ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα)
της 6ης Σεπτεμβρίου 2012 ( *1 )
«Προσχώρηση νέων κρατών μελών — Μεταβατικά μέτρα — Γεωργικά προϊόντα — Ζάχαρη — Κανονισμός (ΕΚ) 60/2004 — Συντελεστές και βάση του φόρου επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων»
Στην υπόθεση C-471/11,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Augstākās Tiesas Senāts (Λεττονία) με απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2010, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Σεπτεμβρίου 2011, στο πλαίσιο της δίκης
Cido Grupa SIA
κατά
Valsts ieņēmumu dienests,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους U. Lõhmus, πρόεδρο τμήματος, A. Ó Caoimh και C. G. Fernlund (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Cido Grupa SIA, εκπροσωπούμενη από τον I. Lielpinka, advokāte,
—
η Valsts ieņēmumu dienests, εκπροσωπούμενη από την N. Jezdakova,
—
η Λεττονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. Kalniņš και την D. Pelše,
—
η Εσθονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. Linntam,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους Δ. Τριανταφύλλου και A. Sauka,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 60/2004 της Επιτροπής, της 14ης Ιανουαρίου 2004, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων στον τομέα της ζάχαρης λόγω της προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ L 9, σ. 8, και διορθωτικό, ΕΕ 2005, L 30, σ. 27), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1667/2005 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2005 (ΕΕ L 269, σ. 3, στο εξής: κανονισμός 60/2004).
2
Η αίτηση αυτή ανέκυψε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Cido Grupa SIA (στο εξής: Cido Grupa) και της Valsts ieņēmumu dienests (λεττονικής φορολογικής αρχής, στο εξής: VID) ως προς την είσπραξη φόρου επί του πλεονάζοντος αποθέματος του σιροπιού ζάχαρης.
Το νομικό πλαίσιο
3
Το άρθρο 41, πρώτο εδάφιο, της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2003, L 236, σ. 33), παρέχει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τη δυνατότητα να λαμβάνει μέτρα προς διευκόλυνση της μεταβάσεως των νέων κρατών μελών στο καθεστώς της κοινής γεωργικής πολιτικής κατά τη διάρκεια τριετούς περιόδου από της ημερομηνίας προσχωρήσεως. Η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 60/2004, βασιζόμενη, μεταξύ άλλων, στη διάταξη αυτή.
4
Κατά το προοίμιο του κανονισμού 60/2004:
«[...]
(5)
Υπάρχει σημαντικός κίνδυνος διατάραξης των αγορών στον τομέα της ζάχαρης εξαιτίας προϊόντων τα οποία εισήχθησαν στα νέα κράτη μέλη πριν από την προσχώρησή τους με σκοπό την κερδοσκοπία. Ως εκ τούτου, πρέπει να ληφθούν μέτρα που διευκολύνουν τη μετάβαση, ώστε να αποφευχθούν τέτοιου είδους κερδοσκοπικές κινήσεις ενόψει της προσχώρησης των νέων κρατών μελών. Παρόμοια μέτρα έχουν ήδη ληφθεί για την εμπορία γεωργικών προϊόντων λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας από τον κανονισμό (ΕΚ) 1972/2003. Είναι αναγκαίοι χωριστοί κανόνες, για να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες του τομέα της ζάχαρης.
[...]
(7)
Επιπλέον, και σύμφωνα με την πράξη προσχώρησης, οι ποσότητες των αποθεμάτων ζάχαρης ή ισογλυκόζης που υπερβαίνουν το κανονικό απόθεμα μεταφοράς πρέπει να εξαλειφθούν από την αγορά με έξοδα των νέων κρατών μελών. Ο προσδιορισμός των πλεοναζόντων αποθεμάτων διενεργείται από την Επιτροπή, βάσει των εξελίξεων στις συναλλαγές και των τάσεων όσον αφορά την παραγωγή και την κατανάλωση στα νέα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ της 1ης Μαΐου 2000 έως τις 30 Απριλίου 2004. Για την εν λόγω διαδικασία, εκτός από τη ζάχαρη και την ισογλυκόζη, μπορούν να ληφθούν υπόψη και άλλα προϊόντα με σημαντική ισοδύναμη περιεκτικότητα σε ζάχαρη, δεδομένου ότι θα μπορούσαν επίσης να αποτελέσουν πιθανό στόχο κερδοσκοπίας. Σε περίπτωση που οι προσδιορισθείσες πλεονάζουσες ποσότητες ζάχαρης και ισογλυκόζης δεν εξαλειφθούν από την αγορά της Κοινότητας το αργότερο έως τις 30 Απριλίου 2005, το σχετικό νέο κράτος μέλος καθίσταται οικονομικώς υπεύθυνο για τη σχετική ποσότητα. Το ποσό που πρέπει να χρεωθεί στο νέο κράτος μέλος και να καταβληθεί στον προϋπολογισμό της Κοινότητας, σε περίπτωση μη εξάλειψης των πλεοναζόντων αποθεμάτων, πρέπει να είναι η υψηλότερη επιστροφή κατά την εξαγωγή που ισχύει κατά την περίοδο από την 1η Μαΐου 2004 έως τις 30 Απριλίου 2005.»
5
Kατά το άρθρο 4, σημείο 1, του κανονισμού 60/2004 ως «ζάχαρη» νοείται:
«[…]
α)
η ζάχαρη από τεύτλα και ζαχαροκάλαμο, σε στερεά μορφή, που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 1701·
β)
το σιρόπι ζάχαρης που υπάγεται στους κωδικούς ΣΟ 1702 60 95, 1702 90 99 και 2106 90 59·
γ)
το σιρόπι ινουλίνης που υπάγεται στους κωδικούς ΣΟ 1702 60 80 και 1702 90 80».
6
Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού:
«Η Επιτροπή ορίζει, το αργότερο έως τις 31 Μαΐου 2005, για κάθε νέο κράτος μέλος, […] την ποσότητα ζάχαρης στη φυσική της κατάσταση ή υπό μορφή μεταποιημένων προϊόντων, ισογλυκόζης και φρουκτόζης που υπερβαίνει την ποσότητα ή οποία θεωρείται ως κανονικό απόθεμα μεταφοράς κατά την 1η Μαΐου 2004 και η οποία πρέπει να εξαλειφθεί από την αγορά με έξοδα των νέων κρατών μελών.
Προκειμένου να καθοριστεί η εν λόγω πλεονάζουσα ποσότητα, λαμβάνονται ιδιαιτέρως υπόψη οι εξελίξεις κατά τη διάρκεια του έτους πριν από την προσχώρηση σε συνάρτηση με τα προηγούμενα έτη, όσον αφορά:
α)
τις εισαγόμενες και εξαγόμενες ποσότητες ζάχαρης στη φυσική της κατάσταση ή υπό μορφή μεταποιημένων προϊόντων, ισογλυκόζης και φρουκτόζης·
β)
την παραγωγή, την κατανάλωση και τα αποθέματα ζάχαρης και ισογλυκόζης·
γ)
τις συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργήθηκαν τα αποθέματα.»
7
Το άρθρο 6, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού επιβάλλει στα νέα κράτη μέλη να απομακρύνουν από την αγορά, το αργότερο μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 2005, τις ποσότητες ζάχαρης ή ισογλυκόζης που η Επιτροπή καθορίζει, για κάθε ένα από τα κράτη αυτά, ως πλεονάζουσες.
8
Το άρθρο 6, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού προβλέπει:
«Για την εφαρμογή της παραγράφου 2, οι αρμόδιες αρχές των νέων κρατών μελών θα διαθέτουν από την 1η Μαΐου 2004 ένα σύστημα για τον προσδιορισμό της πλεονάζουσας ποσότητας ζάχαρης που έχει διατεθεί στο εμπόριο ή παραχθεί, στη φυσική της κατάσταση ή υπό μορφή μεταποιημένων προϊόντων, ισογλυκόζης ή φρουκτόζης, όσον αφορά τους κυριότερους ενδιαφερόμενους φορείς. Το σύστημα είναι δυνατόν ειδικότερα να βασίζεται στην ανίχνευση των εισαγωγών, στη φορολογική παρακολούθηση, στις επιθεωρήσεις με βάση τους λογαριασμούς των φορέων και στα φυσικά αποθέματα, και να περιλαμβάνει μέτρα όπως εγγυήσεις για την κάλυψη του κινδύνου. Το σύστημα προσδιορισμού θα βασίζεται ειδικότερα στην εκτίμηση του κινδύνου κατά την οποία λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:
—
τύπος δραστηριότητας των ενδιαφερόμενων φορέων,
—
χωρητικότητα των εγκαταστάσεων αποθήκευσης,
—
επίπεδο των δραστηριοτήτων.
Το νέο κράτος μέλος χρησιμοποιεί το εν λόγω σύστημα προκειμένου να εξαναγκάσει τους σχετικούς εμπορευομένους να απομακρύνουν από την αγορά με δικές τους δαπάνες ποσότητα ζάχαρης ή ισογλυκόζης που ισοδυναμεί με την ορισθείσα ως δική τους πλεονάζουσα μεμονωμένη ποσότητα. Οι σχετικοί εμπορευόμενοι παρέχουν στο νέο κράτος μέλος την απόδειξη ότι τα προϊόντα απομακρύνθηκαν από την αγορά, το αργότερο έως τις 30 Νοεμβρίου 2005.
Στην περίπτωση μη παροχής της απόδειξης αυτής, το νέο κράτος μέλος χρεώνει ποσό ίσο προς την εν λόγω ποσότητα πολλαπλασιαζόμενο επί τις υψηλότερες επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή που επιβάλλονται στο σχετικό προϊόν κατά τη διάρκεια της περιόδου από την 1η Μαΐου 2004 έως τις 30 Νοεμβρίου 2005, προσαυξανόμενο κατά 1,21 ευρώ/100 kg για ισοδύναμο λευκής ζάχαρης ή ξηράς ύλης.
Το ποσό που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο αποδίδεται στον εθνικό προϋπολογισμό του νέου κράτους μέλους.»
9
Το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 60/2004 ορίζει:
«Σε περίπτωση που δεν παρέχεται απόδειξη της απομάκρυνσης από την αγορά, σύμφωνα με την παράγραφο 1, για μέρος ή για το σύνολο της πλεονάζουσας ποσότητας, το νέο κράτος μέλος χρεώνεται με ποσό ίσο με την ποσότητα που δεν απομακρύνθηκε, πολλαπλασιαζόμενο με την υψηλότερη επιστροφή κατά την εξαγωγή που επιβάλλεται στη λευκή ζάχαρη που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 1701 99 10 κατά τη διάρκεια της περιόδου από την 1η Μαΐου 2004 έως τις 30 Νοεμβρίου 2005 [...]».
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
10
Με απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, η VID διαπίστωσε ότι η Cido Grupa κατείχε πλεονάζον απόθεμα σιροπιού ζάχαρης (κωδικός ΣΟ 2106 90 59) και καθόρισε το ποσό του οφειλόμενου φόρου σε 79697,88 LVL, ήτοι περίπου 113400 ευρώ. Το ποσόν αυτό υπολογίστηκε με βάση ισοδύναμη ποσότητα λευκής ζάχαρης (κωδικός NC 1701 99 10) την οποία περιέχει το σιρόπι ζάχαρης. Προς τούτο, η VID πολλαπλασίασε την ποσότητα του πλεονάζοντος αποθέματος σιροπιού ζάχαρης, ήτοι 295857 kg, με τον συντελεστή συγκεντρώσεως της λευκής ζάχαρης στο προϊόν αυτό, ήτοι 69 %, για να καθοριστεί πλεονάζουσα ποσότητα 204141 kg. Για να καθοριστεί το ποσόν του οφειλόμενου φόρου, η VID εφάρμοσε στην ποσότητα αυτή τον εφαρμοστέο στη λευκή ζάχαρη εισαγωγικό δασμό, προσαυξανόμενο κατά 1,21 ευρώ/100 kg, ήτοι 55,55 ευρώ/100 kg.
11
Κατόπιν της ασκηθείσας από τη Cido Grupa προσφυγής, η απόφαση αυτή ακυρώθηκε μερικώς από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι η VID υπέπεσε σε πλάνη εφαρμόζοντας τον σχετικό με τη λευκή ζάχαρη φορολογικό συντελεστή ενώ το επίμαχο προϊόν ήταν σιρόπι ζάχαρης, στο οποίο επιβάλλεται χαμηλότερη φορολογία. Μετά την κατ’ έφεση επικύρωση της αποφάσεως του εν λόγω δικαστηρίου, η VID και η Cido Grupa υπέβαλαν αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
12
Στο πλαίσιο της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η VID προσάπτει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι ερμήνευσε εσφαλμένως το άρθρο 6 του κανονισμού 60/2004 όταν έκρινε ότι, για τον υπολογισμό του φόρου περί του οποίου πρόκειται στην κύρια δίκη, έπρεπε να ληφθεί ως βάση η πλεονάζουσα ποσότητα του σιροπιού ζάχαρης και ως φορολογικός συντελεστής ο συντελεστής που βασίζεται στον εισαγωγικό δασμό του προϊόντος αυτού. Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία των όρων «οικεία ποσότητα» και «σχετικό προϊόν» που περιλαμβάνονται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 60/2004.
13
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Augstākās Tiesas Senāts αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως με τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Έχει το άρθρο 6, παράγραφος 3, [τρίτο] εδάφιο, του [κανονισμού 60/2004], την έννοια ότι, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστωθεί ότι ο σχετικός φορέας κατέχει μεμονωμένο πλεόνασμα ενός προϊόντος που μπορεί να χαρακτηριστεί ως ζάχαρη κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού, ο εν λόγω φορέας έχει την υποχρέωση να καταβάλει στη φορολογική αρχή ποσό το ύψος του οποίου υπολογίζεται βάσει της ποσότητας λευκής ζάχαρης (κωδικός της Συνδυασμένης Ονοματολογίας 1701 99 10) που αντιστοιχεί στην περιεκτικότητα σε ζάχαρη του προϊόντος για το οποίο διαπιστώθηκε ότι βρίσκεται στην κατοχή του σχετικού φορέα και όχι βάσει της ποσότητας του προϊόντος που διαπιστώθηκε ότι βρίσκεται στην κατοχή του (παραδείγματος χάρη, του σιροπιού ζάχαρης);
2)
Πρέπει να περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του εν λόγω ποσού οι υψηλότεροι εισαγωγικοί δασμοί που ισχύουν σε σχέση με τη λευκή ζάχαρη αντί των δασμών που ισχύουν για το συγκεκριμένο προϊόν το οποίο διαπιστώθηκε ότι βρίσκεται στην κατοχή του σχετικού φορέα;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
14
Με τα δύο πρώτα ερωτήματά του, τα οποία αρμόζει να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 60/2004 έχει την έννοια ότι ο φόρος επί πλεονάζοντος αποθέματος σιροπιού ζάχαρης έχει ως βάση υπολογισμού του την ποσότητα της λευκής ζάχαρης την οποία πράγματι περιέχει το προϊόν αυτό και ως φορολογικό συντελεστή τον συντελεστή του εισαγωγικού δασμού της λευκής ζάχαρης, προσαυξημένο κατά 1,21 ευρώ/100 kg.
15
Όσον αφορά τον συντελεστή του φόρου επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων, το άρθρο 6, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 60/2004 απλώς παραπέμπει στον υψηλότερο εισαγωγικό δασμό που επιβάλλεται «επί του σχετικού προϊόντος». Κατά συνέπεια, ζητείται να διευκρινιστεί αν ο όρος αυτός αφορά, όπως υποστηρίζει η Cido Grupa, τον εισαγωγικό δασμό επί του κατεχόμενου ως πλεονάζουσα ποσότητα προϊόντος, εν προκειμένω του σιροπιού ζάχαρης, ή όπως διατείνονται η VID, η Λεττονική και η Εσθονική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, τον εισαγωγικό δασμό που επιβάλλεται στη λευκή ζάχαρη.
16
Είναι αληθές ότι, ελλείψει διευκρινίσεων, η κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 60/2004 έννοια του «σχετικού προϊόντος» δύναται να νοηθεί ως αφορώσα το κατά πλεονάζουσα ποσότητα προϊόν. Πάντως, η ερμηνεία αυτή δεν λαμβάνει υπόψη το πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως και έρχεται σε αντίθεση με τον σκοπό του κανονισμού 60/2004, ο οποίος, κατά την αιτιολογική σκέψη 5, έγκειται στον περιορισμό του κινδύνου διαταράξεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης εξαιτίας προϊόντων τα οποία εισήχθησαν στα νέα κράτη μέλη με σκοπό την κερδοσκοπία.
17
Το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι οι ενδιαφερόμενοι φορείς υποχρεούνται να απομακρύνουν από την αγορά με δικά τους έξοδα τις ποσότητες πλεονάζουσας ζάχαρης ή ισογλυκόζης που προσδιορίζονται από τις αρχές των νέων κρατών μελών ή να καταβάλουν φόρους, εάν δεν μπορούν να αποδείξουν την απομάκρυνση των εν λόγω ποσοτήτων. Επομένως, υπό το πρίσμα της διατάξεως αυτής, ο κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 60/2004 όρος «σχετικό προϊόν» πρέπει να νοηθεί ως αφορών τη ζάχαρη και την ισογλυκόζη, που είναι τα δύο προϊόντα για τα οποία γίνεται λόγος στο προηγούμενο εδάφιο του εν λόγω άρθρου 6, παράγραφος 3.
18
Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού απομακρύνσεως από την αγορά των πλεοναζόντων αποθεμάτων ζάχαρης, ισογλυκόζης και λοιπών προϊόντων με ισοδύναμη περιεκτικότητα σε ζάχαρη, ο οποίος εκτίθεται στην αιτιολογική σκέψη 7 του κανονισμού 60/2004, το άρθρο 6, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού προβλέπει την εφαρμογή του υψηλότερου εισαγωγικού δασμού που επιβάλλεται στη ζάχαρη ή στην ισογλυκόζη, οι δε δύο αυτές έννοιες καθορίζονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 60/2004. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, στον όρο «ζάχαρη» περιλαμβάνεται, πέραν της ζάχαρης σε στερεά μορφή που εμπίπτει στον κωδικό NC 1701, το σιρόπι ζάχαρης (κωδικοί ΣΟ 1702 60 95, 1702 90 99 και 2106 90 59) και το σιρόπι ινουλίνης (κωδικοί ΣΟ 1702 60 80 και 1702 90 80). Πάντως, από το παράρτημα I του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 256, σ. 1), προκύπτει ότι, μεταξύ των προϊόντων αυτών, στη λευκή ζάχαρη επιβάλλεται η υψηλότερη φορολογία.
19
Συναφώς, επισημαίνεται ότι ο κανονισμός 60/2004 κάνει ρητώς μνεία στη λευκή ζάχαρη για τον υπολογισμό του οφειλόμενου ποσού όταν, σε περίπτωση αδυναμίας απομακρύνσεως του πλεονάσματος ζάχαρης και ισογλυκόζης πριν από τις 30 Νοεμβρίου 2005, ένα νέο κράτος μέλος είναι οικονομικώς υπεύθυνο για την απομάκρυνση του πλεονάσματος. Στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 60/2004 προβλέπει ότι το νέο κράτος μέλος «χρεώνεται με ποσό ίσο με την ποσότητα που δεν απομακρύνθηκε, πολλαπλασιαζόμενο με την υψηλότερη επιστροφή κατά την εξαγωγή που επιβάλλεται στη λευκή ζάχαρη που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 1701 99 10 κατά τη διάρκεια της περιόδου από την 1η Μαΐου 2004 έως τις 30 Νοεμβρίου 2005».
20
Τέλος, σημειωτέον ότι η προτεινόμενη από τη Cido Grupa ερμηνεία, η οποία συνίσταται στη διεκδίκηση του εισαγωγικού δασμού που επιβάλλεται στο πλεονάζον προϊόν, εν προκειμένω τη λευκή ζάχαρη, περιορίζει την πρακτική αποτελεσματικότητα του κανονισμού 60/2004. Συγκεκριμένα, εφόσον στο σιρόπι ζάχαρης επιβάλλεται φόρος με συντελεστή σχεδόν 100 φορές χαμηλότερο του συντελεστή της λευκής ζάχαρης, η φορολόγηση των πλεοναζόντων αποθεμάτων δεν ανέρχεται σε επαρκές επίπεδο για την αποτροπή κερδοσκοπικών συμπεριφορών και παρότρυνση των επιχειρηματιών να απομακρύνουν από την αγορά τα πλεονάζοντα αποθέματα.
21
Το άρθρο 6, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 60/2004 έχει, κατά συνέπεια, την έννοια ότι ο φόρος επί πλεονάζοντος αποθέματος σιροπιού ζάχαρης υπολογίζεται με συντελεστή εκείνον του εισαγωγικού δασμού που επιβάλλεται στη λευκή ζάχαρη, προσαυξημένο κατά 1,21 ευρώ/100 kg.
22
Κατά συνέπεια, τόσο εκ της λογικής όσο και εκ της επιείκειας, επιβάλλεται να κριθεί ότι ο οφειλόμενος επί πλεονάζοντος αποθέματος σιροπιού ζάχαρης φόρος πρέπει να έχει ως βάση υπολογισμού του την ποσότητα της λευκής ζάχαρης την οποία περιέχει.
23
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 60/2004 έχει την έννοια ότι ο οφειλόμενος επί πλεονάζοντος αποθέματος σιροπιού ζάχαρης (κωδικός ΣΟ 2106 90 59) φόρος έχει ως βάση υπολογισμού του την ποσότητα της λευκής ζάχαρης (κωδικός ΣΟ 1701 99 10) την οποία πράγματι περιέχει το εν λόγω προϊόν και ως φορολογικό συντελεστή εκείνον του εισαγωγικού δασμού που επιβάλλεται στη λευκή ζάχαρη, προσαυξημένο κατά 1,21 ευρώ/100 kg.
Επί των δικαστικών εξόδων
24
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 6, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 60/2004 της Επιτροπής, της 14ης Ιανουαρίου 2004, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων στον τομέα της ζάχαρης λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1667/2005 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2005, έχει την έννοια ότι ο οφειλόμενος επί πλεονάζοντος αποθέματος σιροπιού ζάχαρης (κωδικός ΣΟ 2106 90 59) φόρος έχει ως βάση υπολογισμού του την ποσότητα της λευκής ζάχαρης (κωδικός ΣΟ 1701 99 10) την οποία πράγματι περιέχει το εν λόγω προϊόν και ως φορολογικό συντελεστή εκείνον του εισαγωγικού δασμού που επιβάλλεται στη λευκή ζάχαρη, προσαυξημένο κατά 1,21 ευρώ/100 kg.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η λεττονική.
Full & Egal Universal Law Academy