9.7.2011
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 204/15
Αναίρεση που άσκησε στις 28 Απριλίου 2011 η Ιταλική Δημοκρατία κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) στις 3 Φεβρουαρίου 2011 στην υπόθεση T-3/09, Ιταλική Δημοκρατία κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-200/11 P)
2011/C 204/29
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Ιταλική Δημοκρατία (εκπρόσωπος: P. Gentili, avvocato dello Stato)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να εξαφανίσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-3/09 και, αποφαινόμενο επί της ουσίας, να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής, της 21ης Οκτωβρίου 2008, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 20/2008 (πρώην N 62/2008) την οποία η Ιταλία προτίθεται να θέσει σε εφαρμογή κατά τροποποίηση του καθεστώτος ενισχύσεων N 59/2004 σχετικά με προσωρινό αμυντικό μηχανισμό της ναυπηγικής βιομηχανίας, με αριθ. C(2008) 6015 τελικό.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η Ιταλική Δημοκρατία προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου την απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2011, στην υπόθεση T-3/09, με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της Ιταλίας για ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 21ης Οκτωβρίου 2008, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 20/2008 (πρώην N 62/2008) την οποία η Ιταλία προτίθεται να θέσει σε εφαρμογή κατά τροποποίηση του καθεστώτος ενισχύσεων N 59/2004 σχετικά με προσωρινό αμυντικό μηχανισμό της ναυπηγικής βιομηχανίας, με αριθ. C(2008) 6015 τελικό, η οποία κοινοποιήθηκε στην Ιταλική Δημοκρατία στις 22.10.2008 με έγγραφο της 22.10.2008 n. SG-Greffe (2008) D/206436.
Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως η Ιταλική Δημοκρατία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους:
Πρώτος λόγος. Πραγματική πλάνη και παράβαση των άρθρων 87, παράγραφος 1, και 88, παράγραφος 3, ΕΚ, του άρθρου 1, στοιχείο γ', του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 (1) και του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) 794/2004 (2).
Με τον νόμο περί προϋπολογισμού για το έτος 2008, η Ιταλία προτίθετο απλώς να προβλέψει επιπλέον χρηματοδότηση για την ενίσχυση της ναυπηγικής δραστηριότητας, για την οποία προέβλεπε ο νόμος περί προϋπολογισμού για το έτος 2004 και το προεδρικό διάταγμα της 2.2.2004, που είχε ήδη εγκριθεί από την Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) 1177/2002 (3) (στο εξής: κανονισμός ΠΑΜ), χωρίς να τροποποιήσει τους όρους χορηγήσεως της εν λόγω ενισχύσεως ή τις επιχειρήσεις και τα είδη των συμβάσεων από τις οποίες μπορούσαν να επωφεληθούν. Συγκεκριμένα, η χρηματοδότηση είχε εξαντληθεί διότι είχαν υποβληθεί περισσότερες από τις αναμενόμενες αιτήσεις. Λόγω της περίπλοκης διαρθρώσεώς της, δεν ήταν δυνατό να προεκτιμηθεί το ακριβές συνολικό ποσό τέτοιου είδους ενισχύσεως· συνεπώς, η πρόβλεψη επιπλέον χρηματοδοτήσεως για την ενίσχυση αυτή δεν συνεπαγόταν ουσιαστική τροποποίηση της ήδη εγκριθείσας ενισχύσεως και δεν συνιστούσε επομένως νέα ενίσχυση. Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη μη λαμβάνοντας υπόψη τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά.
Δεύτερος λόγος. Παράβαση των άρθρων 2, 3, 4 και 5 του κανονισμού (ΕΚ) 1177/2002.
Η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο νόμος περί προϋπολογισμού για το έτος 2008 συνιστούσε νέα ενίσχυση διότι το κατά τον κανονισμό ΠΑΜ καθεστώς είχε λήξει στις 31 Μαρτίου 2005 και δεν μπορούσε πλέον να εφαρμοσθεί μετά την ημερομηνία αυτή. Τούτο δεν ισχύει, διότι η ημερομηνία αυτή αποτελούσε απλώς την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να συναφθούν οι συμβάσεις ναυπηγήσεως που μπορούσαν να τύχουν ενισχύσεως· ωστόσο, ο ίδιος κανονισμός προβλέπει στη συνέχεια ότι οι ενισχύσεις θα πρέπει να χορηγούνται στις επιχειρήσεις που θα έχουν παραδώσει τα επίμαχα πλοία εντός τριών ετών από την ημερομηνία υπογραφής της τελικής συμβάσεως (προθεσμία δυνάμενη να παραταθεί για έως τρία επιπλέον έτη). Συνεπώς, ο κανονισμός μπορούσε να εφαρμοσθεί ως προς τις συμβάσεις αυτές τουλάχιστον έως τις 31 Μαρτίου 2008. Ο νόμος περί προϋπολογισμού για το έτος 2008, ο οποίος εγκρίθηκε στις 24.12.2007, αποτελεί, κατ’ ουσία, μέτρο εφαρμογής του κανονισμού και αποβλέπει στη διευκόλυνση της καταβολής των ενισχύσεων για όλες τις υπογραφείσες έως την 31η Μαρτίου 2005 συμβάσεις. Νομική βάση του νόμου αυτού είναι, συνεπώς, ο κανονισμός ΠΑΜ, του οποίου την εφαρμογή θα έπρεπε να είχε ζητήσει η Επιτροπή. Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι από της 31ης Μαρτίου 2005 η Επιτροπή δεν ήταν πλέον αρμόδια να αξιολογεί μέτρα για τη ναυπήγηση βάσει του κανονισμού ΠΑΜ, ακόμη και αν τα μέτρα αυτά αφορούσαν συμβάσεις υπογραφείσες προ της 31ής Μαρτίου 2005.
Τρίτος λόγος. Παράβαση των άρθρων 87, παράγραφοι 2 και 3, και 88, παράγραφος 3, ΕΚ. Παράβαση ουσιώδους τύπου με τη μορφή ελλείψεως αιτιολογίας (άρθρο 253 ΕΚ).
Η Επιτροπή υποστήριξε ότι δεν μπορεί να στηριχθεί σε καμία διάταξη της Συνθήκης ή άλλη διάταξη ότι η ενίσχυση την οποία προβλέπει ο νόμος περί προϋπολογισμού για το έτος 2008 είναι συμβατή προς την κοινή αγορά. Τούτο είναι εσφαλμένο διότι κρίσιμη ήταν η προστασία της ναυπηγικής βιομηχανίας της Κοινότητας έναντι του dumping από την Κορέα, οπότε θα μπορούσαν να εφαρμοστούν τα άρθρα 87, παράγραφος 3, στοιχείο β' (σημαντικά σχέδια κοινοτικού ενδιαφέροντος), ή το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ' (ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων), και εν πάση περιπτώσει η αρχή της αναλογικότητας: η χορήγηση ενισχύσεως σε ορισμένες μόνο συμβάσεις λόγω εξαντλήσεως της χρηματοδοτήσεως θα αποτελούσε στην πραγματικότητα δυσανάλογο μέτρο προστασίας των δημόσιων οικονομικών, καθώς θα συνεπαγόταν σοβαρή νόθευση του ανταγωνισμού μεταξύ των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων. Η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη κανέναν από τους ενδεχόμενους λόγους παρεκκλίσεως από την απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων. Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι η Ιταλία δεν είχε επικαλεστεί κανέναν λόγο που θα μπορούσε να δικαιολογήσει παρέκκλιση από την απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων, ιδίως από απόψεως άνισης μεταχειρίσεως και νοθεύσεως του ανταγωνισμού που θα μπορούσε να προκληθεί σε περίπτωση μη χορηγήσεως ενισχύσεως σε ορισμένες επιχειρήσεις και χορηγήσεώς της σε άλλες τελούσες στην ίδια κατάσταση. Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη αποφαινόμενο ότι η απόφαση της Επιτροπής ήταν επαρκώς αιτιολογημένη.
Τέταρτος λόγος. Παραβίαση των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως (απαγορεύσεως των διακρίσεων).
Πάντως, κατόπιν της εγκρίσεως από την Επιτροπή του καθεστώτος σύμφωνα με το π.δ. της 2.2.2004, δημιουργήθηκε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι θα εγκρινόταν και ο νόμος ο οποίος απλώς θα προέβλεπε επιπλέον χρηματοδότηση του ίδιου αυτού καθεστώτος. Τούτο επιβαλλόταν και από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, δεδομένου ότι λόγω της εξαντλήσεως της χρηματοδοτήσεως μόνο ορισμένοι οικονομικοί παράγοντες είχαν λάβει την ενίσχυση ενώ δεν την είχαν λάβει άλλοι οι οποίοι τελούσαν στην ίδια κατάσταση. Το Γενικό Δικαστήριο πεπλανημένως έκρινε ότι ήταν σαφές για την Ιταλία και τους λοιπούς ενδιαφερόμενους ότι η εγκριτική απόφαση του 2004 περιόριζε τις προς χορήγηση ενισχύσεις στο συνολικό ποσό των 10 εκατομμυρίων ευρώ. Αντιθέτως, διατηρούσε τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι όλοι οι δικαιούχοι θα μπορούσαν να λάβουν την ενίσχυση.
(1) EE L 83, σ. 1.
(2) EE L 140, σ. 1.
(3) EE L 172, σ. 1.
Full & Egal Universal Law Academy