ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 15ης Ιανουαρίου 2014 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως — Εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου με την οποία διαπιστώθηκε παράβαση — Χρηματική ποινή — Αίτημα πληρωμής — Κατάργηση της εθνικής νομοθεσίας η οποία συνιστά την παράβαση — Εκτίμηση εκ μέρους της Επιτροπής των μέτρων που έλαβε το κράτος μέλος προς συμμόρφωση με την απόφαση του Δικαστηρίου — Όρια — Κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ Δικαστηρίου και Γενικού Δικαστηρίου»
Στην υπόθεση C‑292/11 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 8 Ιουνίου 2011,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον P. Hetsch καθώς και από τις P. Costa de Oliveira και M. Heller, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:
η Πορτογαλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους L. Inez Fernandes και J. Arsénio de Oliveira,
καθής πρωτοδίκως,
υποστηριζόμενη από:
την Τσεχική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek και D. Hadroušek,
την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους T. Henze και J. Möller,
την Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τις Α. Σαμώνη-Ράντου και Ι. Πουλή, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
το Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από την N. Díaz Abad,
τη Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους G. de Bergues, A. Adam και J. Rossi, καθώς και από την N. Rouam,
το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τις C. Wissels και M. Noort,
τη Δημοκρατία της Πολωνίας, εκπροσωπούμενη από τους M. Szpunar και B. Majczyna,
το Βασίλειο της Σουηδίας, εκπροσωπούμενο από την A. Falk,
παρεμβαίνοντες στη διαδικασία αναιρέσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, K. Lenaerts, αντιπρόεδρο, A. Tizzano (εισηγητή), R. Silva de Lapuerta, M. Ilešič, E. Juhász, A. Borg Barthet, C. G. Fernlund και J. L. da Cruz Vilaça, προέδρους τμήματος, A. Rosas, Γ. Αρέστη, A. Arabadjiev, C. Toader, E. Jarašiūnas και C. Vajda, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Jääskinen
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Μαρτίου 2013,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Μαΐου 2013,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 29ης Μαρτίου 2011, T-33/09, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2011, σ. II-1429, στο εξής: αναιρεσιβαλλομένη απόφαση), με την οποία το δικαστήριο αυτό ακύρωσε την απόφαση C(2008) 7419 τελικό της Επιτροπής, της 25ης Νοεμβρίου 2008 (στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση), αφορώσα αίτημα καταβολής των χρηματικών ποινών που οφείλονται σε εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 10ης Ιανουαρίου 2008, C-70/06, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (Συλλογή 2008, σ. I-1, στο εξής: απόφαση του 2008).
Ιστορικό της διαφοράς
2
Με την απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2004, C‑275/03, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (στο εξής: απόφαση του 2004), το Δικαστήριο έκρινε ότι «[η] Πορτογαλική Δημοκρατία, παραλείποντας να καταργήσει το νομοθετικό διάταγμα 48051 της 21ης Νοεμβρίου 1967 [στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 48051], που εξαρτά την επιδίκαση αποζημιώσεως σε πρόσωπα που ζημιώνονται λόγω παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου περί συμβάσεων του Δημοσίου ή των εθνικών διατάξεων που μεταφέρουν το δίκαιο αυτό στην εσωτερική έννομη τάξη από την απόδειξη αμέλειας ή δόλου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από […] [την οδηγία] 89/665/ΕΟΚ, του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων [ΕΕ L 395, σ. 33]».
3
Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση αυτή, αποφάσισε να ασκήσει προσφυγή βάσει του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ, λόγω της μη τηρήσεως των υποχρεώσεων που επέβαλλε η απόφαση του 2004.
4
Με την απόφαση του 2008, το Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 16 και 17 της αποφάσεως αυτής, ότι, λαμβανομένου υπόψη του γράμματος του διατακτικού της αποφάσεως του 2004, για να διαπιστωθεί αν η Πορτογαλική Δημοκρατία έλαβε τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως του Δικαστηρίου, έπρεπε να εξετασθεί αν καταργήθηκε το νομοθετικό διάταγμα 48051. Συναφώς, στη σκέψη 19 της αποφάσεως του 2008, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, κατά την εκπνοή της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 13ης Ιουλίου 2005, η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν είχε ακόμη καταργήσει το νομοθετικό διάταγμα 48051. Το Δικαστήριο επισήμανε επίσης, στη σκέψη 36 της ίδιας αποφάσεως, ότι, όπως επιβεβαίωσε ο εκπρόσωπος της Πορτογαλικής Δημοκρατίας κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 5ης Ιουλίου 2007, το νομοθετικό διάταγμα 48051 εξακολουθούσε να ισχύει κατά την ημερομηνία εκείνη.
5
Με την απόφαση του 2008, το Δικαστήριο έκρινε ως εκ τούτου, στο σημείο 1 του διατακτικού, ότι «[η] Πορτογαλική Δημοκρατία, παραλείποντας να καταργήσει το νομοθετικό διάταγμα 48051 […], δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως [του 2004], και κατά τούτο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 228, παράγραφος 1, ΕΚ».
6
Με το σημείο 2 του διατακτικού της αποφάσεως του 2008, το Δικαστήριο υποχρέωσε «την Πορτογαλική Δημοκρατία να καταβάλει στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στον λογαριασμό “Ίδιοι πόροι της Ευρωπαϊκής Κοινότητας”, χρηματική ποινή 19392 ευρώ ανά ημέρα καθυστερήσεως στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για τη συμμόρφωση με την απόφαση [του 2004], από της δημοσιεύσεως της παρούσας αποφάσεως μέχρις εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως [του 2004]».
7
Στις 31 Δεκεμβρίου 2007, ήτοι μερικές ημέρες πριν τη δημοσίευση της αποφάσεως του 2008, η Πορτογαλική Δημοκρατία εξέδωσε τον νόμο 67/2007, περί του καθεστώτος εξωσυμβατικής αστικής ευθύνης του κράτους και των λοιπών φορέων του δημόσιου τομέα (Diário da República, 1η σειρά, αριθ. 251, της 31ης Δεκεμβρίου 2007, σ. 9117, στο εξής: νόμος 67/2007), ο οποίος διέπει, ιδίως, τις ζημίες που έχουν προκληθεί από την άσκηση των νομοθετικών, δικαστικών και διοικητικών καθηκόντων. Ο νόμος αυτός, το άρθρο 5 του οποίου καταργεί το νομοθετικό διάταγμα 48051, άρχισε να ισχύει στις 30 Ιανουαρίου 2008.
8
Στις 28 Ιανουαρίου 2008, κατά τη διάρκεια συναντήσεως των εκπροσώπων της Επιτροπής με τους εκπροσώπους της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, οι εκπρόσωποι της Πορτογαλικής Δημοκρατίας υποστήριξαν ότι, με τη θέσπιση του νόμου 67/2007, με τον οποίο καταργήθηκε το νομοθετικό διάταγμα 48051, το κράτος μέλος αυτό είχε λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως του 2004 και ότι, κατά συνέπεια, τα μόνα ποσά τα οποία βάρυναν την Πορτογαλική Δημοκρατία ήταν τα οφειλόμενα για το διάστημα από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως του 2008, ήτοι από τις 10 Ιανουαρίου 2008, μέχρι την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του νόμου 67/2007, ήτοι την 30ή Ιανουαρίου 2008. Αντιθέτως, η Επιτροπή υποστήριξε κατ’ ουσίαν ότι ο νόμος αυτός δεν αποτελούσε μέτρο για την προσήκουσα και πλήρη εκτέλεση της αποφάσεως του 2004.
9
Στις 15 Ιουλίου 2008, η Επιτροπή απηύθυνε στην Πορτογαλική Δημοκρατία έγγραφο με το οποίο έκρινε ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν είχε λάβει ακόμη όλα τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως του 2004 και ως εκ τούτου ζήτησε την καταβολή ποσού 2753664 ευρώ ως χρηματική ποινή οφειλόμενη προς εκτέλεση της αποφάσεως του 2008 για το διάστημα από τις 10 Ιανουαρίου έως τις 31 Μαΐου 2008.
10
Στις 4 Αυγούστου 2008, η Πορτογαλική Δημοκρατία απάντησε στο ως άνω έγγραφο της Επιτροπής. Επανέλαβε την άποψή της ότι ο νόμος 67/2007 ήταν σύμφωνος με την απόφαση του 2004 και δήλωσε ότι είχε ωστόσο δεχθεί να θεσπίσει τον νόμο 31/2008, της 17ης Ιουλίου 2008, για την τροποποίηση του νόμου 67/2007 (στο εξής: νόμος 31/2008), προκειμένου να αποτρέψει τη διαιώνιση της διαφοράς όσον αφορά την ερμηνεία που έπρεπε να δοθεί στον νόμο 67/2007.
11
Με την προσβαλλομένη απόφαση, η Επιτροπή έκρινε, κατ’ ουσίαν, αφενός, ότι ο νόμος 67/2007 δεν συνιστούσε προσήκουσα εκτέλεση της αποφάσεως του 2004 και, αφετέρου, ότι, από τις 18 Ιουλίου 2008, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του νόμου 31/2008, η Πορτογαλική Δημοκρατία είχε εν τέλει εκτελέσει την απόφαση αυτή. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την πρόσκληση πληρωμής της χρηματικής ποινής που περιελάμβανε το από 15 Ιουλίου 2008 έγγραφό της και, επιπλέον, ζήτησε την καταβολή πρόσθετου ποσού 911424 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουνίου έως 17 Ιουλίου 2008.
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση
12
Η Πορτογαλική Δημοκρατία άσκησε προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου με αίτημα την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
13
Στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε προκριματικώς την αρμοδιότητά του να εκδικάσει την προσφυγή αυτή.
14
Προς τούτο, υπενθύμισε, κατ’ αρχάς, στη σκέψη 62 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι στην Επιτροπή εναπόκειται να εισπράττει τα ποσά που οφείλονται υπέρ του προϋπολογισμού της Ένωσης προς εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου, εκδοθείσας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ, η οποία επιβάλλει χρηματικές κυρώσεις σε κράτος μέλος.
15
Στη συνέχεια επισήμανε, στις σκέψεις 63 έως 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, στο μέτρο που η Συνθήκη ΕΚ δεν προβλέπει ειδική διάταξη για τη διευθέτηση των διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ κράτους μέλους και της Επιτροπής κατόπιν μιας τέτοιας αποφάσεως επιβολής κυρώσεων, μπορούν να ασκηθούν τα προβλεπόμενα από τη Συνθήκη ΕΚ ένδικα βοηθήματα. Συνεπώς, κατά το Γενικό Δικαστήριο, η απόφαση με την οποία η Επιτροπή καθορίζει το ποσό το οποίο οφείλει το κράτος μέλος ως χρηματική ποινή στην καταβολή της οποίας υποχρεώθηκε από το Δικαστήριο είναι δεκτική προσφυγής ακυρώσεως, υπό την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι είναι αρμόδιο να επιληφθεί τέτοιας προσφυγής, βάσει του άρθρου 225, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΕΚ.
16
Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε, στις σκέψεις 66 και 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι με την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής δεν επιτρέπεται να υπεισέλθει στην αποκλειστική αρμοδιότητα την οποία επιφυλάσσουν στο Δικαστήριο τα άρθρα 226 ΕΚ και 228 ΕΚ και, ως εκ τούτου, να αποφανθεί επί ζητήματος το οποίο άπτεται της εκ μέρους του κράτους μέλους παραβάσεως των υποχρεώσεων που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και το οποίο δεν έχει επιλυθεί προηγουμένως από το Δικαστήριο.
17
Βάσει αυτών των προκριματικών σκέψεων, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, πρώτον, στις σκέψεις 68 και 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στηριζόμενο στο περιεχόμενο του διατακτικού της αποφάσεως του 2004, υπό το πρίσμα του σκεπτικού που ανέπτυξε το Δικαστήριο στις σκέψεις 16 έως 19 της αποφάσεως του 2008, ότι αρκούσε να καταργήσει η Πορτογαλική Δημοκρατία το νομοθετικό διάταγμα 48051 προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση του 2004 και ότι η χρηματική ποινή οφειλόταν μέχρι την ημερομηνία της εν λόγω καταργήσεως.
18
Εντεύθεν συνήγαγε, στις σκέψεις 71 και 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε προς το διατακτικό της αποφάσεως του 2008, κρίνοντας, αφενός, ότι η έκδοση του νόμου 67/2007, με τον οποίο καταργήθηκε το εν λόγω νομοθετικό διάταγμα, δεν συνιστούσε προσήκουσα εκτέλεση της αποφάσεως του 2004 και, αφετέρου, ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία συμμορφώθηκε προς την απόφαση αυτή μόνον από τις 18 Ιουλίου 2008, ημερομηνία της ενάρξεως ισχύος του νόμου 31/2008. Για τον λόγο αυτόν, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η προσβαλλομένη απόφαση έπρεπε να ακυρωθεί.
19
Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, στις σκέψεις 80 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το επιχείρημα της Επιτροπής ότι, με τις αποφάσεις του 2004 και του 2008, το Δικαστήριο απαίτησε από την Πορτογαλική Δημοκρατία, προκειμένου να παύσει την παράβαση που διαπιστώθηκε με την πρώτη από τις δύο αυτές αποφάσεις, όχι απλώς να καταργήσει το νομοθετικό διάταγμα 48051, αλλά, γενικότερα, να εναρμονίσει την εθνική νομοθεσία προς τις επιταγές της οδηγίας 89/665. Συνεπώς, κατά την Επιτροπή, η προσαπτομένη παράβαση συνεχιζόταν καθ’ όλο το διάστημα κατά το οποίο, στο πορτογαλικό εσωτερικό δίκαιο, η επιδίκαση αποζημιώσεως στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν από παραβίαση του δικαίου της Ένωσης προϋπέθετε την απόδειξη αμελείας ή δόλου.
20
Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 81 και 82 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η εκ μέρους της Επιτροπής άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως των μέτρων τα οποία ένα κράτος μέλος έχει λάβει προς εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου επιβάλλουσας χρηματική ποινή δεν πρέπει να θίγει τα δικονομικά δικαιώματα των κρατών μελών που απορρέουν από τη διαδικασία του άρθρου 226 ΕΚ ούτε την αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφαίνεται επί του συμβατού εθνικής νομοθεσίας με το δίκαιο της Ένωσης.
21
Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο καθορισμός των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των κρατών μελών και η εκτίμηση της συμπεριφοράς τους δεν μπορούν παρά να προκύπτουν από απόφαση του Δικαστηρίου, βάσει των άρθρων 226 ΕΚ έως 228 ΕΚ.
22
Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 89 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να αποφασίσει, στο πλαίσιο του ελέγχου της εκτελέσεως της αποφάσεως του 2008, ότι ο νόμος 67/2007 δεν ήταν σύμφωνος με το δίκαιο της Ένωσης και στη συνέχεια να αντλήσει εντεύθεν τις συνέπειες για τον υπολογισμό της χρηματικής ποινής που επέβαλε το Δικαστήριο. Στην ίδια σκέψη προσέθεσε ότι, στο μέτρο που η Επιτροπή έκρινε ότι το νομικό καθεστώς το οποίο εισήγαγε ο νέος νόμος δεν αποτελούσε ορθή μεταφορά της οδηγίας 89/665, όφειλε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 226 ΕΚ.
23
Τρίτον, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το γεγονός ότι έχει χορηγηθεί στην Επιτροπή ευρύτερο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την εκτίμηση των μέτρων εκτελέσεως αποφάσεως εκδοθείσας δυνάμει του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ έχει ως συνέπεια, σε περίπτωση προσβολής από κράτος μέλος μιας εκτιμήσεως της Επιτροπής βαίνουσας πέραν των οριζομένων στο διατακτικό της αποφάσεως του Δικαστηρίου, να πρέπει αφεύκτως το Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί του συμβατού εθνικής νομοθεσίας με το δίκαιο της Ένωσης. Μια τέτοια εκτίμηση όμως εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου και όχι του Γενικού Δικαστηρίου.
24
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε την προσφυγή της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και ακύρωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
25
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση·
—
να αποφανθεί αμετακλήτως επί των ζητημάτων που αποτελούν το αντικείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και να απορρίψει την προσφυγή ακυρώσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, και
—
να καταδικάσει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
26
Η Πορτογαλική Δημοκρατία ζητεί να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα τόσο του πρώτου βαθμού όσο και της αναιρετικής διαδικασίας.
27
Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Οκτωβρίου 2011, επετράπη στην Τσεχική Δημοκρατία, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στην Ελληνική Δημοκρατία, στο Βασίλειο της Ισπανίας, στη Γαλλική Δημοκρατία, στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών, στη Δημοκρατία της Πολωνίας και στο Βασίλειο της Σουηδίας να παρέμβουν υπέρ της Πορτογαλικής Δημοκρατίας.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, που αφορά τις αρμοδιότητες της Επιτροπής και του Γενικού Δικαστηρίου, αντιστοίχως
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
28
Η Επιτροπή αμφισβητεί, κατ’ ουσίαν, την ερμηνεία την οποία ανέπτυξε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 82 έως 89 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία η εκτίμηση του περιεχομένου μιας νέας νομοθεσίας θεσπισθείσας από κράτος μέλος προς εκτέλεση αποφάσεως την οποία εξέδωσε το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ εμπίπτει εν πάση περιπτώσει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου και θα έπρεπε, σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ της Επιτροπής και του εν λόγω κράτους μέλους, να αποτελέσει αντικείμενο νέας διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ.
29
Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο, δεχόμενο την ερμηνεία αυτή, περιόρισε εσφαλμένως τόσο τις αρμοδιότητες της Επιτροπής στο πλαίσιο της εισπράξεως των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ όσο και τις δικές του αρμοδιότητες δικαστικού ελέγχου των πράξεων της Επιτροπής.
30
Πρώτον, αποκλείοντας, στις σκέψεις 87 έως 89 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τη δυνατότητα της Επιτροπής να εκτιμήσει το περιεχόμενο του νόμου 67/2007, προκειμένου να ελέγξει αν η Πορτογαλική Δημοκρατία εκτέλεσε ορθώς την απόφαση του 2004 και ως εκ τούτου έπαυσε την παράβαση, το Γενικό Δικαστήριο περιόρισε εσφαλμένως τις αρμοδιότητες της Επιτροπής, στο πλαίσιο εκτελέσεως του προϋπολογισμού της ΕΕ και διασφαλίσεως της πρακτικής αποτελεσματικότητας της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, σε έναν απλό «αμιγώς τυπικό έλεγχο» προκειμένου να κριθεί αν το νομοθετικό διάταγμα 48051 καταργήθηκε ή όχι. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την άποψη αυτή, όταν εξετάζει αν τα μέτρα που έλαβε το οικείο κράτος μέλος συνιστούν συμμόρφωσή του προς απόφαση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή πρέπει να περιορίζεται στη διαπίστωση ότι το εν λόγω κράτος έλαβε νέα μέτρα, χωρίς να διενεργεί έλεγχο προκειμένου να εξακριβώσει συγκεκριμένα αν τα εν λόγω μέτρα είναι πρόσφορα για την εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως.
31
Επιπλέον, σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ της Επιτροπής και κράτους μέλους ως προς το αν η νομοθεσία που έχει θεσπίσει το κράτος μέλος αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη συμμόρφωσή του προς δικαστική απόφαση εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, αν δεν επιτρεπόταν στην Επιτροπή να εξετάσει τη νομοθεσία αυτή προκειμένου να βεβαιωθεί ότι ανταποκρίνεται στις επιταγές του Δικαστηρίου και αν, ως εκ τούτου, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, να ασκήσει εκ νέου, ενώπιον του Δικαστηρίου, προσφυγή του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, προκειμένου να υποβάλει τις νέες διατάξεις στον έλεγχό του, θα διακυβευόταν η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών διαπιστώσεως παραβάσεως και ειδικότερα της χρηματικής ποινής.
32
Δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι κακώς περιορίστηκε η αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου ως προς τον έλεγχο της Επιτροπής στο πλαίσιο της εξακριβώσεως της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως.
33
Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει την εκ μέρους της Επιτροπής εκτίμηση της νέας νομοθεσίας την οποία θέσπισε η Πορτογαλική Δημοκρατία προκειμένου να ελέγξει συγκεκριμένα αν, με την προσβαλλομένη απόφαση, το εν λόγω θεσμικό όργανο παρέμεινε πράγματι εντός του πλαισίου του αντικειμένου της παραβάσεως και δεν υπέπεσε σε πλάνη κατά την εκτίμηση της συνεχίσεως της παραβάσεως.
34
Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο περιορίστηκε στη διενέργεια ενός «αμιγώς τυπικού» ελέγχου, διαπιστώνοντας απλώς, στη σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η νομική κατάσταση του οικείου κράτους μέλους, η οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν ήταν σύμφωνη προς την οδηγία 89/665, είχε μεταβληθεί, απλώς και μόνον κατόπιν της εκδόσεως ενός νέου νόμου και συγκεκριμένα του νόμου 67/2007, ο οποίος περιέχει «ουσιαστικές τροποποιήσεις» σε σχέση με το προγενέστερο, απορρέον από το νομοθετικό διάταγμα 48051, καθεστώς, τούτο δε ανεξαρτήτως του ζητήματος αν το μέτρο αυτό ήταν ικανό να θέσει τέρμα, κατά τρόπο αποτελεσματικό, στην παράβαση την οποία διαπίστωσε το Δικαστήριο.
35
Αν όμως επιτραπεί στο Γενικό Δικαστήριο να περιορίσει κατά τον τρόπο αυτό την εξουσία του ελέγχου, γίνεται κατ’ ουσία δεκτό ότι κάθε νέο μέτρο το οποίο λαμβάνει κράτος μέλος κατόπιν της εκδόσεως αποφάσεως του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ συνεπάγεται, κατ’ ανάγκην, την υποχρέωση να κινείται πάντοτε νέα διαδικασία λόγω παραβάσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 258 ΣΛΕΕ. Μια τέτοια λύση, εκτός του ότι ενδέχεται να διακυβεύσει την αποτελεσματικότητα των εν λόγω διατάξεων, θα ήταν, εν πάση περιπτώσει, αντίθετη στη λογική των διαδικασιών διαπιστώσεως παραβάσεως.
36
Η Πορτογαλική Δημοκρατία αμφισβητεί την επιχειρηματολογία αυτή της Επιτροπής.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
37
Κατά το άρθρο 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, αν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι κράτος μέλος έχει παραβεί εκ της Συνθήκης υποχρέωσή του, το κράτος αυτό οφείλει να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
38
Κατά την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, αν η Επιτροπή κρίνει ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν έλαβε τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο, προκειμένου να υποχρεωθεί το κράτος αυτό να καταβάλει κατ’ αποκοπήν ποσό και/ή χρηματική ποινή.
39
Αντιθέτως προς τη διαδικασία που θεσπίζεται με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, η οποία αποσκοπεί στη διαπίστωση της συμπεριφοράς κράτους μέλους που συνιστά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης και την παύση της παραβάσεως αυτής (βλ. αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 15/76 και 16/76, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 141, σκέψη 27, καθώς και της 6ης Δεκεμβρίου 2007, C-456/05, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2007, σ. I-10517, σκέψη 25), το αντικείμενο της διαδικασίας του άρθρου 260 ΣΛΕΕ είναι πολύ πιο περιορισμένο και αποσκοπεί απλώς στο να ωθήσει το κράτος μέλος που δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του να εκτελέσει απόφαση με την οποία διαπιστώνεται παράβαση (αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 2005, C-304/02, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2005, σ. I-6263, σκέψη 80, και της 21ης Σεπτεμβρίου 2010, C-514/07 P, C-528/07 P και C-532/07 P, Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής, Συλλογή 2010, σ. I-8533, σκέψη 119).
40
Κατά συνέπεια, η δεύτερη αυτή διαδικασία πρέπει να θεωρηθεί ως ειδική ένδικη διαδικασία εκτελέσεως των αποφάσεων του Δικαστηρίου, δηλαδή ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως (απόφαση της 12ης Ιουλίου 2005, C-304/02, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2005, σ. I-6263, σκέψη 92). Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής μπορούν να εξετασθούν μόνον οι παραβάσεις των υποχρεώσεων που υπέχει το κράτος μέλος από τη Συνθήκη ΛΕΕ τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε, βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, ως αποδειχθείσες (απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C-457/07, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, Συλλογή 2009, σ. I-8091, σκέψη 47).
41
Κατά μείζονα λόγο, όταν το Δικαστήριο υποχρεώνει το οικείο κράτος μέλος να καταβάλει χρηματική ποινή, ο εκ μέρους της Επιτροπής έλεγχος των μέτρων που έλαβε το κράτος μέλος αυτό προκειμένου να συμμορφωθεί με μια τέτοια απόφαση και η είσπραξη των ποσών που οφείλονται κατ’ εφαρμογήν των επιβληθεισών κυρώσεων πρέπει να διενεργούνται λαμβανομένης υπόψη της οριοθετήσεως της παραβάσεως στην οποία προέβη το Δικαστήριο με τις αποφάσεις που εξέδωσε βάσει των άρθρων 258 ΣΛΕΕ και 260 ΣΛΕΕ.
42
Εν προκειμένω, τόσο από το διατακτικό της αποφάσεως του 2004 όσο και από το διατακτικό της αποφάσεως του 2008 προκύπτει ότι η διαπιστωθείσα από το Δικαστήριο παράβαση αφορά την παράλειψη καταργήσεως του νομοθετικού διατάγματος 48051, το οποίο εξαρτούσε την επιδίκαση αποζημιώσεως σε πρόσωπα που έχουν ζημιωθεί λόγω παραβιάσεως του περί δημοσίων συμβάσεων δικαίου της Ένωσης από την απόδειξη αμελείας ή δόλου.
43
Προς εκτέλεση της αποφάσεως του 2004, η Πορτογαλική Δημοκρατία εξέδωσε τον νόμο 67/2007. Ο νόμος αυτός, ο οποίος άρχισε να ισχύει μερικές ημέρες μετά την έκδοση της αποφάσεως του 2008, κατάργησε το νομοθετικό διάταγμα 48051.
44
Αφού εξέτασε τον εν λόγω νόμο, η Επιτροπή έκρινε εντούτοις ότι δεν ήταν σύμφωνος με το δίκαιο της Ένωσης και, ως εκ τούτου, δεν διασφάλιζε την προσήκουσα εκτέλεση της αποφάσεως του 2004.
45
Εντεύθεν ανέκυψε διαφορά μεταξύ του εν λόγω θεσμικού οργάνου και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, αφορώσα το νομικό περιεχόμενο και την ερμηνεία του νόμου 67/2007, η οποία κατέληξε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία η Επιτροπή, στηριζόμενη ακριβώς στη δική της ερμηνεία των αποτελεσμάτων του νόμου αυτού, υπολόγισε το ποσό της χρηματικής ποινής που επέβαλε το Δικαστήριο.
46
Κατά τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή αποφάνθηκε επί του ζητήματος του συμβατού του νόμου 67/2007 με την οδηγία 89/665, ενώ, όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 83 έως 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο νόμος αυτός θέσπισε ένα καθεστώς ευθύνης διαφορετικό εκείνου που θεσπίσθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 48051 και το οποίο ήταν αδύνατον να έχει εξετασθεί προηγουμένως από το Δικαστήριο.
47
Αληθεύει βεβαίως ότι, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο πλαίσιο της εκτελέσεως αποφάσεως του Δικαστηρίου με την οποία επιβάλλεται χρηματική ποινή σε κράτος μέλος, η Επιτροπή πρέπει να είναι σε θέση να εκτιμήσει τα μέτρα που το κράτος μέλος έλαβε προς συμμόρφωση με την καταδικαστική απόφαση.
48
Εντούτοις, όπως ορθώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 82 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η άσκηση αυτής της εξουσίας εκτιμήσεως δεν πρέπει να θίγει την αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφαίνεται επί του συμβατού εθνικής νομοθεσίας με το δίκαιο της Ένωσης.
49
Πράγματι, σύμφωνα με το σύστημα που θεσπίζουν τα άρθρα 258 ΣΛΕΕ έως 260 ΣΛΕΕ, ο καθορισμός των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των κρατών μελών και η εκτίμηση της συμπεριφοράς τους δεν μπορούν παρά να προκύπτουν από απόφαση του Δικαστηρίου (απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C-191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1998, σ. I-5449, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
50
Συνεπώς, το Δικαστήριο έχει αποκλειστική αρμοδιότητα προς τούτο η οποία του έχει ανατεθεί απευθείας και ρητώς από τη Συνθήκη και στην οποία δεν επιτρέπεται να υπεισέλθει η Επιτροπή στο πλαίσιο του ελέγχου της εκτελέσεως μιας αποφάσεως εκδοθείσας από το Δικαστήριο κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
51
Ομοίως, όπως ορθώς επισημάνθηκε στη σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ούτε το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί επί της εκτιμήσεως της Επιτροπής ως προς το πρόσφορο μιας πρακτικής ή μιας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, η οποία δεν έχει εξετασθεί προηγουμένως από το Δικαστήριο, για τη διασφάλιση της εκτελέσεως μιας τέτοιας αποφάσεως περί διαπιστώσεως παραβάσεως. Συγκεκριμένα, αν έπραττε κάτι τέτοιο, το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε αφεύκτως να αποφανθεί επί του συμβατού μιας τέτοιας πρακτικής ή κανονιστικής ρυθμίσεως με το δίκαιο της Ένωσης και θα υπεισερχόταν κατά τον τρόπο αυτόν στην αποκλειστική προς τούτο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
52
Συνεπώς, όταν, στο πλαίσιο του ελέγχου της εκτελέσεως μιας αποφάσεως εκδοθείσας από το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 260 ΣΛΕΕ, ανακύπτει διαφορά μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους ως προς το πρόσφορο μιας πρακτικής ή μιας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία δεν έχει εξετασθεί προηγουμένως από το Δικαστήριο, για την εκτέλεση μιας τέτοιας αποφάσεως, η Επιτροπή δεν μπορεί, εκδίδοντας απόφαση, να επιλύσει η ίδια μια τέτοια διαφορά και να συναγάγει εντεύθεν τις συνέπειες που επιβάλλονται για τον υπολογισμό της χρηματικής ποινής.
53
Βεβαίως, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί, όπως στην παρούσα περίπτωση, να επιληφθεί προσφυγής ακυρώσεως κατά μιας τέτοιας αποφάσεως και η απόφαση την οποία έχει εκδώσει μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου.
54
Εντούτοις, η ανάλυση στην οποία προβαίνει το Γενικό Δικαστήριο, στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας, της εκ μέρους της Επιτροπής εκτιμήσεως του ζητήματος αν εθνική κανονιστική ρύθμιση ή πρακτική που δεν έχει εξετασθεί από το Δικαστήριο είναι πρόσφορη για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής μιας αποφάσεως περί διαπιστώσεως παραβάσεως θα κατέληγε όχι μόνο στην προσβολή, για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 50 και 51 της παρούσας αποφάσεως, της αποκλειστικής αρμοδιότητας που απονέμεται στο Δικαστήριο στο πλαίσιο των διαδικασιών διαπιστώσεως παραβάσεως, αλλά και στον ανεπίτρεπτο περιορισμό της δυνατότητας του Δικαστηρίου να κρίνει εσφαλμένες τις πραγματικές διαπιστώσεις στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο στήριξε την απόφασή του, δεδομένου ότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να τις ελέγξει στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
55
Επιπλέον, αν αναγνωριζόταν στην Επιτροπή ευρύτερο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την αξιολόγηση των μέτρων εκτελέσεως μιας αποφάσεως εκδοθείσας δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ θα εθίγοντο τα δικονομικά δικαιώματα άμυνας που έχουν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο των διαδικασιών λόγω παραβάσεως.
56
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα άρθρα 258 ΣΛΕΕ έως 260 ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη ως προς τα οποία η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν τήρησαν τις απορρέουσες από το δίκαιο της Ένωσης υποχρεώσεις τους δύνανται, μεταξύ άλλων, να διευκρινίσουν την άποψή τους στο πλαίσιο ενός προ της ασκήσεως της προσφυγής σταδίου. Το στάδιο αυτό της διαδικασίας έχει ακριβώς ως σκοπό να παρασχεθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του ή να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς ισχυρισμούς του κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή (βλ., υπό την έννοια αυτή, μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, σκέψη 67 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
57
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο δεν περιόρισε ανεπιτρέπτως τις αρμοδιότητες της Επιτροπής στο πλαίσιο του ελέγχου της εκ μέρους της Πορτογαλικής Δημοκρατίας εκτελέσεως της αποφάσεως του 2008 ούτε, κατά συνέπεια, τις δικές του αρμοδιότητες όσον αφορά τον έλεγχο της εκτιμήσεως στην οποία προέβη η Επιτροπή συναφώς.
58
Υπό τις συνθήκες αυτές, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι απορριπτέο ως αβάσιμο.
Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το οποίο αφορά τον καθορισμό της παραβάσεως την οποία διαπίστωσε το Δικαστήριο στις αποφάσεις του 2004 και του 2008
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
59
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η Επιτροπή προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διότι προέβη σε αποσπασματική και τυπολατρική ερμηνεία του διατακτικού της αποφάσεως του 2008 και ότι ως εκ τούτου περιόρισε εσφαλμένως το αντικείμενο της παραβάσεως που διαπίστωσε το Δικαστήριο τόσο στην απόφαση του 2004 όσο και στην απόφαση του 2008. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε εσφαλμένως, στη σκέψη 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, σύμφωνα με το διατακτικό αυτό, αρκούσε να καταργήσει η Πορτογαλική Δημοκρατία το νομοθετικό διάταγμα 48051 προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση του 2004 και ότι, ως εκ τούτου, η χρηματική ποινή οφειλόταν μέχρι την ημερομηνία της εν λόγω καταργήσεως.
60
Αντιθέτως, κατά την Επιτροπή, το διατακτικό της αποφάσεως του 2004 απαιτεί σαφώς την εκ μέρους της Πορτογαλικής Δημοκρατίας εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για τη συμμόρφωση προς την απόφαση αυτή, πράγμα το οποίο το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να έχει ελέγξει συγκεκριμένα, χωρίς να περιοριστεί στη διαπίστωση της απλής καταργήσεως του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος, η οποία, εξάλλου, θα είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία κενού δικαίου στο πορτογαλικό εσωτερικό δίκαιο.
61
Συνεπώς, ορθώς η Επιτροπή, προκειμένου να ελέγξει αν η Πορτογαλική Δημοκρατία συμμορφώθηκε με την απόφαση του 2004, επιβεβαιωθείσα με την απόφαση του 2008, ανέλυσε το συμβατό του νόμου 67/2007 με την οδηγία 89/665 και, αφού διαπίστωσε ότι στην πορτογαλική νομοθεσία η επιδίκαση αποζημιώσεως εξακολουθούσε να εξαρτάται από την απόδειξη αμελείας ή δόλου, συνήγαγε εντεύθεν ότι η παράβαση συνεχιζόταν.
62
Η Πορτογαλική Δημοκρατία αντικρούει αυτή την επιχειρηματολογία της Επιτροπής.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
63
Το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως στηρίζεται στην εσφαλμένη προκείμενη κατά την οποία, προκειμένου να ελεγχθεί αν η Πορτογαλική Δημοκρατία συμμορφώθηκε με την απόφαση του 2004, επιβεβαιωθείσα με την απόφαση του 2008, η Επιτροπή ορθώς αποφάνθηκε επί του ζητήματος του συμβατού του νόμου 67/2007 με την οδηγία 89/665.
64
Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο του ελέγχου της εκτιμήσεως στην οποία προέβη η Επιτροπή στην προσβαλλομένη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε και αυτό να εξετάσει συγκεκριμένα αν ο εν λόγω νόμος ήταν σύμφωνος με το δίκαιο της Ένωσης.
65
Εντούτοις, από την εξέταση του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή και το Γενικό Δικαστήριο δεν έπρεπε, υπό συνθήκες όπως αυτές της υπό κρίση υποθέσεως, να υπεισέλθουν στην εκ των άρθρα 258 ΣΛΕΕ έως 260 ΣΛΕΕ αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, όσον αφορά τη διαπίστωση της εκ μέρους κράτους μέλους παραβάσεως των υποχρεώσεών του οι οποίες απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης.
66
Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη παραλείποντας να εξετάσει το συγκεκριμένο νομικό περιεχόμενο του νόμου 67/2007.
67
Υπό τις συνθήκες αυτές, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου τον οποίο προέβαλε η Επιτροπή προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και, κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως αβάσιμος.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά την ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
68
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την προσβαλλομένη απόφαση με βάση ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
69
Όσον αφορά τον ανεπαρκή χαρακτήρα της αιτιολογίας, η Επιτροπή προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, προκειμένου να ακυρώσει την προσβαλλομένη απόφαση, στηρίχθηκε απλώς και μόνο στο γεγονός, το οποίο επισημάνθηκε στη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή αναγνώρισε, στην απόφαση αυτή, ότι ο νόμος 67/2007 καθιστά δυνητικώς λιγότερο δυσχερή την επιδίκαση αποζημιώσεως στους υποβαλόντες προσφορά οι οποίοι ζημιώνονται λόγω παράνομης πράξεως της αναθέτουσας αρχής και, στα υπομνήματά της, ότι ο Πορτογάλος νομοθέτης δεν αρκέστηκε στην κατάργηση του νομοθετικού διατάγματος 48051, αλλά το αντικατέστησε, μέσω του νόμου αυτού, με νέο νομικό καθεστώς.
70
Όσον αφορά τον αντιφατικό χαρακτήρα της αιτιολογίας, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, ενώ το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή πρέπει να είναι σε θέση να εκτιμήσει τα μέτρα που έλαβε το κράτος μέλος προς συμμόρφωση με απόφαση του Δικαστηρίου, προκειμένου να αποτρέψει το ενδεχόμενο να περιοριστεί το κράτος μέλος στη λήψη μέτρων τα οποία έχουν το ίδιο περιεχόμενο με εκείνα που αποτέλεσαν αντικείμενο της αποφάσεως αυτής, περιόρισε, στη σκέψη 87 της αποφάσεώς του, την αρμοδιότητα της Επιτροπής σε έναν αμιγώς τυπικό έλεγχο, προκειμένου να διαπιστωθεί αν το νομοθετικό διάταγμα 48051 καταργήθηκε.
71
Η Πορτογαλική Δημοκρατία αντικρούει την επιχειρηματολογία αυτή της Επιτροπής.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
72
Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, κατά πάγια νομολογία, η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο από την αιτιολογία της αποφάσεως, ούτως ώστε οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η απόφαση αυτή και το Δικαστήριο να δύναται να ασκήσει τον δικαστικό έλεγχό του (βλ. απόφαση της 2α Απριλίου 2009, C-202/07 P, France Télécom κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. Ι-2369, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
73
Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο, στη συλλογιστική που παρατίθεται στις σκέψεις 68 έως 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εκθέτει εμπεριστατωμένως τους λόγους για την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως και, κατά συνέπεια, η συλλογιστική αυτή πληροί τις προϋποθέσεις που υπομνήσθηκαν στην προηγούμενη σκέψη.
74
Συγκεκριμένα, μια τέτοια αιτιολογία στηρίζεται σε μια λογική, συνεπή και πλήρη εξέταση των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, η οποία αρχίζει, στη σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την εξέταση του περιεχομένου της αποφάσεως του 2008, υπό το πρίσμα του σκεπτικού της και του διατακτικού της, συνεχίζεται, στις σκέψεις 73 έως 90 της ίδιας αποφάσεως, με την παράθεση των λόγων για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την ερμηνεία της Επιτροπής κατά την οποία μπορούσε να ελέγξει το συμβατό του νόμου 67/2007 με την οδηγία 89/665, και ολοκληρώνεται στη σκέψη 91 της εν λόγω αποφάσεως, με την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
75
Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι κακώς η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο μόνος λόγος τον οποίο παρέθεσε το Γενικό Δικαστήριο για να δικαιολογήσει την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι ο εκτιθέμενος στη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
76
Ομοίως, το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση στηρίζεται σε αντιφατική αιτιολογία, ωσαύτως δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
77
Συναφώς, επισημαίνεται ότι, στη σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε, γενικώς, την εξουσία της Επιτροπής να εκτιμήσει τα μέτρα που έλαβε κράτος μέλος προς συμμόρφωση με απόφαση του Δικαστηρίου εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 260 ΣΛΕΕ.
78
Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 82 της εν λόγω αποφάσεως, έκρινε ότι η εξουσία αυτή μπορεί να ασκείται μόνον εντός συγκεκριμένων ορίων, λαμβανομένης υπόψη, ιδίως, της αποκλειστικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να αποφαίνεται επί του συμβατού εθνικής νομοθεσίας με το δίκαιο της Ένωσης.
79
Με βάση αυτήν ακριβώς την προκείμενη το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 83 έως 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, στη συγκεκριμένη υπόθεση, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του ότι το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε, με τις αποφάσεις του 2004 και του 2008, επί του συμβατού του νόμου 67/2007 με το δίκαιο της Ένωσης, η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια να προβεί η ίδια σε τέτοια εκτίμηση ούτε να αντλήσει συνέπειες εντεύθεν προκειμένου να υπολογίσει τη χρηματική ποινή.
80
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου δεν πάσχει λόγω ανεπαρκούς ή αντιφατικής αιτιολογίας και ότι, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος τον οποίο επικαλέσθηκε η Επιτροπή προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως.
81
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι κανένας από τους δύο λόγους που προέβαλε η Επιτροπή προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός και, επομένως, η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
82
Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου 184, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία ζήτησε την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα και η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί η Επιτροπή στα έξοδα της παρούσας δίκης. Σύμφωνα με το άρθρο 140, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού, το οποίο έχει επίσης εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία, πρέπει να κριθεί ότι τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2)
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει, πλην των δικών της δικαστικών εξόδων, τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Πορτογαλική Δημοκρατία στο πλαίσιο της παρούσας δίκης.
3)
Η Τσεχική Δημοκρατία, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Ελληνική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Γαλλική Δημοκρατία, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Πολωνίας και το Βασίλειο της Σουηδίας φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η πορτογαλική.
Full & Egal Universal Law Academy