ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 21ης Ιουνίου 2012 ( *1 )
«Οδηγία 2001/42/ΕΚ — Εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων — Άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ — Διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών»
Στην υπόθεση C-177/11,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, υπoβληθείσα από το Συμβούλιο της Επικρατείας (Ελλάδα) με απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2010, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Απριλίου 2011, στο πλαίσιο της δίκης
Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών
κατά
Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας & Δημοσίων Έργων,
Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών,
Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Prechal, πρόεδρο τμήματος, K. Schiemann (εισηγητή) και E. Jarašiūnas, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 29ης Μαρτίου 2012,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
ο Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών, εκπροσωπούμενος από τη Γ. Π. Γιαννακούρου,
—
ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Χωροταξίας & Δημοσίων Έργων, ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών και ο Υπουργός Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, εκπροσωπούμενοι από τον Φ. Ιατρέλη,
—
η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις Κ. Παρασκευοπούλου και Χ. Διβάνη και τους Γ. Καριψιάδη και Ι. Μπακόπουλο,
—
η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον T. Materne,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον P. Oliver και τις Μ. Πατακιά και S. Petrova,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς την ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (ΕΕ L 197, σ. 30, στο εξής: οδηγία «ESIE», όπου ESIE αρκτικόλεξο του évaluation stratégique des incidences sur l’environnement που σημαίνει στρατηγική εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο αιτήσεως ακυρώσεως που ο Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών, σωματείο που εδρεύει στην Αθήνα, κατέθεσε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας για να ακυρωθεί η κοινή απόφαση 107017 του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας & Δημοσίων Έργων, του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, της 28ης Αυγούστου 2006, με την οποία μεταφέρθηκε στο ελληνικό δίκαιο η οδηγία «ESIE» (ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/28-8-2006, στο εξής: υπουργική απόφαση της 28ης Αυγούστου 2006).
Το νομικό πλαίσιο
Η ρύθμιση της Ένωσης
3
Οι σχετικές εν προκειμένω οδηγίες είναι οι εξής:
—
η οδηγία «ESIE»·
—
η οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ L 206, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2006/105/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006 (ΕΕ L 363, σ. 368, στο εξής: οδηγία «οικότοποι»), και
—
η οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 202), όπως κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 2009/147/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009 (ΕΕ 2010, L 20, σ. 7, στο εξής: οδηγία «πτηνά»).
Η οδηγία «ESIE»
4
Βάσει της δέκατης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας «ESIE», όλα τα σχέδια και προγράμματα για τα οποία κρίθηκε αναγκαία εκτίμηση σύμφωνα με την οδηγία «οικότοποι» ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και κατά κανόνα πρέπει να υποβάλλονται σε συστηματική εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
5
Το άρθρο 3 της οδηγίας «ESIE», το οποίο επιγράφεται «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει:
«1. Πραγματοποιείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως 9, για σχέδια και προγράμματα που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 4, και τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.
2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, πραγματοποιείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων για όλα τα σχέδια και προγράμματα:
α)
τα οποία εκπονούνται για τη γεωργία, δασοπονία, αλιεία, ενέργεια, βιομηχανία, μεταφορές, διαχείριση αποβλήτων, διαχείριση υδάτινων πόρων, τηλεπικοινωνίες, τουρισμό, χωροταξία ή χρήση του εδάφους και τα οποία καθορίζουν το πλαίσιο για μελλοντικές άδειες έργων που απαριθμούνται στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ, ή
β)
για τα οποία, λόγω των συνεπειών που ενδέχεται να έχουν σε ορισμένους τόπους, απαιτείται εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας [“οικότοποι”].
3. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2 σχέδια και προγράμματα που καθορίζουν τη χρήση μικρών περιοχών σε τοπικό επίπεδο και οι ήσσονες τροποποιήσεις των αναφερόμενων στην παράγραφο 2 σχεδίων και προγραμμάτων υποβάλλονται σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων μόνον όταν τα κράτη μέλη αποφασίζουν ότι ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.
4. Τα κράτη μέλη αποφασίζουν αν τα σχέδια και προγράμματα, πλην των αναφερόμενων στην παράγραφο 2, τα οποία καθορίζουν το πλαίσιο για μελλοντικές άδειες έργων, ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.
5. Τα κράτη μέλη αποφασίζουν κατά πόσον τα σχέδια και προγράμματα που αναφέρονται στις ανωτέρω παραγράφους 3 και 4 ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον είτε εξετάζοντας χωριστά κάθε περίπτωση είτε καθορίζοντας συγκεκριμένους τύπους σχεδίων και προγραμμάτων είτε συνδυάζοντας τις δύο αυτές προσεγγίσεις. Προς τον σκοπό αυτό τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη σε κάθε περίπτωση τα κατάλληλα κριτήρια που εκτίθενται στο παράρτημα ΙΙ προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα σχέδια και προγράμματα που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.
[...]»
Η οδηγία «οικότοποι»
6
Το άρθρο 4 της οδηγίας «οικότοποι» ορίζει:
«1. Κάθε κράτος μέλος, βασιζόμενο στα κριτήρια που ορίζονται στο παράρτημα III (στάδιο 1) και στις σχετικές επιστημονικές πληροφορίες, προτείνει έναν κατάλογο τόπων, όπου υποδεικνύεται ποιοι τύποι φυσικών οικοτόπων από τους αναφερόμενους στο παράρτημα I και ποια τοπικά είδη από τα απαριθμούμενα στο παράρτημα II απαντώνται στους εν λόγω τόπους. [...]
[...]
2. Η Επιτροπή, βασιζόμενη στα κριτήρια του παραρτήματος III (στάδιο 2) και στα πλαίσια μιας από τις πέντε βιογεωγραφικές περιοχές που αναφέρονται στο στοιχείο γʹ, σημείο iii, του άρθρου 1 και του συνόλου του εδάφους που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, καταρτίζει, σε συμφωνία με καθένα από τα κράτη μέλη και βάσει των καταλόγων των κρατών μελών, σχέδιο καταλόγου τόπων κοινοτικής σημασίας όπου καθίστανται πρόδηλοι οι τόποι στους οποίους απαντώνται ένας ή περισσότεροι τύποι φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας ή ένα ή περισσότερα είδη προτεραιότητας.
[...]
Ο κατάλογος των τόπων των επιλεγμένων ως τόπων κοινοτικής σημασίας, στον οποίο καταδεικνύονται οι τόποι όπου απαντώνται ένας ή περισσότεροι τύποι φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας ή ένα ή περισσότερα είδη προτεραιότητας καταρτίζεται από την Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 21.
3. Ο προβλεπόμενος στην παράγραφο 2 κατάλογος καταρτίζεται μέσα σε μια εξαετία από την κοινοποίηση της παρούσας οδηγίας.
4. Όταν ένας τόπος κοινοτικής σημασίας, υπ’ αυτή του την ιδιότητα, επιλέχθηκε δυνάμει της διαδικασίας της παραγράφου 2, το οικείο κράτος μέλος ορίζει τον εν λόγω τόπο ως ειδική ζώνη διατήρησης το ταχύτερο δυνατόν και, το αργότερο, μέσα σε μια εξαετία, καθορίζοντας τις προτεραιότητες σε συνάρτηση με τη σημασία των τόπων για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση, σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, ενός τύπου φυσικών οικοτόπων του παραρτήματος I ή ενός είδους του παραρτήματος II και για τη συνεκτικότητα του Natura 2000, καθώς και σε συνάρτηση με τους κινδύνους υποβάθμισης ή καταστροφής που επαπειλούν τους εν λόγω τόπους.
5. Μόλις ένας τόπος εγγραφεί στον κατάλογο του τρίτου εδαφίου της δεύτερης παραγράφου, υπόκειται στις διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 6.»
7
Το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας «οικότοποι» ορίζει:
«Κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησής του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτίμησης των επιπτώσεων στον τόπο και εξαιρουμένης της περίπτωσης των διατάξεων της παραγράφου 4, οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν για το οικείο σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται και, ενδεχομένως, αφού εκφρασθεί πρώτα η δημόσια γνώμη.»
8
Το άρθρο 7 της οδηγίας «οικότοποι» ορίζει:
«Οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από τις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 6 της παρούσας οδηγίας αντικαθιστούν τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την πρώτη πρόταση της παραγράφου 4 του άρθρου 4 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ, όσον αφορά τις ζώνες που χαρακτηρίστηκαν δυνάμει της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ή αναγνωρίστηκαν με ανάλογο τρόπο δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 4 της εν λόγω οδηγίας, τούτο δε από την ημερομηνία θέσης σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας ή από την ημερομηνία της ταξινόμησης ή της αναγνώρισης εκ μέρους ενός κράτους μέλους δυνάμει της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ, εφόσον αυτή είναι μεταγενέστερη.»
Η οδηγία «πτηνά»
9
Το άρθρο 4 της οδηγίας «πτηνά», το οποίο αντικαθιστά επαναλαμβάνοντας κατά πανομοιότυπο τρόπο το άρθρο 4 της οδηγίας 79/409, ορίζει:
«1. Για τα είδη που αναφέρονται στο παράρτημα I προβλέπονται μέτρα ειδικής διατηρήσεως, που αφορούν τον οικότοπό τους, για να εξασφαλισθεί η επιβίωση και η αναπαραγωγή των ειδών αυτών στη ζώνη εξαπλώσεώς τους.
Για τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπόψη:
α)
τα είδη που απειλούνται με εξαφάνιση·
β)
τα είδη που είναι ευπαθή σε ορισμένες μεταβολές των οικοτόπων τους·
γ)
τα είδη που θεωρούνται σπάνια διότι οι πληθυσμοί τους είναι μικροί ή η τοπική τους εξάπλωση περιορισμένη·
δ)
άλλα είδη που έχουν ανάγκη ιδιαίτερης προσοχής, λόγω ιδιοτυπίας του οικοτόπου τους.
Για να πραγματοποιηθούν οι εκτιμήσεις θα ληφθούν υπόψη οι τάσεις και οι μεταβολές των επιπέδων του πληθυσμού.
Τα κράτη μέλη κατατάσσουν κυρίως σε ζώνες ειδικής προστασίας τα εδάφη τα πιο κατάλληλα, σε αριθμό και επιφάνεια, για τη διατήρηση των ειδών αυτών στη γεωγραφική θαλάσσια και χερσαία ζώνη στην οποία έχει εφαρμογή η παρούσα οδηγία.
2. Ανάλογα μέτρα υιοθετούνται από τα κράτη μέλη για τα αποδημητικά είδη που δεν μνημονεύονται στο παράρτημα I, των οποίων η έλευση είναι τακτική, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες προστασίας στη γεωγραφική θαλάσσια και χερσαία ζώνη στην οποία εφαρμόζεται η παρούσα οδηγία, όσον αφορά τις περιοχές αναπαραγωγής, αλλαγής φτερώματος και διαχειμάσεως, και τις ζώνες όπου βρίσκονται οι σταθμοί κατά μήκος των οδών αποδημίας. Για τον σκοπό αυτό τα κράτη μέλη αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στην προστασία των υγροτόπων, και ιδίως όσων έχουν διεθνή σπουδαιότητα.
[...]
4. Τα κράτη μέλη υιοθετούν κατάλληλα μέτρα για να αποφεύγουν, στις ζώνες προστασίας που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2, τη ρύπανση ή την υποβάθμιση των οικοτόπων, καθώς και τις επιζήμιες για τα πτηνά διαταράξεις, όταν αυτές έχουν σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους αντικειμενικούς στόχους του παρόντος άρθρου. [...]»
Η ελληνική ρύθμιση
10
Το άρθρο 1 της υπουργικής αποφάσεως της 28ης Αυγούστου 2006 ορίζει:
«Με την παρούσα απόφαση αποσκοπείται η συμμόρφωση με τις διατάξεις της οδηγίας [“ESIE”] ώστε, στο πλαίσιο μιας ισόρροπης ανάπτυξης, να ενσωματώνεται η περιβαλλοντική διάσταση πριν την υιοθέτηση σχεδίων και προγραμμάτων, με τη θέσπιση των αναγκαίων μέτρων, όρων και διαδικασιών για την αξιολόγηση και εκτίμηση των επιπτώσεων που ενδέχεται να έχουν στο περιβάλλον, και να προωθ[ούνται] έτσι η αειφόρος ανάπτυξη και μία υψηλού επιπέδου προστασία του περιβάλλοντος.»
11
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της υπουργικής αποφάσεως της 28ης Αυγούστου 2006 ορίζει:
«1. Η Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση (ΣΠΕ) πραγματοποιείται πριν από την έγκριση ενός σχεδίου ή προγράμματος ή την έναρξη της σχετικής νομοθετικής διαδικασίας, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, για σχέδια ή προγράμματα εθνικού, περιφερειακού, νομαρχιακού ή τοπικού χαρακτήρα τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και ειδικότερα:
[...]
β)
για όλα τα σχέδια και προγράμματα τα οποία στο σύνολο τους ή εν μέρει εφαρμόζονται σε περιοχές του εθνικού σκέλους του ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου Natura 2000 [Τόποι Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ) και Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ)] και τα οποία ενδέχεται να τις επηρεάσουν σημαντικά. Εξαιρούνται τα σχέδια διαχείρισης και τα προγράμματα δράσης που συνδέονται άμεσα ή είναι απαραίτητα για τη διαχείριση και προστασία των περιοχών αυτών.
Προκειμένου να κριθεί αν τα σχέδια και προγράμματα που αναφέρονται στην ανωτέρω παράγραφο, και δεν αφορούν σχέδια και προγράμματα της παραγράφου αʹ, ενδέχεται να επηρεάσουν σημαντικά περιοχές του εθνικού σκέλους του ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου Natura 2000 [Τόποι Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ) και Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ)], και επομένως αν πρέπει να υποβληθούν σε διαδικασία ΣΠΕ, πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία περιβαλλοντικού προελέγχου του άρθρου 5, παράγραφος 2.»
12
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της υπουργικής αποφάσεως της 28ης Αυγούστου 2006 έχει ως εξής:
«Κάθε σχέδιο ή πρόγραμμα από τα αναφερόμενα στις παραγράφους 1β και 2 του άρθρου 3 υποβάλλεται σε διαδικασία περιβαλλοντικού προελέγχου προκειμένου η αρμόδια αρχή που προβλέπεται στην παράγραφο 3 να κρίνει κατά τους ειδικότερους όρους του άρθρου αυτού αν το εν λόγω σχέδιο ή πρόγραμμα ενδέχεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον [...]»
13
Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι τα άρθρα 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και 5 της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως εξαρτούν την προβλεπόμενη από την οδηγία «ESIE» στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση από «διαδικασία περιβαλλοντικού προελέγχου», έχουσα ως σκοπό να καθοριστεί αν τα περί ων πρόκειται σχέδια και προγράμματα ενδέχεται να επηρεάσουν σημαντικά ειδικές ζώνες διατηρήσεως που ανήκουν στο ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο Natura 2000.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
14
Ο αιτών της κύριας δίκης προέβαλε διάφορους λόγους ακυρώσεως που ανάγονται τόσο στο εσωτερικό δίκαιο όσο και στο δίκαιο της Ένωσης.
15
Όσον αφορά το δίκαιο της Ένωσης, ο αιτών της κύριας δίκης διατείνεται ότι η υπουργική απόφαση της 28ης Αυγούστου 2006 δεν μετέφερε ορθώς την οδηγία «ESIE». Κατ’ αυτόν, από το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι η ευχέρεια των κρατών μελών να καθορίζουν αν σχέδια ή προγράμματα ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον δεν ισχύει όσον αφορά τα σχέδια και προγράμματα της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου 3.
16
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Η διάταξη του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας [“ESIE”], ορίζοντας ότι πραγματοποιείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων για όλα τα σχέδια και προγράμματα “για τα οποία, λόγω των συνεπειών που ενδέχεται να έχουν σε ορισμένους τόπους, απαιτείται εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας [‘οικότοποι’]”, έχει την έννοια ότι εξαρτά την υποχρέωση υπαγωγής συγκεκριμένου σχεδίου σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων από τη συνδρομή, για το σχέδιο αυτό, των προϋποθέσεων υπαγωγής σε περιβαλλοντική εκτίμηση κατά την οδηγία [“ESIE”], και ότι, επομένως, η εν λόγω διάταξη της οδηγίας [“ESIE”] προϋποθέτει και η ίδια, όπως και οι πιο πάνω διατάξεις της οδηγίας [“οικότοποι”], την κατάφαση του ενδεχομένου σημαντικής επιρροής του σχεδίου σε ορισμένη ειδική ζώνη διατήρησης, καταλείποντας τη σχετική ουσιαστική κρίση στα κράτη μέλη; Ή μήπως, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας [“ESIE”], η απαίτηση πραγματοποίησης, κατά τη διάταξη αυτή, εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων δεν εξαρτάται από τη συνδρομή των προϋποθέσεων διενέργειας περιβαλλοντικής εκτίμησης κατά την οδηγία [“οικότοποι”], από την κρίση δηλαδή περί του ενδεχομένου σημαντικών επιπτώσεων σε ειδική ζώνη διατήρησης, αλλά αρκεί η διάγνωση ότι ορισμένο σχέδιο συνδέεται οπωσδήποτε με τόπο προβλεπόμενο στην οδηγία [“οικότοποι”], και μάλιστα όχι κατ’ ανάγκην με ζώνη ειδικής διατήρησης, για να ενεργοποιηθεί η υποχρέωση διενέργειας τέτοιας εκτίμησης;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
17
Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατά βάση να διευκρινιστεί αν το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας «ESIE» έχει την έννοια ότι εξαρτά την υποχρέωση υποβολής συγκεκριμένου σχεδίου σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων κατά την οδηγία αυτή από τη συνδρομή, για το ίδιο σχέδιο, των προϋποθέσεων που καθιστούν αναγκαία την υποβολή του σε εκτίμηση κατά την οδηγία «οικότοποι».
18
Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας «ESIE», στο οποίο επίσης αναφέρεται με την απόφασή του το αιτούν δικαστήριο, δεν έχει εφαρμογή, όπως επιβεβαιώνεται από το γράμμα του, επί των σχεδίων και προγραμμάτων που αφορά το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.
19
Όσον αφορά το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας «ESIE», η διάταξη αυτή επιβάλλει εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων κάθε φορά που εκτίμηση απαιτείται βάσει των άρθρων 6 και 7 της οδηγίας «οικότοποι». Κατά συνέπεια, το πεδίο εφαρμογής των άρθρων αυτών πρέπει να εξεταστεί για να καθοριστεί εκείνο του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας «ESIE».
20
Το άρθρο 4, παράγραφος 5, της οδηγίας «οικότοποι» ορίζει ότι οι τόποι κοινοτικής σημασίας, περιλαμβανομένων των τόπων κοινοτικής σημασίας που έχουν οριστεί από τα κράτη μέλη ως ειδικές ζώνες διατηρήσεως, υπόκεινται στις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας αυτής.
21
Από το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας «οικότοποι», σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 5, της ίδιας οδηγίας, προκύπτει ότι εκτίμηση απαιτείται για κάθε σχέδιο που δεν συνδέεται άμεσα ή δεν είναι αναγκαίο για τη διαχείριση ενός τόπου κοινοτικής σημασίας αλλά, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, είναι δυνατόν να επηρεάσει σημαντικά έναν τέτοιο τόπο.
22
Το άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας «οικότοποι» εξαρτά την υποχρέωση δέουσας εκτιμήσεως των επιπτώσεων ενός σχεδίου από την προϋπόθεση να υπάρχει πιθανότητα ή κίνδυνος το σχέδιο αυτό να επηρεάσει σημαντικά τον περί ου πρόκειται τόπο (απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, C-127/02, Waddenvereniging και Vogelbeschermingsvereniging, Συλλογή 2004, σ. I-7405, σκέψη 43). Η προϋπόθεση αυτή πληρούται όταν δεν δύναται να αποκλειστεί, βάσει αντικειμενικών στοιχείων, ότι το εν λόγω σχέδιο θα επηρεάσει σημαντικά τον περί ου πρόκειται τόπο (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2007, C-418/04, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 2007, σ. I-10947, σκέψη 227).
23
Επομένως, η εξέταση για να εξακριβωθεί αν ένα σχέδιο ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά, υπό την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας «οικότοποι», έναν τόπο αναγκαστικά περιορίζεται στο ζήτημα αν δύναται να αποκλειστεί, βάσει αντικειμενικών στοιχείων, ότι το εν λόγω σχέδιο θα επηρεάσει σημαντικά τον τόπο για τον οποίο πρόκειται. Η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται επίσης όσον αφορά τις ζώνες που αφορά το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας «πτηνά», λαμβανομένης υπόψη της επεκτάσεως στις εν λόγω ζώνες, από το άρθρο 7 της οδηγίας «οικότοποι», του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 3, της τελευταίας οδηγίας.
24
Κατά συνέπεια, στο ερώτημα που τέθηκε πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας «ESIE» έχει την έννοια ότι εξαρτά την υποχρέωση υποβολής συγκεκριμένου σχεδίου σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων από τη συνδρομή, για το ίδιο σχέδιο, των προϋποθέσεων που καθιστούν αναγκαία την υποβολή του σε εκτίμηση κατά την οδηγία «οικότοποι», περιλαμβανομένης της προϋποθέσεως να ενδέχεται το σχέδιο να επηρεάσει σημαντικά τον τόπο για τον οποίο πρόκειται. Η εξέταση για να εξακριβωθεί αν πληρούται η τελευταία προϋπόθεση αναγκαστικά περιορίζεται στο ζήτημα αν δύναται να αποκλειστεί, βάσει αντικειμενικών στοιχείων, ότι το εν λόγω σχέδιο θα επηρεάσει σημαντικά τον τόπο για τον οποίο πρόκειται.
Επί των δικαστικών εξόδων
25
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων, έχει την έννοια ότι εξαρτά την υποχρέωση υποβολής συγκεκριμένου σχεδίου σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων από τη συνδρομή, για το ίδιο σχέδιο, των προϋποθέσεων που καθιστούν αναγκαία την υποβολή του σε εκτίμηση κατά την οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2006/105/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006, περιλαμβανομένης της προϋποθέσεως να ενδέχεται το σχέδιο να επηρεάσει σημαντικά τον τόπο για τον οποίο πρόκειται. Η εξέταση για να εξακριβωθεί αν πληρούται η τελευταία προϋπόθεση αναγκαστικά περιορίζεται στο ζήτημα αν δύναται να αποκλειστεί, βάσει αντικειμενικών στοιχείων, ότι το εν λόγω σχέδιο θα επηρεάσει σημαντικά τον τόπο για τον οποίο πρόκειται.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy