ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 31ης Ιανουαρίου 2013 ( *1 )
«Οδηγία 98/70/ΕΚ — Ποιότητα της βενζίνης και των καυσίμων ντίζελ — Άρθρα 3 έως 5 — Περιβαλλοντικές προδιαγραφές των καυσίμων — Οδηγία 98/34/ΕΚ — Διαδικασία πληροφορήσεως στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας — Άρθρα 1 και 8 — Έννοια του “τεχνικού κανόνα” — Υποχρέωση κοινοποιήσεως των σχεδίων τεχνικών κανόνων — Εθνική ρύθμιση επιβάλλουσα στις πετρελαϊκές εταιρίες που θέτουν στην αγορά βενζίνη και/ή καύσιμα ντίζελ να θέτουν στην αγορά, κατά τη διάρκεια του ίδιου ημερολογιακού έτους, επίσης ορισμένη ποσότητα βιοκαυσίμων»
Στην υπόθεση C-26/11,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ υποβληθείσα από το Grondwettelijk Hof (Βέλγιο) με απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Ιανουαρίου 2011, στο πλαίσιο της δίκης
Belgische Petroleum Unie VZW,
Continental Tanking Company NV,
Belgische Olie Maatschappij NV,
Octa NV,
Van Der Sluijs Group Belgium NV,
Belgomazout Liège NV,
Martens Energie NV,
Transcor Oil Services NV,
Mabanaft BV,
Belgomine NV,
Van Raak Distributie NV,
Bouts NV,
Gabriels & Co NV,
Joassin René NV,
Orion Trading Group NV,
Petrus NV,
Argosoil Belgium BVBA
κατά
Belgische Staat,
παρισταμένων των:
Belgian Bioethanol Association VZW,
Belgian Biodiesel Board VZW,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), προεδρεύουσα του τρίτου τμήματος, K. Lenaerts, Γ. Αρέστη, J. Malenovský και T. von Danwitz, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: R. Şereş, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 7ης Ιουνίου 2012,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
οι Belgische Petroleum Unie VZW, Continental Tanking Company NV, Belgische Olie Maatschappij NV, Octa NV, Van Der Sluijs Group Belgium NV, Belgomazout Liège NV, Martens Energie NV, Transcor Oil Services NV, Mabanaft BV, Belgomine NV, Van Raak Distributie NV, Bouts NV, Gabriels & Co NV, Joassin René NV, Orion Trading Group NV, Petrus NV και Argosoil Belgium BVBA, εκπροσωπούμενες από τους P. Mallien και M. Deketelaere, advocaten,
—
το Belgische Staat, εκπροσωπούμενο από τον J.-F. De Bock, advocaat,
—
οι Belgian Bioethanol Association VZW και Belgian Biodiesel Board VZW, εκπροσωπούμενες από τους P. De Bandt, avocat,
—
η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. Pochet, επικουρούμενη από τον J.-F. De Bock, advocaat,
—
η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις C. Wissels και B. Koopman,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις A. Alcover San Pedro και K. Herrmann και τον E. Manhaeve,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 19ης Ιουλίου 2012,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 3 έως 5 της οδηγίας 98/70/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ και την τροποποίηση της οδηγίας 93/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 350, σ. 58), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009 (EE L 140, σ. 88, στο εξής: οδηγία 98/70), του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, των άρθρων 26, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, 28 ΣΛΕΕ και 34 ΣΛΕΕ έως 36 ΣΛΕΕ καθώς και του άρθρου 8 της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφορήσεως στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (ΕΕ L 204, σ. 37), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998 (ΕΕ L 217, σ. 18, στο εξής: οδηγία 98/34).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των Belgische Petroleum Unie VZW, Continental Tanking Company NV, Belgische Olie Maatschappij NV, Octa NV, Van Der Sluijs Group Belgium NV, Belgomazout Liège NV, Martens Energie NV, Transcor Oil Services NV, Mabanaft BV, Belgomine NV, Van Raak Distributie NV, Bouts NV, Gabriels & Co NV, Joassin René NV, Orion Trading Group NV, Petrus NV και Argosoil Belgium BVBA (συλλήβδην στο εξής: BPU κ.λπ.) και του Belgische Staat σχετικά με τον νόμο της 22ας Ιουλίου 2009 περί υποχρεωτικής αναμείξεως βιοκαυσίμου στα ορυκτά καύσιμα που τίθενται σε κατανάλωση (Belgisch Staatsblad της 3ης Αυγούστου 2009, σ. 51920, στο εξής: νόμος περί υποχρεωτικής αναμείξεως).
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 98/34
3
Το άρθρο 1 της οδηγίας 98/34 ορίζει:
«Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
1)
“προϊόν”: κάθε προϊόν βιομηχανικής κατασκευής, και κάθε γεωργικό προϊόν, συμπεριλαμβανομένων και των αλιευτικών προϊόντων·
[...]
3)
“τεχνική προδιαγραφή”: η προδιαγραφή που περιέχεται σε έγγραφο στο οποίο ορίζονται τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, όπως τα επίπεδα ποιότητας ή ιδιότητες χρήσης, η ασφάλεια, οι διαστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που ισχύουν για το προϊόν όσον αφορά την ονομασία πώλησης, την ορολογία, τα σύμβολα, τις δοκιμές και τις μεθόδους δοκιμής, τη συσκευασία, τη σήμανση και το ετικετάρισμα, καθώς και τις διαδικασίες αξιολόγησης της πιστότητας.
[...]
4)
“άλλη απαίτηση”: απαίτηση, εκτός των τεχνικών προδιαγραφών, επιβαλλόμενη σε ένα προϊόν, ιδίως για λόγους προστασίας των καταναλωτών ή του περιβάλλοντος, η οποία αφορά τον κύκλο ζωής του προϊόντος μετά τη διάθεσή του στην αγορά, όπως οι συνθήκες χρησιμοποίησης, ανακύκλωσης, επαναχρησιμοποίησης ή εξάλειψής του, εφόσον οι συνθήκες αυτές μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη σύνθεση ή τη φύση του προϊόντος, ή την εμπορία του·
[...]
11)
“τεχνικός κανόνας”: τεχνική προδιαγραφή ή άλλη απαίτηση ή κανόνας σχετικά με τις υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των οικείων διοικητικών διατάξεων των οποίων η τήρηση είναι υποχρεωτική de jure ή de facto, για την εμπορία, την παροχή υπηρεσιών, την εγκατάσταση ενός φορέα παροχής υπηρεσιών ή τη χρήση σε κράτος μέλος ή σε σημαντικό τμήμα του κράτους αυτού, όπως επίσης, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 10, οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που απαγορεύουν την κατασκευή, εισαγωγή, εμπορία ή χρήση ενός προϊόντος και την παροχή ή χρήση μιας υπηρεσίας ή την εγκατάσταση για την παροχή των υπηρεσιών αυτών.
[...]
[...]»
4
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής ορίζει:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 10, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν πάραυτα στην Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα, εκτός αν πρόκειται απλώς για αυτούσια μεταφορά ενός διεθνούς ή ευρωπαϊκού προτύπου, οπότε αρκεί μια απλή πληροφόρηση ως προς το συγκεκριμένο πρότυπο· επίσης, απευθύνουν στην Επιτροπή κοινοποίηση σχετικά με τους λόγους για τους οποίους είναι αναγκαία η θέσπιση ενός τέτοιου τεχνικού κανόνα, εκτός αν οι λόγοι αυτοί συνάγονται ήδη από το ίδιο το σχέδιο.»
5
Το άρθρο 10, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ορίζει:
«Τα άρθρα 8 και 9 δεν εφαρμόζονται στις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών ή στις εκούσιες συμφωνίες με τις οποίες τα κράτη μέλη:
—
συμμορφώνονται προς τις κοινοτικές πράξεις αναγκαστικού χαρακτήρα που έχουν ως αποτέλεσμα την έκδοση τεχνικών προδιαγραφών ή κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες,
[...]
—
τροποποιούν απλώς έναν τεχνικό κανόνα κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 11, κατόπιν σχετικού αιτήματος της Επιτροπής, προκειμένου να αρθεί ένα εμπόδιο στις συναλλαγές ή προκειμένου για τους κανόνες σχετικά με τις υπηρεσίες, την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών ή την ελευθερία εγκατάστασης των φορέων παροχής υπηρεσιών.»
Η οδηγία 98/70
6
Το άρθρο 3 της οδηγίας 98/70, το οποίο επιγράφεται «Βενζίνη», ορίζει στις παραγράφους του 1 έως 3:
«1. Από την 1η Ιανουαρίου 2000 το αργότερο, τα κράτη μέλη απαγορεύουν την εμπορία της μολυβδούχου βενζίνης στο έδαφός τους.
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η βενζίνη μπορεί να διατίθεται στην αγορά, στο έδαφός τους, μόνο αν πληροί τις περιβαλλοντικές προδιαγραφές που καθορίζονται στο παράρτημα I.
Πάντως, τα κράτη μέλη μπορούν όσον αφορά τις εξόχως απόκεντρες περιοχές να θεσπίσουν ειδικές διατάξεις για την καθιέρωση βενζίνης με μέγιστη περιεκτικότητα σε θείο 10 mg/kg. Τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση της παρούσας διάταξης ενημερώνουν την Επιτροπή αναλόγως.
3. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους προμηθευτές να εξασφαλίζουν τη διάθεση στην αγορά βενζίνης με μεγίστη περιεκτικότητα σε οξυγόνο 2,7 % και μέγιστη περιεκτικότητα σε αιθανόλη 5 % έως το 2013 και μπορούν να απαιτούν τη διάθεση στην αγορά αυτής της βενζίνης για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα αν το κρίνουν απαραίτητο. Εξασφαλίζουν την παροχή της δέουσας πληροφόρησης στους καταναλωτές όσον αφορά την περιεκτικότητα της βενζίνης σε βιοκαύσιμα και, ειδικότερα, την ενδεδειγμένη χρήση των διαφόρων μειγμάτων βενζίνης.»
7
Το παράρτημα I της οδηγίας 98/70, το οποίο επιγράφεται «Περιβαλλοντικές προδιαγραφές για τα καύσιμα του εμπορίου που χρησιμοποιούνται από οχήματα με κινητήρες επιβαλλόμενης ανάφλεξης», καθορίζει, για τη βενζίνη, την ανώτατη οριακή τιμή αιθανόλης στο 10 % v/v.
8
Το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής, το οποίο επιγράφεται «Καύσιμο ντίζελ», ορίζει στην παράγραφό του 1:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το καύσιμο ντίζελ να μπορεί να διατίθεται στην αγορά στο έδαφός τους, μόνο αν πληροί τις προδιαγραφές που καθορίζονται στο παράρτημα II.
Παρά τις απαιτήσεις του παραρτήματος ΙΙ, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν τη διάθεση στην αγορά ντίζελ με περιεκτικότητα σε μεθυλεστέρες λιπαρών οξέων (FAME) μεγαλύτερη από 7 %.
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την παροχή της δέουσας πληροφόρησης στους καταναλωτές όσον αφορά την περιεκτικότητα του καυσίμου ντίζελ σε βιοκαύσιμα, ιδίως σε FAME.»
9
Βάσει του παραρτήματος II της εν λόγω οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Περιβαλλοντικές προδιαγραφές καυσίμων για οχήματα με κινητήρες ανάφλεξης με συμπίεση», η ανώτατη οριακή τιμή για την περιεκτικότητα του καυσίμου ντίζελ σε FAME καθορίζεται στο 7 % v/v.
10
Το άρθρο 5 της ίδιας οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Ελεύθερη κυκλοφορία», έχει ως εξής:
«Κανένα κράτος μέλος δεν μπορεί να απαγορεύσει, να περιορίσει ή να αποτρέψει τη διάθεση στην αγορά των καυσίμων που πληρούν τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.»
Η οδηγία 2003/30/ΕΚ
11
Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 19 και 21 της οδηγίας 2003/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Μαΐου 2003, σχετικά με την προώθηση της χρήσεως βιοκαυσίμων ή άλλων ανανεώσιμων καυσίμων για τις μεταφορές (ΕΕ L 123, σ. 42):
«(19)
Στο ψήφισμά του της 18ης Ιουνίου 1998 [ΕΕ C 210, σ. 215], το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε αύξηση του μεριδίου των βιοκαυσίμων στην αγορά σε 2 % κατά τα επόμενα πέντε χρόνια, μέσω μιας δέσμης μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της φορολογικής απαλλαγής, των οικονομικών ενισχύσεων της μεταποιητικής βιομηχανίας και της θέσπισης ενός υποχρεωτικού ποσοστού βιοκαυσίμων για τις εταιρίες πετρελαιοειδών.
[...]
(21)
Οι εθνικές πολιτικές για την προώθηση της χρήσης των βιοκαυσίμων δεν θα πρέπει να οδηγούν στην απαγόρευση της ελεύθερης διακίνησης των καυσίμων τα οποία πληρούν τις εναρμονισμένες περιβαλλοντικές προδιαγραφές, όπως καθορίζονται στην κοινοτική νομοθεσία.»
12
Η οδηγία αυτή σκοπό έχει, κατά το άρθρο της 1, να προαγάγει τη χρήση βιοκαυσίμων ή άλλων ανανεώσιμων καυσίμων προς αντικατάσταση του πετρελαίου ντίζελ ή της βενζίνης στις μεταφορές σε κάθε κράτος μέλος, προκειμένου να συμβάλει στην επίτευξη στόχων όπως η τήρηση των δεσμεύσεων σχετικά με τις κλιματικές μεταβολές, η φιλική προς το περιβάλλον ασφάλεια του εφοδιασμού και η προώθηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
13
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:
«α)
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι μια ελάχιστη αναλογία βιοκαυσίμων και άλλων ανανεώσιμων καυσίμων διατίθεται στις αγορές τους και καθορίζουν, προς τούτο, εθνικούς ενδεικτικούς στόχους.
β)
i)
Μια τιμή αναφοράς για τους στόχους αυτούς είναι 2 %, υπολογιζόμενη βάσει του ενεργειακού περιεχομένου, επί του συνόλου της βενζίνης και του πετρελαίου ντίζελ που διατίθεται στις αγορές τους προς χρήση στις μεταφορές έως τις 31 Δεκεμβρίου 2005.
ii)
Μια τιμή αναφοράς για τους στόχους αυτούς είναι 5,75 %, υπολογιζόμενη βάσει του ενεργειακού περιεχομένου, επί του συνόλου της βενζίνης και του πετρελαίου ντίζελ, προς χρήση στις μεταφορές, που διατίθενται στις αγορές τους μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010.»
Η οδηγία 2009/28/ΕΚ
14
Στην αιτιολογική σκέψη 9 της οδηγίας 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση της χρήσεως ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ (ΕΕ L 140, σ. 16), εκτίθενται:
«Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου 2007 επαναβεβαίωσε τη δέσμευση της Κοινότητας για την ανάπτυξη ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε ολόκληρη την Κοινότητα μετά το 2010. Επικύρωσε υποχρεωτικό στόχο 20 % ως μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στη συνολική κατανάλωση ενέργειας της Κοινότητας έως το 2020 και υποχρεωτικό ελάχιστο στόχο, τον οποίο πρέπει να επιτύχουν όλα τα κράτη μέλη, 10 % ως μερίδιο των βιοκαυσίμων στην κατανάλωση βενζίνης και πετρελαίου ντίζελ στις μεταφορές έως το 2020, στόχος που πρέπει να υλοποιηθεί κατά οικονομικώς συμφέροντα τρόπο. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δήλωσε ότι ο δεσμευτικός χαρακτήρας του στόχου για τα βιοκαύσιμα είναι ενδεδειγμένος, υπό τον όρο ότι η παραγωγή είναι σταθερή, ότι θα διατεθούν στην αγορά βιοκαύσιμα δεύτερης γενεάς και ότι η [οδηγία 98/70] θα τροποποιηθεί προκειμένου να επιτρέψει κατάλληλα επίπεδα ανάμειξης. […]»
15
Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 2009/28:
«Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κοινό πλαίσιο για την προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Θέτει υποχρεωτικούς εθνικούς στόχους για το συνολικό μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας και το μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές. [...]»
16
Το άρθρο 3, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας ορίζει:
«Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε όλες τις μορφές μεταφορών να αντιπροσωπεύει, το 2020, ποσοστό τουλάχιστον 10 % της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στις μεταφορές στο εν λόγω κράτος μέλος.»
17
Το άρθρο 26, παράγραφοι 2 και 3, της ίδιας οδηγίας ορίζει:
«2. Στην οδηγία 2003/30/ΕΚ, το άρθρο 2, το άρθρο 3, παράγραφοι 2, 3 και 5, και τα άρθρα 5 και 6 διαγράφονται με ισχύ από την 1η Απριλίου 2010.
3. Οι οδηγίες 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ καταργούνται από την 1η Ιανουαρίου 2012.»
Το βελγικό δίκαιο
18
Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του νόμου περί υποχρεωτικής αναμείξεως:
«Κάθε καταχωρισμένη πετρελαϊκή εταιρία που θέτει σε κατανάλωση προϊόντα βενζίνης και/ή προϊόντα ντίζελ υποχρεούται να θέσει κατά το ίδιο ημερολογιακό έτος σε κατανάλωση και μια ποσότητα αειφόρων βιοκαυσίμων ως εξής:
—
FAME μέχρι τουλάχιστον το [4 % v/v] της ποσότητας των προϊόντων ντίζελ που τέθηκαν σε κατανάλωση,
—
βιοαιθανόλης, καθαρής ή υπό τη μορφή bio-ETBE, μέχρι τουλάχιστον το [4 % v/v] της ποσότητας των προϊόντων βενζίνης που τέθηκαν σε κατανάλωση.»
19
Το άρθρο 5 του νόμου περί υποχρεωτικής αναμείξεως έχει ως εξής:
«Η κατά το άρθρο 4 θέση αειφόρων βιοκαυσίμων σε κατανάλωση γίνεται με πρόσμειξη με τα τιθέμενα σε κατανάλωση προϊόντα βενζίνης και/ή προϊόντα ντίζελ, τηρουμένων των προτύπων ΝΒΝ ΕΝ 590 για τα προϊόντα ντίζελ και ΝΒΝ ΕΝ 228 για τα προϊόντα βενζίνης.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
20
Με αίτηση που κατέθεσαν στις 15 Οκτωβρίου 2009 ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η BPU κ.λπ. ζήτησαν την ακύρωση του νόμου περί υποχρεωτικής αναμείξεως.
21
Στο πλαίσιο αυτό, το Grondwettelijk Hof αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Πρέπει τα άρθρα 3, 4 και 5 της οδηγίας [98/70], καθώς και, εν ανάγκη, το άρθρο 4, παράγραφος 3, [ΣΕΕ] και τα άρθρα 26, παράγραφος 2, [ΣΛΕΕ], 28 [ΣΛΕΕ] και 34 [ΣΛΕΕ] έως 36 [ΣΛΕΕ], να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αποκλείουν νομοθετική διάταξη βάσει της οποίας κάθε καταχωρισμένη πετρελαϊκή εταιρία που θέτει σε κατανάλωση προϊόντα βενζίνης και/ή προϊόντα ντίζελ υποχρεούται να θέσει κατά το ίδιο ημερολογιακό έτος σε κατανάλωση και μια ποσότητα αειφόρων βιοκαυσίμων, δηλαδή βιοαιθανόλης, καθαρής ή υπό τη μορφή bio-ΕΤΒΕ, μέχρι τουλάχιστον το 4 % v/v της ποσότητας των προϊόντων βενζίνης που τέθηκαν σε κατανάλωση, και FAME μέχρι τουλάχιστον το 4 % v/v της ποσότητας των προϊόντων ντίζελ που τέθηκαν σε κατανάλωση;
2)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει το άρθρο 8 της οδηγίας [98/34] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, παρά το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της ίδιας οδηγίας, επιβάλλει υποχρέωση κοινοποιήσεως στην Επιτροπή του σχεδιαζόμενου κανόνα, βάσει του οποίου κάθε καταχωρισμένη πετρελαϊκή εταιρία που θέτει σε κατανάλωση προϊόντα βενζίνης και/ή προϊόντα ντίζελ υποχρεούται να θέσει κατά το ίδιο ημερολογιακό έτος σε κατανάλωση και μια ποσότητα αειφόρων βιοκαυσίμων, δηλαδή βιοαιθανόλης, καθαρής ή υπό τη μορφή bio-ΕΤΒΕ, μέχρι τουλάχιστον το 4 % v/v της ποσότητας των προϊόντων βενζίνης που τέθηκαν σε κατανάλωση, και FAME μέχρι τουλάχιστον το 4 % v/v της ποσότητας των προϊόντων ντίζελ που τέθηκαν σε κατανάλωση;»
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως
22
Οι Belgian Bioethanol Association VZW και Belgian Biodiesel Board VZW υποστηρίζουν ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη επειδή, στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η BPU κ.λπ. ουδέποτε προέβαλαν παράβαση των οδηγιών 98/34 και 98/70, οπότε η ζητούμενη από το δικαστήριο αυτό ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης προδήλως δεν έχει καμία σχέση με το αντικείμενο της υποθέσεως της κύριας δίκης.
23
Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι το γεγονός ότι οι διάδικοι της κύριας δίκης δεν έθεσαν, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, πρόβλημα δικαίου της Ένωσης δεν αποκλείει το να μπορέσει το εθνικό δικαιοδοτικό όργανο να απευθυνθεί στο Δικαστήριο. Προβλέποντας τη δυνατότητα να επιληφθεί προδικαστικώς το Δικαστήριο όταν «ζήτημα έχει ανακύψει ενώπιον εθνικού δικαστηρίου», το άρθρο 267, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ δεν σκοπεύει να περιορίσει τη δυνατότητα αυτή μόνο στις περιπτώσεις όπου ο ένας ή ο άλλος διάδικος στην κύρια δίκη έλαβε την πρωτοβουλία να θέσει ζήτημα ερμηνείας ή κύρους του δικαίου της Ένωσης, αλλά καλύπτει επίσης τις περιπτώσεις όπου τέτοιο ζήτημα τίθεται από το ίδιο το εθνικό δικαστήριο, το οποίο εκτιμά ότι απόφαση του Δικαστηρίου επί του σημείου αυτού είναι «αναγκαία για να εκδώσει τη δική του απόφαση» (αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 1981, 126/80, Salonia, Συλλογή 1981, σ. 1563, σκέψη 7, και της 8ης Μαρτίου 2012, C-251/11, Huet, σκέψη 23).
24
Άλλωστε, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, μόνο στον εθνικό δικαστή, ο οποίος έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί, απόκειται να εκτιμήσει, με γνώμονα τις ιδιαιτερότητες της υποθέσεως, τόσο την ανάγκη μιας προδικαστικής αποφάσεως για να μπορέσει να εκδώσει τη δική του απόφαση όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που θέτει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα ερωτήματα που τέθηκαν αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο κατ’ αρχήν οφείλει να απαντήσει (αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2007, C-341/05, Laval un Partneri, Συλλογή 2007, σ. I-11767, σκέψη 45, και της 18ης Μαρτίου 2010, C-317/08 έως C-320/08, Alassini κ.λπ., Συλλογή 2010, σ. I-2213, σκέψη 25).
25
Επιπλέον, εφόσον η οδηγία 98/70 περιέχει διατάξεις που θέτουν περιβαλλοντικές προδιαγραφές σχετικά με τη σύνθεση της βενζίνης και των καυσίμων ντίζελ, των οποίων την ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης σκοπεύει να διασφαλίσει η οδηγία αυτή, και εφόσον το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι παράβαση των διατάξεων αυτών από τη βελγική ρύθμιση θα αντίκειται στην ελευθερία του εμπορίου και της βιομηχανίας καθώς και στις αρχές της ισότητας και της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ζητούμενη από το εν λόγω δικαστήριο ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης προδήλως δεν έχει καμία σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης.
26
Υπό τις συνθήκες αυτές, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
27
Κατ’ αρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όταν ένα ζήτημα ρυθμίζεται με εναρμονισμένο τρόπο στο επίπεδο της Ένωσης, κάθε σχετικό με το εν λόγω ζήτημα εθνικό μέτρο πρέπει να αξιολογείται με γνώμονα τις διατάξεις αυτού του μέτρου εναρμονίσεως (βλ. αποφάσεις της 12ης Οκτωβρίου 1993, C-37/92, Vanacker και Lesage, Συλλογή 1993, σ. I-4947, σκέψη 9· της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C-324/99, DaimlerChrysler, Συλλογή 2001, σ. I-9897, σκέψη 32, και της 30ής Απριλίου 2009, C-132/08, Lidl Magyarország, Συλλογή 2009, σ. I-3841, σκέψεις 42 και 46).
28
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι, με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί στην ουσία να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 3 έως 5 της οδηγίας 98/70 αποκλείουν εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία επιβάλλει στις πετρελαϊκές εταιρίες που θέτουν στην αγορά βενζίνη και/ή καύσιμα ντίζελ να θέτουν στην αγορά, κατά τη διάρκεια του ίδιου ημερολογιακού έτους, επίσης ορισμένη ποσότητα βιοκαυσίμων, υπολογιζόμενη σε ποσοστά επί της συνολικής ποσότητας των εν λόγω προϊόντων που οι εταιρίες αυτές εμπορεύονται σε ετήσια βάση.
29
Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/70, σε συνδυασμό με το παράρτημά της I, καθορίζει, για τη βενζίνη, την ανώτατη οριακή τιμή αιθανόλης σε 10 % v/v.
30
Βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, σε συνδυασμό με το παράρτημα II της ίδιας οδηγίας, η ανώτατη οριακή τιμή για την περιεκτικότητα των καυσίμων ντίζελ σε FAME καθορίζεται, υπό την επιφύλαξη της άδειας που προβλέπεται στην εν λόγω παράγραφο 1, δεύτερο εδάφιο, σε 7 % v/v.
31
Κατά συνέπεια, επιβάλλοντας στις πετρελαϊκές εταιρίες την εμπορία μιας ελάχιστης ποσότητας βιοαιθανόλης και FAME, δηλαδή 4 % v/v της ποσότητας, αντιστοίχως, βενζίνης και καυσίμων ντίζελ που θέτουν στην αγορά, ο νόμος περί υποχρεωτικής αναμείξεως προβλέπει υποχρεωτικά ελάχιστα ποσοστά βιοκαυσίμων κατώτερα από τις ανώτατες οριακές τιμές που προβλέπονται στα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 98/70.
32
Επομένως, τα ποσοστά αυτά είναι σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα 3 και 4 και οι διατάξεις αυτές δεν αποκλείουν ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη.
33
Κατόπιν αυτού, πρέπει να επισημανθεί ότι η οδηγία 98/70 δεν καθορίζει κατώτατες οριακές τιμές για την περιεκτικότητα της βενζίνης και των καυσίμων ντίζελ σε βιοκαύσιμα και ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής, η διάθεση στην αγορά καυσίμων σύμφωνων με τις επιταγές της τελευταίας δεν δύναται να απαγορευθεί, περιοριστεί ή εμποδιστεί.
34
Πάντως, ο νόμος περί υποχρεωτικής αναμείξεως προβλέπει υποχρεωτικά ελάχιστα ποσοστά των βιοκαυσίμων που, κατά το άρθρο του 5, πρέπει να τίθενται στην αγορά κατόπιν αναμείξεως με βενζίνη και καύσιμα ντίζελ.
35
Τα προβλεπόμενα από τον νόμο περί υποχρεωτικής αναμείξεως υποχρεωτικά ελάχιστα ποσοστά βιοκαυσίμων έχουν εφαρμογή όχι για κάθε λίτρο καυσίμου που τίθεται στην αγορά, αλλά για τη συνολική ποσότητα των καυσίμων που γίνονται το αντικείμενο εμπορίας σε ετήσια βάση.
36
Μια τέτοια υποχρέωση είναι ικανή, όπως η γενική εισαγγελέας παρατήρησε στα σημεία 48 έως 52 των προτάσεών της, να περιορίσει την εμπορία καυσίμων σύμφωνων με τις επιταγές της οδηγίας 98/70.
37
Παρά ταύτα, οι διατάξεις της οδηγίας 98/70, και μεταξύ αυτών το άρθρο της 5, δεν δύνανται να ερμηνευθούν ανεξάρτητα από εκείνες των οδηγιών 2003/30 και 2009/28, οι οποίες ήσαν σε ισχύ κατά την ημερομηνία των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης και κατά την υποβολή της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
38
Πράγματι, το γεγονός ότι οι οδηγίες 2009/28 και 2009/30, η τελευταία εκ των οποίων τροποποιεί την οδηγία 98/70, εκδόθηκαν και τέθηκαν σε ισχύ την ίδια ημερομηνία και το γεγονός ότι ανήκουν, μαζί με την οδηγία 2003/30, σε σύνολο μέτρων που προορίζονται να προαγάγουν την παραγωγή και τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δείχνουν ότι ο νομοθέτης της Ένωσης είχε τη βούληση να διασφαλίσει μια αναγκαία συνοχή μεταξύ των οδηγιών αυτών.
39
Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι η οδηγία 2003/30, η οποία, κατά το άρθρο της 1, σκοπό είχε να προαγάγει τη χρήση βιοκαυσίμων για την αντικατάσταση του πετρελαίου ντίζελ ή της βενζίνης στις μεταφορές σε κάθε κράτος μέλος, δεν επέβαλλε στα κράτη μέλη τα μέσα που έπρεπε να εφαρμόσουν για να επιτύχουν τους ενδεικτικούς εθνικούς στόχους που αφορούσε το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, αλλά, εν προκειμένω, άφηνε σε αυτά ελευθερία επιλογής όσον αφορά τη φύση των μέτρων που έπρεπε να ληφθούν (βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C-201/08, Plantanol, Συλλογή 2009, σ. I-8343, σκέψη 35).
40
Έτσι, από την αιτιολογική σκέψη 19 της εν λόγω οδηγίας προκύπτει ότι τα κράτη μέλη διέθεταν διάφορα μέσα για να επιτύχουν τους σκοπούς της, όπως, μεταξύ άλλων, ένα καθεστώς φοροαπαλλαγών, χρηματοοικονομικές ενισχύσεις της μεταποιητικής βιομηχανίας ή τον καθορισμό υποχρεωτικού ποσοστού βιοκαυσίμων για τις πετρελαϊκές εταιρίες (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Plantanol, σκέψη 36).
41
Επομένως, το άρθρο 5 της οδηγίας 98/70, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της οδηγίας 2003/30, δεν απαγόρευε να επιβάλει ένα κράτος μέλος στις πετρελαϊκές εταιρίες να θέτουν στην αγορά του προς πώληση ένα υποχρεωτικό ποσοστό βιοκαυσίμων στις μεταφορές, προκειμένου να επιτευχθούν οι ενδεικτικοί εθνικοί στόχοι που θα είχε καθορίσει σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της τελευταίας οδηγίας.
42
Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται ακόμη περισσότερο αν το εν λόγω άρθρο 5 ερμηνευθεί σε συνδυασμό με τις διατάξεις της οδηγίας 2009/28, η οποία, όπως προκύπτει από την αιτιολογική της σκέψη 9 και από το άρθρο της 1, καθορίζει δεσμευτικούς εθνικούς στόχους σχετικά με το παραγόμενο από ανανεώσιμες πηγές μερίδιο ενέργειας στην κατανάλωση ενέργειας για τις μεταφορές.
43
Εν προκειμένω, η εν λόγω αιτιολογική σκέψη αναφέρει τον στόχο, που επικυρώθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Μάρτιο του 2007, ελάχιστου μεριδίου 10 % βιοκαυσίμων στη συνολική κατανάλωση βενζίνης και πετρελαίου ντίζελ στις μεταφορές, ο οποίος πρέπει να επιτευχθεί μέχρι το 2020 από όλα τα κράτη μέλη, και τούτο με εύλογο κόστος.
44
Ο στόχος αυτός επιβεβαιώνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2009/28, το οποίο ορίζει ότι το 2020 η παραγόμενη από ανανεώσιμες πηγές ενέργεια σε όλες τις μορφές μεταφορών πρέπει να είναι τουλάχιστον ίση με το 10 % της τελικής καταναλώσεως ενέργειας κάθε κράτους μέλους στον τομέα των μεταφορών.
45
Ακριβώς στο πλαίσιο αυτό, η οδηγία 98/70 τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/30 προκειμένου, σύμφωνα με τον στόχο που η τελευταία οδηγία και οι οδηγίες 2003/30 και 2009/28 έχουν θέσει στα κράτη μέλη, αυτά να ορίσουν, μεταξύ άλλων, κατάλληλα επίπεδα μειγμάτων μεταξύ βιοκαυσίμων και ορυκτών καυσίμων, όπως εκείνα που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 3, παράγραφος 2, και 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/70, σε συνδυασμό, αντιστοίχως, με τα παραρτήματα I και II της οδηγίας αυτής.
46
Κατά συνέπεια, εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει υποχρεωτικά ποσοστά βιοκαυσίμων στις πετρελαϊκές εταιρίες προκειμένου να επιτευχθούν οι εθνικοί στόχοι που προβλέπουν οι οδηγίες 2003/30 και 2009/28 δεν δύναται να θεωρηθεί αντίθετη προς τα άρθρα 3 έως 5 της οδηγίας 98/70 όταν τα ποσοστά αυτά είναι σύμφωνα με τις ανώτατες οριακές τιμές που έχει καθορίσει η τελευταία και όταν έχουν εφαρμογή όχι επί κάθε λίτρου καυσίμων που τίθεται στην αγορά, αλλά επί της συνολικής ποσότητας των καυσίμων που οι εταιρίες αυτές εμπορεύονται σε ετήσια βάση.
47
Υπό τις συνθήκες αυτές, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 3 έως 5 της οδηγίας 98/70 δεν αποκλείουν εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία, σύμφωνα με τον στόχο προαγωγής της χρήσεως βιοκαυσίμων στον τομέα των μεταφορών, τον οποίο έχουν θέσει στα κράτη μέλη οι οδηγίες 2003/30, 2009/28 και 2009/30, επιβάλλει στις πετρελαϊκές εταιρίες που θέτουν στην αγορά βενζίνη και/ή καύσιμα ντίζελ να θέτουν στην αγορά, κατά τη διάρκεια του ίδιου ημερολογιακού έτους, αναμειγνύοντας με τα προϊόντα αυτά, επίσης ορισμένη ποσότητα βιοκαυσίμων, όταν η ποσότητα αυτή υπολογίζεται σε ποσοστά επί της συνολικής ποσότητας των εν λόγω προϊόντων που οι εταιρίες αυτές εμπορεύονται σε ετήσια βάση και όταν τα ποσοστά αυτά είναι σύμφωνα με τις ανώτατες οριακές τιμές που έχει καθορίσει η οδηγία 98/70.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
48
Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί στην ουσία να διευκρινιστεί αν το άρθρο 8 της οδηγίας 98/34 επιβάλλει την κοινοποίηση σχεδίου εθνικής ρυθμίσεως υποχρεώνουσας τις πετρελαϊκές εταιρίες που θέτουν στην αγορά βενζίνη και/ή καύσιμα ντίζελ να θέσουν στην αγορά, κατά τη διάρκεια του ίδιου ημερολογιακού έτους, επίσης ορισμένα ποσοστά βιοκαυσίμων.
49
Αποτελεί πάγια νομολογία ότι η οδηγία 98/34 σκοπό έχει, μέσω προληπτικού ελέγχου, να προστατεύσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, η οποία είναι ένα από τα θεμέλια της Ένωσης, και ότι ο έλεγχος αυτός είναι χρήσιμος στο μέτρο που τεχνικοί κανόνες που εμπίπτουν στην οδηγία αυτή δύνανται να αποτελέσουν εμπόδια στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, τα δε εμπόδια αυτά μπορούν να γίνουν δεκτά μόνον αν είναι αναγκαία για να ικανοποιηθούν επιτακτικές ανάγκες που ανάγονται σε σκοπό γενικού συμφέροντος (βλ. αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, C-303/04, Lidl Italia, Συλλογή 2005, σ. I-7865, σκέψη 22· της 15ης Απριλίου 2010, C-433/05, Sandström, Συλλογή 2010, σ. I-2885, σκέψη 42, και της 9ης Ιουνίου 2011, C-361/10, Intercommunale Intermosane και Fédération de l’industrie et du gaz, Συλλογή 2011, σ. Ι-5079, σκέψη 10).
50
Δεδομένου ότι η κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 98/34 υποχρέωση κοινοποιήσεως αποτελεί ουσιώδες μέσο για την πραγματοποίηση του εν λόγω ελέγχου, η αποτελεσματικότητα του τελευταίου θα ενισχυθεί ακόμη περισσότερο αν η οδηγία ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως συνιστά ουσιώδη διαδικαστική πλημμέλεια, ικανή να καταστήσει ανεφάρμοστους τους περί ων πρόκειται τεχνικούς κανόνες, με αποτέλεσμα αυτοί να μη μπορούν να αντιταχθούν στους ιδιώτες (βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Lidl Italia, σκέψη 23, και Sandström, σκέψη 43).
51
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι από το άρθρο 1, σημείο 11, της οδηγίας 98/34 προκύπτει ότι η έννοια του «τεχνικού κανόνα» υποδιαιρείται σε τρεις κατηγορίες, δηλαδή, πρώτον, στην «τεχνική προδιαγραφή» υπό την έννοια του άρθρου 1, σημείο 3, της οδηγίας αυτής, δεύτερον, στην «άλλη απαίτηση», όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 1, σημείο 4, της εν λόγω οδηγίας, και, τρίτον, στην κατά το άρθρο 1, σημείο 11, της ίδιας οδηγίας απαγόρευση κατασκευής, εισαγωγής, εμπορίας ή χρήσεως ενός προϊόντος (βλ. αποφάσεις της 21ης Απριλίου 2005, C-267/03, Lindberg, Συλλογή 2005, σ. I-3247, σκέψη 54, και της 8ης Νοεμβρίου 2007, C-20/05, Schwibbert, Συλλογή 2007, σ. I-9447, σκέψη 34, και προαναφερθείσα απόφαση Intercommunale Intermosane και Fédération de l’industrie et du gaz, σκέψη 11).
52
Ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι διατάξεις του νόμου περί υποχρεωτικής αναμείξεως εμπίπτουν σε μία από τις τρεις αυτές κατηγορίες, πρέπει προηγουμένως να εξεταστεί αν, σε μια κατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, έχει εφαρμογή η υποχρέωση κοινοποιήσεως που προβλέπεται από το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 98/34.
53
Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι, βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 1, τελευταία περίπτωση, της οδηγίας 98/34, το άρθρο της 8 δεν έχει εφαρμογή επί των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων των κρατών μελών με τις οποίες τα τελευταία περιορίζονται να τροποποιήσουν τεχνικό κανόνα υπό την έννοια του άρθρου 1, σημείο 11, της ίδιας οδηγίας, σύμφωνα με αίτηση της Επιτροπής για την εξάλειψη ενός εμποδίου στο εμπόριο.
54
Πάντως, όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης, από τη δικογραφία την οποία έχει υπόψη του το Δικαστήριο προκύπτει ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 98/34, το Βασίλειο του Βελγίου κοινοποίησε, το 2007, στην Επιτροπή σχέδιο ρυθμίσεως εισάγουσας υποχρέωση θέσεως βιοκαυσίμων στην αγορά, το οποίο οδήγησε σε εμπεριστατωμένη γνώμη και σε παρατηρήσεις της Επιτροπής που διατυπώθηκαν βάσει, αντιστοίχως, των άρθρων 9, παράγραφος 2, και 8, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας και αφορούσαν τόσο τα ελάχιστα ποσοστά βιοκαυσίμων που επιβάλλονταν με το σχέδιο αυτό όσο και τα της εφαρμογής τους.
55
Από την εν λόγω δικογραφία προκύπτει επίσης ότι, κατόπιν της εμπεριστατωμένης αυτής γνώμης και των παρατηρήσεων αυτών, το Βασίλειο του Βελγίου κοινοποίησε, το 2009, προσχέδιο νόμου περί υποχρεωτικής αναμείξεως του οποίου οι διατάξεις σχετικά με τα υποχρεωτικά ελάχιστα ποσοστά βιοκαυσίμων και σχετικά με τα της εφαρμογής των ποσοστών αυτών είχαν τροποποιηθεί για να ληφθούν υπόψη η ανωτέρω γνώμη και οι ανωτέρω παρατηρήσεις.
56
Επομένως, υπό τις περιστάσεις αυτές, το Βασίλειο του Βελγίου περιορίστηκε να τροποποιήσει τις διατάξεις ενός σχεδίου ρυθμίσεως, σύμφωνα με αίτηση της Επιτροπής για να εξαλειφθεί ένα εμπόδιο στο εμπόριο, οπότε, βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 1, τελευταία περίπτωση, της οδηγίας 98/34, η κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής υποχρέωση κοινοποιήσεως δεν έχει εφαρμογή επί του σχεδίου νόμου περί υποχρεωτικής αναμείξεως.
57
Υπό τις συνθήκες αυτές, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 8 της οδηγίας 98/34, σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 1, τελευταία περίπτωση, της οδηγίας αυτής, δεν επιβάλλει την κοινοποίηση σχεδίου εθνικής ρυθμίσεως υποχρεώνουσας τις πετρελαϊκές εταιρίες που θέτουν στην αγορά βενζίνη και/ή καύσιμα ντίζελ να θέσουν στην αγορά, κατά τη διάρκεια του ίδιου ημερολογιακού έτους, επίσης ορισμένα ποσοστά βιοκαυσίμων, όταν, αφότου είχε κοινοποιηθεί κατ’ εφαρμογήν του εν λόγω άρθρου 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, το σχέδιο αυτό τροποποιήθηκε για να ληφθούν υπόψη οι σχετικές με αυτό παρατηρήσεις της Επιτροπής και, στη συνέχεια, το κατ’ αυτόν τον τρόπο τροποποιημένο σχέδιο κοινοποιήθηκε σε αυτήν.
Επί των δικαστικών εξόδων
58
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
1)
Τα άρθρα 3 έως 5 της οδηγίας 98/70/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ και την τροποποίηση της οδηγίας 93/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, δεν αποκλείουν εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία, σύμφωνα με τον στόχο προαγωγής της χρήσεως βιοκαυσίμων στον τομέα των μεταφορών, τον οποίο έχουν θέσει στα κράτη μέλη οι οδηγίες 2003/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Μαΐου 2003, σχετικά με την προώθηση της χρήσεως βιοκαυσίμων ή άλλων ανανεώσιμων καυσίμων για τις μεταφορές, 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση της χρήσεως ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30, και 2009/30, επιβάλλει στις πετρελαϊκές εταιρίες που θέτουν στην αγορά βενζίνη και/ή καύσιμα ντίζελ να θέτουν στην αγορά, κατά τη διάρκεια του ίδιου ημερολογιακού έτους, αναμειγνύοντας με τα προϊόντα αυτά, επίσης ορισμένη ποσότητα βιοκαυσίμων, όταν η ποσότητα αυτή υπολογίζεται σε ποσοστά επί της συνολικής ποσότητας των εν λόγω προϊόντων που οι εταιρίες αυτές εμπορεύονται σε ετήσια βάση, και όταν τα ποσοστά αυτά είναι σύμφωνα με τις ανώτατες οριακές τιμές που έχει καθορίσει η οδηγία 98/70, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/30.
2)
Το άρθρο 8 της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφορήσεως στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 1, τελευταία περίπτωση, της εν λόγω οδηγίας, δεν επιβάλλει την κοινοποίηση σχεδίου εθνικής ρυθμίσεως υποχρεώνουσας τις πετρελαϊκές εταιρίες που θέτουν στην αγορά βενζίνη και/ή καύσιμα ντίζελ να θέσουν στην αγορά, κατά τη διάρκεια του ίδιου ημερολογιακού έτους, επίσης ορισμένα ποσοστά βιοκαυσίμων, όταν, αφότου είχε κοινοποιηθεί κατ’ εφαρμογήν του εν λόγω άρθρου 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, το σχέδιο αυτό τροποποιήθηκε για να ληφθούν υπόψη οι σχετικές με αυτό παρατηρήσεις της Επιτροπής και, στη συνέχεια, το κατ’ αυτόν τον τρόπο τροποποιημένο σχέδιο κοινοποιήθηκε σε αυτήν.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy