22.10.2011
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 311/27
Αναίρεση που άσκησε στις 30 Αυγούστου 2011 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (έκτο πενταμελές τμήμα) στις 16 Ιουνίου 2011 στην υπόθεση T-196/06, Edison κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-446/11 P)
2011/C 311/45
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εκπρόσωποι: V. Di Bucci και V. Bottka)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Edison SpA
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να εξαφανίσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (έκτο πενταμελές τμήμα) της 16ης Ιουνίου 2011, η οποία κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 20 Ιουνίου 2011·
—
να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο προκειμένου να αποφανθεί εκ νέου επί της υποθέσεως·
—
να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας·
—
στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να προβεί στην εξέταση της υποθέσεως επί της ουσίας, να απορρίψει την σε πρώτο βαθμό υποβληθείσα προσφυγή και να καταδικάσει την Edison SpA στα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει τέσσερις λόγους.
i)
Το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 253 ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 81 ΕΚ, καθόσον προσδιόρισε εσφαλμένως τον σκοπό και την έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως όσον αφορά τον καταλογισμό της παραβάσεως του άρθρου 81 ΕΚ στην εταιρία που κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου της άμεσα μετέχουσας στην παράβαση εταιρίας, καταλογισμός ο οποίος στηρίζεται σε τεκμήριο το οποίο πρέπει να ανατραπεί επαρκώς. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το νομικό πλαίσιο και τους κανόνες που διέπουν την υπόθεση, ιδίως ως προς το βάρος αποδείξεως που φέρει η νυν αναιρεσείουσα. Εσφαλμένως επέβαλε στην Επιτροπή υποχρέωση να αιτιολογήσει «μη στερούμενα σημασίας» επιχειρήματα, χωρίς να απαιτήσει, ως όφειλε, τα επιχειρήματα αυτά να είναι πρόσφορα για να ανατρέψουν το τεκμήριο της ευθύνης της ελέγχουσας εταιρίας.
ii)
Επικουρικώς, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τα άρθρα 230 και 253 ΕΚ καθόσον διαπίστωσε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν ανεπαρκώς αιτιολογημένη. Αφενός, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παραλείποντας να εξετάσει ορισμένα συναφή αποσπάσματα. Αφετέρου, υπέπεσε σε σύγχυση όσον αφορά τα περί αιτιολογίας και τα περί ουσίας ζητήματα, μη λαμβάνοντας υπόψη την αιτιολογία που περιλήφθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, είτε αποφαινόμενο ότι η Επιτροπή παρέβη τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας είτε κρίνοντας ότι η αιτιολογία αυτή δεν ήταν πειστική.
iii)
Το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τα άρθρα 230 και 253 ΕΚ σε συνδυασμό με τις αρχές του δικαίου της Ένωσης όσον αφορά τα δικαιώματα άμυνας και την εκατέρωθεν ακρόαση ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης. Συγκεκριμένα, εσφαλμένως έκρινε ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να κάνει χρήση των επιχειρημάτων που δεν αναφέρονταν στην ανακοίνωση αιτιάσεων ή που δεν επαναλαμβάνονταν στην απόφαση προκειμένου να αντικρούσει τα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα για να ανατρέψει το τεκμήριο περί ευθύνης της ελέγχουσας εταιρίας. Το ίδιο ισχύει ειδικότερα, όταν, όπως εν προκειμένω, πρόκειται για έγγραφα που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα ή των οποίων είχε γνώση η προσφεύγουσα και δεν μπορούσε να αγνοήσει τον κίνδυνο ότι θα τα λάμβανε ενδεχομένως υπόψη η Επιτροπή ως αποδεικτικά στοιχεία εναντίον της ή όταν μπορούσε ευλόγως να συνάγει από τα επίμαχα έγγραφα τις διαπιστώσεις στις οποίες επρόκειτο να προβεί η Επιτροπή βάσει αυτών.
iv)
Το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 230 ΕΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 231 και 253 ΕΚ, κρίνοντας εσφαλμένως ότι όφειλε να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας καίτοι η υιοθετούμενη με αυτήν προσέγγιση αποδεικνυόταν ορθή επί της ουσίας.
Full & Egal Universal Law Academy