ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 18ης Απριλίου 2013 ( *1 )
«Εμπορική πολιτική — Κανονισμός (ΕΚ) 1470/2001 — Κανονισμός (ΕΚ) 1205/2007 — Κοινό δασμολόγιο — Δασμολογική κατάταξη — Συνδυασμένη ονοματολογία — Οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές λαμπτήρων φθορισμού μικρού μεγέθους — Δυνατότητα επιβολής οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ σε προϊόντα υπαγόμενα σε δασμολογική διάκριση προβλεπόμενη από τον κανονισμό αντιντάμπινγκ — Οικείο προϊόν — Πεδίο εφαρμογής»
Στην υπόθεση C-595/11,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Finanzgericht Düsseldorf (Γερμανία) με απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2011, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Νοεμβρίου 2011, στο πλαίσιο της δίκης
Steinel Vertrieb GmbH
κατά
Hauptzollamt Bielefeld,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta, πρόεδρο τμήματος, Γ. Αρέστη (εισηγητή), J.-C. Bonichot, A. Arabadjiev και J. L. da Cruz Vilaça, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Wathelet
γραμματέας: M. Aleksejev, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Δεκεμβρίου 2012,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Steinel Vertrieb GmbH, εκπροσωπούμενη από τον H.-M. Wolffgang, Steuerberater, καθώς και από τους S. Kastner και J. Borggräffe, Rechtsanwälte,
—
το Hauptzollamt Bielefeld, εκπροσωπούμενο από τον K. Greven,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους H. van Vliet και T. Maxian Rusche,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 1470/2001 του Συμβουλίου, της 16ης Ιουλίου 2001, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές λαμπτήρων φθορισμού μικρού μεγέθους με ηλεκτρονικό κύκλωμα (CFL-i) καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 195, σ. 8), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1322/2006 του Συμβουλίου, της 1ης Σεπτεμβρίου 2006 (ΕΕ L 244, σ. 1, εφεξής: κανονισμός 1470/2001) και τον κανονισμό (ΕΚ) 1205/2007 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2007, για την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές λαμπτήρων φθορισμού μικρού μεγέθους με ηλεκτρονικό κύκλωμα (CFL-i) καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, κατόπιν επανεξέτασης ενόψει της λήξεως της ισχύος των μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 384/96, και την επέκταση του δασμού στις εισαγωγές του ίδιου προϊόντος που αποστέλλονται από τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Βιετνάμ, την Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν και τη Δημοκρατία των Φιλιππίνων (ΕΕ L 272, σ. 1, εφεξής, από κοινού με τον κανονισμό 1470/2001: κανονισμοί CFL-i).
2
Η εν λόγω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Steinel Vertrieb GmbH (εφεξής: Steinel Vertrieb) και του Hauptzollamt Bielefeld (εφεξής: Hauptzollamt) σχετικά με την κατάταξη των επίδικων προϊόντων που εισάγονται από τη Steinel Vertrieb προκειμένου να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία στις δασμολογικές κλάσεις της συνδυασμένης ονοματολογίας που αναφέρεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 256, σ. 1), όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 254/2000 του Συμβουλίου, της 31ης Ιανουαρίου 2000 (ΕΕ L 28, σ. 16, εφεξής: ΣΟ).
Το νομικό πλαίσιο
Ο βασικός κανονισμός
3
Οι διατάξεις που ρυθμίζουν την εφαρμογή των μέτρων αντιντάμπινγκ από την Ευρωπαϊκή Ένωση και οι οποίες είναι εφαρμοστέες στο πλαίσιο της κύριας δίκης περιλαμβάνονται στον κανονισμό (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 56, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 2117/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 2005 (ΕΕ L 340, σ. 17, εφεξής: βασικός κανονισμός).
4
Στο άρθρο 1, παράγραφοι 1, 2 και 4, του βασικού κανονισμού προβλέπεται
«1. Δασμός αντιντάμπινγκ είναι δυνατό να επιβάλλεται σε κάθε προϊόν που αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ, όταν η θέση του σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Ένωσης προκαλεί ζημία.
2. Ένα προϊόν θεωρείται ότι αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ όταν η τιμή εξαγωγής του στην Ένωση είναι χαμηλότερη από μια συγκρίσιμη τιμή του ομοειδούς προϊόντος, όπως έχει καθοριστεί για τη χώρα εξαγωγής κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις.
[…]
4. Για τους σκοπούς της εφαρμογής τους παρόντος κανονισμού, με τον όρο “ομοειδές προϊόν” νοείται ένα πανομοιότυπο προϊόν, δηλαδή όμοιο από κάθε άποψη με το εξεταζόμενο προϊόν ή, ελλείψει τούτου, ένα άλλο προϊόν το οποίο, αν και όχι όμοιο από κάθε άποψη, έχει χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν σημαντική ομοιότητα προς εκείνα του υπό εξέταση προϊόντος.»
5
Το άρθρο 9 του βασικού κανονισμού, με τίτλο «Περάτωση χωρίς τη λήψη μέτρων· επιβολή οριστικών δασμών», ορίζει στην παράγραφο 4:
«Όταν από τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά έχουν διαπιστωθεί τελικώς, προκύπτει ότι υπάρχει ντάμπινγκ και ότι εξ αυτού προκαλείται ζημία, καθώς και ότι το συμφέρον της Κοινότητας επιβάλλει επέμβαση σύμφωνα με το άρθρο 21, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με απλή πλειοψηφία κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και μετά από διαβουλεύσεις στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής, επιβάλλει οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ. […]»
6
Το άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού, σχετικά με τη διαδικασία επανεξετάσεως, προβλέπει στις παραγράφους 2 έως 4:
«2. Κάθε οριστικό μέτρο αντιντάμπινγκ παύει να ισχύει πέντε έτη από την επιβολή του ή από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της πλέον πρόσφατης διαδικασίας επανεξέτασης η οποία κάλυψε τόσο το ντάμπινγκ όσο και τη ζημία, εκτός αν η επανεξέταση οδήγησε στο συμπέρασμα ότι τυχόν λήξη της ισχύος του μέτρου είναι πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση ή στην επανάληψη του ντάμπινγκ και της ζημίας. Κάθε επανεξέταση ενόψει της λήξης της ισχύος ενός μέτρου αρχίζει με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή μετά από αίτηση που υποβάλλεται εκ μέρους ή για λογαριασμό των κοινοτικών παραγωγών, ενώ το μέτρο παραμένει σε ισχύ μέχρι να ολοκληρωθεί η επανεξέταση.
[…]
3. Η ανάγκη διατήρησης σε ισχύ δεδομένου μέτρου είναι επίσης δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο επανεξέτασης, όταν κρίνεται δικαιολογημένη, με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή κατόπιν αιτήσεως ενός κράτους μέλους ή, ακόμη, εφόσον έχει παρέλθει εύλογο χρονικό διάστημα ενός τουλάχιστον έτους από την επιβολή του οριστικού μέτρου, μετά από αίτηση οποιουδήποτε εξαγωγέα ή εισαγωγέα ή των παραγωγών [της Ένωσης], η οποία περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που τεκμηριώνουν τη σκοπιμότητα μιας τέτοιας ενδιάμεσης επανεξέτασης.
Ενδιάμεση επανεξέταση αρχίζει όταν η αίτηση περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι η διατήρηση σε ισχύ του μέτρου δεν είναι πλέον απαραίτητη για την εξουδετέρωση του ντάμπινγκ ή/και ότι είναι απίθανο να συνεχισθεί ή να επαναληφθεί η ζημία σε περίπτωση άρσης ή διαφοροποίησης του μέτρου ή το υφιστάμενο μέτρο δεν αρκεί ή δεν αρκεί πλέον για την εξουδετέρωση των ζημιογόνων συνεπειών του ντάμπινγκ.
Κατά τη διεξαγωγή των ερευνών δυνάμει της παρούσας παραγράφου, η Επιτροπή δύναται, μεταξύ άλλων, να εξετάζει κατά πόσον έχει σημειωθεί σημαντική μεταβολή των συνθηκών όσον αφορά το ντάμπινγκ και τη ζημία ή κατά πόσον με τα υφιστάμενα μέτρα επιτυγχάνονται τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα ως προς την εξάλειψη της ζημίας που έχει ήδη διαπιστωθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 του παρόντος κανονισμού. Στο πλαίσιο αυτό, για την εξαγωγή τελικού συμπεράσματος λαμβάνονται υπόψη όλα τα συναφή και δεόντως τεκμηριωμένα αποδεικτικά στοιχεία.
4. Επανεξέταση διενεργείται επίσης προκειμένου να καθοριστούν χωριστά περιθώρια ντάμπινγκ για νέους εξαγωγείς στην οικεία χώρα εξαγωγής οι οποίοι δεν πραγματοποίησαν εξαγωγές του προϊόντος κατά την περίοδο έρευνας που ελήφθη ως βάση για την επιβολή των μέτρων.
Η επανεξέταση αρχίζει εφόσον ο νέος εξαγωγέας ή παραγωγός είναι σε θέση να αποδείξει ότι δεν συνδέεται με κανέναν από τους εξαγωγείς ή παραγωγούς της χώρας εξαγωγής οι οποίοι υπόκεινται στα μέτρα αντιντάμπινγκ επί του προϊόντος και ότι πράγματι πραγματοποίησε εξαγωγές στην [Ένωση] μετά την προαναφερθείσα περίοδο έρευνας ή εφόσον είναι σε θέση να αποδείξει ότι έχει αναλάβει αμετάκλητη συμβατική υποχρέωση για την εξαγωγή σημαντικής ποσότητας στην [Ένωση].
[…]»
7
Το άρθρο 13 του ως άνω κανονισμού, με τίτλο «Καταστρατήγηση», προβλέπει στην παράγραφο 1:
«Οι δασμοί αντιντάμπινγκ που επιβάλλονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού μπορούν να επεκταθούν έναντι των εισαγωγών από τρίτες χώρες του ομοειδούς προϊόντος, είτε αυτό έχει τροποποιηθεί ελαφρά είτε όχι, ή έναντι των εισαγωγών του ελαφρά τροποποιημένου ομοειδούς προϊόντος από τη χώρα που υπόκειται στα μέτρα, ή μερών αυτού, όταν λαμβάνει χώρα καταστρατήγηση των ισχυόντων μέτρων. Δασμοί αντιντάμπινγκ όχι υψηλότεροι από τους υπολειπόμενους δασμούς αντιντάμπινγκ που έχουν επιβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 5, μπορούν να επεκταθούν έναντι των εισαγωγών από εταιρείες που επωφελούνται από ατομικούς δασμούς στις χώρες που υπόκεινται στα μέτρα όταν λαμβάνει χώρα καταστρατήγηση των ισχυόντων μέτρων. Με τον όρο καταστρατήγηση νοείται κάθε μεταβολή των τρόπων διεξαγωγής εμπορικών συναλλαγών μεταξύ τρίτων χωρών και της [Ένωσης] ή μεταξύ ατομικών εταιρειών στη χώρα που υπόκειται στα μέτρα και της [Ένωσης], η οποία απορρέει από μια πρακτική, διαδικασία ή εργασία, για την οποία δεν υφίσταται ικανός αποχρών λόγος ή άλλη οικονομική δικαιολογία, πλην της επιβολής του δασμού, ενώ παράλληλα υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για ζημία ή στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι εξουδετερώνονται οι επανορθωτικές συνέπειες του δασμού όσον αφορά τις τιμές ή/και τις ποσότητες του ομοειδούς προϊόντος και όταν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι ασκείται πρακτική ντάμπινγκ σχετικά με τις κανονικές αξίες που έχουν ήδη προσδιορισθεί για το ομοειδές προϊόν, αν χρειαστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2.
[…]»
8
Σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού:
«Οι δασμοί αντιντάμπινγκ, προσωρινοί ή οριστικοί, επιβάλλονται με κανονισμό και εισπράττονται από τα κράτη μέλη υπό τη μορφή, στο ύψος και με βάση τα λοιπά κριτήρια που προβλέπει ο κανονισμός με τον οποίο επιβάλλονται οι δασμοί. Επίσης οι δασμοί αντιντάμπινγκ εισπράττονται ανεξάρτητα από τους τελωνειακούς δασμούς, τους φόρους και τις λοιπές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται συνήθως στις εισαγωγές. […]»
Οι κανονισμοί CFL-i
9
Με τον κανονισμό (ΕΚ) 255/2001 της Επιτροπής, της 7ης Φεβρουαρίου 2001, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές λαμπτήρων φθορισμού μικρού μεγέθους με ηλεκτρονικό κύκλωμα καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 38, σ. 8), η Επιτροπή επέβαλε προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ σε αυτό το είδος προϊόντων, που υπάγονται στον κωδικό ex 8539 31 90 της ΣΟ. Ο κανονισμός 1470/2001 επέβαλε, εν συνεχεία, στα οικεία προϊόντα οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ. Ο τελευταίος αυτός κανονισμός παρέμεινε σε ισχύ μέχρι τις 18 Οκτωβρίου 2008.
10
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1470/2001, προέβλεπε τα εξής:
«Επιβάλλεται οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές λαμπτήρων φθορισμού μικρού μεγέθους με ηλεκτρονικό κύκλωμα, που λειτουργούν με εναλλασσόμενο ρεύμα (περιλαμβανομένων των λαμπτήρων εκκένωσης φθορισμού μικρού μεγέθους με ηλεκτρονικό κύκλωμα που λειτουργούν τόσο με εναλλασσόμενο όσο και με συνεχές ρεύμα), με έναν ή περισσότερους γυάλινους σωλήνες, με όλα τα φωτιστικά στοιχεία και τα ηλεκτρονικά συστατικά στερεωμένα ή ενσωματωμένα στη βάση του λαμπτήρα, που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ ex 8539 31 90 (κώδικας TARIC 8539 31 90*91 μέχρι τις 10 Σεπτεμβρίου 2004 και κώδικας TARIC 8539 31 90*95 από τις 11 Σεπτεμβρίου 2004), καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας.»
11
Ο κανονισμός 1205/2007, κατόπιν επανεξετάσεως ενόψει της λήξεως της ισχύος των μέτρων, η οποία πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, διατήρησε σε ισχύ τα μέτρα που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 1470/2001, και τα επέκτεινε στις εισαγωγές με προέλευση και από άλλες χώρες, κατόπιν της εκδόσεως του κανονισμού (ΕΚ) 866/2005 του Συμβουλίου, της 6ης Ιουνίου 2005, για την επέκταση των οριστικών μέτρων αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) 1470/2001 του Συμβουλίου στις εισαγωγές λαμπτήρων φθορισμού μικρού μεγέθους με ηλεκτρονικό κύκλωμα (CFL-i) καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, στις εισαγωγές του ίδιου προϊόντος που αποστέλλονται από τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Βιετνάμ, την Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν και τη Δημοκρατία των Φιλιππινών (ΕΕ L 145, σ. 1).
12
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1205/2007 προέβλεπε τα εξής:
«Επιβάλλεται οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές λαμπτήρων φθορισμού μικρού μεγέθους με ηλεκτρονικό κύκλωμα οι οποίοι λειτουργούν με εναλλασσόμενο ρεύμα (συμπεριλαμβανομένων των λαμπτήρων φθορισμού μικρού μεγέθους με ηλεκτρονικό κύκλωμα οι οποίοι λειτουργούν τόσο με εναλλασσόμενο όσο και με συνεχές ρεύμα), με έναν ή περισσότερους γυάλινους σωλήνες, με όλα τα φωτιστικά στοιχεία και τα ηλεκτρονικά κατασκευαστικά στοιχεία στερεωμένα ή ενσωματωμένα στη βάση του λαμπτήρα, που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ ex 8539 31 90 (κωδικός TARIC 8539 31 90 95), καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
13
Η Steinel Vertrieb κατασκεύασε έναν αισθητήρα φωτός εξοπλισμένο με λογισμικό προσαρμοσμένου ελέγχου. Επ’ αυτής της βάσεως, δημιούργησε και κατοχύρωσε με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μια συσκευή (εφεξής: ηλιακός διακόπτης) προοριζόμενη να εξοπλίζει λαμπτήρες και να επιτρέπει το αυτόματο άναμμα και σβήσιμο ανάλογα με τον φυσικό φωτισμό, χωρίς οι εν λόγω διαδικασίες να επηρεάζονται από το φως που παράγεται από τον ίδιο τον λαμπτήρα.
14
Κατά τα έτη 2007 και 2008, η Steinel Vertrieb εισήγαγε από την Κίνα λαμπτήρες εξοικονομήσεως ενέργειας, οι οποίοι φέρουν το εμπορικό σήμα Sensor Light Plus, ισχύος 11, 15 και 18 Watt αντίστοιχα, και τις δήλωσε ως υπαγόμενες στη δασμολογική διάκριση 8539 39 00 της ΣΟ προκειμένου να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, χωρίς είσπραξη δασμών. Από την απόφαση παραπομπής προκύπτει ότι τα προϊόντα που φέρουν το εμπορικό σήμα Sensor Light Plus είναι λαμπτήρες φθορισμού εναλλασσόμενου ρεύματος, οι οποίοι αποτελούνται από ελικοειδείς λυχνίες θερμής καθόδου εντός προστατευτικού γυαλιού και είναι εξοπλισμένοι με ρεοστατικό διακόπτη, ο οποίος περιλαμβάνει ένα στραγγαλιστικό πηνίο καθώς και τον ηλιακό διακόπτη που δημιουργήθηκε και κατοχυρώθηκε με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας από τη Steinel Vertrieb.
15
Κατόπιν ελέγχου, το Hauptzollamt έκρινε ότι οι λαμπτήρες εξοικονομήσεως ενέργειας που εισήχθησαν από τη Steinel Vertrieb υπάγονταν στη δασμολογική διάκριση 8539 31 90 της ΣΟ και ότι, εξ αυτού του λόγου, η εισαγωγή των εν λόγω λαμπτήρων υπέκειτο στον προβλεπόμενο από τους κανονισμούς CFL-i δασμό αντιντάμπινγκ. Κατά συνέπεια, το Hauptzollamt επέβαλε στη Steinel Vertrieb με τις αποφάσεις της 31ης Μαρτίου, της 17ης Μαΐου, της 13ης Ιουλίου και της 30ής Αυγούστου 2010 δασμό αντιντάμπινγκ συνολικού ύψους 485240,07 ευρώ.
16
Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι η Steinel Vertrieb προέβαλε, χωρίς να αντικρουσθεί επ’ αυτού του σημείου από το Hauptzollamt, ότι, κατά τον χρόνο επιβολής του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ με τον κανονισμό 255/2001, οι μόνες κατασκευάστριες εταιρίες λαμπτήρων φθορισμού με ηλιακό διακόπτη στην Ένωση ήταν η Steinel Vertrieb και η Osram GmbH (εφεξής: Osram). Στην Κίνα, κατά τον χρόνο εκείνο, κατασκευάζονταν μόνο λαμπτήρες φθορισμού χωρίς τέτοιο είδος συσκευής.
17
Το Hauptzollamt υποστηρίζει ότι οι λαμπτήρες φθορισμού μικρού μεγέθους οι οποίοι εισάγονται από τη Steinel Vertrieb πρέπει να υπαχθούν στη δασμολογική διάκριση 8539 31 90 της ΣΟ, αφ’ ης στιγμής πρόκειται για λαμπτήρες φθορισμού μικρού μεγέθους που λειτουργούν με εναλλασσόμενο ρεύμα. Τα εν λόγω προϊόντα θα έπρεπε, εξ αυτού του λόγου, να υπόκεινται στον δασμό αντιντάμπινγκ που προβλέπουν οι κανονισμοί CFL-i.
18
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Finanzgericht Düsseldorf αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει οι κανονισμοί CFL-i να ερμηνευθούν κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να καλύπτουν και τους λαμπτήρες φθορισμού μικρού μεγέθους με ηλιακό διακόπτη οι οποίοι εισάγονται από τη Steinel Vertrieb και περιγράφονται λεπτομερέστερα στην [απόφαση περί παραπομπής];»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
19
Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, εάν το γεγονός ότι οι λαμπτήρες φθορισμού με ηλιακό διακόπτη που εισάγονται από τη Steinel Vertrieb και υπάγονται στη δασμολογική διάκριση ex 8539 31 90 της ΣΟ συνεπάγεται την επιβολή των δασμών αντιντάμπινγκ που προβλέπουν οι κανονισμοί CFL-i.
Επιχειρήματα των διαδίκων
20
Η Steinel Vertrieb υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, όταν καθιερώθηκε ο δασμός αντιντάμπινγκ το 2001, τα επίδικα προϊόντα δεν κατασκευάζονταν στην Κίνα. Σε παγκόσμια κλίμακα, μόνο η Steinel Vertrieb και η Osram είχαν καταθέσει διπλώματα ευρεσιτεχνίας σχετικά με την κατασκευή συσκευών φωτισμού με ηλιακό διακόπτη. Υπογραμμίζει ότι, τόσο από το πνεύμα όσο και από τον σκοπό των κανονισμών CFL-i, προκύπτει ότι οι κανονισμοί αυτοί αφορούν μόνο τους απλούς λαμπτήρες εξοικονομήσεως ενέργειας. Αντίθετα, τα επίμαχα προϊόντα στην κύρια δίκη είναι προϊόντα ανώτερης ποιότητας και αποκλειστικά, τα οποία δεν προκαλούν ζημία στους Ευρωπαίους παραγωγούς, δεδομένου ότι μόνο η Osram κατασκευάζει παρόμοια προϊόντα. Επιπλέον, η τεχνική ανίχνευσης και ο ηλιακός διακόπτης, που αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα των προϊόντων αυτών, έχουν κατοχυρωθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και δεν υπάρχουν όμοια προϊόντα στην Κίνα ή την Ένωση. Κατά συνέπεια, δεν είναι απαραίτητη κάποια παρέμβαση προς το συμφέρον της Ένωσης.
21
Κατά τη Steinel Vertrieb, δεν ζητήθηκε ενδιάμεση επανεξέταση του μέτρου, δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, δεδομένου ότι τα επίμαχα προϊόντα στην κύρια δίκη ενέπιπταν στη δασμολογική διάκριση 8539 39 00 της ΣΟ επί σειρά ετών χωρίς καμία αντίρρηση από την πλευρά των εθνικών αρχών.
22
Κατά την Επιτροπή, το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του τα πραγματικά περιστατικά όπως αυτά προσδιορίστηκαν από το αιτούν δικαστήριο. Το δικαστήριο αυτό έκρινε πάντως ότι οι λαμπτήρες φθορισμού που εισάγονται από τη Steinel Vertrieb πρέπει να υπαχθούν στη δασμολογική διάκριση 8539 31 90 της ΣΟ και, συνεπώς, ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κανονισμών CFL-i.
23
Η Επιτροπή εκτιμά ότι το γράμμα των κανονισμών CFL-i είναι σαφές και, κατά συνέπεια, δεν χωρεί παρά μία και μόνη ερμηνεία. Απορρίπτει την τελολογική ερμηνεία του επίμαχου κανόνα δικαίου, καθώς κατά τη γνώμη της μια τέτοια ανάλυση είναι ακατάλληλη για τον προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής ενός κανονισμού αντιντάμπινγκ. Πράγματι, εάν οι τελωνειακές αρχές έπρεπε να εξακριβώνουν σε κάθε περίπτωση κατά πόσον είναι σύμφωνο με τον σκοπό και τον λόγο ύπαρξης ενός κανονισμού αντιντάμπινγκ το ότι ένα προϊόν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής αυτού του κανονισμού, δεν θα ήταν πλέον σε θέση να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους. Μια τέτοια υποχρέωση απάδει, κατά την Επιτροπή, προς τις πρακτικές απαιτήσεις της τελωνειακής διοίκησης.
24
Επιπλέον, η Επιτροπή φρονεί ότι η επί των πραγματικών περιστατικών διαπίστωση του αιτούντος δικαστηρίου ότι οι επίδικοι λαμπτήρες φθορισμού δεν είχαν κατασκευασθεί στην Κίνα αλλά αποκλειστικά στην Ένωση κατά τον χρόνο επιβολής του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ, δεν ασκεί καμία επιρροή στο ζήτημα αν η επιβολή του δασμού αντιντάμπινγκ που καθιερώθηκε από τους κανονισμούς CFL-i καλύπτει και τους επίμαχους λαμπτήρες φθορισμού στην κύρια δίκη.
25
Συναφώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν είναι ασύνηθες, ιδίως στην περίπτωση καταναλωτικών αγαθών των οποίων ο σχεδιασμός εξελίσσεται ταχέως, το πεδίο εφαρμογής ενός κανονισμού αντιντάμπινγκ να είναι σε τέτοιο βαθμό ευρύ, ώστε να περιλαμβάνει και προϊόντα που κατά τον χρόνο έκδοσης του κανονισμού αυτού δεν υπάρχουν ακόμα ή δεν κατασκευάζονται ακόμα στη χώρα η οποία ασκεί ντάμπινγκ. Υπό αυτές τις συνθήκες, στο πλαίσιο της υπόθεσης της κύριας δίκης, το πεδίο εφαρμογής των κανονισμών CFL-i δεν περιορίζεται στους λαμπτήρες φθορισμού που ήδη κατασκευάζονταν στην Κίνα όταν ετέθησαν σε εφαρμογή οι εν λόγω διατάξεις.
26
Η Επιτροπή προσθέτει ότι ο κανονισμός αντιντάμπινγκ οφείλει να προσδιορίζει το πεδίο εφαρμογής του με αφηρημένο και γενικό τρόπο, αναφέροντας τα προϊόντα που περιλαμβάνει μέσω του κωδικού ΣΟ ή μέσω άλλων χαρακτηριστικών στην περίπτωση που ο κωδικός δεν είναι αρκούντως σαφής.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
27
Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι τα επίδικα προϊόντα πρέπει να υπαχθούν στη δασμολογική διάκριση 8539 31 90 της ΣΟ και ότι παρουσιάζουν, επίσης, τα λοιπά ουσιώδη χαρακτηριστικά που αναφέρει το άρθρο 1, παράγραφος 1, των κανονισμών CFL-i.
28
Καταρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η διαδικασία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ στηρίζεται στη σαφή διάκριση των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, με συνέπεια να εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί, να εκτιμήσει, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της υποθέσεως που εκκρεμεί ενώπιόν του, αν είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και αν τα ερωτήματα που υποβάλλει στο Δικαστήριο είναι λυσιτελή (βλ. απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2010, C-373/08, Hoesch Metals and Alloys, Συλλογή 2010, σ. Ι-951, σκέψη 59).
29
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν συντρέχει λόγος η εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος να επεκταθεί στο ερώτημα κατά πόσον τα επίδικα προϊόντα που εισάγονται από τη Steinel Vertrieb εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κανονισμών CFL-i, λαμβανομένων υπόψη στοιχείων που δεν συνεκτιμήθηκαν από το αιτούν δικαστήριο, και συγκεκριμένα του γεγονότος ότι η εκτίμηση σχετικά με την κατάταξη των επίμαχων προϊόντων στην κύρια δίκη στις δασμολογικές κλάσεις της ΣΟ πραγματοποιήθηκε από τις εθνικές αρχές (βλ., κατ’ αναλογία, προαναφερθείσα απόφαση Hoesch Metals and Alloys, σκέψη 60). Κατά συνέπεια, από την απόφαση περί παραπομπής πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το αιτούν δικαστήριο δεν απηύθυνε ερώτημα στο Δικαστήριο επ’ αυτού του ζητήματος (βλ., κατ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994, C-30/93, AC-ATEL Electronics, Συλλογή 1994, σ. Ι-2305, σκέψη 19).
30
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, οι δασμοί αντιντάμπινγκ επιβάλλονται με κανονισμό και εισπράττονται από τα κράτη μέλη υπό τη μορφή, στο ύψος και με βάση τα λοιπά κριτήρια που προβλέπει ο κανονισμός που τους επιβάλλει.
31
Οι διατάξεις των κανονισμών αντιντάμπινγκ, προκειμένου να προσδιορίσουν τα προϊόντα επί των οποίων επιθυμούν να επιβληθεί δασμός αντιντάμπινγκ, περιγράφουν τα προϊόντα αυτά ιδίως επί τη βάσει της δασμολογικής διάκρισης ΣΟ στην οποία υπάγονται. Τέτοια αναφορά δεν αρκεί, εντούτοις, πάντοτε, προκειμένου να προσδιορισθούν με ακρίβεια τα προϊόντα που εμπίπτουν στους κανονισμούς αντιντάμπινγκ, στο μέτρο που η περιγραφή των εν λόγω δασμολογικών διακρίσεων ενδέχεται να μην είναι απολύτως σαφής. Για τον λόγο αυτόν, η διάταξη ενός κανονισμού αντιντάμπινγκ περιγράφει τα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κάνοντας χρήση συμπληρωματικών κριτηρίων υπαγωγής. Δασμός αντιντάμπινγκ επιβάλλεται μόνον εάν ένα προϊόν υπάγεται σε δασμολογική διάκριση της ΣΟ η οποία προβλέπεται σε κανονισμό αντιντάμπινγκ και παρουσιάζει, ταυτόχρονα, όλα τα χαρακτηριστικά του οικείου προϊόντος, στοιχείο που πρέπει να εξακριβώσει το αιτούν δικαστήριο.
32
Όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης, σύμφωνα με τους κανονισμούς CFL-i, οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ επιβάλλεται στις εισαγωγές λαμπτήρων εκκένωσης, φθορισμού μικρού μεγέθους, με ηλεκτρονικό κύκλωμα, οι οποίοι λειτουργούν με εναλλασσόμενο ρεύμα (περιλαμβανομένων των λαμπτήρων εκκένωσης, φθορισμού μικρού μεγέθους, οι οποίοι λειτουργούν τόσο με εναλλασσόμενο όσο και με συνεχές ρεύμα), με έναν ή περισσότερους γυάλινους σωλήνες, των οποίων όλα τα φωτιστικά στοιχεία και ηλεκτρονικά μέρη είναι σταθερά στερεωμένα ή ενσωματωμένα στη βάση του λαμπτήρα, και υπάγονται στη διάκριση ex 8539 31 90 της ΣΟ, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, καθώς και στις εισαγωγές του ιδίου προϊόντος με προέλευση το Βιετνάμ, το Πακιστάν και τις Φιλιππίνες.
33
Συναφώς, επισημαίνεται ότι από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 1, των κανονισμών CFL-i, και ιδίως από τη φράση «που υπάγονται στην κλάση ΣΟ ex 8539 31 90» συνάγεται ότι η τυχόν κατάταξη ενός προϊόντος σε αυτή τη δασμολογική κλάση δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι το προϊόν αυτό υπόκειται σε δασμό αντιντάμπινγκ κατ’ εφαρμογή της διατάξεως αυτής (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 1993, C-90/92, Dr. Tretter, Συλλογή 1993, σ. Ι-3569, σκέψη 13, και της 28ης Μαρτίου 1996, C-99/94, Birkenbeul, Συλλογή 1996, σ. Ι-1791, σκέψη 15).
34
Αυτή η ερμηνεία δεν μπορεί να απορριφθεί λόγω της ανάγκης ομοιόμορφης εφαρμογής, εντός της Ένωσης, της τελωνειακής νομοθεσίας, η οποία θα προέκυπτε από τη γραμματική ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως. Η ομοιόμορφη εφαρμογή πρέπει, πράγματι, να εξασφαλίζεται με τη σαφή, προσεκτική και πλήρη διατύπωση της σχετικής νομοθεσίας της Ένωσης (βλ. απόφαση της 1ης Απριλίου 1993, C-136/91, Findling Wälzlager, Συλλογή 1993, σ. Ι-1793, σκέψη 14).
35
Η εν λόγω ερμηνεία δεν μπορεί να απορριφθεί ούτε λόγω του γεγονότος ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να επιτύχουν την επανεξέταση των κανονισμών για την επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ, σύμφωνα με το άρθρο 11 του βασικού κανονισμού. Η επανεξέταση αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον υπό ορισμένες προϋποθέσεις (βλ., κατ’ αυτή την έννοια, προαναφερθείσα απόφαση Findling Wälzlager, σκέψη 15).
36
Πράγματι, όταν έχουν επιβληθεί οριστικά μέτρα για το αντιντάμπινγκ, ο βασικός κανονισμός και συγκεκριμένα το άρθρο του 11, παράγραφοι 3 και 4, προβλέπει τη δυνατότητα μιας ενδιάμεσης επανεξέτασης της σκοπιμότητας της διατήρησής τους στην περίπτωση που έχει υποβληθεί έγκαιρα από εξαγωγέα, εισαγωγέα ή παραγωγούς της Ένωσης, η οποία περιέχει επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η διατήρηση του μέτρου σε ισχύ δεν είναι πλέον αναγκαία, ή, στην περίπτωση που νέος εξαγωγέας, εγκατεστημένος στη χώρα εξαγωγής η οποία υπόκειται στα μέτρα αντιντάμπινγκ, είναι σε θέση να αποδείξει ότι δεν εξήγαγε τα οικεία προϊόντα κατά την περίοδο της έρευνας που ελήφθη ως βάση για την επιβολή των μέτρων.
37
Εξάλλου, επισημαίνεται ότι, κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία μιας διάταξης του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το γράμμα της αλλά και το πλαίσιό της, καθώς και οι σκοποί που επιδιώκονται από την κανονιστική ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Birkenbeul, σκέψη 12).
38
Ως προς αυτό, προκύπτει ιδίως από τα άρθρα 1 και 9, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού ότι μόνο σε προϊόντα που αποτέλεσαν το αντικείμενο έρευνας αντιντάμπινγκ είναι δυνατόν να επιβληθούν μέτρα αντιντάμπινγκ, αφ’ ης στιγμής διαπιστωθεί ότι τα επίμαχα προϊόντα εξάγονται στην Ένωση σε τιμή κατώτερη της τιμής ομοειδών προϊόντων τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της έρευνας αντιντάμπινγκ.
39
Πράγματι, όταν πρόκειται για νέα είδη προϊόντων τα οποία δεν κατασκευάζονταν στη χώρα που αποτελεί το αντικείμενο της έρευνας αντιντάμπινγκ κατά τον χρόνο εκδόσεως του κανονισμού αντιντάμπινγκ, όπως διαπίστωσε το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση της κύριας δίκης, η υπαγωγή αυτών των νέων ειδών προϊόντων στη σχετική με το αντιντάμπινγκ νομοθεσία δεν εξαρτάται μόνον από την κατάταξή τους στη δασμολογική διάκριση της ΣΟ που αφορά ο κανονισμός αυτός, αλλά, επίσης, από το ότι τα εν λόγω προϊόντα συγκεντρώνουν, όπως σημειώθηκε στη σκέψη 31 της παρούσας απόφασης, όλα τα χαρακτηριστικά που κατά τον εν λόγω κανονισμό λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό τους.
40
Στην περίπτωση που νέα είδη προϊόντων, παρότι θα μπορούσαν να υπαχθούν στη δασμολογική διάκριση που προβλέπει ένας κανονισμός αντιντάμπινγκ, δεν παρουσιάζουν όλα τα λοιπά χαρακτηριστικά που εξειδικεύονται σε αυτόν τον κανονισμό, δεν μπορεί να επιβληθεί επί των εν λόγω προϊόντων δασμός αντιντάμπινγκ χωρίς να έχει προηγουμένως εξετασθεί αν αυτά αποτελούν επίσης αντικείμενο ντάμπινγκ στην αγορά της Ένωσης.
41
Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού προβλέπει εξάλλου ότι, όταν τα ισχύοντα μέτρα αντιντάμπινγκ καταστρατηγούνται λόγω της εισαγωγής, από τρίτες χώρες, ομοειδών προϊόντων, ελαφρά τροποποιημένων ή μη, καθώς και ομοειδών ελαφρά τροποποιημένων προϊόντων προερχομένων από χώρα που έχει υπαχθεί στα μέτρα ή τμημάτων αυτών των προϊόντων, μπορεί να κινηθεί έρευνα προκειμένου να εξετασθεί η αναγκαιότητα επέκτασης των ισχυόντων μέτρων στα εν λόγω ομοειδή προϊόντα.
42
Διαπιστώνεται, εντούτοις, ότι μπορούν να επιβληθούν σε τέτοια νέα είδη προϊόντων δασμοί αντιντάμπινγκ που προβλέπονται από τους κανονισμούς CFL-i εάν αποδειχθεί ότι, εκτός από την βάσει των κανονισμών αυτών υπαγωγή τους στη δασμολογική διάκριση της ΣΟ, παρουσιάζουν, επιπλέον, τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτά του προϊόντος που αρχικά αφορούσαν οι εν λόγω κανονισμοί.
43
Αντίθετα, από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η επέκταση της επιβολής των δασμών αντιντάμπινγκ που προβλέπουν οι κανονισμοί CFL-i σε νέα είδη προϊόντων τα οποία, παρότι παρουσιάζουν τα ίδια ουσιώδη χαρακτηριστικά με τα προβλεπόμενα από τους εν λόγω κανονισμούς και υπάγονται ομοίως στη διάκριση ex 8539 31 90 της ΣΟ είναι διαφορετικά προϊόντα, για τον λόγο ότι παρουσιάζουν επιπλέον χαρακτηριστικά τα οποία δεν προσδιορίζονται στους κανονισμούς αυτούς, απάδει προς τον σκοπό και την οικονομία του βασικού κανονισμού και, ειδικότερα, προς τα άρθρα 1 και 11, σχετικά με τη διαδικασία αίτησης επανεξετάσεως, καθώς και προς το άρθρο 13, σχετικά με την καταστρατήγηση.
44
Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα εάν πρόκειται για διαφορετικά προϊόντα, πρέπει ιδίως να εξακριβωθεί αν αυτά έχουν τα ίδια τεχνικά και φυσικά χαρακτηριστικά, τις ίδιες βασικές τελικές χρήσεις και την ίδια σχέση μεταξύ ποιότητας και τιμής. Από αυτή την άποψη, η εναλλαξιμότητα και ο ανταγωνισμός μεταξύ αυτών των προϊόντων θα πρέπει επίσης να συνεκτιμηθούν.
45
Υπό τις συνθήκες αυτές, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι κανονισμοί CFL-i αφορούν το σύνολο των προϊόντων που έχουν τα ίδια ουσιώδη χαρακτηριστικά με τα προβλεπόμενα στους εν λόγω κανονισμούς και υπάγονται ομοίως στη διάκριση ex 8539 31 90 της ΣΟ. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει εάν τα επίμαχα στην κύρια δίκη προϊόντα εμπίπτουν σε αυτή την περίπτωση, παρά την προσθήκη ενός ηλιακού διακόπτη, ή εάν πρόκειται για διαφορετικά προϊόντα, λόγω του ότι παρουσιάζουν επιπλέον χαρακτηριστικά τα οποία δεν προσδιορίζονται στους εν λόγω κανονισμούς.
Επί των δικαστικών εξόδων
46
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
Ο κανονισμός 1470/2001 του Συμβουλίου, της 16ης Ιουλίου 2001, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές λαμπτήρων φθορισμού μικρού μεγέθους με ηλεκτρονικό κύκλωμα (CFL-i) καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1322/2006 του Συμβουλίου, της 1ης Σεπτεμβρίου 2006, καθώς και ο κανονισμός (ΕΚ) 1205/2007 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2007, για την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές λαμπτήρων φθορισμού μικρού μεγέθους με ηλεκτρονικό κύκλωμα (CFL-i) καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, κατόπιν επανεξετάσεως ενόψει της λήξεως της ισχύος των μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 384/96, και την επέκταση του δασμού στις εισαγωγές του ίδιου προϊόντος που αποστέλλονται από τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Βιετνάμ, την Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν και τη Δημοκρατία των Φιλιππίνων, αφορούν το σύνολο των προϊόντων που έχουν τα ίδια ουσιώδη χαρακτηριστικά με τα προβλεπόμενα στους εν λόγω κανονισμούς και υπάγονται ομοίως στη δασμολογική διάκριση ex 8539 31 90 της συνδυασμένης ονοματολογίας που αναφέρεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (EOK) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 254/2000 του Συμβουλίου, της 31ης Ιανουαρίου 2000. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει εάν τα επίμαχα στην κύρια δίκη προϊόντα εμπίπτουν σε αυτή την περίπτωση, παρά την προσθήκη ενός ηλιακού διακόπτη, ή εάν πρόκειται για διαφορετικά προϊόντα, λόγω του ότι παρουσιάζουν επιπλέον χαρακτηριστικά τα οποία δεν προσδιορίζονται στους εν λόγω κανονισμούς.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy