24.9.2011
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 282/12
Αναίρεση που άσκησε στις 14 Ιουλίου 2011 η Power-One Italy SpA κατά της διατάξεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (έκτο τμήμα) στις 24 Μαΐου 2011 στην υπόθεση T-489/08, Power-One Italy SpA κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-372/11 P)
2011/C 282/23
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Power-One Italy SpA (εκπρόσωποι: A. Giussani και R. Giuffrida, δικηγόροι)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
Να ακυρώσει τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου (έκτο τμήμα) της 24ης Μαΐου 2011 στην υπόθεση T-489/08, προς τούτο δε:
—
Να αναγνωρίσει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρέβη το άρθρο 10, παρ. 2, του Κανονισμού 1655/2000 (1) και το άρθρο 14 των Παγίων Διοικητικών Διατάξεων (2), αλλά και παραβίασε τη γενική αρχή του δικαίου περί δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
—
Να αναγνωρίσει, καθ’ όσον το επιτρέπει το περιεχόμενο της δικογραφίας, την αιτιώδη συνάφεια που υφίσταται μεταξύ της συμπεριφοράς της Επιτροπής και των ζημιών που υπέστη και θα υποστεί η Power-One και συνεπώς να υποχρεώσει, κατά το άρθρο 268 ΣΛΕΕ (παλαιό άρθρο 235 ΕΚ), την Ένωση να αποκαταστήσει όλες τις ζημίες που υπέστη η Power-One Italy SpA, που αποτιμώνται σε 2 876 188,99 ευρώ, ήτοι τα έξοδα που πραγματοποίησε για το σχέδιο PNEUMA, όπως προκύπτει από τα συνημμένα στην αγωγή δικαιολογητικά που βρίσκονται άλλωστε στην κατοχή της Επιτροπής και έχουν περιληφθεί στη δικογραφία.
—
Να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται, πρώτον, προσβολή της γενικής αρχής του δικαίου περί δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολόγηση, καθώς και καταστρατήγηση διαδικασίας.
Στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η ενάγουσα θα μπορούσε να αντλήσει από την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής μεγαλύτερο όφελος απ’ ό,τι από τα αναζητούμενα ποσά. Το όφελος αυτό θα ισοδυναμούσε με την ανάκτηση ολόκληρης της οικονομικής ενίσχυσης την οποία προέβλεπε το επίδικο σχέδιο. Επισημαίνει δε το Γενικό Δικαστήριο ότι «η καταβολή του ποσού αυτού ως αποζημιώσεως συνδέεται στενά με την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως», αιτιολογώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την καταστρατήγηση διαδικασίας. Το Γενικό Δικαστήριο διαχωρίζει, έτσι, αυθαιρέτως, το υποβληθέν από την ενάγουσα αίτημα, το ενιαίον κατ’ ουσίαν των πράξεων που συναποτελούν την βλαπτική συμπεριφορά, καθώς και το βλαπτικό γεγονός, το οποίο αντιπροσωπεύουν τα επιπλέον πραγματοποιηθέντα έξοδα. Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο δεν αιτιολογεί προσηκόντως γιατί δέχεται την ένσταση της Επιτροπής.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι η προσβολή της γενικής αρχής του δικαίου περί δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και η εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων περί βάρους της αποδείξεως και περί προσκομίσεως των αποδείξεων, καθώς και η ανεπαρκής και αντιφατική αιτιολόγηση των ισχυρισμών περί της επιπλέον ζημίας.
Στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, στη σκέψη 55, αναφέρεται ότι «η αγωγή δεν εκθέτει τη φύση και το περιεχόμενο της επιπλέον ζημίας που υπέστη η ενάγουσα» και ότι «η αγωγή ουδόλως αιτιολογεί γιατί η ενάγουσα θεωρεί ότι η επιπλέον ζημία οφείλεται στην ανάκληση της χρηματοδοτήσεως του επιδίκου σχεδίου από την Επιτροπή». Πρέπει να επισημανθεί σχετικώς ότι η ζημία την οποία υπέστη η ενάγουσα εταιρία δεν μπορεί να εντοπισθεί in re ipsa, ενώ η επίδικη χρηματοδότηση έχει συγκεκριμένο λειτουργικό προορισμό, που περιγράφεται στο εφαρμοσθέν σχέδιο, η δε ανάκληση της αποφάσεως συνεπάγεται κατ’ ανάγκην επιβάρυνση με δαπάνες που, χωρίς την κοινοτική συνδρομή, η ενάγουσα εταιρία δεν θα είχε πραγματοποιήσει. Η παραπάνω επιχειρηματολογία, την οποία ήδη ανέπτυξε στις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου της Επιτροπής (στις οποίες παρατηρήσεις η ενάγουσα εταιρία συνήψε και τον ισολογισμό της), δεν εξετάστηκε από το εκδόν την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη Γενικό Δικαστήριο, το οποίο περιορίστηκε στο να διαπιστώσει την έλλειψη ισχυρισμών σχετικά με την επελθούσα ζημία.
Η αναιρεσείουσα καταγγέλλει, τέλος, παράβαση της γενικής αρχής του δικαίου περί δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων περί βάρους της αποδείξεως και περί προσκομίσεως των αποδείξεων, καθώς και την μη εκτίμηση κρισίμων για τη διαφορά πραγματικών περιστατικών σχετικών με την αιτιώδη συνάφεια.
Στη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, σχετικά με τους ισχυρισμούς περί αιτιώδους συναφείας, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η ενάγουσα εταιρία «δεν παρέχει κανένα στοιχείο για την επίπτωση που είχε η επίδικη συμπεριφορά στο γεγονός ότι η ενάγουσα επιβαρύνθηκε με δαπάνες του επιμάχου σχεδίου που υπερέβαιναν το μέγιστο ποσό που είχε αναλάβει να καλύψει η Επιτροπή». Κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, είναι προφανές ότι στην επίδικη περίπτωση το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε ανακρίβεια κατά τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών που προκύπτουν από την συσταθείσα δικογραφία. Στην ουσία, το Γενικό Δικαστήριο αλλοίωσε τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία αρνούμενο την ύπαρξη προδήλου αιτιώδους συναφείας μεταξύ της συμπεριφοράς της Επιτροπής και της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα εταιρία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπ’ όψη, κατά την αιτιολόγηση της αποφάσεώς του, περιστάσεις που είχαν ήδη επισημανθεί μέσω του εισαγωγικού της πρωτόδικης δίκης εγγράφου, καθώς και μέσω των κατατεθεισών ακολούθως παρατηρήσεων. Από τους ισχυρισμούς της ενάγουσας εταιρίας αναδεικνύεται, ειδικότερα, ο επικουρικός και μη ουσιώδης χαρακτήρας της αθετήσεως υποχρεώσεων που της καταλογίζεται, ότι δηλαδή είχε καθυστερήσει να περιλάβει στον φάκελο κάποια δικαιολογητικά, για ένα σχέδιο που είχε ολοσχερώς υλοποιηθεί.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 1655/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 2000, σχετικά με το χρηματοδοτικό μέσον για το περιβάλλον (LIFE) (ΕΕ L 192 της 28.7.2000, σ. 1).
(2) Πάγιες Διοικητικές Διατάξεις συνημμένες στο υπογραφέν Grant Agreement.
Full & Egal Universal Law Academy