ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 21ης Μαρτίου 2012 ( *1 )
«Προσφυγή ακυρώσεως — Κρατικές ενισχύσεις — Καθεστώς ενισχύσεων που καθιστά δυνατή τη φορολογική απόσβεση χρηματοοικονομικής υπεραξίας σε περίπτωση κτήσεως μεριδίων του κεφαλαίου αλλοδαπής εταιρίας — Απόφαση κηρύσσουσα το καθεστώς ενισχύσεων ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά και μη διατάσσουσα την επιστροφή των ενισχύσεων — Δεν αφορά ατομικά τον ενδιαφερόμενο — Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T-174/11,
Modelo Continente Hipermercados, SA, sucursal en España, με έδρα τη Μαδρίτη (Ισπανία), εκπροσωπούμενη από τους J. Buendía Sierra, E. Abad Valdenebro, M. Muñoz de Juan και R. Calvo Salinero, δικηγόροι,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους R. Lyal και C. Urraca Caviedes,
καθής,
με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως του άρθρου 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2011/5/ΕΚ της Επιτροπής, της 28ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τη φορολογική απόσβεση χρηματοοικονομικής υπεραξίας σε περίπτωση κτήσεως μεριδίων του κεφαλαίου αλλοδαπής εταιρίας, υπό τον αριθμό C 45/07 (πρώην NN 51/07, πρώην CP 9/07), η οποία εφαρμόσθηκε από την Ισπανία (ΕΕ 2011, L 7, σ. 48),
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους L. Truchot (εισηγητή), πρόεδρο, M. E. Martins Ribeiro και A. Popescu, δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Ιστορικό της διαφοράς
1
Με σειρά γραπτών ερωτήσεων που κατέθεσαν κατά τα έτη 2005 και 2006 (E-4431/05, E-4772/05, E-5800/06 και P-5509/06), κάποια μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ζήτησαν από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διευκρινίσεις σχετικά με τον χαρακτηρισμό ως κρατικής ενισχύσεως της διατάξεως του άρθρου 12, παράγραφος 5, που εισήχθη στον ισπανικό νόμο περί φόρου εταιριών με τον Ley 24/2001, de Medidas Fiscales, Administrativas y del Orden Social (νόμο 24/2001 περί λήψεως φορολογικών και διοικητικών μέτρων, καθώς και μέτρων που αφορούν την κοινωνική τάξη), της 27ης Δεκεμβρίου 2001 (BOE αριθ. 313, της 31ης Δεκεμβρίου 2001, σ. 50493), η οποία περιλαμβάνεται επίσης στο Real Decreto Legislativo 4/2004, por el que se aprueba el texto refundido de la Ley del Impuesto sobre Sociedades (βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 4/2004, περί εγκρίσεως του τροποποιημένου κειμένου του νόμου περί φορολογίας εταιριών), της 5ης Μαρτίου 2004 (BOE αριθ. 61, της 11ης Μαρτίου 2004, σ. 10951) (στο εξής: επίμαχο καθεστώς). Η Επιτροπή απήντησε κατ’ ουσίαν ότι, βάσει των στοιχείων που είχε στη διάθεσή της, το επίμαχο καθεστώς δεν ενέπιπτε κατά τα φαινόμενα στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων περί κρατικών ενισχύσεων.
2
Με έγγραφα της 15ης Ιανουαρίου και της 26ης Μαρτίου 2007, η Επιτροπή κάλεσε τις ισπανικές αρχές να της παράσχουν στοιχεία προκειμένου να εκτιμήσει το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα του επίμαχου καθεστώτος. Με έγγραφα της 16ης Φεβρουαρίου και της 4ης Ιουνίου 2007, το Βασίλειο της Ισπανίας κοινοποίησε στην Επιτροπή τα στοιχεία που του είχαν ζητηθεί.
3
Με τηλεομοιοτυπία της 28ης Αυγούστου 2007, η Επιτροπή έλαβε καταγγελία από ιδιώτη επιχειρηματία ο οποίος ισχυριζόταν ότι το επίμαχο καθεστώς συνιστά κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά.
4
Με απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2007 (περίληψη στην ΕΕ C 311, σ. 21), η Επιτροπή κίνησε επίσημη διαδικασία ελέγχου όσον αφορά το επίμαχο καθεστώς.
5
Με έγγραφο της 5ης Δεκεμβρίου 2007, το Βασίλειο της Ισπανίας απέστειλε στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις του επί της εν λόγω αποφάσεως περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας. Κατά το διάστημα μεταξύ 18ης Ιανουαρίου και 16ης Ιουνίου 2008, η Επιτροπή έλαβε επίσης τις παρατηρήσεις 32 ενδιαφερόμενων τρίτων. Με έγγραφα της 30ής Ιουνίου 2008 και της 22ας Απριλίου 2009, το Βασίλειο της Ισπανίας υπέβαλε τα σχόλιά του επί των παρατηρήσεων των ενδιαφερόμενων τρίτων.
6
Στις 18 Φεβρουαρίου 2008, στις 12 Μαΐου και στις 8 Ιουνίου 2009 οργανώθηκαν συσκέψεις τεχνικού χαρακτήρα με τις ισπανικές αρχές. Συσκέψεις τεχνικού χαρακτήρα οργανώθηκαν και με ορισμένους από τους 32 ενδιαφερόμενους τρίτους.
7
Με έγγραφο της 14ης Ιουλίου 2008 και με ηλεκτρονική επιστολή της 16ης Ιουνίου 2009, το Βασίλειο της Ισπανίας υπέβαλε στην Επιτροπή πρόσθετα στοιχεία.
8
Η Επιτροπή περάτωσε τη διαδικασία, όσον αφορά τις κτήσεις μεριδίων εταιρικού κεφαλαίου που πραγματοποιήθηκαν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την απόφασή της 2011/5/ΕΚ της 28ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τη φορολογική απόσβεση της χρηματοοικονομικής υπεραξίας σε περίπτωση κτήσεως μεριδίων του κεφαλαίου αλλοδαπής εταιρίας, με αριθμό C 45/07 (πρώην NN 51/07, πρώην CP 9/07), η οποία εφαρμόσθηκε από την Ισπανία (ΕΕ 2011, L 7, σ. 48, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
9
Με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά το επίμαχο καθεστώς, στο μέτρο που συνιστά φορολογικό πλεονέκτημα το οποίο καθιστά δυνατή για τις ισπανικές εταιρίες την απόσβεση της υπεραξίας λόγω κτήσεως μεριδίων εταιρικού κεφαλαίου αλλοδαπών επιχειρήσεων, στην περίπτωση κατά την οποία πρόκειται περί μεριδίων κεφαλαίου επιχειρήσεων εδρευουσών εντός της Ένωσης.
10
Το άρθρο 1, παράγραφοι 2 και 3, της προσβαλλομένης αποφάσεως επιτρέπει πάντως τη συνέχιση της εφαρμογής του επίμαχου καθεστώτος, δυνάμει της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, στην περίπτωση μεριδίων εταιρικού κεφαλαίου που αποκτήθηκαν πριν δημοσιευθεί, στις 21 Δεκεμβρίου 2007, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης η απόφαση περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας ελέγχου, καθώς και στην περίπτωση κατά την οποία η διαδικασία κτήσεως μεριδίων εταιρικού κεφαλαίου, που πρέπει να εγκριθεί από ρυθμιστική αρχή στην οποία είχε κοινοποιηθεί πριν την ημερομηνία αυτή, είχε κινηθεί κατά τρόπο αμετάκλητο προ της 21ης Δεκεμβρίου 2007.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
11
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 18 Μαΐου 2011, η προσφεύγουσα Modelo Continente Hipermercados, SA, sucursal en España, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
12
Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 26 Μαΐου 2011, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.
13
Στις 8 Ιουλίου 2011 η προσφεύγουσα κατέθεσε τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου που είχε προβάλει η Επιτροπή.
14
Η προσφεύγουσα ζητεί κατ’ ουσίαν από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή και να διατάξει τη συνέχιση της διαδικασίας·
—
να ακυρώσει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
15
Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να κρίνει την προσφυγή απαράδεκτη·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
16
Δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν ένας διάδικος το ζητήσει, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να κρίνει επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, η διαδικασία επί της αιτήσεως συνεχίζεται προφορικώς, εκτός αν το Γενικό Δικαστήριο αποφασίσει άλλως. Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι έχει ενημερωθεί επαρκώς από τα έγγραφα της δικογραφίας και αποφασίζει να αποφανθεί χωρίς προφορική διαδικασία.
17
Η Επιτροπή διατείνεται ότι η υπό κρίση προσφυγή είναι απαράδεκτη για τον λόγο ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ούτε ότι είχε έννομο συμφέρον να ασκήσει την προσφυγή ούτε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση την αφορούσε ατομικά.
18
Πρέπει να εξετασθεί πρωτίστως ο δεύτερος λόγος απαραδέκτου τον οποίο προέβαλε η Επιτροπή.
19
Κατά το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, «[κ]άθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του πρώτου και του δευτέρου εδαφίου, να ασκεί προσφυγή κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα και ατομικά, καθώς και κατά των κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα».
20
Δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν επίσημης διαδικασίας ελέγχου και δεν έχει ως αποδέκτη την προσφεύγουσα, το ζήτημα αν αφορά την προσφεύγουσα ατομικά πρέπει να εξετασθεί βάσει των κριτηρίων που έχουν τεθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937). Επομένως, η προσφεύγουσα πρέπει να αποδείξει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση τη θίγει λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών της ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως η οποία τη διακρίνει έναντι κάθε άλλου προσώπου και, ως εκ τούτου, την εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη της αποφάσεως (βλ., σχετικώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Απριλίου 2004, C-298/00 P, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I-4087, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
21
Η προσφεύγουσα επικαλείται την ιδιότητα της δικαιούχου του επίμαχου καθεστώτος για να αποδείξει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το εν λόγω καθεστώς κηρύσσεται παράνομο και ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά, την αφορά ατομικά στην περίπτωση κτήσεως μεριδίων κεφαλαίου εταιρίας εντός της Ένωσης.
22
Κατά πάγια νομολογία, μια επιχείρηση δεν μπορεί καταρχήν να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή ακυρώσεως κατά αποφάσεως της Επιτροπής απαγορεύουσας τομεακό καθεστώς ενισχύσεων, εάν η απόφαση αυτή αφορά την εν λόγω επιχείρηση απλώς και μόνο λόγω του ότι δραστηριοποιείται στον οικείο τομέα και λόγω της ιδιότητάς της της δυνητικής δικαιούχου του εν λόγω καθεστώτος. Συγκεκριμένα, η απόφαση αυτή αποτελεί, όσον αφορά την εν λόγω επιχείρηση, μέτρο γενικής ισχύος το οποίο έχει εφαρμογή σε αντικειμενικώς καθοριζόμενες περιπτώσεις και συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα για μια κατηγορία προσώπων τα οποία αφορά κατά τρόπο γενικό και αόριστο (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 11ης Ιουνίου 2009, T-309/02, Acegas κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. II-1809, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
23
Εντούτοις, στο μέτρο που η επίμαχη απόφαση δεν αφορά την προσφεύγουσα επιχείρηση μόνον υπό την ιδιότητά της της επιχειρήσεως του οικείου τομέα και δυνητικής δικαιούχου του καθεστώτος ενισχύσεων, αλλά και υπό την ιδιότητά της της πραγματικής δικαιούχου ατομικής ενισχύσεως η οποία χορηγήθηκε βάσει του εν λόγω καθεστώτος και της οποίας την ανάκτηση διέταξε η Επιτροπή, η εν λόγω απόφαση αφορά την προσφεύγουσα ατομικά, η δε προσφυγή της κατά της αποφάσεως αυτής είναι παραδεκτή (βλ., σχετικώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Οκτωβρίου 2000, C-15/98 και C-105/99, Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-8855, σκέψεις 34 και 35, και απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, T-75/03, Banco Comercial dos Açores κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 44).
24
Ως εκ τούτου, πρέπει να εξετασθεί αν η προσφεύγουσα έχει την ιδιότητα της πραγματικής δικαιούχου ατομικής ενισχύσεως η οποία χορηγήθηκε βάσει του καθεστώτος ενισχύσεων που αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση και της οποίας την ανάκτηση διέταξε η Επιτροπή (βλ., επί του σημείου αυτού, απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Ιουνίου 2011, C-71/09 P, C-73/09 P και C-76/09 P, Comitato «Venezia vuole vivere» κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2011, σ. Ι-4727, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 8ης Μαρτίου 2012, T-221/10, Iberdrola κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 27).
25
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση την αφορά ατομικά λόγω της κτήσεως μεριδίων του κεφαλαίου εταιρίας εδρεύουσας στην Πορτογαλία. Όπως διευκρινίζει, στις 26 Ιουλίου 2007 η εδρεύουσα στην Πορτογαλία μητρική εταιρία της συνήψε με ολλανδική εταιρία σύμβαση αγοράς περιλαμβάνουσα ως όρο τη χορήγηση άδειας εκ μέρους της πορτογαλικής αρχής ανταγωνισμού. Η αρχή αυτή ενέκρινε την εν λόγω πράξη στις 27 Δεκεμβρίου 2007, αφού είχε πληροφορηθεί ότι η «συμβατική θέση» της μητρικής εταιρίας της προσφεύγουσας είχε παραχωρηθεί στην προσφεύγουσα κατ’ εφαρμογήν της συμβάσεως αγοράς. Η πράξη πραγματοποιήθηκε εν τέλει στις 31 Δεκεμβρίου 2007 και η προσφεύγουσα προσάρτησε στο παράρτημα του δικογράφου της προσφυγής της σειρά εγγράφων τα οποία πιστοποιούν την εκ μέρους της εφαρμογή του επίμαχου καθεστώτος στην εν λόγω πράξη. Συνεπώς, η προσφεύγουσα απέδειξε την ιδιότητά της της πραγματικής δικαιούχου του επίμαχου καθεστώτος. Επισημαίνει ωστόσο ότι δεν υπέχει υποχρέωση επιστροφής της ενισχύσεως.
26
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, συναφώς, στηριζόμενη στη νομολογία, ότι η διαπίστωση ότι πράξη κηρύσσουσα ενίσχυση ασυμβίβαστη προς την αγορά αφορά ατομικώς τον προσφεύγοντα δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιβάλλεται στον προσφεύγοντα υποχρέωση επιστροφής της οικείας ενισχύσεως. Επιπλέον, κατά την προσφεύγουσα, το ζήτημα της υποχρεώσεως επιστροφής της ενισχύσεως εξετάζεται από τη νομολογία επαλλήλως.
27
Το επιχείρημα αυτό είναι απορριπτέο. Οι προαναφερθείσες στη σκέψη 24 αποφάσεις, καθώς και οι αποφάσεις που παρέθεσε η προσφεύγουσα εξαρτούν, υπό τους ίδιους όρους, τη διαπίστωση ότι μια απόφαση κηρύσσουσα καθεστώς ενισχύσεων ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα από την απόδειξη της ιδιότητάς του του πραγματικού δικαιούχου ατομικής ενισχύσεως η οποία χορηγήθηκε βάσει αυτού του καθεστώτος και της οποίας την ανάκτηση διέταξε η Επιτροπή (αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, T-136/05, Salvat père & fils κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. II-4063, σκέψη 70· της 11ης Ιουνίου 2009, T-292/02, Confservizi κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. II-1659, σκέψη 44, και T-301/02, ΑΕΜ κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. II-1757, σκέψη 45). Από τη διατύπωση αυτή, που συσχετίζει την υποχρέωση επιστροφής της ενισχύσεως με την ιδιότητα του προσφεύγοντος ως πραγματικού δικαιούχου, δεν προκύπτει κατ’ ανάγκη ότι η επιβολή της υποχρεώσεως αυτής είναι δευτερεύουσας σημασίας ή απλώς τυπική.
28
Πρέπει εξάλλου να επισημανθεί ότι η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 28ης Νοεμβρίου 2008, T-254/00, T-270/00 και T-277/00, Hôtel Cipriani κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. II-3269, σκέψη 84), την οποία επίσης παραθέτει η προσφεύγουσα, περιορίζεται στην επανάληψη των δύο προαναφερθέντων όρων και αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη σειρά επιστροφής εκτιμώντας ότι η εξατομίκευση προκύπτει, εν προκειμένω, από την ιδιαίτερη βλάβη που προκαλεί η υποχρέωση επιστροφής στα συμφέροντα των δυνάμενων να εξατομικευθούν μελών αυτού του κλειστού κύκλου. Το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί της αιτήσεως αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως αυτής, διαπίστωσε ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις είχαν έννομο συμφέρον, καθόσον η επίμαχη απόφαση τις αφορούσε ατομικά λόγω της ιδιαίτερης βλάβης την οποία η εντολή επιστροφής των οικείων ενισχύσεων προκαλούσε στην έννομη κατάστασή τους (προαναφερθείσα απόφαση Comitato «Venezia vuole vivere» κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 51).
29
Περαιτέρω, αντιθέτως από όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, από τη σκέψη 56 της προαναφερθείσας αποφάσεως Comitato «Venezia vuole vivere» κ.λπ. κατά Επιτροπής δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο ανεπιφύλακτα αναγνωρίζει ότι η ανάκτηση του πλεονεκτήματος δεν αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για τη διαπίστωση ότι η οικεία απόφαση αφορά ατομικώς τον προσφεύγοντα. Συγκεκριμένα, επί του σημείου αυτού, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εντολή επιστροφής ενισχύσεως αφορά ήδη ατομικά όλους τους δικαιούχους του επίμαχου καθεστώτος, καθόσον αυτοί, από την έκδοση της επίμαχης αποφάσεως, διατρέχουν τον κίνδυνο να αναζητηθούν τα παρασχεθέντα σε αυτούς πλεονεκτήματα και επομένως θίγονται όσον αφορά τη νομική τους κατάσταση, οπότε δεν απαιτείται να εξεταστεί κατά πόσο συντρέχουν πρόσθετες προϋποθέσεις αφορώσες περιπτώσεις στις οποίες η απόφαση της Επιτροπής δεν συνοδεύεται από εντολή επιστροφής. Επιπλέον, το ενδεχόμενο να μην αναζητηθούν, μεταγενέστερα, στην πράξη από τους δικαιούχους τα πλεονεκτήματα που κρίθηκαν παράνομα δεν αποκλείει τη διαπίστωση ότι η οικεία απόφαση τους αφορά ατομικά. Το Δικαστήριο περιορίζεται, στο πλαίσιο αυτό, στην επισήμανση ότι η εντολή επιστροφής που περιλαμβάνει η επίδικη απόφαση αρκεί για την εξατομίκευση των οικείων δικαιούχων, χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί αν η εντολή αυτή θα παραγάγει αποτελέσματα σε εθνικό επίπεδο.
30
Ως εκ τούτου, όταν η προσβαλλόμενη πράξη επιτάσσει την επιστροφή των χορηγηθεισών στο πλαίσιο σχετικού καθεστώτος ενισχύσεων, η πράξη αυτή αφορά ατομικώς μόνον τους προσφεύγοντες στους οποίους έχει επιβληθεί υποχρέωση επιστροφής.
31
Κατά συνέπεια, στο μέτρο που η προσφεύγουσα δεν υπέχει υποχρέωση επιστροφής, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση την αφορά ατομικά.
32
Μολονότι το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η απόρριψη της υπό κρίση προσφυγής ως απαράδεκτης της στερεί τη δυνατότητα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, ενώ περιλαμβάνεται στο μέρος της επιχειρηματολογίας που άπτεται του εννόμου συμφέροντος, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι προβάλλεται επίσης με σκοπό να αποδειχθεί ότι η οικεία απόφαση αφορά την προσφεύγουσα ατομικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η Ένωση αποτελεί Ένωση δικαίου, στο πλαίσιο της οποίας οι πράξεις των οργάνων της υπόκεινται σε έλεγχο σχετικά με το αν είναι σύμφωνες με τη Συνθήκη και με τις γενικές αρχές του δικαίου, στις οποίες καταλέγονται και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Συνεπώς, οι ιδιώτες πρέπει να μπορούν να απολαύουν αποτελεσματικής ένδικης προστασίας όσον αφορά τα δικαιώματα που αντλούν από την έννομη τάξη της Ένωσης. Εν προκειμένω, πάντως, η προσφεύγουσα σε καμία περίπτωση δεν στερείται παντελώς αποτελεσματικής ένδικης προστασίας. Συγκεκριμένα, ακόμη κι αν η υπό κρίση προσφυγή κριθεί απαράδεκτη, τίποτε δεν απαγορεύει στην προσφεύγουσα να προτείνει σε εθνικό δικαστήριο, στο πλαίσιο των διαφορών ενώπιον εθνικού δικαστηρίου των οποίων επικαλείται την ύπαρξη, όπου θα προβληθούν ισχυρισμοί δυνάμενοι να θέσουν εν αμφιβόλω τη διαπίστωση ότι, βάσει της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν υφίσταται υποχρέωση επιστροφής της ενισχύσεως από την προσφεύγουσα, να υποβάλει αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, προκειμένου να αμφισβητηθεί το κύρος της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον με αυτήν διαπιστώνεται ότι το επίμαχο καθεστώς δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά (βλ., επί του σημείου αυτού, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 24ης Μαρτίου 2011, T-443/08 και T-455/08, Freistaat Sachsen κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2011, σ. ΙΙ-1311, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η άσκηση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου άλλων προσφυγών κατά του άρθρου 1, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν θίγει την εν λόγω ένδικη προστασία. Πράγματι, το Γενικό Δικαστήριο είτε θα ακυρώσει τη διάταξη αυτή και η ακύρωση θα δεσμεύσει τον εθνικό δικαστή, είτε θα απορρίψει τις προσφυγές, οπότε θα εξακολουθεί να υφίσταται υποχρέωση του εθνικού δικαστή να υποβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς το κύρος της επίμαχης διατάξεως (βλ., επί του σημείου αυτού, απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Οκτωβρίου 1987, 314/85, Foto-Frost, Συλλογή 1987, σ. 4199, 4225, σκέψη 15).
33
Πρέπει συνεπώς η προσφυγή να απορριφθεί ως απαράδεκτη, χωρίς να απαιτείται η εξέταση του πρώτου λόγου απαραδέκτου την οποία προβάλλει η Επιτροπή και η οποία αντλείται από έλλειψη εννόμου συμφέροντος της προσφεύγουσας.
Επί των δικαστικών εξόδων
34
Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα έξοδά της, καθώς και σε αυτά στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της δεύτερης.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα)
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει τη Modelo Continente Hipermercados, SA, sucursal en España, στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 21 Μαρτίου 2012.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο Πρόεδρος
L. Truchot
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
Full & Egal Universal Law Academy