ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PAOLO MENGOZZI
της 30ής Ιανουαρίου 2013 ( 1 )
Υπόθεση C‑526/11
IVD GmbH & Co. KG
κατά
Ärztekammer Westfalen-Lippe
[αίτηση του Oberlandesgericht Düsseldorf – Vergabesenat (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Δημόσιες συμβάσεις — Οδηγία 2004/18/ΕΚ — Άρθρο 1, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ — Έννοια του οργανισμού δημοσίου δικαίου και έννοιες της χρηματοδότησης και του ελέγχου από το κράτος — Επαγγελματικός σύλλογος ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος από τον νόμο να εισπράττει εισφορές από τα μέλη του, αλλά διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά τον καθορισμό του ύψους των εισφορών»
I – Εισαγωγή
1.
Με την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής απόφασης, το Oberlandesgericht Düsseldorf – Vergabesenat (ειδικό τμήμα του εφετείου του Ντίσελντορφ, αρμόδιο για τις υποθέσεις δημόσιων συμβάσεων) (Γερμανία) ζητεί από το Δικαστήριο διευκρινίσεις επί της ερμηνείας του άρθρου 1, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/18/ΕΚ ( 2 ), όσον αφορά την έννοια «οργανισμός δημοσίου δικαίου». Το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν ο Ärztekammer Westfalen-Lippe (ιατρικός σύλλογος της Westfalen-Lippe, στο εξής: ιατρικός σύλλογος) είναι οργανισμός δημοσίου δικαίου, με συνέπεια να αποτελεί αναθέτουσα αρχή κατά την έννοια της οδηγίας.
II – Το νομικό πλαίσιο
A– Το δίκαιο της Ένωσης
2.
Το άρθρο 1, παράγραφος 9, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2004/18 έχει ως εξής:
«Ως “οργανισμός δημοσίου δικαίου” νοείται κάθε οργανισμός:
α)
ο οποίος έχει συσταθεί με συγκεκριμένο σκοπό την κάλυψη αναγκών γενικού συμφέροντος που δεν εμπίπτουν στον βιομηχανικό ή εμπορικό τομέα,
β)
ο οποίος έχει νομική προσωπικότητα, και
γ)
η δραστηριότητα του οποίου χρηματοδοτείται κατά το μεγαλύτερο μέρος από το κράτος, τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, ή η διαχείριση του οποίου υπόκειται σε έλεγχο ασκούμενο από τους οργανισμούς αυτούς, ή του οποίου περισσότερο από το ήμισυ των μελών του διοικητικού, του διευθυντικού ή του εποπτικού συμβουλίου του, διορίζεται από το κράτος, τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης ή από άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου.
Οι κατάλογοι, μη εξαντλητικοί, των οργανισμών και των κατηγοριών οργανισμών δημοσίου δικαίου που πληρούν τα κριτήρια τα οποία απαριθμούνται στο δεύτερο εδάφιο, σημεία α), β) και γ), παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙΙ. […]»
3.
Ως προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το εν λόγω παράρτημα μνημονεύει τις επαγγελματικές ενώσεις και, πιο συγκεκριμένα, τους ιατρικούς συλλόγους μεταξύ των φορέων που έχουν συσταθεί από το [ομοσπονδιακό] κράτος, τα Länder [ομόσπονδα κράτη] ή τις τοπικές αρχές (τμήμα III, κατηγορία 1.1, δεύτερη περίπτωση).
B– Το γερμανικό δίκαιο
4.
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, σημεία 1 έως 5, του νόμου για τα επαγγέλματα υγείας στο ομόσπονδο κράτος της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας (Heilberufsgesetz des Landes Nordrhein-Westfalen, στο εξής: HeilBerG NRW) περιγράφει σε αδρές γραμμές τους σκοπούς των επαγγελμάτων αυτών, περιλαμβανομένων και εκείνων του ιατρικού συλλόγου.
5.
Κατά τη διάταξη αυτή, τα ως άνω επαγγέλματα έχουν ως αποστολή, μεταξύ άλλων, να επικουρούν τις δημόσιες υγειονομικές και κτηνιατρικές υπηρεσίες, να εκδίδουν γνωμοδοτήσεις κατόπιν σχετικού αιτήματος της εποπτικής αρχής, να μεριμνούν για την παροχή ιατρικών και οδοντιατρικών υπηρεσιών εκτός του κανονικού ωραρίου λειτουργίας, να δημοσιεύουν τις σχετικές πληροφορίες και να ρυθμίζουν τα ζητήματα που αφορούν τις εφημερίες, καθώς επίσης να εξασφαλίζουν και να προάγουν, αφενός, τη συνεχή επαγγελματική κατάρτιση των μελών τους και, αφετέρου, την ποιότητα τόσο των υπηρεσιών υγείας όσο και των κτηνιατρικών υπηρεσιών.
6.
Επιπλέον από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι ο HeilBerG NRW παρέχει στον ιατρικό σύλλογο, προς εκπλήρωση της αποστολής του, το δικαίωμα να εισπράττει εισφορές από τα μέλη του (άρθρο 6, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος), προβλέπει ότι το ποσό των εισφορών αυτών καθορίζεται με κανονισμό ο οποίος ψηφίζεται από τη γενική συνέλευση του συλλόγου (άρθρο 23, παράγραφος 1) και ορίζει ότι ο ως άνω κανονισμός πρέπει να εγκριθεί από την εποπτική αρχή (άρθρο 23, παράγραφος 2), η έγκριση όμως αυτή έχει ως αποκλειστικό σκοπό τη διασφάλιση της ισοσκέλισης του προϋπολογισμού του συλλόγου.
III – Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
7.
Ο ιατρικός σύλλογος κίνησε διαδικασία για τη σύναψη δημόσιας σύμβασης σχετικά με την εκτύπωση και τη διανομή του ενημερωτικού του εντύπου, καθώς και με τη διαχείριση των διαφημίσεων και των συνδρομών στο εν λόγω περιοδικό, η δε προκήρυξη του σχετικού διαγωνισμού δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 5 Νοεμβρίου 2010. Κατόπιν της απόρριψης δύο υποψηφιοτήτων, η επιλογή έγινε μεταξύ των προσφορών της IVD GmbH & Co. KG (στο εξής: IVD) και της WWF Druck + Medien GmbH και η σύμβαση κατακυρώθηκε τελικώς στην τελευταία αυτή εταιρία.
8.
Η IVD προσέβαλε την απόφαση ανάθεσης, αρχικώς, με ένσταση και, εν συνεχεία, με προσφυγή που άσκησε ενώπιον του Vergabekammer (Τμήμα του Bundeskartellamt, αρμόδιο για την επίλυση διαφορών από διαδικασίες σύναψής δημόσιων συμβάσεων), υποστηρίζοντας ότι η ανάδοχος εταιρία δεν προσκόμισε ορισμένα από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά που είχε ορίσει η αναθέτουσα αρχή. Η προσφυγή απορρίφθηκε, καθόσον κρίθηκε παραδεκτή αλλά ουσία αβάσιμη.
9.
Το αιτούν δικαστήριο, ήτοι το Oberlandesgericht Düsseldorf – Vergabesenat, που επιλήφθηκε της διαφοράς κατ’ έφεση, αποφάσισε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το κρίσιμο για το παραδεκτό της προσφυγής της IVD ζήτημα, κατά πόσον ο ιατρικός σύλλογος έχει την ιδιότητα της αναθέτουσας αρχής.
10.
Το δικαστήριο αυτό εκτιμά ότι η αποστολή την οποία αναθέτει στον ιατρικό σύλλογο το άρθρο 6, παράγραφος 1, σημεία 1 έως 5, του HeilBerG NRW σχετίζεται με ανάγκες «γενικού συμφέροντος που δεν εμπίπτουν στον βιομηχανικό ή εμπορικό τομέα». Επισημαίνει ακόμη ότι ο εν λόγω σύλλογος έχει νομική προσωπικότητα. Επομένως, κατά το αιτούν δικαστήριο, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 2004/18.
11.
Αντιθέτως, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το δικαίωμα του ιατρικού συλλόγου να εισπράττει εισφορές από τα μέλη του συνιστά έμμεση κρατική χρηματοδότηση, με συνέπεια να πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 1, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/18.
12.
Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι ο HeilBerG NRW δεν καθορίζει το ποσό των εισφορών οι οποίες εισπράττονται από τον ιατρικό σύλλογο, ούτε προσδιορίζει επακριβώς το εύρος και τις λεπτομέρειες του τρόπου εκτέλεσης των καθηκόντων που του ανατίθενται, ώστε να του απομένει στενό μόνον περιθώριο κατά τον υπολογισμό του ύψους των εισφορών. Απεναντίας, διαθέτοντας ευρύ περιθώριο εκτίμησης κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του, ο εν λόγω σύλλογος απολαύει σημαντικής διακριτικής ευχέρειας κατά τον καθορισμό των χρηματοδοτικών του αναγκών και, ως εκ τούτου, κατά τον υπολογισμό του ποσού των οικείων εισφορών. Το αιτούν δικαστήριο τονίζει επίσης ότι ναι μεν απαιτείται η έγκριση της εποπτικής αρχής, πλην όμως η έγκριση αυτή έχει ως μοναδικό σκοπό τη διασφάλιση της ισοσκέλισης του προϋπολογισμού του ιατρικού συλλόγου.
13.
Λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων αυτών στοιχείων, καθώς και των αποφάσεων της 13ης Δεκεμβρίου 2007, C-377/06, Bayerischer Rundfunk κ.λπ. ( 3 ), και της 11ης Ιουνίου 2009, C-300/07, Hans & Christophorus Oymanns ( 4 ), το εθνικό δικαστήριο διερωτάται αν προκειμένου να διαπιστωθεί ότι πληρούται η προϋπόθεση της έμμεσης κρατικής χρηματοδότησης είναι απολύτως αναγκαίο να υφίστανται τα χαρακτηριστικά τα οποία έχει επισημάνει το Δικαστήριο με τη νομολογία του.
14.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Oberlandesgericht Düsseldorf – Vergabesenat αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Ένας […] επαγγελματικός σύλλογος, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/18/ΕΚ […], “χρηματοδοτείται κατά το μεγαλύτερο μέρος από το κράτος” ή “υπόκειται σε έλεγχο” του κράτους, αν:
—
[…] έχει την εξουσία να εισπράττει εισφορά από τα μέλη του βάσει νόμου, ο οποίος όμως δεν καθορίζει μήτε το ύψος της εισφοράς μήτε την έκταση των παροχών που πρέπει να χρηματοδοτηθούν από τις εισφορές,
—
εντούτοις ο πίνακας εισφορών εγκρίνεται από το κράτος;»
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
15.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η IVD, ο ιατρικός σύλλογος, η Τσεχική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
16.
Ο ιατρικός σύλλογος και η Επιτροπή ανέπτυξαν και προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 8ης Νοεμβρίου 2012.
V – Νομική ανάλυση
Α– Το περιεχόμενο του προδικαστικού ερωτήματος
17.
Κατ’ αρχάς υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το παράρτημα III της οδηγίας 2004/18, οι γερμανικοί ιατρικοί σύλλογοι καταλέγονται στις αναθέτουσες αρχές που θεωρούνται ότι πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις της ως άνω οδηγίας ( 5 ).
18.
Η ρητή αυτή μνεία καλύπτει επομένως τον ιατρικό σύλλογο τον οποία αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης.
19.
Μολονότι το αιτούν δικαστήριο εγείρει ζήτημα ερμηνείας του άρθρου 1, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/18, στην πραγματικότητα θέτει εμμέσως υπό αμφισβήτηση το κύρος του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας αυτής, στο μέτρο που μνημονεύει τον εν λόγω σύλλογο.
20.
Όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο με αφορμή την προαναφερθείσα απόφαση Hans & Christophorus Oymanns, η ρητή μνεία ενός οργανισμού στο παράρτημα III της οδηγίας 2004/18 δεν συνιστά παρά απλό ή μαχητό τεκμήριο ότι ο οργανισμός αυτός αποτελεί αναθέτουσα αρχή κατά την έννοια της οδηγίας, οπότε ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να εξασφαλίσει την εσωτερική συνοχή της συγκεκριμένης πράξης της Ένωσης, ελέγχοντας αν η ως άνω μνεία είναι απόρροια ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών κριτηρίων του άρθρου 1, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2004/18 ( 6 ) ( 7 ).
21.
Πράγματι, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να υπογραμμίσει ότι η οδηγία 2004/18 περιλαμβάνει τόσο ουσιαστικούς κανόνες, όπως το άρθρο 1, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, που ορίζει τις προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληροί ένας οργανισμός για να θεωρηθεί αναθέτουσα αρχή κατά την έννοια της οδηγίας αυτής, όσο και μέτρα εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών κανόνων, όπως η παράθεση, στο παράρτημα III της ίδιας οδηγίας, ενός μη εξαντλητικού καταλόγου των δημόσιων οργανισμών που θεωρούνται ότι πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές ( 8 ).
22.
Κατά συνέπεια, βάσει της απάντησης που θα δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα θα καταστεί επίσης σαφές αν ορθώς οι γερμανικοί ιατρικοί σύλλογοι, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο συγκεκριμένος στην υπόθεση της κύριας δίκης, μνημονεύθηκαν ρητώς στο παράρτημα III της οδηγίας 2004/18.
23.
Με αυτό το δεδομένο, πρέπει να υπομνηστεί, πρώτον, ότι τα τρία κριτήρια του άρθρου 1, παράγραφος 9, της οδηγίας 2004/19 είναι σωρευτικά ( 9 ), οπότε ένας φορέας θεωρείται δημοσίου δικαίου και υπόκειται, ως εκ τούτου, στις διαδικασίες σύναψης των δημόσιων συμβάσεων, όταν:
—
έχει συσταθεί για να εξυπηρετήσει ειδικώς ανάγκες γενικού συμφέροντος, όχι όμως βιομηχανικής ή εμπορικής φύσης [στοιχείο αʹ]·
—
έχει νομική προσωπικότητα [στοιχείο βʹ], και
—
είτε η δραστηριότητά του χρηματοδοτείται κατά το μεγαλύτερο μέρος από το κράτος, τις περιφερειακές ή τοπικές αρχές ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, είτε η διαχείρισή του υπόκειται στην εποπτεία των ανωτέρω, είτε διοικείται, διευθύνεται ή εποπτεύεται από όργανο του οποίου περισσότερα από τα μισά μέλη διορίζονται από το κράτος, τις περιφερειακές ή τοπικές αρχές, ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου [στοιχείο γʹ].
24.
Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, οι προϋποθέσεις του άρθρου 1, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 2004/18 πληρούνται στην υπόθεση της κύριας δίκης ( 10 ).
25.
Δεύτερον, πρέπει να εξεταστούν τα τρία διαζευκτικά κριτήρια του άρθρου 1, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/18.
26.
Συναφώς το αιτούν δικαστήριο έκρινε, κατά τα φαινόμενα, ότι δεν πληρούται εν προκειμένω ούτε το τελευταίο από τα κριτήρια αυτά, το οποίο αφορά κατ’ ουσίαν τον ορισμό από το Δημόσιο της πλειονότητας των μελών ενός εκ των οργάνων του οικείου φορέα, ούτε το δεύτερο κριτήριο, σχετικά με τον έλεγχο της διαχείρισης του φορέα από το Δημόσιο.
27.
Θα παρατηρούσα πάντως, ως προς το κριτήριο που συνδέεται με τον έλεγχο της διαχείρισης του οργανισμού από το Δημόσιο, ότι, καίτοι το εν λόγω κριτήριο μνημονεύεται στο προδικαστικό ερώτημα όπως αυτό διατυπώθηκε προς το Δικαστήριο, το αιτούν δικαστήριο δεν ανέφερε κανένα λόγο ο οποίος να εξηγεί τις ενδεχόμενες αμφιβολίες του σε σχέση με την εφαρμογή του συγκεκριμένου κριτηρίου στην προκειμένη περίπτωση.
28.
Από την αόριστη αυτή μνεία συνάγεται ευλόγως το συμπέρασμα ότι το αιτούν δικαστήριο τείνει προς την άποψη ότι αποκλείεται το ενδεχόμενο εφαρμογής του εν λόγω κριτηρίου στην υπόθεση της κύριας δίκης. Επιπλέον, όπως επισήμαναν με τις γραπτές τους παρατηρήσεις τόσο ο ιατρικός σύλλογος όσο και η Επιτροπή, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, πρέπει μάλλον να γίνει δεκτό ότι δεν τίθεται ζήτημα ελέγχου της διαχείρισης του συλλόγου αυτού. Συγκεκριμένα, μολονότι απαιτείται η ύπαρξη τέτοιου ελέγχου να συνεπάγεται δυνατότητα επιρροής των αποφάσεων που λαμβάνει ο υποκείμενος στον έλεγχο οργανισμός σε σχέση με τις δημόσιες συμβάσεις, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι επ’ ουδενί μπορεί να γίνει δεκτό ότι πληρούται το κριτήριο του ελέγχου της διαχείρισης στην περίπτωση ενός απλού a posteriori ελέγχου ( 11 ). Κατά πάσα βεβαιότητα όμως, αυτή ακριβώς είναι η φύση του ελέγχου της νομιμότητας τον οποίο ασκεί, σε συνδυασμό με το δικαίωμα ενημέρωσης που έχει, η εποπτική αρχή επί του ιατρικού συλλόγου, σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφος 1, του HeilBerG NRW ( 12 ).
29.
Λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων αυτών, φρονώ ότι δεν συντρέχει λόγος περαιτέρω εμβάθυνσης στο ζήτημα κατά πόσον πληρούται το κριτήριο του ελέγχου, από το Δημόσιο, της διαχείρισης του οργανισμού τον οποίο αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης.
30.
Πρέπει, αντιθέτως, να εξεταστεί αν πληρούται εν προκειμένω το κριτήριο της χρηματοδότησης κατά το μεγαλύτερο μέρος από το Δημόσιο.
B– Επί του κριτηρίου της χρηματοδότησης κατά το μεγαλύτερο μέρος από το Δημόσιο
31.
Υπενθυμίζω ότι το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν πληρούται το προβλεπόμενο από το άρθρο 1, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/18 κριτήριο της χρηματοδότησης κατά το μεγαλύτερο μέρος από το Δημόσιο, σε περίπτωση που επαγγελματικός σύλλογος, όπως ο σύλλογος τον οποίο αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης, χρηματοδοτείται (ως επί το πλείστον) ( 13 ) από τις εισφορές των μελών του και ο νόμος τον εξουσιοδοτεί να εισπράττει την οικεία εισφορά, χωρίς όμως να καθορίζει το ποσόν της ούτε να προσδιορίζει επακριβώς το είδος των υπηρεσιών τις οποίες αυτή προορίζεται να χρηματοδοτήσει.
32.
Τόσο ο ιατρικός σύλλογος όσο και η Τσεχική Κυβέρνηση προτείνουν, με τις αντίστοιχες παρατηρήσεις τους, να δοθεί αρνητική απάντηση στο ως άνω ερώτημα, ενώ η Επιτροπή έχει αντίθετη γνώμη.
33.
Όπως εξέθεσε λεπτομερέστερα η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η βασική της θέση είναι ότι μια απλή «συνάφεια» με τις κρατικές αρχές αρκεί για να πληρούται το κριτήριο της χρηματοδότησης κατά το μεγαλύτερο μέρος από το Δημόσιο.
34.
Είναι αληθές, και θέλω να το τονίσω ιδιαιτέρως, ότι σημείο αναφοράς για την ερμηνεία της φράσης αυτής πρέπει να αποτελεί ο σκοπός που επιδιώκουν οι σχετικές με τη σύναψη των δημόσιων συμβάσεων οδηγίες, ιδίως δε ο διπλός σκοπός, αφενός, της αποσόβησης του κινδύνου να προτιμώνται οι ημεδαποί υποβάλλοντες προσφορά ή υποψήφιοι κατά τη σύναψη οποιασδήποτε σύμβασης από τις αναθέτουσες αρχές και, αφετέρου, του αποκλεισμού του ενδεχομένου να καθορίζει ένας οργανισμός ο οποίος χρηματοδοτείται ή ελέγχεται από το κράτος, από οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή από άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου τη στάση του με βάση εκτιμήσεις που δεν είναι οικονομικής φύσης ( 14 ).
35.
Έτσι, η έννοια της αναθέτουσας αρχής, περιλαμβανομένης της έννοιας του οργανισμού δημοσίου δικαίου, πρέπει να ερμηνεύεται βάσει λειτουργικών κριτηρίων, υπό το πρίσμα του σκοπού της εξάλειψης των εμποδίων που παρακωλύουν τόσο την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών και των εμπορευμάτων όσο και την επικράτηση ανόθευτου και κατά το δυνατόν ευρύτερου ανταγωνισμού εντός των κρατών μελών ( 15 ).
36.
Η προσέγγιση την οποία ακολουθεί η Επιτροπή, με αφετηρία τον σκοπό της οδηγίας 2004/18, θα μπορούσε επομένως να καταλήξει σε μια χαλαρή ή διασταλτική ερμηνεία του συνδέσμου που υφίσταται μεταξύ του Δημοσίου και του οργανισμού του οποίου η χρηματοδότηση –και, ως εκ τούτου, ο χαρακτηρισμός ως αναθέτουσας αρχής– αποτελεί το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα.
37.
Δεν πρέπει πάντως να παραβλεφθεί ότι, όπως επίσης προκύπτει από τη νομολογία, καθένα εκ των τριών διαζευκτικών κριτηρίων του άρθρου 1, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/18 συνιστά μία από τις τρεις παραλλαγές της «στενής εξάρτησης» από άλλη αναθέτουσα αρχή, ήτοι από το κράτος, από οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή από άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου ( 16 ).
38.
Μια υπερβολικά ευρεία ερμηνεία του ενός από τα τρία κριτήρια της διάταξης αυτής όχι μόνο θα μπορούσε να αλλοιώσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης να αποδεικνύεται η ύπαρξη στενής εξάρτησης του οικείου οργανισμού από το Δημόσιο, αλλά θα καθιστούσε επιπλέον κενά περιεχομένου τα άλλα δύο κριτήρια που θέτει το εν λόγω άρθρο.
39.
Συνεπώς, δεν συμμερίζομαι την προτεινόμενη από την Επιτροπή υπέρμετρα ευρεία ερμηνεία του κριτηρίου της χρηματοδότησης κατά το μεγαλύτερο μέρος από το Δημόσιο, δεδομένου ότι έχει ως σκοπό να εξομοιώσει με «στενή εξάρτηση» μια απλή «συνάφεια» του οικείου οργανισμού με το Δημόσιο.
40.
Νομίζω ότι η απόρριψη της υπερβολικά ευρείας ερμηνείας που υποστηρίζεται από την Επιτροπή δικαιολογείται κατά μείζονα λόγο στο μέτρο που η υπό κρίση υπόθεση, όπως και εκείνες επί των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες αποφάσεις Bayerischer Rundfunk κ.λπ. και Hans & Christophorus Oymanns, εγείρει το ευαίσθητο ζήτημα της έμμεσης χρηματοδότησης από το Δημόσιο και των ορίων της εφαρμογής των κανόνων της Ένωσης στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων.
41.
Πράγματι, σε συνέχεια της διαπίστωσης ότι το άρθρο 1, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/18 δεν διευκρινίζει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνεται η χρηματοδότηση, το Δικαστήριο έκρινε με τις δύο προαναφερθείσες αποφάσεις του ότι η διάταξη αυτή δεν απαιτεί να χρηματοδοτείται άμεσα η δραστηριότητα των σχετικών οργανισμών από το κράτος ή από άλλο δημόσιο φορέα, οπότε αρκεί συναφώς ένας έμμεσος τρόπος χρηματοδότησης ( 17 ).
42.
Μολονότι σε αμφότερες αυτές τις αποφάσεις το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι οικείοι οργανισμοί χρηματοδοτούνταν πράγματι εμμέσως από το Δημόσιο, το ζήτημα ποιες ήσαν οι συγκεκριμένες περιστάσεις οι οποίες υπήρξαν κρίσιμες για την ως άνω διαπίστωση αποτελεί στην προκειμένη υπόθεση αντικείμενο έντονης διχογνωμίας μεταξύ, αφενός, του ιατρικού συλλόγου και της Τσεχικής Δημοκρατίας και, αφετέρου, της Επιτροπής.
43.
Επομένως το ζήτημα αυτό χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
44.
Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση Bayerischer Rundfunk κ.λπ., το Δικαστήριο ερωτήθηκε αν οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί στη Γερμανία συνιστούν αναθέτουσες αρχές, δεδομένου ότι η δραστηριότητά τους χρηματοδοτείται ως επί το πλείστον από τα τέλη τα οποία καταβάλλουν οι ιδιώτες που έχουν στην κατοχή τους ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό δέκτη.
45.
Στην περίπτωση εκείνη, το Δικαστήριο τόνισε ότι το σχετικό τέλος αναγόταν στη συμφωνία μεταξύ των ομόσπονδων κρατών για τις ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες, δηλαδή σε πράξη του κράτους, και δεν απέρρεε από σύμβαση μεταξύ των οικείων οργανισμών και των καταναλωτών ( 18 ). Το ποσό του τέλους καθοριζόταν με απόφαση των κοινοβουλίων και των κυβερνήσεων των ομόσπονδων κρατών στηριζόμενη σε έκθεση την οποία κατάρτιζε μια ανεξάρτητη επιτροπή εμπειρογνωμόνων, αρμόδια να εξετάζει τις εκτιμήσεις που υπέβαλλαν οι ίδιοι οι οργανισμοί σχετικά με τις οικονομικές τους ανάγκες. Τα κοινοβούλια και οι κυβερνήσεις των ομόσπονδων κρατών μπορούσαν να αποκλίνουν από τις ως άνω συστάσεις μόνο για συγκεκριμένους λόγους, οι οποίοι απαριθμούνταν περιοριστικώς ( 19 ).
46.
Εντούτοις το Δικαστήριο έκρινε ότι, ακόμη και αν τα κοινοβούλια και οι κυβερνήσεις των ομόσπονδων κρατών δεσμεύονταν να ακολουθούν χωρίς τροποποιήσεις τις εν λόγω συστάσεις, θα ίσχυε και πάλι η διαπίστωση ότι ο μηχανισμός καθορισμού του ύψους του τέλους επιβάλλεται από το κράτος, το οποίο έχει απλώς μεταβιβάσει προνομίες δημόσιας εξουσίας σε μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων ( 20 ).
47.
Όσον αφορά τον τρόπο είσπραξης του τέλους, το Δικαστήριο επισήμανε ότι από τη συμφωνία μεταξύ των ομόσπονδων κρατών για τις ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες προέκυπτε ότι το τέλος το εισέπραττε ένας φορέας δημοσίου δικαίου, ο οποίος εξέδιδε για λογαριασμό των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών πράξεις επιβολής του εν λόγω τέλους ( 21 ). Επίσης, σε περίπτωση καθυστέρησης της πληρωμής, εφαρμοζόταν ως προς τις ειδοποιήσεις υπενθύμισης της καταβολής μια διοικητική διαδικασία, η οποία προέβλεπε και δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης εφόσον ο οικείος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός υπέβαλλε σχετικό αίτημα, οπότε οι οργανισμοί αυτοί διέθεταν προνομίες δημόσιας εξουσίας ( 22 ).
48.
Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, μολονότι το κράτος αναγνώριζε στους ως άνω οργανισμούς το δικαίωμα να εισπράττουν οι ίδιοι το τέλος, το γεγονός ότι η χρηματοδότηση αναγόταν σε πράξη του κράτους, εξασφαλιζόταν από το κράτος και γινόταν μέσω ενός μηχανισμού επιβολής και είσπραξης ο οποίος προσιδίαζε σε προνομίες δημόσιας εξουσίας σήμαινε ότι συνέτρεχε η προϋπόθεση της «χρηματοδότησης από το κράτος» για τους σκοπούς της εφαρμογής των κανόνων του δικαίου της Ένωσης που διέπουν τη σύναψη των δημόσιων συμβάσεων ( 23 ).
49.
Στη δεύτερη από τις προαναφερθείσες υποθέσεις, ήτοι στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Hans & Christophorus Oymanns, που αφορούσε και πάλι την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το αιτούν δικαστήριο είχε ζητήσει κατ’ ουσία να διευκρινιστεί αν τα δημόσια ταμεία ασφάλισης ασθένειας μπορούσαν, λαμβανομένου υπόψη του τρόπου χρηματοδότησής τους, να θεωρηθούν ως χρηματοδοτούμενα κατά το μεγαλύτερο μέρος από το κράτος κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/18.
50.
Το Δικαστήριο στήριξε την καταφατική απάντησή του στο ως άνω ερώτημα σε τέσσερα στοιχεία.
51.
Πρώτον, διαπίστωσε ότι η χρηματοδότηση των δημόσιων ταμείων ασφάλισης ασθένειας εξασφαλιζόταν πρωτίστως από τις υποχρεωτικές εισφορές που καταβάλλονταν χωρίς συγκεκριμένη αντιπαροχή από τους ασφαλισμένους, δεδομένου ότι η υποχρέωση καταβολής της εισφοράς απέρρεε, κατά τον νόμο, από το γεγονός και μόνον της υπαγωγής σε ταμείο, η οποία επιβαλλόταν επίσης από τον νόμο ( 24 ).
52.
Δεύτερον, και ενώ, αντιθέτως προς ό,τι ίσχυε στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση Bayerischer Rundfunk κ.λπ., το ύψος των εισφορών καθοριζόταν από τα ίδια τα ταμεία, το Δικαστήριο επικύρωσε την εκτίμηση του αιτούντος δικαστηρίου ότι η διακριτική ευχέρεια που διέθεταν συναφώς τα ταμεία ήταν εξαιρετικά περιορισμένη, στο μέτρο που είχαν ως αποστολή τους να χορηγούν τις προβλεπόμενες από τη νομοθεσία περί κοινωνικής ασφάλισης παροχές. Έτσι, κατά το Δικαστήριο, δεδομένου ότι οι παροχές και οι συναφείς δαπάνες επιβάλλονταν από τον νόμο, τα δε ταμεία δεν ασκούσαν τη δραστηριότητά τους χάριν κερδοσκοπίας, το ύψος των εισφορών έπρεπε να καθορίζεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε τα έσοδα που προέκυπταν να μην είναι χαμηλότερα ούτε υψηλότερα των δαπανών ( 25 ).
53.
Τρίτον, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι ο καθορισμός του ύψους των εισφορών από τα δημόσια ταμεία ασφάλισης ασθένειας προϋπέθετε εν πάση περιπτώσει την άδεια της δημόσιας εποπτικής αρχής του κάθε ταμείου, οπότε το σχετικό ποσό οριζόταν σε κάποιο βαθμό από τον νόμο, ενώ τα λοιπά έσοδα των ταμείων αυτών (απευθείας πληρωμές από τις ομοσπονδιακές αρχές) συνιστούσαν ούτως ή άλλως, πέραν πάσης αμφιβολίας, άμεση χρηματοδότηση από το κράτος ( 26 ).
54.
Τέλος, τέταρτον, όσον αφορά την ομαλή και την αναγκαστική είσπραξη των εισφορών, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η μεν πρώτη γινόταν χωρίς οποιαδήποτε δυνατότητα παρέμβασης εκ μέρους του ασφαλισμένου, η δε δεύτερη πραγματοποιούνταν επίσης υποχρεωτικώς βάσει διατάξεων του δημοσίου δικαίου ( 27 ).
55.
Το Δικαστήριο κατέληξε επομένως ότι τα δημόσια ταμεία ασφάλισης ασθένειας χρηματοδοτούνταν, έστω και εμμέσως, κατά το μεγαλύτερο μέρος από το Δημόσιο.
56.
Ποιο είναι το συμπέρασμα που συνάγεται από τις δύο αυτές αποφάσεις;
57.
Πρώτον, καθίσταται απολύτως σαφές ότι το Δικαστήριο, για να διαπιστώσει κατά πόσον ένας οργανισμός χρηματοδοτείται, εμμέσως, κατά το μεγαλύτερο μέρος από το Δημόσιο, ακολουθεί τη μέθοδο της «δέσμης ενδείξεων».
58.
Θα συνόψιζα τις ενδείξεις αυτές ως εξής. Πρόκειται κατ’ αρχάς για την κρατική και νομικά δεσμευτική προέλευση της σχετικής επιβάρυνσης, ακολούθως για τον υποχρεωτικό χαρακτήρα τόσο της είσπραξής της από τους υποκείμενους σε αυτήν όσο και των ρυθμίσεων περί καθορισμού του ύψους της, καθώς και, ενδεχομένως, για την έκταση και την ένταση του ελέγχου που ασκεί η οικεία εποπτική αρχή και, τέλος, για την παραχώρηση στους επίμαχους οργανισμούς προνομιών δημόσιας εξουσίας προς εξασφάλιση της είσπραξης της επιβάρυνσης αυτής.
59.
Δεύτερον, μένει όμως να διευκρινιστεί, αφενός, αν πρέπει σε κάθε δεδομένη περίπτωση να υπάρχουν όλα τα ως άνω στοιχεία και, αφετέρου, ποια είναι η σημασία που αποδίδει το Δικαστήριο σε καθένα τους, συγκριτικά με τα υπόλοιπα.
60.
Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά, κατά τη γνώμη μου, σχετίζεται εν μέρει με την απαίτηση να διαπιστωθεί «στενή εξάρτηση» του οικείου οργανισμού από το Δημόσιο.
61.
Κλίνω δε προς την άποψη ότι, υπό το πρίσμα των ενδείξεων για τις οποίες έγινε λόγος στο σημείο 58 των προτάσεών μου, δεν υφίσταται τέτοια στενή εξάρτηση στην περίπτωση του οργανισμού τον οποίο αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης.
62.
Κατ’ αρχάς αληθεύει ότι το δικαίωμα είσπραξης της εισφοράς παρέχεται στον ιατρικό σύλλογο από τον HeilBerG NRW, ήτοι έναν νόμο ομόσπονδου κράτους της Γερμανίας, προς εξασφάλιση της χρηματοδότησης των καθηκόντων τα οποία απαριθμούνται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του νόμου αυτού. Επομένως, η εισφορά αυτή επιβάλλεται, όπως δέχονται όλοι οι ενδιαφερόμενοι οι οποίοι κατέθεσαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, από το Δημόσιο, εν προκειμένω μάλιστα από ομόσπονδο κράτος. Επιπλέον, η εισφορά καταβάλλεται χωρίς συγκεκριμένη αντιπαροχή.
63.
Εντούτοις, όπως ορθώς επισήμανε η Τσεχική Δημοκρατία, πρέπει να σημειωθεί ότι, εν αντιθέσει προς ό,τι συνέβαινε στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες αποφάσεις Bayerischer Rundfunk κ.λπ. και Hans & Christophorus Oymanns, η εισφορά αυτή δεν καταβάλλεται από τρίτους (υποκείμενους σε επιβάρυνση ή καταναλωτές), αλλά από τα ίδια τα μέλη του επίμαχου οργανισμού.
64.
Συναφώς οι αρμοδιότητες του ιατρικού συλλόγου δεν διαφέρουν σημαντικά από εκείνες που παρέχονται σε όλους τους συλλόγους των «ρυθμιζόμενων εκ του νόμου» επαγγελμάτων προκειμένου να έχουν στη διάθεσή τους τα αναγκαία μέσα για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, τα οποία είναι, μεταξύ άλλων, να διασφαλίζουν την τήρηση των κανόνων δεοντολογίας και ηθικής του επαγγέλματος, το υψηλό επίπεδο εξειδικευμένων γνώσεων, την επαγγελματική κατάρτιση των μελών τους και τις αγαστές τους σχέσεις. Άλλωστε, σε τέτοιου είδους καθήκοντα αναφέρεται το άρθρο 6 του HeilBerG NRW, η δε εισφορά εισπράττεται από τον ιατρικό σύλλογο προκειμένου να μπορεί να χρηματοδοτηθεί η εκπλήρωσή τους.
65.
Επιπλέον, βάσει ανάλογου σκεπτικού, δεν μπορώ να δεχθώ το επιχείρημα της Επιτροπής ότι έχουν μεταβιβαστεί στον ιατρικό σύλλογο προνομίες δημόσιας εξουσίας για τον καθορισμό του ύψους των εισφορών. Συγκεκριμένα, η προνομία δημόσιας εξουσίας ασκείται εξ ορισμού επί προσώπου, φυσικού ή νομικού, που δεν έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει την απόφαση για το ύψος της εισφοράς, όπως οι υποκείμενοι στις επιβαρύνσεις και οι καταναλωτές στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες αποφάσεις Bayerischer Rundfunk κ.λπ. και Hans & Christophorus Oymanns.
66.
Δεν αμφισβητείται όμως ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, το ποσό των εισφορών αποφασίζεται από τη γενική συνέλευση του ιατρικού συλλόγου εντός της οποίας όλα τα μέλη του ορίζουν αντιπροσώπους που συμμετέχουν σε αυτή με δικαίωμα ψήφου και επομένως έχουν, τουλάχιστον εμμέσως, τη δυνατότητα να επηρεάσουν τη σχετική απόφαση. Ακολουθώντας την επιχειρηματολογία της Επιτροπής θα καταλήγαμε στο οξύμωρο σχήμα να γίνει δεκτό ότι τα μέλη του ιατρικού συλλόγου τα οποία μετέχουν στη γενική του συνέλευση απολαύουν προνομίας δημόσιας εξουσίας που τους μεταβιβάστηκε για να την ασκήσουν επί αυτών των ιδίων ( 28 ).
67.
Επιπροσθέτως, και, όπως εξυπακούεται, σε συνέχεια των όσων εκτέθηκαν στο αμέσως προηγούμενο σημείο, η διακριτική ευχέρεια του ιατρικού συλλόγου κατά τον υπολογισμό των εισφορών είναι, αντιθέτως προς τα επιχειρήματα της Επιτροπής, μάλλον σημαντικό στοιχείο για τη διαπίστωση της ύπαρξης «στενής εξάρτησης» του οργανισμού αυτού από το Δημόσιο.
68.
Συγκεκριμένα, εφόσον, όπως παραδέχεται και η Επιτροπή, τα καθήκοντα του ιατρικού συλλόγου περιγράφονται μάλλον γενικά και αόριστα, η αυτονομία που έχει ο εν λόγω οργανισμός ως προς τον υπολογισμό των εισφορών του παρέχει επίσης μεγάλο περιθώριο ευελιξίας κατά τον καθορισμό του εύρους και του τρόπου εκτέλεσης των καθηκόντων τα οποία θα μπορέσει να χρηματοδοτήσει ( 29 ). Έτσι, μπορεί να δώσει προτεραιότητα ή να επιδιώξει περαιτέρω την τάδε ή τη δείνα αποστολή του, ανάλογα με το ποσό των εισφορών, όπως αυτό έχει καθοριστεί με δική του απόφαση.
69.
Όπως προκύπτει εξάλλου τόσο από τον HeilBerG NRW όσο και από τα όσα διευκρίνισε ο ιατρικός σύλλογος κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η εποπτική αρχή ουδεμία εξουσία παρέμβασης έχει ως προς το ποσό της εισφοράς το οποίο αποφασίζεται από τη γενική συνέλευση του συλλόγου. Πράγματι, η μόνη αρμοδιότητα που έχει συναφώς η εν λόγω αρχή έγκειται στον νομικό έλεγχο της ισορροπίας μεταξύ των εσόδων και των δαπανών στον προϋπολογισμό του ιατρικού συλλόγου.
70.
Η προκειμένη περίπτωση είναι επομένως διαφορετική από την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση Hans & Christophorus Oymanns, όπου, υπενθυμίζω, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η διακριτική ευχέρεια των δημόσιων ταμείων ασφάλισης ασθένειας κατά τον καθορισμό του ύψους των εισφορών τους ήταν «εξαιρετικά περιορισμένη». Φρονώ ότι η εκτίμηση αυτή γίνεται καλύτερα αντιληπτή υπό το πρίσμα της σκέψης 17 της ίδιας απόφασης, από την οποία προκύπτει ότι τα ως άνω ταμεία ήταν υποχρεωμένα να υπολογίζουν τις εισφορές κατά τέτοιον τρόπο ώστε, προστιθέμενες στους λοιπούς πόρους, να καλύπτουν τις δαπάνες που όριζε ο νόμος και να εξασφαλίζεται ότι θα υπάρχουν διαθέσιμα τα μέσα εκμεταλλεύσεως και τα αποθέματα που επέβαλλε ο νόμος.
71.
Από τα στοιχεία όμως που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι ο ιατρικός σύλλογος διαθέτει σημαντικό περιθώριο κατά την εκτίμηση της έκτασης των δαπανών του, οι οποίες αποτελούν συνάρτηση του τρόπου που ο ίδιος έχει επιλέξει να εκπληρώσει τα καθήκοντα του, τα οποία, και αυτά με τη σειρά τους, περιγράφονται μάλλον γενικά και αόριστα από τον HeilBerG NRW.
72.
Επιπλέον, στην προαναφερθείσα απόφαση Hans & Christophorus Oymanns, το Δικαστήριο διαπίστωσε στενή εξάρτηση των δημόσιων ταμείων ασφάλισης ασθένειας από το Δημόσιο για τον πρόσθετο λόγο ότι αυτά χρηματοδοτούνταν, τουλάχιστον εν μέρει, άμεσα από το κράτος, ενώ στην υπόθεση της κύριας δίκης ουδεμία τέτοια χρηματοδότηση προβλέπεται υπέρ του ιατρικού συλλόγου.
73.
Επιπροσθέτως, μπορεί ευλόγως να υποστηριχθεί, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει ο ιατρικός σύλλογος, ότι τα μέλη της γενικής του συνέλευσης, ήτοι οι αντιπρόσωποι των ίδιων των καταβαλλόντων την εισφορά, κατευθύνονται πρωτίστως από οικονομικές εκτιμήσεις στο πλαίσιο του καθορισμού του τρόπου με τον οποίο ο σύλλογος εκπληρώνει την αποστολή του και, επομένως, στο πλαίσιο του υπολογισμού του ποσού των εισφορών που είναι διατεθειμένα να καταβάλουν ( 30 ).
74.
Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι ένας τέτοιος οργανισμός δεν θα καταλήξει, σε τυχόν συναλλαγή του με τρίτους στην ελεύθερη αγορά, να επωμιστεί μεγαλύτερο κόστος από εκείνο που θα συνεπάγονταν αμιγώς οικονομικές εκτιμήσεις, οπότε φαίνεται απίθανη η ύπαρξη στενής εξάρτησης από το Δημόσιο, δεδομένου ότι το ποσό της εισφοράς καθορίζεται από τα ίδια τα πρόσωπα τα οποία οφείλουν να την καταβάλλουν.
75.
Τέλος, όσον αφορά την αρμοδιότητα του ιατρικού συλλόγου να εκδίδει εσωτερικούς κανονισμούς, να επιβάλλει χρηματικές ποινές σε μέλη του τα οποία δεν τηρούν τις υποχρεώσεις που υπέχουν είτε από τον νόμο είτε από το καταστατικό του συλλόγου, καθώς και να προχωρεί στην είσπραξη των χρηματικών αυτών ποινών ( 31 ), φρονώ και πάλι ότι η αρμοδιότητα αυτή δεν διαφέρει από εκείνες που παρέχονται σε όλους τους επαγγελματικούς συλλόγους έναντι των μελών τους, βάσει της ανάγκης να εξασφαλιστεί η δυνατότητα αυτορύθμισης του οικείου επαγγελματικού κλάδου.
76.
Υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το γεγονός ότι μια πράξη κράτους εξουσιοδοτεί συγκεκριμένο οργανισμό, όπως είναι ένας ιατρικός σύλλογος, να εισπράττει εισφορά από τα μέλη του, χωρίς η εν λόγω πράξη να καθορίζει το ποσό της εισφοράς ούτε να διευκρινίζει ποιες παροχές αυτή προορίζεται να χρηματοδοτήσει δεν αρκεί προς θεμελίωση σχέσης στενής εξάρτησης από το Δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/18.
77.
Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι μπορεί να ανατραπεί το μαχητό τεκμήριο της τήρησης των ουσιαστικών προϋποθέσεων της ως άνω διάταξης, το οποίο απορρέει από τη ρητή μνεία των ιατρικών συλλόγων, και επομένως του συλλόγου τον οποίο αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης, στο παράρτημα III της εν λόγω οδηγίας.
VI – Πρόταση
78.
Με βάση το σύνολο των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Oberlandesgericht Düsserdorf – Vergabesenat:
«Το άρθρο 1, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31 Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, έχει την έννοια ότι το γεγονός ότι μια πράξη κράτους εξουσιοδοτεί συγκεκριμένο οργανισμό, όπως είναι ο Ärztekammer Westfalen-Lippe στην υπόθεση της κύριας δίκης, να εισπράττει εισφορά από τα μέλη του, χωρίς η εν λόγω πράξη να καθορίζει το ποσό της εισφοράς ούτε να διευκρινίζει ποιες παροχές αυτή προορίζεται να χρηματοδοτήσει δεν αρκεί προς θεμελίωση της ύπαρξης στενής εξάρτησης από το Δημόσιο, η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για να θεωρηθεί ότι πληρούται το προβλεπόμενο από το ως άνω άρθρο κριτήριο της χρηματοδότησης κατά το μεγαλύτερο μέρος από το κράτος, από οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή από άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31 Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134, σ. 114).
( 3 ) Συλλογή 2007, σ. I‑11173.
( 4 ) Συλλογή 2009, σ. I-4779.
( 5 ) Επιπλέον επιβάλλεται συναφώς η διαπίστωση ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εμφανίζει μία ιδιαιτερότητα σε σχέση με τα άλλα κράτη μέλη καθόσον στην κατηγορία «φορείς» εμπίπτουν και οι επαγγελματικοί σύλλογοι, περιλαμβανομένων των ιατρικών.
( 6 ) Βλ., σχετικώς, προαναφερθείσα απόφαση Hans & Christophorus Oymanns (σκέψεις 41 έως 47). Εξάλλου, όπως ήδη παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας J. Mazák με το σημείο 29 των προτάσεών του στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση εκείνη, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να τροποποιήσουν μονομερώς το παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας 2004/18. Πράγματι, από το άρθρο 79 της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι μόνον η Επιτροπή έχει την εξουσία να τροποποιεί «τους καταλόγους των οργανισμών και των κατηγοριών οργανισμών δημοσίου δικαίου που καλύπτει το παράρτημα ΙΙΙ, οσάκις, βάσει των κοινοποιήσεων των κρατών μελών, οι κατάλογοι αυτοί αποδεικνύονται αναγκαίοι».
( 7 ) Η εξέταση αυτή από τον δικαστή της Ένωσης εξηγείται και από την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου όσον αφορά τον έλεγχο του κύρους των πράξεων της Ένωσης. Πράγματι, μολονότι τα εθνικά δικαστήρια μπορούν καταρχήν, κατόπιν σχετικού αιτήματος, να αναλάβουν να ελέγξουν το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να διαπιστώσει το ανίσχυρο μιας τέτοιας πράξης (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C-143/88 και C-92/89, Zuckerfabrik Süderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest, Συλλογή 1991, σ. I-415, σκέψη 17· της 18ης Ιουλίου 2007, C-119/05, Lucchini, Συλλογή 2007, σ. I-6199, σκέψη 53, καθώς και της 21ης Δεκεμβρίου 2011, C-366/10, Air Transport Association of America κ.λπ., Συλλογή 2011, σ. Ι-13755, σκέψεις 47 και 48).
( 8 ) Προαναφερθείσα απόφαση Hans & Christophorus Oymanns (σκέψη 45).
( 9 ) Αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 1998, C-44/96, Mannesmann Anlagenbau Austria κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I-73, σκέψη 21)· της 10ης Νοεμβρίου 1998, C-360/96, BFI Holding (Συλλογή 1998, σ. I-6821, σκέψη 29)· και της 10ης Μαΐου 2001, C-223/99 και C-260/99, Agorà και Excelsior (Συλλογή 2001, σ. I-3605, σκέψη 26)· προαναφερθείσα απόφαση Bayerischer Rundfunk κ.λπ. (σκέψη 48) καθώς και απόφαση της 10ης Απριλίου 2008, C-393/06, Ing. Aigner (Συλλογή 2008, σ. I-2339, σκέψη 36).
( 10 ) Στα σημεία 7 έως 9 των παρατηρήσεών της, η Τσεχική Δημοκρατία διατύπωσε αμφιβολίες ως προς το αν συντρέχει εν προκειμένω η προϋπόθεση του άρθρου 1, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/18, προβάλλοντας συγκεκριμένα το επιχείρημα ότι οι δραστηριότητες του ιατρικού συλλόγου έχουν κλαδικό χαρακτήρα και δεν άπτονται, επομένως, του γενικού συμφέροντος. Εντούτοις, η εκτίμηση αυτή, η οποία αφορά κατ’ ουσίαν τα πραγματικά περιστατικά, εμπίπτει στην αρμοδιότητα του αιτούντος δικαστηρίου που, όπως προεκτέθηκε, έκρινε (ορθώς) ότι, λαμβανομένων υπόψη καθηκόντων του ιατρικού συλλόγου στον τομέα της δημόσιας υγείας, πληρούται και η προϋπόθεση του στοιχείου αʹ.
( 11 ) Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C-373/00, Adolf Truley (Συλλογή 2003, σ. I-1931, σκέψη 70).
( 12 ) Η Επιτροπή υπενθυμίζει συναφώς ότι, σε συνδυασμό με το άρθρο 28, παράγραφος 1, του HeilBerG NRW, πρέπει να ληφθούν υπόψη το άρθρο 20, παράγραφος 1, του νόμου για τη διοικητική οργάνωση του ομόσπονδου κράτους της Ρηνανίας-Βόρειας Βεστφαλίας, το οποίο ορίζει ότι ο έλεγχος που ασκείται επί των φορέων του Δημοσίου αφορά το ζήτημα αν εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, καθώς και το άρθρο 121 του κώδικα τοπικής αυτοδιοίκησης του ίδιου ομόσπονδου κράτους, το οποίο ορίζει ότι οι εποπτικές αρχές μπορούν να ζητήσουν και να λάβουν ανά πάσα στιγμή πληροφορίες σχετικές με τις δραστηριότητες των φορέων αυτών.
( 13 ) Το γεγονός ότι ο ιατρικός σύλλογος χρηματοδοτείται «κατά το μεγαλύτερο μέρος» από τις εισφορές των μελών επιβεβαιώθηκε από τον εκπρόσωπο του εν λόγω συλλόγου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ., σχετικώς, προαναφερθείσα απόφαση Bayerischer Rundfunk κ.λπ., σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), η προϋπόθεση αυτή πληρούται εφόσον το ήμισυ και πλέον των εσόδων προέρχονται από τη συγκεκριμένη πηγή.
( 14 ) Προαναφερθείσα απόφαση Bayerischer Rundfunk κ.λπ. (σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 15 ) Όπ.π. (σκέψεις 37 έως 39).
( 16 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, ιδίως προαναφερθείσα απόφαση Mannesmann Anlagenbau Austria κ.λπ. (σκέψη 20)· απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2000, C-380/98, University of Cambridge (Συλλογή 2000, σ. I-8035, σκέψη 20), καθώς και προαναφερθείσα απόφαση Bayerischer Rundfunk κ.λπ. (σκέψη 53).
( 17 ) Προαναφερθείσες αποφάσεις Bayerischer Rundfunk κ.λπ. (σκέψεις 34 και 49) και Hans & Christophorus Oymanns (σκέψη 51).
( 18 ) Προαναφερθείσα απόφαση Bayerischer Rundfunk κ.λπ. (σκέψη 41).
( 19 ) Όπ.π. (σκέψη 42).
( 20 ) Όπ.π. (σκέψη 43).
( 21 ) Όπ.π. (σκέψη 44).
( 22 ) Όπ.π. (σκέψη 44).
( 23 ) Όπ.π. (σκέψεις 47 και 48).
( 24 ) Προαναφερθείσα απόφαση Hans & Christophorus Oymanns (σκέψεις 52 και 53).
( 25 ) Όπ.π. (σκέψη 54).
( 26 ) Όπ.π. (σκέψη 55)
( 27 ) Όπ.π. (σκέψη 56).
( 28 ) Αντιθέτως προς ό,τι συνέβαινε στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες αποφάσεις Bayerischer Rundfunk κ.λπ. και Hans & Christophorus Oymanns, οι πράξεις καταλογισμού εισφοράς που εκδίδονται εν προκειμένω από τον ιατρικό σύλλογο και εξομοιώνονται, κατά την άποψη της Επιτροπής, με εντάλματα είσπραξης, απευθύνονται στα ίδια τα μέλη του συλλόγου τα οποία καθόρισαν το ύψος των οικείων εισφορών, και όχι σε τρίτους οι οποίοι δεν είχαν κανένα λόγο κατά τον καθορισμό του ύψους των εισφορών αυτών.
( 29 ) Στις γραπτές του παρατηρήσεις, ο ιατρικός σύλλογος παρέσχε, με τη βοήθεια συγκεκριμένων παραδειγμάτων, διευκρινίσεις ως προς το εύρος της διακριτικής ευχέρειας την οποία διαθέτει προς εκπλήρωση των καθηκόντων του. Συγκεκριμένα, όσον αφορά το καθήκον ενημέρωσης τόσο των μελών του όσο και του κοινού σχετικά με τις δραστηριότητές του σε θέματα που άπτονται του οικείου επαγγέλματος, ο ιατρικός σύλλογος ίδρυσε, από κοινού με τα ταμεία των ιατρών της Westfalen-Lippe, ένα «συμβουλευτικό κέντρο για ασθενείς», το οποίο διαθέτει τρεις ιατρούς και τρεις διοικητικούς υπαλλήλους. Ο κατάλογος του άρθρου 6, παράγραφος 1, του HeilBerG NRW δεν προβλέπει ρητώς ούτε τη δημιουργία ούτε τη λειτουργία τέτοιου κέντρου για τους ασθενείς. Κατά συνέπεια, ο ιατρικός σύλλογος διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης της αποστολής του.
( 30 ) Επιπλέον, θεωρώ άσχετο το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η εδαφική αποκλειστικότητα που έχει ο ιατρικός σύλλογος θα έπρεπε να δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό του ως αναθέτουσας αρχής προκειμένου να ενθαρρυνθεί το άνοιγμα της αγοράς. Πέραν του ότι δεν πρόκειται για κριτήριο εφαρμογής της οδηγίας 2004/18, η συμμετοχή των μελών του συλλόγου στον προσδιορισμό των καθηκόντων του και στον καθορισμό του ποσού της εισφοράς προς αυτόν έχει ως συνέπεια να λαμβάνουν τα μέλη του, και επομένως ο ίδιος ο σύλλογος, τις αποφάσεις τους βάσει κυρίως οικονομικών εκτιμήσεων, στις συναλλαγές με τρίτους εντός της αγοράς.
( 31 ) Άρθρο 58 του HeilBerG NRW.
Full & Egal Universal Law Academy