13.8.2011
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 238/9
Αναίρεση που άσκησε στις 7 Ιουνίου 2011 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) στις 24 Μαρτίου 2011 στην υπόθεση T-382/06, Tomkins plc κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-286/11 P)
2011/C 238/14
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εκπρόσωποι: F. Castillo de la Torre, V. Botka, R. Sauer)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Tomkins plc
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,
—
να απορρίψει στο σύνολό της την ασκηθείσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή,
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα σε πρώτο βαθμό στο σύνολο των δικαστικών εξόδων της παρούσας και της πρωτοβάθμιας διαδικασίας.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Επιτροπή προβάλει τους ακόλουθους πέντε λόγους.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον ακύρωσε την απόφασή της όσον αφορά ένα μέρος της με αυτή καθορισθείσας διάρκειας της παραβάσεως βάσει στοιχείων τα οποία ουδέποτε επικαλέστηκε η Tomkins, αποφάνθηκε ultra petita. Η νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης δεν δέχεται εξαιρέσεις από τον κανόνα που καθορίστηκε με την απόφαση AssiDomän, στην υπόθεση C-310/97, λόγω του ότι δύο προσφεύγουσες ανήκουν στην ίδια επιχείρηση. Το Δικαστήριο διευκρίνισε προσφάτως, με την απόφαση ArcelorMittal Luxembourg (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-201/09 P και C-216/09 P), ότι διαδικασία κινηθείσα από ορισμένη οντότητα ενός ομίλου δεν επηρεάζει τη νομική κατάσταση των λοιπών οντοτήτων του ίδιου ομίλου.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον έκρινε ότι τα αιτήματα των προσφυγών της Pegler (θυγατρική στην υπόθεση T-386/06) και της Tomkins (μητρική εταιρία στην υπόθεση T-382/06) είχαν το «ίδιο αντικείμενο», υπέπεσε επίσης σε πλάνη περί το δίκαιο. Μολονότι η περίοδος την οποία αμφισβητεί η Tomkins είναι σαφώς βραχύτερη από αυτή την οποία αμφισβητεί, στο πλαίσιο διαφορετικής υποθέσεως, η Pegler, εντούτοις αμφότερες οι εταιρίες έτυχαν της ίδιας μειώσεως του προστίμου λόγω διάρκειας της παραβάσεως. Η Pegler, όμως, όχι μόνον αμφισβήτησε πολύ μεγαλύτερη περίοδο, αλλά και στήριξε την προσφυγή της σε διαφορετικές αιτιάσεις και μάλιστα αντίθετες προς αυτές που προέβαλε η Tomkins. Αμφισβητώντας την αρχική διάρκεια, η Pegler επεδίωκε να αμυνθεί και να ενοχοποιήσει την Tomkins, ενώ ο σκοπός της Tomkins περιοριζόταν μάλλον στην αμφισβήτηση των αποδεικτικών στοιχείων που αφορούσαν τις 38 πρώτες ημέρες (πράγμα που δεν θα είχε καν επίπτωση στη διάρκεια που ελήφθη υπόψη για τον υπολογισμό του προστίμου).
Επιπλέον, η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου στηρίζεται στην εσφαλμένη περί τα πραγματικά περιστατικά παραδοχή ότι η Tomkins υποστήριξε ότι «αν η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνονταν σε ότι αφορά την Pegler, θα έπρεπε επίσης να ακυρωθεί κατά το μέτρο που την αφορά» (σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Η Tomkins δεν υποστήριξε κάτι τέτοιο ούτε με την προσφυγή της ούτε με το υπόμνημα απαντήσεως (με το οποίο, εξάλλου, ο λόγος θα προβαλλόταν εκπροθέσμως). Πρόκειται επομένως για παρανόηση του λόγου που προέβαλε η νυν αναιρεσείουσα γεγονός που αρκεί καθεαυτό να δικαιολογήσει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι η Tomkins ανήκε σε επιχείρηση ως προς την οποία έγινε δεκτό ότι διέπραξε παράβαση. Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον δέχθηκε τη μειωμένη ευθύνη μιας οντότητας (της μητρικής εταιρίας Tomkins) εντός της «επιχειρήσεως Tomkins» με το αιτιολογικό ότι για ένα άλλο τμήμα της ίδιας επιχειρήσεως, ήτοι για τη θυγατρική Pegler, η διάρκεια συμμετοχής μειώθηκε. Η μειωμένη ευθύνη της Pegler, όμως, για την παράβαση στηριζόταν στο καθεστώς της Pegler ως «αφανούς εταιρίας» και όχι στο γεγονός ότι ο οικείος όμιλος δεν μετέσχε στην παράβαση. Κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι η συγκεκριμένη αυτή θυγατρική (Pegler) ενδέχεται να μην ήταν ο σωστός αποδέκτης εντός του ομίλου σε σχέση με ορισμένο διάστημα αφορά αποκλειστικώς την εν λόγω θυγατρική και δεν απαλλάσσει την «επιχείρηση» στο σύνολό της. Πολλώ δε μάλλον τούτο ισχύει καθόσον ούτε το Γενικό Δικαστήριο (ούτε η Tomkins) δεν αμφισβήτησε ότι η επιχείρηση επικεφαλής της οποίας ήταν η Tomkins μετέσχε στην παράβαση για ένα μεγάλο διάστημα της οικείας περιόδου.
Η Επιτροπή στηρίζει τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως στην έλλειψη αιτιολογίας και στις αντιφάσεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ο τέταρτος λόγος προβάλλεται επικουρικώς σε σχέση με τον πρώτο, καθόσον, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ultra petita, εντούτοις, η απόφαση πρέπει να αναιρεθεί διότι δεν αιτιολογεί σαφώς και επαρκώς τη μερική ακύρωση (ελλιπής αιτιολογία). Αναφέρονται δύο σημαντικά ζητήματα σε σχέση με τα οποία η απόφαση χαρακτηρίζεται από έλλειψη σαφήνειας.
—
Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο, περιγράφοντας την εξαίρεση που εκτιμά ότι πρέπει να δεχθεί από τη νομολογία AssiDomän, εκθέτει τις προϋποθέσεις για την απόκλιση αυτή κατά τρόπο ασαφή και αντιφατικό.
—
Η δεύτερη ασυνέπεια ή ασαφής πτυχή της αιτιολογίας του Γενικού Δικαστηρίου εντοπίζεται στο ότι με τη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται, σε σχέση με τον συντελεστή που εφαρμόστηκε στο πλαίσιο του αποτρεπτικού χαρακτήρα, ότι στην Επιτροπή απόκειται «σύμφωνα με το άρθρο 266 ΣΛΕΕ, να αντλήσει τις συνέπειες της πλάνης αυτής και της εις ολόκληρον ευθύνης για την καταβολή του προστίμου όσον αφορά την προσφεύγουσα». Εντούτοις, με τη σκέψη 59, το Γενικό Δικαστήριο, ασκώντας την πλήρη δικαιοδοσία του όσον αφορά τα πρόστιμα, καθορίζει το ποσό του επιβληθέντος στην Tomkins προστίμου. Το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επαναλαμβάνει το οριστικό ποσό του προστίμου χωρίς να ουδόλως να αναφέρεται στην ανάγκη τροποποιήσεως του εν λόγω ποσού εκ νέου. Ανεξαρτήτως της ακριβούς έννοιας της σκέψεως 57, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η ακύρωση του συντελεστή που εφαρμόστηκε στο πλαίσιο του αποτρεπτικού χαρακτήρα στην υπόθεση T-386/06, Pegler κατά Επιτροπής, δεν πρέπει να επηρεάσει τον συντελεστή που εφαρμόστηκε στην Tomkins.
Τέλος, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της «κατ’ αντιμωλία συζητήσεως» και το δικαίωμα ακροάσεως, καθόσον δεν έδωσε στην Επιτροπή τη δυνατότητα να διατυπώσει παρατηρήσεις όσον αφορά την πρόθεσή της να μειώσει το επιβληθέν στην Tomkins πρόστιμο με βάση τους λόγους που προέβαλε η Pegler στο πλαίσιο χωριστής υποθέσεως.
Full & Egal Universal Law Academy