ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 18ης Απριλίου 2013 ( *1 )
«Κοινωνική ασφάλιση — Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 — Άρθρο 1, στοιχείο ιηʹ — Έννοια των “περιόδων ασφαλίσεως” — Άρθρο 46 — Υπολογισμός της συντάξεως γήρατος — Περίοδοι ασφαλίσεως που πρέπει να συνυπολογίζονται — Μεθοριακός εργαζόμενος — Περίοδος ανικανότητας προς εργασία — Σώρευση παρόμοιων παροχών καταβαλλόμενων από δύο κράτη μέλη — Μη συνυπολογισμός της περιόδου αυτής ως περιόδου ασφαλίσεως — Προϋπόθεση κατοικίας — Εθνικοί κανόνες κατά της σωρεύσεως»
Στην υπόθεση C-548/11,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, υποβληθείσα από το Arbeidshof te Antwerpen (Βέλγιο) με απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2011, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 31 Οκτωβρίου 2011, στο πλαίσιο της δίκης
Edgard Mulders
κατά
Rijksdienst voor Pensioenen,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Ilešič, πρόεδρο τμήματος, E. Jarašiūnas, A. Ó Caoimh (εισηγητή), C. Toader και C. G. Fernlund, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. Jacobs και L. Van den Broeck,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους V. Kreuschitz και M. van Beek,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς την ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 1, στοιχείο ιηʹ, και 46 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1408/71).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του E. Mulders και του Rijksdienst voor Pensioenen (βελγικού εθνικού συνταξιοδοτικού φορέα, στο εξής: RVP) σχετικά με τον μη συνυπολογισμό, για τον υπολογισμό της συντάξεώς του γήρατος στο Βέλγιο, μιας περιόδου ανικανότητας προς εργασία κατά τη διάρκεια της οποίας λάμβανε παροχή ασθενείας σε άλλο κράτος μέλος, και συγκεκριμένα στις Κάτω Χώρες.
Το νομικό πλαίσιο
Η ρύθμιση της Ένωσης
3
Το άρθρο 1 του κανονισμού 1408/71 ορίζει:
«Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού:
[...]
ιη)
ως “περίοδοι ασφαλίσεως” νοούνται οι περίοδοι εισφορών, απασχολήσεως ή μη μισθωτής δραστηριότητας που καθορίζονται ή αναγνωρίζονται ως περίοδοι ασφαλίσεως από τη νομοθεσία υπό την οποία πραγματοποιήθησαν ή θεωρούνται ότι πραγματοποιήθησαν, καθώς και κάθε εξομοιούμενη προς αυτές περίοδος, κατά το μέτρο που αναγνωρίζεται από τη νομοθεσία αυτή ως ισοδύναμη προς περίοδο ασφαλίσεως·
[...]».
4
Το άρθρο 13 του κανονισμού αυτού, το οποίο περιλαμβάνεται στον επιγραφόμενο «Προσδιορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας» τίτλο II του εν λόγω κανονισμού, περιέχει, στην παράγραφό του 2, σειρά κανόνων για τον καθορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας κοινωνικής ασφαλίσεως. Εκθέτει ότι οι κανόνες αυτοί έχουν εφαρμογή τηρουμένων των άρθρων 14 έως 17 του εν λόγω κανονισμού, τα οποία περιέχουν διάφορους ειδικούς κανόνες.
5
Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1408/71 ορίζει:
«το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή αν η επιχείρηση ή ο εργοδότης που το απασχολεί έχει την έδρα της ή την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους».
6
Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, του κανονισμού αυτού, το οποίο παρενέβαλε, από της 29ης Ιουλίου 1991, σε αυτόν ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2195/91 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1991 (EE L 206, σ. 2), ορίζει:
«το άτομο στο οποίο η νομοθεσία κράτους μέλους παύει να έχει εφαρμογή, χωρίς η νομοθεσία άλλου κράτους μέλους να καταστεί εφαρμοστέα και αυτό σύμφωνα με έναν από τους κανόνες που αναφέρονται στα προηγούμενα στοιχεία ή με μια από τις εξαιρέσεις ή ειδικούς κανόνες που αναφέρονται στα άρθρα 14 έως 17, υπόκειται στη νομοθεσία κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής και μόνο της νομοθεσίας.»
7
Κατά την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2195/91:
«κρίθηκε απαραίτητο, μετά την έκδοση της απόφασης [της 12ης Ιουνίου 1986, 302/84, Ten Holder, Συλλογή 1986, σ. 1821], να εισαχθεί ένα στοιχείο στʹ στο άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού […] 1408/71, προκειμένου να προσδιοριστεί η νομοθεσία που εφαρμόζεται στα άτομα στα οποία παύει να εφαρμόζεται νομοθεσία κράτους μέλους χωρίς να εφαρμόζεται γι’ αυτά η νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, σύμφωνα με έναν από τους κανόνες που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο 2 του άρθρου 13 ή μια από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 14 έως 17 του εν λόγω κανονισμού· [...]».
8
Περιλαμβανόμενο στον επιγραφόμενο «Ειδικές διατάξεις για τις διάφορες κατηγορίες παροχών» τίτλο III του κανονισμού 1408/71 και στο επιγραφόμενο «Γήρας και θάνατος (συντάξεις)» κεφάλαιο 3 του κανονισμού αυτού, το άρθρο 46 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο επιγράφεται «Εκκαθάριση παροχών», έχει ως εξής:
«1. Όταν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία κράτους μέλους όσον αφορά το δικαίωμα παροχών πληρούνται, χωρίς να είναι απαραίτητο να εφαρμοστεί το άρθρο 45 ούτε το άρθρο 40, παράγραφος 3, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:
α)
ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει το ποσό της οφειλόμενης παροχής το οποίο οφείλεται:
i)
αφενός, δυνάμει μόνο των διατάξεων της νομοθεσίας που εφαρμόζει·
ii)
αφετέρου, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2·
β)
ο αρμόδιος φορέας μπορεί εντούτοις να μην πραγματοποιήσει τον υπολογισμό ο οποίος προβλέπεται σύμφωνα με το στοιχείο αʹ, σημείο ii, αν το αποτέλεσμά του είναι ταυτόσημο ή κατώτερο από το αποτέλεσμα του υπολογισμού που έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τη διάταξη του στοιχείου αʹ, σημείο i, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι διαφορές που οφείλονται στη χρησιμοποίηση στρογγυλευμένων αριθμών, στον βαθμό που ο φορέας αυτός δεν εφαρμόζει νομοθεσία, η οποία περιλαμβάνει ρήτρες σώρευσης, όπως αυτές που αναφέρονται στα άρθρα 46β και 46γ, ή αν η νομοθεσία περιλαμβάνει τέτοιες ρήτρες στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 46γ, υπό την προϋπόθεση ότι προβλέπει ότι οι παροχές διαφορετικής φύσεως λαμβάνονται υπόψη μόνο σε συνάρτηση με τη σχέση μεταξύ της διάρκειας των περιόδων ασφάλισης ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά υπό τη δική της νομοθεσία και της διάρκειας των περιόδων ασφάλισης και κατοικίας που απαιτούνται από τη νομοθεσία αυτή για το δικαίωμα πλήρους παροχής.
[...]
2. Όταν οι προϋποθέσεις, που απαιτούνται από τη νομοθεσία κράτους μέλους για την απόκτηση δικαιώματος παροχών, πληρούνται μόνο μετά την εφαρμογή του άρθρου 45 ή/και του άρθρου 40, παράγραφος 3, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:
α)
ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει το θεωρητικό ποσό της παροχής την οποία θα μπορούσε να διεκδικήσει ο ενδιαφερόμενος, αν όλες οι περίοδοι ασφαλίσεως ή/και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες των κρατών μελών στις οποίες είχε υπαχθεί ο εργαζόμενος (μισθωτός ή μη μισθωτός) είχαν πραγματοποιηθεί στο εν λόγω κράτος μέλος και υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζεται κατά την ημερομηνία της εκκαθαρίσεως της παροχής. Αν, κατά τη νομοθεσία αυτή, το ποσό της παροχής είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων που πραγματοποιήθηκαν, το ποσό αυτό λαμβάνεται ως το θεωρητικό ποσό που αναφέρεται στο παρόν στοιχείο·
β)
ο αρμόδιος φορέας προσδιορίζει κατόπιν το πραγματικό ποσό της παροχής, βάσει του θεωρητικού ποσού που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο, κατ’ αναλογία της διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου, υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει, εν σχέσει προς τη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου υπό τις νομοθεσίες όλων των κρατών μελών στις οποίες έχει υπαχθεί ο ενδιαφερόμενος.
3. Ο ενδιαφερόμενος δικαιούται, από τον αρμόδιο φορέα κάθε κράτους μέλους, το υψηλότερο ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, με την επιφύλαξη, ενδεχομένως, της εφαρμογής των ρητρών μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία δυνάμει της οποίας οφείλεται η παροχή αυτή.
Στην περίπτωση αυτή, η σύγκριση που πραγματοποιείται αφορά τα ποσά που καθορίζονται μετά την εφαρμογή των εν λόγω ρητρών.
[...]»
9
Κατά το άρθρο 86 του κανονισμού 1408/71, το οποίο περιλαμβάνεται στον επιγραφόμενο «Διάφορες διατάξεις» τίτλο VI του κανονισμού αυτού:
«1. Οι αιτήσεις, δηλώσεις ή προσφυγές, οι οποίες κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας κράτους μέλους πρέπει να υποβληθούν εντός καθορισμένης προθεσμίας προς την αρχή, τοn φορέα ή το δικαστήριο του κράτους αυτού, γίνονται δεκτές, αν υποβληθούν εντός της ίδιας προθεσμίας προς αντίστοιχη αρχή, φορέα ή δικαστήριο άλλου κράτους μέλους. Στην περίπτωση αυτή, η επιληφθείσα αρχή, ο φορέας ή το δικαστήριο διαβιβάζει αμελλητί τις αιτήσεις, δηλώσεις ή προσφυγές αυτές προς την αρμόδια αρχή, τον φορέα ή το δικαστήριο του πρώτου κράτους, είτε απευθείας είτε κατόπιν μεσολαβήσεως των αρμοδίων αρχών των ενδιαφερομένων κρατών. […]
[...]»
Η ολλανδική ρύθμιση
10
Το άρθρο 6 του νόμου περί γενικευμένης ασφαλίσεως γήρατος (Algemene Ouderdomswet, στο εξής: ολλανδικός AOW) ορίζει, στην παράγραφό του 1:
«1. Είναι ασφαλισμένος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου όποιος δεν έχει ακόμη συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του και [...]
a.
είναι κάτοικος ημεδαπής, ή
b.
δεν είναι κάτοικος ημεδαπής, αλλά υπόκειται σε φόρο εισοδήματος για την εργασία που ασκείται στο πλαίσιο συμβάσεως εργασίας στις Κάτω Χώρες ή επί της υφαλοκρηπίδας.»
11
Τα βασιλικά διατάγματα 557, της 19ης Οκτωβρίου 1976, και 164, της 3ης Μαΐου 1999, αποκλείουν, όσον αφορά τη θεμελίωση συντάξεως βάσει του ολλανδικού AOW, τη σώρευση παροχών που λαμβάνονται βάσει του νόμου περί ασφαλίσεως κατά της ανικανότητας προς εργασία (Wet op de arbeidsongeschiktheidsverzekering, στο εξής: ολλανδικός WAO), και παροχών που λαμβάνονται σύμφωνα με αλλοδαπή ρύθμιση, οι δε ωφελούμενοι από μια τέτοια σώρευση δεν θεωρούνται ασφαλισμένοι βάσει του ολλανδικού AOW.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
12
Ο E. Mulders, Βέλγος υπήκοος κάτοικος Βελγίου, εργάστηκε σε αυτό το κράτος μέλος από τις 25 Ιανουαρίου 1957.
13
Κατόπιν εργατικού ατυχήματος το οποίο επήλθε στις 2 Οκτωβρίου 1962, στον ενδιαφερόμενο αναγνωρίστηκε ποσοστό μόνιμης αναπηρίας 10 %. Από την 1η Ιανουαρίου 1969, το βελγικό ταμείο εργατικών ατυχημάτων χορήγησε σε αυτόν επίδομα βάσει της μόνιμης αυτής αναπηρίας.
14
Από τις 14 Νοεμβρίου 1966 ο E. Mulders εργάστηκε ως μεθοριακός εργαζόμενος στο Μάαστριχτ (Κάτω Χώρες).
15
Στις 10 Φεβρουαρίου 1982 ο E. Mulders κηρύχθηκε σε ανικανότητα προς εργασία στις Κάτω Χώρες και, κατά συνέπεια, έλαβε, βάσει των παροχών ασφαλίσεως ασθενείας, το προβλεπόμενο από τον ολλανδικό WAO επίδομα που αντιστοιχεί σε ποσοστό ανικανότητας προς εργασία 80 % έως 100 % (στο εξής: επίδομα WAO). Εισφορές παρακρατήθηκαν επί του επιδόματος αυτού, περιλαμβανομένων των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος που βάσει του ολλανδικού AOW καταβάλλονται στο ολλανδικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
16
Ο E. Mulders λάμβανε το επίδομα WAO μέχρι τις 25 Οκτωβρίου 1997.
17
Κατά τη διάρκεια του 1996 ο E. Mulders ζήτησε εκκαθάριση της συντάξεώς του τόσο στις Κάτω Χώρες, από το Sociale Verzekeringsbank van Amstelveen (ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων του Amstelveen, στο εξής: ολλανδικό SV), όσο και στο Βέλγιο, από τον RVP.
18
Με απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 1997, ο RVP χορήγησε στον E. Mulders σύνταξη γήρατος. Πάντως, για τον υπολογισμό της συντάξεως αυτής, δεν ελήφθη υπόψη η περίοδος μεταξύ της 10ης Φεβρουαρίου 1982, ημερομηνίας κατά την οποία στον ενδιαφερόμενο αναγνωρίστηκε ανικανότητα προς εργασία στις Κάτω Χώρες, και της 25ης Οκτωβρίου 1997. Ο RVP στήριξε την απόφασή του στην κατάσταση που διαβιβάστηκε από το ολλανδικό SV, στην οποία αναγράφονταν οι περίοδοι κατά τις οποίες ο E. Mulders ήταν ασφαλισμένος στις Κάτω Χώρες.
19
Στις 13 Ιανουαρίου 1998, στο πλαίσιο εξετάσεως της αιτήσεως συνταξιοδοτήσεως που ο E. Mulders είχε υποβάλει στις Κάτω Χώρες, το ολλανδικό SV θεώρησε ότι, κατά την ανωτέρω περίοδο, ο E. Mulders δεν ήταν ασφαλισμένος βάσει του ολλανδικού AOW, επειδή λάμβανε, συγχρόνως με το επίδομα WAO, πρόσοδο βάσει της ασφαλίσεως εργατικού ατυχήματος στο Βέλγιο. Κατά το ολλανδικό SV, η σώρευση αυτή δεν επιτρέπεται από την ολλανδική νομοθεσία και αποκλείει το ευεργέτημα της προβλεπόμενης από τον ολλανδικό AOW ασφαλίσεως.
20
Με δικόγραφο της 12ης Φεβρουαρίου 1998, ο E. Mulders άσκησε ενώπιον του Arbeidsrechtbank te Tongeren (πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εργατικών διαφορών του Tongeren) προσφυγή κατά της αποφάσεως του RVP.
21
Με απόφαση της 9ης Ιουνίου 1999, το δικαστήριο αυτό κήρυξε αβάσιμη την προσφυγή αυτή. Πάντως, παρέπεμψε στο αρμόδιο ολλανδικό δικαστήριο, βάσει του άρθρου 86 του κανονισμού 1408/71, το αίτημα του E. Mulders σχετικά με την αναγνώριση της περιόδου μεταξύ 10ης Φεβρουαρίου 1982 και 25ης Οκτωβρίου 1997 ως ασφαλιστικής περιόδου για τη λήψη συντάξεως γήρατος.
22
Στις 8 Ιουλίου 1999 ο E. Mulders άσκησε ενώπιον του Arbeidshof te Antwerpen (εφετείου εργατικών διαφορών Αμβέρσας) έφεση κατά της αποφάσεως του Arbeidsrechtbank te Tongeren της 9ης Ιουνίου 1999. Υποστήριξε ότι ο μη συνυπολογισμός της περιόδου ανικανότητας προς εργασία η οποία ακολούθησε την οριστική παύση των μισθωτών δραστηριοτήτων του στις Κάτω Χώρες δύναται να επηρεάσει το αναγνωριζόμενο από το δίκαιο της Ένωσης δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας, επειδή έτσι στερείται πλεονεκτήματα που του εγγυάται η νομοθεσία κράτους μέλους.
23
Στις 24 Νοεμβρίου 1999, στηριζόμενο στα έγγραφα που διαβίβασε το Arbeidsrechtbank te Tongeren, το ολλανδικό SV θεώρησε ότι κατά την επίμαχη περίοδο ο E. Mulders δεν ήταν ασφαλισμένος βάσει του ολλανδικού AOW. Κατά τον φορέα αυτόν, εφόσον ο E. Mulders στις 10 Φεβρουαρίου 1982 έπαυσε οριστικά να εργάζεται στις Κάτω Χώρες, η κατάστασή του, όσον αφορά την ασφάλιση γήρατος, πρέπει να αξιολογηθεί, από της ημερομηνίας αυτής, μόνο βάσει της ολλανδικής ρυθμίσεως, οι δε προβλεπόμενοι από τον κανονισμό 1408/71 κανόνες καθορισμού της εφαρμοστέας νομοθεσίας δεν έχουν πια αποτέλεσμα επ’ αυτού. Επιπλέον, το ολλανδικό SV υποστήριξε ότι, για την περίοδο μεταξύ 10ης Φεβρουαρίου 1982 και 25ης Οκτωβρίου 1997, ο E. Mulders δεν ικανοποιούσε ούτε το άρθρο 6, παράγραφος 1 b, του ολλανδικού AOW –το οποίο ορίζει ότι, για να είναι ασφαλισμένο βάσει του εν λόγω νόμου, το πρόσωπο που δεν είναι κάτοικος Κάτω Χωρών πρέπει να έχει, σε αυτό το κράτος μέλος, εργασία υποκείμενη σε φόρο εισοδήματος– ούτε την ολλανδική ρύθμιση, η οποία αποκλείει τη σώρευση του επιδόματος WAO με τις παροχές που λαμβάνονται σύμφωνα με αλλοδαπή ρύθμιση.
24
Από τις παρατηρήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία αναφέρεται στα στοιχεία που το RVP προσκόμισε κατά την κύρια δίκη, προκύπτει ότι ο E. Mulders δεν άσκησε προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως του ολλανδικού SV.
25
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Arbeidshof te Antwerpen αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Υπάρχει παράβαση του άρθρου 46 του κανονισμού [...] 1408/71 [...] όταν, για τον υπολογισμό της συντάξεως διακινούμενου εργαζόμενου, περίοδος ανικανότητας προς εργασία, κατά την οποία λαμβανόταν παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία και καταβάλλονταν εισφορές βάσει του [ολλανδικού AOW], δεν εξομοιώνεται με “περίοδο ασφαλίσεως” υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ιηʹ, του κανονισμού αυτού;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
Επί του παραδεκτού
26
Η Βελγική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, επειδή στην απόφαση περί παραπομπής δεν εκτίθενται επαρκώς ούτε το πραγματικό πλαίσιο ούτε η βελγική και η ολλανδική ρύθμιση βάσει των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του RVP ούτε παρατίθενται οι λόγοι που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να θεωρήσει αναγκαία την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος.
27
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που τέθηκαν από τον εθνικό δικαστή εντός του κανονιστικού και πραγματικού πλαισίου το οποίο αυτός ορίζει με δική του ευθύνη, και την ακρίβεια του οποίου δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να ελέγξει, καλύπτονται με τεκμήριο λυσιτέλειας. Άρνηση του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου είναι δυνατή μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του τέθηκαν (απόφαση της 22ας Ιουνίου 2010, C-188/10 και C-189/10, Melki και Abdeli, Συλλογή 2010, σ. I-5667, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
28
Επίσης από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η ανάγκη να δοθεί ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης που να είναι χρήσιμη για τον εθνικό δικαστή απαιτεί να ορίσει αυτός το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που θέτει ή, τουλάχιστον, να εξηγήσει τις πραγματικές περιστάσεις στις οποίες στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά. Η απόφαση περί παραπομπής πρέπει επιπλέον να αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους που οδήγησαν τον εθνικό δικαστή να διερωτηθεί ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και να θεωρήσει αναγκαία την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο (απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2009, C-42/07, Liga Portuguesa de Futebol Profissional και Bwin International, Συλλογή 2009, σ. I-7633, σκέψη 40).
29
Πάντως, διαπιστώνεται ότι το ερώτημα που τέθηκε από το αιτούν δικαστήριο αφορά την ερμηνεία διατάξεων του κανονισμού 1408/71 σε πραγματική διαφορά στο πλαίσιο της οποίας, όπως προκύπτει ιδίως από τη σκέψη 22 της παρούσας αποφάσεως, ο E. Mulders διατείνεται ότι ο μη συνυπολογισμός, για τον υπολογισμό της συντάξεώς του γήρατος στο Βέλγιο, της περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας λάμβανε το επίδομα WAO δύναται να θίξει την αναγνωριζόμενη από το δίκαιο της Ένωσης ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Από την απόφαση περί παραπομπής, στην οποία εκτίθεται το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς το αν ο μη συνυπολογισμός της περιόδου αυτής συνάδει με τον εν λόγω κανονισμό.
30
Υπό τις συνθήκες αυτές, η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.
Επί της ουσίας
31
Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί στην ουσία να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 1, στοιχείο ιηʹ, και 46 του κανονισμού 1408/71 αποκλείουν τη δυνατότητα, κατά τον υπολογισμό της συντάξεως γήρατος εντός ενός κράτους μέλους, μια περίοδος ανικανότητας προς εργασία, κατά τη διάρκεια της οποίας παροχή ασφαλίσεως ασθενείας, επί της οποίας εισφορές παρακρατήθηκαν βάσει της ασφαλίσεως γήρατος, είχε καταβληθεί εντός άλλου κράτους μέλους σε διακινούμενο εργαζόμενο, να μη θεωρηθεί από τη νομοθεσία αυτού του άλλου κράτους μέλους ως «περίοδος ασφαλίσεως» υπό την έννοια των διατάξεων αυτών, επειδή ο ενδιαφερόμενος δεν είναι κάτοικος του τελευταίου κράτους και/ή έλαβε παρόμοια παροχή βάσει της νομοθεσίας του πρώτου κράτους μέλους, η οποία δεν μπορούσε να σωρευθεί με αυτή την παροχή ασφαλίσεως ασθενείας.
32
Πρέπει να υπογραμμιστεί ευθύς εξαρχής ότι, αντιθέτως προς αυτό που οι ολλανδικές αρχές υποστήριξαν στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης, το γεγονός ότι ο E. Mulders έπαυσε οριστικά να εργάζεται στις Κάτω Χώρες στις 10 Φεβρουαρίου 1982 ουδόλως συνεπάγεται ότι η κατάστασή του όσον αφορά την ασφάλιση γήρατος πρέπει να αξιολογηθεί, από της ημερομηνίας εκείνης, μόνο βάσει της ολλανδικής ρυθμίσεως, επειδή δεν έχουν πια αποτέλεσμα επ’ αυτού οι περιεχόμενοι στο άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 κανόνες καθορισμού της εφαρμοστέας νομοθεσίας.
33
Ασφαλώς, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο ο E. Mulders έπαυσε οριστικά να εργάζεται, δηλαδή στις 10 Φεβρουαρίου 1982, το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 1408/71, το οποίο καθορίζει, μεταξύ άλλων, τη νομοθεσία που έχει εφαρμογή επί των προσώπων που οριστικά έπαυσαν κάθε δραστηριότητα (απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2010, C-345/09, van Delft κ.λπ., Συλλογή 2010, σ. I-9879, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), δεν είχε ακόμη τεθεί σε ισχύ, επειδή η διάταξη αυτή παρεμβλήθηκε στον εν λόγω κανονισμό μόλις από τις 29 Ιουλίου 1991, κατόπιν της εκδόσεως του κανονισμού 2195/91.
34
Παρά ταύτα, διαπιστώνεται ότι, ήδη πριν από την ημερομηνία εκείνη, όπως προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2195/91, το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι, έστω και αν το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1408/71 δεν ανέφερε ρητώς την περίπτωση ενός εργαζόμενου ο οποίος δεν εργαζόταν όταν θέλησε να λάβει παροχές ασφαλίσεως ασθενείας, η διάταξη αυτή αφορούσε, όταν συνέτρεχε τέτοια περίπτωση, τη νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος εργάστηκε για τελευταία φορά, οπότε ένας εργαζόμενος που έπαυσε τις δραστηριότητές του που ασκούσε στο έδαφος ενός κράτους μέλους και που δεν μετέβη να εργαστεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους εξακολουθούσε να υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους της τελευταίας εργασίας του (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 1983, 150/82, Coppola, Συλλογή 1983, σ. 43, σκέψη 11, και προαναφερθείσα απόφαση Ten Holder, σκέψεις 13 έως 15).
35
Επομένως, ένα πρόσωπο όπως ο E. Mulders, ο οποίος, στην υπόθεση της κύριας δίκης, είχε οριστικά παύσει να εργάζεται πριν από τις 29 Ιουλίου 1991 και δεν εργάστηκε στη συνέχεια, ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1408/71, οι οποίες, εφόσον η τελευταία εργασία του E. Mulders είχε ασκηθεί στις Κάτω Χώρες, καθόριζαν την ολλανδική νομοθεσία ως την εφαρμοστέα νομοθεσία.
36
Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, κατά την εθνική αυτή νομοθεσία, ο συνυπολογισμός ως περιόδου ασφαλίσεως, για τον υπολογισμό συντάξεως γήρατος, μιας περιόδου ανικανότητας προς εργασία βάσει της οποίας είχε καταβληθεί παροχή ασφαλίσεως ασθενείας εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος κατοικεί στην ημεδαπή αν έπαυσε, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, κάθε μισθωτή δραστηριότητα υποκείμενη σε φόρο εισοδήματος στις Κάτω Χώρες, και ότι δεν σωρεύει την παροχή αυτή με παρόμοια παροχή χορηγούμενη βάσει αλλοδαπής ρυθμίσεως, το δε ευεργέτημα της προβλεπόμενης από τον ολλανδικό AOW ασφαλίσεως αποκλείεται αν δεν πληρούται η μεν ή η δε από τις προϋποθέσεις αυτές.
37
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο ιηʹ, του κανονισμού 1408/71, οι προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται η σύσταση περιόδων ασφαλίσεως ορίζονται μόνον από τη νομοθεσία του κράτους μέλους υπό την οποία συμπληρώθηκαν οι επίμαχες περίοδοι (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 1997, C-322/95, Iurlaro, Συλλογή 1997, σ. I-4881, σκέψη 28, και της 3ης Μαρτίου 2011, C-440/09, Tomaszewska, Συλλογή 2011, σ. I-1033, σκέψη 26).
38
Πάντως, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, όταν καθορίζουν τις προϋποθέσεις αυτές, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης και, ιδίως, τον σκοπό που επιδιώκεται από τον κανονισμό 1408/71 και τις αρχές στις οποίες στηρίζεται ο κανονισμός αυτός (προαναφερθείσα απόφαση Tomaszewska, σκέψη 27), καθώς και τα άρθρα 45 ΣΛΕΕ έως 48 ΣΛΕΕ με τα οποία κατοχυρώνεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων (βλ., στο ίδιο πνεύμα, προαναφερθείσα απόφαση Iurlaro, σκέψη 28, και απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2002, C-347/00, Barreira Pérez, Συλλογή 2002, σ. I-8191, σκέψη 23).
39
Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 που καθορίζουν την εφαρμοστέα νομοθεσία, στις οποίες περιλαμβάνεται το άρθρο του 13, έχουν ως σκοπό όχι μόνο να αποτρέψουν την ταυτόχρονη εφαρμογή περισσότερων εθνικών νομοθεσιών και τις εντεύθεν περιπλοκές, αλλά και να εμποδίσουν το ενδεχόμενο τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 να στερηθούν προστασίας σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, λόγω ελλείψεως νομοθεσίας έχουσας εφαρμογή επ’ αυτών (αποφάσεις της 11ης Ιουνίου 1998, C-275/96, Kuusijärvi, Συλλογή 1998, σ. I-3419, σκέψη 28· της 7ης Ιουλίου 2005, C-227/03, van Pommeren-Bourgondiën, Συλλογή 2005, σ. I-6101, σκέψη 34, και της 21ης Φεβρουαρίου 2013, C-619/11, Dumont de Chassart, σκέψη 38).
40
Έτσι, αυτές οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 αποτελούν ένα σύστημα κανόνων άρσεως συγκρούσεων, του οποίου η πληρότητα έχει ως συνέπεια να μην έχουν πια οι εθνικοί νομοθέτες την εξουσία καθορισμού της εκτάσεως και των προϋποθέσεων εφαρμογής της σχετικής εθνικής νομοθεσίας τους, όσον αφορά τα πρόσωπα που υπόκεινται σε αυτήν και όσον αφορά το έδαφος εντός του οποίου οι εθνικές διατάξεις παράγουν τα αποτελέσματά τους (προαναφερθείσα απόφαση van Delft κ.λπ., σκέψη 51).
41
Επομένως, οι προϋποθέσεις από τις οποίες τα κράτη μέλη εξαρτούν τη σύσταση των περιόδων ασφαλίσεως ουδόλως δύνανται να έχουν ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό από το πεδίο εφαρμογής μιας εθνικής νομοθεσίας των προσώπων επί των οποίων, βάσει του κανονισμού 1408/71, έχει εφαρμογή η ίδια νομοθεσία (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2012, C-347/10, Salemink, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
42
Πάντως, όπως ορθώς υποστήριξε η Επιτροπή, τούτο είναι το αποτέλεσμα της επίμαχης στην κύρια δίκη ρυθμίσεως επειδή αυτή εξαρτά το ευεργέτημα της προβλεπόμενης από τον ολλανδικό AOW ασφαλίσεως από προϋπόθεση κατοικίας καταλήγουσα στο να αποκλείεται ο συνυπολογισμός, για τον υπολογισμό συντάξεως γήρατος, της περιόδου ανικανότητας προς εργασία ενός μη κατοίκου ημεδαπής.
43
Πράγματι, κατά την ημερομηνία κατά την οποία το πρόσωπο αυτό έπαυσε τις μισθωτές δραστηριότητές του, το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1408/71 επέβαλλε την αρχή ότι ένα τέτοιο πρόσωπο εξακολουθούσε να υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους της τελευταίας εργασίας του, ακόμη και αν κατοικούσε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
44
Η διάταξη αυτή δεν θα τηρούνταν αν η προϋπόθεση κατοικίας, που η νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ο ενδιαφερόμενος έπαυσε τη μισθωτή του δραστηριότητα επέβαλλε για την υπαγωγή του προσώπου αυτού στο προβλεπόμενο από τη νομοθεσία αυτή σύστημα συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως γήρατος, μπορούσε να αντιταχθεί στα πρόσωπα που αφορά το εν λόγω άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ. Ως προς τα πρόσωπα αυτά, η διάταξη αυτή έχει ως αποτέλεσμα να υποκαθιστά την προϋπόθεση κατοικίας με προϋπόθεση στηριζόμενη στην άσκηση της μισθωτής δραστηριότητας στο έδαφος του περί ου πρόκειται κράτους μέλους (προαναφερθείσα απόφαση Salemink, σκέψη 41).
45
Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, μολονότι το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης δεν δύναται να εγγυηθεί σε ασφαλισμένο ότι μια μετακίνηση σε άλλο κράτος μέλος θα είναι ουδέτερη εξ απόψεως κοινωνικής ασφαλίσεως, ιδίως δε όσον αφορά τις παροχές ασθενείας και τις συντάξεις γήρατος, δεδομένου ότι μια τέτοια μετακίνηση, λαμβανομένων υπόψη των διαφορών που υπάρχουν μεταξύ των συστημάτων και των νομοθεσιών των κρατών μελών, δύναται, αναλόγως της περιπτώσεως, να είναι περισσότερο ή λιγότερο ευμενής ή δυσμενής για το περί ου πρόκειται πρόσωπο όσον αφορά την κοινωνική προστασία, παρά ταύτα από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, στην περίπτωση που η εφαρμογή της είναι λιγότερο ευνοϊκή, εθνική ρύθμιση είναι σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης μόνο στο μέτρο που ειδικά η εθνική αυτή ρύθμιση δεν θέτει τον περί ου πρόκειται εργαζόμενο σε χειρότερη μοίρα σε σχέση με εκείνους που ασκούν το σύνολο των δραστηριοτήτων τους στο κράτος μέλος όπου αυτή έχει εφαρμογή και δεν οδηγεί απλώς και μόνο στην καταβολή εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως που θα είναι άνευ αντικρίσματος (βλ., στο ίδιο πνεύμα, αποφάσεις της 19ης Μαρτίου 2002, C-393/99 και C-394/99, Hervein κ.λπ., Συλλογή 2002, σ. I-2829, σκέψη 51, και της 9ης Μαρτίου 2006, C-493/04, Piatkowski, Συλλογή 2006, σ. I-2369, σκέψη 34· προαναφερθείσα απόφαση van Delft κ.λπ., σκέψεις 100 και 101, και απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011, C-388/09, da Silva Martins, Συλλογή 2011, σ. Ι-5737, σκέψεις 72 και 73).
46
Όπως το Δικαστήριο έχει κρίνει κατ’ επανάληψη, ο σκοπός των άρθρων 45 ΣΛΕΕ και 48 ΣΛΕΕ δεν θα επιτυγχανόταν αν, κατόπιν της ασκήσεως του δικαιώματός τους ελεύθερης κυκλοφορίας, οι διακινούμενοι εργαζόμενοι έχαναν τα πλεονεκτήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που τους διασφαλίζει μόνον η νομοθεσία ενός κράτους μέλους, ιδίως δε όταν τα πλεονεκτήματα αυτά αποτελούν το αντάλλαγμα εισφορών που αυτοί έχουν καταβάλει (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1975, 24/75, Petroni, Συλλογή τόμος 1975, σ. 347, σκέψη 13, και προαναφερθείσα απόφαση da Silva Martins, σκέψη 74 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
47
Πάντως, διαπιστώνεται ότι οι απαιτήσεις αυτές δεν τηρούνται όταν, όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, ρύθμιση κράτους μέλους αποκλείει ως περίοδο ασφαλίσεως για τον υπολογισμό συντάξεως γήρατος διακινούμενου εργαζόμενου ολόκληρη την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας εισφορές καταβλήθηκαν από αυτόν βάσει ασφαλίσεως γήρατος, ενώ δεν αμφισβητείται ότι η περίοδος αυτή θα λαμβανόταν υπόψη αν ο ενδιαφερόμενος είχε την κατοικία του σε αυτό το κράτος μέλος.
48
Εν προκειμένω, δεν ασκεί επιρροή το ότι, λόγω της υπάρξεως εθνικού κανόνα κατά της σωρεύσεως, η παροχή ασφαλίσεως ασθενείας επί της οποίας παρακρατήθηκαν οι εισφορές αυτές δεν μπορούσε να σωρευθεί με παρόμοια παροχή η οποία, στην υπόθεση της κύριας δίκης, καταβλήθηκε στον ενδιαφερόμενο κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου βάσει της ρυθμίσεως άλλου κράτους μέλους. Πράγματι, πέρα από το γεγονός ότι αυτός ο εθνικός κανόνας κατά της σωρεύσεως δεν εφαρμόστηκε από τις αρμόδιες εθνικές αρχές κατά την καταβολή των παροχών που αφορά ο κανόνας αυτός, δεδομένου ότι επίκληση του εν λόγω κανόνα έγινε μόνον εκ των υστέρων για τον υπολογισμό χωριστής παροχής, εν προκειμένω συντάξεως γήρατος, παραμένει το γεγονός ότι, εφόσον εισφορές όντως παρακρατήθηκαν βάσει της ασφαλίσεως γήρατος επί της παροχής ασφαλίσεως ασθενείας που καταβλήθηκε στον ενδιαφερόμενο από τις αρχές αυτές, οι εισφορές αυτές θα ήσαν άνευ αντικρίσματος αν ο εν λόγω κανόνας μπορούσε να αντιταχθεί σε αυτόν.
49
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω, στο ερώτημα που τέθηκε πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 1, στοιχείο ιηʹ, και 46 του κανονισμού 1408/71, υπό το πρίσμα του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού και των άρθρων 45 ΣΛΕΕ και 48 ΣΛΕΕ, αποκλείουν τη δυνατότητα, κατά τον υπολογισμό της συντάξεως γήρατος εντός ενός κράτους μέλους, μια περίοδος ανικανότητας προς εργασία, κατά τη διάρκεια της οποίας παροχή ασφαλίσεως ασθενείας, επί της οποίας εισφορές παρακρατήθηκαν βάσει της ασφαλίσεως γήρατος, είχε καταβληθεί εντός άλλου κράτους μέλους σε διακινούμενο εργαζόμενο, να μη θεωρηθεί από τη νομοθεσία αυτού του άλλου κράτους μέλους ως «περίοδος ασφαλίσεως» υπό την έννοια των διατάξεων αυτών, επειδή ο ενδιαφερόμενος δεν είναι κάτοικος του τελευταίου κράτους και/ή έλαβε παρόμοια παροχή βάσει της νομοθεσίας του πρώτου κράτους μέλους, η οποία δεν μπορούσε να σωρευθεί με αυτή την παροχή ασφαλίσεως ασθενείας.
Επί των δικαστικών εξόδων
50
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Τα άρθρα 1, στοιχείο ιηʹ, και 46 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, υπό το πρίσμα του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού και των άρθρων 45 ΣΛΕΕ και 48 ΣΛΕΕ, αποκλείουν τη δυνατότητα, κατά τον υπολογισμό της συντάξεως γήρατος εντός ενός κράτους μέλους, μια περίοδος ανικανότητας προς εργασία, κατά τη διάρκεια της οποίας παροχή ασφαλίσεως ασθενείας, επί της οποίας εισφορές παρακρατήθηκαν βάσει της ασφαλίσεως γήρατος, είχε καταβληθεί εντός άλλου κράτους μέλους σε διακινούμενο εργαζόμενο, να μη θεωρηθεί από τη νομοθεσία αυτού του άλλου κράτους μέλους ως «περίοδος ασφαλίσεως» υπό την έννοια των διατάξεων αυτών, επειδή ο ενδιαφερόμενος δεν είναι κάτοικος του τελευταίου κράτους και/ή έλαβε παρόμοια παροχή βάσει της νομοθεσίας του πρώτου κράτους μέλους, η οποία δεν μπορούσε να σωρευθεί με αυτή την παροχή ασφαλίσεως ασθενείας.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy