21.5.2011
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 152/11
Αναίρεση που άσκησε στις 25 Φεβρουαρίου 2011 η E.ON Energie AG κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) στις 15 Δεκεμβρίου 2010 στην υπόθεση T-141/08 — E.ON Energie AG κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-89/11 P)
2011/C 152/20
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: E.ON Energie AG (εκπρόσωποι: A. Röhling, F. Dietrich και R. Pfromm, δικηγόροι)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου και να ακυρώσει την απόφαση της αναιρεσίβλητης C(2008) 377 τελικό, της 30ής Ιανουαρίου 2008 (υπόθ. COMP/B-1/39.326), η οποία επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 6 Φεβρουαρίου 2008,
—
επικουρικά, να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να ακυρώσει την αναφερθείσα στο σημείο 1 απόφαση της Επιτροπής κατά το μέρος κατά το οποίο
α)
επιβλήθηκε πρόστιμο στην αναιρεσείουσα,
β)
καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα,
και να δεχτεί τα αιτήματα που υπέβαλε πρωτοδίκως η νυν αναιρεσείουσα,
—
τελείως επικουρικά, να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου και να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο,
—
να καταδικάσει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η αναιρεσείουσα προσβάλλει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου και ζητεί την αναίρεση της απόφασης αυτής και την ακύρωση της απόφασης της αναιρεσίβλητης C(2008) 377 τελικό, της 30ής Ιανουαρίου 2008 (υπόθ. COMP/B-1/39.326). Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επικυρώθηκε η απόφαση της αναιρεσίβλητης για την επιβολή προστίμου, με την οποία η αναιρεσείουσα κατηγορούνταν ότι είχε διαρρήξει τη σφραγίδα που είχαν θέσει σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο δ', του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 οι εκπρόσωποι της αναιρεσίβλητης και ότι έτσι είχε παραβεί, «έστω και εξ αμελείας», το άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο ε', του κανονισμού 1/2003. Η αναιρεσείουσα προβάλλει έξι λόγους αναίρεσης:
1)
Κατά την αναιρεσείουσα, η κατανομή του βάρους απόδειξης στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο είναι νομικά εσφαλμένη, πράγμα που συνιστά παράλληλα παραβίαση της αρχής για το τεκμήριο αθωότητας και της αρχής in dubio pro reo, η οποία διέπει τις κοινοτικές αποφάσεις. Το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε ειδικότερα υπόψη ότι το αποδεικτικό μέσο που συνίσταται στη σφραγίδα που φυλάχτηκε (αναμφισβήτητα) για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από την προβλεπόμενη διάρκεια ζωής της (shelf life) δεν αποτελεί «αρκούντως ακριβές» αποδεικτικό στοιχείο για την ύπαρξη παράβασης.
2)
Στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης λόγω της εσφαλμένης υπαγωγής των πραγματικών στοιχείων στον νομικό κανόνα. Το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, κατά την αντιστροφή του βάρους αποδείξεως, το κριτήριο της «αμφισβήτησης» της αποδεικτικής αξίας της σφραγίδας, το οποίο καθιέρωσε αρχικά το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο, λόγω του ότι στη συνέχεια, κατά την υπαγωγή των πραγματικών στοιχείων, έθεσε την απαίτηση άμεσης «αιτιώδους συνάφειας» μεταξύ αυτής της υπερβολικής παλαιότητας της σφραγίδας και της εμφάνισης ενός ψευδώς θετικού αποτελέσματος.
3)
Στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αποδεικτικών στοιχείων και ότι συνεπώς παρέβη συγχρόνως τους κανόνες της λογικής, τη γενική αρχή του κράτους δικαίου και, ακόμη μία φορά, την υποχρέωση αιτιολόγησης. Συναφώς η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ιδίως ότι το Γενικό Δικαστήριο, δεχόμενο ότι το «πρακτικό για τη θέση της σφραγίδας» συνιστά επαρκές αποδεικτικό στοιχείο για τη νομότυπη σφράγιση, προσέδωσε στο αποδεικτικό αυτό στοιχείο περιεχόμενο που δεν μπορεί να συναχθεί από το ίδιο το στοιχείο αυτό.
4.
Στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αιτιολόγηση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου είναι επίσης πλημμελής λόγω παράβασης των κανόνων της λογικής. Το Γενικό Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις άλλες σφραγίσεις στο κτίριο της προσφεύγουσας, συνάγει από τη λειτουργία των σφραγίδων που χρησιμοποιήθηκαν για τις εν λόγω σφραγίσεις ορισμένο λογικά ανεξήγητο συμπέρασμα σχετικά με τη λειτουργία επίσης της επίμαχης σφραγίδας.
5)
Στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τους κανόνες της νομότυπης διεξαγωγής αποδείξεων, τους κανόνες της λογικής και την αρχή in dubio pro reo. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κακώς, ότι ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας σχετικά με την κατάσταση των ενδείξεων «VOID» στο πλαίσιο της πόρτας ήταν αλυσιτελής και, κατά παράβαση των κανόνων της νομότυπης διεξαγωγής αποδείξεων, δεν διέταξε τη σχετική διεξαγωγή αποδείξεων.
6)
Στο πλαίσιο του έκτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τέλος ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε το δίκαιο, καθόσον παρέβη για μια ακόμη φορά τους κανόνες της νομότυπης διεξαγωγής αποδείξεων και την αρχή του κράτους δικαίου σχετικά με την αναλογικότητα που πρέπει να διέπει την επιμέτρηση του προστίμου. Το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το ελαφρυντικό στοιχείο ότι η ίδια η αναιρεσίβλητη ευθύνεται για την κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά την ημέρα του επιτόπιου ελέγχου και που δεν ήταν δυνατόν στη συνέχεια να διασαφηνιστεί. Επιπλέον, όσον αφορά την έκταση της προσβολής του προστατευόμενου αγαθού, κακώς το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να διατάξει τη διεξαγωγή αποδείξεων για τη βαρύτητα της πράξης και, συνεπώς, για το ζήτημα του ανοίγματος της πόρτας, το οποίο ήταν σημαντικό για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου.
Full & Egal Universal Law Academy