ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έβδομο τμήμα)
της 14ης Μαρτίου 2014 ( *1 )
«Ανταγωνισμός — Διοικητική διαδικασία — Απόφαση περί αιτήσεως παροχής πληροφοριών — Απαραίτητος χαρακτήρας των ζητούμενων πληροφοριών — Αρχή της χρηστής διοικήσεως — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Αναλογικότητα»
Στην υπόθεση T‑297/11,
Buzzi Unicem SpA, με έδρα το Casale Monferrato (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους C. Osti και A. Prastaro, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης αρχικώς από τους B. Gencarelli, L. Malferrari και C. Hödlmayr, στη συνέχεια, από τους Malferrari και Hödlmayr, επικουρούμενους από τον M. Merola, δικηγόρο,
καθής,
με αίτημα να ακυρωθεί η απόφαση C(2011) 2356 τελικό της Επιτροπής, της 30ής Μαρτίου 2011, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου (υπόθεση 39520 — Τσιμέντο και συναφή προϊόντα),
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Dittrich, πρόεδρο, I. Wiszniewska-Białecka και M. Prek (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: J. Palacio González, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 26ης Απριλίου 2013,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Το ιστορικό της διαφοράς
1
Κατά τη διάρκεια του Οκτωβρίου 2008, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διενήργησε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 20 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101 ΣΛΕΕ] και [102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ L 1, σ. 1), πολλούς επιτόπιους ελέγχους στις εγκαταστάσεις εταιριών που δραστηριοποιούνται στον τομέα του τσιμέντου, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων της προσφεύγουσας, Buzzi Unicem SpA, και των εγκαταστάσεων της Dyckerhoff AG και της Cimalux SA, εταιριών υπαγόμενων στον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της προσφεύγουσας.
2
Στις 30 Σεπτεμβρίου 2009 η Επιτροπή απηύθυνε στην προσφεύγουσα αίτηση παροχής πληροφοριών που περιλάμβανε δύο ερωτηματολόγια. Το πρώτο ερωτηματολόγιο αφορούσε τα έγγραφα που κατασχέθηκαν στο πλαίσιο των επιτόπιων ελέγχων. Στο δεύτερο ερωτηματολόγιο που επισυνάφθηκε στην ως άνω αίτηση παροχής πληροφοριών, η Επιτροπή απηύθυνε στην προσφεύγουσα έναν αρχικό κατάλογο 57 ερωτήσεων (στο εξής: αρχικές ερωτήσεις). Στις 11 Ιανουαρίου 2010 απεστάλη στην προσφεύγουσα άλλη αίτηση παροχής πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003.
3
Στις 5 Νοεμβρίου 2010 η Επιτροπή ενημέρωσε την προσφεύγουσα για την πρόθεσή της να εκδώσει απόφαση περί αιτήσεως παροχής πληροφοριών με αποδέκτη την προσφεύγουσα δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 και της κοινοποίησε το σχέδιο ερωτηματολογίου το οποίο επρόκειτο να επισυνάψει στην απόφαση αυτή.
4
Στις 17 Νοεμβρίου 2010 η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί του ως άνω σχεδίου ερωτηματολογίου.
5
Στις 6 Δεκεμβρίου 2010 η Επιτροπή ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι αποφάσισε να κινήσει έναντί της καθώς και έναντι άλλων επτά εταιριών που δραστηριοποιούνται στον τομέα του τσιμέντου διαδικασία δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 6, του κανονισμού 1/2003, για εικαζόμενες παραβάσεις του άρθρου 101 ΣΛΕΕ που είχαν ως αντικείμενο «περιορισμούς των εμπορικών ανταλλαγών εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), συμπεριλαμβανομένου του περιορισμού των εισαγωγών προς τον ΕΟΧ από χώρες εκτός του ΕΟΧ, κατανομή αγορών, συντονισμό των τιμών και συναφείς πρακτικές αντίθετες στον ανταγωνισμό εντός της αγοράς τσιμέντου και εντός των αγορών συναφών προϊόντων» (στο εξής: απόφαση κινήσεως της διαδικασίας).
6
Στις 30 Μαρτίου 2011 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2011) 2356 τελικό, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 (υπόθεση 39520 — Τσιμέντο και συναφή προϊόντα) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
7
Στην προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή επισημαίνει ότι, κατά το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003, δύναται, προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της έχει αναθέσει ο εν λόγω κανονισμός, να ζητήσει, με απλή αίτηση ή βάσει αποφάσεως, από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να παράσχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες (αιτιολογική σκέψη 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Επιτροπή, αφού υπενθύμισε ότι ενημέρωσε την προσφεύγουσα για την πρόθεσή της να εκδώσει απόφαση δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 και ότι η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί του σχεδίου ερωτηματολογίου (αιτιολογικές σκέψεις 4 και 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως), ζήτησε, βάσει αποφάσεως, από την προσφεύγουσα, καθώς και από όσες θυγατρικές της βρίσκονταν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπάγονταν στον άμεσο ή έμμεσο έλεγχό της, να απαντήσουν στο ερωτηματολόγιο που περιλαμβανόταν στο παράρτημα I, το οποίο αριθμούσε 79 σελίδες, και που αποτελούνταν από ένδεκα ομάδες ερωτήσεων (αιτιολογική σκέψη 6 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
8
Η Επιτροπή υπενθύμισε επίσης την περιγραφή των εικαζόμενων παραβάσεων, περί των οποίων γίνεται λόγος στη σκέψη 5 ανωτέρω (αιτιολογική σκέψη 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
9
Η Επιτροπή, αναφερόμενη στη φύση και στον όγκο των πληροφοριών που ζήτησε καθώς και στη σοβαρότητα των εικαζόμενων παραβάσεων των κανόνων ανταγωνισμού, έκρινε ότι προσήκε να παρασχεθεί στην προσφεύγουσα προθεσμία απαντήσεως διάρκειας δώδεκα εβδομάδων για τις δέκα πρώτες ομάδες ερωτήσεων και διάρκειας δύο εβδομάδων για την ενδέκατη ομάδα ερωτήσεων που αφορούσε τις «Επαφές και συσκέψεις» (αιτιολογική σκέψη 8 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
10
Οι ουσιαστικές διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως εξής:
«Άρθρο 1
[Η προσφεύγουσα] και όσες θυγατρικές της βρίσκονται εντός της ΕΕ και υπάγονται στον άμεσο ή έμμεσο έλεγχό της θα παράσχουν τις πληροφορίες που μνημονεύονται στο παράρτημα I της παρούσας αποφάσεως, υπό τη μορφή που ζητείται στο παράρτημα II και στο παράρτημα III αυτής, εντός προθεσμίας δώδεκα εβδομάδων για τις ερωτήσεις 1-10 και δύο εβδομάδων για την ερώτηση 11, από της ημερομηνίας κοινοποιήσεως της παρούσας αποφάσεως. Τα παραρτήματα αποτελούν αμφότερα αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας αποφάσεως.
Άρθρο 2
[Η προσφεύγουσα] και όσες θυγατρικές της βρίσκονται εντός της ΕΕ και υπάγονται στον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της είναι αποδέκτες της παρούσας αποφάσεως […]».
Η διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων
11
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 10 Ιουνίου 2011, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή ζητώντας την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
12
Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 11 Ιουνίου 2011, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτημα εκδικάσεως της υποθέσεως με ταχεία διαδικασία, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 76α του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.
13
Με απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2011, το Γενικό Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) απέρριψε το εν λόγω αίτημα.
14
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
15
Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις προφορικές ερωτήσεις που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 26ης Απριλίου 2013.
16
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει, εν όλω ή εν μέρει, την προσβαλλόμενη απόφαση,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
17
Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή,
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
18
Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει πέντε λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι αφορούν, κατ’ ουσίαν, πρώτον, έλλειψη ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως καθώς και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, δεύτερον, υπέρβαση και κατάχρηση εξουσίας στο πλαίσιο της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως καθώς και αντιστροφή του βάρους αποδείξεως, τρίτον, παράβαση του άρθρου 18 του κανονισμού 1/2003, τέταρτον, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και, πέμπτον, μη τήρηση εκ μέρους της Επιτροπής των βέλτιστων πρακτικών που αυτή εφαρμόζει όσον αφορά την υποβολή οικονομικών στοιχείων καθώς και την παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά την έλλειψη ή την ανεπάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως καθώς και την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας
19
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει κατά κύριο λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας καθόσον δεν περιλαμβάνει καμία ένδειξη ως προς το αντικείμενο και τον σκοπό της αιτήσεως παροχής πληροφοριών και ότι η αιτιολογία δεν μπορεί να αντικατασταθεί εξ ολοκλήρου από την απλή παραπομπή σε άλλες πράξεις. Επικουρικώς, υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν μπορούσε να ληφθεί υπόψη το περιεχόμενο της αποφάσεως κινήσεως της διαδικασίας, η προσβαλλόμενη απόφαση θα εξακολουθούσε να έχει ανεπαρκή αιτιολογία, λαμβανομένης υπόψη της υπερβολικής γενικότητας του καθορισμού των εικαζόμενων παραβάσεων στην έρευνα των οποίων αποσκοπεί. Τα λοιπά στοιχεία του νομικού πλαισίου στα οποία αναφέρεται η Επιτροπή δεν καθιστούν δυνατή τη συμπλήρωση της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η ως άνω ανεπαρκής αιτιολογία δεν της παρέχει τη δυνατότητα να εκτιμήσει αν οι πληροφορίες που της ζητήθηκαν είναι απαραίτητες και, ως εκ τούτου, να ασκήσει τα δικαιώματά της άμυνας.
20
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει επαρκή κατά νόμο αιτιολογία.
21
Η υποχρέωση αιτιολογήσεως των ατομικών αποφάσεων έχει ως σκοπό να παράσχει στο μεν αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχό του επί της νομιμότητας της πράξεως, στον δε ενδιαφερόμενο ικανές ενδείξεις ως προς το αν η απόφαση είναι όντως βάσιμη ή αν βαρύνεται ενδεχομένως με ελάττωμα λόγω του οποίου θα μπορούσε να αμφισβητηθεί το κύρος της, με τη διευκρίνιση ότι το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αυτής εξαρτάται από τη φύση της επίμαχης πράξεως και από το πλαίσιο εντός του οποίου έχει εκδοθεί καθώς και από το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 1984, 185/83, Interfacultair Instituut Electronenmicroscopie der Rijksuniversiteit te Groningen, Συλλογή 1984, σ. 3623, σκέψη 38· αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 15ης Ιουνίου 2005, T-349/03, Corsica Ferries France κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-2197, σκέψεις 62 και 63, και της 12ης Ιουλίου 2007, T‑266/03, CB κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 35).
22
Κατ’ εφαρμογή πάγιας νομολογίας, το άρθρο 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 καθορίζει τα ουσιώδη στοιχεία της αιτιολογίας της αποφάσεως περί αιτήσεως παροχής πληροφοριών (βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 22ας Μαρτίου 2012, T‑458/09 και T‑171/10, Slovak Telekom κατά Επιτροπής, σκέψεις 76 και 77 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
23
Το άρθρο 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 ορίζει ότι η Επιτροπή «αναφέρ[ει] [τ]η νομική βάση και [τον] σκοπό της αίτησης, προσδιορίζ[ει] [τις] ζητούμενες πληροφορίες και τάσσε[ι] προθεσμία για την παροχή τους». Το άρθρο 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 διευκρινίζει επίσης ότι η Επιτροπή «μνημονεύ[ει τις] κυρώσεις […] που προβλέπει το άρθρο 23», «[μνημονεύει] ή [επιβάλλει τις] κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 24» και «αναφέρε[ι] περαιτέρω το δικαίωμα να ζητηθεί η εξέταση της απόφασης από το Δικαστήριο».
24
Η οριοθέτηση αυτή της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως εξηγείται από το γεγονός ότι οι αποφάσεις περί αιτήσεως παροχής πληροφοριών αποτελούν μέτρα διεξαγωγής έρευνας.
25
Ειδικότερα, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η ενώπιον της Επιτροπής διοικητική διαδικασία δυνάμει του κανονισμού 1/2003 διαιρείται σε δύο διαφορετικά και διαδοχικά στάδια εκ των οποίων το καθένα έχει τη δική του εσωτερική λογική, και ειδικότερα, αφενός, στο στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως και, αφετέρου, στο κατ’ αντιπαράθεση στάδιο. Το στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως, κατά το οποίο η Επιτροπή κάνει χρήση της προβλεπόμενης από τον κανονισμό 1/2003 εξουσίας έρευνας και το οποίο εκτείνεται έως την ανακοίνωση των αιτιάσεων, σκοπό έχει να παράσχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να συλλέξει όλα τα κρίσιμα στοιχεία για την εξακρίβωση ή μη της παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού και να λάβει μια πρώτη θέση για την κατεύθυνση και τη συνέχεια της διαδικασίας. Αντιθέτως, το κατ’ αντιπαράθεση στάδιο, το οποίο εκτείνεται από την ανακοίνωση των αιτιάσεων μέχρι την έκδοση της τελικής αποφάσεως, παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να λάβει οριστική θέση επί της προβαλλόμενης παραβάσεως (βλ., επ’ αυτού, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 8ης Ιουλίου 2008, T-99/04, AC-Treuhand κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. II-1501, σκέψη 47).
26
Αφενός, το στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως αρχίζει την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή, κατ’ ενάσκηση των εξουσιών που της παρέχουν τα άρθρα 18 και 20 του κανονισμού 1/2003, λαμβάνει μέτρα με τα οποία διατυπώνεται ουσιαστικά η αιτίαση ότι έχει διαπραχθεί παράβαση και τα οποία έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην κατάσταση των επιχειρήσεων κατά των οποίων στρέφονται οι υπόνοιες. Αφετέρου, μόλις κατά το στάδιο της κατ’ αντιπαράθεση διοικητικής διαδικασίας λαμβάνει η ενδιαφερόμενη επιχείρηση γνώση, μέσω της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, των ουσιωδών στοιχείων στα οποία έχει στηριχθεί η Επιτροπή στο στάδιο αυτό της διαδικασίας και αποκτά δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο προς εξασφάλιση της αποτελεσματικής ασκήσεως των δικαιωμάτων της άμυνας. Επομένως, μόνον κατόπιν της αποστολής της ανακοινώσεως των αιτιάσεων μπορεί η ενδιαφερόμενη επιχείρηση να ασκήσει πλήρως τα δικαιώματά της άμυνας. Πράγματι, αν η ισχύς των δικαιωμάτων αυτών εκτεινόταν στον χρόνο προ της αποστολής της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, θα θιγόταν η αποτελεσματικότητα της έρευνας της Επιτροπής, καθόσον η ενδιαφερόμενη επιχείρηση θα ήταν, ήδη κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως, σε θέση να προσδιορίσει ποιες πληροφορίες είναι γνωστές στην Επιτροπή και, συνεπώς, ποιες πληροφορίες μπορεί ακόμη να αποκρύψει από την Επιτροπή (βλ., επ’ αυτού, απόφαση AC-Treuhand κατά Επιτροπής, σκέψη 25 ανωτέρω, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
27
Εντούτοις, τα μέτρα διεξαγωγής έρευνας που λαμβάνει η Επιτροπή κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως, ιδίως τα μέτρα προς εξακρίβωση στοιχείων και οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών, ισοδυναμούν, ως εκ της φύσεώς τους, με τη διατύπωση αιτιάσεως περί παραβάσεως και ενδέχεται να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην κατάσταση των επιχειρήσεων κατά των οποίων στρέφονται οι υπόνοιες. Επομένως, πρέπει να αποφεύγεται η ανεπανόρθωτη προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας κατά το στάδιο αυτό της διοικητικής διαδικασίας, δεδομένου ότι τα λαμβανόμενα μέτρα διεξαγωγής έρευνας ενδέχεται να έχουν καθοριστική σημασία για την απόδειξη του παράνομου χαρακτήρα ενεργειών συγκεκριμένης επιχειρήσεως οι οποίες είναι ικανές να στοιχειοθετήσουν την ευθύνη της επιχειρήσεως αυτής (βλ., επ’ αυτού, απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 46/87 και 227/88, Hoechst κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 2859, σκέψη 15, και απόφαση AC-Treuhand κατά Επιτροπής, σκέψη 25 ανωτέρω, σκέψεις 50 και 51).
28
Στην αλληλουχία αυτή υπενθυμίζεται ότι η υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 στην Επιτροπή να μνημονεύει τη νομική βάση και τον σκοπό της αιτήσεως παροχής πληροφοριών αποτελεί θεμελιώδη απαίτηση προκειμένου να μπορεί να καταδεικνύεται ότι δικαιολογημένα ζητούνται ορισμένες πληροφορίες από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, αλλά επίσης για να παρέχεται σε αυτές η δυνατότητα να αντιληφθούν την έκταση του καθήκοντος συνεργασίας που υπέχουν, διατηρώντας συγχρόνως τα δικαιώματά τους άμυνας. Εξ αυτού προκύπτει ότι το μόνο που μπορεί να απαιτεί η Επιτροπή είναι η υποβολή πληροφοριών που παρέχουν σε αυτήν τη δυνατότητα να εξακριβώσει τις εικαζόμενες παραβάσεις οι οποίες δικαιολογούν τη διεξαγωγή της έρευνας και μνημονεύονται στην αίτηση παροχής πληροφοριών (βλ., επ’ αυτού και κατ’ αναλογία, αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 12ης Δεκεμβρίου 1991, T-39/90, SEP κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. II-1497, σκέψη 25, και της 8ης Μαρτίου 1995, T-34/93, Société Générale κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-545, σκέψη 40).
29
Όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας F.G. Jacobs στο σημείο 30 των προτάσεών του στην απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Μαΐου 1994, C-36/92 P, SEP κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-1911, I-1914), η υποχρέωση να μνημονεύεται ο σκοπός της αιτήσεως σημαίνει «προφανώς ότι [η Επιτροπή] οφείλει να εξειδικεύει την πιθανολογούμενη παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού», ότι «[η] αναγκαιότητα της πληροφορίας πρέπει να κριθεί σε σχέση με τον σκοπό που αναφέρεται στην αίτηση παροχής πληροφοριών» και ότι «[ο] σκοπός πρέπει να αναφέρεται με εύλογη ακρίβεια, διαφορετικά θα είναι αδύνατον να καθοριστεί αν η πληροφορία είναι απαραίτητη και το Δικαστήριο δεν θα μπορέσει να ασκήσει τον δικαστικό του έλεγχο».
30
Όπως επίσης προκύπτει από πάγια νομολογία, η Επιτροπή δεν υποχρεούται μεν να γνωστοποιεί στον αποδέκτη μιας τέτοιας αποφάσεως όλες τις πληροφορίες που διαθέτει σχετικά με τις εικαζόμενες παραβάσεις ούτε να προβαίνει σε ακριβή νομικό χαρακτηρισμό των παραβάσεων αυτών, οφείλει, όμως, να προσδιορίζει σαφώς τις εικαζόμενες παραβάσεις τις οποίες ερευνά (αποφάσεις Société Générale κατά Επιτροπής, σκέψη 28 ανωτέρω, σκέψεις 62 και 63, και Slovak Telekom κατά Επιτροπής, σκέψη 22 ανωτέρω, σκέψη 77).
31
Εντούτοις, δεν μπορεί να απαιτείται από την Επιτροπή, στο στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως, να επισημαίνει, πέραν των εικαζόμενων παραβάσεων τις οποίες ερευνά, τις ενδείξεις, δηλαδή τα στοιχεία που την έχουν οδηγήσει στην εξέταση του ενδεχομένου παραβάσεως του άρθρου 101 ΣΛΕΕ. Πράγματι, η υποχρέωση αυτή θα μπορούσε να κλονίσει την ισορροπία που έχει καθιερώσει η νομολογία μεταξύ, αφενός, της διαφυλάξεως της αποτελεσματικότητας της έρευνας και, αφετέρου, της προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας της εμπλεκόμενης επιχειρήσεως.
32
Εν προκειμένω, στην προσβαλλόμενη απόφαση επισημαίνεται σαφώς ότι αυτή έχει εκδοθεί βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 και ότι οι υπό εξέταση πρακτικές συνιστούν ενδεχομένως παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ. Οι αιτιολογικές σκέψεις 10 και 11 της αποφάσεως αυτής κάνουν ρητή μνεία των κυρώσεων και του δικαιώματος ασκήσεως προσφυγής περί των οποίων έχει γίνει λόγος στη σκέψη 23 ανωτέρω.
33
Επομένως, ο επαρκής χαρακτήρας της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι αποκλειστικώς συνάρτηση του ζητήματος αν οι εικαζόμενες παραβάσεις τις οποίες ερευνά η Επιτροπή έχουν προσδιοριστεί με επαρκή σαφήνεια.
34
Η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το ζήτημα αυτό περιέχεται στην αιτιολογική σκέψη 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία «[ο]ι εικαζόμενες παραβάσεις αφορούν περιορισμούς των εμπορικών ανταλλαγών εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), συμπεριλαμβανομένου του περιορισμού των εισαγωγών προς τον ΕΟΧ από χώρες εκτός του ΕΟΧ, κατανομή των αγορών, συντονισμό των τιμών και συναφείς πρακτικές αντίθετες στον ανταγωνισμό εντός της αγοράς τσιμέντου και εντός των αγορών συναφών προϊόντων».
35
Επιπλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση κάνει ρητή παραπομπή στη διαλαμβανόμενη στη σκέψη 5 ανωτέρω απόφαση κινήσεως της διαδικασίας, η οποία περιέχει πρόσθετες πληροφορίες όσον αφορά τη γεωγραφική εμβέλεια των εικαζόμενων παραβάσεων καθώς και το είδος των σχετικών προϊόντων.
36
Το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως έχει πολύ γενική διατύπωση η οποία θα έχρηζε περαιτέρω διευκρινίσεως και ότι, για αυτόν τον λόγο, είναι επιλήψιμη. Εντούτοις, μπορεί να γίνει δεκτό ότι η αναφορά σε περιορισμούς των εισαγωγών στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ), στην κατανομή των αγορών, καθώς και στον συντονισμό των τιμών και σε συναφείς πρακτικές αντίθετες προς τον ανταγωνισμό εντός της αγοράς τσιμέντου και εντός των αγορών συναφών προϊόντων, σε συνδυασμό με την απόφαση κινήσεως της διαδικασίας, αντιστοιχεί στο ελάχιστο απαιτούμενο όριο σαφήνειας που καθιστά δυνατή τη διαπίστωση της τηρήσεως των απαιτήσεων του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003.
37
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει επαρκή κατά νόμον αιτιολογία. Ως εκ τούτου, συνάγεται επίσης ότι η προσφεύγουσα ήταν σε θέση να εκτιμήσει ότι οι πληροφορίες που της ζητήθηκαν ήταν απαραίτητες.
38
Το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπεται από το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή δεν διευκρίνισε τη χρονική περίοδο την οποία κάλυπτε η έρευνά της. Πράγματι, η Επιτροπή δεν υποχρεούται, δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003, να παρέχει αιτιολογία ως προς το στοιχείο αυτό.
39
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά υπέρβαση και κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους της Επιτροπής καθώς και την αντιστροφή του βάρους αποδείξεως
40
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή ενήργησε καθ’ υπέρβαση και κατά κατάχρηση εξουσίας, καθόσον εξέδωσε απόφαση με αμιγώς διερευνητικό περιεχόμενο, ενώ ο σκοπός των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του άρθρου 18 του κανονισμού 1/2003 πρέπει να είναι η εξακρίβωση του υποστατού των ενδείξεων που βρίσκονται στην κατοχή της Επιτροπής. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν διευκρίνισε τον σκοπό της αιτήσεως παροχής πληροφοριών. Εξάλλου, η προσφεύγουσα φρονεί ότι οι τροποποιήσεις τις οποίες επέφερε η Επιτροπή στις διάφορες αιτήσεις παροχής πληροφοριών καταδεικνύουν ότι η δεύτερη δεν είχε στην κατοχή της ενδείξεις από τις οποίες να προκύπτει η ύπαρξη παραβιάσεως του δικαίου ανταγωνισμού κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ο διερευνητικός χαρακτήρας της προσβαλλομένης αποφάσεως συνάγεται επίσης από το υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής. Ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή αντέστρεψε επίσης το βάρος αποδείξεως, καθόσον επέβαλε στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις την υποχρέωση να της παράσχουν αποδεικτικά στοιχεία που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν κατ’ αυτών. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, εναπόκειτο, εφόσον συνέτρεχε ανάγκη, στην Επιτροπή να διενεργήσει έρευνα στον σχετικό κλάδο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 17 του κανονισμού 1/2003.
41
Κατά πρώτο λόγο, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι, στον βαθμό που με τον εξεταζόμενο λόγο ακυρώσεως η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν διευκρίνισε τον σκοπό της αιτήσεως παροχής πληροφοριών, ο λόγος αυτός ταυτίζεται με την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά την έλλειψη αιτιολογίας, και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 21 έως 37 ανωτέρω.
42
Κατά δεύτερο λόγο, παρατηρείται ότι με τον εξεταζόμενο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται επίσης, κατ’ ουσίαν, η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει αυθαίρετο χαρακτήρα, για τον λόγο ότι η Επιτροπή δεν είχε στην κατοχή της ενδείξεις από τις οποίες να προκύπτει η ύπαρξη παραβιάσεως του δικαίου ανταγωνισμού πριν την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως.
43
Ασφαλώς, είναι ακριβές ότι η ανάγκη προστασίας από παρεμβάσεις της δημόσιας αρχής στη σφαίρα της ιδιωτικής δραστηριότητας ενός προσώπου, φυσικού ή νομικού, που είναι αυθαίρετες ή δυσανάλογα επαχθείς συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης (απόφαση Slovak Telekom κατά Επιτροπής, σκέψη 22 ανωτέρω, σκέψη 81).
44
Ομοίως, υπογραμμίζεται ότι, για την τήρηση της προμνησθείσας γενικής αρχής, η απόφαση περί αιτήσεως παροχής πληροφοριών πρέπει να αποσκοπεί στη συλλογή των στοιχείων τεκμηριώσεως που είναι απαραίτητα για την εξακρίβωση του υποστατού και της εκτάσεως ορισμένης πραγματικής και νομικής καταστάσεως, για την οποία η Επιτροπή διαθέτει ήδη πληροφορίες που αποτελούν αρκούντως σοβαρές ενδείξεις που να προκαλούν υπόνοιες ότι η οικεία επιχείρηση παρέβη τους κανόνες ανταγωνισμού (βλ., επ’ αυτού και κατ’ αναλογία, απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Οκτωβρίου 2002, C-94/00, Roquette Frères, Συλλογή 2002, σ. I-9011, σκέψεις 54 και 55).
45
Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα περιορίζεται στην προβολή ορισμένων γενικών αιτιάσεων όσον αφορά τη συμπεριφορά της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Επομένως, υπό τις συνθήκες της κρινόμενης υποθέσεως, ελλείψει ρητού και αιτιολογημένου αιτήματος εκ μέρους της προσφεύγουσας, το Γενικό Δικαστήριο δεν υποχρεούται να ελέγξει αυτεπαγγέλτως αν η Επιτροπή διέθετε αρκούντως σοβαρές ενδείξεις που να δικαιολογούν την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ., επ’ αυτού, απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Μαρτίου 2013, C‑276/11 P, Viega κατά Επιτροπής, σκέψεις 41 έως 43).
46
Κατά τρίτο λόγο και κατά συνέπεια, η αιτίαση ότι η Επιτροπή ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας, καθόσον εξέδωσε απόφαση βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 αντί να διενεργήσει έρευνα στον οικείο κλάδο, πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν αποδεικνύει ότι η Επιτροπή έκανε χρήση των εξουσιών που αντλεί από τη διάταξη αυτή για σκοπό άλλο από τον προβλεπόμενο.
47
Εξάλλου, χρήσιμο είναι να υπογραμμιστεί ότι η διενέργεια έρευνας στον οικείο κλάδο δυνάμει του άρθρου 17 του κανονισμού 1/2003 δεν έχει κατ’ ανάγκη λιγότερο δεσμευτικό χαρακτήρα για την προσφεύγουσα από μια απόφαση περί αιτήσεως παροχής πληροφοριών εκδιδόμενη δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003. Πράγματι, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1/2003, η Επιτροπή, κατόπιν της εκδόσεως αποφάσεως βάσει του άρθρου 17 του κανονισμού 1/2003, έχει την εξουσία να επιβάλλει πρόστιμο σε περίπτωση παροχής ανακριβούς, ελλιπούς ή παραπλανητικής πληροφορίας ή αν η προσφεύγουσα δεν παρέχει ορισμένη πληροφορία εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Το ίδιο ισχύει και για τη δυνατότητα επιβολής χρηματικών ποινών, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 24, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του ίδιου κανονισμού. Επομένως, η Επιτροπή, στο πλαίσιο των διαδικασιών τόσο του άρθρου 17 όσο και του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003, διαθέτει πανομοιότυπα μέσα καταναγκασμού.
48
Κατά τέταρτο λόγο, η αιτίαση ότι η Επιτροπή υποχρέωσε την προσφεύγουσα να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία προοριζόμενα να χρησιμοποιηθούν κατ’ αυτής και ότι, ως εκ τούτου, αντέστρεψε το βάρος αποδείξεως επιρρίπτοντάς το στην προσφεύγουσα θα εξεταστεί από κοινού, λόγω ταυτίσεως, με την επιχειρηματολογία που προβάλλει η προσφεύγουσα στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως όσον αφορά τη φύση των πληροφοριών που ζητήθηκαν.
49
Υπό την επιφύλαξη αυτή, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως και επί του πρώτου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, οι οποίοι αφορούν την παράβαση του άρθρου 18 του κανονισμού 1/2003
50
Στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003, το οποίο της επιτρέπει να ζητεί μόνο την παροχή στοιχείων σχετικών με πραγματικά περιστατικά τα οποία βρίσκονται στην κατοχή της επιχειρήσεως και τα οποία είναι απαραίτητα. Κατά πρώτο λόγο, η απάντηση στις ερωτήσεις 1D, 5R, 5S, 5T και 5V απαιτεί τη διατύπωση εκτιμήσεων και γνωμών και, επομένως, βαίνει πέραν της παροχής στοιχείων σχετικών με πραγματικά περιστατικά. Το ίδιο ισχύει και για τις ερωτήσεις με τις οποίες έχει ζητηθεί να αξιολογηθούν ορισμένες αποστάσεις (ερωτήσεις 1A, στοιχείο Y, 1B, στοιχεία AB και AC, 3, στοιχεία AB και AC, και 4, στοιχείο Y). Κατά δεύτερο λόγο, η Επιτροπή ζήτησε την υποβολή πληροφοριών τις οποίες, όπως η ίδια αναγνώρισε, δεν κατέχει ή δεν μπορεί να κατέχει η εμπλεκόμενη επιχείρηση. Κατά τρίτο λόγο, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή της έχει ζητήσει την παροχή πληροφοριών τις οποίες θα μπορούσε η Επιτροπή να αποκτήσει με δικά της μέσα.
51
Με το πρώτο σκέλος του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, καθόσον με αυτήν έχει ζητηθεί η παροχή πληροφοριών που δεν είναι «απαραίτητες» κατά την έννοια των διατάξεων αυτών.
52
Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη των δύο αυτών λόγων ακυρώσεως.
53
Στο μέτρο κατά το οποίο τόσο ο τρίτος λόγος ακυρώσεως όσο και το πρώτο σκέλος του τετάρτου λόγου ακυρώσεως αφορούν την παράβαση του άρθρου 18 του κανονισμού 1/2003, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι πρέπει να εξεταστούν από κοινού.
Επί της φύσεως των πληροφοριών που ζητήθηκαν
54
Στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη δυνατότητα της Επιτροπής να την υποχρεώσει να απαντήσει σε ερωτήσεις οι οποίες, αφενός, βαίνουν πέραν της παροχής στοιχείων σχετικών με πραγματικά περιστατικά ή, αφετέρου, αφορούν πληροφορίες που δεν έχει στην κατοχή της η προσφεύγουσα.
55
Υπενθυμίζεται ότι, κατά την αιτιολογική σκέψη 23 του κανονισμού 1/2003, η «Επιτροπή θα πρέπει να έχει σε ολόκληρη την [Ένωση] την εξουσία να απαιτεί τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τον εντοπισμό συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών που απαγορεύονται βάσει του άρθρου [101 ΣΛΕΕ], καθώς και περιπτώσεων καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης, η οποία απαγορεύεται βάσει του άρθρου [102 ΣΛΕΕ]». Στην ίδια αιτιολογική σκέψη τονίζεται επίσης ότι «[ο]ι επιχειρήσεις, όταν συμμορφώνονται με απόφαση της Επιτροπής, δεν μπορούν να υποχρεωθούν να ομολογήσουν ότι διέπραξαν παράβαση, αλλά υποχρεούνται εν πάση περιπτώσει να απαντήσουν στις περί των γεγονότων ερωτήσεις και να παράσχουν έγγραφα, ακόμη και αν οι πληροφορίες αυτές μπορεί να χρησιμοποιηθούν εναντίον τους ή εναντίον άλλων επιχειρήσεων για τη θεμελίωση ύπαρξης παράβασης».
56
Ακολούθως, δεδομένου ότι ως παροχή «πληροφοριών» κατά την έννοια του άρθρου 18 του κανονισμού 1/2003 πρέπει να νοείται όχι μόνον η προσκόμιση εγγράφων αλλά και η υποχρέωση απαντήσεως σε ερωτήσεις που αφορούν τα εν λόγω έγγραφα, η αίτηση της Επιτροπής δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην προσκόμιση στοιχείων που είναι διαθέσιμα ανεξαρτήτως οποιασδήποτε παρεμβάσεως της εμπλεκόμενης επιχειρήσεως. Επομένως, η Επιτροπή θεμιτώς μπορεί να απευθύνει προς την επιχείρηση ερωτήσεις που απαιτούν τη συστηματοποίηση των ζητούμενων στοιχείων (βλ., επ’ αυτού και κατ’ αναλογία, σημείο 55 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Μ. Darmon στην απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 1989, 374/87, Orkem κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 3283).
57
Εντούτοις, υπογραμμίζεται ότι τουλάχιστον δύο αρχές οριοθετούν την άσκηση της εξουσίας αυτής. Αφενός, όπως υπενθυμίζεται με την αιτιολογική σκέψη 23 του κανονισμού 1/2003, οι ερωτήσεις προς ορισμένη επιχείρηση δεν μπορούν να εξαναγκάζουν την επιχείρηση αυτή να παραδεχθεί ότι διέπραξε ορισμένη παράβαση. Αφετέρου, οι απαντήσεις στις εν λόγω ερωτήσεις δεν πρέπει να αποτελούν δυσανάλογο βάρος σε σχέση με τις ανάγκες της έρευνας (αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της12ης Δεκεμβρίου 1991, SEP κατά Επιτροπής, σκέψη 28 ανωτέρω, σκέψη 51· της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, T-191/98, T-212/98 έως T-214/98, Atlantic Container Line κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-3275, σκέψη 418, και Slovak Telekom κατά Επιτροπής, σκέψη 22 ανωτέρω, σκέψη 81).
58
Δεδομένου ότι το ζήτημα του ενδεχομένως δυσανάλογου χαρακτήρα του βάρους που συνεπάγεται η απάντηση στην προσβαλλόμενη απόφαση έχει τεθεί στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, αρκεί να ελεγχθεί, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, αν ορισμένες ερωτήσεις εξανάγκασαν την προσφεύγουσα να παραδεχθεί ότι διέπραξε ορισμένη παράβαση.
59
Όπως προκύπτει από παγία νομολογία, η Επιτροπή δεν μπορεί να επιβάλει σε επιχείρηση την υποχρέωση να παράσχει απαντήσεις με τις οποίες η εν λόγω επιχείρηση θα παραδεχόταν κατ’ αποτέλεσμα την ύπαρξη παραβάσεως της οποίας την τέλεση οφείλει να αποδεικνύει η Επιτροπή (απόφαση Orkem κατά Επιτροπής, σκέψη 56 ανωτέρω, σκέψεις 34 και 35, και απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 28ης Απριλίου 2010, T-446/05, Amann & Söhne και Cousin Filterie κατά Επιτροπής, Συλλογή 2010, σ. II-1255, σκέψη 325).
60
Όπως επίσης υπενθυμίζεται στη νομολογία, δεν μπορεί να αναγνωρίζεται δικαίωμα απόλυτης σιωπής σε επιχείρηση που είναι αποδέκτης αποφάσεως περί αιτήσεως παροχής πληροφοριών κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003. Πράγματι, η αναγνώριση ενός τέτοιου δικαιώματος θα έβαινε πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την προστασία των δικαιωμάτων άμυνας των επιχειρήσεων και θα συνιστούσε αδικαιολόγητο εμπόδιο στην εκπλήρωση της αποστολής της Επιτροπής να μεριμνά για την τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς. Το δικαίωμα σιωπής μπορεί να αναγνωρίζεται μόνο στο μέτρο κατά το οποίο η εμπλεκόμενη επιχείρηση υποχρεώνεται να παράσχει απαντήσεις με τις οποίες θα παραδεχόταν κατ’ αποτέλεσμα την ύπαρξη παραβάσεως της οποίας την τέλεση οφείλει να αποδεικνύει η Επιτροπή (βλ., επ’ αυτού και κατ’ αναλογία, απόφαση Amann & Söhne και Cousin Filterie κατά Επιτροπής, σκέψη 59 ανωτέρω, σκέψη 326).
61
Προκειμένου να διαφυλαχθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 18 του κανονισμού 1/2003, η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να υποχρεώνει τις επιχειρήσεις να παρέχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με πραγματικά περιστατικά που μπορούν να γνωρίζουν και να της προσκομίζουν, εν ανάγκη, τα σχετικά έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους, έστω και αν αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη ενεργειών αντίθετων προς τον ανταγωνισμό. Η εν λόγω εξουσία της Επιτροπής να ζητεί πληροφορίες δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, της Συμβάσεως για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), ούτε προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Επίσης δεν είναι αντίθετη προς τα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ., επ’ αυτού και κατ’ αναλογία, απόφαση Amann & Söhne και Cousin Filterie κατά Επιτροπής, σκέψη 59 ανωτέρω, σκέψη 327).
62
Η υποχρέωση απαντήσεως σε ερωτήσεις της Επιτροπής που έχουν αμιγώς σχέση με πραγματικά περιστατικά και ικανοποιήσεως του αιτήματος της Επιτροπής για προσκόμιση προϋφιστάμενων εγγράφων δεν μπορεί να συνιστά παραβίαση της θεμελιώδους αρχής της προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας, η οποία κατοχυρώνεται με το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, καθώς και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, το οποίο κατοχυρώνεται με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, που παρέχουν, στον τομέα του δικαίου ανταγωνισμού, προστασία ισοδύναμη με αυτή που κατοχυρώνει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα, ο αποδέκτης της αιτήσεως παροχής πληροφοριών έχει κάθε δικαίωμα να αποδείξει αργότερα, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας ή στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, ότι τα πραγματικά περιστατικά που εξέθεσε στις απαντήσεις του ή τα έγγραφα που υπέβαλε έχουν διαφορετική έννοια από αυτήν την οποία τους προσέδωσε η Επιτροπή (βλ., επ’ αυτού και κατ’ αναλογία, απόφαση Amann & Söhne και Cousin Filterie κατά Επιτροπής, σκέψη 59 ανωτέρω, σκέψη 328).
63
Ειδικότερα, η επιχείρηση δεν μπορεί να μην ανταποκρίνεται σε αίτημα προσκομίσεως εγγράφων με τη δικαιολογία ότι, αν ανταποκρινόταν, θα εξαναγκαζόταν να καταθέσει σε βάρος του εαυτού της (βλ., επ’ αυτού, απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2006, C-301/04 P, Επιτροπή κατά SGL Carbon, Συλλογή 2006, σ. I-5915, σκέψη 48). Όσον αφορά τις απαντήσεις στις ερωτήσεις που δύναται να απευθύνει η Επιτροπή στις επιχειρήσεις, πρέπει να γίνεται διάκριση των ερωτήσεων αυτών αναλόγως του αν μπορούν να χαρακτηριστούν ως έχουσες αμιγώς σχέση με πραγματικά περιστατικά ή όχι. Μόνον εφόσον η ερώτηση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως έχουσα αμιγώς σχέση με πραγματικά περιστατικά, θα πρέπει να ελέγχεται αν η ερώτηση αυτή μπορεί να απαντηθεί κατά τρόπο που η εμπλεκόμενη επιχείρηση να παραδέχεται κατ’ αποτέλεσμα την ύπαρξη παραβάσεως της οποίας την τέλεση οφείλει να αποδεικνύει η Επιτροπή.
64
Κατά πρώτο λόγο, παρατηρείται ότι οι ερωτήσεις 5R, 5S, 5T και 5V αφορούν τη μέγιστη δυνατότητα παραγωγής CEM I, τη συνολική εκμετάλλευση της παραγωγικής ικανότητας, τη συνολική εκμετάλλευση της ικανότητας θραύσεως και τη συνολική ετήσια παραγωγή και, ως εκ τούτου, έχουν αποκλειστικώς σχέση με στοιχεία περί τα πραγματικά περιστατικά.
65
Κατά δεύτερο λόγο, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι το ίδιο ισχύει και για τις ερωτήσεις 1A, στοιχείο Y, 1B, στοιχείο AB, 1B, στοιχείο AC, 3, στοιχείο AB, 3, στοιχείο AC, και 4, στοιχείο Y, στον βαθμό που η αξιολόγηση των διανυόμενων αποστάσεων, στην οποία κλήθηκε να προβεί η προσφεύγουσα, έχει αποκλειστικώς σχέση με στοιχεία περί τα πραγματικά περιστατικά.
66
Κατά τρίτο λόγο, όσον αφορά την ερώτηση 1D, η διατύπωσή της είναι η ακόλουθη:
«Βάσει των δεδομένων που έχουν παρασχεθεί με τις απαντήσεις στις διάφορες ερωτήσεις του ερωτηματολογίου, καλείστε να περιγράψετε τη μέθοδο την οποία η επιχείρησή σας θεωρεί κατάλληλη για τον υπολογισμό του περιθωρίου ακαθάριστου κέρδους ανά τρίμηνο:
1)
για τις μεμονωμένες πράξεις·
2)
για τις πράξεις που διακρίνονται αναλόγως της υποκατηγορίας που έχει ληφθεί υπόψη για τις ερωτήσεις που αφορούν τις εγχώριες πωλήσεις και τις εξαγωγικές πωλήσεις·
3)
ανά σημείο ανεφοδιασμού.»
67
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με την ερώτηση αυτή, η Επιτροπή υποχρεώνει την προσφεύγουσα να εκφέρει άποψη επί της μεθόδου που πρέπει να εφαρμόζεται για τον υπολογισμό του περιθωρίου ακαθάριστου κέρδους ανά τρίμηνο. Επομένως, η ερώτηση αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως έχουσα αμιγώς σχέση με πραγματικά περιστατικά, καθόσον με αυτήν η προσφεύγουσα καλείται να προβεί σε ορισμένη εκτίμηση. Ως προς την πτυχή αυτή, η ως άνω ερώτηση διαφέρει από την επόμενη ερώτηση 1C, η οποία έχει αποκλειστικώς σχέση με πραγματικά περιστατικά και, ειδικότερα, ζητεί τη γνωστοποίηση «όλων των περιθωρίων κέρδους που έχουν υπολογιστεί από την επιχείρηση στο πλαίσιο των εμπορικών δραστηριοτήτων για κάθε χώρα-εμπορικό στόχο».
68
Επομένως, πρέπει να ελεγχθεί αν η απάντηση στην ερώτηση 1D θα μπορούσε κατ’ αποτέλεσμα να εξαναγκάσει την προσφεύγουσα να παραδεχθεί την ύπαρξη παραβάσεως της οποίας την τέλεση οφείλει να αποδεικνύει η Επιτροπή.
69
Καταρχάς, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι κακώς η Επιτροπή δέχεται ότι η προσφεύγουσα έχει τη δυνατότητα να μην παράσχει απάντηση στην ερώτηση αυτή, για τον λόγο ότι το παράρτημα II, στοιχείο αʹ, παράγραφος 4, της προσβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με τις οδηγίες για τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου του παραρτήματος I, προβλέπει ως πιθανό τύπο απαντήσεως την ένδειξη «UNK» (ΔΞ/ΔΑ), που αντιστοιχεί στον αγγλικό όρο «unknown» (δεν γνωρίζω).
70
Ασφαλώς, εφόσον η επιχείρηση έχει τη δυνατότητα να απαντήσει ή να μην απαντήσει σε ορισμένη ερώτηση, η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει επιβάλει στην επιχείρηση την υποχρέωση να παράσχει απαντήσεις με τις οποίες η εν λόγω επιχείρηση θα παραδεχόταν κατ’ αποτέλεσμα την ύπαρξη παραβάσεως της οποίας την τέλεση οφείλει να αποδεικνύει η Επιτροπή (βλ., επ’ αυτού, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 20ής Απριλίου 1999, T-305/94 έως T-307/94, T-313/94 έως T-316/94, T-318/94, T-325/94, T-328/94, T-329/94 και T-335/94, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-931, σκέψεις 455 και 456).
71
Εντούτοις, υπενθυμίζεται ότι η ως άνω νομολογία αφορούσε ερώτηση που περιλαμβανόταν σε μια απλή αίτηση παροχής πληροφοριών, πράξη στερούμενη δεσμευτικής ισχύος στην οποία η εμπλεκόμενη επιχείρηση μπορεί, χωρίς καμία αμφιβολία, να μην απαντήσει.
72
Πάντως, στην υπό κρίση περίπτωση δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν υφίσταται συναφώς καμία αμφιβολία. Αφενός, η ερώτηση 1D είναι διατυπωμένη με επιτακτικό ύφος, υπονοώντας ότι η προσφεύγουσα υποχρεούται να απαντήσει. Αφετέρου, από το γράμμα του παραρτήματος II, στοιχείο αʹ, παράγραφος 4, της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι η προσφεύγουσα έχει σαφώς τη δυνατότητα να μην απαντήσει στην ερώτηση 1D. Πράγματι, στην παράγραφο αυτή υπογραμμίζεται ότι ο «γενικός κανόνας είναι η υποχρεωτική παροχή όλων των πληροφοριών που έχει στην κατοχή της η επιχείρηση» και ότι μόνον «εφόσον η επιχείρηση [αυτή] δεν έχει στην κατοχή της, υπ’ οποιαδήποτε μορφή, τις ζητηθείσες πληροφορίες, [πρέπει] να επισημαίνει με σαφήνεια και με συστηματικό τρόπο εντός των αρχείων Excel ποια στοιχεία δεν είναι διαθέσιμα χρησιμοποιώντας τη συντομογραφία “UNK” (ΔΞ/ΔΑ)». Επομένως, η παράγραφος αυτή δεν καλύπτει την περίπτωση επιχειρήσεως που δεν επιθυμεί να απαντήσει σε ερώτηση που της έχει τεθεί.
73
Όσον αφορά το ζήτημα αν η ερώτηση 1D μπορεί να εκληφθεί ως προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας, επισημαίνεται ασφαλώς ότι, δεδομένου ότι έχει επίσης ζητηθεί από την προσφεύγουσα να προσκομίσει στοιχεία σχετικά με πραγματικά δεδομένα όσον αφορά τα περιθώρια κέρδους της, η εκτίμηση στην οποία οφείλει να προβεί στο πλαίσιο της ερωτήσεως 1D ισοδυναμεί ουσιαστικά με ανάλυση του επιπέδου του περιθωρίου κέρδους της, το οποίο μπορεί να αποτελεί ένδειξη από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη πρακτικών περιοριστικών του ανταγωνισμού.
74
Εντούτοις, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η δυνατότητα που έχει η προσφεύγουσα, σε μεταγενέστερο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας ή στο πλαίσιο προσφυγής κατά της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής, να προβάλει μια διαφορετική ερμηνεία της απαντήσεώς της στην ερώτηση 1D από την ερμηνεία που έχει ενδεχομένως δεχθεί η Επιτροπή.
75
Συναφώς πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ δύο περιπτώσεων.
76
Αφενός, όταν η Επιτροπή διαπιστώνει παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού στηριζόμενη στην παραδοχή ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά μπορούν να εξηγηθούν μόνο σε συνάρτηση με την ύπαρξη ενεργειών αντίθετων προς τον ανταγωνισμό, το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης θα ακυρώσει την επίμαχη απόφαση, εφόσον οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις προβάλλουν επιχειρηματολογία που να δίνει διαφορετική ερμηνεία στα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά αποδείχθηκαν από την Επιτροπή, και, επομένως, που να καθιστά δυνατή την αντικατάσταση της ερμηνείας στην οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή για να διαπιστώσει την παράβαση από άλλη εύλογη ερμηνεία των πραγματικών περιστατικών. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή έχει αποδείξει την ύπαρξη παραβιάσεως του δικαίου ανταγωνισμού (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑89/11 P, E.ON Energie κατά Επιτροπής, σκέψη 74 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Δεν θεμελιώνουν δικαίωμα σιωπής υπέρ της εμπλεκόμενης επιχειρήσεως οι ερωτήσεις οι οποίες, μολονότι δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως έχουσες αμιγώς σχέση με πραγματικά περιστατικά, εντούτοις επιδέχονται απάντηση στην οποία η Επιτροπή έχει δώσει ερμηνεία δυνάμενη να αμφισβητηθεί από την ως άνω επιχείρηση σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.
77
Αφετέρου, εφόσον η Επιτροπή έχει αποδείξει ότι ορισμένη επιχείρηση μετέσχε σε συσκέψεις μεταξύ επιχειρήσεων που είχαν χαρακτήρα προδήλως αντίθετο προς τον ανταγωνισμό, εναπόκειται στην εμπλεκόμενη επιχείρηση να παράσχει διαφορετική εξήγηση του περιεχομένου των συσκέψεων αυτών. Ομοίως, όταν η Επιτροπή στηρίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία καταρχήν επαρκούν για να αποδειχθεί η ύπαρξη παραβάσεως, η εμπλεκόμενη επιχείρηση δεν μπορεί απλώς να αναφερθεί στο ενδεχόμενο να έχει επέλθει ορισμένο συμβάν το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει την αποδεικτική αξία των εν λόγω στοιχείων, προκειμένου να υποχρεωθεί η Επιτροπή να αποδείξει ότι το συμβάν αυτό δεν επηρέασε την αποδεικτική αξία των προαναφερθέντων στοιχείων. Αντιθέτως, εκτός των περιπτώσεων στις οποίες η απόδειξη αυτή δεν είναι δυνατή εκ μέρους της εμπλεκόμενης επιχειρήσεως λόγω της συμπεριφοράς της Επιτροπής, η επιχείρηση αυτή οφείλει να αποδεικνύει επαρκώς κατά νόμο, αφενός, την ύπαρξη του συμβάντος που επικαλείται και, αφετέρου, ότι το συμβάν αυτό κλονίζει την αποδεικτική αξία των στοιχείων επί των οποίων έχει στηριχθεί η Επιτροπή (βλ. απόφαση E.ON Energie κατά Επιτροπής, σκέψη 76 ανωτέρω, σκέψεις 75 και 76 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Η εμπλεκόμενη επιχείρηση, όσον αφορά τις ερωτήσεις που έχουν ενδεχομένως ως αντικείμενο ή ως συνέπεια να την υποχρεώσουν να παράσχει στην Επιτροπή τέτοιου είδους στοιχεία, διαθέτει εκ των πραγμάτων δικαίωμα σιωπής. Πράγματι, σε διαφορετική περίπτωση, η επιχείρηση αυτή θα παραδεχόταν κατ’ αποτέλεσμα την ύπαρξη της παραβάσεως της οποίας την τέλεση οφείλει να αποδείξει η Επιτροπή σύμφωνα με τη μνημονευθείσα στη σκέψη 60 ανωτέρω νομολογία.
78
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η ερώτηση 1D δεν επιδέχεται απάντηση που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως επαρκής για να αποδειχθεί η ύπαρξη μίας ή περισσοτέρων εικαζόμενων παραβάσεων επί των οποίων διεξάγει έρευνα η Επιτροπή, κατά την έννοια της μνημονευθείσας στη σκέψη 76 ανωτέρω νομολογίας. Ειδικότερα, αν η Επιτροπή επικαλεστεί έναντι της προσφεύγουσας την εκτίμηση στην οποία προέβη η δεύτερη στο πλαίσιο της απαντήσεώς της στην ερώτηση 1D, η προσφεύγουσα θεμιτώς θα μπορεί να δώσει, εφόσον χρειαστεί, διαφορετική ερμηνεία στην απάντησή της από την ερμηνεία στην οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή.
79
Από τα ανωτέρω έπεται ότι η Επιτροπή, καθόσον ζήτησε από την προσφεύγουσα να απαντήσει υποχρεωτικώς στην ερώτηση 1D, δεν προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας αυτής.
80
Τέλος, όσον αφορά την αιτίαση της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή την υποχρέωσε να παράσχει πληροφορίες που δεν κατείχε η προσφεύγουσα, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι η προσφεύγουσα έχει υποχρέωση ενεργού συνεργασίας, η οποία συνεπάγεται ότι πρέπει να θέτει στη διάθεση της Επιτροπής όλα τα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας (αποφάσεις Orkem κατά Επιτροπής, σκέψη 56 ανωτέρω, σκέψη 27, και Société Générale κατά Επιτροπής, σκέψη 28 ανωτέρω, σκέψη 72), και, αφετέρου, ότι, για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 55 έως 57 ανωτέρω, η Επιτροπή μπορεί θεμιτώς να απευθύνει προς την επιχείρηση ερωτήσεις που απαιτούν τη συστηματοποίηση των ζητούμενων στοιχείων.
81
Εν πάση περιπτώσει, υπογραμμίζεται ότι, μολονότι, για τους λόγους που εκτέθηκαν στη σκέψη 72 ανωτέρω, το παράρτημα II, στοιχείο αʹ, παράγραφος 4, της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καλύπτει την περίπτωση επιχειρήσεως που δεν επιθυμεί να απαντήσει σε ερώτηση που της έχει τεθεί, εντούτοις το παράρτημα αυτό τυγχάνει εφαρμογής επί πληροφοριών τις οποίες δεν μπορεί να διαθέτει η προσφεύγουσα.
82
Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι η προσφεύγουσα κακώς υποστηρίζει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση υποχρεώθηκε να παράσχει πληροφορίες που δεν είχε.
83
Επομένως, οι αιτιάσεις σχετικά με τη φύση των πληροφοριών που ζητήθηκαν πρέπει να απορριφθούν.
Επί του ζητήματος κατά πόσον οι ζητηθείσες πληροφορίες είναι απαραίτητες
84
Όπως υπογραμμίστηκε στη σκέψη 28 ανωτέρω, η Επιτροπή μπορεί να απαιτεί μόνο την υποβολή πληροφοριών που της παρέχουν τη δυνατότητα να εξακριβώσει τις εικαζόμενες παραβάσεις οι οποίες δικαιολογούν τη διεξαγωγή της έρευνας και μνημονεύονται στην αίτηση παροχής πληροφοριών (αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1991, SEP κατά Επιτροπής, σκέψη 28 ανωτέρω, σκέψη 25, και Société Générale κατά Επιτροπής, σκέψη 28 ανωτέρω, σκέψη 40).
85
Λαμβανομένης υπόψη της ευρείας εξουσίας της Επιτροπής προς διεξαγωγή ερευνών και ελέγχων, σε αυτήν απόκειται να εκτιμήσει αν οι πληροφορίες που ζητεί από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις είναι απαραίτητες (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 18ης Μαΐου 1982, 155/79, AM & S Europe κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 1575, σκέψη 17, και Orkem κατά Επιτροπής, σκέψη 56 ανωτέρω, σκέψη 15). Όσον αφορά τον έλεγχο που ασκεί το Γενικό Δικαστήριο επί της εκτιμήσεως αυτής της Επιτροπής, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, η έννοια «απαραίτητες πληροφορίες» πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με τους σκοπούς για τους οποίους έχει παρασχεθεί στην Επιτροπή η συγκεκριμένη εξουσία έρευνας. Ειδικότερα, η απαίτηση να υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ της αιτήσεως παροχής πληροφοριών και της εικαζόμενης παραβάσεως ικανοποιείται εφόσον, στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, η αίτηση αυτή μπορεί θεμιτώς να θεωρηθεί ότι έχει σχέση με την εικαζόμενη παράβαση, ώστε να μπορεί ευλόγως η Επιτροπή να υποθέσει ότι το σχετικό έγγραφο θα τη βοηθήσει να κρίνει αν υφίσταται η προβαλλόμενη παράβαση (αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1991, SEP κατά Επιτροπής, σκέψη 28 ανωτέρω, σκέψη 29, και Slovak Telekom κατά Επιτροπής, σκέψη 22 ανωτέρω, σκέψη 42).
86
Η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, τέσσερις αιτιάσεις. Στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη δυνατότητα της Επιτροπής να της ζητήσει την παροχή πληροφοριών τις οποίες θα μπορούσε η Επιτροπή να έχει αποκτήσει με δικά της μέσα (πρώτη αιτίαση). Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τον απαραίτητο χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 της υποχρεώσεως προς παροχή πληροφοριών που παρασχέθηκαν σε προγενέστερο χρόνο (δεύτερη αιτίαση) καθώς και την εφαρμογή διαφορετικής φόρμας με τη χρήση διαφορετικών κριτηρίων και μεταβλητών (τρίτη αιτίαση). Η προσφεύγουσα αμφισβητεί επίσης ότι ορισμένες συμπληρωματικές πληροφορίες που ζήτησε η Επιτροπή δυνάμει της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι όντως απαραίτητες (τέταρτη αιτίαση).
– Επί της αιτιάσεως ότι ορισμένες από τις ζητηθείσες πληροφορίες είναι ελεύθερα προσβάσιμες
87
Στο πλαίσιο της αιτιάσεως αυτής, η προσφεύγουσα αμφισβητεί, κατ’ ουσίαν, ότι είναι απαραίτητες οι ερωτήσεις που αφορούσαν τους ταχυδρομικούς κώδικες των σημείων ανεφοδιασμού, των σημείων προορισμού και του τόπου παραδόσεως ή που απαιτούσαν τον υπολογισμό των διανυόμενων για κάθε προϊόν αποστάσεων, από τον τόπο ανεφοδιασμού έως τη διεύθυνση παραδόσεως, για τον λόγο ότι οι ζητηθείσες πληροφορίες είναι ελεύθερα προσβάσιμες.
88
Εντούτοις, υπογραμμίζεται ότι πληροφορίες τέτοιου είδους, μολονότι είναι ως εκ της φύσεώς τους προσβάσιμες στην Επιτροπή, συνιστούν το αναγκαίο συμπλήρωμα των πληροφοριών που έχει αποκλειστικώς στην κατοχή της η προσφεύγουσα. Ως εκ τούτου, η δυνατότητα ελεύθερης προσβάσεως σε αυτές δεν αποτελεί λόγο για να μην μπορούν να χαρακτηριστούν ως απαραίτητες κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003.
– Επί της αιτιάσεως ότι η Επιτροπή είχε στην κατοχή της ορισμένες από τις ζητηθείσες πληροφορίες πριν την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως
89
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη δυνατότητα της Επιτροπής να της ζητήσει πληροφορίες οι οποίες παρασχέθηκαν σε προγενέστερο χρόνο.
90
Το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι στην αιτιολογική σκέψη 6 της προσβαλλομένης αποφάσεως διευκρινίζονται τα ακόλουθα:
«Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή, βάσει αποφάσεως, ζητεί από την [προσφεύγουσα] να παράσχει τις πληροφορίες που διαλαμβάνονται στο ερωτηματολόγιο του παραρτήματος I της παρούσας αποφάσεως. Για την κατάρτιση του παραρτήματος I έχουν ληφθεί υπόψη, στο μέτρο του αναγκαίου, οι απαντήσεις στις επιστολές που μνημονεύονται στην [αιτιολογική σκέψη 4] της παρούσας αποφάσεως και οι καταθέσεις των εξεταζόμενων επιχειρήσεων καθ’ όλη τη διάρκεια της έρευνας. Μολονότι ορισμένες πληροφορίες έχουν ήδη ζητηθεί από την [προσφεύγουσα] δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 2, εντούτοις ζητούνται εκ νέου με το παράρτημα I προκειμένου να δοθεί πληρέστατη, συνεκτική και συστηματοποιημένη απάντηση. Εξάλλου, με το παράρτημα I ζητούνται συμπληρωματικές πληροφορίες που είναι επίσης απαραίτητες προκειμένου να μπορεί να ελεγχθεί, με πλήρη γνώση των πραγματικών περιστατικών και του ακριβούς οικονομικού πλαισίου στο οποίο αυτά εντάσσονται, αν οι υπό εξέταση πρακτικές είναι συμβατές με τους κανόνες ανταγωνισμού της Ένωσης.»
91
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Επιτροπή προβάλλει ουσιαστικά δύο δικαιολογητικούς λόγους προς στήριξη της αποσταλείσας αιτήσεως παροχής πληροφοριών: αφενός, τη βούλησή της να λάβει «πληρέστατη, συνεκτική και συστηματοποιημένη απάντηση» και, αφετέρου, την αναζήτηση συμπληρωματικών πληροφοριών σε σχέση με όσες παρασχέθηκαν σε προγενέστερο χρόνο.
92
Όσον αφορά τον πρώτο δικαιολογητικό λόγο που προβάλλει η Επιτροπή, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, πράγματι, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει προφανώς εκδοθεί, τουλάχιστον εν μέρει, με σκοπό, μεταξύ άλλων, τη λήψη, σε συστηματοποιημένο κείμενο, των απαντήσεων που παρέσχε η προσφεύγουσα σε προγενέστερο χρόνο.
93
Παρατηρείται ότι το αντικείμενο των ερωτήσεων 1A, 1Ei) έως 1Eiii), 1F, 2 έως 5, 9A, 9B και 10 του παραρτήματος I της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι παρεμφερές προς το αντικείμενο, αντιστοίχως, των αρχικών ερωτήσεων 8, 31, 39, 10, 18, 17, 28, της αρχικής ερωτήσεως 40, στοιχεία αʹ και βʹ, και της αρχικής ερωτήσεως 7.
94
Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι, όπως δέχθηκε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι δέκα πρώτες ερωτήσεις του ερωτηματολογίου που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι πανομοιότυπες με τις ερωτήσεις που περιλαμβάνονται στο παράρτημα των αποφάσεων των οποίων αποδέκτες ήταν άλλες επτά επιχειρήσεις που εμπλέκονται στη μνημονευθείσα στη σκέψη 5 ανωτέρω διαδικασία. Εξ αυτού έπεται κατά λογική αναγκαιότητα ότι η Επιτροπή δεν εξατομίκευσε τις ερωτήσεις που έθεσε σε καθεμία από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, αναλόγως του βαθμού ακρίβειας και της ποιότητας των προγενέστερων απαντήσεων.
95
Ως εκ τούτου, θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι σκοπός της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι, τουλάχιστον εν μέρει, να υποβληθούν σε συστηματοποιημένο κείμενο οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν σε προγενέστερο χρόνο. Η εντύπωση αυτή ενισχύεται από την εξαιρετική ακρίβεια των προδιαγραφών του ερωτηματολογίου ως προς τη μορφή με την οποία πρέπει να υποβληθούν οι απαντήσεις. Επομένως, προκύπτει αδιαμφισβήτητα η βούληση της Επιτροπής να λάβει απαντήσεις υπό μορφή που να καθιστά δυνατή την ευχερέστερη σύγκριση των στοιχείων που πρόκειται να συλλεγούν από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις.
96
Εντούτοις υπενθυμίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο, στην απόφαση Atlantic Container Line κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 57 ανωτέρω (σκέψη 425), υπογράμμισε ότι αιτήσεις οι οποίες αποσκοπούν στην παροχή πληροφοριών όσον αφορά ορισμένο έγγραφο που βρίσκεται ήδη στην κατοχή της Επιτροπής δεν μπορούν να θεωρηθούν ως δικαιολογούμενες από τις ανάγκες της έρευνας.
97
Εξάλλου, υπογραμμίζεται ότι, για να είναι μια απόφαση περί αιτήσεως παροχής πληροφοριών σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, δεν αρκεί απλώς οι ζητούμενες πληροφορίες να συνδέονται με το αντικείμενο της έρευνας. Η υποχρέωση παροχής πληροφοριών που επιβάλλεται σε ορισμένη επιχείρηση πρέπει επίσης να μην αποτελεί για αυτή δυσανάλογο βάρος σε σχέση με τις ανάγκες της έρευνας (αποφάσεις Atlantic Container Line κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 57 ανωτέρω, σκέψη 418, και Slovak Telekom κατά Επιτροπής, σκέψη 22 ανωτέρω, σκέψη 81).
98
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η απόφαση που επιβάλλει στον αποδέκτη της την υποχρέωση να παράσχει εκ νέου πληροφορίες που ζητήθηκαν σε προγενέστερο χρόνο, με την αιτιολογία ότι ορισμένες από τις πληροφορίες αυτές είναι, κατά την Επιτροπή, εσφαλμένες, θα μπορούσε προφανώς να αποτελεί δυσανάλογο βάρος σε σχέση με τις ανάγκες της έρευνας και, ως εκ τούτου, δεν θα ήταν σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας ούτε με την απαίτηση να πρόκειται για απαραίτητες πληροφορίες. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, η Επιτροπή πρέπει να επιλέγει με ακρίβεια τις πληροφορίες τις οποίες πρέπει, κατ’ αυτήν, να διορθώσει η εμπλεκόμενη επιχείρηση.
99
Ομοίως, η ευχερέστερη επεξεργασία των απαντήσεων των επιχειρήσεων δεν μπορεί να αποτελεί λόγο για να επιβάλλεται στις επιχειρήσεις αυτές η υποχρέωση να υποβάλουν σε νέα μορφή πληροφορίες που βρίσκονται ήδη στην κατοχή της Επιτροπής. Μολονότι οι επιχειρήσεις έχουν υποχρέωση ενεργού συνεργασίας, η οποία συνεπάγεται ότι πρέπει να θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής όλα τα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας (αποφάσεις Orkem κατά Επιτροπής, σκέψη 56 ανωτέρω, σκέψη 27, και Société Générale κατά Επιτροπής, σκέψη 28 ανωτέρω, σκέψη 72), εντούτοις η εν λόγω υποχρέωση ενεργού συνεργασίας δεν μπορεί να συνίσταται στην παρουσίαση, με μια συγκεκριμένη μορφή, των πληροφοριών που βρίσκονται ήδη στην κατοχή της Επιτροπής.
100
Επομένως, υπό τις περιστάσεις της κρινόμενης υποθέσεως, πρέπει να ελεγχθεί το βάσιμο του δεύτερου δικαιολογητικού λόγου που έχει προβάλει η Επιτροπή, ο οποίος αφορά την ανάγκη λήψεως συμπληρωματικών πληροφοριών.
101
Λαμβανομένης υπόψη της μνημονευθείσας στις σκέψεις 84 και 85 ανωτέρω νομολογίας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απόφαση με την οποία η Επιτροπή ζητεί την παροχή ακριβέστερων πληροφοριών σε σχέση με αυτές που έχουν μέχρι τούδε παρασχεθεί πρέπει να θεωρείται ως δικαιολογούμενη από τις ανάγκες της έρευνας. Πράγματι, η αναζήτηση όλων των κρίσιμων στοιχείων που επιβεβαιώνουν ή αποκλείουν την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού αποτελεί λόγο για να μπορεί η Επιτροπή να ζητεί από τις επιχειρήσεις να διευκρινίσουν ή να εξηγήσουν λεπτομερώς ορισμένες πληροφορίες σχετικές με πραγματικά περιστατικά που παρασχέθηκαν σε προγενέστερο χρόνο.
102
Συναφώς, επισημαίνεται ότι ορισμένες ερωτήσεις αφορούν πληροφορίες που δεν ζητήθηκαν στο πλαίσιο προγενέστερων αιτήσεων παροχής πληροφοριών. Η διαπίστωση αυτή ισχύει για τις ομάδες ερωτήσεων 1B, 1C, 1G, 6A, 6B, 7, 8A έως 8C, 9C και 11.
103
Εξάλλου, όσον αφορά τις ερωτήσεις 1A, 1Ei) έως 1Eiii), 1F, 2 έως 5, 9A, 9B και 10 του παραρτήματος I της προσβαλλομένης αποφάσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αυτές απαιτούν, στην πραγματικότητα, την παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών σε σχέση με τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν δυνάμει προγενέστερων αιτήσεων παροχής πληροφοριών, δεδομένου ότι παρουσιάζουν μεγαλύτερο βαθμό ακρίβειας, λόγω της τροποποιήσεως των ζητημάτων που καλύπτουν ή της προσθήκης συμπληρωματικών μεταβλητών.
104
Ως εκ τούτου, συνάγεται το συμπέρασμα ότι το γεγονός ότι σκοπός του ερωτηματολογίου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι η απόκτηση νέων πληροφοριών ή λεπτομερέστερων πληροφοριών μπορεί κατεξοχήν να δικαιολογεί τον απαραίτητο χαρακτήρα των ζητούμενων πληροφοριών.
105
Επομένως, η εξεταζόμενη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.
– Επί της αιτιάσεως με την οποία αμφισβητείται ο απαραίτητος χαρακτήρας του ζητούμενου με την προσβαλλόμενη απόφαση μεγαλύτερου βαθμού ακρίβειας
106
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι, όσον αφορά τις ερωτήσεις των οποίων το αντικείμενο είναι ουσιαστικά πανομοιότυπο με το αντικείμενο των προγενέστερων αιτήσεων παροχής πληροφοριών, ο μεγαλύτερος βαθμός ακρίβειας του ερωτηματολογίου δεν είναι απαραίτητος, κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την αναγκαιότητα τροποποιήσεως της υποχρεωτικής παρουσιάσεως των δεδομένων, την τροποποίηση των κριτηρίων υπολογισμού και των χρησιμοποιούμενων ορισμών καθώς και την προσθήκη νέων μεταβλητών.
107
Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 101 ανωτέρω, οι ανάγκες της έρευνας δικαιολογούν κατεξοχήν τη δυνατότητα της Επιτροπής να ζητεί από τις επιχειρήσεις να διευκρινίσουν ή να εξηγήσουν λεπτομερώς ορισμένες πληροφορίες σχετικές με πραγματικά περιστατικά τις οποίες παρέσχαν σε προγενέστερο χρόνο.
108
Εξάλλου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η άκρως τεχνική φύση του οικονομικού τομέα τον οποίο αφορά η έρευνα, καθόσον η φύση αυτή μπορεί να δικαιολογεί την κατάρτιση συμπληρωματικού ερωτηματολογίου για την προσαρμογή και τη διευκρίνιση των πληροφοριών που βρίσκονται ήδη στην κατοχή της Επιτροπής.
109
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι οι τροποποιήσεις που έγιναν σε σχέση με τις αρχικές ερωτήσεις πρέπει να θεωρηθούν ως απαραίτητες για την εξέταση των εικαζόμενων με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβάσεων.
– Επί της αιτιάσεως ότι οι ζητηθείσες συμπληρωματικές πληροφορίες δεν είναι απαραίτητες
110
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι οι συμπληρωματικές πληροφορίες που ζήτησε η Επιτροπή δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως απαραίτητες κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003. Η προσφεύγουσα αναφέρεται ειδικώς στις ερωτήσεις 1A, 1B, 5, στην ερώτηση 5, στοιχείο Y, και στην ερώτηση 7, στοιχεία G και H.
111
Κατά πρώτο λόγο, όσον αφορά το ζήτημα αν είναι απαραίτητο να ληφθεί υπόψη το ασυσκεύαστο CEM I και το κλίνκερ σε σχέση με τις εγχώριες πωλήσεις (ερώτηση 1A) και τις εγχώριες αγορές (ερώτηση 1B), αρκεί η παρατήρηση ότι τα προϊόντα αυτά αποτελούν τύπους τσιμέντου και, ως εκ τούτου, οι πληροφορίες που αφορούν την τιμή αγοραπωλησίας τους προφανώς και έχουν, ως εκ φύσεως, σχέση, κατά την έννοια της μνημονευθείσας στη σκέψη 84 ανωτέρω νομολογίας, με τις εικαζόμενες παραβάσεις που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
112
Κατά δεύτερο λόγο, όσον αφορά την ερώτηση 5, την ερώτηση 5, στοιχείο Y, και την ερώτηση 7, στοιχεία G και H, η προσφεύγουσα προφανώς αμφισβητεί τη χρησιμότητα των πληροφοριών που ζητήθηκαν. Κατ’ ουσίαν, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη ορισμένες πραγματικές περιστάσεις κατά την κατάρτιση του ερωτηματολογίου καθιστά τα παρασχεθέντα στοιχεία μη αξιόπιστα.
113
Υπενθυμίζεται ότι σκοπός του σταδίου της προκαταρκτικής εξετάσεως, στο πλαίσιο του οποίου εντάσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι να παρέχεται στην Επιτροπή η δυνατότητα να συλλέξει όλα τα ουσιώδη στοιχεία για την εξακρίβωση ή μη της παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού και να λάβει μια πρώτη θέση για την κατεύθυνση και τη συνέχεια της διαδικασίας. Αντιθέτως, το κατ’ αντιπαράθεση στάδιο, το οποίο εκτείνεται από την ανακοίνωση των αιτιάσεων έως την έκδοση της τελικής αποφάσεως, παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να τοποθετηθεί οριστικά επί της προβαλλόμενης παραβάσεως (βλ., επ’ αυτού, απόφαση AC-Treuhand κατά Επιτροπής, σκέψη 25 ανωτέρω, σκέψη 47).
114
Επομένως, δεδομένου ότι η ερώτηση 5, η ερώτηση 5, στοιχείο Y, και η ερώτηση 7, στοιχεία G και H, αποσκοπούν στη λήψη πληροφοριών οι οποίες μπορούν θεμιτώς να θεωρηθούν ως έχουσες σχέση με τις εικαζόμενες παραβάσεις οι οποίες δικαιολογούν τη διεξαγωγή της έρευνας, η αιτίαση ότι τα παρασχεθέντα στοιχεία δεν ήταν αξιόπιστα είναι άνευ συνεπειών για τη νομιμότητα της αιτήσεως παροχής πληροφοριών. Είναι ευθύνη της Επιτροπής να εκτιμήσει αν οι συλλεγείσες πληροφορίες της παρέχουν τη δυνατότητα να διαπιστώσει ότι η προσφεύγουσα τέλεσε μία ή περισσότερες από τις προαναφερθείσες εικαζόμενες παραβάσεις, η δε προσφεύγουσα έχει, εφόσον επιθυμεί, τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την αποδεικτική αξία των σχετικών πληροφοριών στο πλαίσιο της απαντήσεώς της σε ενδεχόμενη ανακοίνωση αιτιάσεων ή στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως κατά της τελικής αποφάσεως.
115
Κατόπιν των ανωτέρω, η εξεταζόμενη αιτίαση και, ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως, καθώς και ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως, κατά το μέρος που αφορά την παράβαση του άρθρου 18 του κανονισμού 1/2003, πρέπει να απορριφθούν.
Επί του δευτέρου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, το οποίο αφορά την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
116
Με το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την αναλογικότητα, αφενός, της εκδόσεως αποφάσεως περί αιτήσεως παροχής πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 και, αφετέρου, του βάρους που συνεπάγεται η απάντηση στο εν λόγω ερωτηματολόγιο.
Επί του φερόμενου ως δυσανάλογου χαρακτήρα της εκδόσεως αποφάσεως περί αιτήσεως παροχής πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003
117
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η έκδοση αποφάσεως περί αιτήσεως παροχής πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 δεν είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον, έστω και αν χρειαζόταν να συλλεγούν διευκρινιστικά στοιχεία, αυτά θα μπορούσαν να ζητηθούν με απλή αίτηση παροχής πληροφοριών.
118
Όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, η αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, επιτάσσει οι πράξεις των θεσμικών οργάνων να μην υπερβαίνουν τα όρια του καταλλήλου και αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών που επιδιώκει η επίμαχη ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι, όταν υφίσταται επιλογή μεταξύ περισσοτέρων πρόσφορων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές μέτρο και τα προκύπτοντα μειονεκτήματα δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς (απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 2001, C-189/01, Jippes κ.λπ., Συλλογή 2001, σ. I-5689, σκέψη 81).
119
Δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, η Επιτροπή δύναται να ζητεί πληροφορίες «κατόπιν απλής αιτήσεως ή βάσει αποφάσεως», η δε διάταξη αυτή δεν εξαρτά την έκδοση αποφάσεως από προηγούμενη «απλή αίτηση». Κατά το μέτρο αυτό, το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003 διαφέρει από το άρθρο 11 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων [81 ΕΚ] και [82 ΕΚ] (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), η παράγραφος 5 του οποίου εξαρτούσε τη δυνατότητα να ζητηθούν πληροφορίες βάσει αποφάσεως από τη μη ικανοποίηση προηγούμενης αιτήσεως παροχής πληροφοριών.
120
Σε αντίθεση με όσα εμφανίζεται να υποστηρίζει η Επιτροπή στα δικόγραφά της, υπογραμμίζεται ότι η επιλογή στην οποία καλείται αυτή να προβεί μεταξύ της απλής αιτήσεως παροχής πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 και της εκδόσεως αποφάσεως περί αιτήσεως παροχής πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού μπορεί να ελέγχεται με γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας. Τούτο συνάγεται κατά λογική αναγκαιότητα από τον παρατιθέμενο στη σκέψη 118 ανωτέρω ορισμό της αρχής της αναλογικότητας, καθόσον, κατ’ αυτόν, «όταν υφίσταται επιλογή μεταξύ περισσοτέρων πρόσφορων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές μέτρο». Ομοίως, παρατηρείται ότι η δυνατότητα επιλογής την οποία παρέχει στην Επιτροπή το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 παρουσιάζει αδιαμφισβήτητη αναλογία με τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ του ελέγχου κατόπιν απλής εντολής και του ελέγχου που διατάσσεται με απόφαση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 του κανονισμού 17 και του άρθρου 20 του κανονισμού 1/2003. Πάντως, η χρήση της δυνατότητας επιλογής υπόκειται στον έλεγχο των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης με γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 26ης Ιουνίου 1980, 136/79, National Panasonic κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1980/II, σ. 347, σκέψη 29, και της 22ας Οκτωβρίου 2002, C-94/00, Roquette Frères, Συλλογή 2002, σ. I-9011, σκέψη 77· απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 8ης Μαρτίου 2007, T-340/04, France Télécom κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. II-573, σκέψη 147).
121
Λαμβανομένης υπόψη της ερμηνευτικής προσεγγίσεως που προκρίνει η νομολογία για την εξέταση του αν η εφαρμογή του ελέγχου που διατάσσεται με απόφαση συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, προκύπτει ότι η εξέταση αυτή, κατά το μέρος που αφορά την επιλογή μεταξύ της απλής αιτήσεως παροχής πληροφοριών και της αποφάσεως, πρέπει να είναι συνάρτηση των αναγκών που συνεπάγεται μια επαρκής εξέταση, με συνεκτίμηση των ιδιαιτεροτήτων της συγκεκριμένης περιπτώσεως (αποφάσεις National Panasonic κατά Επιτροπής, σκέψη 120 ανωτέρω, σκέψη 29· Roquette Frères, σκέψη 120 ανωτέρω, σκέψη 77, και France Télécom κατά Επιτροπής, σκέψη 120 ανωτέρω, σκέψη 147).
122
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εντάσσεται στο πλαίσιο έρευνας η οποία αφορά πρακτικές περιοριστικές του ανταγωνισμού και στην οποία εμπλέκονται, πέραν της προσφεύγουσας, άλλες επτά εταιρίες που δραστηριοποιούνται στον τομέα του τσιμέντου.
123
Η απόφαση διαφέρει από την απλή αίτηση παροχής πληροφοριών κατά το ότι η Επιτροπή, σε περίπτωση παροχής ελλιπών πληροφοριών ή εκπρόθεσμης παροχής πληροφοριών, δύναται να επιβάλλει πρόστιμο ή χρηματικές ποινές, κατ’ εφαρμογή, αντιστοίχως, του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και του άρθρου 24, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1/2003.
124
Επομένως, δεδομένου του όγκου των προς συλλογή και διασταύρωση πληροφοριών, δεν είναι απρόσφορη ούτε δυσανάλογη η επιλογή της Επιτροπής να ενεργήσει βάσει της νομικής πράξεως που της παρέχει τη μεγαλύτερη διασφάλιση ότι η προσφεύγουσα θα της παράσχει πλήρη απάντηση και εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
125
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η Επιτροπή δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον εξέδωσε απόφαση περί αιτήσεως παροχής πληροφοριών με αποδέκτη την προσφεύγουσα δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003.
Επί του φερόμενου ως δυσανάλογου χαρακτήρα του βάρους το οποίο συνεπάγεται η απάντηση στο ερωτηματολόγιο
126
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι το βάρος το οποίο συνεπάγεται η απάντηση στο ερωτηματολόγιο δεν συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, επικρίνει το γεγονός ότι η Επιτροπή ζητεί την υποχρεωτική παροχή τριμηνιαίων στοιχείων για τη δεκαετία 2001-2010, καθώς και τον ιδιαιτέρως επαχθή χαρακτήρα της υποχρεώσεως να παρασχεθούν εκ νέου ορισμένες πληροφορίες υπό διαφορετική μορφή βάσει τροποποιημένων κριτηρίων υπολογισμού και βάσει τροποποιημένων ορισμών και λαμβανομένων υπόψη των νέων μεταβλητών. Η προσφεύγουσα φρονεί επίσης ότι η απάντηση στις νέες ερωτήσεις που περιλαμβάνονται στο ερωτηματολόγιο συνεπάγεται δυσανάλογο φόρτο εργασίας.
127
Όπως υπογραμμίστηκε στη σκέψη 97 ανωτέρω, η υποχρέωση παροχής πληροφοριών που επιβάλλεται σε ορισμένη επιχείρηση δεν πρέπει να αποτελεί για αυτή δυσανάλογο βάρος σε σχέση με τις ανάγκες της έρευνας.
128
Κατά πρώτο λόγο, υπογραμμίζεται ότι, για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 102 έως 104 ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας για τον λόγο ότι ζήτησε από την προσφεύγουσα να της παράσχει πληροφορίες τις οποίες αυτή είχε εν μέρει υποβάλει σε προγενέστερο χρόνο στην Επιτροπή, δεδομένου ότι σκοπός του ερωτηματολογίου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι η λήψη νέων πληροφοριών ή λεπτομερέστερων πληροφοριών σε σχέση με όσες παρασχέθηκαν σε προγενέστερο χρόνο.
129
Κατά δεύτερο λόγο, όσον αφορά τον ενδεχομένως δυσανάλογο χαρακτήρα του βάρους το οποίο συνεπάγεται η μορφή του ερωτηματολογίου καθώς και η μεγαλύτερη ακρίβεια ορισμένων ερωτήσεων, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα στοιχεία αυτά είχαν ως αποτέλεσμα έναν ιδιαιτέρως σημαντικό φόρτο εργασίας.
130
Εντούτοις, δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο φόρτος αυτός έχει δυσανάλογο χαρακτήρα, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, των αναγκών της έρευνας οι οποίες συνδέονται ιδίως με τις εικαζόμενες παραβάσεις τις οποίες ερευνά η Επιτροπή και, αφετέρου, των περιστάσεων της παρούσας διαδικασίας.
131
Συναφώς, πρώτον, υπενθυμίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εντάσσεται στο πλαίσιο διαδικασίας που αφορά «περιορισμούς των εμπορικών ανταλλαγών εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), συμπεριλαμβανομένου του περιορισμού των εισαγωγών προς τον ΕΟΧ από χώρες εκτός του ΕΟΧ, κατανομή των αγορών, συντονισμό των τιμών και συναφείς πρακτικές αντίθετες στον ανταγωνισμό εντός της αγοράς τσιμέντου και εντός των αγορών συναφών προϊόντων». Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το ευρύ πεδίο εφαρμογής καθώς και η σοβαρότητα των εικαζόμενων παραβάσεων επί των οποίων διεξάγει έρευνα η Επιτροπή δικαιολογούν κατεξοχήν την παροχή αυξημένου αριθμού πληροφοριών.
132
Δεύτερον, πρέπει να ληφθεί υπόψη το στοιχείο, το οποίο υπομνήσθηκε στη σκέψη 122 ανωτέρω, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εντάσσεται στο πλαίσιο έρευνας η οποία αφορά πρακτικές περιοριστικές του ανταγωνισμού και στην οποία εμπλέκονται, πέραν της προσφεύγουσας, άλλες επτά εταιρίες που δραστηριοποιούνται στον τομέα του τσιμέντου. Επομένως, δεδομένου του όγκου των προς διασταύρωση πληροφοριών, δεν είναι δυσανάλογη η απαίτηση της Επιτροπής να παρασχεθούν οι απαντήσεις υπό μορφή που να καθιστά δυνατή τη σύγκρισή τους.
133
Για τους ίδιους λόγους, δεν είναι δυσανάλογο το αίτημα της Επιτροπής να ζητήσει την παροχή τριμηνιαίων στοιχείων που καλύπτουν χρονική περίοδο σχεδόν δέκα ετών, εφόσον η Επιτροπή έχει υπόνοιες για την τέλεση παραβάσεως που καλύπτει μια μακρά περίοδο. Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης έχουν αναγνωρίσει την αναγκαιότητα να ζητεί η Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με περίοδο προγενέστερη του χρονικού διαστήματος τελέσεως των παραβάσεων προκειμένου να διευκρινιστεί το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονταν οι σχετικές ενέργειες κατά τη διάρκεια της τελευταίας αυτής περιόδου (απόφαση Slovak Telekom κατά Επιτροπής, σκέψη 22 ανωτέρω, σκέψη 51).
134
Τρίτον, και για τους ίδιους λόγους, το επιχείρημα περί δυσανάλογου χαρακτήρα του βάρους το οποίο συνεπάγονται οι συμπληρωματικές ερωτήσεις που περιλαμβάνονται στο ερωτηματολόγιο πρέπει να απορριφθεί.
135
Τέλος, τέταρτον, όσον αφορά την αιτίαση ότι η Επιτροπή δεν δέχθηκε τις εναλλακτικές προτάσεις της προσφεύγουσας για τη διατύπωση των ερωτήσεων, υπογραμμίζεται ότι, μολονότι δυνάμει της αρχής της αναλογικότητας η Επιτροπή υποχρεούται να επιλέγει το λιγότερο επαχθές μέτρο, εντούτοις η υποχρέωση αυτή ισχύει όταν είναι δυνατή η επιλογή μεταξύ περισσότερων πρόσφορων μέτρων.
136
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι προτάσεις της προσφεύγουσας ισοδυναμούσαν, στην πραγματικότητα, με αίτημα μερικής απαλλαγής από την υποχρέωση απαντήσεως σε ορισμένες ερωτήσεις, καθόσον με αυτές ζητούνταν να γίνει αποδεκτή η παροχή πληροφοριών για συντομότερη χρονική περίοδο ή βάσει μεθόδου υπολογισμού διαφορετικής από εκείνην που πρόκρινε η Επιτροπή. Δεδομένης της επιταγής η εξέταση να είναι επαρκής και λαμβανομένου υπόψη, μεταξύ άλλων, του σημαντικού αριθμού των επιχειρήσεων τις οποίες αφορά η μνημονευθείσα στη σκέψη 5 ανωτέρω διαδικασία, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι η Επιτροπή νομίμως απέρριψε τις προτάσεις της προσφεύγουσας.
137
Συνεπώς, ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά τη μη τήρηση εκ μέρους της Επιτροπής των βέλτιστων πρακτικών που αυτή εφαρμόζει όσον αφορά την υποβολή οικονομικών στοιχείων καθώς και την παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως
Επί του πρώτου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, το οποίο αφορά τη μη τήρηση εκ μέρους της Επιτροπής των βέλτιστων πρακτικών που αυτή εφαρμόζει όσον αφορά την υποβολή οικονομικών στοιχείων
138
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, όταν ακολουθεί ορισμένη πρακτική, αυτοπεριορίζεται κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει. Εξ αυτού συνάγει ότι, στον βαθμό που η Επιτροπή προέβη, εν προκειμένω, σε προηγούμενη ανταλλαγή απόψεων με τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, όπως υποδεικνύουν οι βέλτιστες πρακτικές που αυτή εφαρμόζει όσον αφορά την υποβολή οικονομικών στοιχείων στο πλαίσιο των διαδικασιών εφαρμογής των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ και στο πλαίσιο διαδικασιών συγχωνεύσεως (στο εξής: βέλτιστες πρακτικές), ήταν υποχρεωμένη να συμμορφωθεί προς τις εν λόγω βέλτιστες πρακτικές. Αυτό δεν συνέβη, καθόσον η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τα σχόλια και τα διευκρινιστικά αιτήματα που υπέβαλε η προσφεύγουσα και καθόσον το τελικώς καταρτισθέν ερωτηματολόγιο διαφέρει ουσιωδώς από το σχέδιο ερωτηματολογίου, λαμβανομένου υπόψη ότι ο αριθμός ερωτήσεων που περιλαμβάνει δεν αποτέλεσε αντικείμενο προηγούμενης ανταλλαγής απόψεων.
139
Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της επιχειρηματολογίας αυτής.
140
Το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι όντως, όταν η Επιτροπή ανακοινώνει ορισμένους ενδεικτικούς κανόνες συμπεριφοράς που αποσκοπούν στην παραγωγή εξωτερικών έννομων αποτελεσμάτων, δεν μπορεί να παρεκκλίνει από τους κανόνες αυτούς σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς να προσδιορίζει τους σχετικούς λόγους, οι οποίοι πρέπει να συμβιβάζονται με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (βλ., επ’ αυτού και κατ’ αναλογία, απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Μαΐου 2006, C-397/03 P, Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I-4429, σκέψη 91).
141
Εντούτοις, το σχετικό χωρίο των βέλτιστων πρακτικών, το οποίο επικαλείται η προσφεύγουσα, πρέπει να μπορεί να χαρακτηριστεί ως κανόνας συμπεριφοράς. Συναφώς, επισημαίνεται ότι στο σημείο 3.4.3 των βέλτιστων πρακτικών υπογραμμίζεται ότι στην περίπτωση κατά την οποία η ανταλλαγή απόψεων παρίσταται «πρόσφορη και χρήσιμη», η Επιτροπή θα προβεί στην ανταλλαγή αυτή. Ως εκ τούτου, στο μέτρο κατά το οποίο η ανταλλαγή απόψεων με τις επιχειρήσεις παρουσιάζεται απλώς ως δυνατότητα, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν τήρησε το σημείο 3.4.3 των βέλτιστων πρακτικών, συμπεριλαμβάνοντας στο ερωτηματολόγιό της ερωτήσεις που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο προηγούμενης ανταλλαγής απόψεων ή, κατά μείζονα λόγο, παραλείποντας να λάβει υπόψη το σύνολο των παρατηρήσεων που υπέβαλαν οι επιχειρήσεις που μετέσχαν στην ανταλλαγή απόψεων.
142
Επομένως, το πρώτο σκέλος του εξεταζόμενου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, το οποίο αφορά την παραβίαση εκ μέρους της Επιτροπής της αρχής της χρηστής διοικήσεως
143
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια, καθόσον τροποποιούσε σε μόνιμη βάση τον τύπο ερωτήσεων, τα εφαρμοστέα κριτήρια, τα εξεταζόμενα προϊόντα και τις χώρες αναφοράς που αποτελούσαν το αντικείμενο των διαφόρων αιτήσεων πληροφοριών. Οι ενέργειες αυτές συνιστούν παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως.
144
Η Επιτροπή αρνείται ότι παραβίασε την αρχή της χρηστής διοικήσεως.
145
Υπενθυμίζεται ότι η αιτιολογική σκέψη 37 του κανονισμού 1/2003 διευκρινίζει ότι αυτός «σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται, ειδικότερα, από τον Χάρτη [των] Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης» και ότι «θα πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται σύμφωνα με αυτά τα δικαιώματα και τις αρχές». Επιπλέον, από της θέσεως σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβώνας, ο Χάρτης, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ, έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες.
146
Το άρθρο 41 του Χάρτη, που φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα χρηστής διοίκησης», ορίζει στην παράγραφο 1 ότι «[κ]άθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου χρόνου εξέταση των υποθέσεών του από τα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης».
147
Κατά τη νομολογία τη σχετική με την αρχή της χρηστής διοικήσεως, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν εξουσία εκτιμήσεως, ο σεβασμός των εγγυήσεων που παρέχει, στο πλαίσιο των διοικητικών διαδικασιών, η έννομη τάξη της Ένωσης έχει θεμελιώδη σημασία. Μεταξύ αυτών των εγγυήσεων περιλαμβάνεται, ιδίως, η υποχρέωση του αρμοδίου οργάνου να ερευνά, με επιμέλεια και αμεροληψία, όλα τα κρίσιμα στοιχεία της συγκεκριμένης περιπτώσεως (απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-269/90, Technische Universität München, Συλλογή 1991, σ. Ι-5469, σκέψη 14, και απόφαση Atlantic Container Line κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 57 ανωτέρω, σκέψη 404).
148
Για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 102 έως 104 ανωτέρω, επισημαίνεται ότι το ερωτηματολόγιο, μολονότι έχει αντικείμενο παρεμφερές με το αντικείμενο των προγενέστερων αιτήσεων παροχής πληροφοριών, εντούτοις διαφέρει από αυτές κατά τον βαθμό ακρίβειας των ερωτήσεων που περιλαμβάνει ή καθόσον περιλαμβάνει νέες ερωτήσεις. Εξάλλου, επισημαίνεται ότι το εύρος της έρευνας που έχει κινήσει η Επιτροπή και ο αριθμός των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων καθώς και η άκρως τεχνική φύση της σχετικής αγοράς προϊόντων δικαιολογούν κατεξοχήν την υποβολή εκ μέρους της Επιτροπής διαδοχικών και εν μέρει αλληλεπικαλυπτόμενων αιτήσεων παροχής πληροφοριών χωρίς να παραβιαστεί η αρχή της χρηστής διοικήσεως.
149
Κατόπιν των ανωτέρω, ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως και, ως εκ τούτου, η προσφυγή στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν.
Επί των δικαστικών εξόδων
150
Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει, πέραν των δικών της δικαστικών εξόδων, να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την Buzzi Unicem SpA στα δικαστικά έξοδα.
Dittrich
Wiszniewska-Białecka
Prek
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 14 Μαρτίου 2014.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy