ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 13ης Φεβρουαρίου 2014 ( *1 )
«Κοινωνική πολιτική — Οδηγία 92/85/ΕΟΚ — Προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων — Έγκυες, λεχώνες και γαλουχούσες εργαζόμενες κατά την εργασία τους — Άδεια μητρότητας — Διατήρηση αμοιβής ή/και παροχή κατάλληλου επιδόματος — Οδηγία 96/34/ΕΚ — Συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια — Ατομικό δικαίωμα λήψεως γονικής αδείας λόγω γεννήσεως ή υιοθεσίας τέκνου — Όροι εργασίας και αμοιβής — Εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας — Εργαζόμενες που έλαβαν άδεια μητρότητας μετά από διακοπή γονικής αδείας άνευ αποδοχών — Άρνηση καταβολής μισθού κατά τη διάρκεια της αδείας μητρότητας»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑512/11 και C‑513/11,
με αντικείμενο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ που υπέβαλε το työtuomioistuin (Φινλανδία), με αποφάσεις της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 3 Οκτωβρίου 2011, στο πλαίσιο των δικών
Terveys- ja sosiaalialan neuvottelujärjestö (TSN) ry
κατά
Terveyspalvelualan Liitto ry,
παρισταμένης της:
Mehiläinen Oy (C‑512/11),
και
Ylemmät Toimihenkilöt (YTN) ry
κατά
Teknologiateollisuus ry,
Nokia Siemens Networks Oy (C‑513/11),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Ilešič, πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts, αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, που μετέχει στη σύνθεση ως δικαστής του τρίτου τμήματος, A. Ó Caoimh (εισηγητή), C. Toader και E. Jarašiūnas, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 8ης Νοεμβρίου 2012,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
οι Terveys- ja sosiaalialan neuvottelujärjestö (TSN) ry και Ylemmät Toimihenkilöt (YTN) ry, εκπροσωπούμενες από τους A. Vainio και T. Lehtinen, asianajajat,
—
οι Terveyspalvelualuan Liitto ry και Mehiläinen Oy, εκπροσωπούμενες από τον M. Kärkkäinen, asianajaja,
—
οι Teknologiateollisuus ry και Nokia Siemens Networks Oy, εκπροσωπούμενες από τους S. Koivistoinen και J. Ikonen, asianajajat,
—
η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Heliskoski,
—
η Εσθονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. Linntam,
—
η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Rubio González,
—
η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον S. Ossowski, επικουρούμενο από την S. Lee, barrister,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους I. Koskinen και C. Gheorghiu,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 21ης Φεβρουαρίου 2013,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν, κατ’ ουσίαν, την ερμηνεία των οδηγιών 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική οδηγία υπό την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ L 348, σ. 1), 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1996, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια, που συνήφθη από την UNICE, τη CEEP και τη CES (ΕΕ L 145, σ. 4), και 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (ΕΕ L 204, σ. 23).
2
Οι εν λόγω αιτήσεις υποβλήθηκαν στο πλαίσιο δύο διαφορών, πρώτον, μεταξύ, αφενός, της Terveys- ja sosiaalialan neuvottelujärjestö (TSN) ry (συνδικαλιστικής οργανώσεως των εργαζομένων του τομέα υγείας και κοινωνικών υπηρεσιών, στο εξής: TSN) και, αφετέρου, της Terveyspalvelualan Liitto ry (εργοδοτικής ενώσεως του τομέα των υπηρεσιών υγείας), παρισταμένης της εταιρίας Mehiläinen Oy (στο εξής: Mehiläinen), και, δεύτερον, μεταξύ, αφενός, της Ylemmät Toimihenkilöt (YTN) ry (συνδικαλιστικής οργανώσεως ανωτέρων στελεχών) και, αφετέρου, της Teknologiateollisuus ry (εργοδοτικής ενώσεως των βιομηχανιών του τεχνολογικού τομέα) και της εταιρίας Nokia Siemens Networks Oy (στο εξής: Nokia Siemens), σχετικά με τη στηριζόμενη στις εφαρμοστέες συναφώς συλλογικές συμβάσεις άρνηση των εργοδοτών δύο γυναικών εργαζομένων φινλανδικής ιθαγενείας να καταβάλουν στις ως άνω εργαζόμενες την αμοιβή που προβλέπεται κανονικά από τις συμβάσεις αυτές κατά τη διάρκεια της αδείας μητρότητας των τελευταίων, με την αιτιολογία ότι οι άδειες μητρότητας των εργαζομένων διέκοψαν γονικές άδειες άνευ αποδοχών.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 92/85
3
Η πρώτη και η δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/85 έχουν ως εξής:
«(Εκτιμώντας) ότι το άρθρο 118 Α της Συνθήκης [ΕΟΚ] προβλέπει ότι το Συμβούλιο θεσπίζει, με οδηγίες, τις ελάχιστες προδιαγραφές για να προωθήσει την καλυτέρευση ιδίως του χώρου της εργασίας, για να προστατεύσει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων·
[...]
ότι, εξάλλου, ούτε οι διατάξεις περί αδείας μητρότητας θα έχουν πρόσφορα αποτελέσματα εάν δεν συνοδεύονται από τη διατήρηση δικαιωμάτων σχετιζομένων με τη σύμβαση εργασίας και τη διατήρηση αμοιβής ή/και το ευεργέτημα κατάλληλου επιδόματος.»
4
Το άρθρο 8 της οδηγίας 92/85, με τίτλο «Άδεια μητρότητας», προβλέπει στην παράγραφό του 1 τα ακόλουθα:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που απαιτούνται προκειμένου οι εργαζόμενες κατά την έννοια του άρθρου 2 να δικαιούνται άδεια μητρότητας διάρκειας δεκατεσσάρων συναπτών εβδομάδων τουλάχιστον, που κατανέμονται πριν ή/και μετά τον τοκετό, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές.»
5
Το άρθρο 11 της οδηγίας 92/85, με τίτλο «Δικαιώματα συναφή προς τη σύμβαση εργασίας», ορίζει τα ακόλουθα:
«Προκειμένου να εξασφαλισθεί στις εργαζόμενες εγκύους, κατά την έννοια του άρθρου 2, η άσκηση των δικαιωμάτων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τ[ου]ς, τα οποία αναγνωρίζονται στο παρόν άρθρο, προβλέπονται τα ακόλουθα:
[…]
2)
Στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 8, πρέπει να εξασφαλίζονται:
α)
τα δικαιώματα που σχετίζονται με τη σύμβαση εργασίας των εργαζομένων γυναικών κατά την έννοια του άρθρου 2, εκτός από τα δικαιώματα που αναφέρονται στο κατωτέρω στοιχείο βʹ·
β)
η διατήρηση αμοιβής ή/και το ευεργέτημα κατάλληλου επιδόματος στις εργαζόμενες κατά την έννοια του άρθρου 2·
3)
το επίδομα που αναφέρεται στο σημείο 2, στοιχείο βʹ, κρίνεται κατάλληλο εφόσον εξασφαλίζει αμοιβή ισοδύναμη τουλάχιστον προς εκείνη που θα εισέπραττε η ενδιαφερόμενη εργαζομένη σε περίπτωση διακοπής των δραστηριοτήτων της για λόγους συνδεδεμένους με την κατάσταση της υγείας της, εντός ενός ενδεχομένου ανωτάτου ορίου καθοριζομένου από τις εθνικές νομοθεσίες·
4)
τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να εξαρτούν το δικαίωμα αμοιβής ή επιδόματος που αναφέρεται στο σημείο 1 και στο σημείο 2, στοιχείο βʹ, από την προϋπόθεση ότι η ενδιαφερόμενη εργαζόμενη πληροί τους προβλεπόμενους από τις εθνικές νομοθεσίες όρους πρόσβασης σ’ αυτά τα ευεργετήματα.
Οι προαναφερόμενοι όροι δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να προβλέπουν περιόδους προηγούμενης εργασίας, μεγαλύτερες των δώδεκα μηνών, αμέσως πριν από την πιθανή ημερομηνία του τοκετού.»
Η οδηγία 96/34
6
Η οδηγία 96/34 έχει ως σκοπό την εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια η οποία συνήφθη στις 14 Δεκεμβρίου 1995 από επαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο).
7
Το προοίμιο της περιλαμβανόμενης σε παράρτημα της οδηγίας 96/34 συμφωνίας-πλαισίου ορίζει τα εξής:
«Η [...] συμφωνία-πλαίσιο συνιστά δέσμευση της UNICE, της CEEP και της CES να εφαρμόσουν ελάχιστους κανόνες για τη γονική άδεια και την απουσία από την εργασία για λόγους ανωτέρας βίας, ως σημαντικό μέσο συνδυασμού της επαγγελματικής και της οικογενειακής ζωής και προαγωγής της ισότητας ευκαιριών και μεταχείρισης μεταξύ των ανδρών και των γυναικών.»
8
Η ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου, που τιτλοφορείται «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει τα εξής:
«1.
Η παρούσα συμφωνία ορίζει τους ελάχιστους κανόνες για τη διευκόλυνση του συνδυασμού των επαγγελματικών και οικογενειακών ευθυνών των εργαζομένων γονέων.
2.
Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους, άνδρες και γυναίκες, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας προσδιοριζόμενη από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή πρακτικές που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος.»
9
Η ρήτρα 2 της συμφωνίας-πλαισίου έχει ως ακολούθως:
«1.
Δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, με την επιφύλαξη της ρήτρας 2[.2], παρέχεται ατομικό δικαίωμα γονικής άδειας στους εργαζόμενους, άνδρες και γυναίκες, λόγω γέννησης ή υιοθεσίας παιδιού, ώστε να μπορέσουν να ασχοληθούν με το παιδί αυτό, τουλάχιστον επί τρεις μήνες, μέχρι μιας ορισμένης ηλικίας, η οποία μπορεί να φθάσει μέχρι τα 8 έτη και προσδιορίζεται από τα κράτη μέλη ή/και τους κοινωνικούς εταίρους.
[...]
3.
Οι προϋποθέσεις πρόσβασης και οι τρόποι εφαρμογής της γονικής αδείας ορίζονται από τον νόμο ή/και τις συλλογικές συμβάσεις στα κράτη μέλη, τηρώντας τους ελάχιστους κανόνες της παρούσας συμφωνίας. [...]
[...]
5.
Με τη λήξη της γονικής αδείας, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να επανέλθει στη θέση εργασίας του ή, σε περίπτωση αδυναμίας, σε εργασία ισοδύναμη ή ανάλογη σύμφωνη με τη σύμβασή του ή την εργασιακή του σχέση.
6.
Τα κεκτημένα δικαιώματα ή τα δικαιώματα που είναι υπό κτήση από τον εργαζόμενο κατά την ημερομηνία έναρξης της γονικής άδειας διατηρούνται ως έχουν μέχρι τέλους της γονικής άδειας. [...]
7.
Τα κράτη μέλη ή/και οι κοινωνικοί εταίροι προσδιορίζουν το καθεστώς της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης για την περίοδο της γονικής άδειας.
[...]»
10
Η ρήτρα 4.1 της συμφωνίας-πλαισίου προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν ή να θεσπίζουν ευνοϊκότερες διατάξεις από τις προβλεπόμενες στη συμφωνία αυτή.
Το φινλανδικό δίκαιο
Οι εφαρμοστέοι νόμοι
– Ο νόμος περί συμβάσεως εργασίας
11
Κατά το κεφάλαιο 4, άρθρο 3, του νόμου περί συμβάσεων εργασίας [Työsopimuslaki (55/2001)], οι εργαζόμενοι δικαιούνται γονική άδεια ανατροφής για να ασχοληθούν με το τέκνο τους, ή με κάθε άλλο τέκνο που κατοικεί μονίμως μαζί τους, μέχρις ότου αυτό συμπληρώσει ηλικία τριών ετών.
12
Το κεφάλαιο 4 του νόμου αυτού προβλέπει, στο άρθρο 8, ότι ο εργοδότης δεν υποχρεούται να καταβάλλει μισθό στον εργαζόμενο για το διάστημα των οικογενειακών αδειών.
– Ο νόμος περί ασφαλίσεως ασθενείας
13
Το κεφάλαιο 9 του νόμου περί ασφαλίσεως ασθενείας [Sairausvakuutuslaki (1224/2004)] προβλέπει στο άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, ότι ο ασφαλισμένος δικαιούται ημερήσιες γονικές αποζημιώσεις υπό την προϋπόθεση ότι κατοικούσε αδιαλείπτως στη Φινλανδία τουλάχιστον 180 ημέρες πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία του τοκετού ή πριν αποφασιστεί να διαμένει το τέκνο στην κατοικία του ασφαλισμένου, υπό την έννοια του άρθρου 11.
14
Το κεφάλαιο 9 του νόμου αυτού προβλέπει, στο άρθρο 3, την καταβολή επιδομάτων μητρότητας για διάστημα 105 εργασίμων ημερών.
15
Το εν λόγω κεφάλαιο 9 ορίζει, στο άρθρο 8, πρώτο εδάφιο, ότι το δικαίωμα λήψεως γονικού επιδόματος κτάται αμέσως μετά την παύση της καταβολής των επιδομάτων μητρότητας. Το γονικό επίδομα χορηγείται είτε στη μητέρα είτε στον πατέρα, κατ’ επιλογή των γονέων.
Οι εφαρμοστέες συλλογικές συμβάσεις
16
Η Terveyspalvelualan Liitto ry και η TSN συνήψαν συλλογική σύμβαση εργασίας για την περίοδο από 1ης Φεβρουαρίου 2010 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2011 (στο εξής: συλλογική σύμβαση του υγειονομικού τομέα), η οποία έχει εφαρμογή στους διαδίκους στην υπόθεση C‑512/11.
17
Το άρθρο 21, παράγραφος 3, της συλλογικής συμβάσεως του υγειονομικού τομέα ορίζει ότι, για το διάστημα της αδείας μητρότητας, κάθε εργαζόμενη δικαιούται 72 πλήρη ημερομίσθια υπό την προϋπόθεση ότι εργαζόταν αδιαλείπτως τουλάχιστον κατά τη διάρκεια τριών μηνών πριν από την έναρξη της αδείας της. Αν η εργαζόμενη λάβει νέα άδεια μητρότητας κατά τη διάρκεια κάποιας από τις προβλεπόμενες από την ως άνω συλλογική σύμβαση αδείας άνευ αποδοχών, ο μισθός αυτός δεν καταβάλλεται διαρκούσης της αδείας άνευ αποδοχών, εκτός αν ο νόμος ορίζει άλλως. Εντούτοις, μετά το πέρας μιας τέτοιας αδείας και εφόσον δεν έχει εξαντληθεί η άδεια μητρότητας, καταβάλλονται αποδοχές βάσει της αδείας μητρότητας για το υπόλοιπο της περιόδου αυτής.
18
Από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, στην υπόθεση C‑512/11 προκύπτει ότι το άρθρο 21 της συλλογικής συμβάσεως του υγειονομικού τομέα ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι, για να λαμβάνει αποδοχές κατά τη διάρκεια αδείας μητρότητας, η εργαζόμενη πρέπει να μεταπέσει απευθείας σε άδεια μητρότητας ενώ προηγουμένως εργαζόταν ή είχε άδεια μετ’ αποδοχών.
19
Η Teknologiateollisuus ry και η Ylemmät Toimihenkilöt (YTN) ry συνήψαν συλλογική σύμβαση εργασίας ισχύουσα για την περίοδο μεταξύ 2ας Ιουλίου 2007 και 30ής Απριλίου 2010 (στο εξής: συλλογική σύμβαση του τομέα της τεχνολογικής βιομηχανίας), η οποία έχει εφαρμογή στους διαδίκους στην υπόθεση C‑513/11.
20
Το άρθρο 8 της συλλογικής συμβάσεως του τομέα της τεχνολογικής βιομηχανίας ορίζει, ιδίως, τα εξής:
«Η εργαζόμενη δικαιούται άδεια μητρότητας κατά τη διάρκεια της περιόδου για την οποία παρέχεται δικαίωμα λήψεως επιδομάτων μητρότητας δυνάμει του νόμου περί ασφαλίσεως ασθενείας. Διαρκούσης της αδείας μητρότητας, καταβάλλεται πλήρης μισθός επί τρεις μήνες, εφόσον η σχέση εργασίας είχε αρχίσει τουλάχιστον έξι συνεχόμενους μήνες πριν από τον τοκετό.»
21
Από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, στην υπόθεση C‑513/11, καθώς και από τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο από την TSN και τη Nokia Siemens, προκύπτει ότι το άρθρο 8 της συλλογικής συμβάσεως του τομέα της τεχνολογικής βιομηχανίας ερμηνεύεται παγίως υπό την έννοια ότι, για να λάβει αποδοχές κατά τη διάρκεια αδείας μητρότητας, η εργαζόμενη πρέπει να μεταπέσει απευθείας σε άδεια μητρότητας ενώ προηγουμένως εργαζόταν ή είχε άδεια μετ’ αποδοχών.
Οι διαφορές της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
Η υπόθεση C‑512/11
22
Μετά από μια πρώτη άδεια μητρότητας, η Noora Kultarinta, νοσοκόμος εργαζόμενη στην υπηρεσία της Mehiläinen, που είναι ένας από τους κυριότερους φορείς παροχής υπηρεσιών υγείας και άλλων κοινωνικών υπηρεσιών στη Φινλανδία, έλαβε γονική άδεια ανατροφής τέκνου άνευ αποδοχών για την περίοδο από τις 7 Ιανουαρίου 2010 μέχρι τις 11 Απριλίου 2012.
23
Όταν κατέστη εκ νέου έγκυος, ενημέρωσε τον εργοδότη της για την πρόθεσή της να διακόψει τη γονική άδεια ανατροφής για να λάβει νέα άδεια μητρότητας από τις 9 Απριλίου 2010.
24
Η Mehiläinen δέχθηκε τη διακοπή της γονικής αδείας ανατροφής, αλλά αρνήθηκε να καταβάλει την αποζημίωση των 72 ημερομισθίων, ίση προς τον πλήρη μισθό της, κατά τη διάρκεια της ως άνω δεύτερης αδείας μητρότητας, διότι η άδεια αυτή άρχισε ενώ η N. Kultarinta είχε γονική άδεια ανατροφής άνευ αποδοχών.
Η υπόθεση C‑513/11
25
H Jenni Novamo, εργαζόμενη στην υπηρεσία της εταιρίας Nokia Siemens, έλαβε στις 8 Μαρτίου 2008 άδεια μητρότητας και, στη συνέχεια, γονική άδεια ανατροφής άνευ αποδοχών για το διάστημα από τις 19 Μαρτίου 2009 μέχρι τις 4 Απριλίου 2011.
26
Το έτος 2010 ανακοίνωσε στον εργοδότη της ότι ήταν εκ νέου έγκυος, ότι επιθυμούσε να διακόψει τη γονική άδεια ανατροφής άνευ αποδοχών και να λάβει άδεια μητρότητας από τις 24 Μαΐου 2010. Η Nokia Siemens έλαβε υπό σημείωση τη δήλωση της J. Novamo σχετικά με τη διακοπή της γονικής αδείας ανατροφής, αρνήθηκε όμως να της καταβάλει μισθό κατά τη διάρκεια της αδείας μητρότητας με την αιτιολογία ότι η νέα αυτή άδεια μητρότητας είχε αρχίσει ενώ η ενδιαφερόμενη είχε γονική άδεια ανατροφής άνευ αποδοχών.
27
Και στις δύο υποθέσεις, οι ενάγοντες της κύριας δίκης προσέφυγαν ενώπιον του työtuomioistuin [δικαστηρίου εργατικών διαφορών] ασκώντας αγωγή κατά των εργοδοτών της N. Kultarinta και της J. Novamo προς αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε σε βάρος των εργαζομένων, όπως υποστήριξαν, επειδή υπήρξαν θύματα παράνομης δυσμενούς μεταχειρίσεως.
28
Από τις αποφάσεις του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από τον νόμο περί ασφαλίσεως ασθενείας ημερήσια αποζημίωση, την οποία εδικαιούντο να λάβουν η N. Kultarinta και η J. Novamo κατά τη διάρκεια της αδείας μητρότητας, ανερχόταν σε ποσό ίσο προς την ημερήσια αποζημίωση ασθενείας, ενώ οι εργοδότες τους όφειλαν κανονικά να τους καταβάλλουν τη διαφορά μεταξύ της αποζημιώσεως αυτής και του προβλεπόμενου από τις εθνικές συλλογικές συμβάσεις μισθού.
29
Από τις αποφάσεις του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι, κατά το työtuomioistuin, από τις οδηγίες 92/85 και 2006/54 ανακύπτουν ερμηνευτικά ζητήματα τα οποία επηρεάζουν την ερμηνεία των επίμαχων στην κύρια δίκη συλλογικών συμβάσεων ή την εκτίμηση του κύρους τους. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου δεν προκύπτει κάποια παγιωμένη πρακτική που να παρέχει τη δυνατότητα εκτιμήσεως της καταστάσεως μιας εγκύου ή μιας γυναίκας που βρίσκεται σε άδεια μητρότητας σε συνάρτηση με την απαγόρευση δυσμενούς διακρίσεως με βάση το φύλο.
30
Υπό τις συνθήκες αυτές, το työtuomioistuin αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει, κατ’ ουσίαν, στο Δικαστήριο το ακόλουθο ταυτόσημο και στις δύο υποθέσεις της κύριας δίκης προδικαστικό ερώτημα:
«Αντιτίθενται η οδηγία 2006/54 […] καθώς και η οδηγία 92/85 […] στην εφαρμογή διατάξεων συλλογικής συμβάσεως συναφθείσας σε ορισμένο κράτος μέλος κατά τις οποίες δεν καταβάλλονται κατά τη διάρκεια της αδείας μητρότητας οι αποδοχές μητρότητας που προβλέπει η συλλογική σύμβαση σε γυναίκα εργαζόμενη η οποία λαμβάνει άδεια μητρότητας ενώ είχε προηγουμένως άδεια ανατροφής τέκνου (“hoitovapaa”) άνευ αποδοχών, ή την ερμηνεία των ως άνω διατάξεων με τον τρόπο αυτόν;»
31
Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 17ης Νοεμβρίου 2011 αποφασίστηκε η ένωση και συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑512/11 και C‑513/11 προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
32
Στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ εθνικών δικαστηρίων και Δικαστηρίου, στο τελευταίο εναπόκειται να δώσει στο αιτούν δικαστήριο λυσιτελή απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα επιλύσεως της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να αναδιατυπώσει, εφόσον είναι αναγκαίο, τα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί. Πράγματι, αποστολή του Δικαστηρίου είναι να ερμηνεύει όλες τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης στις οποίες χρειάζεται να στηριχθούν τα εθνικά δικαστήρια προκειμένου να αποφανθούν επί των διαφορών των οποίων έχουν επιληφθεί, ακόμη και όταν δεν γίνεται ρητή μνεία των διατάξεων αυτών στα ερωτήματα που του υποβάλλουν τα ως άνω δικαστήρια (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 8ης Μαρτίου 2007, C-45/06, Campina, Συλλογή 2007, σ. I-2089, σκέψη 30· της 14ης Οκτωβρίου 2010, C-243/09, Fuß, Συλλογή 2010, σ. I-9849, σκέψη 39, και της 30ής Μαΐου 2013, C‑342/12, Worten, σκέψη 30).
33
Συνεπώς, μολονότι τυπικά το αιτούν δικαστήριο περιόρισε τα ερωτήματά του στην ερμηνεία των διατάξεων των οδηγιών 92/85 και 2006/54, το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που μπορεί να του είναι χρήσιμα για την εκδίκαση των υποθέσεων των οποίων έχει επιληφθεί, ασχέτως του αν το αιτούν δικαστήριο έχει κάνει σχετική μνεία κατά τη διατύπωση των ερωτημάτων του. Συναφώς, απόκειται στο Δικαστήριο να συναγάγει, από το σύνολο των στοιχείων που του παρέχει το εθνικό δικαστήριο και, ιδίως, από το σκεπτικό της αποφάσεως περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος, τα στοιχεία εκείνα του δικαίου αυτού που χρήζουν ερμηνείας, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς (βλ., κατ’ αναλογία, προαναφερθείσες αποφάσεις Fuß, σκέψη 40, και Worten, σκέψη 31).
34
Στην παρούσα υπόθεση, προκειμένου να δοθεί λυσιτελής απάντηση στο υποβαλλόμενο ερώτημα πρέπει να ληφθεί υπόψη η οδηγία 96/34 σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο και την εφαρμογή μέτρων προαγωγής της ισότητας ευκαιριών και της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών, διά της παροχής της δυνατότητας συνδυασμού των επαγγελματικών τους ευθυνών και των οικογενειακών τους υποχρεώσεων, έστω και αν οι αποφάσεις του αιτούντος δικαστηρίου δεν αναφέρονται ρητώς στην οδηγία αυτή.
35
Έτσι, το υποβαλλόμενο ερώτημα πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι με αυτό το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, κατ’ ουσίαν, αν η οδηγία 96/34 αντιτίθεται σε διάταξη εθνικού δικαίου, όπως αυτή την οποία προβλέπουν στην κύρια δίκη οι επίμαχες συλλογικές συμβάσεις, δυνάμει της οποίας μια έγκυος εργαζόμενη που διακόπτει γονική άδεια άνευ αποδοχών υπό την έννοια της οδηγίας αυτής, για να μεταπέσει αμέσως μετά σε άδεια μητρότητας υπό την έννοια της οδηγίας 92/85, δεν συνεχίζει να λαμβάνει τις αποδοχές που θα εδικαιούτο σε περίπτωση που είχε προηγηθεί της εν λόγω αδείας μητρότητας ένα ελάχιστο έστω χρονικό διάστημα επιστροφής της ενδιαφερομένης στην εργασία της.
36
Εισαγωγικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, καίτοι το άρθρο 11, σημεία 2 και 3, της οδηγίας 92/85 δεν συνεπάγεται την υποχρέωση διατηρήσεως του συνόλου των αποδοχών κατά τη διάρκεια της αδείας μητρότητας, ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε ωστόσο να διασφαλίσει ότι η εργαζόμενη θα διαθέτει κατά την άδεια μητρότητας εισόδημα ισοδύναμο τουλάχιστον προς το επίδομα που προβλέπεται από τις εθνικές νομοθεσίες περί κοινωνικής ασφαλίσεως σε περίπτωση διακοπής των δραστηριοτήτων της για λόγους υγείας (απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1998, C-411/96, Boyle κ.λπ., Συλλογή 1998, σ. I-6401, σκέψη 32).
37
Πάντως, η ως άνω οδηγία, που προβλέπει ένα ελάχιστο όριο προστασίας, ουδόλως αποκλείει τη δυνατότητα των κρατών μελών να διασφαλίζουν μεγαλύτερη προστασία στις εν λόγω εργαζόμενες, διατηρώντας ή θεσπίζοντας ευνοϊκότερα μέτρα προστασίας για τις εργαζόμενες, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά είναι σύμφωνα προς τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2001, C-438/99, Jiménez Melgar, Συλλογή 2001, σ. I-6915, σκέψη 37). Κατά συνέπεια, καμία διάταξη της οδηγίας αυτής δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη ή, ενδεχομένως, τους κοινωνικούς εταίρους να προβλέψουν τη διατήρηση όλων των στοιχείων της αμοιβής τα οποία εδικαιούτο η έγκυος εργαζόμενη πριν από την εγκυμοσύνη και την άδεια μητρότητάς της.
38
Όσον αφορά τα δικαιώματα που συνδέονται με τη γονική άδεια την οποία προβλέπει η οδηγία 96/34, περιλαμβανομένου του δικαιώματος λήψεως γονικών αδειών άνευ αποδοχών, όπως αυτών της κύριας δίκης, πρέπει να υπομνησθούν οι δύο διαφορετικοί σκοποί της οδηγίας αυτής. Αφενός, η συμφωνία-πλαίσιο, την οποία εφαρμόζει η οδηγία αυτή, συνιστά δέσμευση των κοινωνικών εταίρων να λάβουν, μέσω διατάξεων που προβλέπουν ένα ελάχιστο όριο προστασίας, μέτρα για την προαγωγή της ισότητας ευκαιριών και της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα συνδυασμού των επαγγελματικών τους ευθυνών και των οικογενειακών τους υποχρεώσεων (αποφάσεις της 22ας Οκτωβρίου 2009, C-116/08, Meerts, Συλλογή 2009, σ. I-10063, σκέψη 35, και της 16ης Σεπτεμβρίου 2010, C-149/10, Χατζή, Συλλογή 2010, σ. I-8489, σκέψη 56).
39
Αφετέρου, η ως άνω συμφωνία-πλαίσιο παρέχει στους νέους γονείς τη δυνατότητα να διακόψουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα προκειμένου να αφοσιωθούν στις οικογενειακές τους υποχρεώσεις, παρέχοντάς τους παράλληλα την κατοχυρωμένη στη ρήτρα 2.5 της εν λόγω συμφωνίας διασφάλιση ότι θα επανέλθουν στη θέση εργασίας τους ή, σε περίπτωση που τούτο δεν είναι δυνατό, σε ανάλογη ή παρόμοια θέση εργασίας σύμφωνη προς τις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας τους. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η διάταξη αυτή καθιστά υποχρεωτική την επιστροφή στη θέση εργασίας υπό τους ίδιους όρους με εκείνους που υφίσταντο κατά τον χρόνο λήψεως της εν λόγω αδείας, μετά τη λήξη αυτής (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 20ής Ιουνίου 2013, C‑7/12, Riežniece, σκέψη 32).
40
Εν προκειμένω, από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της πρώτης αδείας μητρότητας, οι ως άνω εργαζόμενες διατήρησαν, δυνάμει των εφαρμοστέων συλλογικών σύμβασεων, τις αποδοχές τους, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου. Λαμβάνοντας, στη συνέχεια, γονική άδεια άνευ αποδοχών, οι εργαζόμενες αυτές διέκοψαν την εν λόγω άδεια προκειμένου να λάβουν αμέσως μετά μια δεύτερη άδεια μητρότητας, διαρκούσης της οποίας ο εργοδότης δεν δέχθηκε να συνεχίσει την καταβολή των αποδοχών τους, με την αιτιολογία ότι η δεύτερη αυτή άδεια μητρότητας είχε διακόψει μια γονική άδεια άνευ αποδοχών, οπότε δεν προηγείτο αυτής καμία περίοδος επιστροφής στην εργασία.
41
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξεταστεί σε ποιο βαθμό το δίκαιο της Ένωσης επιτρέπει ρύθμιση προβλέπουσα ότι η λήψη μιας τέτοιας γονικής αδείας είναι ικανή να επηρεάσει τους όρους χορηγήσεως της αδείας μητρότητας που ακολουθεί, όσον αφορά, σε υπόθεση όπως αυτές της κύριας δίκης, τη διατήρηση της αμοιβής την οποία προβλέπουν εν προκειμένω οι κανόνες του εθνικού δικαίου.
42
Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, άδεια που χορηγείται βάσει του δικαίου της Ένωσης δεν μπορεί να θίξει το δικαίωμα λήψεως άλλης άδειας χορηγούμενης βάσει του δικαίου αυτού (αποφάσεις της 14ης Απριλίου 2005, C-519/03, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2005, σ. I-3067, σκέψη 33· της 6ης Απριλίου 2006, C-124/05, Federatie Nederlandse Vakbeweging, Συλλογή 2006, σ. I-3423, σκέψη 24, και της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, C-116/06, Kiiski, Συλλογή 2007, σ. I-7643, σκέψη 56).
43
Όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία, οι επίμαχες στην κύρια δίκη διατάξεις δεν εμπόδισαν τη N. Kultarinta και την J. Novamo να διακόψουν τη γονική άδεια άνευ αποδοχών για να λάβουν κατόπιν άδεια μητρότητας.
44
Εντούτοις, οι ενάγοντες της κύριας δίκης διατείνονται ότι τα συμφέροντα της N. Kultarinta και της J. Novamo εθίγησαν κατά τρόπο ασυμβίβαστο προς το δίκαιο της Ένωσης, καθόσον, ασκώντας το δικαίωμά τους να λάβουν αυτές τις δύο διαφορετικές άδειες, οι εν λόγω εργαζόμενες στερήθηκαν από τη δυνατότητα να συνεχίσουν να λαμβάνουν την αμοιβή την οποία προβλέπουν οι ως άνω συλλογικές συμβάσεις. Πράγματι, το δικαίωμα διατηρήσεως της αμοιβής καθίσταται κενό περιεχομένου μέσω της εφαρμογής της προϋποθέσεως επιστροφής στην εργασία πριν από τη λήψη άλλης αδείας μητρότητας.
45
Οι εναγόμενες της κύριας δίκης φρονούν ότι η επίμαχη διάταξη που περιλαμβάνεται στις ως άνω συλλογικές συμβάσεις αποσκοπεί στο να προστατεύσει τις εγκύους εργαζόμενες. Υποστηρίζουν ότι μετριάζει τις δυσμενείς οικονομικές συνέπειες που προκύπτουν από τη χορήγηση αδείας μητρότητας και διευκολύνει με τον τρόπο αυτόν την προστασία των ειδικών σχέσεων μεταξύ της εργαζομένης και του τέκνου της κατόπιν της εγκυμοσύνης και του τοκετού.
46
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι τα προβλεπόμενα κατά τη διάρκεια της αδείας μητρότητας των ως άνω εργαζομένων της κύριας δίκης επιδόματα μητρότητας ικανοποιούν τα ελάχιστα όρια που θέτει το άρθρο 11, σημείο 3, της οδηγίας 92/85.
47
Από τη νομολογία που υπενθυμίζεται στις σκέψεις 37 και 42 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής συστήματος όπως αυτού της κύριας δίκης, σχετικού με την αμοιβή που οφείλεται σε εργαζόμενη κατά τη διάρκεια αδείας μητρότητας δυνάμει του άρθρου 11, σημείο 2, της οδηγίας 92/85, πρέπει να είναι σύμφωνες προς τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβανομένων των αφορωσών τη γονική άδεια.
48
Συναφώς, η επιλογή μιας εργαζομένης να κάνει χρήση του δικαιώματός της να λάβει γονική άδεια δεν πρέπει να επηρεάζει τους όρους ασκήσεως του δικαιώματός της να λάβει άλλη άδεια, εν προκειμένω, άδεια μητρότητας, σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει στις υποθέσεις της κύριας δίκης, καθόσον η λήψη γονικής αδείας άνευ αποδοχών επιφέρει υποχρεωτικώς, για την εργαζόμενη που βρίσκεται σε ανάγκη να λάβει άδεια μητρότητας αμέσως μετά την ως άνω γονική άδεια, απώλεια μέρους των αποδοχών της.
49
Το αποτέλεσμα προϋποθέσεως, όπως της επίμαχης της κύριας δίκης, είναι να υποχρεώνει την εργαζόμενη, όταν πρόκειται να αποφασίσει να λάβει γονική άδεια άνευ αποδοχών, να παραιτηθεί εκ των προτέρων από μια άδεια μητρότητας μετ’ αποδοχών όπως προβλέπουν οι εφαρμοστέες συλλογικές συμβάσεις, σε περίπτωση που χρειαστεί να διακόψει τη γονική της άδεια για να λάβει αμέσως μετά άδεια μητρότητας. Κατά συνέπεια, η εργαζόμενη παρακινείται να μη λάβει τέτοια γονική άδεια.
50
Στο πλαίσιο αυτό, όπως έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι μια νέα εγκυμοσύνη δεν είναι προβλέψιμο γεγονός (βλ., επ’ αυτού, προαναφερθείσα απόφαση Kiiski, σκέψεις 40 και 41). Ως εκ τούτου, μια εργαζόμενη δεν είναι πάντοτε σε θέση να προσδιορίσει, όταν αποφασίζει να λάβει γονική άδεια ή κατά την έναρξη της αδείας αυτής, αν θα βρεθεί, κατά τη διάρκεια της τελευταίας αυτής αδείας, στην ανάγκη να λάβει άδεια μητρότητας.
51
Επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι προϋπόθεση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη έχει ως αποτέλεσμα να αποθαρρύνει την εργαζόμενη να αποφασίσει να κάνει χρήση του δικαιώματός της να λάβει γονική άδεια, λαμβανομένου υπόψη του αποτελέσματος το οποίο η απόφαση αυτή ενδέχεται να έχει για μια άδεια μητρότητας χορηγούμενη ενώ η ενδιαφερόμενη τελούσε σε τέτοια γονική άδεια. Επομένως, η προϋπόθεση αυτή θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 96/34.
52
Κατά συνέπεια, στο υποβαλλόμενο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 96/34 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε διάταξη εθνικού δικαίου, όπως αυτή την οποία προβλέπουν στην κύρια δίκη οι επίμαχες συλλογικές συμβάσεις, δυνάμει της οποίας η έγκυος εργαζόμενη που διακόπτει γονική άδεια άνευ αποδοχών υπό την έννοια της οδηγίας αυτής για να μεταπέσει αμέσως μετά σε άδεια μητρότητας υπό την έννοια της οδηγίας 92/85 δεν εξακολουθεί να λαμβάνει τις αποδοχές που θα εδικαιούτο σε περίπτωση που είχε προηγηθεί της εν λόγω αδείας μητρότητας ένα ελάχιστο έστω χρονικό διάστημα επιστροφής της ενδιαφερομένης στην εργασία της.
Επί των δικαστικών εξόδων
53
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Η οδηγία 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1996, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια, που συνήφθη από την UNICE, τη CEEP και τη CES, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε διάταξη εθνικού δικαίου, όπως αυτή την οποία προβλέπουν στην κύρια δίκη οι επίμαχες συλλογικές συμβάσεις, δυνάμει της οποίας η έγκυος εργαζόμενη που διακόπτει γονική άδεια άνευ αποδοχών για να μεταπέσει αμέσως μετά σε άδεια μητρότητας υπό την έννοια της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική οδηγία υπό την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ), δεν εξακολουθεί να λαμβάνει τις αποδοχές που θα εδικαιούτο σε περίπτωση που είχε προηγηθεί της εν λόγω αδείας μητρότητας ένα ελάχιστο έστω χρονικό διάστημα επιστροφής της ενδιαφερομένης στην εργασία της.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η φινλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy