ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 17ης Ιανουαρίου 2013 ( *1 )
«Γεωργία — Επισιτιστική βοήθεια — Κανονισμός (ΕΚ) 111/1999 — Πρόγραμμα εφοδιασμού της Ρωσικής Ομοσπονδίας με γεωργικά προϊόντα — Ανάδοχος δημόσιας συμβάσεως για τη μεταφορά βοείου κρέατος — Απονομή αρμοδιότητας — Ρήτρα διαιτησίας»
Στην υπόθεση C-623/11,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Conseil d’État (Γαλλία) με απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2011, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Δεκεμβρίου 2011, στο πλαίσιο της δίκης
Geodis Calberson GE
κατά
Établissement national des produits de l’agriculture et de la mer (FranceAgriMer),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Tizzano, πρόεδρο τμήματος, A. Borg Barthet, M. Ilešič, M. Safjan (εισηγητή) και M. Berger, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Jääskinen
γραμματέας: V. Tourrès, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 26ης Σεπτεμβρίου 2012,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Geodis Calberson GE, εκπροσωπούμενη από τους F. Thouin-Palat, F. Boucard και E. Dereviankina, avocats,
—
το Établissement national des produits de l’agriculture et de la mer (FranceAgriMer), εκπροσωπούμενο από τον F. Ancel, avocat,
—
η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον G. de Bergues, την C. Candat και τον S. Menez,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον D. Bianchi και την I. Galindo Martín,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΚ) 111/1999 της Επιτροπής, της 18ης Ιανουαρίου 1999, για τη θέσπιση των γενικών λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 2802/98 του Συμβουλίου σχετικά με την εφαρμογή ενός προγράμματος εφοδιασμού της Ρωσικής Ομοσπονδίας σε γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 14, σ. 3), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1125/1999 της Επιτροπής, της 28ης Μαΐου 1999 (ΕΕ L 135, σ. 41, στο εξής: κανονισμός 111/1999).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Geodis Calberson GE και του Établissement national des produits de l’agriculture et de la mer (FranceAgriMer) αφορώσας αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας την οποία η εταιρία αυτή ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της καθυστερήσεως, εκ μέρους του εθνικού οργανισμού παρεμβάσεως, να ικανοποιήσει τα αιτήματα πληρωμής για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες και αποδεσμεύσεως της εγγυήσεως προμηθείας την οποία η εν λόγω εταιρία υποχρεώθηκε να συστήσει υπέρ του οργανισμού αυτού.
Το νομικό πλαίσιο
3
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 2802/98 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με την εφαρμογή ενός προγράμματος εφοδιασμού της Ρωσικής Ομοσπονδίας σε γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 349, σ. 12):
«Σύμφωνα με τους όρους που θεσπίζονται από τον παρόντα κανονισμό, χορηγούνται δωρεάν στη Ρωσία τα γεωργικά προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 3 και είναι διαθέσιμα κατόπιν παρέμβασης, ή όταν δεν υπάρχουν προϊόντα παρέμβασης, τα προϊόντα που θα συγκεντρωθούν στην κοινοτική αγορά.»
4
Το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
«Οι δαπάνες εφοδιασμού συμπεριλαμβανομένης και της μεταφοράς μέχρι τους λιμένες και τους συνοριακούς σταθμούς, εκτός της εκφόρτωσης και, ενδεχομένως, συμπεριλαμβανομένης της μεταποίησης στην Κοινότητα, καθορίζονται με διαδικασία διαγωνισμού ή, για λόγους που συνδέονται με την επείγουσα φύση της επιχείρησης ή με δυσχέρειες ως προς τη μεταφορά, με διαδικασία κλειστού διαγωνισμού.»
5
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Η Επιτροπή αναλαμβάνει την εκτέλεση των ενεργειών υπό τους όρους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.
[...]»
6
Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 111/1999,
«1. Με διαγωνισμό γίνεται ο καθορισμός των εξόδων της προμήθειας, μέχρι τους θαλάσσιους λιμένες και τα σημεία συνοριακής διέλευσης όπου γίνεται η παραλαβή από τον δικαιούχο, και τα οποία καθορίζονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού, προϊόντων τα οποία είτε αποσύρονται από τις αποθήκες της παρέμβασης είτε συγκεντρώνονται από την αγορά της Κοινότητας.
α)
Τα έξοδα είναι δυνατόν να αφορούν την προμήθεια των προϊόντων στη θύρα της αποθήκης του οργανισμού παρέμβασης, στην αποβάθρα φόρτωσης ή επί του μεταφορικού μέσου, μέχρι το σημείο παραλαβής στο καθορισμένο στάδιο παράδοσης.
[...]»
7
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
«Οι προσφορές υποβάλλονται εγγράφως στον οργανισμό παρέμβασης και στη διεύθυνση που αναφέρονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού, το αργότερο κατά την ημερομηνία και την ώρα που έχουν ορισθεί.
[...]»
8
Το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού έχει ως εξής:
«1. Οι ενδιαφερόμενοι οργανισμοί παρέμβασης διαβιβάζουν στην Επιτροπή, με φαξ ή γραπτό τηλεπικοινωνιακό μήνυμα, εντός 24 ωρών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής προσφορών, ανακοίνωση, η οποία περιλαμβάνει, με αναφορά του κανονισμού για την προκήρυξη του διαγωνισμού, για κάθε παρτίδα:
α)
το όνομα και τη διεύθυνση των διαγωνιζομένων που υπέβαλαν παραδεκτές προσφορές, κατ’ εφαρμογή ιδίως των άρθρων 3, 4 και 5·
β)
και, για κάθε παραδεκτή προσφορά, ανάλογα με την περίπτωση, το προσφερόμενο ποσό ή την προσφερόμενη ποσότητα.
Εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο, ο σχετικός οργανισμός ή οι οργανισμοί παρέμβασης διαβιβάζουν στην Επιτροπή, για κάθε παρτίδα, το πλήρες αντίγραφο των δύο καλύτερων προσφορών που έχουν ληφθεί, συνοδευόμενο από αντίγραφο της εγγύησης και της χρηματοπιστωτικής δέσμευσης που αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχεία ηʹ και θʹ, καθώς και τα αντίγραφα των υπογραφών των προσώπων που είναι εξουσιοδοτημένα να εκδώσουν αυτά τα έγγραφα.
2. Λαμβανομένων υπόψη των προσφορών που υποβλήθηκαν, μπορεί να αποφασισθεί, για κάθε παρτίδα:
—
να μην ανατεθεί η προμήθεια,
ή
—
να ανατεθεί η προμήθεια, ανάλογα με την περίπτωση, με βάση την προσφερόμενη τιμή ή την προσφερόμενη ποσότητα.
3. Η Επιτροπή γνωστοποιεί το συντομότερο δυνατό την ανάθεση της προμήθειας στον ανάδοχο και αποστέλλει αντίγραφο αυτής της απόφασης στον οργανισμό παρέμβασης ή στους οργανισμούς παρέμβασης που έλαβαν τις προσφορές.
4. Οι οργανισμοί παρέμβασης που έλαβαν προσφορές ενημερώνουν το συντομότερο δυνατό τους διαγωνιζομένους, ενδεχομένως με φαξ ή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, για το αποτέλεσμα της συμμετοχής τους στον διαγωνισμό.»
9
Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 111/1999:
«Η εγγύηση προμήθειας συνιστάται σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2220/85, υπέρ του οργανισμού παρέμβασης που αναφέρεται στο άρθρο 4 και είναι επιφορτισμένος με την πληρωμή.
Η απόδειξη σύστασης της εγγύησης προμήθειας παρέχεται με το πρωτότυπο του έγγραφου που εκδίδεται από τον χρηματοπιστωτικό οργανισμό που χορηγεί την εγγύηση και συντάσσεται σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ.»
10
Το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 111/1999 ορίζει τα εξής:
«Σε περίπτωση δυσχερειών που ανακύπτουν κατά την εκτέλεση της προμήθειας, μετά την παραλαβή των προϊόντων από τους αναδόχους, και εκτός περιπτώσεως επείγοντος, μόνη η Επιτροπή έχει την εξουσία να δώσει οδηγίες για τη διευκόλυνση της συνέχισης της προμήθειας.»
11
Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
«Η αίτηση πληρωμής για την προμήθεια υποβάλλεται στον οργανισμό παρέμβασης που αναφέρεται στο άρθρο 4 εντός δύο μηνών από τη λήξη της προθεσμίας που καθορίζεται για την προμήθεια στην προκήρυξη του διαγωνισμού. [...]»
12
Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού:
«Η εγγύηση προμήθειας αποδεσμεύεται, όταν ο ανάδοχος προσκομίσει την απόδειξη εκτέλεσης της προμήθειας σύμφωνα με τους όρους που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και στον κανονισμό για την προκήρυξη του συγκεκριμένου διαγωνισμού.
[...]»
13
Το άρθρο 16 του ίδιου κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι αρμόδιο για την εκδίκαση κάθε διαφοράς που απορρέει από την εκτέλεση, τη μη εκτέλεση ή την ερμηνεία των όρων εκτέλεσης των προμηθειών που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.»
14
Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 1799/1999 της Επιτροπής, της 16ης Αυγούστου 1999, σχετικά με την προμήθεια βοείου κρέατος στη Ρωσία (ΕΕ L 217, σ. 20), προβλέπει τα εξής:
«Προκηρύσσεται διαγωνισμός για τον καθορισμό των εξόδων μεταφοράς, από τα αποθέματα παρέμβασης, […] βοείου κρέατος […], προς παράδοση [στη Ρωσία], στο πλαίσιο προμήθειας που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 111/1999.
Η προμήθεια πραγματοποιείται σύμφωνα με τους όρους του προαναφερθέντος κανονισμού και σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.
[...]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
15
Κατόπιν του διαγωνισμού που προκηρύχθηκε με τον κανονισμό 1799/1999, ανατέθηκε με δημόσια σύμβαση στην Geodis Calberson GE η μεταφορά βοείου κρέατος από τη γαλλική επικράτεια μέχρι τη Ρωσία.
16
Αφού πραγματοποιήθηκε η μεταφορά, η εν λόγω εταιρία ζήτησε από τον εθνικό οργανισμό παρεμβάσεως, το Établissement national des produits de l’agriculture et de la mer (FranceAgriMer), την πληρωμή για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες, σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού 111/1999, και την αποδέσμευση, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 του εν λόγω κανονισμού, της εγγυήσεως προμηθείας την οποία υποχρεώθηκε να συστήσει υπέρ του εθνικού οργανισμού παρεμβάσεως.
17
Δεδομένου ότι δεν ικανοποιήθηκαν πλήρως τα αιτήματά της, η Geodis Calberson GE άσκησε ενώπιον του tribunal de grande instance de Paris αγωγή για την αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη λόγω του ότι ο εθνικός οργανισμός παρεμβάσεως άργησε να ικανοποιήσει τα αιτήματά της. Δεδομένου ότι το tribunal de grande instance de Paris κήρυξε εαυτό αναρμόδιο, η Geodis Calberson GE άσκησε προσφυγή ενώπιον του tribunal administratif de Paris.
18
Αφού η προσφυγή της απορρίφθηκε με απόφαση της 30ής Ιουλίου 2007, με το σκεπτικό ότι, δεδομένου ότι ο κανονισμός 111/1999 δεν προβλέπει προθεσμία για την πληρωμή που οφείλεται για τη μεταφορά και για την αποδέσμευση της χρηματικής εγγυήσεως, δεν μπορούσε να προσαφθεί στον εθνικό οργανισμό παρεμβάσεως πταίσμα συνιστάμενο στην καθυστέρηση της διενεργείας των πράξεων αυτών, η εν λόγω εταιρία άσκησε έφεση ενώπιον του cour administrative d’appel de Paris.
19
Δεδομένου ότι το cour administrative d’appel de Paris επιβεβαίωσε εν μέρει την εφεσιβαλλομένη απόφαση, η Geodis Calberson GE άσκησε αναίρεση ενώπιον του Conseil d’État.
20
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, με την απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1993, C-142/91, Cebag κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-553), το Δικαστήριο έκρινε, αφενός, ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της Επιτροπής και των αναδόχων των συμβάσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τη δωρεάν προμήθεια τροφίμων δεν καθορίζονται πλήρως από τους κοινοτικούς κανονισμούς, αλλά απορρέουν από τις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ της Επιτροπής και των αναδόχων αυτών, οι οποίες προβλέπονται στον κανονισμό που έχει εφαρμογή επί των προμηθειών αυτών, και, αφετέρου, ότι οι διατάξεις ενός κανονισμού της Επιτροπής που είναι πανομοιότυπες προς το άρθρο 16 του κανονισμού 111/1999 πρέπει να θεωρηθούν ως ρήτρα διαιτησίας αποτελούσα αναπόσπαστο τμήμα της συμβάσεως προμηθείας.
21
Το εν λόγω δικαστήριο παρατηρεί επίσης ότι το Πρωτοδικείο [νυν Γενικό Δικαστήριο], με τις αποφάσεις της 9ης Οκτωβρίου 2002, T-134/01, Hans Fuchs κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II-3909), καθώς και της 10ης Φεβρουαρίου 2004, T-215/01, T-220/01 και T-221/01, Calberson GE κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. II-587), έκρινε, πρώτον, ότι από τους κανονισμούς 2802/98 και 111/1999 προκύπτει ότι έχει δημιουργηθεί έννομη σχέση μεταξύ της Επιτροπής και του αναδόχου, χωρίς η ύπαρξη της σχέσεως αυτής να κλονίζεται από το γεγονός ότι τα μέτρα διακινήσεως των προμηθειών εκτελούνται μερικώς από τους οργανισμούς παρεμβάσεως των κρατών μελών, ιδίως όσον αφορά την πληρωμή των αναδόχων, δεύτερον, ότι η σχέση αυτή, μολονότι δεν χαρακτηρίζεται ρητώς ως συμβατική στους εφαρμοστέους κανονισμούς, ανταποκρίνεται ωστόσο στα κριτήρια μιας διμερούς συμβάσεως και, τρίτον, ότι το άρθρο 16 του κανονισμού 111/1999 έχει τον χαρακτήρα ρήτρας διαιτησίας, υπό την έννοια του άρθρου 272 ΣΛΕΕ.
22
Υπό τις συνθήκες αυτές το Conseil d’État αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«[Έχουν] οι διατάξεις του άρθρου 16 του κανονισμού ΕΚ 111/1999 […] την έννοια ότι παρέχουν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης την αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί των διαφορών που αφορούν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο οργανισμός παρεμβάσεως που ορίστηκε προκειμένου να δέχεται τις προσφορές που υποβάλλονται στο πλαίσιο διαγωνισμού για την ανάθεση της δωρεάν προμήθειας γεωργικών προϊόντων στη Ρωσία προβαίνει στην οφειλόμενη πληρωμή προς τον ανάδοχο και στην αποδέσμευση της εγγυήσεως προμηθείας που συνέστησε ο ανάδοχος υπέρ του εν λόγω οργανισμού, ιδίως επί των αγωγών για την αποκατάσταση της ζημίας που προκύπτει από πταίσματα του οργανισμού παρεμβάσεως κατά τη διενέργεια των ως άνω πράξεων;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
23
Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 16 του κανονισμού 111/1999 έχει την έννοια ότι απονέμει στο Δικαστήριο την αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί όλων των διαφορών που αφορούν διαγωνισμό για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως όπως ο επίμαχος στην κύρια δίκη, ιδίως επί των αγωγών που σκοπούν στην αποκατάσταση της ζημίας που απορρέει από πταίσματα στα οποία υπέπεσε ο οργανισμός παρεμβάσεως κατά τη διενέργεια της οφειλόμενης στον ανάδοχο πληρωμής και κατά την αποδέσμευση της εγγυήσεως που συνέστησε ο τελευταίος υπέρ του οργανισμού αυτού.
24
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα, υπενθυμίζεται κατ’ αρχάς ότι, κατά το άρθρο 272 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αρμόδιο να λαμβάνει αποφάσεις δυνάμει ρήτρας διαιτησίας που περιέχεται σε σύμβαση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, η οποία συνάπτεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή για λογαριασμό της.
25
Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης προβλέπει τη δημιουργία εννόμων σχέσεων συμβατικής φύσεως μεταξύ της Ένωσης και ενός αναδόχου όπως η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης.
26
Συγκεκριμένα, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2802/98, έχει ανατεθεί στην Επιτροπή η διενέργεια της πράξεως που συνίσταται στη διάθεση γεωργικών προϊόντων στη Ρωσική Ομοσπονδία. Κατά το άρθρο 6 του κανονισμού 111/1999, το εν λόγω θεσμικό όργανο αποφασίζει την ανάθεση της προμήθειας σε έναν ανάδοχο, ενώ η λειτουργία των οργανισμών παρεμβάσεως περιορίζεται, στο στάδιο αυτό, στην παραλαβή και στη διαβίβαση προς την Επιτροπή των εγκύρων προσφορών των διαγωνιζομένων. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 111/1999, μόνον η Επιτροπή έχει την εξουσία να δίνει οδηγίες προς διευκόλυνση της συνεχίσεως της προμηθείας. Τέλος, κατά το άρθρο 9 του ίδιου κανονισμού, σ’ αυτήν εναπόκειται ο έλεγχος της προμηθείας.
27
Από το σύνολο των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι προβλέπεται έννομη σχέση μεταξύ της Επιτροπής, ως αναθέτουσας αρχής, και του αναδόχου.
28
Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της εν λόγω έννομης σχέσεως, μολονότι αυτός δεν προκύπτει ρητώς από τους κανονισμούς 2802/98, 111/1999 και 1799/1999, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της Επιτροπής και του αναδόχου, όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Hans Fuchs κατά Επιτροπής, σκέψη 53, και Calberson GE κατά Επιτροπής, σκέψη 86), δεν καθορίζονται πλήρως από τους κανονισμούς αυτούς, δεδομένου ότι ένα ουσιώδες στοιχείο των προμηθειών, η τιμή, καθορίζεται σε συνάρτηση με τις τιμές που ζητούν οι διαγωνιζόμενοι και με την αποδοχή τους από την Επιτροπή. Εντεύθεν συνάγεται ότι η προβλεπόμενη από τους εν λόγω κανονισμούς προμήθεια πραγματοποιείται στο πλαίσιο συμβάσεως συναπτόμενης μεταξύ της Επιτροπής και του αναδόχου (βλ., κατ’ αναλογίαν, προπαρατεθείσα απόφαση Cebag κατά Επιτροπής, σκέψεις 12 και 13).
29
Επισημαίνεται επίσης ότι το άρθρο 1 του κανονισμού 1799/1999 προβλέπει ότι η προμήθεια πραγματοποιείται σύμφωνα με τους όρους του κανονισμού 111/1999. Κατά συνέπεια, η ρήτρα του άρθρου 16 του τελευταίου αυτού κανονισμού αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της εν λόγω συμβάσεως προμηθείας και, ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρείται ως ρήτρα διαιτησίας υπό την έννοια του άρθρου 272 ΣΛΕΕ (βλ., κατ’ αναλογίαν, προπαρατεθείσα απόφαση Cebag κατά Επιτροπής, σκέψη 14).
30
Όσον αφορά το περιεχόμενο της εν λόγω ρήτρας διαιτησίας, κατά πάγια νομολογία, μια ρήτρα διαιτησίας εξουσιοδοτεί, κατ’ αρχήν, το Δικαστήριο να εκδικάζει τις αγωγές που πηγάζουν από την περιέχουσα τη ρήτρα διαιτησίας σύμβαση ή που έχουν άμεση σχέση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή (βλ. αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 1986, 426/85, Επιτροπή κατά Zoubek, Συλλογή 1986, σ. 4057, σκέψη 11, της 20ής Φεβρουαρίου 1997, C-114/94, IDE κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. I-803, σκέψη 82, και της 3ης Δεκεμβρίου 1998, C-337/96, Επιτροπή κατά Iraco, Συλλογή 1998, σ. I-7943, σκέψη 49).
31
Η πληρωμή για την προμήθεια και η αποδέσμευση της χρηματικής εγγυήσεως αποτελούν συμβατικές υποχρεώσεις. Πράγματι, είναι διατυπωμένες, αντιστοίχως, στα άρθρα 10 και 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 111/1999, που κατέστησαν αναπόσπαστο τμήμα της επίδικης συμβάσεως δυνάμει του άρθρου 1 του κανονισμού 1799/1999, κατά το οποίο η προμήθεια πραγματοποιείται σύμφωνα με τους όρους του κανονισμού 111/1999. Κατά συνέπεια, οι αγωγές για την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την καθυστέρηση εκπληρώσεως των δύο αυτών συμβατικών υποχρεώσεων πρέπει να θεωρούνται ως πηγάζουσες από την επίδικη σύμβαση η οποία περιέχει τη ρήτρα διαιτησίας ή ως έχουσες άμεση σχέση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή.
32
Επιπλέον, οι επιταγές της ορθής απονομής της δικαιοσύνης επιβάλλουν να μην δημιουργούνται συντρέχουσες αρμοδιότητες αφορώσες μία και μόνη σύμβαση, ιδίως με γνώμονα τη φύση της επίμαχης συμβατικής υποχρεώσεως, και να προλαμβάνεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων που μπορεί να προκληθεί εκ του λόγου αυτού (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2002, C-96/00, Gabriel, Συλλογή 2002, σ. I-6367, σκέψεις 57 και 58, καθώς και της 5ης Φεβρουαρίου 2004, C-18/02, DFDS Torline, Συλλογή 2004, σ. I-1417, σκέψη 26).
33
Συνεπώς, το άρθρο 16 του κανονισμού 111/1999 έχει την έννοια ότι απονέμει αρμοδιότητα στο Δικαστήριο προκειμένου να εκδικάζει τις αγωγές προς αποκατάσταση της ζημίας που απορρέει από προβαλλόμενες καθυστερήσεις στην πληρωμή που οφείλεται για την παροχή μεταφοράς και στην αποδέσμευση της χρηματικής εγγυήσεως.
34
Έχει μικρή σημασία, συναφώς, ότι ο εθνικός οργανισμός παρεμβάσεως καλείται να παρέμβει για να διασφαλίσει την εκπλήρωση των επιμάχων συμβατικών υποχρεώσεων της πληρωμής για την προμήθεια και της αποδεσμεύσεως της χρηματικής εγγυήσεως. Η μόνη βάση για την παρέμβασή του είναι η επίδικη σύμβαση προμηθείας που συνδέει την Επιτροπή με τον ανάδοχο. Εφόσον τα επίδικα αιτήματα απορρέουν από την εν λόγω σύμβαση, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να κριθεί αρμόδιο να τα εξετάσει, δεδομένου ότι οι επιταγές της ορθής απονομής της δικαιοσύνης δεν επιτρέπουν τη δημιουργία συντρεχουσών αρμοδιοτήτων που αφορούν μία και μόνη σύμβαση, με γνώμονα την ιδιότητα του προσώπου που παρέβη τις συμβατικές υποχρεώσεις.
35
Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 16 του κανονισμού 111/1999 έχει την έννοια ότι παρέχει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης την αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί των διαφορών που αφορούν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο οργανισμός παρεμβάσεως που ορίστηκε προκειμένου να δέχεται τις προσφορές που υποβάλλονται στο πλαίσιο διαγωνισμού για την ανάθεση της δωρεάν προμήθειας γεωργικών προϊόντων στη Ρωσική Ομοσπονδία προβαίνει στην οφειλόμενη πληρωμή προς τον ανάδοχο και στην αποδέσμευση της εγγυήσεως προμηθείας που συνέστησε ο ανάδοχος υπέρ του εν λόγω οργανισμού, ιδίως επί των αγωγών για την αποκατάσταση της ζημίας που προκύπτει από πταίσματα του οργανισμού παρεμβάσεως κατά τη διενέργεια των ως άνω πράξεων.
Επί των δικαστικών εξόδων
36
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΚ) 111/1999 της Επιτροπής, της 18ης Ιανουαρίου 1999, για τη θέσπιση των γενικών λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 2802/98 του Συμβουλίου σχετικά με την εφαρμογή ενός προγράμματος εφοδιασμού της Ρωσικής Ομοσπονδίας σε γεωργικά προϊόντα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1125/1999 της Επιτροπής, της 28ης Μαΐου 1999, έχει την έννοια ότι παρέχει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης την αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί των διαφορών που αφορούν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο οργανισμός παρεμβάσεως που ορίστηκε προκειμένου να δέχεται τις προσφορές που υποβάλλονται στο πλαίσιο διαγωνισμού για την ανάθεση της δωρεάν προμήθειας γεωργικών προϊόντων στη Ρωσική Ομοσπονδία προβαίνει στην οφειλόμενη πληρωμή προς τον ανάδοχο και στην αποδέσμευση της εγγυήσεως προμηθείας που συνέστησε ο ανάδοχος υπέρ του εν λόγω οργανισμού, ιδίως επί των αγωγών για την αποκατάσταση της ζημίας που προκύπτει από πταίσματα του οργανισμού παρεμβάσεως κατά τη διενέργεια των ως άνω πράξεων.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy