ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα)
της 8ης Μαρτίου 2012 ( *1 )
«Κοινωνική πολιτική — Οδηγία 1999/70/ΕΚ — Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP — Ρήτρα 5, σημείο 1 — Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου — Μέτρα που αποσκοπούν στην αποτροπή της κατάχρησης τέτοιων συμβάσεων — Μετατροπή της τελευταίας συμβάσεως ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου — Υποχρέωση μεταφοράς αυτούσιων των κύριων ρητρών της τελευταίας συμβάσεως ορισμένου χρόνου»
Στην υπόθεση C-251/11,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το tribunal administratif de Rennes (Γαλλία) με απόφαση της 5ης Μαΐου 2011, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Μαΐου 2011, στο πλαίσιο της δίκης
Martial Huet
κατά
Université de Bretagne occidentale,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους U. Lõhmus, πρόεδρο τμήματος, A. Ó Caoimh (εισηγητή) και A. Arabadjiev, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
ο Μ. Huet, εκπροσωπούμενος από τους M. Faguer και V. Lahalle, avocats,
—
η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους G. de Bergues και J. Rossi,
—
η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Szpunar,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. Van Hoof και M. van Beek,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο), η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (ΕΕ L 175, σ. 43).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του M. Huet και του εργοδότη του, του Πανεπιστημίου Δυτικής Βρετάνης (Université de Bretagne occidentale, στο εξής: UBO), με αντικείμενο τους όρους και τις προϋποθέσεις της συμβάσεως εργασίας που συνήψε ο M. Huet με το πανεπιστήμιο αυτό κατόπιν της μετατροπής της τελευταίας του συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Το νομικό πλαίσιο
Η κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης
3
Κατά τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 1999/70, τα υπογράφοντα μέρη θέλησαν να συνάψουν μια συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, όπου θα διαγράφονται οι γενικές αρχές και οι ελάχιστες απαιτήσεις για τις συμβάσεις εργασίας και τις εργασιακές σχέσεις ορισμένου χρόνου.
4
Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 1999/70, η εν λόγω οδηγία αποσκοπεί «στην υλοποίηση της συμφωνίας-πλαισίου […], που εμφαίνεται στο παράρτημα και η οποία συνήφθη […] μεταξύ διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES, UNICE και CEEP)».
5
Το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου ορίζουν τα εξής:
«Τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν ότι οι συμβάσεις αορίστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι, η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων. Αναγνωρίζουν επίσης ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.
Η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων. Η συμφωνία αυτή αναδεικνύει τη βούληση των κοινωνικών εταίρων να θεσπίσουν ένα γενικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προστατεύοντάς τους από τις διακρίσεις, καθώς και για τη χρησιμοποίηση συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε μια βάση αποδοχής από τους εργοδότες και τους εργαζομένους.»
6
Τα σημεία 6 έως 8 και 10 των γενικών παρατηρήσεων της συμφωνίας-πλαισίου έχουν ως ακολούθως:
«6.
εκτιμώντας ότι οι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου αποτελούν τη γενική μορφή εργασιακών σχέσεων και συμβάλλουν στην ποιότητα ζωής των εργαζομένων και βελτιώνουν την απόδοση·
7.
εκτιμώντας ότι η χρήση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου βάσει αντικειμενικών λόγων είναι ένας τρόπος για να προληφθεί η κατάχρηση·
8.
εκτιμώντας ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο της απασχόλησης σε ορισμένους τομείς, επαγγέλματα και δραστηριότητες που μπορεί να εξυπηρετεί και τους εργοδότες και τους εργαζομένους·
[…]
10.
εκτιμώντας ότι η παρούσα συμφωνία παραπέμπει στα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος, και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχιακής φύσης.»
7
Κατά τη ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου, σκοπός αυτής είναι:
«α)
η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της μη διάκρισης·
β)
η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.»
8
Η ρήτρα 2, σημείο 1, της συμφωνίας πλαισίου ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος.»
9
Η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου ορίζει:
«Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.»
10
Η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου, που φέρει τον τίτλο «μέτρα για την αποφυγή κατάχρησης», ορίζει τα εξής:
«1.
Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική, και/ή οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:
α)
αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας·
β)
τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου·
γ)
τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
2.
Τα κράτη μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου:
α)
θεωρούνται “διαδοχικές”·
β)
χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.»
11
Η ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου ορίζει τα εξής:
«Η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επαρκή αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία.»
Η εθνική νομοθεσία
12
Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του νόμου 2005-843, της 26ης Ιουλίου 2005, περί διαφόρων μέτρων μεταφοράς του κοινοτικού δικαίου στη δημόσια διοίκηση, ορίζει:
«Η σύμβαση υπαλλήλου, προσληφθέντος σε μόνιμη θέση, ο οποίος κατά την ημερομηνία δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου έχει ήδη αναλάβει υπηρεσία ή τελεί εν αδεία, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του διατάγματος για το οποίο γίνεται μνεία στο άρθρο 7 του νόμου 84-16 της 11ης Ιανουαρίου 1984, περί του υπηρεσιακού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων, ανανεώνεται σύμφωνα με τους όρους που ορίζονται στο τέταρτο, πέμπτο και έκτο εδάφιο του άρθρου 4 του ίδιου νόμου. Η σύμβαση υπαλλήλου ο οποίος, κατά την ημερομηνία δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου, εργάζεται ήδη επί έξι τουλάχιστον συναπτά έτη δύναται να ανανεωθεί, άμα τη λήξει της, μόνον με ρητή απόφαση και για αόριστο χρόνο. [...]»
13
Το άρθρο 4 του νόμου 84-16 ορίζει:
«Κατά παρέκκλιση από την αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο 3 του τίτλου I του γενικού καθεστώτος, είναι δυνατή η πρόσληψη συμβασιούχων υπαλλήλων στις ακόλουθες περιπτώσεις:
1.
Οσάκις δεν μπορεί να εξασφαλισθεί η εκτέλεση των οικείων καθηκόντων από το μόνιμο προσωπικό·
2.
Για τις θέσεις εργασίας της κατηγορίας A και, προκειμένου για τις αντιπροσωπείες του Κράτους στην αλλοδαπή, για τις θέσεις εργασίας των λοιπών κατηγοριών, οσάκις τούτο δικαιολογείται από τη φύση των καθηκόντων ή τις ανάγκες της υπηρεσίας.
Οι υπάλληλοι που προσλαμβάνονται κατ’ αυτόν τον τρόπο απασχολούνται με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μέγιστης διάρκειας τριών ετών. Οι συμβάσεις αυτές μπορούν να ανανεώνονται με ρητή συμφωνία. Η διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων δεν δύναται να υπερβαίνει τα έξι έτη.
Μετά τη συμπλήρωση της μέγιστης εξαετούς διάρκειας για την οποία γίνεται λόγος στο προηγούμενο εδάφιο, παράταση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται μόνο με ρητή απόφαση και για αόριστο χρόνο. [...]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
14
Ο προσφεύγων της κύριας δίκης κατείχε θέση ερευνητή στο UBO επί έξι συναπτά έτη. Απασχολήθηκε βάσει πολλών διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες ανανεώνονταν αδιάκοπα από την 1η Μαρτίου 2002 έως τη 15η Μαρτίου 2008, και μνημόνευαν όλες ότι αυτός ασκούσε καθήκοντα ερευνητή.
15
Δυνάμει του άρθρου 13 του νόμου 2005-843 και, σύμφωνα με την αίτηση του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, όταν έληξε η τελευταία σύμβαση ορισμένου χρόνου, το UBO του πρότεινε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Η εν λόγω σύμβαση, η οποία υπεγράφη στις 26 Μαρτίου 2008, προέβλεπε, αφενός, ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης θα ασκούσε καθήκοντα βοηθού ερευνητή, ήτοι διαφορετικά καθήκοντα από εκείνα του ερευνητή, και, αφετέρου, ότι οι αποδοχές του θα υπολείπονταν εκείνων που ελάμβανε προηγουμένως βάσει των συμβάσεων ορισμένου χρόνου.
16
Κατά τον προσφεύγοντα της κύριας δίκης, καίτοι η σύμβασή του αορίστου χρόνου μνημονεύει διαφορετικά καθήκοντα από εκείνα που ασκούσε προηγουμένως, εντούτοις, στην πράξη τα καθήκοντά του παρέμειναν αμετάβλητα.
17
Στις 26 Μαΐου 2008, ο προσφεύγων της κύριας δίκης υπέβαλε στο UBO αίτηση περί τροποποιήσεως της συμβάσεώς του εργασίας αορίστου χρόνου προβάλλοντας ως αιτιολογία ότι η σύμβαση αυτή επέφερε υποβάθμιση των καθηκόντων του και μείωση των αποδοχών του.
18
Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με σιωπηρή απορριπτική απόφαση του UBO.
19
Κατόπιν τούτου, ο προσφεύγων της κύριας δίκης άσκησε προσφυγή λόγω υπέρβασης εξουσίας ενώπιον του tribunal administratif de Rennes, ζητώντας, αφενός, να ακυρωθεί η σιωπηρή απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση περί τροποποιήσεως της συμβάσεώς του εργασίας αορίστου χρόνου και, αφετέρου, να τροποποιηθεί η εν λόγω σύμβαση όσον αφορά το επίπεδο των αποδοχών και τη φύση των καθηκόντων.
20
Κατά τον προσφεύγοντα της κύριας δίκης, το άρθρο 13 του νόμου 2005-843 συνεπάγεται υποχρεωτικώς, κατά την ανανέωση για αόριστο χρόνο της τελευταίας συβάσεως ορισμένου χρόνου, τη μεταφορά στη νέα σύμβαση εργασίας αυτούσιων των κύριων ρητρών της τελευταίας συμβάσεως ορισμένου χρόνου.
21
Υπό τις συνθήκες αυτές το tribunal administratif de Rennes αποφάσισε να αναστείλει την εκδίκαση της υποθέσεως και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Στην περίπτωση κατά την οποία το Δημόσιο αποφασίζει να ανανεώσει τη σχέση εργασίας υπαλλήλου που έχει ήδη απασχοληθεί επί έξι έτη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, επιβάλλει, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών της [οδηγίας 1999/70], η προβλεπόμενη από το άρθρο 13 του νόμου της 26ης Ιουλίου 2005 υποχρέωση για σύναψη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου τη μεταφορά στη νέα σύμβαση αυτούσιων των κύριων ρητρών της τελευταίας συμβάσεως, ιδίως δε των σχετικών με τον τίτλο της θέσεως εργασίας και με την αμοιβή;»
Επί του παραδεκτού
22
Ο προσφεύγων της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν έπρεπε να έχει επιληφθεί του υποβληθέντος προδικαστικού ερωτήματος, δεδομένου ότι ουδείς των διαδίκων προέβαλε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου παράβαση της οδηγίας 1999/70 ή άλλου κανόνα του δικαίου της Ένωσης.
23
Ως προς τούτο, πρέπει να υπομνησθεί ότι το γεγονός ότι οι διάδικοι στην κύρια δίκη δεν προέβαλαν, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ζήτημα δικαίου της Ένωσης δεν αποκλείει την προσφυγή του εθνικού δικαιοδοτικού οργάνου στο Δικαστήριο. Προβλέποντας τη δυνατότητα να επιληφθεί προδικαστικώς το Δικαστήριο όταν «ανακύπτει ένα ζήτημα ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους», το άρθρο 267, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δεν σκοπεί να περιορίσει την εν λόγω δυνατότητα προσφυγής μόνο στις περιπτώσεις όπου ο ένας ή ο άλλος διάδικος στην κύρια δίκη έλαβε πρωτοβουλία να προβάλει ζήτημα ερμηνείας ή κύρους του δικαίου της Ένωσης, αλλά καλύπτει εξ ίσου τις περιπτώσεις όπου ένα ζήτημα προβάλλεται από το ίδιο το εθνικό δικαστήριο, το οποίο κρίνει ότι η απόφαση του Δικαστηρίου επ’ αυτού του σημείου είναι «αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως» (απόφαση της 16ης Ιουνίου 1981, 126/80, Salonia, Συλλογή 1981, σ. 1563, σκέψη 7).
24
Το άρθρο 267 ΣΛΕΕ παρέχει στα εθνικά δικαστήρια την ευχέρεια και, ενδεχομένως, τους επιβάλλει την υποχρέωση υποβολής αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, όταν διαπιστώνουν, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων, ότι η ουσία της διαφοράς περιλαμβάνει ζήτημα καλυπτόμενο από το πρώτο εδάφιό του. Τα εθνικά δικαστήρια έχουν ευρύτατη ευχέρεια να απευθύνονται στο Δικαστήριο, όταν κρίνουν ότι η υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν τους θέτει ζητήματα ερμηνείας ή εκτιμήσεως του κύρους διατάξεων του δικαίου της Ένωσης επί των οποίων πρέπει να αποφασίσουν (αποφάσεις της 16ης Ιανουαρίου 1974, 166/73, Rheinmühlen-Düsseldorf, Συλλογή τόμος 1974, σ. 17, σκέψη 3, και της 10ης Ιουλίου 1997, C-261/95, Palmisani, Συλλογή 1997, σ. I-4025, σκέψη 20).
25
Στην προκειμένη περίπτωση, αρκεί η διαπίστωση ότι το αιτούν δικαστήριο έκρινε αναγκαίο να ζητήσει από το Δικαστήριο ερμηνευτικά στοιχεία σχετικά με την οδηγία 1999/70 και τη συμφωνία-πλαίσιο η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα αυτής, προκειμένου να αξιολογήσει τη συμβατότητα προς τη εν λόγω συμφωνία-πλαίσιο μιας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία προβλέπει τη μετατροπή συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες πραγματοποιείται η μετατροπή αυτή.
26
Συνεπώς, η ένσταση που υπέβαλε ο προσφεύγων της κύριας δίκης σχετικά με την υποβολή ερωτήματος στο Δικαστήριο δεν μπορεί να γίνει δεκτή και, επομένως, πρέπει να δοθεί απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
27
Σημειωτέον, προκαταρκτικώς, ότι το υποβληθέν ερώτημα δεν μνημονεύει κάποια συγκεκριμένη διάταξη της οδηγίας 1999/70 ή της συμφωνίας-πλαισίου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα αυτής, της οποίας η ερμηνεία θα ήταν αναγκαία προκειμένου να μπορέσει το αιτούν δικαστήριο να λάβει απόφαση στη διαφορά της κύριας δίκης. Το εν λόγω ερώτημα αναφέρεται αποκλειστικώς και κατά γενικό τρόπο στην οδηγία 1999/70.
28
Κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο εξακολουθεί να έχει το αποκλειστικό δικαίωμα, στην περίπτωση ερωτημάτων που δεν έχουν διατυπωθεί με σαφήνεια, να συνάγει από το σύνολο των στοιχείων που παρέσχε το εθνικό δικαστήριο και από τη δικογραφία της κύριας δίκης τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που χρειάζονται ερμηνεία, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο της διαφοράς (απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2011, C-436/08 και C-437/08, Haribo Lakritzen Hans Riegel και Österreichische Salinen, Συλλογή 2011, σ. I-305, σκέψη 32 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
29
Στην απόφασή του, το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στις ρήτρες 4, σημείο 1, 5 και 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου.
30
Σε ό,τι αφορά τη ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, η οποία απαγορεύει τη δυσμενή μεταχείριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, πρέπει να επισημανθεί ότι η διάταξη αυτή δεν αφορά την προκειμένη περίπτωση. Συγκεκριμένα, όπως παρατήρησε η Γαλλική Κυβέρνηση, ο προσφεύγων της κύριας δίκης δεν προβάλλει διαφορετική μεταχείριση σε σχέση με τους εργαζομένους αορίστου χρόνου του UBO.
31
Ομοίως, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς της κύριας δίκης, ούτε η προβλεπόμενη στη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου ρήτρα περί μη υποβάθμισης αφορά την προκειμένη περίπτωση. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, για να εμπίπτει στην απαγόρευση της ρήτρας αυτής, η προβαλλόμενη υποβάθμιση πρέπει, αφενός, να συνδέεται με την «εφαρμογή» της συμφωνίας-πλαισίου και, αφετέρου, να αφορά το «γενικό επίπεδο προστασίας» των εργαζομένων ορισμένου χρόνου (απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, C-378/07 έως C-380/07, Αγγελιδάκη κ.λπ., Συλλογή 2009, σ. I-3071, σκέψη 126, καθώς και, συναφώς, απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2005, C-144/04, Mangold, Συλλογή 2005, σ. I-9981, σκέψη 52).
32
Εν προκειμένω, ο προσφεύγων της κύριας δίκης δεν ισχυρίσθηκε ότι το γεγονός της μη μεταφοράς στη νέα σύμβασή του αορίστου χρόνου αυτούσιων των κύριων ρητρών της τελευταίας συμβάσεώς του ορισμένου χρόνου συνεπάγεται υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων, όπως απαιτείται από τη ρήτρα αυτή.
33
Υπό το πρίσμα των όσων αναφέρονται στην απόφαση περί παραπομπής και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, του νόμου 2005-843 αποτελεί μέτρο για την αποτροπή καταχρήσεων υπό την έννοια της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί κατά πόσον η τελευταία αυτή ρήτρα έχει την έννοια ότι κράτος μέλος του οποίου η νομοθεσία προβλέπει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου όταν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συμπληρώσουν ορισμένη διάρκεια οφείλει να επιβάλλει, στη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, τη μεταφορά αυτούσιων των κύριων ρητρών που περιλαμβάνονταν στην προγενέστερη σύμβαση.
34
Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, με τη ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιδιώκεται η επίτευξη ενός εκ των σκοπών της συμφωνίας αυτής, και συγκεκριμένα η δημιουργία ορισμένου πλαισίου για τη διαδοχική χρησιμοποίηση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία θεωρείται δυνητική πηγή καταχρήσεων εις βάρος των εργαζομένων, μέσω της θεσπίσεως ορισμένων διατάξεων ελάχιστης προστασίας, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να περιέρχονται οι μισθωτοί σε κατάσταση αβεβαιότητας (βλ. αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, C-212/04, Αδενέλερ κ.λπ., Συλλογή 2006, σ. I-6057, σκέψη 63· Αγγελιδάκη κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 73, καθώς και της 26ης Ιανουαρίου 2012, C-586/10, Kücük, σκέψη 25).
35
Από το δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου, από τα σημεία 6 και 8 των γενικών παρατηρήσεων της εν λόγω συμφωνίας και από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το ευεργέτημα της σταθερότητας της απασχόλησης θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων, ενώ μόνον υπό ορισμένες περιστάσεις μπορούν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να ανταποκριθούν στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων (προπαρατεθείσες αποφάσεις Mangold, σκέψη 64, καθώς και Αδενέλερ κ.λπ., σκέψη 62).
36
Επομένως, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιβάλλει στα κράτη μέλη, προκειμένου να αποτραπεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τη λήψη ενός, τουλάχιστον, πραγματικού και δεσμευτικού μέτρου εξ αυτών που απαριθμούνται σε αυτήν, εφόσον το εθνικό τους δίκαιο δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα μέτρα. Τα τρία, επομένως, μέτρα που απαριθμούνται στο σημείο 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, της εν λόγω ρήτρας αφορούν, αντιστοίχως, την ύπαρξη αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, τη μέγιστη συνολική διάρκεια αυτών των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας και τον αριθμό των ανανεώσεών τους (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Αγγελιδάκη κ.λπ., σκέψεις 74 και 151, καθώς και διάταξη της 1ης Οκτωβρίου 2010, C-3/10, Affatato, σκέψεις 43 και 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
37
Πάντως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 33 της παρούσας αποφάσεως και, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, η μετατροπή μιας συμβάσεως ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου (βλ., ως προς τούτο, απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, C-177/10, Rosado Santana, Συλλογή 2011, σ. I-7909, σκέψεις 41 έως 44). Συγκεκριμένα, στην προκειμένη περίπτωση, η εθνική νομοθεσία βάσει της οποίας το UBO μετέτρεψε την τελευταία σύμβαση ορισμένου χρόνου του προσφεύγοντος της κύριας δίκης σε σύμβαση αορίστου χρόνου εμπίπτει πράγματι στα προληπτικά μέτρα που απαριθμούνται στη ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο βʹ, της συμφωνίας-πλαισίου.
38
Πέραν τούτου, το Δικαστήριο έχει επίσης επανειλημμένως επισημάνει ότι η συμφωνία-πλαίσιο δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη γενική υποχρέωση να προβλέπουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψη 91).
39
Συγκεκριμένα, η ρήτρα 5, σημείο 2, της συμφωνίας-πλαισίου καταλείπει κατ’ αρχήν στα κράτη μέλη το έργο καθορισμού των προϋποθέσεων υπό τις οποίες θεωρείται ότι οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου πρέπει να θεωρούνται ως συναφθείσες για αόριστο χρόνο (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψη 81).
40
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η συμφωνία-πλαίσιο δεν επιβάλλει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να γίνεται χρήση συμβάσεων αορίστου χρόνου.
41
Πρέπει, εξάλλου, να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 1999/70, από το τρίτο εδάφιο του προοιμίου, από τα σημεία 7 έως 10 των γενικών παρατηρήσεων και από τη ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου, αντικείμενο της συμφωνίας αυτής δεν είναι η εναρμόνιση του συνόλου των εθνικών κανόνων περί συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά αποκλειστικώς η εισαγωγή, μέσω του καθορισμού γενικών αρχών και ελάχιστων απαιτήσεων, ενός γενικού πλαισίου για τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, με σκοπό την προστασία τους έναντι διακρίσεων, καθώς και την πρόληψη των καταχρήσεων που προκαλεί η προσφυγή σε διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C-307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. I-7109, σκέψεις 26 και 36, και της 15ης Απριλίου 2008, C-268/06, Impact, Συλλογή 2008, σ. I-2483, σκέψη 111, καθώς και διάταξη της 11ης Νοεμβρίου 2010, C-20/10, Vino, σκέψη 54).
42
Επιβάλλοντας την υποχρέωση πραγματικής και δεσμευτικής υιοθετήσεως τουλάχιστον ενός εκ των μέτρων που απαριθμεί, τα οποία σκοπούν στην αποτροπή της καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, εφόσον η εθνική νομοθεσία δεν προβλέπει ήδη ισοδύναμα μέτρα, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου τάσσει στα κράτη μέλη ένα γενικό σκοπό, συνιστάμενο στην αποτροπή τέτοιων καταχρήσεων, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να επιλέξουν τα μέσα για την επίτευξή του (προπαρατεθείσα απόφαση Impact, σκέψη 70).
43
Ασφαλώς, το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που παρέχει στα κράτη μέλη η συμφωνία-πλαίσιο δεν είναι απεριόριστο, δεδομένου ότι δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να φθάσει μέχρι τη διακύβευση του σκοπού ή της πρακτικής αποτελεσματικότητας της συμφωνίας-πλαισίου (προπαρατεθείσες αποφάσεις Αδενέλερ κ.λπ., σκέψη 82, καθώς και Αγγελιδάκη κ.λπ., σκέψη 155).
44
Όπως επισήμανε σχετικώς η Γαλλική Κυβέρνηση, εάν ένα κράτος μέλος επέτρεπε να συνοδεύεται η μετατροπή συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από ουσιώδεις τροποποιήσεις των κυρίων ρητρών της προηγούμενης συμβάσεως κατά δυσμενή, γενικώς, τρόπο για τον συμβασιούχο υπάλληλο, οσάκις το αντικείμενο και η φύση των καθηκόντων του παραμένουν αμετάβλητα, ενδεχομένως να αποθαρρυνόταν αυτός να συνάψει τη νέα σύμβαση που του προτείνεται με αποτέλεσμα να χάνει το ευεργέτημα της σταθερότητας της απασχόλησης που θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων.
45
Σε κάθε περίπτωση, απόκειται στις αρμόδιες αρχές να εξακριβώσουν, σύμφωνα με τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις και/ή τις πρακτικές σε εθνικό επίπεδο, κατά πόσον οι τροποποιήσεις στις κύριες ρήτρες της επίμαχης στην κύρια δίκη συμβάσεως εργασίας μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ουσιώδεις.
46
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι κράτος μέλος του οποίου η νομοθεσία προβλέπει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου όταν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συμπληρώσουν ορισμένη διάρκεια δεν υποχρεούται να επιβάλλει, στη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, τη μεταφορά αυτούσιων των κύριων ρητρών που περιλαμβάνονται στην προγενέστερη σύμβαση. Σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να μη διακυβευτούν ο σκοπός ή η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 1999/70, το κράτος μέλος αυτό πρέπει να μεριμνήσει ώστε να μη συνοδεύεται η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από ουσιώδεις τροποποιήσεις των ρητρών της προγενέστερης συμβάσεως κατά δυσμενή, γενικώς, τρόπο για τον ενδιαφερόμενο, όταν το αντικείμενο και η φύση των καθηκόντων παραμένουν αμετάβλητα.
Επί των δικαστικών εξόδων
47
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφαίνεται:
Η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, έχει την έννοια ότι κράτος μέλος του οποίου η νομοθεσία προβλέπει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου όταν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συμπληρώσουν ορισμένη διάρκεια δεν υποχρεούται να επιβάλλει, στις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, τη μεταφορά αυτούσιων των κύριων ρητρών που περιλαμβάνονται στις προγενέστερες συμβάσεις. Σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να μη διακυβευτούν ο σκοπός ή η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 1999/70, το κράτος μέλος αυτό πρέπει να μεριμνήσει ώστε να μη συνοδεύεται η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από ουσιώδεις τροποποιήσεις των ρητρών της προγενέστερης συμβάσεως κατά δυσμενή, γενικώς, τρόπο για τον ενδιαφερόμενο, όταν το αντικείμενο και η φύση των καθηκόντων παραμένουν αμετάβλητα.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy