ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
NIILO JÄÄSKINEN
της 30ής Ιανουαρίου 2013 ( 1 )
Υπόθεση C‑539/11
Ottica New Line di Accardi Vincenzo
κατά
Comune di Campobello di Mazara
[αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του Consiglio di giustizia amministrativa per la Regione siciliana (Ιταλία)]
«Επαγγελματική δραστηριότητα οπτικού — Ελευθερία εγκαταστάσεως — Δημόσια υγεία — Άρθρο 49 ΣΛΕΕ — Νομοθεσία περιφέρειας η οποία προβλέπει τη χορήγηση αδείας ως προϋπόθεση για την έναρξη λειτουργίας νέων καταστημάτων οπτικών ειδών — Δημογραφικοί και γεωγραφικοί περιορισμοί — Δικαιολόγηση — Δυνατότητα επιτεύξεως του επιδιωκομένου σκοπού — Αναλογικότητα»
1.
Με την αίτησή του προδικαστικής αποφάσεως, το Consiglio di giustizia amministrativa per la Regione siciliana (Ιταλία) ερωτά, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο αν το δίκαιο της Ένωσης απαγορεύει ρύθμιση περιφέρειας, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία εξαρτά τη δυνατότητα ιδρύσεως νέων καταστημάτων οπτικών ειδών από το αν πληρούνται κριτήρια σχετικά με τη δημογραφική πυκνότητα και την απόσταση μεταξύ των καταστημάτων αυτών.
2.
Τα προδικαστικά ερωτήματα υποβλήθηκαν στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Ottica New Line di Accardi Vincenzo (στο εξής: Ottica New Line) και του commune di Campobello di Mazara [δήμου Campobello di Mazara] σχετικά με απόφαση του δεύτερου, με την οποία χορηγήθηκε στη Fotottica Media Vision di Luppino Natale Fabrizio e C. Snc (στο εξής: Fotottica) άδεια να ασκεί επί μονίμου βάσεως το επάγγελμα του οπτικού εντός των ορίων του δήμου αυτού.
3.
Η υπό κρίση υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο νομολογίας σχετικής με εθνικά μέτρα, βάσει των οποίων η άσκηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως, όσον αφορά επαγγέλματα σχετικά με τη δημόσια υγεία, διέπεται από καθεστώς χορηγήσεως αδείας που συνιστά περιορισμό ( 2 ). Πρέπει να υπομνησθεί ότι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της επαγγελματικής δραστηριότητας των οπτικών έχει ήδη εξετασθεί από τη νομολογία, από την οποία προκύπτει ότι η δραστηριότητα αυτή διακρίνεται από την παροχή υπηρεσιών που εμπίπτουν πλήρως στο πεδίο εφαρμογής της αρχής της προστασίας της δημόσιας υγείας ( 3 ). Εν προκειμένω, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί εάν και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, σε ποιο βαθμό οι αρχές που διατυπώθηκαν με την απόφαση Blanco Pérez και Chao Gómez ( 4 ), σχετικά με την εγκατάσταση φαρμακείων, ενδέχεται να έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση καταστημάτων οπτικών ειδών.
I – Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
4.
Η αιτιολογική σκέψη 22 της οδηγίας 2006/1123/ΕΚ ( 5 ) έχει ως εξής:
«Η εξαίρεση των υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να καλύπτει τις ιατρικές και φαρμακευτικές υπηρεσίες που προσφέρονται από επαγγελματίες του τομέα της υγείας σε ασθενείς για την αξιολόγηση, διατήρηση ή αποκατάσταση της υγείας τους, όταν η άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων επιφυλάσσεται αποκλειστικά σε νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα στο κράτος μέλος στο οποίο παρέχονται οι υπηρεσίες.»
5.
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ορίζει ότι:
«Η παρούσα οδηγία θεσπίζει τις γενικές διατάξεις που διευκολύνουν την άσκηση της ελευθερίας εγκατάστασης των παρόχων υπηρεσιών και την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών, διατηρώντας ταυτόχρονα υψηλό ποιοτικό επίπεδο υπηρεσιών.»
6.
Το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2006/123 ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες δραστηριότητες:
[...]
στ)
στις υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης, είτε παρέχονται μέσω εγκαταστάσεων υγειονομικής περίθαλψης είτε όχι, και ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο οργανώνονται και χρηματοδοτούνται οι εν λόγω υπηρεσίες σε εθνικό επίπεδο ή από το αν είναι δημόσιες ή ιδιωτικές».
Η εθνική νομοθεσία
7.
Κατά το άρθρο 1 του νόμου αριθ. 12 της Περιφέρειας Σικελίας, της 9ης Ιουλίου 2004, περί ρυθμίσεως της ασκήσεως της δραστηριότητας του οπτικού και τροποποιήσεως του νόμου αριθ. 28 της περιφέρειας, της 22ας Φεβρουαρίου 1999 (στο εξής: νόμος 12/2004 της περιφέρειας):
«1. Για τη χορήγηση αδείας ασκήσεως της δραστηριότητας του οπτικού από την αρμόδια δημοτική αρχή, εκτός από την εγγραφή στο ειδικό μητρώο του άρθρου 71 του νόμου αριθ. 25 της περιφέρειας, της 1ης Σεπτεμβρίου 1993, λαμβάνεται υπόψη η αναλογία μεταξύ αριθμού κατοίκων και αριθμού καταστημάτων οπτικών ειδών, προκειμένου να διασφαλισθεί η ορθολογική κατανομή της προσφοράς εντός της περιφέρειας. Η αναλογία αυτή καθορίζεται σε ένα κατάστημα οπτικών ειδών ανά 8000 κατοίκους. Η απόσταση μεταξύ δύο καταστημάτων δεν πρέπει να είναι μικρότερη από 300 μέτρα. Οι προαναφερθέντες περιορισμοί δεν ισχύουν στην περίπτωση καταστημάτων που μεταφέρονται από μισθωμένη σε ιδιόκτητη έδρα ή που υποχρεούνται να μεταφερθούν λόγω εξώσεως ή για άλλους λόγους ανωτέρας βίας. Οι άδειες που χορηγήθηκαν πριν τεθεί σε ισχύ ο παρών νόμος εξακολουθούν να ισχύουν.
2. Εφόσον αποδεδειγμένα υφίστανται τοπικές ανάγκες, η αρμόδια δημοτική αρχή προβαίνει στη χορήγηση αδείας ή στη μεταβίβαση υφισταμένης αδείας κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1, αφού λάβει υποχρεωτική γνωμοδότηση της επαρχιακής επιτροπής στο εμπορικό επιμελητήριο, την οποία προβλέπει το άρθρο 8 της αποφάσεως περί εφαρμογής του άρθρου 71 του νόμου της περιφέρειας αριθ. 25, της 1ης Σεπτεμβρίου 1993, η οποία εκδόθηκε με το προεδρικό διάταγμα αριθ. 64, της 1ης Ιουνίου 1995.
3. Στους δήμους των οποίων ο πληθυσμός δεν υπερβαίνει τους 8000 κατοίκους, η αρμόδια δημοτική αρχή δύναται πάντως να χορηγήσει, χωρίς να απαιτείται γνωμοδότηση της επιτροπής του άρθρου 2, δύο άδειες κατ’ ανώτατο όριο. Δεν υπάγονται στη διάταξη αυτή οι αιτήσεις που είχαν υποβληθεί πριν τεθεί σε ισχύ ο παρών νόμος.»
II – Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
8.
Με την από 18 Δεκεμβρίου 2009 απόφαση, ο comune di Campobello di Mazara χορήγησε στη Fotottica άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας καταστήματος οπτικών ειδών εντός των ορίων του δήμου. Από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι η απόφαση αυτή της 18ης Δεκεμβρίου 2009 εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 1, παράγραφος 1, του νόμου 12/2004 της περιφέρειας, δεδομένου ότι η ίδρυση του καταστήματος αυτού δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις περί δημογραφικής πυκνότητας και περί αποστάσεως μεταξύ καταστημάτων οπτικών ειδών τις οποίες προβλέπει η εν λόγω διάταξη.
9.
Η Ottica New Line προσέβαλε την προμνημονευθείσα απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2009 ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per la Sicilia. Με απόφαση της 18ης Μαρτίου 2010, το δικαστήριο αυτό απέρριψε την προσφυγή της, κρίνοντας ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου 12/2004 της περιφέρειας δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής εν προκειμένω, καθόσον δεν είναι συμβατό με το δίκαιο της Ένωσης.
10.
Η Ottica New Line άσκησε έφεση κατά της δεύτερης αυτής αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο διερωτάται ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής στην περίπτωση της ιδρύσεως καταστημάτων οπτικών ειδών των αρχών που διατυπώθηκαν με την προμνημονευθείσα απόφαση Blanco Pérez και Chao Gómez. Κατά το αιτούν δικαστήριο, είναι αδιαμφισβήτητο ότι το επάγγελμα του οπτικού, πολύ περισσότερο από ό,τι αυτό του φαρμακοποιού, διέπεται από εμπορική λογική. Εντούτοις, δεν μπορεί να αποκλεισθεί εντελώς το ενδεχόμενο η θέσπιση και διατήρηση σε ισχύ ειδικού καθεστώτος εδαφικής κατανομής των καταστημάτων οπτικών ειδών να ενέχει ανάλογο υγειονομικό ενδιαφέρον.
11.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Consiglio di giustizia amministrativa per la regione Siciliana αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Έχει το δίκαιο της […] Ένωσης περί ελευθερίας εγκαταστάσεως και περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών την έννοια ότι υπαγορεύεται από επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος, σχετιζόμενο με την απαίτηση προστασίας της υγείας του ανθρώπου, εσωτερική ρύθμιση –εν προκειμένω το άρθρο 1 του νόμου αριθ. 12/2004 της Αυτόνομης Περιφέρειας της Σικελίας– η οποία εξαρτά την ίδρυση και λειτουργία καταστημάτων οπτικών ειδών εντός κράτους μέλους (εν προκειμένω, σε τμήμα της επικράτειάς του) από περιορισμούς σχετικούς με τη δημογραφική πυκνότητα και την απόσταση μεταξύ των καταστημάτων, οι οποίοι συνιστούν in abstracto παραβίαση των ως άνω θεμελιωδών ελευθεριών;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, πρέπει, σύμφωνα με το δίκαιο της […] Ένωσης, να γίνει δεκτό ότι οι περιορισμοί σχετικά με τη δημογραφική πυκνότητα (ένα κατάστημα ανά 8000 κατοίκους) και την απόσταση μεταξύ των καταστημάτων (300 μέτρα), οι οποίοι καθορίζονται με τον νόμο αριθ. 12/2004 της Αυτόνομης Περιφέρειας της Σικελίας για την ίδρυση και λειτουργία καταστημάτων οπτικών ειδών εντός της περιφέρειας, είναι κατάλληλοι για την επίτευξη του σκοπού τους, ο οποίος υπαγορεύεται από τον προαναφερθέντα επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος;
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, έχουν αναλογικό χαρακτήρα, σύμφωνα με το δίκαιο της […] Ένωσης, οι περιορισμοί σχετικά με τη δημογραφική πυκνότητα (ένα κατάστημα ανά 8000 κατοίκους) και την απόσταση (300 μέτρα μεταξύ δύο καταστημάτων), οι οποίοι καθορίζονται με τον νόμο αριθ. 12/2004 της Αυτόνομης Περιφέρειας της Σικελίας για την ίδρυση και λειτουργία καταστημάτων οπτικών ειδών εντός της περιφέρειας, υπό την έννοια ότι δεν υπερβαίνουν το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού ο οποίος υπαγορεύεται από τον προαναφερθέντα επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος;»
12.
Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Οκτωβρίου 2011. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Τσεχική, η Ισπανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
III – Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως
13.
Επισημαίνεται καταρχάς ότι όλα τα στοιχεία της διαφοράς της υποθέσεως της κύριας δίκης έχουν αμιγώς εσωτερικό χαρακτήρα, καθόσον αφορούν ένα μόνον κράτος μέλος και μάλιστα μία μόνον περιφέρειά του. Καθόσον δεν ενέχει κανένα στοιχείο διασυνοριακότητας, το προδικαστικό ερώτημα θα μπορούσε επομένως να κριθεί απαράδεκτο.
14.
Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται ότι οι διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ περί ελευθερίας εγκαταστάσεως δεν έχουν εφαρμογή σε περιπτώσεις των οποίων όλα τα στοιχεία έχουν αμιγώς εσωτερικό χαρακτήρα ( 6 ).
15.
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η απάντηση σε τέτοιο ερώτημα θα μπορούσε, πάντως, να είναι χρήσιμη στο αιτούν δικαστήριο, ιδίως στην περίπτωση κατά την οποία το εθνικό δίκαιο θα επέβαλλε να απολαύει ο ημεδαπός των ιδίων δικαιωμάτων με αυτά που υπήκοος άλλου κράτους μέλους θα αντλούσε από το δίκαιο της Ένωσης στο πλαίσιο της ιδίας περιπτώσεως ( 7 ).
16.
Εν προκειμένω, η περίπτωση για την οποία γίνεται λόγος στη νομολογία αυτή αφορά, στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης, τα δικαιώματα που θα μπορούσε να αντλεί από το δίκαιο της Ένωσης υπήκοος κράτους μέλους διαφορετικού από την Ιταλική Δημοκρατία, εφόσον βρισκόταν στην ίδια θέση με τη Fotottica, που επιθυμεί να ιδρύσει κατάστημα οπτικών ειδών, πλην όμως έχει ασκηθεί κατ’ αυτής προσφυγή άλλου καταστήματος οπτικών ειδών η οποία στηρίζεται σε νομοθεσία περιφέρειας που καθιερώνει σύστημα προηγούμενης αδείας, της οποίας η χορήγηση υπόκειται σε ιδιαιτέρως αυστηρούς όρους δυνάμενους να παρακωλύσουν την άσκηση των δικαιωμάτων των οποίων απολαύει η εν λόγω επιχείρηση δυνάμει της Συνθήκης.
17.
Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι δεν είναι πρόδηλο ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν θα ήταν χρήσιμη προκειμένου το αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί επί της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να κριθεί παραδεκτή.
IV – Ανάλυση των προδικαστικών ερωτημάτων
Εισαγωγικές παρατηρήσεις επί των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων των δραστηριοτήτων του οπτικού
18.
Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως εγείρει κατ’ ουσίαν το ζήτημα αν οι δραστηριότητες του οπτικού παρουσιάζουν επαρκώς στενή συνάφεια με την προστασία της δημόσιας υγείας, ώστε να δικαιολογούνται εθνικά μέτρα περιοριστικά της ελευθερίας εγκαταστάσεως την οποία διασφαλίζει η Συνθήκη. Για τον λόγο αυτό, προτείνω να αναλυθούν, εισαγωγικώς, ορισμένα γενικά θέματα που αφορούν το ζήτημα αυτό.
19.
Πρώτον, επιθυμώ να επισημάνω το γεγονός ότι, κατά τη γνώμη μου και ανεξαρτήτως των διαφορών σε εθνικό επίπεδο ( 8 ), η δραστηριότητα την οποία ασκεί ο οπτικός έχει, εν γένει, μικτό χαρακτήρα. Επομένως, προκειμένου να αναλυθεί η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης νομοθεσία, η οποία διέπει την άσκηση των δραστηριοτήτων του οπτικού, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ δύο γνωρισμάτων της.
20.
Αφενός, δεν αμφισβητείται ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι ασθενείς ή οι πελάτες επισκέπτονται καταστήματα οπτικών ειδών έχοντας συνήθως συνταγή οφθαλμιάτρου, προκειμένου να αγοράσουν είδη προοριζόμενα να διορθώσουν τα ελαττώματα της οράσεως, όπως είναι τα γυαλιά οράσεως ή οι φακοί επαφής. Επιπλέον, οσάκις οπτικός δύναται να προβαίνει σε εξέταση της οράσεως ή μέτρηση της οξύτητάς της, να καθορίζει και να ελέγχει την αναγκαία διόρθωση της οράσεως, να διαγιγνώσει διαταραχές της οράσεως και να αντιμετωπίζει, από θεραπευτικής απόψεως, τα προβλήματα οράσεως με τα κατάλληλα μέσα διορθώσεως, να συμβουλεύει συναφώς τους πελάτες και να τους καθοδηγεί σε ειδικευμένο οφθαλμίατρο, ασκεί δραστηριότητα εμπίπτουσα στην έννοια της ιατρικής περιθάλψεως και αναγόμενη στην προστασία της δημόσιας υγείας.
21.
Αφετέρου, το εξειδικευμένο προσωπικό των καταστημάτων οπτικών ειδών ασκεί ορισμένες δραστηριότητες τεχνικού χαρακτήρα, όπως είναι η συναρμολόγηση του σκελετού, η επισκευή των γυαλιών, η αλλαγή των φακών και η προσαρμογή της θέσεως των γυαλιών. Επιπλέον, τα καταστήματα οπτικών ειδών διαθέτουν συνήθως προς πώληση σειρά οπτικών ειδών και εξαρτημάτων, όπως γυαλιά ηλίου, θήκες γυαλιών, προϊόντα συντηρήσεως, καθώς και οπτικά όργανα, όπως τα κιάλια κ.λπ. Συναφώς, αυτό το τμήμα της δραστηριότητας των οπτικών, το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «παραοπτικό», δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι εμπίπτει στην έννοια της παροχής ιατρικής περιθάλψεως, αλλά έχει, ως εκ τούτου, εμπορικό χαρακτήρα.
22.
Μολονότι οι δύο αυτές κατηγορίες δραστηριότητας είναι κατά κανόνα αλληλένδετες, δεν μπορεί εντούτοις να αποκλεισθεί ότι η «παραοπτική» δραστηριότητα είναι η κύρια, ενδεχομένως και η αποκλειστική δραστηριότητα, εφόσον αυτή ήταν η επιλογή του εθνικού νομοθέτη. Για να καταστεί δυνατός ο χαρακτηρισμός της δραστηριότητας του οπτικού εντός ορισμένου κράτους μέλους, πρέπει επομένως να εξετασθεί κατά περίπτωση το εύρος των δραστηριοτήτων τις οποίες έχει την άδεια να ασκεί σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία.
23.
Πρέπει να υπομνησθούν συναφώς ορισμένα στοιχεία τα οποία απορρέουν από την προμνημονευθείσα απόφαση Ker‑Optika και τα οποία φρονώ ότι συνηγορούν υπέρ της προτεινόμενης μικτής προσεγγίσεως. Συγκεκριμένα, κληθέν να αποφανθεί επί της νομιμότητας της απαγορεύσεως της ηλεκτρονικής διαθέσεως φακών επαφής, το Δικαστήριο έκρινε ότι η συνδρομή ειδικευμένου οπτικού και οι υπηρεσίες που αυτός παρέχει ενδέχεται να μειώσουν τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία. Επομένως, ενώ αποφάνθηκε ότι η επίμαχη ρύθμιση δεν πληρούσε την απαίτηση περί αναλογικότητας ως προς την επιδίωξη του σκοπού της προστασίας της δημόσιας υγείας, το Δικαστήριο δέχθηκε, πάντως, ότι, καθόσον επέτρεπε την παράδοση των φακών επαφής μόνον από καταστήματα οπτικών ειδών, η εθνική ρύθμιση ήταν τουλάχιστον κατάλληλη για να διασφαλίσει την επίτευξη του σκοπού αυτού ( 9 ).
24.
Ομοίως, φρονώ ότι το πεδίο εφαρμογής του κανόνα τον οποίο διασαφήνισε το Δικαστήριο με την απόφαση LPO ( 10 ), περί του ότι το κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί οι φακοί επαφής να διατίθενται από ειδικευμένο προσωπικό, μπορεί να διευρυνθεί, υπό τον όρο της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας, σε κάθε οπτικό είδος του οποίου η χρήση ενδέχεται να προκαλέσει κινδύνους για την υγεία των ασθενών. Αυτό, άλλωστε, συνάγεται πλέον κατά τα φαινόμενα από την απόφαση Mac Quen κ.λπ. ( 11 ), κατά την οποία, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είναι νόμιμο η εξέταση για τη διόρθωση αμιγώς οπτικών ελαττωμάτων της οράσεως να επιτρέπεται, για λόγους συνδεόμενους με την προστασία της δημοσίας υγείας, μόνο σε κατηγορία επαγγελματιών όπως οι οφθαλμίατροι, αποκλειομένων των οπτικών που δεν είναι ιατροί.
25.
Αντιθέτως, το Δικαστήριο, στην προμνημονευθείσα απόφαση Ker‑Optika, δέχθηκε σαφώς ότι η προηγούμενη παροχή ιατρικών συμβουλών, η οποία απαιτεί τη σωματική εξέταση του ασθενούς, δεν συνδέεται αναπόσπαστα με την πώληση φακών επαφής αφεαυτής. Εφόσον πρόκειται για πράξη στην οποία μπορεί να προβεί μη ειδικός, ενδεχομένως υπό την επιτήρηση ειδικού, το Δικαστήριο έχει επιβεβαιώσει ότι, υπό το πρίσμα αυτό, η δραστηριότητα των καταστημάτων οπτικών ειδών διακρίνεται σαφώς από τα στοιχεία που εμπίπτουν στην προστασία της δημόσιας υγείας.
26.
Η θέση αυτή αποτελεί τη συνέχεια παλαιότερης νομολογίας σχετικής με τον κανόνα του ενός και μόνον ιατρείου όσον αφορά την άσκηση των επαγγελμάτων του ιατρού γενικής ιατρικής, του οδοντιάτρου και του κτηνιάτρου, ο οποίος, κατά το Δικαστήριο αποτελεί περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως μη δυνάμενο να δικαιολογηθεί από επιτακτικούς λόγους δημόσιας υγείας, καθόσον δεν είναι απαραίτητο ο ιατρός να βρίσκεται διαρκώς κοντά στον ασθενή ή τον πελάτη ( 12 ). Στις προτάσεις του επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας ( 13 ), ο γενικός εισαγγελέας Ruiz‑Jarabo Colomer είχε ορθώς προτείνει την εφαρμογή της προσεγγίσεως αυτής και στην περίπτωση των οπτικών ( 14 ). Είναι, εξάλλου, χρήσιμο να μνημονευθεί η ανάλυση, στο πλαίσιο των ιδίων προτάσεων, της διττής φύσεως των νομικών σχέσεων όσον αφορά τα καταστήματα οπτικών ειδών ( 15 ).
27.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου όσον αφορά τη δραστηριότητα του οπτικού, γίνεται δεκτό ότι το επάγγελμα αυτό δεν εμπίπτει συνολικά στο πεδίο εφαρμογής της αρχής της προστασίας της δημόσιας υγείας εν στενή εννοία.
28.
Τέλος, μολονότι τα προδικαστικά ερωτήματα δεν αφορούν ρητώς την οδηγία 2006/123, το ίδιο το κείμενο της αποφάσεως του αιτούντος δικαστηρίου παραπέμπει στην οδηγία αυτή. Χωρίς να υπεισέλθω σε εξαντλητική ανάλυση του ζητήματος αν η οδηγία αυτή έχει εν προκειμένω εφαρμογή, επισημαίνω, εν πάση περιπτώσει, ότι η εν λόγω οδηγία τυγχάνει εφαρμογής σε οποιασδήποτε μορφής παροχή υπηρεσιών, όπως ορίζεται στο άρθρο της 4, σημείο 1, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που απαριθμούνται στα άρθρα της 1 έως 4. Πάντως, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2006/123, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 22 αυτής, η παροχή ιατρικής περιθάλψεως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής, υπό ορισμένους όρους. Αφενός, πρόκειται για υπηρεσίες με σκοπό την εκτίμηση της καταστάσεως, τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της υγείας των ασθενών. Αφετέρου, η περίθαλψη αυτή πρέπει να παρέχεται από ασκούντες νομοθετικά κατοχυρωμένο εντός κράτους μέλους επάγγελμα του χώρου της υγείας.
29.
Επισημαίνεται ακόμη ότι στην Ιταλία το επάγγελμα του οπτικού αποτελεί νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα κατά την έννοια της οδηγίας 2005/36/ΕΚ ( 16 ). Το επάγγελμα του οπτικού μνημονεύεται στο σημείο 1 του παραρτήματος II, σχετικά με την εκπαίδευση στον παραϊατρικό και κοινωνικοπαιδαγωγικό τομέα, και αποτελεί, επομένως, επάγγελμα για το οποίο απαιτείται η παρακολούθηση κύκλου εκπαιδεύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 11, στοιχείο γʹ, σημείο ii, της οδηγίας αυτής.
30.
Τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα θα αναλυθούν με γνώμονα το σύνολο των ανωτέρω.
Β– Επί της υπάρξεως περιορισμού της ελευθερίας εγκαταστάσεως
31.
Επισημαίνω καταρχάς ότι, μολονότι το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τρία διαφορετικά διαδοχικά ερωτήματα, το ζήτημα του οποίου ζητείται η ερμηνεία έγκειται ιδίως στο αν το δίκαιο της Ένωσης απαγορεύει ρύθμιση όπως η επίμαχη ρύθμιση περιφέρειας. Συνεπώς, προτείνω να αναδιατυπωθούν σχετικώς τα ερωτήματα και να δοθεί σ’ αυτά συνολική απάντηση.
32.
Επιπλέον, η διαφορά της κύριας δίκης αφορά την άσκηση της δραστηριότητας του οπτικού σε μόνιμη βάση, στοιχείο που προϋποθέτει σταθερότητα και συνέχεια της οικονομικής δραστηριότητας που ασκείται εντός κράτους μέλους επ’ αόριστο χρόνο. Ως εκ τούτου, ανεξαρτήτως της σχετικώς ευρείας διατυπώσεως των προδικαστικών ερωτημάτων, τα οποία αφορούν τόσο την ελευθερία εγκαταστάσεως όσο και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, εκτιμώ ότι η απάντηση που θα δοθεί πρέπει να περιορισθεί στο ζήτημα της ελευθερίας εγκαταστάσεως.
33.
Με τα ερωτήματά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το δίκαιο της Ένωσης απαγορεύει ρύθμιση όπως η επίμαχη της Περιφέρειας Σικελίας, η οποία εξαρτά την ίδρυση καταστημάτων οπτικών ειδών από το αν πληρούνται προϋποθέσεις σχετικές με τη δημογραφική πυκνότητα και την απόσταση μεταξύ των καταστημάτων αυτών.
34.
Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 49 ΣΛΕΕ επιβάλλει την κατάργηση των περιορισμών της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Πρέπει να γίνει δεκτό ότι αποτελεί τέτοιο περιορισμό κάθε μέτρο που απαγορεύει, παρακωλύει ή καθιστά λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελευθερίας αυτής ( 17 ).
35.
Στην κατηγορία αυτή εμπίπτει, ειδικότερα, ρύθμιση η οποία εξαρτά την εγκατάσταση επιχειρήσεως άλλου κράτους μέλους από τη χορήγηση προηγούμενης αδείας, διότι ενδέχεται να παρακωλύσει την εκ μέρους της επιχειρήσεως αυτής άσκηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως, εμποδίζοντάς την να ασκεί ελεύθερα τις δραστηριότητές της από σταθερή εγκατάσταση. Πράγματι, η επιχείρηση αυτή διατρέχει, αφενός, τον κίνδυνο να αναγκαστεί να αναλάβει τα πρόσθετα βάρη διοικητικής και οικονομικής φύσεως που συνεπάγεται η χορήγηση της ως άνω αδείας. Αφετέρου, το σύστημα της προηγούμενης αδείας αποκλείει από την άσκηση μη μισθωτής δραστηριότητας τις επιχειρήσεις που δεν πληρούν τις προκαθορισμένες απαιτήσεις, από την τήρηση των οποίων εξαρτάται η χορήγηση της αδείας αυτής ( 18 ).
36.
Εξάλλου, εθνική ρύθμιση συνιστά περιορισμό οσάκις εξαρτά την άσκηση δραστηριότητας από προϋπόθεση σχετική με τις οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνεται η δραστηριότητα αυτή, καθόσον περιορίζει τον αριθμό των παρεχόντων υπηρεσίες ( 19 ).
37.
Όσον αφορά τη διαφορά της κύριας δίκης, πρέπει να επισημανθεί, πρώτον, ότι η εθνική ρύθμιση θέτει ως προϋπόθεση για την ίδρυση καταστήματος οπτικών ειδών τη χορήγηση προηγούμενης αδείας από την αρμόδια δημοτική αρχή. Δεύτερον, η ρύθμιση αυτή επιτρέπει την ίδρυση ενός καταστήματος οπτικών ειδών ανά 8000 κατοίκους της περιφέρειας. Τρίτον, η εν λόγω ρύθμιση δεν επιτρέπει στους οπτικούς να ασκούν ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα στους χώρους επιλογής τους, δεδομένου ότι οφείλουν να τηρούν, κατά κανόνα, ελάχιστη απόσταση 300 μέτρων από τα ήδη υπάρχοντα καταστήματα.
38.
Ως εκ τούτου, η ρύθμιση αυτή αποθαρρύνει, ενδεχομένως δε παρεμποδίζει, τις επιχειρήσεις οπτικών ειδών άλλων κρατών μελών να ασκούν τις δραστηριότητές τους στη Σικελία μέσω σταθερής εγκαταστάσεως.
39.
Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, μολονότι κατά τα φαινόμενα δεν ενέχει διάκριση, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης ρύθμιση περιφέρειας ενδέχεται, κατά τη γνώμη μου, να έχει αποτελέσματα τα οποία συνιστούν εμμέσως διάκριση λόγω της ιθαγένειας των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών.
40.
Συγκεκριμένα, από τον νόμο 12/2004 της περιφέρειας προκύπτει ότι οι περιορισμοί όσον αφορά την ίδρυση καταστημάτων οπτικών ειδών δεν ισχύουν στην περίπτωση καταστημάτων που μεταφέρονται από μισθωμένη σε ιδιόκτητη έδρα ή που υποχρεούνται να μεταφερθούν ιδίως λόγω εξώσεως. Είναι εξαιρετικά πιθανό η εξαίρεση αυτή να ευνοεί περισσότερο τους κατοίκους Σικελίας απ’ ό,τι τα άτομα που δεν κατάγονται από τη νήσο, ιδίως δε τους υπηκόους άλλων κρατών μελών.
41.
Κατά συνέπεια, ρύθμιση περιφέρειας όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης συνιστά περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως κατά την έννοια του άρθρου 49 ΣΛΕΕ.
Επί της δικαιολογήσεως του περιορισμού
1. Προσδιορισμός του επιτακτικού λόγου γενικού συμφέροντος
42.
Κατά το αιτούν δικαστήριο, το ζήτημα έγκειται στο αν συντρέχει, στον τομέα που ρυθμίζει η επίμαχη νομοθεσία περιφέρειας, η οποία περιορίζει την ίδρυση καταστημάτων οπτικών, επιτακτικός λόγος γενικού συμφέροντος σχετιζόμενος με την προστασία της υγείας του ανθρώπου.
43.
Κατά τη νομολογία, εθνικό μέτρο το οποίο, ακόμη κι αν εφαρμόζεται άνευ διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, δύναται να παρακωλύσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την άσκηση, εκ μέρους των πολιτών της Ένωσης, των θεμελιωδών ελευθεριών που διασφαλίζει η Συνθήκη μπορεί να δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, εφόσον είναι κατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και δεν υπερβαίνει το αναγκαίο προς την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο ( 20 ).
44.
Δεν αμφισβητείται ότι η προστασία της δημόσιας υγείας καταλέγεται μεταξύ των επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος, οι οποίοι μπορούν, δυνάμει του άρθρου 46, παράγραφος 1, ΕΚ, να δικαιολογήσουν περιορισμούς της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Ειδικότερα, οι περιορισμοί αυτοί μπορούν να δικαιολογηθούν βάσει του σκοπού που έγκειται στον ασφαλή και με ποιοτικά εχέγγυα εφοδιασμό του πληθυσμού με φάρμακα. Η σημασία του ως άνω γενικού σκοπού επιβεβαιώνεται, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 168, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, που ορίζει ότι, κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή όλων των πολιτικών και δράσεων της Ένωσης, διασφαλίζεται υψηλού επιπέδου προστασία της υγείας του ανθρώπου ( 21 ).
45.
Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο δέχεται ότι υπάρχει συνάφεια μεταξύ της δραστηριότητας του οπτικού και του συλλογικού συμφέροντος περί προστασίας της δημόσιας υγείας, οπότε υφίσταται εν προκειμένω επιτακτικός λόγος δυνάμενος να δικαιολογήσει τον προαναφερθέντα περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως.
46.
Στην απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου διευκρινίζεται συναφώς ότι, κατά την ιταλική νομοθεσία, ο οπτικός ασκεί δραστηριότητα βοηθητική των επαγγελμάτων του χώρου της υγείας, καθόσον προμηθεύει, ελέγχει και προσαρμόζει τα μέσα διορθώσεως των ελαττωμάτων της οράσεως: φακούς γυαλιών οράσεως, σκελετούς γυαλιών οράσεως, φακούς επαφής, μέσα υποβοηθήσεως για άτομα με μειωμένη όραση. Κατά τη νομοθεσία αυτή, δύναται να προβαίνει σε απλές εξετάσεις μετρήσεως της οράσεως. Επιπλέον, εφόσον κατέχει το αναγκαίο δίπλωμα, ο οπτικός-οπτομέτρης μπορεί επίσης να ασχοληθεί με τη θεραπεία των ελαττωμάτων της οράσεως, χρησιμοποιώντας οπτικά διορθωτικά μέσα. Ο οπτικός-οπτομέτρης μπορεί επίσης να προβαίνει σε μέτρηση, με ειδικά μηχανήματα, της οξύτητας της οράσεως και να εντοπίζει τα ελαττώματά της· Επομένως, επιλέγει, συνταγογραφεί και προμηθεύει το πλέον κατάλληλο μέσο διορθώσεως, προσαρμόζοντάς το στις ανάγκες του ασθενούς. Επιπλέον, είναι επιφορτισμένος με δραστηριότητα προλήψεως των διαταραχών της οράσεως. Τέλος, η κύρια δραστηριότητα των καταστημάτων οπτικών ειδών συνίσταται στη διάθεση γυαλιών οράσεως και φακών επαφής βάσει ιατρικής συνταγής.
47.
Επισημαίνω, πάντως, ότι η περιγραφή αυτή που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο στηρίζεται στο γράμμα του βασιλικού διατάγματος αριθ.1265, της 27ης Ιουλίου 1934, και όχι στην επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης σικελική νομοθεσία. Το αιτούν δικαστήριο, όμως, δεν διευκρινίζει τη σχέση που ενδέχεται να υφίσταται μεταξύ των δύο αυτών πηγών.
48.
Λαμβανομένων υπόψη των εισαγωγικών παρατηρήσεών μου, φρονώ πάντως ότι, βάσει της αντιλήψεως περί του επαγγέλματος του οπτικού η οποία διέπει την εθνική νομοθεσία, μπορεί να γίνει δεκτό ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης ρύθμιση της περιφέρειας ενδέχεται, καταρχήν, να υπαγορεύεται από επιτακτικό λόγο ο οποίος άπτεται της δημόσιας υγείας.
49.
Πάντως, απαιτείται επίσης με τη ρύθμιση αυτή να επιδιώκεται πραγματικά ο ως άνω σκοπός, στοιχείο που πρέπει να προκύπτει σαφώς από τα νομοθετήματα που έχουν εφαρμογή στην άσκηση του επαγγέλματος του οπτικού στη Σικελία. Συγκεκριμένα, καθόσον ο γενικός σκοπός της προστασίας της δημόσιας υγείας είναι ποικιλόμορφος, φρονώ ότι, για να δικαιολογηθεί περιορισμός, απαιτείται η ύπαρξη ιδιαίτερης και πρόσφορης συνάφειας μεταξύ του σκοπού που επιδιώκεται με την επίμαχη ρύθμιση και του οικείου επιτακτικού λόγου γενικού συμφέροντος.
50.
Συναφώς, εκφράζω ευθύς εξαρχής τη λύπη μου διότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν υπέβαλε παρατηρήσεις δυνάμενες να παράσχουν χρήσιμες διευκρινίσεις ως προς τον σκοπό της σικελικής νομοθεσίας. Πλην όμως, στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος απόκειται να αποδείξει ότι το –εθνικό ή τοπικό– μέτρο που ενδέχεται να συνιστά περιορισμό είναι πράγματι δικαιολογημένο.
51.
Επιπροσθέτως, λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, τη μικτή φύση των δραστηριοτήτων του οπτικού, την οποία εξέθεσα με τις εισαγωγικές παρατηρήσεις μου, και, αφετέρου, το γεγονός ότι τα μέτρα προγραμματισμού των υποδομών καταστημάτων οπτικών ειδών έχουν, ενδεχομένως, ιδιαιτέρως περιοριστικό χαρακτήρα, φρονώ ότι οι απαιτήσεις, για να μπορεί να γίνει δεκτό ότι εθνικό μέτρο περί ρυθμίσεως της ιδρύσεως καταστημάτων οπτικών ειδών ενδέχεται να δικαιολογείται από τον σκοπό προστασίας της δημόσιας υγείας, πρέπει να είναι υψηλότερες από ό,τι στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ρυθμιζόμενη δραστηριότητα εντάσσεται σαφώς, στο σύνολό της ή πρωτίστως, στην κατηγορία της παροχής ιατρικής περιθάλψεως (παροχή ιατρικών και νοσοκομειακών υπηρεσιών, φαρμακεία).
52.
Εν προκειμένω, σύμφωνα με τον νόμο 12/2004 της περιφέρειας, ο περιορισμός της ελευθερίας εγκαταστάσεως οφείλεται, αφενός, σε περιορισμό δημογραφικού χαρακτήρα και, αφετέρου, σε περιορισμό γεωγραφικού χαρακτήρα.
53.
Όσον αφορά τον δημογραφικό περιορισμό, αντιλαμβάνομαι ότι με το μέτρο αυτό μπορεί να επιδιώκεται ο σκοπός της προστασίας της δημόσιας υγείας, καθόσον σκοπεί, ιδίως, στον επί ίσοις όροις εφοδιασμό του πληθυσμού με οπτικά είδη και στην ισορροπημένη κατανομή των καταστημάτων οπτικών ειδών στο έδαφος της Σικελίας. Όπως έχει επισημάνει το Δικαστήριο, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να αποφασίσουν ότι τα ιδρύματα και οι υποδομές του χώρου της υγείας υπόκεινται σε προγραμματισμό προκειμένου να διασφαλισθεί η πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και υπέρ των κατοίκων λιγότερο ελκυστικών περιοχών, θέτοντας ελάχιστο όριο αριθμού κατοίκων που εξυπηρετούνται από ένα τέτοιο κατάστημα ( 22 ). Για τον λόγο αυτό, η ως άνω κατανομή των υπηρεσιών οπτικού μπορεί να συμβάλει και στη διασφάλιση επαρκούς πελατείας για κάθε κατάστημα οπτικών ειδών.
54.
Όσον αφορά, αντιθέτως, τον γεωγραφικό περιορισμό, μολονότι, καταρχήν, μπορεί να αποδειχθεί συμπληρωματικός του σχετικού με τον πληθυσμό ( 23 ), δεν διακρίνω εν προκειμένω καμία συνάφεια με τον σκοπό της προστασίας της δημόσιας υγείας. Συγκεκριμένα, ο περιορισμός αυτός απλώς μειώνει τον ανταγωνισμό, καθόσον έχει ως αποτέλεσμα να αποτρέπει την υπερβολική συγκέντρωση καταστημάτων οπτικών ειδών σε συγκεκριμένη περιοχή (γειτονικών ή ακόμη και ευρισκομένων σε εμπορικό κέντρο). Ο σκοπός αυτός, όμως, δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, σχέση με την προστασία της δημόσιας υγείας.
55.
Φρονώ, πάντως, ότι ένας τέτοιος γεωγραφικός περιορισμός θα μπορούσε να σχετίζεται με τον εν λόγω σκοπό, υπό τον όρο να έχει διατυπωθεί κατά τρόπο επαρκώς ευρύ ώστε να κατατείνει στην επίτευξη του ιδίου σκοπού με αυτόν του δημογραφικού περιορισμού ( 24 ). Εν γένει, ένας περιορισμός γεωγραφικού χαρακτήρα μπορεί να κατατείνει στην επίτευξη σκοπού προστασίας της δημόσιας υγείας μόνο εφόσον στηρίζεται σε ασκούντα πράγματι επιρροή κριτήρια. Επομένως, ένας γεωγραφικός περιορισμός μπορεί να συμβάλλει, σε αστικό περιβάλλον, στη διασφάλιση ισορροπημένου εφοδιασμού σε ιατρικά ή οπτικά είδη, ενώ, αντιθέτως, μπορεί να έχει μόνον αποτελέσματα αντίθετα προς τον ανταγωνισμό σε αγροτικό ή ημιαστικό περιβάλλον.
56.
Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων της δικογραφίας, φρονώ ότι, εκ πρώτης όψεως, δεν αποδείχθηκε ότι η ρύθμιση της Περιφέρειας Σικελίας συνδέεται, στο σύνολό της, με τον σκοπό της προστασίας της δημόσιας υγείας. Υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το επάγγελμα του οπτικού, το επάγγελμα αυτό δεν εξομοιώνεται με τα επαγγέλματα του χώρου της υγείας εν στενή εννοία.
57.
Πάντως, καθόσον η δραστηριότητα του οπτικού μπορεί να περιλαμβάνει τόσο δραστηριότητες σχετικές με τη δημόσια υγεία όσο και σχετικές με την παροχή «παραοπτικών» υπηρεσιών, πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση η στάθμιση μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών δραστηριοτήτων που είχε ως αποτέλεσμα τη θέσπιση εθνικής ρυθμίσεως η οποία συνιστά περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Απαιτείται οπωσδήποτε το αιτούν δικαστήριο να καθορίσει, βάσει των ανωτέρω στοιχείων, τον πραγματικό σκοπό που επιδιώκει η σικελική ρύθμιση, προκειμένου να δώσει μετά βεβαιότητος απάντηση στο ερώτημα περί ενδεχόμενης δικαιολογήσεώς της.
58.
Σε περίπτωση, πάντως, κατά την οποία το Δικαστήριο θα κρίνει, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων της δικογραφίας, ότι, επιβάλλοντας περιορισμούς σχετικούς με τη δημογραφική πυκνότητα και την απόσταση που πρέπει να υπάρχει μεταξύ καταστημάτων οπτικών ειδών, ο Σικελός νομοθέτης έθεσε ως σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας, πρέπει, επικουρικώς, να εξετασθούν τα επιπλέον κριτήρια περί δικαιολογήσεως τα οποία έχει θέσει η νομολογία.
2. Ανάλυση των λοιπών κριτηρίων δικαιολογήσεως του περιορισμού
59.
Ανεξαρτήτως του αν υφίσταται θεμιτός σκοπός από απόψεως του δικαίου της Ένωσης, η δικαιολόγηση περιορισμού των θεμελιωδών ελευθεριών που κατοχυρώνονται με τη Συνθήκη προϋποθέτει ότι το επίμαχο μέτρο είναι κατάλληλο να διασφαλίσει την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και ότι δεν υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο ( 25 ). Επιπλέον, η εθνική νομοθεσία είναι κατάλληλη να διασφαλίσει την επίτευξη του προβαλλομένου σκοπού μόνον εφόσον την επιδιώκει πράγματι με συνέπεια και συστηματικότητα ( 26 ).
60.
Στην απόφασή του, το αιτούν δικαστήριο εξέτασε συναφώς το ερώτημα αν ήταν δυνατή η εφαρμογή εν προκειμένω της λύσεως που απορρέει από την προμνημονευθείσα απόφαση Blanco Pérez και Chao Gómez, στην οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν απαγορεύει, καταρχήν, εθνική ρύθμιση η οποία εξαρτά την ίδρυση νέων φαρμακείων από την τήρηση περιορισμών σχετικών με τη δημογραφική πυκνότητα και την απόσταση μεταξύ των φαρμακείων, καθόσον οι περιορισμοί αυτοί ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα την ισόρροπη κατανομή των φαρμακείων εντός της επικράτειας, διασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στο σύνολο του πληθυσμού τη δέουσα πρόσβαση στην παροχή φαρμακευτικών υπηρεσιών και, ως εκ τούτου, αυξάνοντας την ασφάλεια και την ποιότητα του εφοδιασμού του κοινού σε φάρμακα.
61.
Η κρίση αυτή στηριζόταν σε νομολογία βάσει της οποίας γινόταν δεκτό ότι τα ιδρύματα και οι υποδομές υγείας μπορούν να αποτελούν το αντικείμενο προγραμματισμού. Ειδικότερα, ο προγραμματισμός αυτός μπορεί να περιλαμβάνει τη χορήγηση προηγούμενης αδείας για την εγκατάσταση νέων παρεχόντων υπηρεσιών περιθάλψεως, εφόσον αποδεικνύεται ότι αυτό είναι απαραίτητο για την κάλυψη ενδεχομένων ελλείψεων όσον αφορά την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και για να αποφευχθεί η δημιουργία μονάδων που επιτελούν την ίδια λειτουργία με ήδη υφιστάμενες, έτσι ώστε να διασφαλίζεται υγειονομική κάλυψη προσαρμοσμένη στις ανάγκες του πληθυσμού, η οποία καλύπτει το σύνολο της επικράτειας και λαμβάνει υπόψη τις γεωγραφικά απομονωμένες ή κατ’ άλλο τρόπο προβληματικές περιοχές ( 27 ).
62.
Δεν είμαι, εντούτοις, πεπεισμένος ότι η κρίση αυτή ισχύει συνολικά και άμεσα και για τις υπηρεσίες που παρέχουν οι οπτικοί.
63.
Βεβαίως, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί εντελώς το ενδεχόμενο η θέσπιση και η διατήρηση σε ισχύ ειδικού καθεστώτος γεωγραφικής κατανομής των καταστημάτων οπτικών ειδών να υπαγορεύεται από λόγους προστασίας της υγείας. Κατά το δικαστήριο αυτό, μπορεί να υποστηριχθεί ότι, ελλείψει οποιασδήποτε ρυθμίσεως, τα καταστήματα οπτικών ειδών θα συγκεντρώνονταν τελικά σε τόπους που θεωρούνται αποδοτικοί από εμπορικής απόψεως, οπότε στους λιγότερο ελκυστικούς, εμπορικά, τόπους θα υπήρχε ανεπαρκής αριθμός οπτικών.
64.
Φρονώ, πάντως, ότι υφίσταται ουσιώδης διαφορά, ως προς τη δημόσια υγεία, μεταξύ της αποστολής που μπορεί να ανατεθεί στα φαρμακεία, αφενός, και αυτής των καταστημάτων οπτικών, αφετέρου.
65.
Πρώτον, η διαφοροποίηση αυτή επιτείνεται πρωτίστως όσον αφορά το κριτήριο του επείγοντος που διακρίνει την πρόσβαση στα φαρμακευτικά προϊόντα σε σχέση με τα οπτικά είδη.
66.
Συγκεκριμένα, όπως έχει διευκρινίσει το Δικαστήριο, κατά τη θέσπιση κανονιστικού πλαισίου που ισχύει για τα φαρμακεία, είναι αναγκαίο να διασφαλίζεται η κατάλληλη πρόσβαση του κοινού στην παροχή φαρμακευτικών υπηρεσιών και, κατά συνέπεια, η αύξηση της ασφάλειας και της ποιότητας όσον αφορά τον εφοδιασμό του κοινού σε φάρμακα ( 28 ).
67.
Για τον λόγο αυτό, οι εθνικές ρυθμίσεις προβλέπουν συχνά όχι μόνον κανόνες δημογραφικής ή γεωγραφικής κατανομής, αλλά και επιβάλλουν στα φαρμακεία υποχρεώσεις που σκοπούν στη διασφάλιση της διαρκούς προσβάσεως στα φάρμακα. Μπορεί να πρόκειται, επί παραδείγματι, για εφημερίες ή για υποχρέωση διαθέσεως φαρμάκων βάσει ιατρικής συνταγής εντός ορισμένης προθεσμίας.
68.
Αντιθέτως, η υπηρεσία την οποία παρέχουν οι οπτικοί, ακόμη και όταν υπαγορεύεται από λόγους δημόσιας υγείας, δεν έχει ποτέ τον χαρακτήρα αυτό του επείγοντος.
69.
Δεύτερον, στη νομολογία του Δικαστηρίου έχουν ήδη εξετασθεί ορισμένα ζητήματα που άπτονται της διακρίσεως που πρέπει να γίνεται μεταξύ φαρμακείων, καταστημάτων οπτικών και εργαστηρίων ιατρικών εξετάσεων, όσον αφορά τον κίνδυνο που διατρέχουν οι ασθενείς σε περίπτωση εσφαλμένης χορηγήσεως φαρμάκου σε σχέση με τον κίνδυνο που διατρέχουν σε περίπτωση σφάλματος κατά τη διάθεση οπτικών ειδών. Έτσι, «σε αντίθεση προς τα οπτικά είδη, τα φάρμακα που χορηγούνται ή λαμβάνονται για θεραπευτικούς σκοπούς μπορούν, παρ’ όλα αυτά, να αποδειχθούν ιδιαίτερα επιβλαβή για την υγεία, σε περίπτωση που λαμβάνονται χωρίς λόγο ή κατά τρόπο μη σύμφωνο με τις οδηγίες, χωρίς μάλιστα ο ασθενής να είναι σε θέση να το αντιληφθεί κατά τη χορήγηση των φαρμάκων. Επιπροσθέτως, πωλήσεις φαρμάκων μη δικαιολογούμενες ιατρικώς συνεπάγονται σπατάλη δημόσιων οικονομικών πόρων η οποία δεν συγκρίνεται με τη σπατάλη που απορρέει από τις αδικαιολόγητες πωλήσεις οπτικών ειδών» ( 29 ).
70.
Το Δικαστήριο έχει επίσης διευκρινίσει ότι ο κίνδυνος που οφείλεται σε εσφαλμένη διάθεση οπτικών ειδών δεν είναι συγκρίσιμος με τον κίνδυνο που ενέχει η εσφαλμένη εκτέλεση βιοϊατρικών εξετάσεων, μολονότι και η πρώτη ενδέχεται να έχει αρνητικές συνέπειες για τον ασθενή ( 30 ).
71.
Τέλος, ανεξαρτήτως του ζητήματος της εξομοιώσεως των δραστηριοτήτων των οπτικών με αυτές των φαρμακοποιών, όσον αφορά την ανάλυση των περιορισμών της ελευθερίας εγκαταστάσεως, πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να εξετασθεί αν η νομοθεσία της Περιφέρειας Σικελίας είναι κατάλληλη για τη διασφάλιση του σκοπού της προστασίας της δημόσιας υγείας και αν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού αυτού.
72.
Λαμβανομένης υπόψη της ασάφειας της αποφάσεως του αιτούντος δικαστηρίου ως προς το ζήτημα αυτό, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διακριβώσει αν υφίσταται στη Σικελία πράγματι πολιτική προγραμματισμού όσον αφορά τα καταστήματα οπτικών ειδών, στηριζόμενη σε λόγους σχετικούς με την προστασία της δημόσιας υγείας. Θα πρέπει, ειδικότερα, οι προπαρασκευαστικές εργασίες για την επίμαχη ρύθμιση να περιλαμβάνουν συγκριτικό έλεγχο των κριτηρίων στα οποία βασίζεται ο νόμος 12/2004 της περιφέρειας και δικαιολόγηση της επιλογής τους.
73.
Μολονότι οι προϋποθέσεις που καθορίζει ο εν λόγω νόμος της περιφέρειας είναι ιδιαιτέρως αυστηρές, δεν αποκλείω, με την επιφύλαξη της λήψεως μέτρων προσαρμογής είδους αντίστοιχου με αυτά που προβλέπει η νομολογία ( 31 ), το ενδεχόμενο η επίμαχη ρύθμιση περί καταστημάτων οπτικών ειδών να αποδειχθεί κατάλληλη.
74.
Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, μεταξύ των αγαθών και των συμφερόντων που προστατεύονται βάσει της Συνθήκης, η υγεία και η ανθρώπινη ζωή κατέχουν την πρώτη θέση, απόκειται δε στα κράτη μέλη να καθορίζουν το επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας που προτίθενται να διασφαλίζουν και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να επιτευχθεί αυτό ( 32 ).
75.
Συναφώς, ο νόμος 12/2004 της περιφέρειας προβλέπει τη δυνατότητα προσαρμογής των προπαρατεθέντων κριτηρίων για τη χορήγηση αδείας «εφόσον αποδεδειγμένα υφίστανται τοπικές ανάγκες» και «[κατόπιν] υποχρεωτικής γνωμοδοτήσεως της επαρχιακής επιτροπής στο εμπορικό επιμελητήριο […]». Επιπλέον, ο εν λόγω νόμος επιτρέπει τη χορήγηση, άνευ γνωμοδοτήσεως της ως άνω επιτροπής, δύο, κατά ανώτατο όριο, αδειών για δήμους με πληθυσμό μικρότερο από 8000 κατοίκους.
76.
Εν προκειμένω, φρονώ ότι αυτή η μέθοδος προσαρμογής δεν πληροί τις απαιτήσεις της νομολογίας, κατά την οποία «για να δικαιολογείται ένα σύστημα προηγουμένης διοικητικής εγκρίσεως, [μολονότι] παρεκκλίνει από θεμελιώδη ελευθερία, πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να [στηρίζεται] σε αντικειμενικά κριτήρια, μη εισάγοντα διακρίσεις και εκ των προτέρων γνωστά, κατά τρόπον ώστε να ελέγχεται η άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως των εθνικών αρχών προκειμένου να μη χρησιμοποιείται αυθαιρέτως […]. Το σύστημα προηγουμένης διοικητικής εγκρίσεως πρέπει επίσης να βασίζεται σε διαδικασία ευχερώς [προσβάσιμη] και [δυνάμενη] να διασφαλίζει στους ενδιαφερομένους ότι η αίτησή τους [θα εξετάζεται] εντός εύλογης προθεσμίας και με αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ενώ η τυχόν άρνηση εγκρίσεώς της πρέπει να μπορεί, επιπλέον, να [προσβληθεί με ένδικο βοήθημα]» ( 33 ).
77.
Η φράση, όμως, «εφόσον αποδεδειγμένα υφίστανται τοπικές ανάγκες», η οποία περιέχεται στον νόμο 12/2004 της περιφέρειας, δεν είναι κατά τα φαινόμενα αρκούντως ακριβής ώστε να καθιστά δυνατό τον έλεγχο της ευχέρειας εκτιμήσεως που διαθέτει η περιφερειακή διοίκηση.
78.
Επιπλέον, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, η σύνθεση της επιτροπής, της οποίας η γνωμοδότηση πρέπει να λαμβάνεται υποχρεωτικώς υπόψη για τη χορήγηση αδείας ιδρύσεως καταστήματος οπτικών ειδών κατά παρέκκλιση από τους γενικώς ισχύοντες κανόνες, προκαλεί αμφιβολίες ( 34 ). Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι η εν λόγω επιτροπή απαρτίζεται από τέσσερις εκπροσώπους της επαγγελματικής ενώσεως των οπτικών, η σύνθεσή της αντιβαίνει κατά τα φαινόμενα στην αρχή την οποία έθεσε η νομολογία και βάσει της οποίας η παρέμβαση, κατά τη διαδικασία χορηγήσεως αδείας, φορέων στους οποίους μετέχουν ανταγωνιστές επιχειρηματίες που ασκούν ήδη δραστηριότητα στην οικεία γεωγραφική περιοχή συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή της ελευθερίας εγκαταστάσεως ( 35 ).
79.
Τέλος, επισημαίνω ότι στην προμνημονευθείσα υπόθεση Blanco Pérez και Chao Gómez η νομοθεσία της περιφέρειας προέβλεπε κίνητρα για την εγκατάσταση φαρμακείων σε μειονεκτούσες ή λιγότερο αποδοτικές περιοχές, στοιχείο το οποίο σαφώς δεν υφίσταται εν προκειμένω ( 36 ).
80.
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω επιχειρημάτων, διατηρώ σοβαρές αμφιβολίες για την καταλληλότητα των κριτηρίων που διέπουν την ίδρυση καταστημάτων οπτικών ειδών, τα οποία προβλέπει ο νόμος 12/2004 της περιφέρειας.
81.
Έτι επικουρικότερα, πρέπει να εξετασθεί και αν ο περιορισμός τον οποίο εισάγει ο νόμος 12/2004 της περιφέρειας υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού.
82.
Όπως προκύπτει από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, ο πληθυσμός πολλών δήμων της Σικελίας κυμαίνεται μεταξύ 8000 και 16 000 κατοίκων, πλην όμως η ρύθμιση της περιφέρειας είναι κατά τα φαινόμενα λιγότερο περιοριστική στις περιπτώσεις δήμων των οποίων ο πληθυσμός δεν υπερβαίνει τους 8000 κατοίκους. Φρονώ, επομένως, ότι υπό αυτές τις δημογραφικές συνθήκες, ο σικελικός νόμος έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζει, κατά τρόπο υπέρμετρο, την πρόσβαση στις υπηρεσίες που παρέχουν οι οπτικοί σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο αριθμός των κατοίκων βρίσκεται στις ενδιάμεσες ζώνες, μεταξύ των κατηγοριών πληθυσμού που καθορίζει ο νόμος 12/2004 της περιφέρειας.
83.
Ως εκ τούτου, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω, φρονώ ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης σικελική ρύθμιση είναι υπέρμετρα αυστηρή, ασυνεπής και ακατάλληλη για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού.
V – Πρόταση
84.
Προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Consiglio di giustizia amministrativa per la Regione siciliana:
Το άρθρο 49 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι ρύθμιση εσωτερικού δικαίου, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία προβλέπει περιορισμούς σχετικούς με τη δημογραφική πυκνότητα και την υποχρεωτική ελάχιστη απόσταση μεταξύ των καταστημάτων οπτικών ειδών, συνιστά περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Σε περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, ο περιορισμός αυτός δεν δικαιολογείται, κατά τα φαινόμενα, από τον σκοπό της προστασίας της δημόσιας υγείας, εκτός και αν απορρέει από συνεπή πολιτική σκοπούσα στη διασφάλιση ισόρροπης παροχής υπηρεσιών υγείας, στοιχείο του οποίου η διακρίβωση απόκειται στο αιτούν δικαστήριο. Εν προκειμένω, εν πάση περιπτώσει, η απαίτηση περί ελάχιστης αποστάσεως μεταξύ των καταστημάτων οπτικών ειδών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος σχετικό με την προστασία της δημόσιας υγείας.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Απόφαση της 1ης Ιουνίου 2010, C-570/07 και C-571/07, Blanco Pérez και Chao Gómez (Συλλογή 2010, σ. I-4629). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 21ης Απριλίου 2005, C-140/03, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2005, σ. I-3177), της 10ης Μαρτίου 2009, C-169/07, Hartlauer (Συλλογή 2009, σ. I-1721), και της 21ης Ιουνίου 2012, C‑84/11, Susisalo κ.λπ., διάταξη της 6ης Οκτωβρίου 2010, C‑563/08, Sáez Sánchez και Rueda Vargas, και διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 29ης Σεπτεμβρίου 2011, C‑315/08, Grisoli.
( 3 ) Αποφάσεις της 25ης Μαΐου 1993, C-271/92, LPO (Συλλογή 1993, σ. I-2899), της 1ης Φεβρουαρίου 2001, C-108/96, Mac Quen κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I-837), της 21ης Απριλίου 2005, C-140/03, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2005, σ. I-3177), και της 2ας Δεκεμβρίου 2010, C-108/09, Ker-Optika (Συλλογή 2010, σ. I-12213).
( 4 ) Βλ. προμνημονευθείσα απόφαση Blanco Pérez και Chao Gómez.
( 5 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (ΕΕ L 376, σ. 36).
( 6 ) Αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 1990, C-54/88, C-91/88 και C-14/89, Nino κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I-3537, σκέψη 11), της 30ής Νοεμβρίου 1995, C-134/94, Esso Española (Συλλογή 1995, σ. I-4223, σκέψη 17), και της 17ης Ιουλίου 2008, C-389/05, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2008, σ. I-5397, σκέψη 49), καθώς και προμνημονευθείσα απόφαση Susisalo κ.λπ. (σκέψη 18).
( 7 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Μαρτίου 2006, C-451/03, Servizi Ausiliari Dottori Commercialisti (Συλλογή 2006, σ. I-2941, σκέψη 29), και της 5ης Δεκεμβρίου 2006, C-94/04 και C-202/04, Cipolla κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I-11421, σκέψη 30), προμνημονευθείσα απόφαση Blanco Pérez και Chao Gómez (σκέψη 36), και απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, C-245/09, Omalet (Συλλογή 2010, σ. I-13771, σκέψη 15).
( 8 ) Συναφώς, επιβάλλεται, πράγματι, η διαπίστωση ότι η δραστηριότητα του οπτικού καλύπτει, στα διάφορα κράτη μέλη, πλείονα επαγγέλματα. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων περί των επαγγελμάτων που κατοχυρώνονται νομοθετικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση (βάση στην οποία η πρόσβαση είναι δυνατή μέσω της ακόλουθης διαδικτυακής διευθύνσεως: ), ο όρος «οπτικός» περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα εξής νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα: opticien (opticien lunetier) [οπτικός (οπτικός-κατασκευαστής γυαλιών οράσεως], opticien spécialisé en verres de contact [οπτικός εξειδικευμένος στους φακούς επαφής], optométriste [οπτομέτρης] και «optical equipment maker» [κατασκευαστής οπτικών ειδών].
( 9 ) Βλ. προμνημονευθείσα απόφαση Ker-Optika (σκέψη 64).
( 10 ) Προμνημονευθείσα απόφαση (σκέψη 11).
( 11 ) Προμνημονευθείσα απόφαση (σκέψη 38).
( 12 ) Απόφαση της 16ης Ιουνίου 1992, C-351/90, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 1992, σ. I-3945, σκέψη 22).
( 13 ) Βλ. προμνημονευθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας, στο πλαίσιο της οποίας το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί του ζητήματος της απαγορεύσεως σε διπλωματούχο οπτικό να εκμεταλλεύεται περισσότερα του ενός καταστήματα οπτικών. Η επίμαχη εθνική νομοθεσία παρείχε τη δυνατότητα ιδρύσεως καταστήματος οπτικών ειδών μόνο στους κατόχους αδείας ασκήσεως επαγγέλματος οπτικού οι οποίοι είχαν λάβει προς τούτο προσωπική και διαρκούς ισχύος άδεια.
( 14 ) Βλ. προτάσεις επί της προμνημονευθείσας υποθέσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας (σημείο 37).
( 15 ) Όπ.π. (σημείο 34).
( 16 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (ΕΕ L 255, σ. 22).
( 17 ) Βλ., σχετικώς, προμνημονευθείσα απόφαση Mac Quen κ.λπ. (σκέψη 26), αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 2002, C-79/01, Payroll κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I-8923, σκέψη 26), και της 14ης Οκτωβρίου 2004, C-299/02, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2004, σ. I-9761, σκέψη 15), καθώς και προμνημονευθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας (σκέψη 27).
( 18 ) Βλ., σχετικώς, προμνημονευθείσα απόφαση Hartlauer (σκέψεις 34 και 35).
( 19 ) Όπ.π. (σκέψη 36).
( 20 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 31ης Μαρτίου 1993, C-19/92, Kraus (Συλλογή 1993, σ. I-1663, σκέψη 32).
( 21 ) Βλ. προμνημονευθείσα απόφαση Susisalo κ.λπ. (σκέψη 37).
( 22 ) Βλ. προμνημονευθείσα απόφαση Blanco Pérez και Chao Gómez (σκέψεις 70 έως 76).
( 23 ) Όπ.π. (σκέψη 84).
( 24 ) Φρονώ ότι, εφόσον σκοπεί στη διασφάλιση ισόρροπης γεωγραφικής κατανομής των καταστημάτων οπτικών, η προϋπόθεση περί ελάχιστης αποστάσεως μεταξύ των καταστημάτων αυτών μπορεί να συνδέεται με τον σκοπό της προστασίας της δημόσιας υγείας. Φρονώ, πάντως, ότι το όριο των 300 μέτρων είναι κατάλληλο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μόνο στις αστικές περιοχές, οι οποίες χαρακτηρίζονται από μεγάλη δημογραφική πυκνότητα.
( 25 ) Βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 26ης Νοεμβρίου 2002, C-100/01, Oteiza Olazabal (Συλλογή 2002, σ. I-10981, σκέψη 43), της 16ης Οκτωβρίου 2008, C-527/06, Renneberg (Συλλογή 2008, σ. I-7735, σκέψη 81), της 11ης Ιουνίου 2009, C-155/08 και C-157/08, X και Passenheim-van Schoot (Συλλογή 2009, σ. I-5093, σκέψη 47), και της 17ης Νοεμβρίου 2009, C-169/08, Presidente del Consiglio dei Ministri (Συλλογή 2009, σ. I-10821, σκέψη 42).
( 26 ) Βλ., μεταξύ άλλων, προμνημονευθείσες αποφάσεις Hartlauer (σκέψη 55), και Presidente del Consiglio dei Ministri (σκέψη 42).
( 27 ) Βλ., μεταξύ άλλων, προμνημονευθείσες αποφάσεις Hartlauer (σκέψεις 51 και 52), και Blanco Pérez και Chao Gómez (σκέψη 70).
( 28 ) Προμνημονευθείσα απόφαση Blanco Pérez και Chao Gómez (σκέψη 78).
( 29 ) Απόφαση της 19ης Μαΐου 2009, C-171/07 και C-172/07, Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. (Συλλογή 2009, σ. I-4171, σκέψη 60).
( 30 ) Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, C-89/09, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2010, σ. I-12941, σκέψη 58).
( 31 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 12ης Ιουλίου 2001, C-157/99, Smits και Peerbooms (Συλλογή 2001, σ. I-5473).
( 32 ) Βλ. προμνημονευθείσα απόφαση Blanco Pérez και Chao Gómez (σκέψη 44 και παρατιθέμενη νομολογία).
( 33 ) Προμνημονευθείσα απόφαση Smits και Peerbooms (σκέψη 90). Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι δομές παροχής νοσηλευτικών υπηρεσιών, όπως ιατρεία και πολυκλινικές, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προγραμματισμού.
( 34 ) Από τις παρατηρήσεις της Επιτροπής προκύπτει ότι, κατά το άρθρο 8 του διατάγματος αριθ. 64 του προέδρου της περιφέρειας, της 1ης Ιουνίου 1995, περί εφαρμογής του άρθρου 71 του νόμου αριθ. 25 της περιφέρειας, της 1ης Σεπτεμβρίου 1993, η επίμαχη επαρχιακή επιτροπή αποτελείται από τέσσερις εκπροσώπους της επαγγελματικής ενώσεως, εκ των οποίων δύο ορίζονται από οργανώσεις που εκπροσωπούν το επάγγελμα του οπτικού σε επίπεδο επαρχίας και δύο από οργανώσεις που εκπροσωπούν το επάγγελμα του οπτικού σε επίπεδο περιφέρειας.
( 35 ) Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2002, C-439/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2002, σ. I-305, σκέψεις 39 και 40).
( 36 ) Επρόκειτο για καθεστώς βάσει του οποίου δινόταν προτεραιότητα κατά τη χορήγηση νέων αδειών στους ιδιοκτήτες φαρμακείων.
Full & Egal Universal Law Academy