17.3.2012
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 80/5
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, την οποία υπέβαλε το Bundesgerichtshof (Γερμανία) στις 2 Νοεμβρίου 2011 — Bernhard Rintisch κατά Klaus Eder
(Υπόθεση C-553/11)
2012/C 80/06
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Αιτούν δικαστήριο
Bundesgerichtshof
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Ενάγων και αναιρεσείων: Bernhard Rintisch.
Εναγόμενος και αναιρεσίβλητος: Klaus Eder
Προδικαστικά ερωτήματα
1)
Έχει το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο α', της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ (1), την έννοια ότι η διάταξη αυτή είναι γενικώς και εξ ολοκλήρου αντίθετη στην εφαρμογή εθνικής διατάξεως δυνάμει της οποίας συνιστά χρήση ενός σήματος (σήμα 1) και η χρήση του σήματος αυτού (σήμα 1) υπό μορφή διαφορετική από αυτή με την οποία έχει καταχωρισθεί, όταν τα στοιχεία ως προς τα οποία διαφέρει δεν μεταβάλλουν τον διακριτικό χαρακτήρα του σήματος (σήμα 1), το δε σήμα έχει καταχωρισθεί και υπό την μορφή με την οποία χρησιμοποιείται (σήμα 2);
2)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Συμβιβάζεται η αναφερόμενη ανωτέρω εθνική διάταξη με την οδηγία 89/104/ΕΟΚ, εάν η εθνική διάταξη ερμηνευθεί περιοριστικά υπό την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται επί σήματος (σήμα 1) καταχωρισμένου μόνο για τον σκοπό της διασφαλίσεως ή της επεκτάσεως του πεδίου προστασίας άλλου καταχωρισμένου σήματος (σήμα 2), το οποίο έχει καταχωρισθεί υπό την μορφή με την οποία χρησιμοποιείται;
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα ή αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα:
α)
Δεν γίνεται χρήση καταχωρισμένου σήματος (σήμα 1) κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο α', της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ,
αα)
όταν ο δικαιούχος χρησιμοποιεί το σήμα υπό μορφή που διαφέρει από την καταχωρισμένη μορφή του σήματος (σήμα 1) και ενός άλλου σήματος (σήμα 2) του δικαιούχου μόνον μερικώς, χωρίς όμως η εν λόγω μερική διαφοροποίηση να μεταβάλλει τον διακριτικό χαρακτήρα των σημάτων αυτών (σήμα 1 και σήμα 2);
ββ)
όταν ο δικαιούχος χρησιμοποιεί δύο μορφές σήματος, εκ των οποίων καμία δεν αντιστοιχεί στο καταχωρισμένο σήμα (σήμα 1), μία όμως εξ αυτών (μορφή 1) αντιστοιχεί σε άλλο καταχωρισμένο σήμα (σήμα 2) του δικαιούχου, ενώ η ετέρα χρησιμοποιούμενη από τον δικαιούχο μορφή (μορφή 2) διαφέρει μερικώς από αμφότερα τα καταχωρισμένα σήματα (σήμα 1 και σήμα 2), χωρίς όμως η εν λόγω διαφοροποίηση να μεταβάλλει τον διακριτικό χαρακτήρα του σήματος, η δε μορφή αυτή (μορφή 2) προσομοιάζει περισσότερο με το έτερο σήμα (σήμα 2) του δικαιούχου;
β)
Δύναται το εθνικό δικαστήριο κράτους μέλους να εφαρμόσει εθνική διάταξη (στην παρούσα περίπτωση, το άρθρο 26, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, MarkenG) αντίθετη προς διάταξη οδηγίας (στην παρούσα περίπτωση, το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο α', της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ) σε περιπτώσεις στις οποίες τα πραγματικά περιστατικά είχαν ήδη συμβεί πριν από την έκδοση αποφάσεως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, από την οποία προκύπτουν για πρώτη φορά ενδείξεις για το ασυμβίβαστο της διατάξεως του κράτους μέλους με τη διάταξη της οδηγίας (στην παρούσα περίπτωση, την απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C-234/06, II Ponte Finanziaria κατά ΓΕΕΑ [BAINBRIDGE], Συλλογή 2007, σ. I-7333), αν το εθνικό δικαστήριο εκτιμά ότι η εμπιστοσύνη ενός εκ των μετεχόντων στην δίκη στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη νομική ισχύ της θέσεώς του υπερτερεί του συμφέροντος που επιτάσσει την εφαρμογή της διατάξεως της οδηγίας;
(1) Πρώτη οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ L 40, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy