ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 8ης Νοεμβρίου 2012 ( *1 )
«Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων — Άρθρο 45 ΣΛΕΕ — Διαδικασία μερικής ή πλήρους διαγραφής χρεών — Οφειλέτης φυσικό πρόσωπο — Εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία εξαρτά τη διαγραφή χρεών από προϋπόθεση περί κατοικίας»
Στην υπόθεση C-461/11,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Stockholms tingsrätt (Σουηδία) με απόφαση της 23ης Αυγούστου 2011, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Σεπτεμβρίου 2011, στο πλαίσιο της δίκης
Ulf Kazimierz Radziejewski
κατά
Kronofogdemyndigheten i Stockholm,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta, προεδρεύουσα του τρίτου τμήματος, K. Lenaerts (εισηγητή), E. Juhász, J. Malenovský και D. Šváby, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 24ης Μαΐου 2012,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
ο U. K. Radziejewski, εκπροσωπούμενος από τον E. Envall, socionom/utredare,
—
η Kronofogdemyndigheten i Stockholm, εκπροσωπούμενη από τις A.-C. Gustafsson και S. Höglund Westermark,
—
η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις A. Falk, C. Meyer-Seitz και C. Stege,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους J. Enegren και G. Rozet,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2012,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 45 ΣΛΕΕ.
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του U. K. Radziejewski και της Kronofogdemyndigheten i Stockholm (δημόσιας υπηρεσίας της Στοκχόλμης για την αναγκαστική είσπραξη οφειλών, στο εξής: KFM), όσον αφορά μια αίτηση διαγραφής χρεών.
Το νομικό πλαίσιο
Η κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης
Ο κανονισμός (ΕΚ) 1346/2000
3
Το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ L 160, σ. 1), ορίζει τα εξής:
«[…] Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας στις οποίες εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός απαριθμούνται στα παραρτήματα. […]»
4
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1346/2000 έχει ως εξής:
«Ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις συλλογικές διαδικασίες οι οποίες προϋποθέτουν την αφερεγγυότητα του οφειλέτη, συνεπάγονται τη μερική ή ολική πτωχευτική του απαλλοτρίωση και τον διορισμό συνδίκου.»
5
Το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1346/2000 ορίζει ότι ως «διαδικασίες αφερεγγυότητας» νοούνται «οι συλλογικές διαδικασίες οι εμπίπτουσες στο άρθρο 1, παράγραφος 1», οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα Α.
6
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1346/2000 ορίζει τα εξής:
«Αρμόδια για την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του οφειλέτη. […]»
7
Το παράρτημα A του κανονισμού 1346/2000 ορίζει τα εξής:
«Διαδικασίες αφερεγγυότητας του άρθρου 2, στοιχείο αʹ
[…]
ΣΟΥΗΔΙΑ
—
Konkurs
—
Företagsrekonstruktion
[…]»
Ο κανονισμός (EK) 44/2001
8
Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1), ορίζει το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού ως εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου. Δεν καλύπτει ιδίως φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις.
2. Εξαιρούνται από την εφαρμογή του:
[...]
β)
οι πτωχεύσεις, πτωχευτικοί συμβιβασμοί και άλλες ανάλογες διαδικασίες·
[...]».
9
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 44/2001 ορίζει τα εξής:
«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:
1)
α)
ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή·
[…]».
10
Το άρθρο 32 του κανονισμού 44/2001 ορίζει τα εξής:
«Ως απόφαση, κατά την έννοια του παρόντα κανονισμού, νοείται κάθε απόφαση εκδιδόμενη από δικαστήριο κράτους μέλους, οποιαδήποτε και αν είναι η ονομασία της, όπως απόφαση, διαταγή, διαταγή εκτελέσεως, καθώς και ο καθορισμός της δικαστικής δαπάνης από τον γραμματέα.»
11
Κατά το άρθρο 62 του κανονισμού 44/2001:
«Στη Σουηδία, στις συνοπτικές διαδικασίες διαταγών πληρωμής (betalningsföreläggande) και αρωγής (handräckning), οι όροι “δικαστής”, “δικαστήριο” και “δικαιοδοσία” περιλαμβάνουν τη σουηδική δημόσια υπηρεσία αναγκαστικής είσπραξης (kronofogdemyndighet).»
Το σουηδικό δίκαιο
12
Το άρθρο 4 του νόμου 548 του 2006, περί της ολικής ή μερικής διαγραφής χρεών [skuldsaneringslagen (2006:548), στο εξής: SSL], ορίζει τα εξής:
«Επιτρέπεται η διαγραφή χρεών ενός οφειλέτη ο οποίος είναι φυσικό πρόσωπο που κατοικεί στη Σουηδία, εφόσον:
1o)
ο οφειλέτης είναι αφερέγγυος και τα χρέη του είναι τόσα, ώστε δεν μπορεί να αναμένεται ότι θα είναι σε θέση να εξοφλήσει τα χρέη του εντός προβλέψιμου χρονικού διαστήματος, και
2o)
είναι εύλογο, λαμβανομένης υπόψη της προσωπικής και της οικονομικής καταστάσεως του οφειλέτη, να διαγραφούν τα χρέη του.
Τα άτομα που έχουν καταχωρισθεί στο μητρώο πληθυσμού στη Σουηδία θεωρούνται κάτοικοι Σουηδίας, για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου.
Για την εφαρμογή του δεύτερου εδαφίου, λαμβάνονται ιδίως υπόψη οι συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργήθηκαν τα χρέη, οι προσπάθειες τις οποίες κατέβαλε ο οφειλέτης για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του και ο τρόπος κατά τον οποίο συνεργάστηκε ο οφειλέτης στο πλαίσιο της διαδικασίας διαγραφής των χρεών.
Αν ο οφειλέτης είναι επιχειρηματίας, επιτρέπεται η διαγραφή χρεών μόνον εφόσον είναι απλό να διερευνηθούν οι οικονομικές περιστάσεις της επιχειρηματικής δραστηριότητας.»
13
Το άρθρο 13 του SSL προβλέπει ότι η αίτηση διαγραφής χρεών απορρίπτεται αν δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 4.
14
Το άρθρο 14 του SSL προβλέπει ότι η KFM πρέπει να ζητεί τις αναγκαίες πληροφορίες για την προσωπική και οικονομική κατάσταση του οφειλέτη από τις άλλες διοικητικές αρχές.
15
Το άρθρο 17 του SSL προβλέπει ότι η KFM ακούει, εν ανάγκη, την άποψη του οφειλέτη, πριν λάβει οποιαδήποτε απόφαση, οπότε ο οφειλέτης οφείλει να παρουσιαστεί αυτοπροσώπως όταν κληθεί και να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες.
Το ιστορικό της διαφοράς και το προδικαστικό ερώτημα
16
O U. K. Radziejewski είναι Σουηδός υπήκοος ο οποίος εργάζεται και κατοικεί στο Βέλγιο από το 2001. Εργοδότης του είναι η Εκκλησία της Σουηδίας.
17
Από το 1971 έως το 1996 διαχειριζόταν με τη σύζυγό του ένα θεραπευτήριο στη Σουηδία. Το θεραπευτήριο πτώχευσε το 1996, πράγμα το οποίο είχε ως συνέπεια την αφερεγγυότητα του ζεύγους Radziejewski. Επιβλήθηκε κατάσχεση στις αποδοχές τους από το 1997, διαδικασία την οποία διαχειρίζεται η KFM.
18
Το 2011 ο U. K. Radziejewski υπέβαλε στην KFM αίτηση διαγραφής χρεών. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με απόφαση της 29ης Ιουνίου 2011, με την αιτιολογία ότι μία από τις προϋποθέσεις για τη λήψη τέτοιου μέτρου ήταν να κατοικεί ο οφειλέτης στη Σουηδία. Η KFM δεν εξέτασε αν ο U. K. Radziejewski πληρούσε τις τρεις λοιπές εκ του νόμου προϋποθέσεις για να τύχει διαγραφής χρεών.
19
Ο U. K. Radziejewski άσκησε προσφυγή ενώπιον του Stockholms tingsrätt κατά της εν λόγω απορριπτικής αποφάσεως, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι ο σουηδικός νόμος αντιβαίνει στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ζήτησε από το Stockholms tingsrätt να αναπέμψει την υπόθεση στην KFM και να τη διατάξει να κινήσει διαδικασία διαγραφής χρεών.
20
Κατά το Stockholms tingsrätt, η διαδικασία διαγραφής χρεών δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1346/2000. Κατά συνέπεια, μέτρο το οποίο λαμβάνει μια σουηδική αρχή σύμφωνα με την εν λόγω διαδικασία δεν μπορεί κατά κανόνα να εκτελεσθεί εκτός του Βασιλείου της Σουηδίας.
21
Το Stockholms tingsrätt εξηγεί ότι η διαγραφή χρεών μπορεί να χορηγηθεί μόνον αν ο οφειλέτης κατοικεί στη Σουηδία, χωρίς ωστόσο να απαιτείται να έχει σουηδική ιθαγένεια. Συνεπώς, ένα πρόσωπο που έχει αποδημήσει στην αλλοδαπή και κατοικεί εκεί δεν μπορεί να τύχει διαγραφής χρεών στη Σουηδία, ακόμη και αν υφίστανται έντονοι δεσμοί με το κράτος μέλος αυτό, λόγω του ότι τα χρέη δημιουργήθηκαν στη Σουηδία και ότι ο εργοδότης του προσώπου αυτού είναι σουηδικής ιθαγενείας.
22
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Stockholms tingsrätt αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Είναι η προϋπόθεση περί κατοικίας στη Σουηδία την οποία προβλέπει το άρθρο 4 του [SSL] ικανή να εμποδίσει ή να αποθαρρύνει έναν εργαζόμενο να εγκαταλείψει τη Σουηδία, προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμά του για ελεύθερη κυκλοφορία, και ως εκ τούτου αντιβαίνει η προϋπόθεση αυτή στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης που καθιερώνει το άρθρο 45 ΣΛΕΕ;»
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
23
Κατ’ αρχάς, διαπιστώνεται, αφενός, ότι, όπως επισήμανε η Σουηδική Κυβέρνηση στις γραπτές παρατηρήσεις της, η σουηδική διαδικασία διαγραφής χρεών δεν συνεπάγεται την πτωχευτική απαλλοτρίωση της περιουσίας του οφειλέτη, οπότε δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως διαδικασία αφερεγγυότητας, υπό την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού 1346/2000 (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 2ας Μαΐου 2006, C-341/04, Eurofood IFSC, Συλλογή 2006, σ. I-3813, σκέψη 46).
24
Εξάλλου, η σουηδική διαδικασία διαγραφής χρεών δεν περιλαμβάνεται στο παράρτημα A του κανονισμού 1346/2000. Δεδομένου ότι ο κανονισμός αυτός έχει εφαρμογή μόνο στις διαδικασίες που απαριθμούνται στο εν λόγω παράρτημα, η επίμαχη στην κύρια δίκη διαδικασία διαγραφής χρεών δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του.
25
Όσον αφορά, αφετέρου, τον κανονισμό 44/2001, σημειωτέον ότι, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 41 των προτάσεών της, μια απόφαση περί διαγραφής χρεών όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη αποτελεί πράξη διοικητικής αρχής η οποία, στο πλαίσιο διαδικασιών πλην των προβλεπομένων στο άρθρο 62 του κανονισμού αυτού, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «δικαστήριο», υπό την έννοια του άρθρου 32 του εν λόγω κανονισμού.
26
Συνεπώς, μια απόφαση περί διαγραφής χρεών την οποία λαμβάνει δημόσια αρχή όπως η KFM αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001.
27
Υπό το πρίσμα αυτών των σκέψεων πρέπει το Δικαστήριο να δώσει απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
28
Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 45 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιβαίνει προς αυτό εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία εξαρτά τη διαγραφή χρεών από προϋπόθεση περί κατοικίας εντός του οικείου κράτους μέλους.
29
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το σύνολο των διατάξεων της Συνθήκης ΛΕΕ που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων σκοπεί στη διευκόλυνση της ασκήσεως πάσης φύσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων στο έδαφος της Ένωσης από τους υπηκόους των κρατών μελών και απαγορεύει τα μέτρα τα οποία θα μπορούσαν να αποδειχθούν δυσμενή για τους υπηκόους αυτούς αν θελήσουν να ασκήσουν οικονομική δραστηριότητα εντός άλλου κράτους μέλους (βλ. απόφαση της 16ης Μαρτίου 2010, C-325/08, Olympique Lyonnais, Συλλογή 2010, σ. I-2177, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
30
Ως εκ τούτου, εθνικές διατάξεις οι οποίες εμποδίζουν ή αποθαρρύνουν εργαζόμενο υπήκοο κράτους μέλους να εγκαταλείψει το κράτος καταγωγής του προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας συνιστούν περιορισμούς της ελευθερίας αυτής, ακόμη και αν εφαρμόζονται αδιακρίτως της ιθαγενείας των οικείων εργαζομένων (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Olympique Lyonnais, σκέψη 34).
31
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία εξαρτά τη χορήγηση διαγραφής χρεών από προϋπόθεση περί κατοικίας, είναι ικανή να αποθαρρύνει τον αφερέγγυο εργαζόμενο του οποίου το χρέος είναι τόσο μεγάλο ώστε ουδόλως μπορεί να υποτεθεί ότι θα είναι σε θέση να το εξοφλήσει στο προσεχές μέλλον να ασκήσει το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας. Συγκεκριμένα, θα τον αποθαρρύνει να αποχωρήσει από το κράτος μέλος καταγωγής του για να εργασθεί σε άλλο κράτος μέλος, αν τούτο του στερεί τη δυνατότητα να τύχει διαγραφής χρεών εντός του εν λόγω κράτους μέλους καταγωγής.
32
Κατά συνέπεια, η ρύθμιση αυτή συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, απαγορευόμενο, κατ’ αρχήν, από το άρθρο 45 ΣΛΕΕ.
33
Μέτρο που παρακωλύει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων μπορεί να επιτραπεί μόνον εφόσον επιδιώκει την επίτευξη θεμιτού σκοπού συμβατού με τη Συνθήκη και εφόσον δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος. Σε τέτοια περίπτωση, απαιτείται επίσης η εφαρμογή του μέτρου αυτού να είναι ικανή να διασφαλίσει την επίτευξη του οικείου σκοπού και να μην υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού αυτού (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Olympique Lyonnais, σκέψη 38).
34
Η Σουηδική Κυβέρνηση προβάλλει, πρώτον, ως δικαιολογητικό λόγο, ότι από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του SSL προκύπτει ότι η προϋπόθεση περί κατοικίας συναρτάται με το γεγονός ότι τα μέτρα διαγραφής χρεών δεν αναγνωρίζονται κατά κανόνα στο εξωτερικό. Ο Σουηδός νομοθέτης, απαιτώντας μια σχέση με το Βασίλειο της Σουηδίας εκφραζόμενη μέσω μιας προϋποθέσεως περί κατοικίας, είχε τη βούληση να προστατεύσει τον οφειλέτη από τους αλλοδαπούς πιστωτές που δεν μετέχουν στη σουηδική διαδικασία περί διαγραφής χρεών.
35
Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά το μέτρο που μια απόφαση περί διαγραφής χρεών όπως αυτή της KFM δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1346/2000 ούτε του κανονισμού 44/2001, το δίκαιο της Ένωσης δεν επιβάλλει καμία υποχρέωση αναγνωρίσεως μιας τέτοιας αποφάσεως στις αρχές των άλλων κρατών μελών.
36
Συνεπώς, ελλείψει μέτρων εναρμονίσεως, είναι θεμιτή η βούληση ενός κράτους μέλους να προστατεύσει την αποτελεσματικότητα των μέτρων διαγραφής χρεών που λαμβάνουν οι αρχές του.
37
Ωστόσο, ελλοχεύει ο κίνδυνος μια προϋπόθεση περί κατοικίας όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού αυτού, να είναι ανεπαρκής σε ορισμένες περιπτώσεις και υπερβολικά γενική σε άλλες.
38
Συγκεκριμένα, μολονότι μια απόφαση περί διαγραφής χρεών όπως αυτή της KFM δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001, γεγονός παραμένει ότι ο κανονισμός αυτός περιέχει κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που έχουν εφαρμογή στις αστικές και εμπορικές ένδικες διαφορές μεταξύ των πιστωτών και του οφειλέτη τους.
39
Ως εκ τούτου, από τη μία πλευρά, ένας οφειλέτης που κατοικεί στη Σουηδία μπορεί να εναχθεί από τους πιστωτές του ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους, χωρίς ωστόσο να είναι αναμφισβήτητο ότι μπορεί να επικαλεσθεί μια απόφαση περί διαγραφής χρεών όπως αυτή της KFM. Τούτο συμβαίνει, μεταξύ άλλων, όταν ένας τέτοιος οφειλέτης ενάγεται, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 44/2001, από τους πιστωτές του ενώπιον των δικαστηρίων κράτους μέλους πλην του Βασιλείου της Σουηδίας, το οποίο αποτελεί τον τόπο στον οποίο εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η συμβατική ενοχή που συνιστά τη βάση της αγωγής.
40
Συνεπώς, μια προϋπόθεση περί κατοικίας όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη δεν αποκλείει τον κίνδυνο να απαιτήσουν οι πιστωτές ενός οφειλέτη κατοίκου Σουηδίας την εξόφληση των απαιτήσεών τους εντός κράτους μέλους πλην της Σουηδίας, όπου μια απόφαση περί διαγραφής χρεών όπως αυτή της KFM δεν αναγνωρίζεται.
41
Από την άλλη πλευρά, ένας οφειλέτης που κατοικεί εντός κράτους μέλους πλην του Βασιλείου της Σουηδίας μπορεί, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 44/2001, να εναχθεί από τους πιστωτές του ενώπιον των σουηδικών δικαστηρίων, διότι τα δικαστήρια αυτά μπορούν να κριθούν αρμόδια, ιδίως αν μια συμβατική υποχρέωση εκτελέσθηκε ή πρέπει να εκτελεσθεί στη Σουηδία.
42
Αντιθέτως προς έναν οφειλέτη που κατοικεί στη Σουηδία, ένας οφειλέτης όπως ο U. K. Radziejewski στερείται της δυνατότητας να τύχει της προστασίας που του προσφέρει στη Σουηδία απόφαση περί διαγραφής χρεών όπως αυτή της KFM, στο πλαίσιο αγωγών που έχουν ασκήσει οι πιστωτές του εις βάρος του, εντός του κράτους μέλους αυτού.
43
Συνεπώς, κανονιστική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού που εκτίθεται στη σκέψη 34 της παρούσας αποφάσεως.
44
Η Σουηδική Κυβέρνηση υποστηρίζει, δεύτερον, ότι μια προϋπόθεση περί κατοικίας όπως η προβλεπόμενη από την επίμαχη στην κύρια δίκη κανονιστική ρύθμιση είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί ικανοποιητικά η οικονομική και προσωπική κατάσταση του οφειλέτη.
45
Εξηγεί ότι, για να είναι δυνατό να τύχει ο οφειλέτης διαγραφής χρεών, το άρθρο 4 του SSL ορίζει ότι η KFM πρέπει να εξετάσει όχι μόνον τα αρχικά στοιχεία που παρέσχε ο οφειλέτης, αλλά και να είναι σε θέση να ερευνά και να ελέγχει τα στοιχεία αυτά, καθώς και να παρακολουθεί τις προσπάθειες του οφειλέτη προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και να ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις του. Εξάλλου, η διαδικασία διαγραφής χρεών προϋποθέτει επίσης ενεργητική συμμετοχή του οφειλέτη, η οποία διευκολύνεται αν αυτός κατοικεί εντός της χώρας στην οποία διεξάγεται η διαδικασία αυτή. Συνεπώς, κατά τη Σουηδική Κυβέρνηση, η προϋπόθεση περί κατοικίας μπορεί ως εκ τούτου να αποβεί χρήσιμη για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των ελέγχων του KFM.
46
Συναφώς, είναι θεμιτό ένα κράτος μέλος να επιθυμεί να ελέγξει την οικονομική και προσωπική κατάσταση του οφειλέτη πριν λάβει υπέρ του μέτρο διαγραφής όλων ή μέρους των χρεών του (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 18ης Ιουλίου 2006, C-406/04, De Cuyper, Συλλογή 2006, σ. I-6947, σκέψη 41).
47
Εντούτοις, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Σουηδική Κυβέρνηση δέχθηκε ότι οφειλέτης ο οποίος κατοικεί στη Σουηδία κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως περί διαγραφής χρεών, αλλά ο οποίος, αφότου έτυχε της διαγραφής αυτής, αποφάσισε να μεταβεί, για να εργασθεί και να κατοικήσει, σε άλλο κράτος μέλος, παραμένοντας συγχρόνως εγγεγραμμένος στο μητρώο πληθυσμού στη Σουηδία, εξακολουθεί να τυγχάνει του μέτρου αυτού. Ως εκ τούτου, η επιβολή μιας προϋποθέσεως περί κατοικίας, όπως η προβλεπόμενη από την επίμαχη στην κύρια δίκη κανονιστική ρύθμιση, η οποία πρέπει να πληρούται αποκλειστικώς και μόνον κατά την υποβολή της αιτήσεως διαγραφής χρεών, δεν αποτελεί προϋπόθεση η οποία έχει σχέση με την αποτελεσματικότητα των ελέγχων της KFM (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2006, C-192/05, Tas-Hagen και Tas, Συλλογή 2006, σ. I-10451, σκέψη 39). Πράγματι, το γεγονός ότι ο οφειλέτης κατοικεί εντός άλλου κράτους μέλους προφανώς δεν αποτελεί εμπόδιο για τους ελέγχους που πρέπει να γίνονται μετά τη χορήγηση διαγραφής χρεών.
48
Επιπλέον, επιβάλλεται η επισήμανση ότι η οικονομική και η προσωπική κατάσταση ενός οφειλέτη όπως ο U. K. Radziejewski μπορεί να διαπιστωθεί χωρίς να είναι ανάγκη να κατοικεί αυτός στη Σουηδία, δεδομένου ότι έχει επιβληθεί κατάσχεση στις αποδοχές του, διαδικασία την οποία διαχειρίζεται η KFM, ότι ο εργοδότης του είναι Σουηδός και ότι, δυνάμει του νόμου 1229 του 1999, περί του φόρου εισοδήματος [inkomstskattelagen (1999:1229)], «υπόκειται απεριορίστως» στον φόρο στη Σουηδία.
49
Ομοίως, η KFM μπορεί να καλέσει έναν οφειλέτη όπως ο U. K. Radziejewski να μεταβεί στη Σουηδία ή, αν δεν έχει τη δυνατότητα να ταξιδέψει, να της παράσχει όλα τα σχετικά στοιχεία που αφορούν την προσωπική και οικονομική του κατάσταση, υπό την επιφύλαξη της αναστολής ή της ακυρώσεως της σουηδικής διαδικασίας διαγραφής χρεών, σε περίπτωση αδικαιολόγητης αρνήσεως εκ μέρους του εν λόγω οφειλέτη. Ως εκ τούτου, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η Σουηδική Κυβέρνηση, το γεγονός ότι ο ίδιος ο οφειλέτης πρέπει να παράσχει ορισμένα στοιχεία δεν μπορεί αφ’ εαυτού να θίξει την ικανότητα ελέγχου της KFM.
50
Κατά συνέπεια, προϋπόθεση περί κατοικίας όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του σκοπού που εκτίθεται στη σκέψη 44 της παρούσας αποφάσεως.
51
Τρίτον, η Σουηδική Κυβέρνηση υποστήριξε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η προϋπόθεση περί κατοικίας την οποία προβλέπει η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση σκοπεί στη διαφύλαξη της αποτελεσματικής εφαρμογής του κανονισμού 1346/2000.
52
Εντούτοις, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 23 της παρούσας αποφάσεως, μια διαδικασία διαγραφής χρεών όπως η επίμαχη της κύριας δίκης δεν αποτελεί διαδικασία αφερεγγυότητας, υπό την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού 1346/2000.
53
Συνεπώς, η επίμαχη στην κύρια δίκη κανονιστική ρύθμιση δεν επηρεάζει τον κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1346/2000.
54
Κατόπιν των ανωτέρω, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 45 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιβαίνει προς αυτό εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία εξαρτά τη διαγραφή χρεών από προϋπόθεση περί κατοικίας εντός του οικείου κράτους μέλους.
Επί των δικαστικών εξόδων
55
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 45 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιβαίνει προς αυτό εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία εξαρτά τη διαγραφή χρεών από προϋπόθεση περί κατοικίας εντός του οικείου κράτους μέλους.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η σουηδική.
Full & Egal Universal Law Academy