ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 10ης Οκτωβρίου 2012 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – ΕΤΠΑ – Μείωση της χρηματοδοτικής συνδρομής – Επιχειρησιακό πρόγραμμα στο πλαίσιο του στόχου 1 (1994-1999), “Προσβάσεις και οδικοί άξονες” στην Ελλάδα – Ανάθεση εκ μέρους της Επιτροπής βοηθητικών καθηκόντων σε τρίτους – Επαγγελματικό απόρρητο – Συντελεστής δημοσιονομικής διορθώσεως – Διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής – Δικαστικός έλεγχος»
Στην υπόθεση C‑497/11 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 2011,
Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους Π. Μυλωνόπουλο και Κ. Μπόσκοβιτς, επικουρούμενους από τον Γ. Μιχαηλόπουλο, δικηγόρο,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η:
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την A. Steiblytė και τον Δ. Τριανταφύλλου με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.‑J. Kasel (εισηγητή), προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, M. Safjan και M. Berger, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón
γραμματέας: A. Calot Escobar
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13ης Ιουλίου 2011, T-81/09, Ελλάδα κατά Επιτροπής (στο εξής: αναιρεσιβαλλομένη απόφαση), με την οποία το δικαστήριο αυτό απέρριψε εν μέρει ως αβάσιμη την προσφυγή της με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως Ε(2008) 8573 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2008, για τη μείωση της χρηματοδοτικής συνδρομής του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), η οποία χορηγήθηκε στην Ελλάδα (στο εξής: επίμαχη απόφαση), στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος «Προσβάσεις και οδικοί άξονες», με την απόφαση της Επιτροπής Ε(94) 3579, της 16ης Δεκεμβρίου 1994, για την έγκριση χρηματοδοτικής συνδρομής από το ΕΤΠΑ.
Το νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους, καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 374, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2082/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 (ΕΕ L 193, σ. 20, στο εξής: κανονισμός 4253/88), ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη των ελέγχων που πραγματοποιούν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις και με την επιφύλαξη του άρθρου 206 της Συνθήκης και κάθε ελέγχου που διεξάγεται δυνάμει του άρθρου 209, στοιχείο γ΄, της Συνθήκης, μόνιμοι ή άλλοι υπάλληλοι της Επιτροπής μπορούν να ασκούν επιτόπιους ελέγχους, ιδίως με δειγματοληψία, των ενεργειών που χρηματοδοτούν τα διαρθρωτικά ταμεία και των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου.
Πριν τη διεξαγωγή επιτόπιου ελέγχου, η Επιτροπή ενημερώνει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ώστε να της παράσχει κάθε αναγκαία βοήθεια. Η χωρίς προειδοποίηση διενέργεια ενδεχόμενων επιτόπιων ελέγχων από την Επιτροπή διέπεται από συμφωνίες που συνάπτονται βάσει του δημοσιονομικού κανονισμού στα πλαίσια της εταιρικής σχέσης. Στον έλεγχο μπορούν να πάρουν μέρος μόνιμοι ή άλλοι υπάλληλοι του κράτους μέλους.
Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να πραγματοποιήσει επιτόπιο έλεγχο για να διαπιστώσει την κανονικότητα της αίτησης πληρωμής. Στους ελέγχους αυτούς μπορούν να συμμετέχουν μόνιμοι ή άλλοι υπάλληλοι της Επιτροπής. Η συμμετοχή τους είναι υποχρεωτική, εφόσον το ζητήσει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.
Η Επιτροπή μεριμνά ώστε οι έλεγχοι που διενεργεί να πραγματοποιούνται με συντονισμένο τρόπο, ώστε να αποφεύγεται η επανάληψη των ελέγχων για το ίδιο θέμα και κατά τη διάρκεια της ιδίας χρονικής περιόδου. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και η Επιτροπή κοινοποιούν αμοιβαία, χωρίς καθυστέρηση, όλες τις προσήκουσες πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα των διεξαχθέντων ελέγχων.»
3 Το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) 2064/97 της Επιτροπής, της 15ης Οκτωβρίου 1997, για τον καθορισμό των λεπτομερών διατάξεων του κανονισμού 4253/88 όσον αφορά τον δημοσιονομικό έλεγχο των δράσεων που συγχρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία ο οποίος διενεργείται από τα κράτη μέλη (ΕΕ L 290, σ. 1), ορίζει τα εξής:
«1. Τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου των κρατών μελών:
[...]
γ) παρέχουν επαρκή διαδρομή ελέγχου·
[...]
2. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, επαρκής διαδρομή ελέγχου είναι αυτή η οποία επιτρέπει:
α) τη συμφωνία των συνολικών ποσών που πιστοποιήθηκαν στην Επιτροπή με τις μεμονωμένες εγγραφές δαπανών και τα δικαιολογητικά έγγραφα στα διάφορα επίπεδα διαχείρισης και στους τελικούς δικαιούχους·
β) την επαλήθευση της χορήγησης και των μεταφορών των διαθεσίμων κοινοτικών και εθνικών κονδυλίων.
3. Στο παράρτημα Ι παρέχεται ενδεικτική περιγραφή των πληροφοριών που απαιτούνται για μία επαρκή διαδρομή ελέγχου.»
4 Το άρθρο 12 του κανονισμού 2064/97 έχει ως εξής:
«1. Τα υπεύθυνα για την υλοποίηση των συγχρηματοδοτούμενων από την Κοινότητα δράσεων πρόσωπα ή οργανισμοί φροντίζουν ώστε να παρέχονται στους αρμόδιους για τον έλεγχο υπαλλήλους ή στα εξουσιοδοτημένα προς τον σκοπό αυτό άτομα όλα τα έγγραφα και λογιστικά βιβλία που απαιτούνται για τη διεξαγωγή των ελέγχων.
2. Οι αρμόδιοι για τον έλεγχο υπάλληλοι ή τα εξουσιοδοτημένα προς τον σκοπό αυτό άτομα δύνανται να απαιτήσουν να τους παρασχεθούν αποσπάσματα ή αντίγραφα των εγγράφων ή των λογιστικών βιβλίων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.»
5 Το άρθρο 54 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 248, σ. 1), ορίζει τα εξής:
«1. Η Επιτροπή δεν μπορεί να αναθέτει σε τρίτους τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που διαθέτει δυνάμει των Συνθηκών, όταν οι αρμοδιότητες αυτές συνεπάγονται ευρύ περιθώριο εκτίμησης κατά την ερμηνεία των πολιτικών επιλογών. Τα μεταβιβαζόμενα εκτελεστικά καθήκοντα πρέπει να ορίζονται σαφώς, η δε άσκησή τους πρέπει να επιτηρείται πλήρως.
2. Εντός των ορίων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή μπορεί, όταν εκτελεί τον προϋπολογισμό με έμμεση κεντρική διαχείριση σύμφωνα με το άρθρο 53, παράγραφος 2, να αναθέτει καθήκοντα δημόσιας εξουσίας και ιδίως τα καθήκοντα εκτέλεσης του προϋπολογισμού:
[...]
γ) σε εθνικούς δημόσιους οργανισμούς ή σε οντότητες ιδιωτικού δικαίου επιφορτισμένες με δημόσια υπηρεσία που προσφέρουν επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις και τηρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις λεπτομέρειες εφαρμογής· στους οργανισμούς αυτούς μπορεί να ανατίθεται η άσκηση εκτελεστικών καθηκόντων μόνον:
i) εάν η βασική πράξη του οικείου προγράμματος ή της οικείας δράσης προβλέπει τη δυνατότητα ανάθεσης καθώς και τα κριτήρια επιλογής των συγκεκριμένων οντοτήτων και
ii) εάν η ανάθεση καθηκόντων εκτέλεσης του προϋπολογισμού ανταποκρίνεται στις ανάγκες της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης που απορρέουν από προηγούμενη ανάλυση και εξασφαλίζει την τήρηση της αρχής της μη διάκρισης καθώς και την προβολή της κοινοτικής δράσης. Τα εκτελεστικά καθήκοντα που ανατίθενται κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν μπορούν να έχουν ως συνέπεια σύγκρουση συμφερόντων.
3. Όταν τα εκτελεστικά καθήκοντα ασκούνται από τους οργανισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 2, οι εν λόγω οργανισμοί εξακριβώνουν τακτικά ότι οι ενέργειες που πρέπει να χρηματοδοτηθούν από τον προϋπολογισμό εκτελέσθηκαν ορθά.
Οι οργανισμοί αυτοί λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη των παρατυπιών και της απάτης και κινούν, εφόσον συντρέχει περίπτωση, διαδικασίες δίωξης προκειμένου να ανακτήσουν τα απολεσθέντα, αχρεωστήτως καταβληθέντα ή κακώς χρησιμοποιηθέντα κονδύλια.»
6 Το άρθρο 57 του κανονισμού 1605/02 έχει ως εξής:
«1. Η Επιτροπή δεν μπορεί να αναθέτει πράξεις εκτέλεσης για πόρους προερχόμενους από τον προϋπολογισμό, περιλαμβανομένης της πληρωμής και της είσπραξης, σε εξωτερικούς φορείς ή οργανισμούς ιδιωτικού δικαίου, με εξαίρεση αυτούς στους οποίους έχει ανατεθεί δημόσια υπηρεσία υπό την εγγύηση του κράτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄.
2. Ενόσω τούτο αποβαίνει απαραίτητο, καθήκοντα που είναι δυνατόν να ανατίθενται μέσω συμβάσεων σε εξωτερικούς φορείς ή οργανισμούς ιδιωτικού δικαίου είναι τα καθήκοντα τεχνικής πραγματογνωμοσύνης και τα διοικητικά, προπαρασκευαστικά ή δευτερεύοντα καθήκοντα που δεν εμπεριέχουν ούτε άσκηση δημόσιας εξουσίας ούτε άσκηση διακριτικής ευχέρειας εκτίμησης.»
7 Το άρθρο 22, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ L 199, σ. 54), ορίζει τα εξής:
«1. Στις κλειστές διαδικασίες και στις διαδικασίες με διαπραγμάτευση, οι αναθέτουσες αρχές επιλέγουν, βάσει των πληροφοριών σχετικά με την προσωπική κατάσταση του εργολήπτη καθώς και των πληροφοριών και των διατυπώσεων που είναι αναγκαίες για την εκτίμηση των ελάχιστων οικονομικών και τεχνικών προϋποθέσεων που πρέπει να πληροί, τους υποψηφίους που πρόκειται να κληθούν για να υποβάλουν προσφορά ή να διαπραγματευθούν μεταξύ εκείνων που διαθέτουν τα προσόντα που απαιτούνται βάσει των άρθρων 24 έως 29.
2. Όταν οι αναθέτουσες αρχές προσφεύγουν στην κλειστή διαδικασία για τη σύναψη μιας σύμβασης, μπορούν να προβλέπουν τα όρια μεταξύ των οποίων πρέπει να κυμαίνεται ο αριθμός των επιχειρήσεων τις οποίες σκοπεύουν να προσκαλέσουν. Στην περίπτωση αυτή, τα όρια αναφέρονται στην προκήρυξη. Τα όρια αυτά καθορίζονται σε συνάρτηση με τη φύση του προς εκτέλεση έργου. Το κατώτερο από τα όρια αυτά δεν πρέπει να είναι μικρότερο από πέντε, το δε μεγαλύτερο μπορεί να ορισθεί σε 20.
Εν πάση περιπτώσει, ο αριθμός των υποψηφίων που γίνονται δεκτοί για να υποβάλουν προσφορά πρέπει να επαρκεί για την εξασφάλιση συνθηκών πραγματικού ανταγωνισμού.»
Ιστορικό της διαφοράς
8 Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στις σκέψεις 6 έως 11 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως εξής:
«6 Με την απόφαση Ε(94) 3579, της 16ης Δεκεμβρίου 1994, τροποποιηθείσα με την απόφαση Ε(2000) 2040, της 8ης Αυγούστου 2000, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ενέκρινε, κατ’ εφαρμογήν των κανονισμών 2052/88 και 4253/88, χρηματοδοτική συνδρομή ύψους 1 572 887 000 ECU για το επιχειρησιακό πρόγραμμα “Προσβάσεις και οδικοί άξονες” στην Ελλάδα, για το διάστημα από το 1994 έως το 1999 (στο εξής: Πρόγραμμα). Η συνεισφορά της Κοινότητας καθορίστηκε σε 66,4 % της συνολικής επιλέξιμης δημόσιας δαπάνης του Προγράμματος.
7 Με έγγραφο της 21ης Νοεμβρίου 2002, η Ελληνική Δημοκρατία υπέβαλε την αίτηση πληρωμής του υπολοίπου, ήτοι ποσού 141 689 619,10 ευρώ. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού 2064/97, η δήλωση της ανεξάρτητης εθνικής υπηρεσίας που είναι επιφορτισμένη με τον δημοσιονομικό έλεγχο της υλοποιήσεως του Προγράμματος είχε επισυναφθεί στην εν λόγω αίτηση πληρωμής (στο εξής: δήλωση του 2002). Κατά τη δήλωση του 2002, το γενικό ποσοστό σφάλματος ανήλθε σε 5,2 % για τις δαπάνες του Προγράμματος. Εξάλλου, στην εν λόγω δήλωση επισημάνθηκε επίσης σοβαρή συστημική αδυναμία στη διαχείριση του έργου “Βόρειος οδικός άξονας Κρήτης”. Τον Αύγουστο του 2003, η Ελληνική Δημοκρατία υπέβαλε στην Επιτροπή τροποποιημένη δήλωση κατ’ άρθρο 8 του κανονισμού 2064/97 (στο εξής: δήλωση του 2003).
8 Τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2004, η Επιτροπή πραγματοποίησε αποστολή ελέγχου, προκειμένου να εξακριβώσει την αξιοπιστία της δηλώσεως του 2002.
9 Μεταξύ του Μαΐου του 2004 και του Σεπτεμβρίου του 2008, η Επιτροπή και η Ελληνική Δημοκρατία αντάλλαξαν πολυάριθμα έγγραφα αφορώντα ενδεχόμενες παρατυπίες κατά την εφαρμογή του Προγράμματος και τις συνέπειές τους για το τελικό ποσό της συνδρομής του ΕΤΠΑ. Κατά το διάστημα αυτό, η Επιτροπή διαβίβασε μεταξύ άλλων στην Ελληνική Δημοκρατία την έκθεση ελέγχου την οποία είχε καταρτίσει ως προς την αξιοπιστία της δηλώσεως του 2002 (στο εξής: έκθεση ελέγχου) και οργάνωσε ακρόαση με την Ελληνική Δημοκρατία.
10 Με την [επίμαχη απόφαση], η Επιτροπή μείωσε, σύμφωνα με το άρθρο 24 του κανονισμού 4253/88, κατά 30 104 470,47 ευρώ τη συνεισφορά του ΕΤΠΑ στο Πρόγραμμα. Συγκεκριμένα, κατά τη διοικητική διαδικασία, η Επιτροπή κατέβαλε στην Ελληνική Δημοκρατία συνολικό ποσό 89 997 573,72 ευρώ και δεσμεύθηκε να καταβάλει το επιπλέον ποσό των 21 587 575,28 ευρώ.
11 Κατ’ ουσίαν, η μείωση πραγματοποιήθηκε με την αιτιολογία ότι οι όροι της αναθέσεως τροποποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ότι πλείονα έργα παρέμειναν ανολοκλήρωτα και ότι τα περατωθέντα έργα δεν ήταν σύμφωνα με τις συμβάσεις που τα προέβλεπαν.»
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση
9 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] στις 24 Φεβρουαρίου 2009, η Ελληνική Δημοκρατία άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως. Προς στήριξη της προσφυγής του, το κράτος μέλος αυτό προέβαλε δέκα λόγους ακυρώσεως εκ των οποίων οι περισσότεροι επεδίωκαν να διαπιστωθεί ότι οι διορθώσεις που επέβαλε η Επιτροπή στερούνταν νομίμου βάσεως. Η Ελληνική Δημοκρατία υποστήριξε μεταξύ άλλων ότι οι υπηρεσίες της είχαν ήδη λάβει υπόψη, κατά τον καθορισμό των δαπανών που δηλώθηκαν, τις πλημμέλειες τις οποίες παρατήρησε η Επιτροπή. Επικαλέσθηκε επίσης διαδικαστικές πλημμέλειες, όπως έλλειψη αιτιολογίας, άσκηση δημόσιας εξουσίας από φορείς ιδιωτικού δικαίου και παράβαση της υποχρεώσεως τηρήσεως του επαγγελματικού απορρήτου.
10 Η Επιτροπή ζήτησε την απόρριψη της προσφυγής.
11 Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή της Ελληνικής Δημοκρατίας και ακύρωσε την επίμαχη απόφαση, κατά το μέτρο που προέβλεπε, αφενός, διόρθωση ύψους 506 303 ευρώ όσον αφορά το σχέδιο «Ισθμός-Γαλότα» και, αφετέρου, διόρθωση ύψους 684 343 ευρώ όσον αφορά το σχέδιο «Διασταύρωση Πολυμύλου (σύμβαση 928)». Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε κατά τα λοιπά την προσφυγή.
12 Ως προς τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία, ο οποίος αφορούσε παράβαση ουσιώδους τύπου, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 25 έως 35 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα ακόλουθα:
«25 Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται ότι ο κανονισμός 4253/88 δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη η οποία να εξουσιοδοτεί ρητώς την Επιτροπή να χρησιμοποιεί, κατά τη διάρκεια των ελέγχων της, ιδιωτικές εταιρίες ενεργούσες υπό την εποπτεία της. Ο κανονισμός 2064/97 όμως, τον οποίο εξέδωσε η Επιτροπή, προβλέπει τη δυνατότητα αυτή στο άρθρο 12. Εντούτοις, η διάταξη αυτή δεν αρκεί αυτή και μόνη για την απόρριψη της αιτιάσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, εκτός αν διευκρινίζει τις λεπτομέρειες ασκήσεως μιας εξουσίας την οποία η Επιτροπή ήδη διαθέτει δυνάμει ιεραρχικώς υπέρτερου κανόνα δικαίου.
26 Στο πλαίσιο αυτό, επιβάλλεται η επισήμανση ότι, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, όπως διατυπώνεται στα άρθρα 54 και 57 του κανονισμού […] 1605/2002 […], μολονότι η Επιτροπή δεν μπορεί να αναθέτει σε φορείς ή οργανισμούς ιδιωτικού δικαίου την άσκηση προνομιών δημόσιας εξουσίας, εκτός αν αυτό προβλέπεται νομοθετικώς, έχει την ευχέρεια να αναθέτει σε τέτοιους φορείς καθήκοντα βοηθητικής φύσεως, όπως καθήκοντα τεχνικής πραγματογνωμοσύνης ή διοικητικά καθήκοντα.
27 Συνεπώς, πρέπει εν προκειμένω να εξετασθεί αν η Επιτροπή, κάνοντας χρήση των υπηρεσιών της εταιρίας M., ανέθεσε στην τελευταία την άσκηση προνομιών δημόσιας εξουσίας. Συναφώς, επισημαίνεται ότι, στο πλαίσιο του λόγου αυτού, η Ελληνική Δημοκρατία δεν διευκρινίζει κατά πόσον οι υπηρεσίες τις οποίες παρέσχε η εταιρία M. ισοδυναμούν με την άσκηση προνομιών δημόσιας εξουσίας.
28 Αντιθέτως, η εξέταση των ρητρών της συμβάσεως που συνήφθη μεταξύ της Επιτροπής και της εταιρίας M. ενισχύει το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η εν λόγω εταιρία παρείχε μόνον υπηρεσίες τεχνικής αρωγής στους ελεγκτές της Επιτροπής, που ήταν οι μόνοι οι οποίοι αποφάσιζαν την ελεγκτέα ύλη, τη μέθοδο και τα πορίσματα του ελέγχου και οι οποίοι ανέλαβαν την πλήρη ευθύνη του εν λόγω ελέγχου, υπογράφοντας τις σχετικές εκθέσεις. Συγκεκριμένα, από την εν λόγω σύμβαση προκύπτει ότι οι υπηρεσίες ελέγχου που παρείχε η εταιρία M. εκτελούνταν και παρέχονταν υπό την εποπτεία της Επιτροπής και ότι η τελευταία δεν ανέθεσε με την επίμαχη σύμβαση στην εταιρία Μ. καμία εξουσία συνιστώσα άσκηση δημόσιας εξουσίας.
29 Επιπλέον, στην πρώτη και την τελευταία σελίδα της εκθέσεως ελέγχου αναγράφεται η Γενική Διεύθυνση και το όνομα των υπαλλήλων της Επιτροπής που ήταν υπεύθυνοι για την κατάρτιση της εκθέσεως ελέγχου. Στο σημείο 6 της εκθέσεως ελέγχου γίνεται μνεία της εταιρίας Μ. ως ενός από τους μετέχοντες στον έλεγχο.
30 Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ρόλος της εταιρίας M. στην έρευνα δεν ήταν η εκτέλεση καθηκόντων βοηθητικής φύσεως.
31 Όσον αφορά το επιχείρημα ότι η αρχή της εμπιστευτικότητας παραβιάστηκε όταν η Επιτροπή διαβίβασε τις πληροφορίες τις οποίες συνέλεξε στο πλαίσιο των ελέγχων στην εταιρία M., επιβάλλεται η επισήμανση ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει την ευχέρεια να αναθέτει διοικητικά και τεχνικά καθήκοντα σε φορείς ιδιωτικού δικαίου συνεπάγεται ότι πρέπει να έχει τη δυνατότητα να θέτει στη διάθεση των τελευταίων τα αναγκαία στοιχεία, περιλαμβανομένων αυτών που καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο, προκειμένου να είναι αυτοί σε θέση να εκπληρώσουν την αποστολή τους, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω ιδιωτικοί φορείς μεταχειρίζονται τα γνωστοποιηθέντα στοιχεία με την απαιτούμενη εμπιστευτικότητα.
32 Στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώνεται, αφενός, ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν διευκρίνισε ποια ήταν τα διαβιβασθέντα στην εταιρία M. στοιχεία τα οποία έβαιναν πέραν του αναγκαίου μέτρου για την εκτέλεση της αποστολής της και, αφετέρου, ότι η σύμβαση που συνήφθη μεταξύ της Επιτροπής και της εταιρίας M. επιβάλλει στην τελευταία την υποχρέωση να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίζει την εμπιστευτικότητα και να αποφεύγει κάθε κίνδυνο συγκρούσεως συμφερόντων.
33 Τέλος, όσον αφορά την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της διαφάνειας, λόγω του ότι η έκθεση ελέγχου δεν φέρει τις υπογραφές των συνεργατών της εταιρίας M., επισημαίνονται τα ακόλουθα. Δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εταιρία M. ήταν υπεύθυνη για τα συμπεράσματα που αντλήθηκαν στην έκθεση ελέγχου, δεν είναι δυνατό να κριθεί ότι η [επίμαχη] απόφαση είναι πλημμελής λόγω της ελλείψεως των υπογραφών των συνεργατών της εταιρίας M.
34 Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι αντίθετο προς το δικαίωμα της Ελληνικής Δημοκρατίας να γνωρίζει την ταυτότητα των προσώπων που πραγματοποίησαν την έρευνα, περιλαμβανομένων των συνεργατών της εταιρίας M. Ωστόσο η πληροφορία αυτή μπορεί να γνωστοποιηθεί υπό άλλες μορφές πλην των θέσεως υπογραφών επί της εκθέσεως ελέγχου.
35 Κατόπιν των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.»
13 Στο πλαίσιο της εξετάσεως του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορούσε παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 253 ΕΚ, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα ακόλουθα:
«Ως προς τη διόρθωση που αφορά το σχέδιο “Βόρειος οδικός άξονας Κρήτης”, επισημαίνεται ότι η [επίμαχη] απόφαση διαλαμβάνει σχετική αιτιολογία στην αιτιολογική σκέψη 17. Το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι με την αιτίαση της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν προβάλλεται στην πραγματικότητα έλλειψη αιτιολογίας, αλλά το γεγονός ότι η αιτιολογία την οποία παρέσχε η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 17 της [επίμαχης] αποφάσεως, δηλαδή η μνεία του ποσοστού σφάλματος 25 % η οποία γίνεται στη δήλωση του 2002, είναι εσφαλμένη. Εντούτοις, το γεγονός ότι η θέση την οποία έλαβε η Επιτροπή είναι εσφαλμένη δεν είναι δυνατό να θέσει υπό αμφισβήτηση τον επαρκή χαρακτήρα της αιτιολογίας της [επίμαχης] αποφάσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Απριλίου 1998, C-367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, Συλλογή 1998, σ. I-1719, σκέψεις 66 έως 72). Επομένως, στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, η αιτίαση που αφορά το σχέδιο “Βόρειος οδικός άξονας Κρήτης” είναι αλυσιτελής. Το βάσιμο της μειώσεως που αφορά το εν λόγω σχέδιο εξετάζεται κατωτέρω, στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως.»
14 Ως προς τον τρίτο λόγο ακυρώσεως τον οποίο προέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία, ο οποίος αφορούσε την εσφαλμένη κατά την προσφεύγουσα μείωση ύψους 11 946 583,53 ευρώ, ως προς το έργο «Βόρειος οδικός άξονας Κρήτης», το Γενικό Δικαστήριο ανέπτυξε τις ακόλουθες σκέψεις:
«54 Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται ότι δεν αμφισβητείται ότι η [επίμαχη] απόφαση αφορά τη μείωση της συνεισφοράς που χορήγησε το ΕΤΠΑ στην Ελληνική Δημοκρατία για την περίοδο από το 1994 έως το 1999.
55 Από τη δικογραφία προκύπτει επίσης ότι οι αδυναμίες τις οποίες διαπίστωσε η αρμόδια ελληνική αρχή κατά τον πρώτο έλεγχο τον Ιούνιο του 2002 αφορούσαν την εν λόγω περίοδο, ενώ ο δεύτερος έλεγχος, ο οποίος διενεργήθηκε τον Μάρτιο του 2003, αφορούσε τη μεταγενέστερη περίοδο, δηλαδή εκείνη η οποία άρχισε 2000 και η οποία διεπόταν από διαφορετικούς κανόνες από τους εφαρμοστέους μεταξύ του 1994 και του 1999.
56 Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθούν αποδεδειγμένα τα υποστηριζόμενα από την Ελληνική Δημοκρατία, ότι δηλαδή οι πλημμέλειες στις οποίες η Επιτροπή στήριξε τη δημοσιονομική διόρθωσή της όσον αφορά το σχέδιο “Βόρειος οδικός άξονας Κρήτης” διήρκεσαν για πολύ σύντομο διάστημα και διορθώθηκαν ταχέως. Συγκεκριμένα, η Ελληνική Δημοκρατία στηρίχθηκε σε μια έκθεση στην οποία δεν διαπιστώθηκε βελτίωση της διαχειρίσεως κατά την περίοδο 1994-1999, αλλά κατά τη διάρκεια μεταγενέστερης περιόδου. Ομοίως, το επιχείρημα ότι η Επιτροπή όφειλε να εφαρμόσει τις κατευθυντήριες γραμμές του 2001 και του 2002 είναι αβάσιμο, δεδομένου ότι από τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές προκύπτει ότι αφορούσαν περιόδους προγραμματισμού μεταγενέστερες του 1999.
57 Όσον αφορά την αιτίαση ότι η Επιτροπή εφάρμοσε τις εσωτερικές οδηγίες του 1997, χωρίς αυτές να έχουν γνωστοποιηθεί στην Ελληνική Δημοκρατία, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι εν λόγω οδηγίες επιδόθηκαν στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση στις 23 Οκτωβρίου 1997. Ως εκ τούτου, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί.
58 Η αιτίαση ότι η Επιτροπή, προκειμένου να επιβάλει τη διόρθωση που αφορούσε το σχέδιο “Βόρειος οδικός άξονας Κρήτης”, στηρίχθηκε αποκλειστικώς και μόνο στη δήλωση του 2002, χωρίς να διενεργήσει δική της έρευνα, πρέπει επίσης να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, από το γράμμα του άρθρου 23 του κανονισμού 4253/88 και από τη νομολογία προκύπτει ότι οι εθνικές αρχές και, ειδικότερα, η ανεξάρτητη υπηρεσία την οποία προβλέπει το άρθρο 8 του κανονισμού 2064/97, η οποία είναι επιφορτισμένη με τη δήλωση περί του νομοτύπου των δαπανών, είναι οι πλέον αρμόδιες αρχές ελέγχου και, κατ’ αρχήν, βάσει αυτών των πληροφοριών μπορεί να αποφασίσει να επέμβει η Επιτροπή (απόφαση του Πρωτοδικείου της 17ης Δεκεμβρίου 2008, T‑154/06, Ιταλία κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 41 και 42).
59 Ειδικότερα, όταν οι εθνικές αρχές προβαίνουν σε ενδελεχή έλεγχο της τηρήσεως των οικονομικών υποχρεώσεων του δικαιούχου κοινοτικής επιδοτήσεως, η Επιτροπή μπορεί νομίμως να στηριχθεί στις εμπεριστατωμένες πραγματικές διαπιστώσεις τους και να κρίνει βάσει αυτών αν μπορεί να αποδειχθεί η ύπαρξη πλημμελειών που δικαιολογούν την επιβολή κυρώσεως βάσει του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88 […]. Η Επιτροπή δεν μπορεί να υποχρεωθεί να προβεί σε νέα έρευνα, όπως δέχεται εξάλλου ρητώς η προσφεύγουσα. Πράγματι, η επανάληψη της έρευνας αυτής καθιστά άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας τη συνεργασία με τις εθνικές αρχές και αντιβαίνει στην αρχή της χρηστής διοικήσεως (απόφαση του Πρωτοδικείου της 26ης Σεπτεμβρίου 2002, T-199/99, Sgaravatti Mediterranea κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II-3731, σκέψη 45).
60 Ως εκ τούτου, εν προκειμένω, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν διενήργησε δική της έρευνα σχετική με το σχέδιο “Βόρειος οδικός άξονας Κρήτης”. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί την ύπαρξη των πλημμελειών που διαπιστώθηκαν ως προς το σχέδιο αυτό με τη δήλωση του 2002, στις οποίες αναφέρθηκε η Επιτροπή με την [επίμαχη] απόφαση. Αμφισβητεί όμως τη σπουδαιότητα που τους προσέδωσε η Επιτροπή. Κατ’ αυτήν, η διόρθωση του 25 % είναι δυσανάλογη σε σχέση με τις αδυναμίες που επισημάνθηκαν με τη δήλωση του 2002. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι οι ελληνικές αρχές είχαν ήδη επιβάλει διόρθωση κατόπιν των εν λόγω πλημμελειών και ότι, κατά συνέπεια, η επιβληθείσα από την Επιτροπή διόρθωση ήταν περιττή.
61 Το επιχείρημα ότι οι ελληνικές αρχές είχαν ήδη επιβάλει την αναγκαία διόρθωση δεν ευσταθεί. Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι στη δήλωση του 2002 γινόταν μνεία της υπάρξεως, αφενός, μη επιλέξιμων δαπανών ύψους 282 εκατομμυρίων ελληνικών δραχμών (GRD) και, αφετέρου, στο πλαίσιο των επιλέξιμων δαπανών, πολυάριθμων πλημμελειών που προκάλεσαν σοβαρές δυσχέρειες στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου.
62 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η διόρθωση την οποία επέβαλαν οι ελληνικές αρχές και την οποία γνωστοποίησαν στην Επιτροπή με τη δήλωση του 2003 απλώς διόρθωσε το σφάλμα που αφορούσε τις μη επιλέξιμες δαπάνες, διά της αφαιρέσεως του ποσού των 282 εκατομμυρίων GRD από τις επιλέξιμες δαπάνες. Αντιθέτως, δεν προκύπτει από τις δηλώσεις του 2002 και του 2003, όπως επιβεβαίωσε η Ελληνική Δημοκρατία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι οι ελληνικές αρχές είχαν προβεί σε διορθώσεις όσον αφορά τα επιλέξιμα ποσά, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι σχετικές πλημμέλειες.
63 Όσον αφορά το επιχείρημα περί της αρχής της αναλογικότητας, υπενθυμίζεται κατ’ αρχάς ο κανόνας κατά τον οποίο μόνον οι δαπάνες οι οποίες πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες καταλογίζονται στον προϋπολογισμό της Ένωσης (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, C-199/03, Ιρλανδία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I-8027, σκέψη 26). Κατά συνέπεια, αν η Επιτροπή διαπιστώσει την ύπαρξη παραβάσεως των κοινοτικών διατάξεων στις πληρωμές που διενεργεί κράτος μέλος, υποχρεούται να προβεί σε διόρθωση των λογαριασμών που υποβάλλει το κράτος μέλος αυτό (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Οκτωβρίου 1993, C‑55/91, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. I-4813, σκέψη 67).
64 Πάντως, όταν η Επιτροπή προβαίνει σε τέτοια διόρθωση, διαθέτει, δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, διακριτική ευχέρεια ως προς την έκταση της δημοσιονομικής διορθώσεως, την οποία πρέπει να ασκεί εντός των ορίων της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Μαρτίου 2010, C‑414/08 P, Sviluppo Italia Basilicata κατά Επιτροπής [Συλλογή 2010, σ. Ι-2559], σκέψη 129).
65 Εν προκειμένω, οι πλημμέλειες τις οποίες διαπίστωσαν οι ελληνικές αρχές με τη δήλωση του 2002 ουδόλως είναι αμελητέες. Αντιθέτως, αποτελούν σοβαρές παρατυπίες, ιδίως οι πλημμέλειες που αφορούν την έγκριση των Ανακεφαλαιωτικών Πινάκων Εργασιών, την έλλειψη διαδρομής ελέγχου και τη μη τήρηση των διαδικασιών δημοσιότητας. Οι αδυναμίες αυτές συνεπάγονται πρόδηλο κίνδυνο απωλείας πόρων της Ένωσης, δεδομένου ότι καθιστούν δυσχερή τον έλεγχο της ακριβούς αντιστοιχίας μεταξύ των δαπανών οι οποίες όντως πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο των επιλέξιμων σχεδίων και των σχετικών αιτήσεων κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής.
66 Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, κατά την ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία, η Ελληνική Δημοκρατία δεν προέβαλε κανένα στοιχείο το οποίο να αποδεικνύει ότι ήταν εσφαλμένη η διαπίστωση των αδυναμιών που εκτέθηκαν με τη δήλωση του 2002. Η απόπειρά της να ελαχιστοποιήσει τη σπουδαιότητα των εν λόγω αδυναμιών δεν είναι δυνατό να τελεσφορήσει, δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία αναφέρεται σε περιστάσεις που χαρακτηρίζουν περίοδο μεταγενέστερη αυτής την οποία αφορά η [επίμαχη] απόφαση.
67 Ως εκ τούτου, το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι δεν υπήρξε πρόβλημα κατά την εφαρμογή της κοινοτικής ή της εθνικής νομοθεσίας ως προς το σχέδιο “Βόρειος οδικός άξονας Κρήτης” δεν μπορεί να γίνει δεκτό, δεδομένου ότι αντιφάσκει προς τη διαπίστωση των ελληνικών αρχών που περιέχεται στη δήλωση του 2002, κατά την οποία “επισημαίνονται […] αδυναμίες ως προς την τήρηση της νομιμότητας-κανονικότητας και συγκεκριμένα ως προς την τήρηση των διαδικασιών δημοσιότητας, την αυθαίρετη επιβάρυνση των υποψηφίων αναδόχων με τα έξοδα παραγωγής των τευχών δημοπράτησης, την αδικαιολόγητη εφαρμογή μειωμένου ποσού (σε σχέση με τον προϋπολογισμό της μελέτης) στον μαθηματικό τύπο για την ανάδειξη μειοδότη”.
68 Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι το επιχείρημα ότι δεν υπήρξε αδυναμία η οποία να κατέληξε στη μη υλοποίηση του σχεδίου είναι αλυσιτελές, δεδομένου ότι από τη νομολογία προκύπτει ότι το γεγονός ότι ο δικαιούχος χρηματοδοτήσεως δεν τηρεί όλες τις υποχρεώσεις του δικαιολογεί, κατά κανόνα, την αναθεώρηση της κοινοτικής συνδρομής και ότι απλώς και μόνον το γεγονός ότι το σχέδιο έχει υλοποιηθεί δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την καταβολή της κοινοτικής συνδρομής (απόφαση του Πρωτοδικείου της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, T-349/06, T-371/06, T-14/07, T‑15/07 και T-332/07, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. II‑2181, σκέψη 77).
69 Κατόπιν των αδυναμιών που διαπιστώθηκαν με τη δήλωση του 2002 και λαμβανομένου υπόψη του ότι το άρθρο 24 του κανονισμού 4253/88 ουδόλως διακρίνει, ποσοτικώς ή ποιοτικώς, όσον αφορά τις πλημμέλειες που μπορούν να συνεπάγονται τη μείωση μιας συνδρομής, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι ο συντελεστής κατ’ αποκοπήν διορθώσεως τον οποίο εφάρμοσε η Επιτροπή, ήτοι 25 %, δεν είναι δυσανάλογος.
70 Τέλος, πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμο το επιχείρημα ότι πρέπει να εφαρμοσθεί συντελεστής διορθώσεως ποσοστού 25 % στο ποσό που δαπανήθηκε μετά την ημερομηνία συστάσεως της αρχής στους κόλπους της οποίας διαπιστώθηκαν τα προβλήματα διαχειρίσεως. Συγκεκριμένα, τίποτε δεν δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι οι αδυναμίες που διαπιστώθηκαν με τη δήλωση του 2002 ήταν λιγότερο σοβαρές την περίοδο που προηγήθηκε της συστάσεως της υπεύθυνης υπηρεσίας.
71 Κατόπιν των προεκτεθέντων, επιβάλλεται η απόρριψη του τρίτου λόγου ακυρώσεως στο σύνολό του.»
15 Ως προς τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορούσε την εσφαλμένη κατά την προσφεύγουσα μείωση ύψους 1 906 887 ευρώ, ως προς το έργο «Κακιά Σκάλα», το Γενικό Δικαστήριο έκρινε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
«92 Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι η απαίτηση περί της υπάρξεως διαδρομής ελέγχου σκοπεί στην παροχή προς τους τρίτους της δυνατότητας να ελέγχουν την αντιστοιχία μεταξύ των αρχικών δεδομένων ενός σχεδίου και του τελικού τους αποτελέσματος. Αυτός ο έλεγχος πρέπει κατ’ ανάγκη να λαμβάνει υπόψη τόσο ποσοτικά στοιχεία (αντιστοιχία μεταξύ των χορηγηθέντων κονδυλίων και των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν) όσο και ποιοτικά στοιχεία (αντιστοιχία μεταξύ των καθορισθέντων στόχων και των επιτευχθέντων αποτελεσμάτων).
93 Εν προκειμένω, η επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας επικεντρώνεται στον έλεγχο των ποιοτικών στοιχείων, τόσο κατά το μέτρο που αυτή προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι τα ελαττώματα που επισημάνθηκαν με την [επίμαχη] απόφαση δεν αποκλείουν κατ’ ανάγκη τον συσχετισμό “στο σύνολό τους δαπανών και πληρωμών για το συγκεκριμένο έργο”. Εντούτοις, δεν αμφισβητεί το υποστατό των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αιτιολογική σκέψη 21 της [επίμαχης] αποφάσεως και στα σημεία 8.5.1.7 και 8.5.1.8 της εκθέσεως ελέγχου. Μεταξύ των περιστατικών αυτών περιλαμβάνονται ιδίως πλείονες διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων χωρίς να έχουν καταρτισθεί μελέτες ή χωρίς πλήρεις μελέτες ή ακόμη χωρίς μελέτες προσηκόντως εγκριθείσες από την αρμόδια αρχή.
94 Είναι αυτονόητο ότι, ελλείψει προηγούμενων μελετών οι οποίες να εκθέτουν τους στόχους και τις τεχνικές προδιαγραφές ενός σχεδίου, είναι δύσκολο, ίσως και αδύνατο, να εξετασθεί κατά πόσον το τελικό σχέδιο αντιστοιχεί στις προηγουμένως καθορισθείσες προϋποθέσεις και λύσεις. Επιπλέον, η έλλειψη μελετών καθιστά επίσης δυσχερή τον εκ των υστέρων έλεγχο του αν η αναθέτουσα αρχή επέλεξε πράγματι την πλέον ανταγωνιστική προσφορά.
95 Κατόπιν των ανωτέρω, λαμβανομένου υπόψη του ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί την έλλειψη ικανοποιητικών μελετών, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή το ότι μείωσε τη χρηματοδοτική συνδρομή για το σχέδιο “Κακιά Σκάλα” με την αιτιολογία ότι το σχέδιο αυτό έπασχε από έλλειψη διαδρομής ελέγχου.»
16 Ως προς τον έκτο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορούσε την εσφαλμένη κατά την προσφεύγουσα μείωση ύψους 1 385 318 ευρώ, ως προς το έργο «Κόμβος Βαρυμπόμπης-Μπογιάτι και Αφίδνες-Κόμβος Μαρκόπουλου – Τμήμα 1», το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τα ακόλουθα:
«104 Το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία σχετική με τις δημόσιες συμβάσεις, η αναθέτουσα αρχή οφείλει να τηρεί την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων. Από τη νομολογία προκύπτει επίσης ότι η εν λόγω αρχή συνεπάγεται υποχρέωση διαφάνειας προκειμένου να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της τηρήσεώς της (απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Απριλίου 2004, C-496/99 P, Επιτροπή κατά CAS Succhi di Frutta, Συλλογή 2004, σ. I-3801, σκέψεις 108 έως 109).
105 Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των διαγωνιζομένων, η οποία έχει ως σκοπό να ευνοήσει την ανάπτυξη υγιούς και πραγματικού ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων που μετέχουν σε διαγωνισμό, επιβάλλει όπως όλοι οι διαγωνιζόμενοι έχουν ίσες ευκαιρίες όταν διατυπώνουν τους όρους των προσφορών τους και, επομένως, συνεπάγεται ότι ισχύουν οι ίδιες προϋποθέσεις για όλους τους διαγωνιζομένους. H αρχή της διαφάνειας, η οποία συνιστά αναγκαία απόρροια της προαναφερθείσας αρχής, έχει κατ’ ουσίαν ως σκοπό τον αποκλεισμό του κινδύνου ευνοιοκρατίας και αυθαιρεσίας εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής. Προϋποθέτει ότι όλοι οι όροι και οι λεπτομέρειες διεξαγωγής της διαδικασίας αναθέσεως πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια, ακρίβεια και χωρίς αμφισημία στην προκήρυξη του διαγωνισμού ή στη συγγραφή υποχρεώσεων, κατά τρόπο ώστε, αφενός, να παρέχουν σε όλους τους ευλόγως ενημερωμένους και έχοντες τη συνήθη επιμέλεια υποψηφίους τη δυνατότητα να κατανοούν το ακριβές περιεχόμενό τους και να τους ερμηνεύουν με τον ίδιο τρόπο και, αφετέρου, να καθιστούν δυνατό τον εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής αποτελεσματικό έλεγχο του αν οι προσφορές των διαγωνιζομένων ανταποκρίνονται στα κριτήρια που διέπουν την εν λόγω σύμβαση (απόφαση Επιτροπή κατά CAS Succhi di Frutta, προπαρατεθείσα στη σκέψη 104, σκέψεις 110 έως 111).
106 Συνεπώς, δεν επιτρέπεται στην αναθέτουσα αρχή να τροποποιεί, διαρκούσης της διαδικασίας του διαγωνισμού, τους όρους και τις λεπτομέρειες αναθέσεως της εκτελέσεως της συμβάσεως, εκτός αν η δυνατότητα αυτή έχει προβλεφθεί εξαρχής στην προκήρυξη του διαγωνισμού (βλ., υπό την έννοια αυτή, Επιτροπή κατά CAS Succhi di Frutta, προπαρατεθείσα στη σκέψη 104, σκέψεις 118 έως 121).
107 Εν προκειμένω, επιβάλλεται να κριθεί ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής οι οποίες εκτίθενται στην αιτιολογική σκέψη 22 της [επίμαχης] αποφάσεως ενισχύονται από τα στοιχεία της δικογραφίας. Συγκεκριμένα, με την υπουργική απόφαση της 2ας Αυγούστου 1988, τροποποιήθηκαν, διαρκούσης της διαδικασίας διαγωνισμού, ήτοι μετά τη φάση της προεπιλογής, οι όροι και οι λεπτομέρειες της αναθέσεως.
108 Μια από τις τροποποιήσεις αυτές επέτρεπε στις επιχειρήσεις που δεν είχαν προεπιλεγεί κατά την πρώτη φάση να μετάσχουν παρά ταύτα στη δεύτερη, ως μέλη κοινοπραξίας. Τούτο συνιστά παραβίαση των αρχών που εκτίθενται στις σκέψεις 104 έως 106 ανωτέρω. Συγκεκριμένα, η τροποποίηση αυτή συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, υπό την έννοια ότι ορισμένες επιχειρήσεις όντως απαλλάχθηκαν από τις επιβαρύνσεις και την προσπάθεια που θα απαιτούσε η υποβολή τους, δυνάμει του άρθρου 22, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37 […], στη φάση της προεπιλογής και του ελέγχου της τεχνικής και οικονομικής τους ικανότητας.
109 Η υπουργική απόφαση της 2ας Αυγούστου 1988 θέσπισε επίσης ένα νέο κανόνα, κατά τον οποίο κάθε επιχείρηση η οποία είχε περάσει τη φάση της προεπιλογής δεν μπορούσε να υποβάλει περισσότερες από δύο προσφορές για τα τέσσερα έργα των οποίων οι διαδικασίες αναθέσεως διεξάγονταν εκ παραλλήλου. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο κανόνας αυτός τροποποιεί αναμφισβήτητα τους όρους ανταγωνισμού σε σχέση με την κατάσταση που υφίστατο κατά τη δημοσίευση της αρχικής προκηρύξεως και, συνεπώς, συνιστά παραβίαση των αρχών που εκτίθενται στις σκέψεις 104 έως 106 ανωτέρω, δεδομένου ότι η τροποποίηση αυτή υποχρεώνει τους διαγωνιζομένους να περιορίσουν εκ των υστέρων τις επιδιώξεις τους σε δύο σχέδια, προς όφελος άλλων ανταγωνιστών.
110 Ομοίως, δεν αποκλείεται, αν η προϋπόθεση αυτή είχε προβλεφθεί στην αρχική προκήρυξη, η σύνθεση των υποψήφιων σχημάτων και το περιεχόμενο των προσφορών τους να ήταν διαφορετικά, κατά το μέτρο που είναι δυνατόν ορισμένες επιχειρήσεις, υπολογίζοντας την ενδεχόμενη αποδοτικότητα των προσφορών τους, να έλαβαν υπόψη τη δυνατότητα να τους ανατεθεί η εκτέλεση και των τεσσάρων έργων.
111 Τέλος, διαπιστώνεται ότι δεν είναι δυνατό να επικριθεί η Επιτροπή διότι προσήψε στις ελληνικές αρχές ότι δεν αντέδρασαν επαρκώς κατόπιν της διαπιστώσεως συμπράξεως αφορώσας δύο έργα των οποίων οι διαδικασίες αναθέσεως διεξάγονταν εκ παραλλήλου με αυτήν του έργου “Κόμβος Βαρυμπόμπης-Μπογιάτι και Αφίδνες-Κόμβος Μαρκόπουλου – Τμήμα 1”. Μολονότι οι διαδικασίες αναθέσεως των έργων που αποτελούσαν αντικείμενο συμπράξεως ακυρώθηκαν κατόπιν της αποκαλύψεως της εν λόγω συμπράξεως, δεν προκύπτει από τη δικογραφία ότι η αρμόδια αρχή έλαβε τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξακριβώσει τον ενδεχόμενο αντίκτυπο της συμπράξεως στο σχέδιο “Κόμβος Βαρυμπόμπης-Μπογιάτι και Αφίδνες-Κόμβος Μαρκόπουλου – Τμήμα 1”.
112 Τούτο όμως όφειλε να πράξει, δυνάμει της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως, δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις που τελούσαν σε σχέση ανταγωνισμού για τα δύο σχέδια που αποτελούσαν αντικείμενο συμπράξεως τελούσαν επίσης σε σχέση ανταγωνισμού στη διαδικασία για την ανάθεση του έργου “Κόμβος Βαρυμπόμπης-Μπογιάτι και Αφίδνες-Κόμβος Μαρκόπουλου – Τμήμα 1”, η οποία, ας υπομνησθεί, διεξαγόταν εκ παραλλήλου με αυτήν των δύο έργων που αποτελούσαν αντικείμενο συμπράξεως.
113 Κατόπιν όλων των ανωτέρω, ο έκτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.»
17 Ως προς τον δέκατο λόγο ακυρώσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, ο οποίος αφορούσε την εσφαλμένη κατά την προσφεύγουσα μείωση ύψους 10 139 020 ευρώ, ως προς τα έργα «Αερινό-M. Μοναστήρι», «Μ. Μοναστήρι-Αρχή παράκαμψης Λάρισας» και «Παράκαμψη Λάρισας», το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τα ακόλουθα:
«150 Όσον αφορά την προϋπόθεση κατά την οποία ένας ανάδοχος μπορούσε να αναλάβει την εκτέλεση ενός μόνον έργου από τα τρία των οποίων οι διαδικασίες αναθέσεως διεξάγονταν παραλλήλως, κατά το μέτρο που η προϋπόθεση αυτή δεν περιλαμβανόταν στην αρχική προκήρυξη του διαγωνισμού, αλλά επιβλήθηκε εκ των υστέρων, τροποποιεί αναμφισβήτητα τους όρους ανταγωνισμού σε σχέση με την κατάσταση που υφίστατο κατά την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αρχικής προκηρύξεως διαγωνισμού και, συνεπώς, συνιστά παραβίαση των αρχών που προεκτέθηκαν στις σκέψεις 104 έως 106. Συγκεκριμένα, η τροποποίηση αυτή υποχρέωσε τους διαγωνιζομένους να περιορίσουν εκ των υστέρων τις επιδιώξεις τους.
151 Ομοίως, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι, αν η προϋπόθεση αυτή είχε προβλεφθεί στην αρχική προκήρυξη, η σύνθεση των υποψήφιων σχημάτων και το περιεχόμενο των προσφορών τους θα ήταν διαφορετικά, κατά το μέτρο που είναι δυνατόν ορισμένες επιχειρήσεις, υπολογίζοντας την ενδεχόμενη αποδοτικότητα των προσφορών τους, να έλαβαν υπόψη τη δυνατότητα να τους ανατεθεί η εκτέλεση και των τριών έργων. Η αιτίαση αυτή πρέπει επομένως να απορριφθεί.
152 Τέλος, διαπιστώνεται ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί τα πράγματα, διαπιστώνοντας ότι στις εφαρμοστέες ρήτρες στα σχέδια “Αερινό-M. Μοναστήρι”, “Μ. Μοναστήρι-Αρχή παράκαμψης Λάρισας” και “Παράκαμψη Λάρισας” γινόταν μνεία του ότι ήταν επιθυμητή η χρήση ελληνικών γραφείων μελετών, κατά παράβαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Συγκεκριμένα, προκύπτει ότι ήταν “επιθυμητό” να χρησιμοποιηθούν οι υπηρεσίες ελληνικών γραφείων μελετών και ότι τούτο αποτελούσε κριτήριο το οποίο αξιολογούνταν και έπρεπε να αξιολογηθεί από τις αρμόδιες αρχές.
153 Κατά συνέπεια, ο τελευταίος αυτός λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.»
Τα αιτήματα των διαδίκων
18 Η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
– να δεχθεί την αίτηση αναιρέσεως και να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
– να δεχθεί την προσφυγή που ασκήθηκε στον πρώτο βαθμό και
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
19 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και
– να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
20 Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει πέντε λόγους.
21 Ο πρώτος λόγος αφορά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, του άρθρου 12 του κανονισμού 2064/97, καθώς και των άρθρων 54 και 57 του κανονισμού 1605/02.
22 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, αντιφατική αιτιολογία, καθώς και έλλειψη αιτιολογίας, όσον αφορά το σχέδιο με τον τίτλο «Βόρειος οδικός άξονας Κρήτης».
23 Ο τρίτος λόγος αφορά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 2 του κανονισμού 2064/97 ως προς το σχέδιο «Κακιά Σκάλα».
24 Ο τέταρτος λόγος αφορά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, καθώς και του άρθρου 22, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37, ως προς τα σχέδια «Κόμβος Βαρυμπόμπης-Μπογιάτι και Αφίδνες-Κόμβος Μαρκόπουλου – Τμήμα 1».
25 Με τον πέμπτο λόγο, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, καθώς και του άρθρου 22, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος ακροάσεως, καθώς και έλλειψη αιτιολογίας, ως προς τα σχέδια «Αερινό-M. Μοναστήρι», «Μ. Μοναστήρι-Αρχή παράκαμψης Λάρισας» και «Παράκαμψη Λάρισας».
26 Δυνάμει του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι εν όλω ή εν μέρει προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί κατά πάσα στάση της δίκης, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να την απορρίψει με αιτιολογημένη διάταξη χωρίς να κινήσει την προφορική διαδικασία.
27 Εν προκειμένω, το Δικαστήριο φρονεί ότι έχει επαρκώς διαφωτισθεί από τα στοιχεία της δικογραφίας και ότι είναι σε θέση να αποφανθεί, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου αυτού, με αιτιολογημένη διάταξη.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
28 Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, το άρθρο 12 του κανονισμού 2064/97 και τα άρθρα 54 και 57 του κανονισμού 1605/2002, κρίνοντας, στη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι έπρεπε να εξετασθεί αν η Επιτροπή, κάνοντας χρήση των υπηρεσιών της εταιρίας M., ανέθεσε στην τελευταία την άσκηση προνομίων δημόσιας εξουσίας, ενώ όφειλε να εξετάσει αν η άσκηση, από ιδιωτική εταιρία, εξουσιών ελέγχου που έχουν ανατεθεί στην Επιτροπή συνάδει προς τις διατάξεις αυτές.
29 Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, όπως προκύπτει από τις ρήτρες της συμβάσεως μεταξύ της Επιτροπής και της εταιρίας M., τα καθήκοντα των υπαλλήλων της εταιρίας αυτής αφορούσαν την ουσία καθώς και τα πορίσματα του ελέγχου, εκτείνονταν δε ως την επιβολή δημοσιονομικών διορθώσεων, πράγμα το οποίο προϋποθέτει, ως εκ της φύσεώς του, την άσκηση διακριτικής ευχέρειας στο πλαίσιο των απαιτούμενων αξιολογήσεων. Η άσκηση τέτοιων εξουσιών από ιδιωτικούς υπαλλήλους δεν συνάδει προς το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88 ούτε προς το άρθρο 12 του κανονισμού 2064/1997, στο μέτρο που η τελευταία αυτή διάταξη προβλέπει απλώς τη δυνατότητα χορηγήσεως εγγράφων σε πρόσωπα εξουσιοδοτημένα αποκλειστικώς για την εκπλήρωση καθηκόντων βοηθητικής φύσεως.
30 Επιπλέον, η απονομή εξουσιών όπως οι παρασχεθείσες στην εταιρία M., οι οποίες συνεπάγονται ευρύτατη διακριτική ευχέρεια εκτιμήσεως, αντιβαίνει στο άρθρο 57, παράγραφος 2, του κανονισμού 1605/2002, κατά το οποίο «[τ]α καθήκοντα που είναι δυνατόν να ανατίθενται μέσω συμβάσεων σε εξωτερικούς φορείς ή οργανισμούς ιδιωτικού δικαίου, εκτός αυτών στους οποίους έχει ανατεθεί δημόσια υπηρεσία υπό την εγγύηση του κράτους, είναι καθήκοντα τεχνικής πραγματογνωμοσύνης και διοικητικά, προπαρασκευαστικά ή δευτερεύοντα καθήκοντα που δεν εμπεριέχουν ούτε άσκηση δημόσιας εξουσίας ούτε άσκηση διακριτικής ευχέρειας εκτίμησης».
31 Η Επιτροπή εκτιμά ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως εγείρει σαφώς πραγματικό ζήτημα το οποίο εξετάστηκε πρωτοδίκως και ότι, συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατ’ αναίρεση. Επικουρικώς, η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι ιδιώτες ελεγκτές έπρεπε μόνο να την βοηθήσουν να εντοπίσει ποια ήταν τα κρίσιμα στοιχεία και έγγραφα προκειμένου οι υπάλληλοί της να είναι σε θέση να εκτιμήσουν αν οι εν λόγω δαπάνες ήταν επιλέξιμες ή όχι και να εγκρίνουν ή μη τη συγχρηματοδότησή τους. Ο τελικός χαρακτηρισμός των δαπανών ως επιλέξιμων ή μη και η επιβολή των αντιστοίχων διορθώσεων έγινε με την απόφαση της Επιτροπής.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
32 Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, επισημαίνεται ότι από την πρώτη περίοδο της σκέψεως 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή προσέφυγε, στο πλαίσιο των ελέγχων, στις υπηρεσίες μιας εταιρίας ενεργούσας υπό την εποπτεία της. Στο μέτρο που η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώθηκε από το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 30 της εν λόγω αποφάσεως, ότι δηλαδή η εταιρία M. εκτελούσε μόνον καθήκοντα βοηθητικής φύσεως, το Γενικό Δικαστήριο, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, έκρινε ότι η εταιρία M. δεν είχε ασκήσει εξουσίες ελέγχου ανατεθείσες στην Επιτροπή.
33 Συνεπώς, το πρώτο αυτό σκέλος, κατά το οποίο το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε το ζήτημα αν η εταιρία M. άσκησε εξουσίες ελέγχου ανατεθείσες στην Επιτροπή, απορρέει από εσφαλμένη κατανόηση των σκέψεων 25 έως 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμο.
34 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, διαπιστώνεται ότι, θεμελιώνοντας την επιχειρηματολογία που προέβαλε προς στήριξη του σκέλους αυτού στην προκείμενη ότι από τις ρήτρες της συμβάσεως μεταξύ της Επιτροπής και της εταιρίας M. προκύπτει ότι τα καθήκοντα που ανατέθηκαν στην τελευταία συνεπάγονταν «άσκηση ευρύτατης διακριτικής ευχέρειας εκτίμησης», ενώ το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προκείμενη αυτή, η Ελληνική Δημοκρατία θέτει υπό αμφισβήτηση την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο.
35 Συναφώς, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να διαπιστώνει τα πραγματικά περιστατικά ούτε, κατ’ αρχήν, να εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που δέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο σε σχέση με τα περιστατικά αυτά. Εφόσον η προσκόμιση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων ήταν νομότυπη και τηρήθηκαν οι γενικές αρχές του δικαίου και οι δικονομικοί κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή των αποδείξεων και το βάρος αποδείξεως, το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμά την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα στοιχεία που του έχουν υποβληθεί. Επομένως, η ως άνω εκτίμηση δεν αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο στον έλεγχο του Δικαστηρίου, εκτός αν συντρέχει παραμόρφωση του περιεχομένου των στοιχείων αυτών (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2011, C‑47/10 P, Αυστρία κατά Scheucher-Fleisch κ.λπ., που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 58).
36 Πρέπει, εξάλλου, να υπομνησθεί ότι η παραμόρφωση πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να απαιτείται να πραγματοποιηθεί νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Αυστρία κατά Scheucher-Fleisch κ.λπ., σκέψη 59).
37 Δεδομένου ότι, εν προκειμένω, η Ελληνική Δημοκρατία δεν αιτιάται το Γενικό Δικαστήριο για τέτοια παραμόρφωση, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτο.
38 Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει προδήλως αβάσιμος και εν μέρει προδήλως απαράδεκτος.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
39 Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, στη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, απέρριψε τον λόγο ακυρώσεως που αφορούσε την έλλειψη αιτιολογίας της δημοσιονομικής διορθώσεως ως προς το σχέδιο «BOAK» με το σκεπτικό ότι η επίμαχη απόφαση περιείχε αιτιολογία στην αιτιολογική σκέψη 17. Στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη 17 όμως δεν γίνεται αναφορά στο σχέδιο «BOAK» και μόνο στον πίνακα B του παραρτήματος της επίμαχης αποφάσεως γίνεται μνεία της διορθώσεως ως προς το σχέδιο αυτό. Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί ως προς το σημείο αυτό λόγω ελλείψεως αιτιολογίας.
40 Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας, στη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η μνεία ενός ποσοστού διορθώσεως χωρίς άλλη διευκρίνιση μπορεί να συνιστά επαρκή αιτιολογία. Εξάλλου, εξηγώντας, στη σκέψη 44 της εν λόγω αποφάσεως, την αιτιολογία που περιέχεται στις αιτιολογικές σκέψεις 21 έως 27 της επίμαχης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο αναγνωρίζει την έλλειψη αιτιολογήσεως της διορθώσεως που αντιστοιχεί στο σχέδιο «BOAK» και, ως εκ τούτου, αντιφάσκει προς την αιτιολογία που περιέχεται στη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
41 Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξέτασε επαρκώς αν η Επιτροπή, εφαρμόζοντας δημοσιονομική διόρθωση ποσοστού 25 %, υπερέβη τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας. Η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, και ιδίως η αιτιολογία που εκτίθεται στη σκέψη 69 της αποφάσεως αυτής, είναι ανεπαρκής συναφώς. Εξάλλου, η αναφορά, στις σκέψεις 64 και 69 της εν λόγω αποφάσεως, στην ευρύτατη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής, όταν προβαίνει σε δημοσιονομικές διορθώσεις δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, ενισχύει την ανάγκη επαρκούς αιτιολογήσεως των διορθώσεων αυτών προκειμένου να είναι δυνατός ο έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας. Συνεπώς, η Επιτροπή οφείλει να παραθέτει ειδική αιτιολογία οσάκις προβαίνει σε δημοσιονομική διόρθωση η οποία επιβάλλεται στο σύνολο των δαπανών του σχεδίου. Ο έλεγχός της όμως αφορούσε μέρος μόνον των δαπανών αυτών.
42 Με το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως τους κανόνες περί του βάρους αποδείξεως, απορρίπτοντας, στη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ως προδήλως αβάσιμο, παρά την αρχή της αναλογικότητας και την υποχρέωση αιτιολογήσεως, το επιχείρημα ότι πρέπει να εφαρμοσθεί συντελεστής διορθώσεως 25 % στο ποσό που δαπανήθηκε μετά την ημερομηνία συστάσεως της αρχής στους κόλπους της οποίας διαπιστώθηκαν προβλήματα διαχειρίσεως, με βάση μια εικασία της Επιτροπής.
43 Η Επιτροπή φρονεί ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί τόσο ως προς το σημείο που αφορά την αιτιολογία των σκέψεων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όσο και ως προς το σημείο που αφορά την ουσία, δηλαδή την αναλογικότητα της επιβληθείσας διορθώσεως.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
44 Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως επισημαίνεται αφενός ότι, όπως δέχεται η Ελληνική Δημοκρατία, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή αιτιολόγησε την επιλογή της με την αιτιολογική σκέψη 17 της επίμαχης αποφάσεως. Συνεπώς, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν αιτιολόγησε την απόρριψη του επιχειρήματος που προέβαλε πρωτοδίκως η Ελληνική Δημοκρατία, ότι δηλαδή η Επιτροπή δεν δικαιολόγησε τη δημοσιονομική διόρθωση που αφορούσε το σχέδιο «BOAK». Συνεπώς, αυτό το τμήμα του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμο.
45 Αφετέρου, επιβάλλεται να επισημανθεί ότι η επιχειρηματολογία που προβάλλεται κατά τα λοιπά προς στήριξη του σκέλους αυτού έχει ως σκοπό στην πραγματικότητα απλώς και μόνο να διαπιστωθεί ότι η αιτιολογία που περιέχεται στην αιτιολογική σκέψη 17 της επίμαχης αποφάσεως δεν είναι επαρκής και, συνεπώς, η επιχειρηματολογία αυτή συνιστά απλή επανάληψη της ήδη προβληθείσας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και, επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη.
46 Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, λόγος αναιρέσεως που περιορίζεται στην επανάληψη επιχειρημάτων ήδη προβληθέντων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου συνιστά στην πραγματικότητα αίτημα απλής επανεξετάσεως λόγου ακυρώσεως προβληθέντος ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, πράγμα που δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 9ης Ιουνίου 2011, C‑401/09 P, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά ΕΚΤ, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
47 Επιβάλλεται επίσης η διαπίστωση ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν διευκρίνισε για ποιο λόγο η αιτιολογία που εκτίθεται στη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αντιφάσκει προς την αιτιολογία που περιέχεται στη σκέψη 43 της ίδιας αποφάσεως, ενώ από τις σκέψεις αυτές προκύπτει σαφώς ότι το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε σε διαφορετικές αιτιολογικές σκέψεις της επίμαχης αποφάσεως και δεν διαπίστωσε την ύπαρξη σχέσεως μεταξύ τους. Συνεπώς, στο μέτρο που το Γενικό Δικαστήριο έκρινε αποκλειστικώς και μόνον ότι οι εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις περιείχαν επαρκή αιτιολογία για την επιβολή των αντιστοίχων δημοσιονομικών διορθώσεων, το επιχείρημα που προέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει επίσης να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμο.
48 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, αρκεί η διαπίστωση ότι, αντιθέτως προς όσα αφήνει να εννοηθούν η Ελληνική Δημοκρατία, η αιτιολογία την οποία εξέθεσε το Γενικό Δικαστήριο προκειμένου να απορρίψει το επιχείρημα περί της προβαλλομένης παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας δεν περιέχεται μόνο στη σκέψη 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αλλά στις σκέψεις 63 έως 69 της εν λόγω αποφάσεως. Συνεπώς, η εν λόγω σκέψη 69 συνιστά απλώς και μόνον το συμπέρασμα της συλλογιστικής την οποία, κατά τις αιτιάσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας, δεν ανέπτυξε το Γενικό Δικαστήριο.
49 Επομένως, το σκέλος αυτό απορρέει από εσφαλμένη κατανόηση των σκέψεων 63 έως 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτο.
50 Όσον αφορά το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, επισημαίνεται αφενός ότι, στη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο δεν αναφέρεται σε κάποια θέση την οποία έλαβε η Επιτροπή. Αφετέρου, στο μέτρο που η δήλωση του 2002 στην οποία αναφέρεται το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αφορούσε, όπως προκύπτει από τη σκέψη 55 της ίδιας αποφάσεως, το διάστημα από το 1994 έως το 1999, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι στην Ελληνική Δημοκρατία εναπέκειτο να αποδείξει ότι οι αδυναμίες που διαπιστώθηκαν με τη δήλωση αυτή δεν αφορούσαν την περίοδο που προηγήθηκε της ημερομηνίας στην οποία παραπέμπει το εν λόγω κράτος μέλος, δηλαδή της 1ης Ιανουαρίου 2001.
51 Δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραμόρφωσε το αποδεικτικό στοιχείο το οποίο συνιστά η δήλωση του 2002, το επιχείρημα που αφορά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων περί του βάρους αποδείξεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμο.
52 Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
53 Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως το άρθρο 2 του κανονισμού 2064/97. Συναφώς, η Ελληνική Δημοκρατία υπενθυμίζει ότι μια διαδρομή ελέγχου έπρεπε να καθιστά δυνατή τη διενέργεια ποσοτικού ελέγχου. Η επιχειρηματολογία της στον πρώτο βαθμό επικεντρώθηκε στον έλεγχο των ποσοτικών στοιχείων και όχι στον έλεγχο των ποιοτικών στοιχείων όπως διαπίστωσε εσφαλμένως το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ως εκ τούτου, η εν λόγω διαδρομή ελέγχου ήταν επαρκής, υπό την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού 2064/97.
54 Κατά την Επιτροπή, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται σε μια στενή γραμματική ερμηνεία της εννοίας της «διαδρομής ελέγχου», πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι ο έλεγχος ήταν ουσιαστικώς αδύνατος, ή εν πάση περιπτώσει ως αλυσιτελής. Συγκεκριμένα, ανεξαρτήτως της ερμηνείας της εννοίας αυτής, η διαχείριση του επιμάχου σχεδίου έβριθε παρατυπιών, λαθών και αδιαφανών πράξεων, που δικαιολογούσαν την επιβληθείσα δημοσιονομική διόρθωση και εκτέθηκαν στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
55 Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως το άρθρο 2 του κανονισμού 2064/97 και το περιεχόμενο του όρου «διαδρομή ελέγχου» κρίνοντας, στη σκέψη 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας στηριζόταν στον έλεγχο «ποιοτικών» στοιχείων, ενώ η επιχειρηματολογία αυτή στην πραγματικότητα στηριζόταν σε ποσοτικά στοιχεία.
56 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, μολονότι είναι αληθές ότι το Γενικό Δικαστήριο χρησιμοποίησε τον όρο «ποιοτικό» στην πρώτη περίοδο της σκέψεως 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο κείμενό της στην ελληνική γλώσσα, γεγονός παραμένει ότι παραθέτει, στην ίδια περίοδο τα στοιχεία που προέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της και τα οποία αποτελούν σαφώς «ποσοτικά» στοιχεία, υπό το πρίσμα του ορισμού που έλαβε υπόψη του το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 92 της εν λόγω αποφάσεως.
57 Εξάλλου, προκειμένου να απαντήσει στην επιχειρηματολογία αυτή, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στην ίδια σκέψη 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβήτησε το υποστατό των εκτεθέντων στην επίμαχη απόφαση πραγματικών περιστατικών και την έκθεση ελέγχου από την οποία προκύπτει ότι ορισμένες διαδικασίες συνάψεως συμβάσεως διεξήχθησαν χωρίς προηγουμένως να έχουν καταρτισθεί μελέτες, χωρίς πλήρεις μελέτες ή ακόμη χωρίς μελέτες προσηκόντως εγκριθείσες από την αρμόδια αρχή.
58 Συνεπώς, όπως προκύπτει από τη σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, λόγω αυτής της μη αμφισβητηθείσας ελλείψεως ικανοποιητικών μελετών και όχι λόγω εσφαλμένου χαρακτηρισμού των προβληθέντων από την Ελληνική Δημοκρατία στοιχείων, έκρινε το Γενικό Δικαστήριο ότι η δημοσιονομική διόρθωση την οποία αφορά το σημείο αυτό ήταν δικαιολογημένη λόγω ελλείψεως διαδρομής ελέγχου.
59 Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
60 Η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραγνώρισε την ιδιάζουσα λογική και οικονομία της κλειστής διαδικασίας, η οποία διεξάγεται σε δύο στάδια και στο πλαίσιο της οποίας η δημοσίευση εγγράφων αφορώντων τη διαδικασία διαγωνισμού προβλέπεται τόσο στο στάδιο της προεπιλογής όσο και στο στάδιο της αναθέσεως, και έκρινε ότι η έκδοση της υπουργικής αποφάσεως της 2ας Αυγούστου 1988 ήταν αντίθετη προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Αυτή η υπουργική απόφαση εκδόθηκε μετά το πρώτο στάδιο της προεπιλογής και πριν την έγκριση της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων και των λοιπών εγγράφων του δευτέρου σταδίου που αφορούσαν την πρόσκληση προς υποβολή προσφοράς που απευθύνθηκε στις προεπιλεγείσες επιχειρήσεις. Κατά συνέπεια, η εν λόγω απόφαση δεν δημιουργεί ζήτημα ευμενούς μεταχειρίσεως ορισμένων υποψηφίων, δεδομένου ότι οι ειδικοί όροι που προβλέπει όσον αφορά την εξέλιξη της διαδικασίας αναθέσεως γνωστοποιήθηκαν στις σαράντα επιχειρήσεις που κλήθηκαν να υποβάλουν προσφορά.
61 Το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένως την αρχή που απορρέει από την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά CAS Succhi di Frutta, κατά την οποία η αναθέτουσα αρχή μπορεί να τροποποιεί τους όρους του διαγωνισμού αν η δυνατότητα αυτή προβλέπεται στις σχετικές ισχύουσες διατάξεις. Συγκεκριμένα, εν προκειμένω, οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις προέβλεπαν ρητή εξουσιοδότηση για την τροποποίηση των όρων της προκηρύξεως.
62 Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο παραγνώρισε το άρθρο 22, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37, κατά την εκτίμηση, στις σκέψεις 109 και 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, του περιορισμού σύμφωνα με τον οποίο επεβλήθη στις σαράντα επιχειρήσεις να υποβάλουν προσφορά μόνο για δύο από τα τέσσερα οικεία έργα. Συγκεκριμένα, δεδομένου του μεγέθους των έργων αυτών και της ταυτόχρονης εκτελέσεώς τους, ο περιορισμός επεβλήθη για λόγους αναγόμενους στο εφικτό και το υλοποιήσιμο των εν λόγω έργων σύμφωνα με ορισμένο χρονοδιάγραμμα, λαμβανομένων υπόψη των πόρων κάθε εργοληπτικής εταιρίας. Το μέτρο αυτό υπήρξε απόρροια της όλης οικονομίας της προκηρύξεως διαγωνισμού, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών συνθηκών της εκτελέσεως των τεσσάρων έργων παραλλήλως, και απέβλεπε στη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος. Ως εκ τούτου, η θέσπιση του κανόνα αυτού με υπουργική απόφαση κατά τον χρόνο ολοκληρώσεως του σταδίου προεπιλογής δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των διαγωνιζομένων ούτε τους κανόνες ανταγωνισμού, διότι ήταν σύμφωνη προς την ιδιαιτερότητα της διαδικασίας διαγωνισμού και προς την οικονομία των οικείων σχεδίων έργων.
63 Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως κρίνοντας, στη σκέψη 108 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η δυνατότητα μιας επιχειρήσεως προεπιλεγείσας στο πλαίσιο της πρώτης φάσεως του διαγωνισμού να συστήσει κοινοπραξία με μη επιλεγείσα επιχείρηση αντιβαίνει στην αρχή αυτή. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει, ιδίως, από την απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2003, C-57/01, Μακεδονικό Μετρό και Μηχανική (Συλλογή 2003, σ. I-1091, σκέψεις 60 και 61), το δίκαιο της Ένωσης δεν περιέχει διάταξη που να απαγορεύει τη σύσταση κοινοπραξιών στο στάδιο αυτό ενός διαγωνισμού.
64 Η Επιτροπή φρονεί ότι η επιχειρηματολογία την οποία προβάλλει η Ελληνική Δημοκρατία προς στήριξη του τετάρτου λόγου αναιρέσεως δεν λαμβάνει υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου περί του εκ προοιμίου καθορισμού των όρων του διαγωνισμού ούτε το άρθρο 22, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37, που απαιτεί την αναγραφή των σχετικών περιορισμών στην προκήρυξη του διαγωνισμού. Συνεπώς, αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
65 Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, αρκεί η διαπίστωση ότι το ζήτημα σε ποιο σημείο της διαδικασίας εκδόθηκε η υπουργική απόφαση της 2ας Αυγούστου 1988 συνιστά εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών η οποία, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 35 της παρούσας διατάξεως, δεν συνιστά νομικό ζήτημα υποκείμενο ως τέτοιο στον έλεγχο του Δικαστηρίου.
66 Επομένως, το πρώτο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτο.
67 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, επισημαίνεται ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία υποστήριξε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι οι σχετικές εθνικές διατάξεις παρείχαν στην αναθέτουσα αρχή τη δυνατότητα να παρεκκλίνει από τους όρους της προκηρύξεως διαρκούσης της διαδικασίας ή να επιφέρει τροποποιήσεις σε σημαντικές λεπτομέρειες των όρων αυτών.
68 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, αν επιτρεπόταν στον διάδικο να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό που δεν προέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, τούτο θα σήμαινε ότι ο διάδικος αυτός θα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αναιρετική αρμοδιότητα είναι περιορισμένη, διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο από τη διαφορά που εκδίκασε το Γενικό Δικαστήριο. Όταν έχει ασκηθεί αναίρεση, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο της νομικής λύσεως που δόθηκε σε σχέση με τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν πρωτοδίκως (βλ., ιδίως, απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2010, C‑514/07 P, C-528/07 P και C-532/07 P, Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής, Συλλογή 2010, σ. I-8533, σκέψη 126 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
69 Συνεπώς, το σκέλος αυτό του τετάρτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτο.
70 Όσον αφορά το τρίτο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, επισημαίνεται ότι, στη σκέψη 60 της προαναφερθείσας αποφάσεως Μακεδονικό Μετρό και Μηχανική, το Δικαστήριο απλώς υπενθύμισε ότι το άρθρο 21 της οδηγίας 93/37 προβλέπει μόνον ότι οι κοινοπραξίες εργοληπτών επιτρέπεται να υποβάλλουν προσφορές, δηλαδή ότι μπορούν να ανταποκριθούν σε προκήρυξη διαγωνισμού υποβάλλοντας την προσφορά τους.
71 Δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η διαδικασία διαγωνισμού ήταν ήδη υπό εξέλιξη και ότι οι κοινοπραξίες, οι οποίες δεν είναι τίποτε άλλο παρά ενώσεις επιχειρήσεων, μπορούσαν να συσταθούν με τη συμμετοχή επιχειρήσεων που δεν είχαν επιλεγεί ή που δεν είχαν υποβάλει προσφορές κατά το πρώτο στάδιο της εν λόγω διαδικασίας, η επίμαχη εν προκειμένω κατάσταση διαφέρει θεμελιωδώς από αυτή που αποτέλεσε το αντικείμενο της κύριας δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση Μακεδονικό Μετρό και Μηχανική.
72 Συνεπώς, το σκέλος αυτό του τετάρτου λόγου αναιρέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη κατανόηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμο.
73 Όσον αφορά το τέταρτο σκέλος του λόγου αυτού, επισημαίνεται ότι μολονότι το άρθρο 22, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 επιτρέπει στην αναθέτουσα αρχή να προβλέπει τα όρια μεταξύ των οποίων μπορεί να κυμαίνεται ο αριθμός επιχειρήσεων τις οποίες η εν λόγω αρχή σκοπεύει να καλέσει να υποβάλουν προσφορά, η διάταξη αυτή προβλέπει ρητώς ότι τα εν λόγω όρια πρέπει να αναγράφονται στην ίδια την προκήρυξη διαγωνισμού.
74 Συνεπώς, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η Ελληνική Δημοκρατία, το άρθρο 22, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 δεν επιτρέπει σε μια αναθέτουσα αρχή να θεσπίζει, εκ των υστέρων, νέους όρους αναθέσεως.
75 Ως εκ τούτου, το τέταρτο σκέλος του τετάρτου λόγου ακυρώσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμο.
76 Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει προδήλως απαράδεκτος και εν μέρει προδήλως αβάσιμος.
Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
77 Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, αφενός, η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, στη σκέψη 150 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των διαγωνιζομένων και το άρθρο 22, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37. Συγκεκριμένα, από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Mischo στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση της 9ης Ιουλίου 1987, 27/86 έως 29/86, CEI και Bellini (Συλλογή 1987, σ. 3347), προκύπτει ότι το συνολικό ύψος δαπάνης των έργων που πρόκειται να εκτελεσθούν από μια επιχείρηση σε δεδομένο χρονικό σημείο αποτελεί ένα από τα στοιχεία που λαμβάνονται λογικώς υπόψη κατά την εκτίμηση της ικανότητάς της για την ανάληψη ενός επιπλέον έργου ορισμένου μεγέθους. Επομένως, είναι θεμιτό να θεωρούν οι αναθέτουσες αρχές ότι μια επιχείρηση ορισμένου οικονομικού και χρηματοδοτικού μεγέθους δεν μπορεί να αναλάβει ακινδύνως την εκτέλεση της πλειονότητας των οικείων έργων. Υπό τις συνθήκες αυτές, η μη επιλογή, στο πλαίσιο διαδικασίας διαγωνισμού, ενός υποψηφίου ο οποίος έχει προεπιλεγεί στο πλαίσιο παράλληλης διαδικασίας για ένα ή δύο επιπλέον έργα, τα οποία θα εκτελεστούν ταυτόχρονα, όχι μόνο δεν αντιβαίνει στο άρθρο 22, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37, αλλά και συνάδει προς την οικονομία του έργου και συντελεί έτσι στην προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος.
78 Αφετέρου, η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς, στη σκέψη 152 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την εκτίμηση ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν είχε παραθέσει στοιχεία από τα οποία να συνάγεται το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί τα πράγματα διαπιστώνοντας ότι στις εφαρμοστέες στα σχέδια «Αερινό-M. Μοναστήρι», «Μ. Μοναστήρι-Αρχή παράκαμψης Λάρισας» και «Παράκαμψη Λάρισας» ρήτρες γινόταν μνεία της επιθυμίας προσφυγής σε ελληνικά γραφεία μελετών, κατά παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
79 Κατά την Επιτροπή, ο λόγος αυτός είναι προδήλως αβάσιμος. Αφενός, εν προκειμένω, δεν τίθεται θέμα συνεκτιμήσεως της αναθέσεως ενός συναφούς έργου υπό το πρίσμα της γενικής ικανότητας των κοινοπραξιών να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, αλλά πρόκειται περί αυτομάτου αποκλεισμού από τους συναφείς διαγωνισμούς, απλώς και μόνο διότι οι αποκλειόμενες επιχειρήσεις είχαν επιλεγεί για κάποιο άλλο έργο. Επιπλέον, ο όρος αυτός δεν προβλεπόταν στην αρχική προκήρυξη, αλλά περιελήφθη εκ των υστέρων, με αποτέλεσμα την τροποποίηση των όρων του ανταγωνισμού κατά παραβίαση των αρχών της ισότητας και της διαφανείας. Εξάλλου, από τη σκέψη 151 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η πτυχή αυτή αποτέλεσε καθοριστικό στοιχείο της αιτιολογίας που εξέθεσε το Γενικό Δικαστήριο.
80 Αφετέρου, όσον αφορά τη διαπίστωση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 152 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία η εφαρμογή της προτιμήσεως για τη χρησιμοποίηση ελληνικών γραφείων μελετών αποτελούσε κριτήριο για την αξιολόγηση των προσφορών, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η διαπίστωση αυτή αποτελεί πραγματικό ζήτημα και ότι, συνεπώς, η αμφισβήτησή της είναι απαράδεκτη στο στάδιο της αναιρέσεως.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
81 Με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως το άρθρο 22, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37, κρίνοντας ότι η αναθέτουσα αρχή δεν είχε δικαίωμα να περιορίσει τον ανώτατο αριθμό παραλλήλων έργων που μπορούσαν να ανατεθούν σε ένα διαγωνιζόμενο.
82 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 150 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν έκρινε ότι η αναθέτουσα αρχή δεν είχε το δικαίωμα να προβλέψει έναν τέτοιο περιορισμό, αλλά ότι το χρονικό σημείο κατά το οποίο η αναθέτουσα αρχή προέβλεψε εν προκειμένω τον περιορισμό αυτό δεν ήταν κατάλληλο και συνεπαγόταν την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των διαγωνιζομένων καθώς και της αρχής της διαφανείας.
83 Συνεπώς, το σκέλος αυτό στηρίζεται σε εσφαλμένη κατανόηση των σκέψεων 150 και 151 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμο.
84 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, το οποίo αφορά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος ακροάσεως, καθώς και έλλειψη αιτιολογίας, διαπιστώνεται ότι το σκέλος αυτός ουδόλως ενισχύεται με επιχειρηματολογία.
85 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το επιχείρημα που αφορά την προβαλλόμενη προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος ακροάσεως είναι προδήλως αβάσιμο.
86 Επιπλέον, κρίνοντας, στη σκέψη 152 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, υπό το πρίσμα των αποδεικτικών στοιχείων που του προσκομίσθηκαν, δεν ήταν δυνατό να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί τα πράγματα διαπιστώνοντας ότι στις εφαρμοστέες στα σχέδια «Αερινό-M. Μοναστήρι», «Μ. Μοναστήρι-Αρχή παράκαμψης Λάρισας» και «Παράκαμψη Λάρισας»» ρήτρες γινόταν μνεία της επιθυμίας προσφυγής σε ελληνικά γραφεία μελετών, το Γενικό Δικαστήριο αιτιολόγησε ρητώς την απόφασή του να απορρίψει το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας. Συνεπώς, το τμήμα αυτό του δευτέρου σκέλους του πέμπτου λόγου αναιρέσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμο.
87 Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως προδήλως αβάσιμος.
88 Δεδομένου ότι κανένας από τους πέντε λόγους αναιρέσεως που προέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως δεν είναι δυνατό να ευδοκιμήσει, πρέπει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως εν μέρει προδήλως απαράδεκτη και εν μέρει προδήλως αβάσιμη.
Επί των δικαστικών εξόδων
89 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118 του ίδιου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα και η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy