ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 24ης Μαΐου 2012 ( *1 )
«Περιβάλλον — Απόθεση αποβλήτων — Οδηγία 1999/31/ΕΚ — Ειδικό τέλος επί της αποθέσεως στερεών αποβλήτων — Υπαγωγή του φορέα εκμεταλλεύσεως χώρου υγειονομικής ταφής αποβλήτων στο τέλος αυτό — Λειτουργικές δαπάνες χώρου υγειονομικής ταφής αποβλήτων — Οδηγία 2000/35/ΕΚ — Τόκοι υπερημερίας — Υποχρεώσεις του εθνικού δικαστή»
Στην υπόθεση C-97/11,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Commissione tributaria provinciale di Palermo (Ιταλία) με απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2010, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Φεβρουαρίου 2011, στο πλαίσιο της δίκης
Amia SpA, υπό εκκαθάριση
κατά
Provincia Regionale di Palermo,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-C. Bonichot, πρόεδρο τμήματος, K. Schiemann, L. Bay Larsen, C. Toader και E. Jarašiūnas (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον S. Varone, avvocato dello Stato,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους A. Μαργέλη και A. Aresu,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ζητείται να διευκρινιστεί αν, υπό το πρίσμα της αποφάσεως της 25ης Φεβρουαρίου 2010, C-172/08, Pontina Ambiente (Συλλογή 2010, σ. Ι-1175), το αιτούν δικαστήριο οφείλει να μην εφαρμόσει τις εθνικές διατάξεις οι οποίες κατά την κρίση του είναι αντίθετες προς το άρθρο 10 της οδηγίας 1999/31/ΕΚ του Συμβουλίου, της 26ης Απριλίου 1999, περί υγειονομικής ταφής των αποβλήτων (EE L 182, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 (EE L 284, σ. 1, στο εξής: οδηγία 1999/31), καθώς και προς τα άρθρα 1 έως 3 της οδηγίας 2000/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2000, για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές (EE L 200, σ. 35).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Amia SpA, υπό εκκαθάριση (στο εξής: Amia), και της Provincia Regionale di Palermo με αντικείμενο πράξη εκκαθαρίσεως ειδικού τέλους επί της αποθέσεως στερεών αποβλήτων.
Το νομικό πλαίσιο
Η κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης
3
Το άρθρο 10 της οδηγίας 1999/31 ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όλες οι δαπάνες κατασκευής και λειτουργίας ενός χώρου υγειονομικής ταφής αποβλήτων, στις οποίες περιλαμβάνεται, στο μέτρο του δυνατού, το κόστος της χρηματοοικονομικής ή ισοδύναμης εγγύησης που αναφέρεται στο άρθρο 8, στοιχείο αʹ, [περίπτωση] iv, καθώς και το κατ’ εκτίμηση κόστος της παύσης λειτουργίας του χώρου και της μετέπειτα φροντίδας για το χώρο αυτό για χρονική περίοδο τουλάχιστον τριάντα ετών, καλύπτονται από την τιμή που χρεώνει ο φορέας εκμεταλλεύσεως για τη διάθεση οποιουδήποτε τύπου αποβλήτων στον εν λόγω χώρο. Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουνίου 1990, σχετικά με την ελεύθερη πληροφόρηση για θέματα περιβάλλοντος [(EE L 158, σ. 56)], τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη διαφάνεια κατά τη συλλογή και χρήση όλων των αναγκαίων πληροφοριών σχετικά με το κόστος.»
4
Το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/35 προβλέπει ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται σε όλες τις πληρωμές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής στα πλαίσια εμπορικών συναλλαγών.
5
Κατά το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2000/35, ως «εμπορική συναλλαγή» νοείται κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία οδηγεί στην παράδοση αγαθών ή στην παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής.
6
Το άρθρο 3 της οδηγίας 2000/35, με τίτλο «Τόκος σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής», προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τόκος καθίσταται απαιτητός σε περίπτωση καθυστερήσεως πληρωμής και μπορεί να απαιτηθεί από τον δανειστή που έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νομικές του υποχρεώσεις και δεν έχει λάβει το οφειλόμενο ποσό εγκαίρως, εκτός εάν δεν ευθύνεται ο οφειλέτης για την καθυστέρηση.
Η ιταλική νομοθεσία
7
Ο νόμος 549 της 28ης Δεκεμβρίου 1995, περί μέτρων εξορθολογισμού των δημόσιων οικονομικών (τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 302, της 29ης Δεκεμβρίου 1995, στο εξής: νόμος 549/95), θεσπίζει ειδικό τέλος επί της αποθέσεως στερεών αποβλήτων προκειμένου να προαγάγει τη μείωση της παραγωγής αποβλήτων, καθώς και την ανάκτηση από τα απόβλητα πρώτων υλών και ενέργειας.
8
Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 25, του νόμου 549/95, το γενεσιουργό γεγονός της επιβολής του τέλους αυτού είναι η απόθεση στερεών αποβλήτων.
9
Από το άρθρο 3, παράγραφος 26, του νόμου 549/95 προκύπτει ότι υποκείμενος στο εν λόγω τέλος είναι ο φορέας εκμεταλλεύσεως της επιχειρήσεως της οριστικής αποθηκεύσεως, ο οποίος έχει την υποχρέωση να μετακυλίει το ίδιο αυτό τέλος στον οργανισμό που αποθέτει τα απόβλητα στον χώρο υγειονομικής ταφής αποβλήτων.
10
Το άρθρο 3, παράγραφος 27, του νόμου 549/95 προβλέπει ότι το εν λόγω τέλος οφείλεται στις περιφέρειες.
11
Το άρθρο 3, παράγραφος 30, του νόμου 549/95 προβλέπει ότι ο φορέας εκμεταλλεύσεως υγειονομικής ταφής αποβλήτων οφείλει να καταβάλει το τέλος στην περιφέρεια εντός της οποίας βρίσκεται ο χώρος αποθέσεως. Η καταβολή αυτή πραγματοποιείται εντός του επομένου μήνα από τη λήξη του ημερολογιακού τριμήνου κατά το οποίο πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες αποθέσεως αποβλήτων.
12
Το άρθρο 3, παράγραφος 31, του νόμου 549/95 προβλέπει ότι επιβάλλονται χρηματικές κυρώσεις στον φορέα εκμεταλλεύσεως χώρου υγειονομικής ταφής αποβλήτων σε περίπτωση παραλείψεως ή ανακριβούς καταχωρίσεως των εργασιών αποθέσεως αποβλήτων στον χώρο υγειονομικής ταφής, παραλείψεως υποβολής ή ανακριβούς δηλώσεως και μη καταβολής ή εκπρόθεσμης καταβολής του τέλους.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
13
Η Amia εκμεταλλεύεται χώρο υγειονομικής ταφής αποβλήτων στο Παλέρμο, στην περιοχή Bellolampo, όπου έχει αναλάβει δραστηριότητες διαθέσεως των περιοδικώς αποτιθέμενων αποβλήτων από οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως.
14
Βάσει του νόμου 549/95 και του περιφερειακού νόμου εφαρμογής, η Amia υποχρεούται να καταβάλλει ανά τρίμηνο, στηv Provincia Regionale di Palermo, το ειδικό τέλος επί της αποθέσεως στερεών αποβλήτων και να μετακυλίει το τέλος αυτό στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως οι οποίοι αποθέτουν τα απόβλητά τους στον χώρο υγειονομικής ταφής αποβλήτων.
15
Η Amia προέβη σε μία μόνο μερική καταβολή του οφειλόμενου τέλους για το πρώτο και το δεύτερο τρίμηνο του 2007, ενώ δεν κατέβαλε το οφειλόμενο τέλος για το τρίτο και το τέταρτο τρίμηνο του ίδιου έτους. Υπό τις περιστάσεις αυτές οι αρμόδιες αρχές της Provincia Regionale di Palermo της απηύθυναν πράξη εκκαθαρίσεως για την είσπραξη του μη καταβληθέντος τέλους ύψους 3574205,19 ευρώ, πλέον τόκων, ενώ της επέβαλαν και πρόστιμο ανερχόμενο σε ποσοστό 30 % του ποσού του τέλους αυτού.
16
Στις 22 Μαρτίου 2010, η Amia άσκησε ενώπιον της Commissione tributaria provinciale di Palermo προσφυγή για την ακύρωση της εν λόγω πράξεως εκκαθαρίσεως.
17
Κατά την απόφαση περί παραπομπής, η εκπρόθεσμη καταβολή του τέλους στην υπόθεση της κύριας δίκης συνδέεται στενά με την καθυστέρηση με την οποία οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως οι οποίοι αποθέτουν απόβλητα σε χώρους υγειονομικής ταφής αποβλήτων επιστρέφουν στον φορέα εκμεταλλεύσεως του χώρου αυτού το επίμαχο τέλος. Κατά το αιτούν δικαστήριο, ο νόμος 549/95 θεσπίζει τέλος επί της αποθέσεως των αποβλήτων και ορίζει τις προθεσμίες για την καταβολή του από τον φορέα εκμεταλλεύσεως χώρου υγειονομικής ταφής αποβλήτων, χωρίς όμως να προβλέπει την επιστροφή του τέλους στον εν λόγω φορέα από τον οργανισμό που πραγματοποιεί την απόθεση, εντός ευλόγου προθεσμίας, ούτε προβλέπει αποτελεσματική διαδικασία ώστε να πραγματοποιηθεί η επιστροφή αυτή. Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι ο νόμος 549/95 δεν προβλέπει δυνατότητα του φορέα εκμεταλλεύσεως χώρου υγειονομικής ταφής αποβλήτων να αξιώσει από εκείνον που αποθέτει τα απόβλητα το ποσό της διοικητικής κυρώσεως που του επιβλήθηκε λόγω καθυστερημένης καταβολής του εν λόγω τέλους.
18
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Commissione tributaria di Palermo αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«[Επιβάλλεται], υπό το πρίσμα της [προπαρατεθείσας] αποφάσεως [Pontina Ambiente], να [μην] εφαρμοστεί το άρθρο 3, παράγραφοι 26 και 31, του νόμου 549[/95] […] λόγω αντιθέσεώς του προς το άρθρο 10 της οδηγίας 1999/31, [καθώς και] λόγω αντιθέσεώς του προς τα άρθρα 1 [έως] 3 της οδηγίας 2000/35;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
19
Με το προδικαστικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία να διευκρινιστεί αν, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης και υπό το πρίσμα της προπαρατεθείσας αποφάσεως Pontina Ambiente, επιβάλλεται να μην εφαρμοστούν εθνικές διατάξεις όπως οι επίμαχες, καθώς οι προϋποθέσεις που παρατίθενται στην απόφαση αυτή, οι οποίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως συμμορφούμενες προς το άρθρο 10 της οδηγίας 1999/31 και τα άρθρα 1 έως 3 της οδηγίας 2000/35, δεν πληρούνται.
Επί του παραδεκτού
20
Η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό του προδικαστικού ερωτήματος. Αφενός, το προδικαστικό ερώτημα είναι αλυσιτελές για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο για την εκδίκαση αξιώσεως αναγωγής του φορέα εκμεταλλεύσεως του χώρου υγειονομικής ταφής αποβλήτων στρεφόμενης κατά οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως που απέθεσαν τα απόβλητά τους στον ως άνω χώρο. Η κυβέρνηση αυτή επισημαίνει ότι, βάσει της ιταλικής νομοθεσίας, αρμόδια για την εκδίκαση τέτοιας αξιώσεως είναι τα διοικητικά δικαστήρια. Αφετέρου, το προδικαστικό ερώτημα υποβλήθηκε χωρίς προηγουμένως να εξεταστεί αν οι παρατιθέμενες στην προαναφερθείσα απόφαση Pontina Ambiente προϋποθέσεις πληρούνταν πράγματι στην υπόθεση της κύριας δίκης και, ειδικότερα, αν υπήρχαν ήδη εν γένει ενδεδειγμένα ένδικα μέσα στο ιταλικό δίκαιο.
21
Επιβάλλεται, πάντως, η διαπίστωση ότι από την απόφαση περί παραπομπής, η οποία εκθέτει επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά καθώς και το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, προκύπτει ότι το ερώτημα το οποίο υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, στο οποίο απόκειται να εκτιμήσει την αναγκαιότητά του, είναι προδήλως συνδεόμενο με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης.
22
Ως εκ τούτου, η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή, δεδομένου ότι τα ενδεχόμενα ζητήματα, τα οποία ήγειρε η Ιταλική Κυβέρνηση, σχετικά με την αρμοδιότητα του αιτούντος δικαστηρίου να εκδικάζει αξιώσεις αναγωγής κατά οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως και της υπάρξεως, στο ιταλικό δίκαιο, ένδικων μέσων που πληρούν τις παρατιθέμενες στην προπαρατεθείσα απόφαση Pontina Ambiente προϋποθέσεις δεν ασκούν επιρροή επί του παραδεκτού του ερωτήματος αυτού.
Επί της ουσίας
23
Στην προπαρατεθείσα απόφαση Pontina Ambiente, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 10 της οδηγίας 1999/31 έχει την έννοια ότι δεν εμποδίζει εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία επιβάλλει στον φορέα εκμεταλλεύσεως χώρου υγειονομικής ταφής αποβλήτων την καταβολή τέλους, το οποίο πρέπει να του επιστρέψει ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοικήσεως ο οποίος απέθεσε απόβλητα στον χώρο υγειονομικής ταφής, και η οποία προβλέπει την επιβολή χρηματικών κυρώσεων στον φορέα εκμεταλλεύσεως σε περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής του τέλους αυτού, υπό την προϋπόθεση ωστόσο ότι η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση συνοδεύεται από μέτρα που εξασφαλίζουν ότι το εν λόγω τέλος επιστρέφεται πράγματι και εντός σύντομης προθεσμίας και ότι όλες οι δαπάνες που συνδέονται με την είσπραξη και, ειδικότερα, οι δαπάνες που προκύπτουν από την καθυστέρηση πληρωμής στον φορέα αυτόν εκμεταλλεύσεως των οφειλομένων ποσών του τέλους αυτού από τον εν λόγω οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως, συμπεριλαμβανομένων των χρηματικών κυρώσεων που ενδεχομένως επιβλήθηκαν στον φορέα εκμεταλλεύσεως λόγω της συγκεκριμένης καθυστερήσεως, ενσωματώνονται στην τιμή που πρέπει να καταβάλει ο οργανισμός αυτός τοπικής αυτοδιοικήσεως στον φορέα εκμεταλλεύσεως. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές.
24
Περαιτέρω, το Δικαστήριο έκρινε στην ίδια απόφαση ότι τα άρθρα 1 έως 3 της οδηγίας 2000/35 έχουν την έννοια ότι τα ποσά που οφείλονται στον φορέα εκμεταλλεύσεως χώρου υγειονομικής ταφής αποβλήτων από οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως που απέθεσε απόβλητα στον εν λόγω χώρο, όπως είναι τα ποσά που οφείλονται λόγω επιστροφής τέλους, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας και ότι τα κράτη μέλη πρέπει συνεπώς να διασφαλίζουν ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 αυτής, ο φορέας εκμεταλλεύσεως μπορεί να απαιτήσει τόκο σε περίπτωση καθυστερήσεως πληρωμής των εν λόγω ποσών από τον οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως.
25
Κατά το αιτούν δικαστήριο, οι διατάξεις του νόμου 549/95 δίνουν την εντύπωση, εκ της διαρθρώσεως και της πρακτικής τους εφαρμογής, ότι δεν είναι συμβατές με το άρθρο 10 της οδηγίας 1999/31, καθώς και με τα άρθρα 1 έως 3 της οδηγίας 2000/35.
26
Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το ιταλικό δίκαιο προβλέπει ένδικα μέσα ικανά να εξασφαλίζουν την επιστροφή εντός ευλόγου προθεσμίας από τους χρήστες οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως του συνόλου των δαπανών που βάρυναν τον φορέα εκμεταλλεύσεως χώρου υγειονομικής ταφής αποβλήτων. Επισημαίνει, ειδικότερα, ότι ο φορέας αυτός μπορεί να ασκήσει αξίωση αναγωγής ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, τα οποία έχουν την αποκλειστική αρμοδιότητα εκδικάσεώς της.
27
Κατ’ αρχάς, επιβάλλεται συναφώς η υπόμνηση ότι το ζήτημα αν εθνική διάταξη δεν πρέπει να τύχει εφαρμογής καθόσον αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης εγείρεται μόνο σε περίπτωση κατά την οποία δεν είναι δυνατή καμία σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία της διατάξεως αυτής (απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2012, C-282/10, Dominguez, σκέψη 23).
28
Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, κατά την εφαρμογή του εσωτερικού δικαίου, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να το ερμηνεύουν κατά το μέτρο του δυνατού με γνώμονα το γράμμα και τον σκοπό της επίμαχης οδηγίας, προκειμένου να επιτυγχάνεται το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με την οδηγία αυτή και, κατά συνέπεια, να συμμορφώνονται προς το άρθρο 288, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Η υποχρέωση αυτή σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου είναι πράγματι συμφυής προς το σύστημα της Συνθήκης ΛΕΕ, καθόσον παρέχει στα εθνικά δικαστήρια τη δυνατότητα να διασφαλίζουν, στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας τους, την πλήρη αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης οσάκις αποφαίνονται επί των διαφορών των οποίων έχουν επιληφθεί (προπαρατεθείσα απόφαση Dominguez, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
29
Η αρχή της σύμφωνης ερμηνείας επιβάλλει επίσης στα εθνικά δικαστήρια να πράττουν ό,τι είναι δυνατό εντός των ορίων της δικαιοδοσίας τους, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το δίκαιο αυτό μεθόδους ερμηνείας, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της οικείας οδηγίας και να καταλήγουν σε λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία αυτή (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Dominguez, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
30
Κατά συνέπεια, προτού αποφανθεί υπέρ της μη εφαρμογής εθνικών διατάξεων σε υπόθεση όπως αυτή της κύριας δίκης, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εξετάσει αν μπορεί να καταλήξει σε ερμηνεία του εν λόγω εθνικού δικαίου σύμφωνη προς το γράμμα και τον σκοπό που επιδιώκει η επίμαχη οδηγία, λαμβανομένων υπόψη όχι μόνον των εν λόγω διατάξεων, αλλά και του συνόλου του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το δίκαιο αυτό μεθόδους ερμηνείας.
31
Εκ των ανωτέρω απορρέει ότι, εν προκειμένω, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, προτού αποφανθεί υπέρ της μη εφαρμογής των σχετικών διατάξεων του νόμου 549/95, να εξετάσει, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου, τόσο του ουσιαστικού όσο και του δικονομικού, αν δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να καταλήξει σε ερμηνεία του εθνικού του δικαίου σύμφωνη προς το γράμμα και τον σκοπό που επιδιώκουν οι οδηγίες 1999/31 και 2000/35.
32
Σε περίπτωση κατά την οποία δεν είναι εφικτή μια τέτοια ερμηνεία, πρέπει να εξετασθεί αν το άρθρο 10 της οδηγίας 1999/31 και τα άρθρα 1 έως 3 της οδηγίας 2000/35 έχουν άμεσο αποτέλεσμα και αν, ενδεχομένως, η Amia μπορεί να τα επικαλεσθεί έναντι της Provincia Regionale di Palermo.
33
Συναφώς, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, σε κάθε περίπτωση κατά την οποία οι διατάξεις οδηγίας είναι, από απόψεως του περιεχομένου τους, απαλλαγμένες αιρέσεων και αρκούντως ακριβείς, οι ιδιώτες μπορούν να τις επικαλούνται έναντι του κράτους μέλους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, είτε σε περίπτωση κατά την οποία το κράτος μέλος αυτό παρέλειψε να τις μεταφέρει εμπροθέσμως στην εσωτερική έννομη τάξη είτε σε περίπτωση κατά την οποία τις μετέφερε στην εσωτερική έννομη τάξη πλημμελώς (προπαρατεθείσα απόφαση Dominguez, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
34
Εν προκειμένω, το άρθρο 10 της οδηγίας 1999/31 πληροί τα κριτήρια αυτά, δεδομένου ότι, με σαφείς όρους, επιβάλλει στα κράτη μέλη συγκεκριμένη υποχρέωση αποτελέσματος που δεν υπόκειται σε καμία αίρεση όσον αφορά την εφαρμογή του κανόνα τον οποίο θέτει. Πράγματι, η διάταξη αυτή επιτάσσει τη λήψη μέτρων από τα κράτη μέλη ώστε να εξασφαλίζεται ότι η τιμή που χρεώνεται για τη διάθεση αποβλήτων με τη μέθοδο της υγειονομικής ταφής αποβλήτων να καθορίζεται έτσι ώστε να καλύπτει όλες τις δαπάνες οργανώσεως και λειτουργίας του χώρου υγειονομικής ταφής αποβλήτων (προπαρατεθείσα απόφαση Pontina Ambiente, σκέψη 35).
35
Μολονότι το άρθρο 10 της οδηγίας 1999/31 δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη καμία συγκεκριμένη μέθοδο όσον αφορά τη χρηματοδότηση του κόστους των χώρων υγειονομικής ταφής αποβλήτων, το γεγονός αυτό δεν αναιρεί τον επακριβή και απαλλαγμένο αιρέσεων χαρακτήρα της υποχρεώσεως που θέτει το εν λόγω άρθρο.
36
Όσον αφορά τα άρθρα 1 έως 3 της οδηγίας 2000/35, επισημαίνεται ότι το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής προβλέπει ότι τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τόκος καθίσταται απαιτητός σε περίπτωση καθυστερήσεως πληρωμής και μπορεί να απαιτηθεί από τον δανειστή που έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νομικές του υποχρεώσεις και δεν έχει λάβει το οφειλόμενο ποσό εγκαίρως, εκτός εάν δεν ευθύνεται ο οφειλέτης για την καθυστέρηση αυτή.
37
Αυτή η επιβαλλόμενη στα κράτη μέλη υποχρέωση είναι απαλλαγμένη αιρέσεων και αρκούντως ακριβής ώστε να έχει άμεσο αποτέλεσμα. Εκ του ότι τα ποσά που οφείλονται στον φορέα εκμεταλλεύσεως χώρου υγειονομικής ταφής αποβλήτων από οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως που απέθεσε απόβλητα στον εν λόγω χώρο, όπως είναι τα ποσά που οφείλονται λόγω επιστροφής τέλους, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν οδηγίας 2000/35 συνάγεται ότι μπορεί να απαιτηθεί τόκος από τον οικείο φορέα εκμεταλλεύσεως σε περίπτωση καθυστερήσεως πληρωμής των εν λόγω ποσών που καταλογίζονται στον οργανισμό αυτόν τοπικής αυτοδιοικήσεως (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Pontina Ambiente, σκέψη 48).
38
Δεδομένου ότι το άρθρο 10 της οδηγίας 1999/31 και τα άρθρα 1 έως 3 της οδηγίας 2000/35 πληρούν τις προϋποθέσεις ώστε να έχουν άμεσο αποτέλεσμα, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, δηλαδή όχι μόνο στα εθνικά δικαστήρια αλλά και σε όλα τα όργανα της διοικήσεως, συμπεριλαμβανομένων των οργάνων της αυτοδιοικήσεως και οι αρχές αυτές υποχρεούνται να τα εφαρμόσουν (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 1989, 103/88, Costanzo, Συλλογή 1989, σ. 1839, σκέψεις 30 έως 33, καθώς και της 14ης Οκτωβρίου 2010, C-243/09, Fuß, Συλλογή 2010, σ. Ι-9849, σκέψη 61 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
39
Συνεπώς, αρχή όπως η Provincia Regionale di Palermo περιλαμβάνεται σε εκείνες έναντι των οποίων είναι δυνατή η επίκληση των διατάξεων οδηγίας που μπορούν να έχουν άμεσα αποτελέσματα.
40
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, στη διαφορά της κύριας δίκης, είναι δυνατή η επίκληση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου του άρθρου 10 της οδηγίας 1999/31 και των άρθρων 1 έως 3 της οδηγίας 2000/35 εκ μέρους της Amia έναντι της Provincia Regionale di Palermo.
41
Εναπόκειται, επομένως, στο αιτούν δικαστήριο, εφόσον δεν είναι δυνατή η σύμφωνη [προς το δίκαιο της Ένωσης] ερμηνεία του εθνικού δικαίου, να μην εφαρμόσει στη διαφορά της κύριας δίκης οποιαδήποτε εθνική διάταξη αντίθετη προς το άρθρο 10 της οδηγίας 1999/31 και προς τα άρθρα 1 έως 3 της οδηγίας 2000/35.
42
Κατά συνέπεια, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης:
—
εναπόκειται κατ’ αρχάς στο αιτούν δικαστήριο, προτού αποφανθεί υπέρ της μη εφαρμογής των σχετικών διατάξεων του νόμου 549/95, να εξετάσει, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου, τόσο του ουσιαστικού όσο και του δικονομικού, αν δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να καταλήξει σε ικανή να επιλύσει τη διαφορά της κύριας δίκης ερμηνεία του εθνικού του δικαίου, η οποία να είναι σύμφωνη προς το γράμμα και τον σκοπό που επιδιώκουν οι οδηγίες 1999/31 και 2000/35·
—
εφόσον δεν είναι δυνατή τέτοια ερμηνεία, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να μην εφαρμόσει στη διαφορά της κύριας δίκης οποιαδήποτε εθνική διάταξη αντίθετη προς το άρθρο 10 της οδηγίας 1999/31 και προς τα άρθρα 1 έως 3 της οδηγίας 2000/35.
Επί των δικαστικών εξόδων
43
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
Υπό περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης:
—
εναπόκειται κατ’ αρχάς στο αιτούν δικαστήριο, προτού αποφανθεί υπέρ της μη εφαρμογής των σχετικών διατάξεων του νόμου 549 της 28ης Δεκεμβρίου 1995, περί μέτρων εξορθολογισμού των δημόσιων οικονομικών, να εξετάσει, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου, τόσο του ουσιαστικού όσο και του δικονομικού, αν δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να καταλήξει σε ικανή να επιλύσει τη διαφορά της κύριας δίκης ερμηνεία του εθνικού του δικαίου, η οποία να είναι σύμφωνη προς το γράμμα και τον σκοπό που επιδιώκουν οι οδηγίες 1999/31/ΕΚ του Συμβουλίου, της 26ης Απριλίου 1999, περί υγειονομικής ταφής των αποβλήτων όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, και 2000/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2000, για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές·
—
εφόσον δεν είναι δυνατή τέτοια ερμηνεία, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να μην εφαρμόσει στη διαφορά της κύριας δίκης κάθε εθνική διάταξη αντίθετη προς το άρθρο 10 της οδηγίας 1999/31, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1882/2003, και προς τα άρθρα 1 έως 3 της οδηγίας 2000/35.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy