ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 25ης Οκτωβρίου 2012 ( *1 )
«Γεωργία — Κανονισμοί (EK) 1698/2005 και 1974/2006 — Ενίσχυση εγκαταστάσεως νέων γεωργών — Προϋποθέσεις χορηγήσεως — Εγκατάσταση ατόμου για πρώτη φορά σε γεωργική εκμετάλλευση ως αρχηγού εκμεταλλεύσεως — Προϋποθέσεις εφαρμογής όταν η εγκατάσταση πραγματοποιήθηκε μέσω νομικού προσώπου»
Στην υπόθεση C-592/11,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Korkein hallinto-oikeus (Φινλανδία) με απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2011, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Νοεμβρίου 2011, στο πλαίσιο της δίκης που αφορά τον
Anssi Ketelä,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, προεδρεύοντα του ογδόου τμήματος, C. Toader και A. Prechal (εισηγήτρια), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. Pere,
—
η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek και S. Šindelková,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους E. Paasivirta και G. von Rintelen,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 22, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (EK) 1698/2005 του Συμβουλίου, της 20ής Σεπτεμβρίου 2005, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) (ΕΕ L 277, σ. 1), και του άρθρου 13, παράγραφοι 4 και 6, του κανονισμού (EK) 1974/2006 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1698/2005 (ΕΕ L 368, σ. 15).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας που κίνησε ο Anssi Ketelä κατά της αποφάσεως με την οποία διεκόπη η καταβολή ενισχύσεως εγκαταστάσεως που του είχε χορηγηθεί προηγουμένως.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Ο κανονισμός 1698/2005
3
Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 11, 13, 14, 16, 17 και 61 του κανονισμού 1698/2005:
«(11)
Για να εξασφαλισθεί η αειφόρος ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών, είναι αναγκαίο να εστιασθούν οι προσπάθειες σε περιορισμένο αριθμό κεντρικών στόχων σε κοινοτικό επίπεδο, οι οποίοι αφορούν την ανταγωνιστικότητα της γεωργίας και της δασοκομίας, τη διαχείριση της γης και το περιβάλλον, καθώς και την ποιότητα ζωής και τη διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων στις εν λόγω περιοχές, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη την ποικιλότητα καταστάσεων, που κλιμακώνονται από τις απομακρυσμένες αγροτικές περιοχές που πάσχουν από απερήμωση και υποβάθμιση, μέχρι τις περιαστικές αγροτικές περιοχές που υφίστανται ολοένα και μεγαλύτερη πίεση από τα αστικά κέντρα.
[...]
(13)
Για να επιτευχθεί ο στόχος της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας των τομέων της γεωργίας και της δασοκομίας, είναι σημαντικό να οικοδομηθούν σαφείς αναπτυξιακές στρατηγικές που θα αποσκοπούν στη βελτίωση [αύξηση] και την προσαρμογή του ανθρώπινου δυναμικού, του φυσικού δυναμικού και της ποιότητας της γεωργικής παραγωγής.
(14)
Όσον αφορά το ανθρώπινο δυναμικό, θα πρέπει να υπάρχει διαθέσιμη δέσμη μέτρων σχετικά με την κατάρτιση, την ενημέρωση και τη διάδοση γνώσεων, με την εγκατάσταση νέων γεωργών, με την πρόωρη συνταξιοδότηση γεωργών και γεωργικών εργατών, με τη χρήση συμβουλευτικών υπηρεσιών από τους γεωργούς και τους δασοκαλλιεργητές και με τη σύσταση υπηρεσιών διαχείρισης της εκμετάλλευσης, γεωργών αντικατάστασης, καθώς και παροχής συμβουλών στην εκμετάλλευση και στη δασοκομία.
[...]
(16)
Η παροχή ειδικών ευεργετημάτων στους νέους γεωργούς μπορεί να διευκολύνει και την αρχική τους εγκατάσταση, και τη διαρθρωτική προσαρμογή των εκμεταλλεύσεών τους μετά την αρχική τους εγκατάσταση. Το μέτρο που αφορά την εγκατάσταση θα πρέπει να θέτει ως προϋπόθεση την κατάρτιση επιχειρηματικού σχεδίου ως μέσου που θα εξασφαλίζει διαχρονικά την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της νέας γεωργικής εκμετάλλευσης.
(17)
Η πρόωρη συνταξιοδότηση στον τομέα της γεωργίας θα πρέπει να σκοπεύει σε σημαντική διαρθρωτική αλλαγή των μεταβιβαζόμενων εκμεταλλεύσεων μέσω του μέτρου της εγκατάστασης νέων γεωργών και σύμφωνα με τις απαιτήσεις του εν λόγω μέτρου, ή με τη μεταβίβαση της εκμετάλλευσης με στόχο την αύξηση του μεγέθους της, λαμβανομένης επίσης υπόψη της πείρας που έχει αποκτηθεί από την εφαρμογή προηγούμενων κοινοτικών καθεστώτων στον τομέα αυτόν.
[...]
(61)
Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας και με την επιφύλαξη εξαιρέσεων, θα πρέπει να υπάρχουν εθνικοί κανόνες σχετικά με την επιλεξιμότητα των δαπανών.»
4
Υπό τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», το άρθρο 1 του κανονισμού 1698/2005 ορίζει τα εξής:
«1. [Ο παρών κανονισμός] θεσπίζει τους γενικούς κανόνες που διέπουν την κοινοτική στήριξη για την αγροτική ανάπτυξη, η οποία χρηματοδοτείται από το ΕΓΤΑΑ [...]
2. καθορίζει τους στόχους στους οποίους θα πρέπει να συμβάλλει η πολιτική αγροτικής ανάπτυξης·
[...]
4. καθορίζει τις προτεραιότητες και μέτρα αγροτικής ανάπτυξης·
[...]».
5
Το άρθρο 2, στοιχεία γʹ και δʹ, του κανονισμού αυτού περιλαμβάνουν τους ακόλουθους ορισμούς:
«γ)
“άξονας”: συνεκτική ομάδα μέτρων με ειδικούς σκοπούς που απορρέουν ευθέως από την εφαρμογή των μέτρων αυτών και συμβάλλουν στην επίτευξη ενός ή περισσοτέρων στόχων εκ των οριζομένων στο άρθρο 4·
δ)
“μέτρο”: δέσμη πράξεων που συμβάλλουν στην υλοποίηση ενός άξονα [...]».
6
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα ακόλουθα:
«Η στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης συμβάλλει στην επίτευξη των ακόλουθων στόχων:
α)
βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της γεωργίας και της δασοκομίας μέσω της παροχής στήριξης για αναδιάρθρωση, ανάπτυξη και καινοτομία·
[...]».
7
Το άρθρο 15 του κανονισμού 1698/2005 προβλέπει ότι το ΕΓΤΑΑ ενεργεί στα κράτη μέλη μέσω προγραμμάτων αγροτικής αναπτύξεως.
8
Το άρθρο 16, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1698/2005 ορίζει τα ακόλουθα:
«Κάθε πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξης περιλαμβάνει:
[...]
γ)
πληροφορίες για τους άξονες και τα μέτρα που προτείνονται για τον κάθε ένα [άξονα], καθώς και περιγραφή τους [...]
[...]».
9
Περιλαμβανόμενο στο τμήμα 1, με τίτλο «Άξονας 1 – Βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του τομέα της γεωργίας και της δασοκομίας», του κεφαλαίου I του τίτλου IV του κανονισμού 1698/2005, το άρθρο 20, στοιχείο αʹ, αυτού ορίζει τα εξής:
«Η στήριξη που στοχεύει την ανταγωνιστικότητα του τομέα της γεωργίας και της δασοκομίας αφορά:
α)
μέτρα που αποσκοπούν στην προαγωγή της γνώσης και στη βελτίωση [αύξηση] του ανθρώπινου δυναμικού μέσω:
[...]
ii)
εγκατάστασης νέων γεωργών,
iii)
πρόωρης συνταξιοδότησης γεωργών [...],
[...]».
10
Το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 1698/2005 έχει ως εξής:
«Η στήριξη που προβλέπεται στο άρθρο 20, στοιχείο αʹ, σημείο ii, παρέχεται σε άτομα, τα οποία:
α)
είναι ηλικίας κάτω των 40 ετών και εγκαθίστανται για πρώτη φορά σε γεωργική εκμετάλλευση ως αρχηγοί της εκμετάλλευσης·
β)
διαθέτουν επαρκή επαγγελματική ικανότητα·
γ)
υποβάλλουν επιχειρηματικό σχέδιο για την ανάπτυξη των γεωργικών δραστηριοτήτων τους.»
11
Με τίτλο «Πρόωρη συνταξιοδότηση», το άρθρο 23 του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής:
«1. Η στήριξη που προβλέπεται στο άρθρο 20, στοιχείο αʹ, σημείο iii, παρέχεται:
α)
σε γεωργούς οι οποίοι αποφασίζουν να παύσουν τη γεωργική τους δραστηριότητα με σκοπό τη μεταβίβαση των εκμεταλλεύσεων σε άλλους γεωργούς·
[...]
3. Ο διάδοχος γεωργός πρέπει:
α)
να διαδέχεται τον αποχωρούντα γεωργό, και να εγκαθίσταται όπως προβλέπεται στο άρθρο 22· ή
β)
να είναι γεωργός ηλικίας κάτω των 50 ετών ή πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και να παραλαμβάνει τη γεωργική εκμετάλλευση που ελευθερώνεται από τον αποχωρούντα γεωργό με σκοπό να αυξήσει το μέγεθός της.
[...]»
12
Κατά το άρθρο 71, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού:
«Οι κανόνες επιλεξιμότητας των δαπανών θεσπίζονται σε εθνικό επίπεδο, με την επιφύλαξη των ειδικών όρων που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό για ορισμένα μέτρα αγροτικής ανάπτυξης.
[...]»
Ο κανονισμός 1974/2006
13
Κατά την αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού 1974/2006:
«Ο κανονισμός (ΕΚ) 1698/2005 θεσπίζει προϋποθέσεις για τη χορήγηση στήριξης σε νέους γεωργούς. Είναι αναγκαίο να οριστεί η χρονική στιγμή κατά την οποία πρέπει να πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις και να προσδιοριστεί η διάρκεια της [προθεσμίας την] οποία δύνανται να παρέχουν τα κράτη μέλη σε ορισμένους δικαιούχους για την τήρηση της προυπόθεσης της επαρκούς επαγγελματικής ικανότητας. Δεδομένου ότι η παροχή στήριξης προς τους νέους γεωργούς προϋποθέτει την υποβολή επιχειρηματικού σχεδίου, είναι αναγκαία η θέσπιση λεπτομερών κανόνων σχετικά με το επιχειρηματικό σχέδιο και με την τήρηση από τους νέους γεωργούς των όσων αυτό προβλέπει.»
14
Το άρθρο 13, παράγραφοι 4 και 6, του κανονισμού 1974/2006 ορίζει τα ακόλουθα:
«4. Η ατομική απόφαση χορήγησης στήριξης για την εγκατάσταση νέων γεωργών λαμβάνεται το αργότερο εντός 18 μηνών μετά την εγκατάσταση, όπως ορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν στα κράτη μέλη. [...]
[...]
6. Στην περίπτωση νέων γεωργών που δεν εγκαθίστανται ως μόνοι αρχηγοί μιας γεωργικής εκμετάλλευσης μπορούν να ισχύουν ειδικοί όροι. Οι όροι αυτοί πρέπει να είναι ισοδύναμοι με αυτούς που ισχύουν στην περίπτωση εγκατάστασης νέων γεωργών ως μόνων αρχηγών μιας εκμετάλλευσης.»
15
Το σημείο 5 του παραρτήματος II, A, του κανονισμού 1974/2006, το οποίο, όπως προβλέπει το άρθρο 16, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1698/2005, απαριθμεί τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στα προγράμματα αγροτικής αναπτύξεως, περιλαμβάνει ιδίως τις ακόλουθες διευκρινίσεις:
«5.3.
Πληροφορίες για τους άξονες και τα μέτρα που προτείνονται για τον κάθε ένα, και περιγραφή αυτών
[...]
5.3.1.1.2.
Εγκατάσταση νέων γεωργών
—
Ο ορισμός της “εγκατάστασης” που χρησιμοποιείται από το κράτος μέλος/περιφέρεια.
[...]»
Το φινλανδικό δίκαιο
Ο νόμος περί διαρθρωτικών ενισχύσεων
16
Το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, του νόμου περί διαρθρωτικών ενισχύσεων στη γεωργία (1476/2007) [Laki maatalouden rakennetuista (1476/2007), στο εξής: νόμος περί διαρθρωτικών ενισχύσεων] προβλέπει ότι αυτός έχει εφαρμογή για τη χορήγηση, την καταβολή, την παρακολούθηση, τον έλεγχο και την επιστροφή ενισχύσεων συγχρηματοδοτούμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αν δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό από τη ρύθμιση της Ένωσης.
17
Με τον τίτλο «Ενίσχυση εγκαταστάσεως νέου γεωργού», το άρθρο 6 του νόμου περί διαρθρωτικών ενισχύσεων ορίζει μεταξύ άλλων:
«Ενίσχυση εγκαταστάσεως μπορεί να χορηγείται στους γεωργούς οι οποίοι κατά την υποβολή της αιτήσεως δεν έχουν συμπληρώσει το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας τους και εγκαθίστανται για πρώτη φορά σε γεωργική εκμετάλλευση ως αρχηγοί εκμεταλλεύσεως (νέοι γεωργοί). Αν ο αιτών είναι νομικό πρόσωπο, η εξουσία λήψεως αποφάσεων πρέπει να ανήκει σε ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα που πληρούν τις ανωτέρω οριζόμενες προϋποθέσεις.
[...]
Με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ορίζονται ειδικότερα, εντός των ορίων που προβλέπονται από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής [Ένωσης], η δραστηριότητα που μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο ενισχύσεως εγκαταστάσεως, η σχετική με την εξουσία λήψεως αποφάσεων προϋπόθεση και η μορφή και τα ανώτατα όρια της ενισχύσεως. [...]»
18
Υπό τον τίτλο «Προϋποθέσεις σχετικές με τον δικαιούχο», το άρθρο 8 του νόμου αυτού ορίζει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
«[...]
Η χορήγηση της ενισχύσεως προϋποθέτει ότι ο αιτών διαθέτει επαρκή επαγγελματικά προσόντα προκειμένου να ασκήσει τη γεωργική επιχειρηματική δραστηριότητα για την οποία χορηγείται η ενίσχυση. Άλλη προϋπόθεση είναι η επιχειρηματική δραστηριότητα, για την οποία χορηγείται η ενίσχυση, να αποτελεί ουσιώδες μέρος των εισοδημάτων του αιτούντος. Συναφώς, εξετάζεται πόσο υψηλό είναι το ποσοστό των εισοδημάτων από την επιχειρηματική δραστηριότητα επί του συνόλου των ετησίων εισοδημάτων του αιτούντος.
[...]
Οι λεπτομέρειες σχετικά με τα επαγγελματικά πρπσόντα, το εισόδημα και την εξουσία λήψεως αποφάσεων του αιτούντος ορίζονται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου.»
Η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου περί της ενισχύσεως εγκαταστάσεως
19
Με τίτλο «Προϋποθέσεις σχετικές με τον δικαιούχο της ενισχύσεως», το κεφάλαιο 2 της αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου περί ενισχύσεως των επενδύσεων στη γεωργία και περί της ενισχύσεως νέων γεωργών (299/2008) [valtioneuvoston asetus maatalouden investointituesta ja nuoren viljelijän aloitustuesta (299/2008), στο εξής: απόφαση περί ενισχύσεως εγκαταστάσεως] περιλαμβάνει ένα άρθρο 3, με τίτλο «Εξουσία λήψεως αποφάσεων στο πλαίσιο της επιχειρήσεως», που προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι «ένα άτομο λογίζεται ότι ελέγχει μια κεφαλαιουχική εταιρία όταν διαθέτει άνω του ημίσεως των μετοχών της εταιρίας και αν οι μετοχές αυτές αντιπροσωπεύουν άνω του ημίσεως των δικαιωμάτων ψήφου. Η εξουσία λήψεως αποφάσεων μπορεί επίσης να προκύπτει από μετοχές ανήκουσες σε περισσότερα του ενός άτομα και από τον αριθμό των αντίστοιχων δικαιωμάτων ψήφου».
20
Περιλαμβανόμενο στο κεφάλαιο 4, με τίτλο «Ενίσχυση εγκαταστάσεως νέων γεωργών», της εν λόγω αποφάσεως, το άρθρο 16 αυτής, με τίτλο «Φυσικό πρόσωπο δικαιούχος της ενισχύσεως» ορίζει μεταξύ άλλων τα εξής:
«Η ενίσχυση εγκαταστάσεως μπορεί να χορηγηθεί σε φυσικό πρόσωπο το οποίο έχει αναλάβει γεωργική δραστηριότητα ως επιχειρηματίας γεωργός για λογαριασμό του. Η ενίσχυση αυτή μπορεί να χορηγηθεί και σε φυσικό πρόσωπο το οποίο αποκτά τον έλεγχο νομικού προσώπου και επιδίδεται σε γεωργική δραστηριότητα ως εταίρος ή μέλος του νομικού αυτού προσώπου.»
21
Το άρθρο 18 της αποφάσεως περί ενισχύσεως εγκαταστάσεως προβλέπει ότι εγκατάσταση στην εκμετάλλευση υφίσταται όταν ο αιτών έχει αποκτήσει, βάσει συμβάσεως μεταβιβάσεως ή έγγραφης μισθωτικής συμβάσεως, την κατοχή επί γεωργικής εκμεταλλεύσεως ή επί μέρους μιας τέτοιας εκμεταλλεύσεως το αποκομισθέν ή ενδεχόμενο ετήσιο εισόδημα από τη λειτουργία της οποίας ανέρχεται σε 10000 ευρώ τουλάχιστον. Η ημερομηνία εγκαταστάσεως καθορίζεται σε συνάρτηση με την ημερομηνία κατά την οποία ο αιτών υπέγραψε το έγγραφο της μεταβιβάσεως ή της μισθωτικής συμβάσεως βάσει της οποίας απέκτησε την κατοχή της εκμεταλλεύσεως.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
22
Από την 1η Ιανουαρίου 2004 μέχρι τις 29 Μαρτίου 2007 ο A. Ketelä ήταν ο γενικός διευθυντής της εταιρίας Louhikon Sikako Oy (στο εξής: Louhikon Sikako) της οποίας κατείχε εξάλλου το 30 % των μετοχών, ενώ το υπόλοιπο 70 % των μετοχών ανήκε σε άλλο μέτοχο. Η εταιρία αυτή είχε ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την εκτροφή χοίρων.
23
Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής το ποσοστό του αναλογούντος στον A. Ketelä ετήσιου επιχειρηματικού εισοδήματος της εταιρίας, κατ’ αναλογία προς τη συμμετοχή του στο κεφάλαιο, υπερέβαινε τα 10000 ευρώ.
24
Στις 25 Φεβρουαρίου 2008 ο Α. Ketelä επώλησε τις μετοχές του στον έτερο μέτοχο.
25
Στις 30 Δεκεμβρίου 2008 ο A. Ketelä υπέβαλε αίτηση ενισχύσεως εγκαταστάσεως επ’ ευκαιρία της εξαγοράς της οικογενειακής γεωργικής εκμεταλλεύσεως. Η εν λόγω ενίσχυση του χορηγήθηκε με απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2009 του Etelä-Pohjanmaan työ- ja elinkeinokeskus (οργανισμού απασχολήσεως και οικονομικών δραστηριοτήτων της Περιφέρειας Etelä-Pohjanmaa). Εντούτοις, κατόπιν σχετικού ελέγχου, στις 12 Ιουνίου 2009 ο οργανισμός αυτός αποφάσισε να διακόψει την καταβολή της εν λόγω ενισχύσεως, για τον λόγο ότι ο A. Ketelä, επειδή είχε ήδη εγκατασταθεί ως γεωργός με την ιδιότητα του μετόχου της Louhikon Sikako, δεν εδικαιούτο πλέον ενίσχυση εγκαταστάσεως.
26
Η προσφυγή που άσκησε ο A. Ketelä κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε από τη maaseutuelinkeinojen valituslautakunta (επιτροπή προσφυγών επί ζητημάτων οικονομικών δραστηριοτήτων στον γεωργικό τομέα) με απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2009. Το όργανο αυτό υπογράμμισε ιδίως ότι ο A. Ketelä, ως μέτοχος και γενικός διευθυντής της Louhikon Sikako, ήταν ήδη υπεύθυνος για τη λειτουργία της τελευταίας αυτής εταιρίας και είχε υπερβεί το όριο εισοδημάτων που προέβλεπε η απόφαση περί ενισχύσεως εγκαταστάσεως.
27
Προς στήριξη της προσφυγής που άσκησε κατά των δύο αυτών αποφάσεων ενώπιον του Korkein hallinto-oikeus (ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου), ο A. Ketelä υποστηρίζει ότι δικαιούται την εν λόγω ενίσχυση και ότι οι ως άνω αποφάσεις καθόρισαν την ημερομηνία της εγκαταστάσεώς του εσφαλμένως, καθόσον ούτε η κτήση της μειοψηφίας των μετοχών της εταιρίας Louhikon Sikako ούτε η ιδιότητα του γενικού διευθυντή θα αρκούσαν για να ζητήσει την ενίσχυση αυτή, δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος δεν είχε την εξουσία λήψεως αποφάσεων ούτε βαρυνόταν με τις σχετικές ευθύνες της εταιρίας, στοιχεία τα οποία είναι χαρακτηριστικά της ιδιότητας ενός «αρχηγού εκμεταλλεύσεως».
28
Το Etelä-Pohjanmaan työ- ja elinkeinokeskus υποστηρίζει ότι το δίκαιο της Ένωσης, συγκεκριμένα το άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 1974/2006, παρέχει τη δυνατότητα στην εθνική νομοθεσία να ορίσει ειδικότερα τα κριτήρια βάσει των οποίων ένα άτομο λογίζεται ότι «εγκαθίσταται» για πρώτη φορά σε γεωργική εκμετάλλευση.
29
Το Korkein hallinto-oikeus κρίνει ότι στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί ανακύπτει το ζήτημα αν ο προσφεύγων της κύριας δίκης μπορεί να λογίζεται, βάσει της δραστηριότητάς του στην εταιρία Louhikon Sikako, ως φυσικό πρόσωπο που είχε ήδη εγκατασταθεί με την ιδιότητα του αρχηγού γεωργικής εκμεταλλεύσεως.
30
Κατά το δικαστήριο αυτό, πρέπει να γίνει δεκτό, συναφώς, ότι μια γεωργική δραστηριότητα ασκούμενη από φυσικό πρόσωπο μέσω εταιρίας μπορεί να θεμελιώνει δικαίωμα ενισχύσεως εγκαταστάσεως. Σημειώνοντας ότι η έννοια του «αρχηγού εκμεταλλεύσεως» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1698/2005 δεν ορίζεται στον εν λόγω κανονισμό, διερωτάται, ωστόσο, με βάση ποια κριτήρια μπορεί να διαπιστώνεται η ιδιότητα αυτή. Διερωτάται, ομοίως, αν τα κράτη μέλη έχουν ενδεχομένως διακριτική ευχέρεια να προσδιορίζουν τα σχετικά κριτήρια.
31
Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, εξάλλου, αν, για να δικαιολογείται μια άρνηση χορηγήσεως ενισχύσεως εγκαταστάσεως στηριζόμενη στην ύπαρξη προγενέστερης δραστηριότητας, απαιτείται ο αιτών την ενίσχυση να εδικαιούτο στο παρελθόν μια τέτοια ενίσχυση βάσει της εν λόγω δραστηριότητας.
32
Υπό τις συνθήκες αυτές το Korkein hallinto-oikeus αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Πώς πρέπει να ερμηνευθούν το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού [1698/2005] (“εγκαθίστανται για πρώτη φορά σε γεωργική εκμετάλλευση ως αρχηγοί της εκμετάλλευσης”) και το άρθρο 13, παράγραφοι 4 και 6, του κανονισμού [1974/2006], όταν η γεωργική δραστηριότητα αποτελεί μέρος της δραστηριότητας μιας εταιρίας; Πρέπει να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της εξετάσεως για το αν κάποιος έχει εγκατασταθεί για πρώτη φορά σε γεωργική εκμετάλλευση ως αρχηγός εκμεταλλεύσεως, για την εκτίμηση της ασκηθείσας κατά το παρελθόν δραστηριότητας, κατά πόσον ο ενδιαφερόμενος λόγω της συμμετοχής του είχε την εξουσία λήψεως αποφάσεων σε μια εταιρία, ή ποιο ήταν το ύψος των κερδών του από τη γεωργία, ή κατά πόσον η δραστηριότητά του εντός της εταιρίας συνίστατο στη διοίκηση μιας ανεξάρτητης από λειτουργικής και οικονομικής απόψεως παραγωγικής μονάδας; Ή πρέπει να εκτιμηθεί συνολικά η ιδιότητα του αρχηγού εκμεταλλεύσεως και, συναφώς, να συνεκτιμηθεί, πέραν των προαναφερθεισών περιστάσεων, η θέση του ενδιαφερομένου εντός της εταιρίας, καθώς και το ζήτημα εάν πράγματι φέρει τον επιχειρηματικό κίνδυνο;
2)
Πρέπει να ερμηνεύεται η έννοια του αρχηγού εκμεταλλεύσεως, κατά την εκτίμηση του ζητήματος της σημασίας που μπορεί να έχει ασκηθείσα κατά το παρελθόν δραστηριότητα στο πλαίσιο της χορηγήσεως της ενισχύσεως για διαφορετική δραστηριότητα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο σε σχέση με την ασκηθείσα κατά το παρελθόν δραστηριότητα όπως και σε σχέση με τη δραστηριότητα για την οποία ζητείται η ενίσχυση; Προϋποθέτει η άρνηση χορηγήσεως της ενισχύσεως εγκαταστάσεως σε νέους γεωργούς, κατά την έννοια του άρθρου 22 του κανονισμού του Συμβουλίου, λόγω ασκηθείσας κατά το παρελθόν δραστηριότητας ότι αυτή η προγενέστερη δραστηριότητα δικαιολογούσε κατ’ αρχήν τη χορήγηση ενισχύσεως βάσει της κείμενης νομοθεσίας;
3)
Πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού [1974/2006] υπό την έννοια ότι τα προαναφερθέντα στο ερώτημα 1 κριτήρια, δυνάμει των οποίων ένα πρόσωπο θεωρείται αρχηγός εκμεταλλεύσεως εγκατεστημένος σε γεωργική εκμετάλλευση, μπορούν να διευκρινίζονται ή να ορίζονται αναλυτικότερα με το εθνικό δίκαιο, ή η διάταξη αυτή παρέχει μόνον την ευχέρεια προσδιορισμού της ημερομηνίας εγκαταστάσεως;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου και του τρίτου ερωτήματος
33
Με το πρώτο και το τρίτο ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, κατά βάση, αφενός, αν τα άρθρα 22, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1698/2005 και 13, παράγραφοι 4 και 6, του κανονισμού 1974/2006 έχουν την έννοια ότι εξ αυτών συνάγονται ορισμένα κριτήρια προς εκτίμηση του αν ένα άτομο εγκαθίσταται για πρώτη φορά σε γεωργική εκμετάλλευση ως αρχηγός εκμεταλλεύσεως υπό την έννοια της πρώτης των διατάξεων αυτών, σε μια κατάσταση όπου ο ενδιαφερόμενος εγκαθίσταται μέσω μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας. Διερωτάται, ειδικότερα, αν τέτοια κριτήρια μπορεί να είναι η εξουσία λήψεως αποφάσεων του ατόμου αυτού στην εταιρία με την ιδιότητα του μετόχου της, το ύψος των εισοδημάτων που αυτό αποκομίζει από τη γεωργία, το γεγονός ότι η δραστηριότητά του, στο πλαίσιο της εταιρίας, μπορεί να λογίζεται ως δραστηριότητα σε διαφορετική παραγωγική μονάδα, λειτουργικώς και οικονομικώς ανεξάρτητη, η θέση που κατέχει στην εταιρία ή το γεγονός ότι αναλαμβάνει τον επιχειρηματικό κίνδυνο. Το ως άνω δικαστήριο διερωτάται, αφετέρου, επί του αν το δίκαιο της Ένωσης, ειδικότερα το άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 1974/2006, έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα, και σε ποιο βαθμό ενδεχομένως, να προσδιορίζουν ειδικότερα τα σχετικά κριτήρια με το εθνικό τους δίκαιο.
34
Για να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά πρέπει να υπομνησθεί, εισαγωγικώς, ότι, κατά πάγια νομολογία, από τις επιταγές τόσο της ενιαίας εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας προκύπτει ότι διάταξη του δικαίου της Ένωσης που δεν περιέχει ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου της πρέπει κανονικά να ερμηνεύεται, σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, κατά τρόπο αυτοτελή και ενιαίο (βλ., ιδίως, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, C-424/10 και C-425/10, Ziolkowski, Συλλογή σ. Ι-14035, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
35
Εξάλλου, πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, μολονότι, λόγω της φύσεώς τους και της λειτουργίας τους εντός του συστήματος των πηγών του δικαίου της Ένωσης, οι διατάξεις των κανονισμών παράγουν, κατά κανόνα, άμεσα αποτελέσματα στις εθνικές έννομες τάξεις, χωρίς να απαιτείται οι εθνικές αρχές να λάβουν μέτρα εφαρμογής, ωστόσο, για την υλοποίησή τους ενδέχεται να είναι απαραίτητη η λήψη μέτρων εφαρμογής εκ μέρους των κρατών μελών (βλ., ιδίως, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, C-316/10, Danske Svineproducenter, Συλλογή 2011, σ. Ι-13721, σκέψεις 39 και 40 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
36
Συναφώς, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν μέτρα εφαρμογής ενός κανονισμού εφόσον δεν παρακωλύουν την άμεση εφαρμογή του, δεν αποκρύπτουν την κοινοτική του φύση και προσδιορίζουν την άσκηση του περιθωρίου εκτιμήσεως που τους παρέχει ο εν λόγω κανονισμός, χωρίς να υπερβαίνουν τα όρια των διατάξεών του (απόφαση Danske Svineproducenter, προαναφερθείσα, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
37
Μόνο σε συνάρτηση με τις εφαρμοστέες διατάξεις του επίμαχου κανονισμού, ερμηνευόμενες με γνώμονα τους σκοπούς του, μπορεί να προσδιοριστεί αν αυτές απαγορεύουν, επιβάλλουν ή παρέχουν τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να λαμβάνουν ορισμένα μέτρα εφαρμογής και, ιδίως στην τελευταία αυτή περίπτωση, αν το οικείο μέτρο βαίνει πέραν των ορίων της διακριτικής ευχέρειας που αναγνωρίζεται σε κάθε κράτος μέλος (απόφαση Danske Svineproducenter, προαναφερθείσα, σκέψη 43).
38
Βάσει των ως άνω προκαταρκτικών παρατηρήσεων, πρέπει να σημειωθεί, πρώτον, ότι από την αιτιολογική σκέψη 61 και από το άρθρο 71, παράγραφος 3, του κανονισμού 1698/2005 προκύπτει ότι, μολονότι οι κανόνες επιλεξιμότητας των δαπανών θεσπίζονται, κατά κανόνα, σε εθνικό επίπεδο, τούτο ισχύει μόνον υπό την επιφύλαξη των ειδικών όρων που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός για ορισμένα μέτρα αγροτικής αναπτύξεως.
39
Η ενίσχυση εγκαταστάσεως στους νέους γεωργούς συνιστά ένα τέτοιο μέτρο και η σχετική με την πρώτη εγκατάσταση σε γεωργική εκμετάλλευση με την ιδιότητα του αρχηγού εκμεταλλεύσεως προϋπόθεση επιλεξιμότητας την οποία θέτει το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1698/2005 αποτελεί μιαν ειδική προϋπόθεση του μέτρου αυτού. Έτσι, προς προσδιορισμό του περιεχομένου της ως άνω προϋποθέσεως επιλεξιμότητας, πρέπει να ληφθεί υπόψη καταρχάς η διατύπωση της εν λόγω διατάξεως, ενδεχομένως με γνώμονα το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται και τους σκοπούς του κανονισμού 1698/2005.
40
Όσον αφορά τους επιδιωκόμενους σκοπούς, από τις αιτιολογικές σκέψεις 11, 13, 14 και 16, καθώς και από τα άρθρα 1, παράγραφος 2, 4, παράγραφος 1, και 20, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού, προκύπτει ότι αυτός αποσκοπεί στο να διευκολύνει την εγκατάσταση νέων γεωργών, μέσω της σχετικής ενισχύσεως, καθώς και τη διαρθρωτική προσαρμογή της εκμεταλλεύσεως μετά την εγκατάσταση αυτή, με προοπτική την αύξηση του ανθρώπινου δυναμικού και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των τομέων της γεωργίας και της δασοκομίας, και να συμβάλει με τον τρόπο αυτόν στην αειφόρο ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών. Εξάλλου, όπως προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1698/2005, σε ορισμένες περιπτώσεις η χορήγηση της ενισχύσεως εγκαταστάσεως αποτελεί προϋπόθεση της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση που μπορεί να χορηγείται σε γεωργούς οι οποίοι αποφασίζουν να παύσουν τη γεωργική τους δραστηριότητα με σκοπό τη μεταβίβαση της εκμεταλλεύσεώς τους. Τα ως άνω δύο μέτρα ενισχύσεως, που υπάγονται στον ίδιο άξονα –έννοια η οποία ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1698/2005 ως μια συνεκτική ομάδα μέτρων που συμβάλλουν στην επίτευξη ενός ή περισσοτέρων στόχων εκ των οριζομένων στο άρθρο 4 αυτού– μπορούν με τον τρόπο αυτό να συμβάλουν από κοινού, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 17 του ίδιου κανονισμού, στη διαρθρωτική αλλαγή των γεωργικών εκμεταλλεύσεων.
41
Δεύτερον, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως σημειώνουν το αιτούν δικαστήριο και η Φινλανδική και η Τσεχική Κυβέρνηση, οι διατάξεις του κανονισμού 1698/2005 δεν εμποδίζουν το ενδεχόμενο η ενίσχυση περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 20, στοιχείο αʹ, περίπτωση ii, αυτού να χορηγείται σε φυσικό πρόσωπο που εγκαθίσταται ως νέος γεωργός χρησιμοποιώντας, προς τον σκοπό αυτόν, τη μορφή νομικού προσώπου.
42
Πράγματι, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι όροι του άρθρου 22, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1698/2005, όπου γίνεται λόγος για άτομα τα οποία «[...] εγκαθίστανται για πρώτη φορά σε γεωργική εκμετάλλευση ως αρχηγοί της εκμετάλλευσης», δεν προδικάζουν τη νομική μορφή, εταιρική ή μη, μιας τέτοιας εκμεταλλεύσεως (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1992, C-162/91, Tenuta il Bosco, Συλλογή 1992, σ. I-5279, σκέψη 12).
43
Αντιθέτως, ο αποκλεισμός, από τον κύκλο των ενδεχόμενων δικαιούχων ενισχύσεως εγκαταστάσεως, των νέων γεωργών που εγκαθίστανται σε γεωργική εκμετάλλευση απλώς και μόνον επειδή χρησιμοποιούν, προς τούτο, τη μορφή νομικού προσώπου δεν συμβιβάζεται με τους σκοπούς που επιδιώκει ο κανονισμός 1698/2005, όπως αυτοί εκτίθενται στη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως, οι οποίοι είναι η μέσω της ως άνω ενισχύσεως αύξηση του ανθρώπινου δυναμικού και η διαρθρωτική προσαρμογή των εκμεταλλεύσεων, προς βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της γεωργίας και προς εξασφάλιση της αειφόρου αναπτύξεως των αγροτικών περιοχών.
44
Ο αποκλεισμός αυτός θα μπορούσε επίσης να αντιβαίνει προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, την οποία θέτει το άρθρο 40, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Tenuta il Bosco, προαναφερθείσα, σκέψη 16).
45
Τρίτον, πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα αν έχει σημασία για τη χορήγηση της ενισχύσεως αυτής, σε περίπτωση που ένας νέος γεωργός χρησιμοποιεί τη μορφή του νομικού προσώπου για την εγκατάστασή του, το αν ο ενδιαφερόμενος έχει εξουσία λήψεως αποφάσεων στο πλαίσιο του νομικού αυτού προσώπου και ποιες είναι οι ενδεχόμενες προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η ικανοποίηση του όρου αυτού.
46
Όπως προκύπτει από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, τα ερωτήματα του Korkein hallinto-oikeus απορρέουν από την περίσταση ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης ήταν, στο πλαίσιο της ασκήσεως της προγενέστερης επαγγελματικής του δραστηριότητας, αφενός, γενικός διευθυντής της εταιρίας Louhikon Sikako και, αφετέρου, μέτοχος κατά 30 % αυτής, ενώ το υπόλοιπο 70 % των μετοχών κατείχε άλλο άτομο.
47
Δεδομένου ότι τα εν λόγω ερωτήματα αφορούν τα κριτήρια με βάση τα οποία λογίζεται ότι ένας νέος γεωργός εγκαθίσταται ως «αρχηγός εκμεταλλεύσεως» υπό την έννοια του άρθρου 22, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1698/2005, πρέπει να σημειωθεί εκ προοιμίου ότι ο κανονισμός αυτός δεν ορίζει την εν λόγω έννοια, ούτε περιλαμβάνει ρητές ενδείξεις που να διευκρινίζουν την έννοια αυτή.
48
Όσον αφορά τον κανονισμό 1974/2006, μολονότι, μεταξύ άλλων, αυτός διευκρινίζει ορισμένες προϋποθέσεις ισχύουσες για την ενίσχυση στους νέους γεωργούς, όπως προκύπτει από την αιτιολογική του σκέψη 8, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ούτε ο εν λόγω κανονισμός περιλαμβάνει ενδείξεις όσον αφορά το περιεχόμενο της εννοίας του «αρχηγού εκμεταλλεύσεως», ενώ ακόμη δεν παραπέμπει στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της.
49
Πράγματι, το άρθρο 13, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, του εν λόγω κανονισμού, στο οποίο αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο με το πρώτο και το τρίτο ερώτημά του, έχει ως σκοπό τον καθορισμό του χρόνου εντός του οποίου πρέπει να λαμβάνεται η απόφαση περί χορηγήσεως της ενισχύσεως εγκαταστάσεως και περιορίζεται στο να ορίσει, συναφώς, ότι το σχετικό χρονικό διάστημα δεν πρέπει να υπερβαίνει τους 18 μήνες μετά την «εγκατάσταση», όπως αυτή ορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν στα κράτη μέλη, χωρίς όμως να περιέχει καμία αναφορά στην έννοια του «αρχηγού εκμεταλλεύσεως». Υπό τις συνθήκες αυτές, ούτε η διάταξη αυτή ούτε η πρώτη περίπτωση του σημείου 5.3.1.1.2 του παραρτήματος II, A, του εν λόγω κανονισμού μπορούν να ερμηνευθούν ως αφορώσες την τελευταία αυτή έννοια.
50
Όσον αφορά το άρθρο 13, παράγραφος 6, του κανονισμού αυτού, στο οποίο επίσης αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο με το πρώτο του ερώτημα, το άρθρο αυτό περιορίζεται στο να διευκρινίσει ότι ενίσχυση εγκαταστάσεως μπορεί να χορηγείται επίσης όταν ο νέος γεωργός δεν εγκαθίσταται αποκλειστικά με την ιδιότητα του αρχηγού γεωργικής εκμεταλλεύσεως, απαιτώντας, συναφώς, οι ενδεχομένως προβλεπόμενοι ειδικοί όροι να είναι ισοδύναμοι με αυτούς που ισχύουν σε περίπτωση εγκαταστάσεως νέου γεωργού ως μόνου αρχηγού μιας εκμεταλλεύσεως.
51
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ο προσδιορισμός της σημασίας και του περιεχομένου εκφράσεων ως προς τις οποίες το δίκαιο της Ένωσης δεν παρέχει κανέναν ορισμό πρέπει να γίνεται σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη το πλαίσιο εντός του οποίου αυτές χρησιμοποιούνται και τους σκοπούς που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία αυτές εντάσσονται (επ’ αυτού, βλ., ιδίως, αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C-549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I-11061, σκέψη 17, και Ziolkowski, προαναφερθείσα, σκέψη 34).
52
Όσον αφορά τη χρησιμοποιούμενη φρασεολογία, πρέπει να σημειωθεί, συναφώς, ότι η έννοια μιας εκφράσεως όπως «αρχηγός εκμεταλλεύσεως» μπορεί να μην είναι ενιαία σε συνάρτηση με τους ειδικούς σκοπούς που επιδιώκουν οι οικείοι κανόνες του δικαίου της Ένωσης (βλ., κατ’ αναλογία, σχετικά με την έννοια «γεωργική εκμετάλλευση», απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1978, 85/77, Azienda avicola Sant’ Anna, Συλλογή τόμος 1978, σ. 213, σκέψη 9).
53
Προς προσδιορισμό του περιεχομένου της εν λόγω εκφράσεως υπό την έννοια του άρθρου 22, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1698/2005, πρέπει να σημειωθεί ότι οι διάφορες προϋποθέσεις χορηγήσεως της ενισχύσεως εγκαταστάσεως που θέτει το ως άνω άρθρο 22, παράγραφος 1, συμβάλλουν, συλλογικά, στην επίτευξη των σκοπών που εκτίθενται στη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως.
54
Πράγματι, η απαίτηση να διαθέτει επαρκή επαγγελματικά προσόντα ο δικαιούχος της ενισχύσεως και η υποχρέωσή του να έχει καταρτίσει επιχειρηματικό σχέδιο αναπτύξεως, υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, αντιστοίχως, του κανονισμού 1698/2005, είναι ικανή να διευκολύνει την αύξηση του ανθρώπινου δυναμικού και τη διαρθρωτική προσαρμογή της εκμεταλλεύσεως και να συμβάλει με τον τρόπο αυτόν στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του γεωργικού τομέα και στην αειφόρο ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών.
55
Στο πλαίσιο αυτό, η προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος πρέπει να εγκαθίσταται «ως αρχηγός εκμεταλλεύσεως», την οποία προβλέπει το σημείο αʹ του εν λόγω άρθρου 22, παράγραφος 1, πρέπει να ερμηνευθεί κατ’ ουσίαν υπό την έννοια ότι το ίδιο άτομο που έχει τα σχετικά προσόντα πρέπει να ασκεί επίσης ουσιαστικό και διαρκή έλεγχο τόσο επί της γεωργικής εκμεταλλεύσεως όσο και επί της διαχειρίσεως της εκμεταλλεύσεως αυτής, πράγμα το οποίο αποτελεί, όντως, εγγύηση αποτελεσματικότητας και βιωσιμότητας της αναπτύξεως την οποία πρέπει να εξασφαλίσει ο ενδιαφερόμενος όσον αφορά την εκμετάλλευση αυτή.
56
Καίτοι, σε μια τέτοια αλληλουχία, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να ορίζουν συγκεκριμένα τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται ο χαρακτηρισμός ενός αιτούντος ενίσχυση ως «αρχηγού εκμεταλλεύσεως», κατά τρόπον ώστε να ενισχύεται η ασφάλεια δικαίου αυξάνοντας την προβλεψιμότητα της προϋποθέσεως αυτής την οποία θέτει το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1698/2005, εντούτοις τούτο ισχύει υπό την επιφύλαξη ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν θα υπερβαίνουν το πλαίσιο το οποίο σκοπεύουν να διευκρινίσουν και αποβλέπουν, επομένως, τηρουμένων των σκοπών τους οποίους επιδιώκει ο κανονισμός 1698/2005, στο να εξασφαλίσουν ότι ο ως άνω αιτών ασκεί ουσιαστικό και διαρκή έλεγχο τόσο επί της γεωργικής εκμεταλλεύσεως όσο και επί της διαχειρίσεως αυτής (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2004, C-113/02, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 2004, σ. I-9707, σκέψη 19, καθώς και Danske Svineproducenter, προαναφερθείσα, σκέψεις 49 και 51).
57
Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, ιδίως από τα άρθρα 6 του νόμου περί διαρθρωτικών ενισχύσεων και 3 της αποφάσεως περί ενισχύσεως εγκαταστάσεως προκύπτει ότι, όταν η αίτηση ενισχύσεως αφορά δραστηριότητα ασκούμενη μέσω νομικού προσώπου, η εξουσία λήψεως αποφάσεων πρέπει να ασκείται από φυσικό πρόσωπο ηλικίας κάτω των σαράντα ετών το οποίο εγκαθίσταται για πρώτη φορά σε γεωργική επιχείρηση ως αρχηγός εκμεταλλεύσεως, ενώ η εν λόγω εξουσία λήψεως αποφάσεων απαιτεί ιδίως να διαθέτει ο ενδιαφερόμενος άνω του ημίσεος των μετοχών του νομικού προσώπου και οι μετοχές αυτές να αντιπροσωπεύουν πλέον του ημίσεος των δικαιωμάτων ψήφου.
58
Είναι πρόδηλο ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν αντιβαίνουν προς τις επιταγές περί των οποίων γίνεται λόγος στη σκέψη 56 της παρούσας αποφάσεως.
59
Όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης, πρέπει να υπομνησθεί ότι A. Ketelä είχε, την περίοδο κατά την οποία ασκούσε τη διαχείριση της εταιρίας Louhikon Sikako ως γενικός διευθυντής, μόνον το 30 % των μετοχών της εταιρίας αυτής, ενώ το υπόλοιπο 70 % των μετοχών ανήκε σε άλλο άτομο.
60
Επομένως, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, διαπιστώνεται ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο ενδιαφερόμενος ασκούσε ουσιαστικό και διαρκή έλεγχο της εν λόγω εκμεταλλεύσεως και της διαχειρίσεως της εκμεταλλεύσεως αυτής, ούτε, επομένως, ότι είχε ήδη εγκατασταθεί, λόγω της δραστηριότητας αυτής, ως «αρχηγός εκμεταλλεύσεως», υπό την έννοια του άρθρου 22, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1698/2005. Συνάγεται, επίσης, ότι η εν λόγω προγενέστερη δραστηριότητα δεν μπορεί να αποτελεί εμπόδιο για τη χορήγηση ενισχύσεως εγκαταστάσεως που ζητείται στο πλαίσιο της εκ μέρους του ενδιαφερομένου αναλήψεως της οικογενειακής εκμεταλλεύσεως.
61
Υπό τις συνθήκες αυτές, και χωρίς να απαιτείται εξέταση των λοιπών στοιχείων εκτιμήσεως στα οποία αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο με το πρώτο του ερώτημα, στο πρώτο και το τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1698/2005 έχει την έννοια ότι η προϋπόθεση που θέτει η διάταξη αυτή κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος πρέπει να εγκαθίσταται για πρώτη φορά σε γεωργική εκμετάλλευση «ως αρχηγός εκμεταλλεύσεως» συνεπάγεται, σε μια κατάσταση όπου το εν λόγω άτομο εγκαθίσταται μέσω κεφαλαιουχικής εταιρίας, ότι αυτό ασκεί ουσιαστικό και διαρκή έλεγχο τόσο επί της γεωργικής εκμεταλλεύσεως όσο και επί της διαχειρίσεως της εκμεταλλεύσεως αυτής. Καίτοι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να ορίζουν συγκεκριμένα τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται ο χαρακτηρισμός ενός αιτούντος ενίσχυση ως «αρχηγού εκμεταλλεύσεως», εντούτοις τούτο ισχύει υπό την επιφύλαξη ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν υπερβαίνουν το πλαίσιο το οποίο σκοπεύουν να διευκρινίσουν και αποβλέπουν, επομένως, στο πλαίσιο των σκοπών τους οποίους επιδιώκει ο κανονισμός 1698/2005, στο να εξασφαλίσουν ότι ο ως άνω αιτών ασκεί ουσιαστικό και διαρκή έλεγχο τόσο επί της γεωργικής εκμεταλλεύσεως όσο και επί της διαχειρίσεως αυτής. Ικανοποιούν τις σχετικές απαιτήσεις εθνικές διατάξεις όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη καθόσον προβλέπουν ότι, όταν ο νέος γεωργός εγκαθίσταται μέσω νομικού προσώπου, η χορήγηση της ενισχύσεως εξαρτάται ιδίως από την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει εξουσία λήψεως αποφάσεων στο πλαίσιο του νομικού αυτού προσώπου, πράγμα το οποίο απαιτεί να διαθέτει το άτομο αυτό άνω του ημίσεος των μετοχών του νομικού προσώπου και οι μετοχές αυτές να αντιπροσωπεύουν άνω του ημίσεος των δικαιωμάτων ψήφου.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
62
Λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων που εκτίθενται στη σκέψη 60 της παρούσας αποφάσεως και της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο και το τρίτο ερώτημα, παρέλκει να δοθεί απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
63
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (EK) 1698/2005 του Συμβουλίου, της 20ής Σεπτεμβρίου 2005, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ), έχει την έννοια ότι η προϋπόθεση που θέτει η διάταξη αυτή κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος πρέπει να εγκαθίσταται για πρώτη φορά σε γεωργική εκμετάλλευση «ως αρχηγός εκμεταλλεύσεως» συνεπάγεται, σε μια κατάσταση όπου το εν λόγω άτομο εγκαθίσταται μέσω κεφαλαιουχικής εταιρίας, ότι αυτό ασκεί ουσιαστικό και διαρκή έλεγχο τόσο επί της γεωργικής εκμεταλλεύσεως όσο και επί της διαχειρίσεως της εκμεταλλεύσεως αυτής.
Καίτοι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να ορίζουν συγκεκριμένα τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται ο χαρακτηρισμός ενός αιτούντος ενίσχυση ως «αρχηγού εκμεταλλεύσεως», εντούτοις τούτο ισχύει υπό την επιφύλαξη ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν υπερβαίνουν το πλαίσιο το οποίο σκοπεύουν να διευκρινίσουν και αποβλέπουν, επομένως, στο πλαίσιο των σκοπών τους οποίους επιδιώκει ο κανονισμός 1698/2005, στο να εξασφαλίσουν ότι ο ως άνω αιτών ασκεί ουσιαστικό και διαρκή έλεγχο τόσο επί της γεωργικής εκμεταλλεύσεως όσο και επί της διαχειρίσεως αυτής. Ικανοποιούν τις σχετικές απαιτήσεις εθνικές διατάξεις όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη καθόσον προβλέπουν ότι, όταν ο νέος γεωργός εγκαθίσταται μέσω νομικού προσώπου, η χορήγηση της ενισχύσεως εξαρτάται ιδίως από την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει εξουσία λήψεως αποφάσεων στο πλαίσιο του νομικού αυτού προσώπου, πράγμα το οποίο απαιτεί να διαθέτει το άτομο αυτό άνω του ημίσεος των μετοχών του νομικού προσώπου και οι μετοχές αυτές να αντιπροσωπεύουν άνω του ημίσεος των δικαιωμάτων ψήφου.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η φινλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy