ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
NIILO JÄÄSKINEN
της 14ης Μαρτίου 2013 ( 1 )
Υπόθεση C-3/12
Syndicat OP 84κατά
Établissement national des produits de l’agriculture et de la mer (FranceAgriMer), όπως έχει υποκατασταθεί στα δικαιώματα
του Office national interprofessionnel des fruits, des légumes, des vins et de l’horticulture (VINIFLHOR),όπως έχει υποκατασταθεί με τη σειρά του στα δικαιώματα
του Office national interprofessionnel des fruits et légumes et de l’horticulture (ONIFLHOR)
[αίτηση του Conseil d’État (Γαλλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Γεωργία — Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων — Κανονισμός 4045/89/ΕΟΚ — Έννοια της “περιόδου ελέγχου” κατά το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού — Πράξεις που πρέπει να ολοκληρωθούν “από την 1η Ιουλίου [ενός έτους] μέχρι τις 30 Ιουνίου του επόμενου έτους” από την αρμόδια για τον έλεγχο αρχή — Δυνατότητα συνεχίσεως των πράξεων ελέγχου κατά την επόμενη περίοδο ελέγχου σε περίπτωση που η διεξαγωγή του ελέγχου κατέστη πρακτικώς αδύνατη από υπαιτιότητα του λήπτη των ενισχύσεων — Επιστροφή των ενισχύσεων που εισπράχθηκαν χωρίς να παρασχεθούν εκ των υστέρων δικαιολογητικά στοιχεία ως προς την είσπραξή τους — Έννοια της κυρώσεως κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού»
I – Εισαγωγή
1.
Η κρινόμενη υπόθεση αφορά την ερμηνεία των άρθρων 2, παράγραφος 4, και 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4045/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, περί των ελέγχων, εκ μέρους των κρατών μελών, των πράξεων που αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδοτήσεως από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, και για την κατάργηση της οδηγίας 77/435/ΕΟΚ ( 2 ).
2.
Ο κανονισμός αυτός έχει ως σκοπό να καθοδηγήσει και να βοηθήσει τα κράτη μέλη στα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί όσον αφορά τον έλεγχο των πράξεων που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων (στο εξής: ΕΓΤΠΕ – Τμήμα Εγγυήσεων), δηλαδή στο να επαληθεύουν την κανονικότητα των επιχειρήσεων αυτών, να προλαμβάνουν και να διώκουν ενδεχόμενες παρατυπίες, καθώς και να ανακτούν τα απολεσθέντα εξαιτίας παρατυπιών ή αμελειών ποσά. Οι διατάξεις του έχουν κυρίως σκοπό να χρησιμεύσουν ως κανονιστικό πλαίσιο, αλλά και να ενισχύσουν τους ελέγχους που πρέπει να πραγματοποιούνται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές βάσει των εμπορικών εγγράφων των επιχειρήσεων που έχουν λάβει τέτοιες οικονομικές ενισχύσεις ( 3 ).
3.
Κατ’ αρχάς, με την αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το Conseil d’État (Γαλλία) θέτει για πρώτη φορά στο Δικαστήριο το ζήτημα του προσδιορισμού της έννοιας της «περιόδου ελέγχου», κατά το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 4045/89, περίοδος η οποία, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, «εκτείνεται από την 1η Ιουλίου [ενός έτους] μέχρι τις 30 Ιουνίου του επομένου έτους» και κατά τη διάρκεια της οποίας πρέπει να διεξάγονται οι έλεγχοι ( 4 ).
4.
Η εν λόγω αίτηση εντάσσεται στο πλαίσιο διαφοράς σχετικής με έλεγχο ο οποίος ανακοινώθηκε μεν τον Μάιο του 2000, κατά τη διάρκεια μιας πρώτης «περιόδου ελέγχου», αλλά, από υπαιτιότητα του υποκείμενου στον έλεγχο επιχειρηματία, δεν κατέστη δυνατόν να διεξαχθεί επιτόπου παρά μόνον πολλούς μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 2001, δηλαδή κατά τη διάρκεια της επόμενης «περιόδου ελέγχου» ( 5 ).
5.
Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, στο πλαίσιο αυτό, από το Δικαστήριο, αφενός, να διευκρινίσει ποιες είναι οι πράξεις ή οι ενέργειες οι οποίες πρέπει απαραιτήτως να ολοκληρώνονται εντός της προβλεπόμενης από τον κανονισμό 4045/89 περιόδου ελέγχου ( 6 ) και, αφετέρου, να αποφανθεί επί του αν η συμπεριφορά ή/και η αμέλεια του υποκείμενου στον έλεγχο επιχειρηματία μπορούν να ασκήσουν συναφώς επιρροή.
6.
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο ερωτάται σχετικά με την επιρροή που μπορεί να έχουν οι ενέργειες του υποκείμενου στον έλεγχο επιχειρηματία στη διεξαγωγή του ελέγχου. Ζητείται δηλαδή να διευκρινιστεί αν, σε περίπτωση που η διεξαγωγή του ελέγχου κατέστη αδύνατη από υπαιτιότητα του υποκείμενου στον έλεγχο επιχειρηματία, οι αρμόδιες αρχές έχουν τη δυνατότητα να διατάξουν την επιστροφή των ενισχύσεων που φαίνεται να έχουν εισπραχθεί αχρεωστήτως και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν μια τέτοια απαίτηση εμπίπτει στην κατηγορία των κυρώσεων του άρθρου 6, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού.
7.
Πράγματι, το οικονομικό διακύβευμα που ενέχει η προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στον εν λόγω τομέα είναι ιδιαιτέρως σημαντικό, όπως αποδεικνύεται από τα αριθμητικά στοιχεία της περιόδου κατά την οποία σημειώθηκαν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης ( 7 ).
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Ο κανονισμός 729/70
8.
Στην έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ( 8 ) αναφέρεται ότι «πρέπει να ληφθούν μέτρα για την πρόληψη και δίωξη κάθε ανωμαλίας και για την ανάκτηση των απολεσθέντων ποσών από τέτοιες ανωμαλίες ή αμέλειες [, καθώς και] ότι πρέπει να καθορισθεί η ανάληψη του βάρους των οικονομικών συνεπειών αυτών των ανωμαλιών ή αμελειών».
9.
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:
«[T]α Κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να:
—
εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το Ταμείο πράξεων,
—
προλάβουν και διώξουν ανωμαλίες,
—
ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξ αιτίας ανωμαλιών ή αμελειών ποσά.
Tα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τα ληφθέντα μέτρα προς τον σκοπό αυτό και ιδίως για την πορεία των διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών.»
Β – Ο κανονισμός 4045/89
10.
Η πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 4045/89 υπενθυμίζει τα τρία είδη καθηκόντων που ανατίθενται στα κράτη μέλη με το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70.
11.
Στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι «ο έλεγχος των εμπορικών εγγράφων των δικαιούχων ή οφειλετών επιχειρήσεων μπορεί να αποτελέσει ένα πολύ αποτελεσματικό μέσο ελέγχου των ενεργειών που αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδοτήσεως του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων[,] ότι ο έλεγχος αυτός συμπληρώνει τους άλλους ελέγχους που πραγματοποιούνται από τα κράτη μέλη [και] ότι, επιπλέον, ο [εν λόγω] κανονισμός δεν θίγει τις εθνικές διατάξεις στον τομέα του ελέγχου οι οποίες είναι περισσότερο εκτεταμένες από τις προβλεπόμενες στον [εν λόγω] κανονισμό».
12.
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 4045/89 ορίζει ότι ο κανονισμός αυτός «αφορά τον έλεγχο της πραγματικότητας και της κανονικότητας των ενεργειών που αποτελούν αμέσως ή εμμέσως μέρος του συστήματος χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, βάσει των εμπορικών εγγράφων των δικαιούχων ή οφειλετών, [οι οποίοι θα καλούνται στο εξής:] “επιχειρήσεις”».
13.
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 4045/89, όπως έχει τροποποιηθεί ( 9 ), ορίζει ότι, για τους σκοπούς του κανονισμού αυτού, «νοούνται ως “εμπορικά έγγραφα” το σύνολο των βιβλίων, καταλόγων, σημειώσεων και αιτιολογικών εγγράφων, η λογιστική, τα αρχεία παραγωγής και ποιότητας και η αλληλογραφία, που αφορούν την επαγγελματική δραστηριότητα της επιχείρησης, καθώς και τα εμπορικά στοιχεία, υπό οποιανδήποτε μορφή, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικά αποθηκευμένων στοιχείων, εφόσον τα έγγραφα ή στοιχεία αυτά έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με τις πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1».
14.
Το άρθρο 2, παράγραφοι 1, 2 και 4, του κανονισμού 4045/89 προβλέπει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη προβαίνουν σε συστηματικούς ελέγχους των εμπορικών εγγράφων των επιχειρήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τον χαρακτήρα των πράξεων που πρέπει να ελεγχθούν. Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε η επιλογή των επιχειρήσεων που πρέπει να ελεγχθούν να επιτρέπει την καλύτερη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των μέτρων προλήψεως και ανιχνεύσεως των ανωμαλιών στο πλαίσιο του συστήματος χρηματοδοτήσεως του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων. Η επιλογή λαμβάνει, ιδίως, υπόψη την οικονομική σημασία των επιχειρήσεων στον τομέα αυτόν καθώς και άλλους παράγοντες κινδύνου.
2. […]
Για κάθε περίοδο ελέγχου [...], τα κράτη μέλη επιλέγουν τις προς έλεγχο επιχειρήσεις με βάση τα αποτελέσματα της ανάλυσης κινδύνων στον τομέα των επιστροφών κατά την εξαγωγή, καθώς και σε όλα τα άλλα μέτρα στα οποία έχει εφαρμογή. Τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή την πρότασή τους για τη χρήση της ανάλυσης κινδύνων. […] [ ( 10 )].
[…]
4. Η περίοδος ελέγχου εκτείνεται από την 1η Ιουλίου μέχρι τις 30 Ιουνίου του επομένου έτους.
Ο έλεγχος αφορά περίοδο τουλάχιστον 12 μηνών που λήγει κατά την προηγούμενη περίοδο ελέγχου· μπορεί να παραταθεί για περιόδους που καθορίζονται από το κράτος μέλος, πριν ή μετά την εν λόγω δωδεκάμηνη περίοδο [ ( 11 )]».
15.
Από το άρθρο 4 του ίδιου κανονισμού προκύπτει ότι «[ο]ι επιχειρήσεις διατηρούν τα εμπορικά έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, και στο άρθρο 3 για τρία τουλάχιστον έτη, που υπολογίζονται από τη λήξη του έτους της καταρτίσεώς τους» και ότι «[τ]α κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν μακρύτερη περίοδο για τη διατήρηση των εγγράφων αυτών».
16.
Δυνάμει του άρθρου 6 του εν λόγω κανονισμού:
«1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επί των ελέγχων υπάλληλοι έχουν δικαίωμα να κατάσχουν ή να διατάξουν την κατάσχεση εμπορικών εγγράφων. Το δικαίωμα αυτό ασκείται σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές διατάξεις και δεν θίγει την εφαρμογή των κανόνων της ποινικής δικονομίας σχετικά με την κατάσχεση εγγράφων.
2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την επιβολή κυρώσεων κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων που δεν τηρούν τις υποχρεώσεις κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.»
Γ – Ο κανονισμός 2988/95
17.
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( 12 ), ορίζει ως παρατυπία «κάθε παράβαση διάταξης του κοινοτικού δικαίου που προκύπτει από πράξη ή παράλειψη ενός οικονομικού φορέα, με πραγματικό ή ενδεχόμενο αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο γενικός προϋπολογισμός των Κοινοτήτων ή προϋπολογισμός διαχειριζόμενος από τις Κοινότητες [...] [μεταξύ άλλων] με αδικαιολόγητη δαπάνη».
18.
Το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι η προθεσμία παραγραφής της διώξεως είναι τετραετής από τη διάπραξη της παρατυπίας, διευκρινίζοντας ωστόσο, αφενός, ότι οι τομεακοί κανόνες μπορούν να προβλέπουν μικρότερη προθεσμία, η οποία πάντως δεν μπορεί να είναι μικρότερη των τριών ετών, και, αφετέρου, ότι τα κράτη μέλη διατηρούν την ευχέρεια εφαρμογής μεγαλύτερης προθεσμίας.
19.
Κατά το άρθρο 4, το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο II του κανονισμού 2988/95 που τιτλοφορείται «Διοικητικά μέτρα και κυρώσεις»:
«1. Κάθε παρατυπία συνεπάγεται, κατά γενικό κανόνα, την αφαίρεση του αδικαιολογήτως αποκτηθέντος οφέλους:
—
με την υποχρέωση [...] επιστροφής των αδικαιολογήτως εισπραχθέντων ποσών
– […].
2. Η εφαρμογή των μέτρων της παραγράφου 1 περιορίζεται στην αφαίρεση του εξασφαλισθέντος οφέλους προσαυξημένου, εφόσον προβλέπεται, με τόκους που δύνανται να καθοριστούν κατ’ αποκοπήν.
3. Οι πράξεις οι οποίες αποδεδειγμένως αποσκοπούν στην εξασφάλιση οφέλους αντίθετου προς τους στόχους των εκάστοτε εφαρμοστέων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, με την τεχνητή δημιουργία των προϋποθέσεων κτήσης αυτού του οφέλους, έχουν ως συνέπεια, ανάλογα με την περίπτωση, είτε τη μη εξασφάλιση είτε την αφαίρεση του οφέλους.
4. Τα μέτρα του παρόντος άρθρου δεν θεωρούνται κυρώσεις».
20.
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, το οποίο επίσης περιλαμβάνεται στον ως άνω τίτλο II, προβλέπει ότι οι εκ προθέσεως ή εξ αμελείας παρατυπίες μπορούν να επισύρουν τις διοικητικές κυρώσεις που απαριθμούνται στην παράγραφο αυτή, μεταξύ των οποίων και την «πληρωμή ποσού το οποίο να υπερβαίνει τα αδικαιολογήτως εισπραχθέντα ή κακώς μη καταβληθέντα ποσά, προσαυξημένα ενδεχομένως με τόκους. Το επιπλέον αυτό ποσό, το οποίο καθορίζεται βάσει ποσοστού που θα οριστεί στις ειδικές διατάξεις, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ύψος που είναι απολύτως αναγκαίο για να του προσδώσει αποτρεπτικό χαρακτήρα».
III – Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
21.
Η Syndicat OP 84, ένωση γεωργών με έδρα στη Γαλλία, αποτελούμενη από σαράντα οκτώ παραγωγούς οπωρολαχανικών, εφάρμοσε ένα επιχειρησιακό πρόγραμμα κατά την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1997 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1998. Προς τούτο εισέπραξε ενισχύσεις στο πλαίσιο του συστήματος χρηματοδοτήσεως του ΕΓΤΠΕ – Τμήμα Εγγυήσεων.
22.
Με έγγραφο της 30ής Μαΐου 2000, η Syndicat OP 84 ενημερώθηκε από τις αρμόδιες εθνικές αρχές για τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου, κατ’ εφαρμογή του κανονισμού 4045/89. Ωστόσο, οι σχετικές με τον έλεγχο ενέργειες κατέστη δυνατόν να διεξαχθούν μόλις από τις 22 Ιανουαρίου 2001 μέχρι τις 24 Ιανουαρίου 2001. Όπως διευκρινίζει το αιτούν δικαστήριο, υπεύθυνη για την καθυστέρηση αυτή διεξαγωγής του ελέγχου ήταν η υποκείμενη στον έλεγχο ένωση.
23.
Βάσει των πορισμάτων του ελέγχου αυτού, διαπιστώθηκε ότι ορισμένες ενέργειες για τις οποίες η Syndicat OP 84 υποστήριζε ότι είχε δικαίωμα σε κοινοτική ενίσχυση δεν ήταν επιλέξιμες προς χρηματοδότηση, λόγω του αμιγώς ατομικού τους χαρακτήρα, όπως αποδέχθηκε στη συνέχεια και η ίδια η εν λόγω ένωση. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι τα ποσά που είχαν εισφέρει τα μέλη της Syndicat OP 84 στο επιχειρησιακό ταμείο τούς είχαν επιστραφεί αμέσως και ότι οι σχετικές διαδικασίες τροφοδοσίας του εν λόγω ταμείου δεν ήταν σύμφωνες με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΚ) 2200/96 του Συμβουλίου, της 28ης Οκτωβρίου 1996, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα των οπωροκηπευτικών ( 13 ).
24.
Βάσει των ανωτέρω, το Office national interprofessionnel des fruits et légumes et de l’horticulture (ONIFLHOR) (εθνικός διεπαγγελματικός οργανισμός οπωροκηπευτικών καλλιεργειών, στο εξής: ONIFLHOR) ζήτησε, με έγγραφο της 30ής Οκτωβρίου 2001, από τη Syndicat OP 84 να επιστρέψει το σύνολο των ποσών που είχε εισπράξει για τα έτη 1997 και 1998. Ακολούθως, στις 14 Ιανουαρίου 2003, εξέδωσε εκτελεστό τίτλο για τα προς επιστροφή ποσά.
25.
Με απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2006, το tribunal administratif de Marseille [πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο της Μασσαλίας] ακύρωσε τον εκτελεστό τίτλο κατά της Syndicat OP 84.
26.
Ωστόσο, με απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2008, το cour administrative d’appel de Marseille [δευτεροβάθμιο διοικητικό δικαστήριο της Μασσαλίας], αφενός, ακύρωσε την ως άνω απόφαση και, αφετέρου, απέρριψε τα αιτήματα που είχε υποβάλει σε πρώτο βαθμό η Syndicat OP 84.
27.
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε ενώπιον του Conseil d’État, η Syndicat OP 84 προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι το cour administrative d’appel υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όταν έκρινε ότι η διοίκηση μπορούσε, χωρίς αυτό να συνιστά παράβαση του άρθρου 2 του κανονισμού 4045/89, να διεξαγάγει έλεγχο κατά την περίοδο ελέγχου από 1ης Ιουλίου 1999 έως 30 Ιουνίου 2000 και να εξακολουθήσει τον έλεγχο αυτόν κατά την περίοδο ελέγχου από 1ης Ιουλίου 2000 έως 30 Ιουνίου 2001, με την αιτιολογία ότι η συμπεριφορά της ίδιας της Syndicat OP 84 είχε καταστήσει αδύνατη τη διεξαγωγή ουσιαστικού ελέγχου κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου.
28.
Το Conseil d’État, εκτιμώντας ότι η απάντηση στον ως άνω λόγο αναιρέσεως έθετε ένα ζήτημα ερμηνείας των διατάξεων του κανονισμού 4045/89, το οποίο, αφενός, ήταν καθοριστικό για την επίλυση της διαφοράς και, αφετέρου, παρουσίαζε σημαντική δυσκολία, αποφάσισε, με διάταξη που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Ιανουαρίου 2012, να αναστείλει την έκδοση αποφάσεως και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Νοείται η περίοδος ελέγχου που καλύπτει το διάστημα από 1ης Ιουλίου ενός έτους μέχρι 30 Ιουνίου του επόμενου έτους, όπως προβλέπεται από το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού [4054/89], ως περίοδος κατά την οποία η αρμόδια για τον έλεγχο αρχή πρέπει να ενημερώνει την οργάνωση των παραγωγών σχετικά με τον επικείμενο έλεγχο, να διενεργεί και να περατώνει όλες τις σχετικές με τους επιτόπιους ελέγχους και τους ελέγχους εγγράφων εργασίες και να γνωστοποιεί τα πορίσματά τους, ή ως περίοδος κατά την οποία αρκεί να πραγματοποιούνται ορισμένες μόνον από τις εν λόγω διαδικαστικές πράξεις;
2)
Στην περίπτωση που η συμπεριφορά και οι παραλείψεις της ενώσεως παραγωγών καθιστούν αδύνατη τη διενέργεια ουσιαστικού ελέγχου κατά τη διάρκεια της περιόδου ελέγχου, μπορεί η αρμόδια αρχή, παρά την απουσία ρητών σχετικών διατάξεων στον προαναφερθέντα κανονισμό, να συνεχίσει τους ελέγχους της κατά την επόμενη περίοδο ελέγχου, χωρίς τούτο να συνεπάγεται πλημμέλεια της διαδικασίας την οποία να μπορεί να επικαλεστεί ο υποκείμενος στον έλεγχο προκειμένου να προσβάλει τη στηριζόμενη στα πορίσματα του ελέγχου αυτού απόφαση;
3)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, μπορεί η διοίκηση, οσάκις η συμπεριφορά και οι παραλείψεις της ενώσεως παραγωγών καθιστούν αδύνατη τη διενέργεια ουσιαστικού ελέγχου, να απαιτεί την επιστροφή των εισπραχθεισών ενισχύσεων; Αποτελεί το μέτρο αυτό κύρωση που μπορεί να προβλεφθεί κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6 του κανονισμού;»
29.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στο Δικαστήριο ο Établissement national des produits de l’agriculture et de la mer (FranceAgriMer) [εθνικός οργανισμός αγροτικών προϊόντων και προϊόντων αλιείας] (στο εξής: FranceAgriMer) ( 14 ), η Γαλλική και η Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. Δεν διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
IV – Ανάλυση
Α – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
30.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( 15 ), η οποία έχει πλέον κατοχυρωθεί με το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ, η κοινή αγροτική πολιτική (ΚΑΠ) αποτελεί τομέα συντρέχουσας αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών ( 16 ). Έτσι, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να έχουν εξουσίες οι οποίες τους παρέχουν τη δυνατότητα να συμπληρώνουν τα μέτρα που λαμβάνει συναφώς ο νομοθέτης της Ένωσης.
31.
Συνεπώς, η αρμοδιότητα των κρατών μελών παραμένει σημαντική, ιδίως όσον αφορά τον έλεγχο των οικονομικών μέσων που παρέχονται από την Ένωση για τους σκοπούς της εφαρμογής της ΚΑΠ. Πράγματι, γνωρίζοντας ότι η Ένωση εισφέρει μεγάλα ποσά από τον προϋπολογισμό της στις εθνικές αρχές, οι οποίες στη συνέχεια τα διαθέτουν στους γεωργούς και τους λοιπούς επιχειρηματίες του τομέα, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι τα ποσά αυτά χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τους σκοπούς που ορίζονται στη νομοθεσία της Ένωσης ( 17 ). Ο έλεγχος αυτός ασκείται κατ’ εφαρμογή των εθνικών κανόνων, αλλά με την επιφύλαξη της συμμορφώσεως προς ενδεχόμενες διατάξεις του ισχύοντος στον τομέα αυτόν δικαίου της Ένωσης. Με άλλα λόγια, το εθνικό δίκαιο καθορίζει τις λεπτομέρειες του ελέγχου αυτού, τις εξουσίες των αρμόδιων αρχών και τις εφαρμοστέες κυρώσεις, εκτός εάν ο νομοθέτης της Ένωσης έχει θεσπίσει συναφώς ειδικές διατάξεις.
32.
Προκειμένου να εξασφαλίσει την ορθή εφαρμογή της ΚΑΠ και, κυρίως, να καταπολεμήσει τα φαινόμενα απάτης που είναι πιθανόν να εκδηλωθούν στο πλαίσιο αυτό, ο νομοθέτης της Ένωσης έχει θεσπίσει νομοθετικά κείμενα για τη λήψη μέτρων τα οποία εισάγουν ομοιόμορφες διαδικασίες ελέγχου. Ο κανονισμός 4045/89, κινούμενος στην ίδια κατεύθυνση με την οδηγία 77/435/ΕΟΚ ( 18 ) την οποία αντικατέστησε, έθεσε σε εφαρμογή ένα σύστημα το οποίο έχει ως σκοπό να διασφαλίσει τον τακτικό έλεγχο των εμπορικών εγγράφων των επιχειρήσεων που έχουν εισπράξει ή που οφείλουν χρηματικά ποσά και που παρουσιάζουν ιδιαίτερη οικονομική σημασία στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ – Τμήμα Εγγυήσεων ή παρουσιάζουν άλλους παράγοντες κινδύνου ( 19 ). Προς τον σκοπό αυτόν, ο εν λόγω κανονισμός ορίζει τις επιχειρήσεις που πρέπει να ελεγχθούν, τις περιόδους ελέγχου και τις περιόδους τις οποίες αφορά ο έλεγχος, καθώς και τις λεπτομέρειες του ελέγχου αυτού. Επιπλέον, ο κανονισμός 4045/89 προβλέπει ορισμένες ελάχιστες υποχρεώσεις των επιχειρήσεων ( 20 ).
33.
Παρά την ύπαρξη αυτού του ενιαίου συστήματος, τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να εφαρμόσουν αυστηρότερα μέτρα ελέγχου, τηρώντας πάντοτε τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης. Ο ελάχιστος χαρακτήρας των σχετικών διατάξεων του δικαίου της Ένωσης μνημονεύεται ρητώς στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 4045/89, σύμφωνα με την οποία, αφενός, ο μηχανισμός του προβλεπόμενου από αυτόν ελέγχου «συμπληρώνει τους άλλους ελέγχους που πραγματοποιούνται από τα κράτη μέλη» ( 21 ) και, αφετέρου, ο εν λόγω κανονισμός «δεν θίγει τις εθνικές διατάξεις στον τομέα του ελέγχου οι οποίες είναι περισσότερο εκτεταμένες από τις προβλεπόμενες στον [εν λόγω] κανονισμό». Η κατεύθυνση αυτή, την οποία ακολουθούσε ήδη ο κανονισμός 729/70 ( 22 ), επιβεβαιώθηκε με την αιτιολογική έκθεση του κανονισμού 485/2008 ( 23 ), ο οποίος αντικατέστησε τον κανονισμό 4045/89.
34.
Επισημαίνεται ότι ο κανονισμός 4045/89 έχει ως ουσιαστικό σκοπό να καθορίσει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών έναντι της Ένωσης και όχι τα δικαιώματα που έχουν ενδεχομένως οι λήπτριες των ενισχύσεων επιχειρήσεις έναντι των κρατών αυτών. Θεωρώ, εξάλλου, ότι η συλλογιστική των προδικαστικών ερωτημάτων λαμβάνει ως αφετηρία μια εσφαλμένη θεώρηση, στον βαθμό που εκκινεί από την παραδοχή ότι οι εν λόγω διατάξεις έχουν ως σκοπό τον περιορισμό, σε σχέση με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, των εξουσιών των αρμόδιων αρχών έναντι των επιχειρήσεων οι οποίες ενδέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου στο πλαίσιο του κανονισμού αυτού. Θεωρώ, ειδικότερα, ότι από τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού του οποίου ζητείται η ερμηνεία δεν συνάγεται κανένα συμπέρασμα περί παραγραφής ή αποσβέσεως της εξουσίας ελέγχου των εθνικών αρχών.
35.
Όπως επισημάνθηκε από τον FranceAgriMer και τη Γαλλική Κυβέρνηση, η ασφάλεια δικαίου των υποψήφιων για έλεγχο επιχειρήσεων κατοχυρώνεται με την προθεσμία παραγραφής των διώξεων, της οποίας η ελάχιστη διάρκεια ( 24 ) ορίζεται από το άρθρο 3 του κανονισμού 2988/95 στα τέσσερα έτη ( 25 ). Αντιθέτως, θεωρώ ότι οι κανόνες περί του χρονικού διαστήματος διατηρήσεως των εμπορικών εγγράφων, οι οποίοι θεσπίζονται από το άρθρο 4 του κανονισμού 4045/89, δεν διέπονται από αυτή την προστατευτική προσέγγιση, καθώς σκοπός τους είναι σαφώς να προβλέψουν μια υποχρέωση την οποία επιβάλλει στις επιχειρήσεις αυτές το δίκαιο της Ένωσης, με την επιφύλαξη της εφαρμογής αυστηρότερων διατάξεων που ενδέχεται να προβλέπει συναφώς το εθνικό δίκαιο, και όχι να ορίσουν μια περίοδο πέραν της οποίας η εν λόγω υποχρέωση παραγράφεται.
Β – Επί του πρώτου και του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
36.
Επειδή τα ζητήματα που θέτει το αιτούν δικαστήριο με τα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα είναι παρόμοια, θεωρώ σκόπιμο να δοθεί σε αυτά μια ενιαία απάντηση.
37.
Με το πρώτο του προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν ως «περίοδος ελέγχου», κατά το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 4045/89, νοείται η περίοδος κατά την οποία πρέπει να ολοκληρωθούν όλα τα στάδια του ελέγχου, δηλαδή η ενημέρωση του λήπτη της ενισχύσεως σχετικά με τον επικείμενο έλεγχο, η διενέργεια του ελέγχου, η διεξαγωγή όλων των ενεργειών που αφορούν τόσο τους επιτόπιους ελέγχους όσο και τους ελέγχους των εγγράφων, καθώς και η γνωστοποίηση στον ενδιαφερόμενο των πορισμάτων του ελέγχου, ή η περίοδος κατά την οποία αρκεί να έχουν ολοκληρωθεί ορισμένες μόνον από τις εν λόγω διαδικαστικές πράξεις. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο καλείται να προσδιορίσει ποιες είναι οι ενέργειες που πρέπει απαραιτήτως να έχουν ολοκληρωθεί από τους αρμοδίους για τη διεξαγωγή του ελέγχου υπαλλήλους εντός του χρονικού διαστήματος από 1ης Ιουλίου του έτους ενάρξεως του ελέγχου έως 30 Ιουνίου του ακόλουθου έτους.
38.
Είναι αληθές ότι το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 4045/89, κατά το οποίο «[η] περίοδος ελέγχου εκτείνεται από την 1η Ιουλίου [ενός έτους] μέχρι τις 30 Ιουνίου του επομένου έτους», θα μπορούσε εκ πρώτης όψεως να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν ευνοεί τη διασταλτική ερμηνεία της περιόδου ελέγχου, καθώς δεν προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα διεξαγωγής των εργασιών ελέγχου μετά το πέρας της εν λόγω περιόδου, αντιθέτως προς το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου ( 26 ), το οποίο παρέχει τη δυνατότητα επεκτάσεως των περιόδων δραστηριότητας που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο του ελέγχου.
39.
Συμμερίζομαι, ωστόσο, την άποψη του FranceAgriMer, της Γαλλικής και της Πολωνικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής ότι η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί όχι μόνο βάσει του γράμματός της, αλλά και σε σχέση με το σύστημα στο οποίο εντάσσεται, καθώς και υπό το πρίσμα των γενικών σκοπών του συστήματος αυτού.
40.
Όσον αφορά το τελευταίο αυτό σημείο, υπενθυμίζω ότι ο κανονισμός 4045/89 αναφέρεται σε μια σειρά από πράξεις οι οποίες έχουν ως σκοπό να διασφαλίσουν τον έλεγχο των δραστηριοτήτων που συνδέονται με τις δαπάνες του ΕΓΤΠΕ – Τμήμα Εγγυήσεων, προκειμένου να προστατευθούν τα οικονομικά συμφέροντα των Κοινοτήτων ( 27 ). Από το προοίμιο του κανονισμού 4045/89 προκύπτει σαφώς ότι ο κανονισμός αυτός έχει ως σκοπό να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα των ελέγχων με τους οποίους είναι επιφορτισμένα τα κράτη μέλη, προκειμένου να προληφθούν και να εξαλειφθούν ενδεχόμενες παρατυπίες στον τομέα αυτόν, και ότι, κατά την ερμηνεία του εν λόγω κανονισμού, πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να δίνεται προτεραιότητα στον ως άνω σκοπό.
41.
Επιπλέον, παρατηρείται ότι το άρθρο 1 του κανονισμού 4045/89 προβλέπει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών, ενώ το άρθρο του 2, παράγραφοι 1 και 2, προσδιορίζει την έκταση του ελέγχου και τα κριτήρια επιλογής των επιχειρήσεων τις οποίες αφορά ο έλεγχος αυτός ( 28 ) και αναφέρεται στη συνεργασία που πρέπει να υφίσταται συναφώς μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής.
42.
Από τη διατύπωση του εν λόγω άρθρου 2 προκύπτει ότι σκοπός του είναι να προσδιορίσει το πεδίο εφαρμογής ενός ομοιόμορφου συστήματος ελέγχου που λειτουργεί υπό την εποπτεία της Επιτροπής, η οποία ενημερώνεται ετησίως για τα εθνικά προγράμματα ελέγχων και για τα πορίσματά τους ( 29 ). Σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 4045/89, το εν λόγω σύστημα δεν έχει ως σκοπό να εμποδίσει τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν τα δικά τους μέτρα και να θεσπίσουν αυστηρότερες διατάξεις από εκείνες του κανονισμού αυτού όσον αφορά τις υποκείμενες στον έλεγχο επιχειρήσεις ή τον προσδιορισμό των μέτρων ελέγχου. Συνεπώς, δεν γεννάται, δυνάμει του εν λόγω κανονισμού, αξίωση των επιχειρήσεων να υπόκεινται σε έλεγχο μόνο με την προβλεπόμενη από τον κανονισμό αυτόν διαδικασία και εντός προκαθορισμένου χρονικού διαστήματος. Στην πραγματικότητα, η αναγνώριση μιας τέτοιας αξιώσεως σε επιχείρηση η οποία λαμβάνει οικονομική ενίσχυση από την Ένωση θα ήταν ασυμβίβαστη με το άρθρο 325 ΣΛΕΕ για την καταπολέμηση της απάτης.
43.
Ειδικότερα, ο κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 4045/89 ορισμός της «περιόδου ελέγχου» έχει, κατά τη γνώμη μου, ως σκοπό απλώς να προσδιορίσει το χρονικό διάστημα εντός του οποίου πρέπει να ελεγχθεί το δείγμα των επιχειρήσεων που πληρούν τα κριτήρια της εν λόγω διατάξεως. Ο ορισμός αυτός δεν έχει ως σκοπό να περιορίσει τη δυνατότητα των εθνικών αρχών να ασκούν τις αρμοδιότητες που έχουν κατά το εθνικό δίκαιο πριν ή μετά το εν λόγω χρονικό διάστημα. Αντιθέτως, ορίζει κάποιες προθεσμίες οι οποίες είναι ευκταίο να τηρούνται, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ομαλή διεξαγωγή των ελέγχων και να οργανώνεται ο ομοιόμορφος προγραμματισμός τους.
44.
Η ερμηνεία της έννοιας αυτής, επομένως, δεν ασκεί επιρροή σε εθνικές διοικητικές διαφορές, όπως αυτή της κύριας δίκης, οι οποίες αποτελούν τη συνέπεια προσφυγής που ασκήθηκε από μια επιχείρηση κατά της αποφάσεως εθνικής αρχής, διότι το άρθρο αυτό αφορά τα κράτη μέλη και όχι τις επιχειρήσεις. Δεν θα ίσχυε, βεβαίως, το ίδιο σε περίπτωση που ο εθνικός νομοθέτης είχε περιλάβει διατάξεις του κανονισμού 4045/89 στο εθνικό δίκαιο, διαμορφώνοντας ένα κανονιστικό πλαίσιο που θα παρείχε υποκειμενικά δικαιώματα στις επιχειρήσεις ( 30 ).
45.
Στην ίδια κατεύθυνση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 4045/89 δεν έχει ως σκοπό να παράσχει δικαιώματα στους επιχειρηματίες, αλλά να συνδυάσει τη δραστηριότητα των κρατών μελών με τον εποπτικό και συντονιστικό ρόλο που πρέπει να έχει η Επιτροπή στο πλαίσιο του εν λόγω κανονισμού ( 31 ). Η ανάλυση των προπαρασκευαστικών εργασιών ( 32 ) επιβεβαιώνει την ύπαρξη σχέσεως μεταξύ της διατυπώσεως της προβλεπόμενης «περιόδου ελέγχου» και των χρονικών σημείων στα οποία πρέπει να επεμβαίνει η Επιτροπή για να επιβεβαιώνει ότι τα κράτη μέλη έχουν τηρήσει, κατά το δυνατόν, το πρόγραμμα των προς εκτέλεση ελέγχων, το οποίο υποχρεούνται να της κοινοποιούν πριν τη διεξαγωγή των ελέγχων αυτών, και την ετήσια έκθεση εφαρμογής, την οποία επίσης υποχρεούνται να της διαβιβάζουν εκ των προτέρων. Το χρονοδιάγραμμα της ανταλλαγής εγγράφων, το οποίο προβλέπεται από τα άρθρα 9 και 10 του κανονισμού 4045/89 ( 33 ), δικαιολογεί τις ημερομηνίες που οριοθετούν την εν λόγω περίοδο κατά το άρθρο 2, παράγραφος 4, δηλαδή την 1η Ιουλίου ενός έτους και την 30ή Ιουνίου του επομένου έτους.
46.
Συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι η διάταξη αυτή έχει ως σκοπό να διασφαλίσει την περιοδικότητα και τον συστηματικό χαρακτήρα των «εκστρατειών» ελέγχου που πρέπει να πραγματοποιούν τα κράτη μέλη, και όχι να επιβάλει την υποχρέωση επιτεύξεως αποτελεσμάτων πριν το τέλος της περιόδου ελέγχου. Εξυπακούεται, ωστόσο, ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να τηρούν την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι τα κράτη μέλη ενεργούν όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικά, προκειμένου οι έλεγχοι που τους έχουν ανατεθεί δυνάμει του κανονισμού 4045/89 να διεξάγονται σύμφωνα με τα προγράμματα προβλέψεων και εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών. Θεωρώ ότι περίπτωση στην οποία, κατά την εξεταζόμενη περίοδο ελέγχου, δεν έχει διενεργηθεί καμία πράξη ελέγχου σε δεδομένη επιχείρηση θα μπορούσε να συνιστά παράβαση, εκ μέρους του κράτους μέλους αυτού, του καθήκοντός του να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης.
47.
Αν αποδειχθεί ότι, όπως στη διαφορά της κύριας δίκης, οι εθνικές αρχές δεν έχουν κατορθώσει, παρά την επιμέλεια που επέδειξαν, να ολοκληρώσουν τους ελέγχους τους εγκαίρως, δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, μέχρι τις 30 Ιουνίου 2000, δεδομένου ότι ο έλεγχος αναγγέλθηκε στις 30 Μαΐου 2000, το κράτος μέλος μπορεί, κατά την άποψή μου, να μεταθέσει απλώς την αποστολή των στοιχείων που αφορούν τον εν λόγω έλεγχο, στο πλαίσιο της ετήσιας εκθέσεως, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 4045/89, για την 1η Ιανουαρίου του έτους που ακολουθεί το αρχικώς προβλεπόμενο, δηλαδή για την 1η Ιανουαρίου 2002 αντί της 1ης Ιανουαρίου 2001 ( 34 ).
48.
Σε καθαρά πρακτικό επίπεδο, ο FranceAgriMer και οι παρεμβαίνουσες κυβερνήσεις, ιδίως, επισήμαναν την τεχνική δυσκολία που μπορεί να συνεπάγεται για τις επιφορτισμένες με τον έλεγχο εθνικές αρχές η διεξαγωγή εντός αυστηρής προθεσμίας ενός έτους όλων των πράξεων και των ενεργειών που απαριθμούνται στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, και μάλιστα στο σύνολο των επιχειρήσεων που πρέπει να ελεγχθούν εντός μιας δεδομένης περιόδου ελέγχου ( 35 ).
49.
Με το δεύτερο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο αν το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 4045/89 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι αρμόδιες αρχές μπορούν να συνεχίσουν και κατά την επόμενη περίοδο ελέγχου τις πράξεις ελέγχου που άρχισαν κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ελέγχου, χωρίς ωστόσο αυτό να συνεπάγεται πλημμέλεια της διαδικασίας την οποία να μπορεί να επικαλεστεί ο υποκείμενος στον έλεγχο επιχειρηματίας προκειμένου να προσβάλει τη στηριζόμενη στα πορίσματα του ελέγχου αυτού απόφαση, στην περίπτωση που η ουσιαστική διενέργεια του ελέγχου αυτού κατά την πρώτη περίοδο ελέγχου κατέστη αδύνατη εξαιτίας της ίδιας της συμπεριφοράς ή των παραλείψεων του εν λόγω επιχειρηματία.
50.
Το ερώτημα αυτό διαφοροποιείται από το προηγούμενο κατά το ότι το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται πιο συγκεκριμένα στις περιπτώσεις στις οποίες, όπως στη διαφορά της κύριας δίκης, ο έλεγχος δεν κατέστη δυνατόν να ολοκληρωθεί πριν τη λήξη της περιόδου ελέγχου κατά την οποία άρχισε, εξαιτίας της συμπεριφοράς του υποκείμενου στον έλεγχο λήπτη της ενισχύσεως.
51.
Κατά την άποψή μου, σε περίπτωση παρεμποδίσεως του ελέγχου από εξωτερικούς παράγοντες, όπως είναι η επίδικη στην κύρια δίκη, πρέπει πολλώ μάλλον να παρέχεται η δυνατότητα ολοκληρώσεως των πράξεων ελέγχου ακόμη και μετά τις 30 Ιουνίου του έτους που έπεται εκείνου της ενάρξεώς τους, με άλλα λόγια, κατά την επόμενη περίοδο ελέγχου, καθόσον, υπενθυμίζω, το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 4045/89 δεν προβλέπει προθεσμία η οποία πρέπει να τηρείται απαρέγκλιτα, αλλά απλώς ένα χρονοδιάγραμμα που πρέπει να ακολουθείται από τα κράτη μέλη κατά το μέτρο του δυνατού.
52.
Πράγματι, σε περίπτωση διαφορετικής ερμηνείας, τα μέτρα ελέγχου που προβλέπονται από τον κανονισμό 4045/89 θα έπαυαν να είναι αποτελεσματικά, στον βαθμό που έχουν ως βασικό σκοπό να καθιστούν δυνατή την ανάκτηση των απολεσθέντων λόγω παρατυπιών ή αμελειών ποσών, σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού.
53.
Ας προστεθεί ότι, όποια και αν είναι η άποψη που θα ακολουθήσει τελικώς το Δικαστήριο στο ως άνω ζήτημα, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο υποκείμενος στον έλεγχο επιχειρηματίας μπορεί να αποφύγει πιθανές διώξεις απλώς και μόνον αρνούμενος να συνεργαστεί και παρακωλύοντας, με τον τρόπο αυτό, τις έρευνες των επιφορτισμένων με τον έλεγχο υπαλλήλων ( 36 ). Πράγματι, σύμφωνα με την αρχή «nemo auditur propriam turpitudinem allegans», την οποία έχει ήδη εφαρμόσει το Δικαστήριο ( 37 ), δεν νοείται ένας επιχειρηματίας να προβάλει υπέρ του παρατυπία της διαδικασίας ελέγχου –παρατυπία η οποία, εξάλλου, κατά την άποψή μου, δεν υφίσταται καν–, επικαλούμενος το γεγονός ότι ορισμένες από τις πράξεις ελέγχου πραγματοποιήθηκαν μετά το πέρας της αρχικής περιόδου ελέγχου, ενώ είναι ο ίδιος υπεύθυνος για την αναβολή της διεξαγωγής των ενεργειών αυτών. Η προβολή παραλείψεων ή εμποδίων για σκοπούς παρελκυστικούς δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να διευκολύνεται, πολλώ μάλλον να ενθαρρύνεται.
54.
Συνεπώς, θεωρώ ότι το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 4045/89 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο όρος «περίοδος ελέγχου» τον οποίον περιέχει δεν πρέπει να νοείται ως η περίοδος κατά την οποία πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί όλες οι πράξεις ελέγχου. Επομένως, οι πράξεις που άρχισαν κατά τη διάρκεια της περιόδου ελέγχου, όπως αυτή ορίζεται από την εν λόγω διάταξη, μπορούν να συνεχιστούν κατά την επόμενη περίοδο ελέγχου, αν οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν κατορθώσει, παρά την επιμέλεια που επέδειξαν, να τις ολοκληρώσουν εγκαίρως. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν η προσέγγιση που προτείνω εδώ δεν ακολουθηθεί από το Δικαστήριο, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο υποκείμενος στον έλεγχο λήπτης της ενισχύσεως μπορεί να επικαλεστεί υπέρ του παρατυπία της διαδικασίας, σε περίπτωση που, εξαιτίας των δικών του πράξεων ή παραλείψεων, οι εν λόγω πράξεις κατέστη αδύνατον να ολοκληρωθούν κατά τη διάρκεια της πρώτης από τις ως άνω περιόδους.
Γ – Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
55.
Το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος μόνον εάν δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αρνητική απάντηση, δηλαδή στην περίπτωση που θα κριθεί ότι οι αρμόδιες για τον έλεγχο αρχές δεν μπορούν να συνεχίσουν τις ενέργειές τους κατά τη διάρκεια της επόμενης περιόδου ελέγχου, ακόμη και αν η ουσιαστική διεξαγωγή των ενεργειών αυτών κατέστη αδύνατη εξαιτίας της συμπεριφοράς ή των παραλείψεων του λήπτη της ενισχύσεως.
56.
Κατ’ ουσίαν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει αν, σε μια τέτοια υποθετική περίπτωση, οι εν λόγω αρχές μπορούν να απαιτήσουν από τον υποκείμενο σε έλεγχο επιχειρηματία, ο οποίος δεν συμμορφώνεται προς τις υποχρεώσεις του, να επιστρέψει τις ενισχύσεις που έλαβε. Πέραν τούτου, το ίδιο δικαστήριο διερωτάται αν ένα τέτοιο μέτρο συνιστά κύρωση υπό την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 4045/89.
57.
Λαμβανομένης υπόψη της καταφατικής απαντήσεως που πρέπει, κατά την άποψή μου, να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, συμμερίζομαι τη θέση του FranceAgriMer και της Γαλλικής Κυβερνήσεως ότι παρέλκει η απάντηση στο διπλό αυτό ερώτημα, το οποίο εν προκειμένω υποβάλλεται αλυσιτελώς.
58.
Ωστόσο, για την περίπτωση που το Δικαστήριο δώσει αρνητική απάντηση στο προηγούμενο προδικαστικό ερώτημα, θα ήθελα να προβώ επικουρικώς στις ακόλουθες παρατηρήσεις.
59.
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, θεωρώ ότι οι αρμόδιες αρχές πρέπει να μπορούν να απαιτήσουν την επιστροφή των εισπραχθεισών ενισχύσεων, όταν, όπως συνέβη στη διαφορά της κύριας δίκης, η διεξαγωγή ουσιαστικού ελέγχου κατέστη αδύνατη εξαιτίας της συμπεριφοράς του λήπτη των ενισχύσεων αυτών, ανεξαρτήτως του αν η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε πράξη, απάτη ή χειρισμό παρελκυστικού χαρακτήρα ή ακόμη και σε αποχή από οφειλόμενη πράξη, παράλειψη ή αμέλεια ( 38 ).
60.
Όπως επισήμανε η Γαλλική Κυβέρνηση, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει, στο πλαίσιο της ερμηνείας άλλων κειμένων του κοινοτικού δικαίου σχετικών με τη γεωργία, ότι, όταν δεν είναι δυνατή η διεξαγωγή ουσιαστικού ελέγχου, πρέπει να θεωρείται ότι ο έλεγχος αυτός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί από υπαιτιότητα του αιτούντος την ενίσχυση και, ως εκ τούτου, η σχετική αίτηση πρέπει να απορρίπτεται, με εξαίρεση τις περιπτώσεις ανωτέρας βίας ( 39 ).
61.
Συμμερίζομαι την άποψη του FranceAgriMer και της Γαλλικής Κυβερνήσεως, σύμφωνα με την οποία οι λήπτες των ενισχύσεων που χορηγούνται δυνάμει του ΕΓΤΠΕ – Τμήμα Εγγυήσεων είναι υποχρεωμένοι να παρέχουν στις επιφορτισμένες με τον έλεγχο των ληπτών αρχές όλα τα στοιχεία που είναι χρήσιμα, προκειμένου να αποδειχθεί τόσο το βάσιμο της χορηγήσεως των ενισχύσεων όσο και η κανονικότητα των χρηματοδοτούμενων με τον τρόπο αυτόν δραστηριοτήτων ( 40 ). Σε περίπτωση μη προσκομίσεως των εν λόγω δικαιολογητικών στοιχείων, οφειλόμενης είτε σε παράλειψη των ληπτών είτε, πολλώ μάλλον, σε εκ μέρους τους πρόθεση ( 41 ), οι εν λόγω αρχές μπορούν θεμιτώς να συναγάγουν το συμπέρασμα ότι οι επίμαχες ενισχύσεις εισπράχθηκαν αχρεωστήτως και, επομένως, να διατάξουν την επιστροφή τους.
62.
Διευκρινίζω ότι, σύμφωνα με τις γενικές αρχές δικαίου, η ανάκτηση των ενισχύσεων πρέπει να είναι δυνατή ακόμη και όταν ο υποκείμενος στον έλεγχο επιχειρηματίας δεν έχει ενεργήσει κακόπιστα, καθώς οι ενισχύσεις τεκμαίρονται αχρεώστητες από τη στιγμή που ο ενδιαφερόμενος δεν είναι σε θέση να αποδείξει ότι πληρούσε τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να τις λάβει.
63.
Η λύση αυτή υπαγορεύεται από την επιταγή της ορθής λειτουργίας και της αποτελεσματικότητας των μέτρων ελέγχου που προβλέπονται από τον κανονισμό 4045/89, προκειμένου να προστατευθεί η ίδια η βιωσιμότητα του συστήματος των οικονομικών δραστηριοτήτων που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ – Τμήμα Εγγυήσεων.
64.
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, θεωρώ ότι η ανάκτηση των ληφθεισών ενισχύσεων υπ’ αυτές τις συνθήκες δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 4045/89, σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την επιβολή κυρώσεων κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων τα οποία δεν τηρούν τις προβλεπόμενες από τον κανονισμό αυτόν υποχρεώσεις.
65.
Υπ’ αυτή την έννοια, η Πολωνική Κυβέρνηση ορθώς επισημαίνει ότι το δίκαιο της Ένωσης διακρίνει μεταξύ των μέτρων που συνίστανται στην υποχρέωση επιστροφής οφέλους που χορηγήθηκε αχρεωστήτως και των κυρώσεων οι οποίες είναι δυνατόν να επιβληθούν λόγω παρατυπιών από πρόθεση ή από αμέλεια.
66.
Ειδικότερα, ο κανονισμός 2988/95, ο οποίος εντάσσεται στο ίδιο κανονιστικό πλαίσιο με τον κανονισμό 4045/89 και θέτει τις ίδιες γενικές αρχές που πρέπει να ληφθούν υπόψη εν προκειμένω ( 42 ), προβλέπει σαφώς, στον τίτλο του II, μια διαφορά μεταξύ των «μέτρων» και των «διοικητικών κυρώσεων» που μπορούν να επιβληθούν σε περίπτωση ζημίας των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων. Κατά το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του εν λόγω κανονισμού, κάθε«παρατυπία» ( 43 ) συνεπάγεται, κατά κανόνα, την αφαίρεση του αδικαιολογήτως αποκτηθέντος οφέλους, μεταξύ άλλων, με την υποχρέωση επιστροφής των αδικαιολογήτως εισπραχθέντων ποσών, ενδεχομένως προσαυξημένων με τους προβλεπόμενους τόκους. Στην παράγραφο 4 του άρθρου αυτού αναφέρεται ρητώς ότι «τα μέτρα του [εν λόγω] άρθρου δεν θεωρούνται κυρώσεις». Αντιθέτως, το άρθρο 5 του κανονισμού 2988/95 απαριθμεί τις «διοικητικές κυρώσεις» τις οποίες είναι δυνατόν να επισύρουν οι παρατυπίες εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, όπως είναι η πληρωμή διοικητικού προστίμου ή η πληρωμή ποσού το οποίο υπερβαίνει τα αδικαιολογήτως εισπραχθέντα ποσά, προσαυξημένα ενδεχομένως με τόκους ( 44 ).
67.
Όπως επισημαίνουν τόσο ο FranceAgriMer όσο και η Γαλλική και η Πολωνική Κυβέρνηση, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι δεν συνιστά κύρωση η υποχρέωση επιστροφής των οφελών που αποκτήθηκαν αχρεωστήτως δυνάμει κοινοτικής ρυθμίσεως. Η υποχρέωση αυτή αποτελεί απλώς την αναγκαία συνέπεια της διαπιστώσεως των αρμόδιων αρχών ότι οι αναγκαίες προϋποθέσεις για τη λήψη του προσφερόμενου από το δίκαιο της Ένωσης οφέλους τελικώς δεν πληρούνταν στην πραγματικότητα ( 45 ).
68.
Η ίδια προσέγγιση πρέπει να ακολουθηθεί και όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ της υποχρεώσεως επιστροφής των αχρεωστήτως εισπραχθεισών ενισχύσεων και των κυρώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 4045/89. Ακόμη και μια φαινομενική μόνον παρατυπία της δραστηριότητας η οποία χρηματοδοτήθηκε από ενισχύσεις ληφθείσες κατ’ αυτόν τον τρόπο καθιστά τις τελευταίες αχρεωστήτως ληφθείσες, πράγμα που δικαιολογεί την επιστροφή τους από τον υποκείμενο στον έλεγχο λήπτη, χωρίς, ωστόσο, η επιστροφή αυτή να έχει τα χαρακτηριστικά διοικητικής κυρώσεως χρηματικού χαρακτήρα. Διευκρινίζω ότι το ίδιο ισχύει ακόμη και αν η διαταγή περί επιστροφής εκδόθηκε απλώς και μόνον επειδή ο ενδιαφερόμενος δεν προσκόμισε τα έγγραφα που του είχαν ζητηθεί από τις αρμόδιες αρχές προκειμένου να διαπιστωθεί αν πληρούνταν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της επίμαχης ενισχύσεως.
69.
Η ανάκτηση που επιβάλλεται στο πλαίσιο αυτό έχει, κατά την άποψή μου, ως κύριο σκοπό την ανόρθωση της οικονομικής ζημίας που υπέστη το ΕΓΤΠΕ – Tμήμα Εγγυήσεων και, ως εκ τούτου, ο γενικός προϋπολογισμός της Ένωσης ( 46 ), αλλά και την αποκατάσταση του επί ίσοις όροις ανταγωνισμού μεταξύ του παρατύπως ωφεληθέντος επιχειρηματία και των επιχειρηματιών εκείνων που δεν αποκόμισαν όφελος αχρεωστήτως ( 47 ). Υπό το πρίσμα αυτό, απόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές να προβαίνουν για λογαριασμό της Ένωσης στην ανάκτηση των κοινοτικών οικονομικών ενισχύσεων οι οποίες χορηγήθηκαν υπό συνθήκες θεωρούμενες ως παράτυπες, και μάλιστα χωρίς περιθώριο εκτιμήσεως ως προς το αν είναι σκόπιμο να απαιτηθεί η εν λόγω ανάκτηση ( 48 ).
70.
Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί επίσης η απαγόρευση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, την οποία το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως επικαλεστεί στη νομολογία του ( 49 ) και έχει καθιερώσει ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης ( 50 ). Είναι αδιαμφισβήτητο ότι ένα πρόσωπο που απέκτησε οικονομικό όφελος το οποίο δεν στηρίζεται σε καμιά νομική βάση οφείλει οπωσδήποτε να επιστρέψει το ποσό που εισέπραξε μέχρι το ύψος της ζημίας, την οποία, εν προκειμένω, υπέστη η Ένωση ( 51 ).
71.
Για λόγους πληρότητας, διευκρινίζω ότι θα ήταν όντως δυνατή η επιβολή κυρώσεως υπό την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού 4045/89, επιπλέον της εν λόγω απαιτήσεως ανακτήσεως ( 52 ). Ωστόσο, σύμφωνα με τις αρχές της νομιμότητας και της αναλογικότητας των ποινών, οι οποίες αποτελούν γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης ( 53 ), τέτοια κύρωση θα μπορούσε να επιβληθεί στον υποκείμενο στον έλεγχο επιχειρηματία μόνον υπό την προϋπόθεση ότι υφίστανται προς τον σκοπό αυτόν συγκεκριμένες διατάξεις είτε στο δίκαιο της Ένωσης είτε στο εθνικό δίκαιο ( 54 ) και ότι η επιλεγείσα κύρωση είναι ανάλογη της παραβάσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον κανονισμό 4045/89.
72.
Αντιθέτως, η υποχρέωση επιστροφής μιας ενισχύσεως που εισπράχθηκε υπό παράτυπες συνθήκες πρέπει να νοηθεί ως το ευθέως παραγόμενο και άμεσο αποτέλεσμα του αχρεώστητου χαρακτήρα της εν λόγω ενισχύσεως, του οποίου η διαπίστωση καθεαυτήν συνιστά επαρκή νομική βάση για την επιστροφή.
73.
Επομένως, θεωρώ ότι, επικουρικώς και σε περίπτωση που στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα δοθεί αρνητική απάντηση, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση, αφενός, ότι σε περίπτωση που η διεξαγωγή ουσιαστικού ελέγχου έχει καταστεί αδύνατη εξαιτίας της συμπεριφοράς ή των παραλείψεων του υποκείμενου στον έλεγχο επιχειρηματία, οι αρμόδιες εθνικές αρχές μπορούν να απαιτήσουν την ανάκτηση των εισπραχθεισών ενισχύσεων, εφόσον υπό τις συνθήκες αυτές οι εν λόγω αρχές δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσουν αν πληρούνταν οι αναγκαίες για τη χορήγηση των ενισχύσεων αυτών προϋποθέσεις και, αφετέρου, ότι η εν λόγω απαίτηση ανακτήσεως δεν συνιστά κύρωση κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 4045/89.
V – Πρόταση
74.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Conseil d’État ως εξής:
Το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4045/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, περί των ελέγχων, εκ μέρους των κρατών μελών, των πράξεων που αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδότησης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, και για την κατάργηση της οδηγίας 77/435/ΕΟΚ, δεν έχει την έννοια ότι όλες οι πράξεις ελέγχου πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί κατά τη διάρκεια της «περιόδου ελέγχου», η οποία προσδιορίζεται κατά τη διάταξη αυτή ως το διάστημα «από την 1η Ιουλίου μέχρι τις 30 Ιουνίου του επομένου έτους», αλλά την έννοια ότι οι πράξεις που άρχισαν κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ελέγχου μπορούν να συνεχιστούν και κατά την επόμενη περίοδο. Εν πάση περιπτώσει, ο υποκείμενος στον έλεγχο επιχειρηματίας δεν μπορεί να επικαλεστεί παρατυπία της διαδικασίας, προκειμένου να προσβάλει τη στηριζόμενη στα πορίσματα ενός τέτοιου ελέγχου απόφαση, στην περίπτωση που η διεξαγωγή του ελέγχου αυτού κατά τη διάρκεια της πρώτης από τις ως άνω περιόδους κατέστη αδύνατη εξαιτίας των δικών του ενεργειών ή παραλείψεων.
Παρέλκει η απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα.
Επικουρικώς, και σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο προηγούμενο προδικαστικό ερώτημα, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, αν οι αρμόδιες αρχές δεν ήταν σε θέση να διεξαγάγουν ουσιαστικό έλεγχο εξαιτίας της συμπεριφοράς ή των παραλείψεων του λήπτη ενισχύσεων από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, μπορούν να απαιτήσουν την ανάκτηση των εν λόγω ενισχύσεων των οποίων δεν αποδείχθηκε το σύννομο της εισπράξεως, χωρίς το μέτρο αυτό να μπορεί να θεωρηθεί κύρωση κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 4045/89.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 388, σ. 18. Ο κανονισμός αυτός, ο οποίος έχει τροποποιηθεί επανειλημμένως, κωδικοποιήθηκε και καταργήθηκε στις 22 Ιουνίου 2008 από τον κανονισμό (ΕΚ) 485/2008 του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2008, περί των ελέγχων, εκ μέρους των κρατών μελών, των πράξεων που αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδοτήσεως από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΕ L 143, σ. 1, ιδίως αιτιολογική σκέψη 1 και παράρτημα I).
( 3 ) Βλ., ιδίως, την πρώτη, την τρίτη και την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 4045/89.
( 4 ) Η προβληματική αυτή είναι συναφής, αλλά και διαφορετική από εκείνη που αποτέλεσε το αντικείμενο των εκκρεμών ενώπιον του Δικαστηρίου υποθέσεων C-671/11 έως C-676/11, Viniflhor, στις οποίες το ίδιο αιτούν δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο να του υποδείξει με ποιον τρόπο το κράτος μέλος μπορεί να ασκήσει τη δυνατότητα που του παρέχει το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 4045/89 να επεκτείνει την περίοδο ελέγχου –δηλαδή εκείνη την οποίαν αφορά ο έλεγχος– «για περιόδους […] πριν ή μετά την […] δωδεκάμηνη περίοδο» την οποία ορίζει το κράτος αυτό, καθώς το ερώτημα αυτό τέθηκε λαμβανομένης υπόψη ιδίως της έννοιας της «περιόδου ελέγχου» στην οποία αναφέρεται η κρινόμενη υπόθεση.
( 5 ) Η πρώτη περίοδος εκτείνεται, εν προκειμένω, από την 1η Ιουλίου 1999 έως τις 30 Ιουνίου 2000, ενώ η επόμενη από την 1η Ιουλίου 2000 έως τις 30 Ιουνίου 2001.
( 6 ) Από τα προδικαστικά ερωτήματα προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο ερωτά, ειδικότερα, αν κατά την περίοδο αυτή οι αρμόδιες αρχές ήταν υποχρεωμένες να ενημερώσουν τον υποκείμενο στον έλεγχο σχετικά με τον επικείμενο έλεγχο και συγχρόνως να διενεργήσουν τον έλεγχο, να προβούν επί τόπου σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες, να αξιοποιήσουν τα αποκτηθέντα δικαιολογητικά έγγραφα και να γνωστοποιήσουν τα πορίσματα των ελέγχων τους.
( 7 ) Στην ετήσια έκθεσή της για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων και την καταπολέμηση της απάτης [COM(2001) 255 τελικό, σ. 8 και 88], η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποκάλυψε ότι το 2000 οι περιπτώσεις απάτης και οι παρατυπίες που διαπίστωσαν τα κράτη μέλη όσον αφορά τις δαπάνες του ΕΓΤΠΕ – Τμήμα Εγγυήσεων ανήλθαν σε 474,5 εκατομμύρια ευρώ, ήτοι σε ποσοστό 1,17 % του προϋπολογισμού του ΕΓΤΠΕ.
( 8 ) ΕΕ L 94, σ. 13.
( 9 ) Η διάταξη όπως προκύπτει από τον κανονισμό (ΕΕ) 3094/94 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1994, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 4045/89 (ΕΕ L 328, σ. 1).
( 10 ) Όπ.π. Κατά τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3094/94, «οι κανόνες επιλογής των προς έλεγχο επιχειρήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 2 [του κανονισμού 4045/89] [έπρεπε] να τροποποιηθούν, για να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στη χρήση των μεθόδων ανάλυσης κινδύνου σε άλλα μέτρα ελέγχου και προκειμένου να δοθεί στα κράτη μέλη μεγαλύτερη δυνατότητα ελιγμών στην επιλογή επιχειρήσεων».
( 11 ) Όπ.π.
( 12 ) ΕΕ L 312, σ. 1.
( 13 ) ΕΕ L 297, σ. 1.
( 14 ) Ο FranceAgriMer είναι ο οργανισμός που υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα του Office national interprofessionnel des fruits, des légumes, des vins et de l’horticulture [εθνικού διεπαγγελματικού οργανισμού οπωρολαχανικών, οίνων και κηπευτικών] (VINIFLHOR), ο οποίος έχει, με τη σειρά του, υποκατασταθεί στα δικαιώματα του ONIFLHOR.
( 15 ) Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις που μνημονεύονται στην υποσημείωση 11 των προτάσεών μου της 6ης Φεβρουαρίου 2013 επί της υποθέσεως C-373/11, Πανελλήνιος Σύνδεσμος Βιομηχανιών Μεταποίησης Καπνού (η οποία εκκρεμεί ακόμη ενώπιον του Δικαστηρίου).
( 16 ) Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, «[ό]ταν οι Συνθήκες απονέμουν στην Ένωση συντρέχουσα αρμοδιότητα με τα κράτη μέλη σε συγκεκριμένο τομέα, η Ένωση και τα κράτη μέλη δύνανται να νομοθετούν και να εκδίδουν νομικά δεσμευτικές πράξεις στον τομέα αυτό».
( 17 ) Ομοίως, στην όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 729/70 αναφερόταν ότι οι έλεγχοι από τους υπαλλήλους της Επιτροπής έπρεπε να πραγματοποιούνται μόνο «συμπληρωματικά προς τους ελέγχους που ενεργούν τα κράτη μέλη από δική τους πρωτοβουλία και που παραμένουν ουσιώδεις».
( 18 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1977, περί των ελέγχων από τα κράτη μέλη των ενεργειών που αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδοτήσεως από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα εγγυήσεων (ΕΕ L 172, σ. 17). Στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 4045/89 αναφέρεται ότι τα κράτη μέλη πρέπει να ενθαρρύνονται να ενισχύσουν τους ελέγχους των εμπορικών εγγράφων των δικαιούχων ή οφειλετριών επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας αυτής.
( 19 ) Βλ. έκτη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 4045/89.
( 20 ) Συγκεκριμένα, το άρθρο 4, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιβάλλουν περαιτέρω υποχρεώσεις στον οικείο τομέα.
( 21 ) Το άρθρο 2, παράγραφος 5, του κανονισμού 4045/89 διευκρινίζει ότι «[ο]ι έλεγχοι που πραγματοποιούνται κατ’ εφαρμογή του [εν λόγω] κανονισμού γίνονται υπό την επιφύλαξη των ελέγχων που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 283/72 [του Συμβουλίου, της 7ης Φεβρουαρίου 1972, περί των ανωμαλιών και της ανακτήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών στο πλαίσιο της χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ως και της οργανώσεως ενός συστήματος πληροφορήσεως στον τομέα αυτό (ΕΕ L 36, σ. 1)], και αυτών που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) [αριθ. 729/70]».
( 22 ) Το άρθρο 9, παράγραφος 2, του τροποποιημένου κανονισμού 729/70 όριζε ότι οι έλεγχοι τους οποίους προέβλεπε έπρεπε να διεξάγονται «με την επιφύλαξη των ελέγχων που πραγματοποιούν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις».
( 23 ) Η τρίτη αιτιολογική σκέψη αναπαράγει κατ’ ουσίαν τη διατύπωση της δεύτερης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού 4045/89, αλλά με μια προσαρμογή της ορολογίας, καθώς το ΕΓΤΠΕ – Τμήμα Εγγυήσεων αντικαταστάθηκε από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) από 1ης Ιανουαρίου 2007.
( 24 ) Βλ. απόφαση της 24ης Ιουνίου 2004, C-278/02, Handlbauer (Συλλογή 2004, σ. I-6171, σκέψη 40), όσον αφορά τη λειτουργία της εγγυήσεως της ασφάλειας δικαίου, την οποία επιτελεί ο εν λόγω κανόνας παραγραφής και όλοι οι παρόμοιοι με αυτόν κανόνες, και απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, C-131/10, Corman (Συλλογή 2010, σ. I-14199, σκέψη 54), όσον αφορά τον ελάχιστο χαρακτήρα της προθεσμίας παραγραφής που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή.
( 25 ) Κατά το άρθρο αυτό, η εν λόγω διάρκεια είναι τουλάχιστον τριετής, αλλά τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν μεγαλύτερο διάστημα.
( 26 ) Το εν λόγω δεύτερο εδάφιο, όπως προκύπτει από τον κανονισμό 3094/94, ορίζει στο πλαίσιο αυτό τις περιόδους δραστηριότητας ενός επιχειρηματία που μπορούν να υποβληθούν σε έλεγχο: «[ο] έλεγχος αφορά περίοδο τουλάχιστον 12 μηνών που λήγει κατά την προηγούμενη περίοδο ελέγχου· μπορεί να παραταθεί για περιόδους που θα καθοριστούν από το κράτος μέλος, πριν ή μετά την εν λόγω δωδεκάμηνη περίοδο». Πρόκειται εδώ για ένα άλλο χρονικό διάστημα, το οποίο χαρακτηρίζεται ως «περίοδος την οποία αφορά ο έλεγχος» από το ίδιο αιτούν δικαστήριο στις προμνησθείσες εκκρεμείς υποθέσεις Viniflhor.
( 27 ) Ειδικότερα, ο κανονισμός αυτός πρέπει να ερμηνευθεί σε σχέση με τον κανονισμό 2988/95, ο οποίος, όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο με τη σκέψη 33 της αποφάσεώς του της 5ης Ιουνίου 2012, C-489/10, Bonda, «καθορίζει ένα κοινό νομικό πλαίσιο όλων των τομέων που εμπίπτουν στις κοινοτικές πολιτικές» και υποδεικνύει τις συνέπειες που πρέπει να έχουν οι «παρατυπίες», όπως αυτές ορίζονται από το άρθρο 1, παράγραφος 2, του τελευταίου αυτού κανονισμού.
( 28 ) Επισημαίνω, συναφώς, ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν επιβάλλει τον έλεγχο όλων των επιχειρήσεων κατά την «περίοδο ελέγχου» που αναφέρεται στο άρθρο του 2, παράγραφος 4. Καθορίζει μόνον τα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια τα οποία οριοθετούν την υποχρέωση ελέγχου που υπέχει κάθε κράτος μέλος.
( 29 ) Παρόμοια υποχρέωση ενημερώσεως απορρέει από το άρθρο 8, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 729/70.
( 30 ) Όπως ισχύει, για παράδειγμα, στην περίπτωση των άρθρων R. 622-49 και R. 622-50 του Code rural français [γαλλικού γεωργικού κώδικα].
( 31 ) Βλ. δέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού.
( 32 ) Στην αρχική πρόταση [COM(89) 290 τελικό], το άρθρο 2, παράγραφος 4, ήταν διατυπωμένο όπως στο τελικό κείμενο του κανονισμού 4045/89, αλλά στην τροποποιημένη πρόταση [COM(89) 623 τελικό] οριζόταν ότι: «Η περίοδος ελέγχου εκτείνεται από την 1η Ιουλίου μέχρι τις 30 Ιουνίου του επομένου έτους. Ένα κράτος μέλος δύναται να αρχίζει να πραγματοποιεί τους ελέγχους πριν από την 1η Ιουλίου, από τη στιγμή που η Επιτροπή κοινοποιεί τη συμφωνία της επί του προγράμματος προβλέψεων που αναφέρεται στο άρθρο 10 του παρόντος κανονισμού» (η υπογράμμιση δική μου).
( 33 ) Το άρθρο 10, παράγραφοι 1 έως 3, προβλέπει ότι, κάθε έτος, πριν από τις 15 Απριλίου, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το πρόγραμμα προβλέψεων των ελέγχων που θα πραγματοποιηθούν κατά τη διάρκεια της επόμενης περιόδου ελέγχου και το ανακοινώνουν στην Επιτροπή, η οποία πρέπει να το εξετάσει εντός προθεσμίας έξι εβδομάδων κατ’ ανώτατο όριο. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, ορίζει ότι «[π]ριν από την 1η Ιανουαρίου που ακολουθεί τη περίοδο ελέγχου, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή λεπτομερή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του [εν λόγω] κανονισμού» (η υπογράμμιση δική μου).
( 34 ) Η Επιτροπή ορθώς επισημαίνει ότι το παράρτημα II, σημείο 4, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1863/90 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1990, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 4045/89 (ΕΕ L 170, σ. 23), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 2992/95 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1995 (ΕΕ L 312, σ. 11), προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα ολοκληρώσεως των ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν στην περίοδο ελέγχου που προηγείται εκείνης για την οποία καταρτίζεται η ετήσια έκθεση από τα κράτη μέλη, καθώς η διάταξη αυτή αναφέρεται στα «αποτελέσματα των ελέγχων εκείνων που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με την περίοδο ελέγχου που προηγείται εκείνης που καλύπτεται από την παρούσα έκθεση, για την οποία τα αποτελέσματα δεν ήταν διαθέσιμα κατά τη στιγμή της υποβολής της έκθεσης για την περίοδο ελέγχου».
( 35 ) Όπως επισημαίνει η Πολωνική Κυβέρνηση, οι περιστάσεις υπό τις οποίες διεξάγεται ο έλεγχος ενδέχεται να απαιτούν τη συνέχιση των ελέγχων που έχουν αρχίσει κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ελέγχου και μετά το πέρας της περιόδου αυτής, ιδίως σε περίπτωση που έχουν διαπιστωθεί παρατυπίες οι οποίες απαιτούν επιπλέον διερεύνηση ή σε περίπτωση που αναμένονται τα αποτελέσματα διασταυρωτικών ελέγχων, οι οποίοι διεξάγονται σε εθνικό ή σε διασυνοριακό επίπεδο.
( 36 ) Στη διαφορά της κύριας δίκης, φαίνεται, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει προσκομίσει ο FranceAgriMer, ότι η Syndicat OP 84 καθυστέρησε τον επιτόπιο έλεγχο, ζητώντας επανειλημμένως τη μετάθεση των προγραμματισμένων συναντήσεων και παραλείποντας να προσκομίσει τα έγγραφα που ζητούσαν οι εν λόγω υπάλληλοι.
( 37 ) Συγκεκριμένα, ο γενικός εισαγγελέας G. Reischl, στις σ. 3185 και 3186 των προτάσεών του επί της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981, 151/80, de Hoe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 3161), είχε υπογραμμίσει ότι ένας υποψήφιος «δεν δύναται σε καμία περίπτωση εκ των υστέρων να επιτύχει ακύρωση της διαδικασίας διορισμού στην οποία συμμετέσχε, προβάλλοντας αντικανονικότητες, καταλογιστέες στην ιδία του συμπεριφορά» (βλ. επίσης σκέψεις 18 και 19 της εν λόγω αποφάσεως). Στη σκέψη 13 της αποφάσεως της 9ης Φεβρουαρίου 1984, 316/82 και 40/83, Kohler κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1984, σ. 641), το Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι «αν γίνονταν δεκτά τα επιχειρήματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αυτό θα σήμαινε ότι το εν λόγω όργανο μπορεί να επικαλείται παράβαση [...] που το ίδιο διέπραξε».
( 38 ) Υπενθυμίζω συναφώς ότι στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 4045/89, η οποία αναπαράγει το περιεχόμενο της έβδομης αιτιολογικής σκέψεως και του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, προβλέπεται ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να ανακτήσουν τα ποσά που απωλέσθησαν εξαιτίας όχι μόνον «ανωμαλιών», αλλά και «αμελειών».
( 39 ) Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C-131/00, Nilsson (Συλλογή 2001, σ. I-10165, σκέψη 32). Στην περίπτωση εκείνη, ο έλεγχος ήταν αδύνατος λόγω της παντελούς ελλείψεως τηρήσεως του μητρώου των ζώων από τον κάτοχό τους.
( 40 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, την έβδομη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως περί παραπομπής.
( 41 ) Διευκρινίζω ότι από την όγδοη και την ένατη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως περί παραπομπής προκύπτει ότι, στη διαφορά της κύριας δίκης, η διαταγή επιστροφής των εισπραχθεισών ενισχύσεων στηρίχθηκε όχι μόνο στην παρακώλυση της διαδικασίας από τη Syndicat OP 84, η οποία δεν προσκόμισε τα δικαιολογητικά έγγραφα που της ζητήθηκαν από τις αρμόδιες για τον έλεγχο αρχές, αλλά και στη μη επιλεξιμότητα ορισμένων δραστηριοτήτων της για τις ενισχύσεις αυτές, καθώς και σε αποκαλυφθείσα παρατυπία στην τροφοδοσία του επίμαχου επιχειρηματικού ταμείου.
( 42 ) Στην απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011, C-150/10, Beneo Orafti (Συλλογή 2011, σ. Ι-6843, σκέψη 69 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) υπενθυμίζεται ότι «στον τομέα των ελέγχων και των κυρώσεων των παρατυπιών που διαπράττονται στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης, ο νομοθέτης της Ένωσης έθεσε, με τον κανονισμό 2988/95, ορισμένες γενικές αρχές και απαίτησε όλοι οι κανονισμοί που διέπουν τους επί μέρους τομείς να είναι σύμφωνοι προς τις αρχές αυτές».
( 43 ) Ο ορισμός της έννοιας αυτής που παρέχει το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2988/95 διευκρινίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1848/2006 της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις παρατυπίες και την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών στα πλαίσια της χρηματοδότησης της κοινής γεωργικής πολιτικής και της οργάνωσης συστήματος πληροφόρησης στον τομέα αυτό, καθώς και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 595/91 του Συμβουλίου (ΕΕ L 355, σ. 56).
( 44 ) Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού διευκρινίζει ότι το ποσό που καταβάλλεται ως πρόστιμο και που υπερβαίνει τα αδικαιολογήτως εισπραχθέντα, αφενός, πρέπει να καθορίζεται βάσει ποσοστού που θα οριστεί στις ειδικές διατάξεις και, αφετέρου, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ύψος που είναι απολύτως αναγκαίο για να του προσδώσει αποτρεπτικό χαρακτήρα.
( 45 ) Βλ., μεταξύ άλλων, σκέψη 269 της αποφάσεως της 8ης Μαΐου 2003, C-349/97, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I-3851), κατά την οποία «οι εφαρμοσθείσες εν προκειμένω διορθώσεις δεν μπορούν να λογίζονται ως κυρώσεις, αλλά συνιστούν την αναγκαία συνέπεια της ελλείψεως νομιμότητας των διενεργηθεισών από το Βασίλειο της Ισπανίας πληρωμών», καθώς και σκέψη 28 της αποφάσεως της 4ης Ιουνίου 2009, C-158/08, Pometon (Συλλογή 2009, σ. I-4695, σκέψη 28), κατά την οποία: «η υποχρέωση επιστροφής του οφέλους που αποκτήθηκε αδικαιολογήτως μέσω παράνομης πρακτικής δεν συνιστά [...] κύρωση, αλλά απλώς [τη] συνέπεια της διαπιστώσεως ότι οι αναγκαίες προϋποθέσεις για τη λήψη του οφέλους το οποίο απορρέει από την κοινοτική ρύθμιση δημιουργήθηκαν τεχνητά, οπότε το όφελος αποκτήθηκε χωρίς νόμιμη αιτιολογία και δικαιολογείται, επομένως, η υποχρέωση αποδόσεώς του». Βλ. επίσης προπαρατεθείσα απόφαση Beneo Orafti (σκέψη 70).
( 46 ) Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του κανονισμού 2988/95.
( 47 ) Βλ., κατ’ αναλογία, την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [νυν Γενικού Δικαστηρίου] της 8ης Ιουνίου 1995, T-459/93, Siemens κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II-1675), στις σκέψεις 96 και 97 της οποίας επισημαίνεται ότι η αναζήτηση μιας παράνομης κρατικής ενισχύσεως αποσκοπεί στην αποκατάσταση της προτέρας καταστάσεως, η οποία προϋποθέτει την εξάλειψη όλων των οικονομικών πλεονεκτημάτων που απορρέουν από την ενίσχυση, εφόσον αυτά δημιουργούν στρέβλωση του ανταγωνισμού.
( 48 ) Βλ. υπ’ αυτή την έννοια, κατ’ αναλογία, σκέψη 30 της αποφάσεως της 6ης Μαΐου 1982, 146/81, 192/81 και 193/81, BayWa κ.λπ. (Συλλογή 1982, σ. 1503), κατά την οποία «[α]ντίθετη ερμηνεία [του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70] θα είχε ως αποτέλεσμα να θέσει σε κίνδυνο την ίση μεταχείριση των επιχειρηματιών στα διάφορα Κράτη μέλη και την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, η οποία, κατά το μέτρο του δυνατού, πρέπει να είναι ομοιόμορφη σε όλη την Κοινότητα».
( 49 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 4ης Απριλίου 1960, 4/59 έως 13/59, Mannesmann κ.λπ. κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 383) και της 11ης Ιουλίου 1968, 26/67, Danvin κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 775).
( 50 ) Στην απόφαση της 10ης Ιουλίου 1990, C-259/87, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-2845), το Δικαστήριο έκρινε ότι, όσον αφορά τα ποσά που καταβλήθηκαν στο ΕΓΤΠΕ, ο αδικαιολόγητος πλουτισμός εκ μέρους της Κοινότητας θα ήταν αντίθετος προς τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
( 51 ) Βλ. κατ’ αναλογία, όσον αφορά τη ζημία ενός προσώπου η οποία αυξάνει την περιουσία άλλου προσώπου χωρίς ο πλουτισμός αυτός να στηρίζεται σε καμιά νομική βάση, αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C-47/07 P, Masdar (UK) κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I-9761, σκέψη 44), και της 21ης Ιανουαρίου 2010, C-470/08, van Dijk (Συλλογή 2010, σ. I-603, σκέψη 41).
( 52 ) Βλ. επίσης σκέψη 29 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Pometon, κατά την οποία «[ο]μοίως, ο εισαγωγέας που υπήχθη παρανόμως στο καθεστώς της τελειοποίησης προς επανεξαγωγή και απέκτησε όφελος με την τεχνητή δημιουργία των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την εφαρμογή του υποχρεούται να καταβάλει τους σχετικούς με τα οικεία προϊόντα δασμούς, πέραν των τυχόν διοικητικών κυρώσεων, αστικών ή ποινικών, που προβλέπει η εθνική νομοθεσία» (η υπογράμμιση δική μου).
( 53 ) Η διπλή αυτή απαίτηση υπενθυμίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2988/95, του οποίου το περιεχόμενο αναφέρεται ανωτέρω.
( 54 ) Όσον αφορά τις διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό 2988/95, βλ. απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2010, C-367/09, SGS Belgium κ.λπ. (Συλλογή 2010, σ. I-10761, σκέψη 43), καθώς και σημεία 35 επ. των προτάσεων της γενικής εισαγγελέα J. Kokott επί της ίδιας υποθέσεως.
Full & Egal Universal Law Academy