ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 28ης Φεβρουαρίου 2013 ( *1 )
«Άρθρο 141 ΕΚ — Οδηγία 75/117/ΕΟΚ — Ισότητα αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων — Έμμεση διάκριση — Αντικειμενική δικαιολόγηση — Προϋποθέσεις»
Στην υπόθεση C-427/11,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το High Court (Ιρλανδία) με απόφαση της 27ης Ιουλίου 2011, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Αυγούστου 2011, στο πλαίσιο της δίκης
Margaret Kenny,
Patricia Quinn,
Nuala Condon,
Eileen Norton,
Ursula Ennis,
Loretta Barrett,
Joan Healy,
Kathleen Coyne,
Sharon Fitzpatrick,
Breda Fitzpatrick,
Sandra Hennelly,
Marian Troy,
Antoinette Fitzpatrick,
Helena Gatley
κατά
Minister for Justice, Equality and Law Reform,
Minister for Finance,
Commissioner of An Garda Síochána,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), προεδρεύουσα του τρίτου τμήματος, K. Lenaerts, E. Juhász, T. von Danwitz και D. Šváby, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 12ης Ιουλίου 2012,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
οι Kenny κ.λπ., εκπροσωπούμενοι από τον G. Durkan, SC, την A. Murphy, solicitor, και τη M. Honan, BL,
—
η Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη από τον D. O’Hagan, επικουρούμενο από τη M. Bolger, SC, και τον A. Kerr, barrister,
—
η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Rubio González,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον J. Enegren και την C. Gheorghiu,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Νοεμβρίου 2012,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 141 ΕΚ και της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Μ. Kenny και δεκατριών άλλων υπαλλήλων του Minister for Justice, Equality and Law Reform (Υπουργείο Δικαιοσύνης, Ισότητας και Νομοθετικών Μεταρρυθμίσεων, στο εξής: υπουργείο) και, αφετέρου, του Minister for Finance και του Commissioner of An Garda Síochána με αντικείμενο διαφορά στις αμοιβές των αναιρεσειουσών της κύριας δίκης και σε εκείνες μίας άλλης κατηγορίας υπαλλήλων.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Το άρθρο 1 της οδηγίας 75/117 ορίζει ότι:
«Η αρχή της ισότητος των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, που προβλέπεται στο άρθρο 119 της συνθήκης και που καλείται στο εξής “αρχή της ισότητος των αμοιβών”, συνεπάγεται για την ίδια εργασία ή για εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία, την κατάργηση για το σύνολο των στοιχείων και όρων αμοιβής κάθε διακρίσεως βασιζομένης στο φύλο.
Ιδιαίτερα, όταν χρησιμοποιείται σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως για τον καθορισμό των αμοιβών, το σύστημα αυτό πρέπει να βασίζεται σε κοινά κριτήρια για τους εργαζομένους άνδρες και γυναίκες και να επιβάλλεται κατά τρόπο που να αποκλείει τις διακρίσεις που βασίζονται στο φύλο.»
4
Το άρθρο 3 της οδηγίας ορίζει ότι:
«Τα κράτη μέλη καταργούν τις διακρίσεις μεταξύ των ανδρών και γυναικών που απορρέουν από νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις και είναι αντίθετες στην αρχή της ισότητος των αμοιβών.»
5
Το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι διατάξεις που περιλαμβάνονται σε συλλογικές συμβάσεις, μισθολόγια ή συμφωνίες περί μισθών ή σε ατομικές συμβάσεις εργασίας και που είναι αντίθετες στην αρχή της ισότητος των αμοιβών να είναι άκυρες, να δύνανται να κηρυχθούν άκυρες ή να δύνανται να τροποποιηθούν.»
Το ιρλανδικό δίκαιο
6
Ο νόμος του 1998 για την ισότητα στην απασχόληση (Employment Equality Act του 1998) κατήργησε και αντικατέστησε την προηγούμενη ρύθμιση με την οποία μεταφέρθηκε στο ιρλανδικό δίκαιο η οδηγία 75/117.
7
Το άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του νόμου αυτού, ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, ορίζει ότι:
«Με την επιφύλαξη των προβλεπομένων στο στοιχείο βʹ, για τους σκοπούς τους παρόντος κεφαλαίου, τα γράμματα “A” και “B” αναφέρονται σε δύο πρόσωπα του αντίθετου φύλου, κατά τρόπο ώστε όταν το A είναι γυναίκα, το B είναι άνδρας, και αντιστρόφως.»
8
Το άρθρο 19, παράγραφοι 1, 4 και 5, του νόμου αυτού, υπό την ίδια μορφή, ορίζει ότι:
«1. Θεωρείται ότι, δυνάμει της συμβάσεως εργασίας του A, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος νόμου, ο A δικαιούται να λαμβάνει για την παρεχόμενη από αυτόν εργασία τις ίδιες αποδοχές με τον Β, ο οποίος απασχολείται, κατά το ίδιο ή άλλο σχετικό χρονικό διάστημα, παρέχοντας όμοια εργασία [«like work»] στον ίδιο εργοδότη ή σε συνδεδεμένο με αυτόν.
[...]
α)
Έμμεση διάκριση υφίσταται όταν μία εκ πρώτης όψεως ουδέτερη ρύθμιση θέτει πρόσωπα του ενός φύλου (είτε A είτε B) σε μειονεκτική θέση όσον αφορά την αμοιβή σε σύγκριση με άλλους εργαζόμενους στον ίδιο εργοδότη.
β)
Σε περίπτωση εφαρμογής του στοιχείου αʹ, όσον αφορά τα πρόσωπα που αναφέρονται στο στοιχείο αυτό, για τους σκοπούς της παραγράφου 1, θα τηρούνται ή δεν θα τηρούνται, κατά περίπτωση, τα προβλεπόμενα στην επίμαχη ρύθμιση, ανάλογα με το πώς προκύπτουν ανώτερες αποδοχές, εκτός και εάν η ρύθμιση δικαιολογείται αντικειμενικώς από θεμιτό σκοπό και τα μέσα επιτεύξεως του σκοπού αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία.
γ)
Γίνονται δεκτά, σε κάθε δίκη, στατιστικά στοιχεία προκειμένου να διαπιστωθεί αν η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται ως προς τον Α ή τον Β.
5. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4, καμία διάταξη του παρόντος μέρους δεν εμποδίζει τον εργοδότη να καταβάλλει, για λόγους μη σχετιζόμενους με το φύλο, διαφορετικές αποδοχές σε διαφορετικούς εργαζόμενους.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
9
Οι αναιρεσείουσες της κύριας δίκης είναι υπάλληλοι στο υπουργείο και έχουν τοποθετηθεί στο An Garda Síochána (εθνικό σώμα αστυνομίας) ασκώντας διοικητικά καθήκοντα. Σύμφωνα με τις αναιρεσείουσες, παρέχουν εργασία αντίστοιχη με εκείνη των ανδρών που εργάζονται στο An Garda Síochána οι οποίοι επίσης ασκούν διοικητικά καθήκοντα καταλαμβάνοντας ειδικές θέσεις οι οποίες δεσμεύονται για τα μέλη του σώματος, τις λεγόμενες «καθορισμένες θέσεις» ή «δεσμευμένες θέσεις».
10
Μεταξύ των ετών 2000 και 2005, οι αναιρεσείουσες της κύριας δίκης άσκησαν, μέσω της συνδικαλιστικής οργανώσεώς τους, αγωγές ενώπιον του Equality Tribunal. Το εν λόγω δικαστήριο, με απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2005, δέχθηκε επτά από τις ασκηθείσες αγωγές και απέρριψε τις υπόλοιπες επτά. Όλοι οι διάδικοι προσέβαλαν την απόφαση του Εquality Tribunal ασκώντας εφέσεις ενώπιον του Labour Court.
11
Το Labour Court έκρινε ότι από την αναλογία ανδρών και γυναικών στις οικείες κατηγορίες προέκυπτε, εκ πρώτης όψεως, έμμεση διάκριση ως προς την αμοιβή, δεδομένου ότι, κατά την άσκηση των οκτώ αρχικών αγωγών, τον μήνα Ιούλιο του 2000, υπήρχαν, αφενός, 353 καθορισμένες θέσεις καταλαμβανόμενες από αστυνομικούς, εκ των οποίων 279 υπάλληλοι ήταν άνδρες και 74 υπάλληλοι γυναίκες και, αφετέρου, 761 διοικητικοί υπάλληλοι, κυρίως γυναίκες. Το Labour Court έκρινε επίσης ότι, κατά τον χρόνο της δικασίμου ενώπιόν του τον Μάιο του 2007, οι καθορισμένες θέσεις ανέρχονταν σε 298 και ότι η πολιτική που ακολουθούσαν οι αναιρεσίβλητοι προέβλεπε τη μείωση του αριθμού αυτού σε 219.
12
Με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων της κύριας δίκης, το Labour Court αποφάσισε να εξετάσει προκαταρκτικώς το ζήτημα της αντικειμενικής δικαιολογήσεως της διαπιστωθείσας προφανούς έμμεσης διακρίσεως ως προς την αμοιβή και προς τούτο στηρίχθηκε στην παραδοχή ότι οι αναιρεσείουσες της κύριας δίκης και τα επιλεγέντα πρόσωπα με τα οποία γίνεται η σύγκριση παρέχουν την όμοια εργασία («like work»), κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, του νόμου του 1998 για την ισότητα στην απασχόληση, ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης. Το εν λόγω δικαστήριο ζήτησε για τον λόγο αυτό από το υπουργείο να αποδείξει την ύπαρξη τέτοιας αντικειμενικής δικαιολογήσεως.
13
Σύμφωνα με το υπουργείο, η τοποθέτηση μελών του An Garda Síochána σε δεσμευμένες διοικητικές θέσεις, ήτοι στις καθορισμένες θέσεις, δικαιολογούνταν από την ανάγκη καλύψεως των υπηρεσιακών αναγκών και ήταν πρόσφορη και αναγκαία για την εξυπηρέτηση των αναγκών αυτών η καταβολή στους τοποθετημένους σε τέτοιες θέσεις αστυνομικούς υπαλλήλους αποδοχών αντίστοιχων προς τον βαθμό τους ως μέλη του An Garda Síochána.
14
Επιπλέον, ο αριθμός των καθορισμένων θέσεων προσδιοριζόταν με συλλογική σύμβαση συναφθείσα μεταξύ της διοικήσεως και των οργάνων εκπροσωπήσεως του προσωπικού του An Garda Síochána στο πλαίσιο της διαδικασίας μειώσεως των θέσεων αυτών, η οποία είναι γνωστή ως «civilianisation» [(πλήρωση των θέσεων από πολιτικούς υπαλλήλους)]. Το υπουργείο αναγνώρισε μεν την ύπαρξη περιορισμένου αριθμού καθορισμένων θέσεων για τις οποίες δεν υπήρχε πραγματική υπηρεσιακή ανάγκη, εντούτοις υποστήριξε ότι οι θέσεις αυτές δεν ήταν αντιπροσωπευτικές του συνόλου των καθορισμένων θέσεων για τις οποίες είναι απαραίτητες γνώση και εμπειρία αστυνομικού.
15
Με απόφαση της 27ης Ιουλίου 2007, το Labour Court δέχθηκε την έφεση του υπουργείου και απέρριψε τις εφέσεις των λοιπών διαδίκων. Κατά την απόφαση αυτή, η τοποθέτηση μελών του An Garda Síochána σε διοικητικές θέσεις εξυπηρετεί είτε υπηρεσιακές ανάγκες αυτού είτε την ανάγκη εφαρμογής της διαδικασίας «civilianisation» με τέτοιο τρόπο και ρυθμό ώστε να διασφαλιστεί η υποστήριξη των αντιπροσωπευτικών οργάνων του προσωπικού του An Garda Síochána. Επιπλέον, με την εν λόγω απόφαση, το Labour Court διαπίστωσε ότι η χορήγηση στους δικαιούχους των θέσεων αυτών αμοιβής αντίστοιχης με την αμοιβή των μελών του An Garda Síochána ανταποκρίνεται στον επιδιωκόμενο σκοπό, στο μέτρο που θα ήταν προδήλως άδικη και πρακτικώς δυσχερής η μείωση του μισθού των μελών του An Garda Síochána που έχουν τοποθετηθεί στις εν λόγω θέσεις. Σύμφωνα με την ίδια απόφαση, απορρέει από τον μειωμένο αριθμό των καθορισμένων θέσεων ότι η διατήρηση των υφιστάμενων συμφωνιών κατά την ολοκλήρωση της διαδικασίας «civilianisation» είναι ανάλογη προς τις υπηρεσιακές ανάγκες.
16
Οι αναιρεσείουσες της κύριας δίκης προσέβαλαν με αίτηση αναιρέσεως την απόφαση του Labour Court ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
17
Υπό τις συνθήκες αυτές, το High Court αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Σε περιστάσεις όπου υφίσταται εκ πρώτης όψεως έμμεση διάκριση λόγω φύλου όσον αφορά την αμοιβή, κατά παράβαση του άρθρου 141 ΕΚ […] και της οδηγίας 75/117 […], για να αποδειχθεί η ύπαρξη αντικειμενικής δικαιολογήσεως πρέπει ο εργοδότης να δικαιολογήσει:
α)
την τοποθέτηση των [προσώπων με τα οποία] γίνεται σύγκριση στις θέσεις που κατέχουν,
β)
την καταβολή ανώτερων αποδοχών [στα πρόσωπα με τα οποία] γίνεται σύγκριση, ή
γ)
την καταβολή κατώτερων αποδοχών [στις αναιρεσείουσες της κύριας δίκης];
2)
Σε περιστάσεις όπου υφίσταται εκ πρώτης όψεως έμμεση διάκριση λόγω φύλου όσον αφορά την αμοιβή, ο εργοδότης, για να αποδείξει την ύπαρξη αντικειμενικής δικαιολογήσεως πρέπει να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με:
α)
[τα συγκεκριμένα πρόσωπα με τα οποία] γίνεται σύγκριση και [στα οποία] αναφέρονται οι [αναιρεσείουσες της κύριας δίκης] και/ή
β)
το σύνολο των συγκρίσιμων θέσεων;
3)
Εάν η απάντηση στο ερώτημα 2β είναι καταφατική, αποδεικνύεται η ύπαρξη αντικειμενικής δικαιολογήσεως ακόμα και αν αυτή η δικαιολόγηση δεν αφορά [τα πρόσωπα με τα οποία] γίνεται σύγκριση;
4)
Υπέπεσε το Labour Court σε πλάνη ως προς την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου κρίνοντας ότι “λόγοι διασφαλίσεως καλών συλλογικών εργασιακών σχέσεων” μπορούν να ληφθούν υπόψη για να κριθεί εάν ο εργοδότης μπορεί να δικαιολογήσει αντικειμενικώς τη [διαφορά των αμοιβών];
5)
Σε περιστάσεις όπου υφίσταται εκ πρώτης όψεως έμμεση διάκριση λόγω φύλου όσον αφορά την αμοιβή, μπορούν λόγοι σχετικοί με τις συλλογικές εργασιακές σχέσεις εκ μέρους του [αναιρεσιβλήτου] να συνιστούν αντικειμενική δικαιολόγηση; Μπορούν τέτοιοι λόγοι να ληφθούν λυσιτελώς υπόψη κατά τον έλεγχο της υπάρξεως αντικειμενικής δικαιολογήσεως;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με το βάρος αποδείξεως και την έννοια της ίδιας εργασίας ή της εργασίας στην οποία αποδίδεται ίση αξία
18
Υπενθυμίζεται προκαταρκτικώς ότι, σύμφωνα με τους κανόνες που συνήθως διέπουν την αποδεικτική διαδικασία, εναπόκειται κατ’ αρχήν στον εργαζόμενο που ισχυρίζεται ότι υπέστη δυσμενή διάκριση λόγω φύλου όσον αφορά την αμοιβή να αποδείξει, ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, ότι συντρέχουν οι συνθήκες που επιτρέπουν να εικάζεται η ύπαρξη ανισότητας αμοιβών, απαγορευομένης από το άρθρο 141 ΕΚ και από την οδηγία 75/117 (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 26ης Ιουνίου 2001, C-381/99, Brunnhofer, Συλλογή 2001, σ. I-4961, σκέψεις 52, 53 και 57).
19
Συνεπώς, στον εν λόγω εργαζόμενο απόκειται να αποδείξει με οποιοδήποτε νόμιμο μέσο ότι λαμβάνει κατώτερη αμοιβή από εκείνη που ο εργοδότης του καταβάλλει στους εργαζομένους με τους οποίους γίνεται σύγκριση και ότι ασκεί στην πραγματικότητα όμοια εργασία ή εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία, δυνάμενη να συγκριθεί με αυτή που επιτελούν οι τελευταίοι, οπότε αυτός υφίσταται, συνεπεία αυτού, εκ πρώτης όψεως δυσμενή διάκριση, η οποία εξηγείται μόνο λόγω της διαφοράς του φύλου (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Brunnhofer, σκέψη 58).
20
Σε περίπτωση που ο εργαζόμενος αποδείκνυε ότι τα κριτήρια σχετικά με την ύπαρξη διαφορετικής αμοιβής μεταξύ γυναίκας εργαζομένης και άνδρα εργαζομένου καθώς και παρόμοιας εργασίας συντρέχουν εν προκειμένω, θα υπήρχε ένδειξη διακρίσεως και θα είχε επομένως ο εργοδότης το βάρος αποδείξεως ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ισότητας των αμοιβών, αποδεικνύοντας με οποιοδήποτε νόμιμο μέσο, μεταξύ άλλων, ότι οι πράγματι επιτελούμενες από τους δύο ενδιαφερομένους εργαζομένους εργασίες δεν είναι στην πραγματικότητα συγκρίσιμες ή ότι η διαπιστωθείσα διαφορά αμοιβής δικαιολογείται λόγω αντικειμενικών παραγόντων και ξένων προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Brunnhofer, σκέψεις 59 έως 62).
21
Εν προκειμένω, τα υποβληθέντα από το αιτούν δικαστήριο ερωτήματα εκκινούν από την παραδοχή ότι, στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, υπάρχει εκ πρώτης όψεως έμμεση διάκριση λόγω φύλου όσον αφορά την αμοιβή.
22
Διαπιστώνεται, επίσης, από την υποβληθείσα στο Δικαστήριο δικογραφία ότι από τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων τεκμαίρεται η ύπαρξη έμμεσης διακρίσεως λόγω φύλου όσον αφορά την αμοιβή, μόνο η διαφορά αμοιβής προκύπτει ότι αποδείχθηκε στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης. Όσον αφορά την προϋπόθεση της παρεμφερούς εργασίας, όπως προκύπτει από τη σκέψη 12 της παρούσας αποφάσεως, το Labour Court αποφάσισε, με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων της κύριας δίκης, να εξετάσει προκαταρκτικώς την ενδεχόμενη ύπαρξη αντικειμενικής δικαιολογήσεως αυτής της διαφοράς αμοιβών, εκκινώντας από την παραδοχή ότι οι αναιρεσείουσες της κύριας δίκης και τα επιλεγέντα πρόσωπα με τα οποία γίνεται η σύγκριση παρέχουν την ίδια εργασία.
23
Βεβαίως, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει συναφώς ότι, σε τέτοια περίπτωση, μπορεί να αποφανθεί επί των προδικαστικών ερωτημάτων σχετικά με τη δικαιολόγηση της διαφοράς αμοιβών χωρίς να εξετάσει προηγουμένως αν οι θέσεις εργασίας για τις οποίες γίνεται λόγος είναι ισοδύναμες (βλ., υπό την έννοια αυτή, όσον αφορά τη βρετανική νομοθεσία, απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1993, C-127/92, Enderby, Συλλογή 1993, σ. I-5535, σκέψη 11).
24
Πάντως, δεδομένου ότι η αρχή της ισότητας των αμοιβών υπό την έννοια των άρθρων 141 ΕΚ και 1 της οδηγίας 75/117 προϋποθέτει ότι οι άνδρες και οι γυναίκες εργαζόμενοι, στους οποίους εφαρμόζεται η αρχή αυτή, τελούν σε πανομοιότυπες ή παρεμφερείς καταστάσεις, πρέπει να εξετασθεί αν οι ενδιαφερόμενοι εργαζόμενοι ασκούν όμοια εργασία ή εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Brunnhofer, σκέψη 39).
25
Όπως επισημάνθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η εξέταση αυτή θα είναι αναγκαία στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι το Labour Court υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εκτιμώντας ότι η διαφορά αμοιβών ήταν αντικειμενικώς δικαιολογημένη.
26
Υπό τις περιστάσεις αυτές, στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο να διαπιστώνει και να εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά, απόκειται να εξακριβώσει αν, ενόψει της συγκεκριμένης φύσεως των εργασιών που επιτελούνται από τους ενδιαφερομένους εργαζομένους, οι εργαζόμενοι αυτοί ασκούν όμοια εργασία ή εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 30ής Μαρτίου 2000, C-236/98, JämO, Συλλογή 2000, σ. I-2189, σκέψη 48, και προπαρατεθείσα απόφαση Brunnhofer, σκέψη 49). Πάντως, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, το Δικαστήριο, καλούμενο να δώσει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμες απαντήσεις, είναι αρμόδιο να παράσχει, με βάση τη δικογραφία της κύριας δίκης και τις παρατηρήσεις που του υποβλήθηκαν, στοιχεία που θα επιτρέψουν στο αιτούν δικαστήριο να εκδώσει την απόφασή του (βλ. απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1999, C-167/97, Seymour-Smith και Perez, Συλλογή 1999, σ. I-623, σκέψεις 67 και 68).
27
Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κατ’ επανάληψη κρίνει ότι, προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι εργαζόμενοι παρέχουν όμοια εργασία ή εργασία στην οποία μπορεί να αποδοθεί ίση αξία, πρέπει να εξεταστεί αν, λαμβανομένου υπόψη ενός συνόλου παραγόντων όπως είναι η φύση της εργασίας, η κατάρτιση και οι όροι εργασίας, οι εργαζόμενοι αυτοί μπορούν να θεωρηθούν ως ευρισκόμενοι σε συγκρίσιμη κατάσταση (βλ. απόφαση της 11ης Μαΐου 1999, C-309/97, Angestelltenbetriebsrat der Wiener Gebietskrankenkasse, Συλλογή 1999, σ. I-2865, σκέψη 17, και προπαρατεθείσα απόφαση Brunnhofer, σκέψη 43).
28
Επομένως, οσάκις μια δραστηριότητα που είναι φαινομενικά πανομοιότυπη ασκείται από διαφορετικές κατηγορίες εργαζομένων που δεν έχουν την ίδια άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ή την ίδια επαγγελματική κατάρτιση προς άσκηση του επαγγέλματός τους, πρέπει να εξετάζεται αν, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που αφορούν τη φύση των καθηκόντων που μπορούν να ανατεθούν, αντιστοίχως, σε καθεμία από τις εν λόγω κατηγορίες εργαζομένων, τις σχετικές με την κατάρτιση προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων αυτών και τους όρους εργασίας υπό τους οποίους εκτελούνται τα καθήκοντα αυτά, οι διαφορετικές αυτές κατηγορίες εργαζομένων παρέχουν όμοια εργασία υπό την έννοια του άρθρου 141 ΕΚ (προπαρατεθείσα απόφαση Angestelltenbetriebsrat der Wiener Gebietskrankenkasse, σκέψη 18).
29
Πράγματι, η επαγγελματική κατάρτιση δεν αποτελεί απλώς και μόνον έναν από τους παράγοντες που μπορούν να δικαιολογήσουν αντικειμενικά μια διαφορά μεταξύ των αμοιβών που καταβάλλονται σε εργαζομένους που παρέχουν όμοια εργασία. Συγκαταλέγεται επίσης μεταξύ των κριτηρίων βάσει των οποίων μπορεί να διαπιστωθεί αν οι εργαζόμενοι παρέχουν όμοια εργασία (προπαρατεθείσα απόφαση Angestelltenbetriebsrat der Wiener Gebietskrankenkasse, σκέψη 19).
30
Στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, από την υποβληθείσα στο Δικαστήριο δικογραφία προκύπτει ότι η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ή η επαγγελματική κατάρτιση των διοικητικών υπαλλήλων, αφενός, και των μελών του An Garda Síochána που καταλαμβάνουν τις καθορισθείσες θέσεις, αφετέρου, εμφανίζουν διαφορές.
31
Υπό τις συνθήκες αυτές, σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι δεν υφίσταται αντικειμενική δικαιολόγηση της διαφοράς των επίμαχων αμοιβών, το εν λόγω δικαστήριο ή το Labour Court οφείλουν να εξετάσουν αν, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που αφορούν τη φύση των καθηκόντων που μπορούν να ανατεθούν, αντιστοίχως, σε καθεμία από τις εν λόγω κατηγορίες εργαζομένων, τις σχετικές με την κατάρτιση προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων αυτών και τους όρους εργασίας υπό τους οποίους εκτελούνται τα καθήκοντα αυτά, οι διαφορετικές αυτές κατηγορίες εργαζομένων παρέχουν όμοια εργασία υπό την έννοια του άρθρου 141 ΕΚ και της οδηγίας 75/117.
32
Συναφώς, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο και από τις παρατηρήσεις των διαδίκων της κύριας δίκης προκύπτει ότι οι διάδικοι δεν συμφωνούν ως προς τον αριθμό των μελών του An Garda Síochána που έχουν τοποθετηθεί στις καθορισμένες θέσεις ασκώντας αποκλειστικώς διοικητικά καθήκοντα και τον αριθμό εκείνων που, επιπλέον, πρέπει να ασκούν υπηρεσιακά καθήκοντα, όπως την επικοινωνία με την Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία (Europol) ή την Interpol, καθώς τα καθήκοντα αυτά διαφέρουν από τα ασκούμενα από τους διοικητικούς υπαλλήλους.
33
Σε κάθε περίπτωση, επιβάλλεται η επισήμανση ότι, με τις γραπτές παρατηρήσεις της και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ιρλανδία υποστήριξε ότι όλα τα μέλη του An Garda Síochána που έχουν τοποθετηθεί σε καθορισμένες θέσεις είναι δυνατό, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, να κληθούν προς επιτόπου εργασία για υπηρεσιακούς λόγους.
34
Απόκειται, επομένως, στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει αν, ενδεχομένως, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που αφορούν τα καθήκοντα που μπορούν να ανατεθούν, αντιστοίχως, στα μέλη του An Garda Síochána που έχουν τοποθετηθεί σε καθορισμένες θέσεις και τους όρους εργασίας των μελών αυτών, και λαμβανομένων υπόψη της καταρτίσεως που απαιτείται για τις επίμαχες διαφορετικές κατηγορίες εργαζομένων, η φαινομενικά πανομοιότυπη δραστηριότητα που ασκείται από τα μέλη του An Garda Síochána που έχουν τοποθετηθεί στις καθορισμένες θέσεις και από τους διοικητικούς υπαλλήλους μπορεί να θεωρηθεί ως «όμοια εργασία» υπό την έννοια του άρθρου 141 ΕΚ.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
35
Με τα ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία να διευκρινιστεί, υπό το πρίσμα του άρθρου 141 ΕΚ και της οδηγίας 75/117, ποιο είναι το αντικείμενο της δικαιολογήσεως εκ μέρους του εργοδότη σχετικά με την προφανή έμμεση διάκριση λόγω φύλου όσον αφορά την αμοιβή, ποιοι είναι οι εργαζόμενοι τους οποίους πρέπει να αφορά η δικαιολόγηση αυτή και αν οι λόγοι διασφαλίσεως καλών συλλογικών εργασιακών σχέσεων μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση της εν λόγω δικαιολογήσεως.
36
Πρώτον, όσον αφορά το αντικείμενο της εν λόγω δικαιολογήσεως, επισημαίνεται ότι η διαφορά στις αμοιβές μεταξύ των γυναικών εργαζομένων και των ανδρών εργαζομένων για όμοια εργασία ή για εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία πρέπει κατ’ αρχήν να θεωρείται αντίθετη προς το άρθρο 141 ΕΚ και, κατά συνέπεια, προς την οδηγία 75/117. Δεν ισχύει το ίδιο μόνον εφόσον η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται από παράγοντες αντικειμενικούς και ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Brunnhofer, σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
37
Η προβαλλόμενη δικαιολόγηση πρέπει να στηρίζεται σε νόμιμο σκοπό. Τα επιλεγόμενα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού πρέπει να είναι πρόσφορα και αναγκαία (απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2006, C-17/05, Cadman, Συλλογή 2006, σ. I-9583, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
38
Αντιθέτως προς όσα φαίνεται να δέχεται το αιτούν δικαστήριο, κρίσιμη επομένως δεν είναι η δικαιολόγηση του επιπέδου των αμοιβών που καταβάλλονται σε κάθε μία κατηγορία με την οποία γίνεται σύγκριση ούτε ακόμη η δικαιολόγηση της κατανομής των εργαζομένων στη μία ή την άλλη κατηγορία, αλλά μάλλον η δικαιολόγηση αυτής καθαυτήν της διαφοράς αμοιβών.
39
Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, είναι η διαφορά αμοιβών η οποία πρέπει να δικαιολογείται από αντικειμενικούς παράγοντες ξένους προς οποιαδήποτε δυσμενή διάκριση λόγω φύλου (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Brunnhofer, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
40
Πάντως, πρέπει να επισημανθεί ότι σε περιπτώσεις έμμεσης διακρίσεως, η προέλευση της διαφοράς αμοιβών μπορεί να είναι διαφορετική και η δικαιολόγηση αυτής της διαφοράς μπορεί ως εκ τούτου να είναι επίσης διαφοροποιημένη και να συνδέεται με εθνική διάταξη, με σύμβαση για τη συλλογική ρύθμιση της μισθωτής εργασίας ή ακόμη και με πρακτική ή μονομερή πράξη εργοδότη σε σχέση με το προσωπικό που απασχολεί.
41
Συνεπώς, στο πλαίσιο έμμεσης διακρίσεως όσον αφορά την αμοιβή, απόκειται στον εργοδότη να δικαιολογήσει κατά τρόπο αντικειμενικό τη διαφορά αμοιβής που διαπιστώνεται μεταξύ των εργαζομένων που θεωρούν ότι υφίστανται δυσμενή διάκριση και των προσώπων με τα οποία γίνεται σύγκριση.
42
Δεύτερον, όσον αφορά την κατηγορία εργαζομένων στην οποία πρέπει να αναφέρεται η δικαιολόγηση αυτή, επισημαίνεται ότι, εφόσον η αμοιβή για την εργασία μιας κατηγορίας εργαζομένων είναι σημαντικά κατώτερη από την αμοιβή για την εργασία άλλης κατηγορίας και εφόσον η πρώτη εργασία ασκείται σχεδόν αποκλειστικώς από γυναίκες ενώ η δεύτερη κυρίως από άνδρες, πρέπει να θεωρηθεί ότι τούτο συνιστά ένδειξη δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου εφόσον, τουλάχιστον, οι εν λόγω δύο θέσεις εργασίας είναι ίσης αξίας και τα στατιστικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν την κατάσταση αυτή είναι έγκυρα (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Enderby, σκέψη 16).
43
Στο πλαίσιο αυτό, εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να κρίνει αν μπορεί να λάβει υπόψη τα εν λόγω στατιστικά στοιχεία, δηλαδή αν αυτά καλύπτουν αρκετά μεγάλο αριθμό ατόμων, αν δεν εκφράζουν καθαρώς τυχαία ή συγκυριακά φαινόμενα και αν, γενικότερα, είναι σημαντικά (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσες αποφάσεις Enderby, σκέψη 17, καθώς και Seymour-Smith και Perez, σκέψη 62).
44
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η σύγκριση δεν είναι λυσιτελής όταν αφορά κατηγορίες που προσδιορίζονται αυθαίρετα, ώστε η μία απ’ αυτές να αποτελείται κυρίως από γυναίκες και η άλλη κυρίως από άνδρες, και μάλιστα όταν σκοπός του προσδιορισμού αυτού είναι η επίτευξη, μέσω διαδοχικών συγκρίσεων, της ευθυγραμμίσεως των αμοιβών της κατηγορίας που αποτελείται κυρίως από γυναίκες προς τις αμοιβές μιας άλλης κατηγορίας, η οποία επίσης έχει προσδιοριστεί αυθαίρετα, ώστε να περιλαμβάνει κυρίως άνδρες (βλ. απόφαση της 31ης Μαΐου 1995, C-400/93, Royal Copenhagen, Συλλογή 1995, σ. I-1275, σκέψη 36).
45
Συνεπώς, η εκ μέρους του εργοδότη δικαιολόγηση της διαφοράς αμοιβών από την οποία προκύπτει ένδειξη δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου πρέπει να αναφέρεται σε πρόσωπα με τα οποία γίνεται σύγκριση τα οποία, λόγω του γεγονότος ότι χαρακτηριστικό της καταστάσεώς τους αποτελεί η ύπαρξη έγκυρων στατιστικών στοιχείων που καλύπτουν αρκετά μεγάλο αριθμό ατόμων και δεν εκφράζουν καθαρώς τυχαία ή συγκυριακά φαινόμενα, γενικότερα δε είναι σημαντικά, ελήφθησαν υπόψη από το εθνικό δικαστήριο προς διαπίστωση της εν λόγω διαφοράς.
46
Τρίτον, όσον αφορά το ζήτημα αν οι λόγοι διασφαλίσεως καλών συλλογικών εργασιακών σχέσεων μπορούν να ληφθούν υπόψη για την αντικειμενική δικαιολόγηση προφανούς έμμεσης διακρίσεως λόγω φύλου όσον αφορά την αμοιβή, τονίζεται ότι οι λόγοι επί των οποίων μπορεί να στηριχθεί μια τέτοια αντικειμενική δικαιολόγηση πρέπει να ανταποκρίνονται σε πραγματική ανάγκη του εργοδότη, εν προκειμένω του υπουργείου (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, 170/84, Bilka-Kaufhaus, Συλλογή 1986, σ. 1607, σκέψεις 36 και 37, καθώς και προπαρατεθείσα απόφαση Brunnhofer, σκέψη 67).
47
Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει σαφώς από το άρθρο 4 της οδηγίας 75/117, οι συλλογικές συμβάσεις, όπως και οι νομοθετικές, οι κανονιστικές ή οι διοικητικές διατάξεις, πρέπει να τηρούν την αρχή που καθιερώνει το άρθρο 141 ΕΚ (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Enderby, σκέψη 21).
48
Επομένως, όπως τόνισε και ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 59 έως 68 των προτάσεών του, δεν αμφισβητείται ότι, όπως και οι συλλογικές συμβάσεις, οι λόγοι διασφαλίσεως καλών συλλογικών εργασιακών σχέσεων πρέπει να εξυπηρετούνται τηρουμένης της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων όσον αφορά την αμοιβή μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών. Συνεπώς, οι ως άνω λόγοι δεν μπορούν, μόνοι αυτοί, να δικαιολογούν τέτοιου είδους διακρίσεις.
49
Παρά ταύτα, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι το γεγονός ότι τα στοιχεία της αμοιβής έχουν καθορισθεί κατόπιν συλλογικών διαπραγματεύσεων ή διαπραγματεύσεων σε τοπικό επίπεδο μπορεί να λαμβάνεται υπόψη από το εθνικό δικαστήριο ως στοιχείο βάσει του οποίου δύναται να εκτιμηθεί κατά πόσον οι διαφορές μεταξύ των μέσων αμοιβών δύο κατηγοριών εργαζομένων οφείλονται σε αντικειμενικούς παράγοντες ανεξάρτητους προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Royal Copenhagen, σκέψη 46).
50
Επομένως, οι λόγοι διασφαλίσεως καλών συλλογικών εργασιακών σχέσεων μπορούν να λαμβάνονται υπόψη από το εθνικό δικαστήριο σε συνάρτηση με άλλα στοιχεία βάσει των οποίων δύναται να εκτιμηθεί κατά πόσον οι διαφορές μεταξύ των αμοιβών δύο κατηγοριών εργαζομένων οφείλονται σε αντικειμενικούς παράγοντες ανεξάρτητους προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου και σύμφωνους προς την αρχή της αναλογικότητας.
51
Σε κάθε περίπτωση, και όπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 41 και 45 της παρούσας αποφάσεως όσον αφορά τα λοιπά σκέλη των υποβληθέντων από το αιτούν δικαστήριο ερωτημάτων, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, το μόνο αρμόδιο να διαπιστώνει και να εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά, να εξακριβώσει, επίσης, κατά πόσο οι ως άνω λόγοι μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης προς δικαιολόγηση προφανούς έμμεσης διακρίσεως λόγω φύλου όσον αφορά την αμοιβή.
52
Κατόπιν των ανωτέρω, στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 141 ΕΚ και η οδηγία 75/117 έχουν την έννοια ότι:
—
εργαζόμενοι οι οποίοι παρέχουν όμοια εργασία ή εργασία στην οποία μπορεί να αποδοθεί ίση αξία, λαμβανομένου υπόψη ενός συνόλου παραγόντων όπως είναι η φύση της εργασίας, η κατάρτιση και οι όροι εργασίας, μπορούν να θεωρηθούν ως ευρισκόμενοι σε συγκρίσιμη κατάσταση, η δε εκτίμηση αυτή απόκειται στο εθνικό δικαστήριο·
—
στο πλαίσιο έμμεσης διακρίσεως όσον αφορά την αμοιβή, απόκειται στον εργοδότη να δικαιολογήσει κατά τρόπο αντικειμενικό τη διαφορά αμοιβών που διαπιστώνεται μεταξύ των εργαζομένων οι οποίοι θεωρούν ότι υφίστανται δυσμενή διάκριση και των προσώπων με τα οποία γίνεται σύγκριση·
—
η εκ μέρους του εργοδότη δικαιολόγηση της διαφοράς αμοιβών από την οποία προκύπτει ένδειξη δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου πρέπει να αναφέρεται σε πρόσωπα με τα οποία γίνεται σύγκριση τα οποία, λόγω του γεγονότος ότι χαρακτηριστικό της καταστάσεώς τους αποτελεί η ύπαρξη έγκυρων στατιστικών στοιχείων που καλύπτουν αρκετά μεγάλο αριθμό ατόμων και δεν εκφράζουν καθαρώς τυχαία ή συγκυριακά φαινόμενα, γενικότερα δε είναι σημαντικά, ελήφθησαν υπόψη από το εθνικό δικαστήριο προς διαπίστωση επί της εν λόγω διαφοράς, και
—
οι λόγοι διασφαλίσεως καλών εργασιακών σχέσεων μπορούν να λαμβάνονται υπόψη από το εθνικό δικαστήριο σε συνάρτηση με άλλα στοιχεία βάσει των οποίων δύναται να εκτιμηθεί κατά πόσο οι διαφορές μεταξύ των αμοιβών δύο κατηγοριών εργαζομένων οφείλονται σε αντικειμενικούς παράγοντες ανεξάρτητους προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου και σύμφωνους προς την αρχή της αναλογικότητας.
Επί των δικαστικών εξόδων
53
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 141 ΕΚ και η οδηγία 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, έχουν την έννοια ότι:
—
εργαζόμενοι οι οποίοι παρέχουν όμοια εργασία ή εργασία στην οποία μπορεί να αποδοθεί ίση αξία, λαμβανομένου υπόψη ενός συνόλου παραγόντων όπως είναι η φύση της εργασίας, η κατάρτιση και οι όροι εργασίας, μπορούν να θεωρηθούν ως ευρισκόμενοι σε συγκρίσιμη κατάσταση, η δε εκτίμηση αυτή απόκειται στο εθνικό δικαστήριο·
—
στο πλαίσιο έμμεσης διακρίσεως όσον αφορά την αμοιβή, απόκειται στον εργοδότη να δικαιολογήσει κατά τρόπο αντικειμενικό τη διαφορά αμοιβών που διαπιστώνεται μεταξύ των εργαζομένων οι οποίοι θεωρούν ότι υφίστανται δυσμενή διάκριση και των προσώπων με τα οποία γίνεται σύγκριση·
—
η εκ μέρους του εργοδότη δικαιολόγηση της διαφοράς αμοιβών από την οποία προκύπτει ένδειξη δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου πρέπει να αναφέρεται σε πρόσωπα με τα οποία γίνεται σύγκριση τα οποία, λόγω του γεγονότος ότι χαρακτηριστικό της καταστάσεώς τους αποτελεί η ύπαρξη έγκυρων στατιστικών στοιχείων που καλύπτουν αρκετά μεγάλο αριθμό ατόμων και δεν εκφράζουν καθαρώς τυχαία ή συγκυριακά φαινόμενα, γενικότερα δε είναι σημαντικά, ελήφθησαν υπόψη από το εθνικό δικαστήριο προς διαπίστωση επί της εν λόγω διαφοράς, και
—
οι λόγοι διασφαλίσεως καλών εργασιακών σχέσεων μπορούν να λαμβάνονται υπόψη από το εθνικό δικαστήριο σε συνάρτηση με άλλα στοιχεία βάσει των οποίων δύναται να εκτιμηθεί κατά πόσο οι διαφορές μεταξύ των αμοιβών δύο κατηγοριών εργαζομένων οφείλονται σε αντικειμενικούς παράγοντες ανεξάρτητους προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου και σύμφωνους προς την αρχή της αναλογικότητας.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy