29.3.2014
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 93/12
Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 13ης Φεβρουαρίου 2014 [αίτηση του Bundesgerichtshof (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] — H. Gautzsch Großhandel GmbH & Co. KG κατά Münchener Boulevard Möbel Joseph Duna GmbH
(Υπόθεση C-479/12) (1)
(Προδικαστική παραπομπή - Πνευματική ιδιοκτησία - Κοινοτικά σχέδια ή υποδείγματα - Κανονισμός (ΕΚ) 6/2002 - Άρθρα 7, παράγραφος 1, 11, παράγραφος 2, 19, παράγραφος 2, 88 και 89, παράγραφος 1, στοιχεία α' και δ' - Μη καταχωρισμένο κοινοτικό υπόδειγμα - Προστασία - Διάθεση στο κοινό - Νεωτερισμός - Αγωγή λόγω παραποιήσεως/απομιμήσεως - Βάρος αποδείξεως - Παραγραφή αξιώσεως - Αποδυνάμωση δικαιώματος - Εφαρμοστέο δίκαιο)
2014/C 93/19
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Αιτούν δικαστήριο
Bundesgerichtshof
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
H. Gautzsch Großhandel GmbH & Co. KG
κατά
Münchener Boulevard Möbel Joseph Duna GmbH
Αντικείμενο
Αίτηση προδικαστικής απόφασης — Bundesgerichtshof — Ερμηνεία των άρθρων 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, 11, παράγραφος 2, 19, παράγραφος 2, και 89, παράγραφος 1, στοιχείο α' και δ', του κανονισμού (ΕΚ) 6/2002 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2001, για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα (ΕΕ 2002, L 3, σ. 1) — Έννοια του όρου «διάθεση στο κοινό» — Βάρος της απόδειξης της παραποίησης/απομίμησης του μη καταχωρισμένου σχεδίου — Υπόδειγμα που έχει παρουσιαστεί σε εκθεσιακό χώρο ο οποίος βρίσκεται εκτός του πεδίου της συνήθους παρακολούθησης της αγοράς και που έχει γίνει γνωστό σε επιχειρηματία του συγκεκριμένου κλάδου χωρίς την προϋπόθεση να παραμείνει απόρρητο — Προθεσμία παραγραφής της αξίωσης μη χρήσης του υποδείγματος από κανέναν τρίτο — Παραγραφή της αξίωσης — Καθορισμός του δικαίου με βάση το οποίο επιλύονται οι διαφορές που έχουν ως αντικείμενο την παραποίηση/απομίμηση και την ακυρότητα των κοινοτικών σχεδίων ή υποδειγμάτων
Διατακτικό
1)
Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 6/2002 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2001, για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα, έχει την έννοια ότι μπορεί να γίνει δεκτό ότι ένα μη καταχωρισμένο σχέδιο ή υπόδειγμα ενδέχεται, κατά τη συνήθη πορεία των επιχειρηματικών εργασιών, να έχει ευλόγως καταστεί γνωστό στους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον εικόνες του εν λόγω σχεδίου ή υποδείγματος είχαν διαδοθεί σε εμπόρους που δραστηριοποιούνται στον κλάδο αυτό, κάτι που εναπόκειται στο δικαστήριο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων να αξιολογήσει λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων περιστάσεων της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί.
2)
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 6/2002 έχει την έννοια ότι μπορεί να γίνει δεκτό ότι ένα μη καταχωρισμένο σχέδιο ή υπόδειγμα, παρότι διατέθηκε σε τρίτον χωρίς ρητή ή σιωπηρή προϋπόθεση να παραμείνει απόρρητο, δεν θα μπορούσε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να έχει καταστεί ευλόγως γνωστό στους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν διατέθηκε σε μία μόνον επιχείρηση του εν λόγω κλάδου ή αν παρουσιάσθηκε μόνον στους εκθεσιακούς χώρους επιχειρήσεως εγκατεστημένης εκτός του εδάφους της Ένωσης, κάτι που εναπόκειται στο δικαστήριο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων να αξιολογήσει, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων περιστάσεων της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί.
3)
Το άρθρο 19, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 6/2002 έχει την έννοια ότι απόκειται στον δικαιούχο του προστατευόμενου σχεδίου ή υποδείγματος να αποδείξει ότι η αμφισβητούμενη χρήση απορρέει από αντίγραφο του εν λόγω σχεδίου ή υποδείγματος. Εντούτοις, εάν το δικαστήριο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων διαπιστώσει ότι το γεγονός ότι ο εν λόγω δικαιούχος φέρει το βάρος αποδείξεως ενδέχεται να καταστήσει αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή τη διεξαγωγή της αποδείξεως, οφείλει, προς διασφάλιση της τηρήσεως της αρχής της αποτελεσματικότητας, να χρησιμοποιήσει όλα τα δικονομικά μέσα που του παρέχει το εθνικό δίκαιο, προκειμένου να αντιμετωπίσει τη δυσκολία αυτή, συμπεριλαμβανομένων, ενδεχομένως, των κανόνων εσωτερικού δικαίου οι οποίοι προβλέπουν αντιστροφή ή ελάφρυνση του βάρους αποδείξεως.
4)
Η παραγραφή αξιώσεως και η αποδυνάμωση δικαιώματος που μπορούν να προβληθούν προς αντίκρουση αγωγής ασκηθείσας βάσει των άρθρων 19, παράγραφος 2, και 89, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 6/2002 διέπονται από το εθνικό δίκαιο το οποίο πρέπει να εφαρμόζεται τηρουμένων των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
5)
Το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δ', του κανονισμού 6/2002 έχει την έννοια ότι οι αξιώσεις για καταστροφή των προϊόντων παραποιήσεως/απομιμήσεως διέπονται από τη νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένου του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, του κράτους μέλους εντός του οποίου διαπράχθηκαν ή επαπειλούνται να διαπραχθούν οι πράξεις παραποιήσεως/απομιμήσεως. Οι αξιώσεις για αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από τις δραστηριότητες του αυτουργού των πράξεων αυτών και για παροχή πληροφοριών σχετικά με τις δραστηριότητες αυτές, ούτως ώστε να προσδιορισθεί η εν λόγω ζημία, διέπονται, βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, από το εθνικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, του επιληφθέντος δικαστηρίου κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων.
(1) ΕΕ C 32 της 2.2.2013.
Full & Egal Universal Law Academy