) Όπ.π. (σκέψη 67).
( 40 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Bozkurt (σκέψη 35).
( 41 ) Όπ.π. (σκέψη 36).
( 42 ) Όπ.π. (σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 43 ) Βλ., σχετικώς, και την απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2011, C-187/10, Unal (Συλλογή 2011, σ. Ι-9045, σκέψη 50).
Full & Egal Universal Law Academy