ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 30ής Μαΐου 2013 ( 1 )
Υπόθεση C‑50/12 P
Kendrion NV
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως — Ανταγωνισμός — Σύμπραξη — Τομέας των πλαστικών βιομηχανικών σάκων — Πρόστιμα — Προσβολή εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου του θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου προθεσμίας»
Πρόλογος
1.
Στις 16 Νοεμβρίου 2011 το Γενικό Δικαστήριο εξέδωσε τρεις αποφάσεις ( 2 ) με τις οποίες απέρριψε τρεις αντίστοιχες προσφυγές με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής στην υπόθεση COMP/38354 – Βιομηχανικοί σάκοι ( 3 ). Με την απόφαση αυτή η Επιτροπή διαπίστωσε την ύπαρξη σοβαρής και μακροχρόνιας παραβάσεως του τότε άρθρου 81 ΕΚ (νυν άρθρο 101 ΣΛΕΕ)· επέβαλε δε υψηλά πρόστιμα σε ορισμένες θυγατρικές εταιρίες και στις αντίστοιχες μητρικές τους. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά μία από τις αιτήσεις αναιρέσεως κατά των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου ( 4 ).
2.
Με τις αιτήσεις αναιρέσεως, πέρα από τα τιθέμενα καινοφανή ζητήματα δικαίου του ανταγωνισμού, προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εκδίκασε τις προσφυγές που ασκήθηκαν ενώπιόν του εντός ευλόγου προθεσμίας. Για τον λόγο αυτόν, σαφώς εναπόκειται στο Δικαστήριο να επιχειρήσει τη χωρίς χρονοτριβή εκδίκαση των αιτήσεων αναιρέσεως. Τόσο για την τήρηση της προϋποθέσεως αυτής όσο και λόγω της ανάγκης να υπάρξει επαρκής χρόνος για τη μετάφραση, έχω κατανείμει τα εξεταζόμενα ζητήματα μεταξύ των τριών προτάσεων ως εξής.
3.
Οι ουσιώδεις νομοθετικές διατάξεις, η περιγραφή της συμπράξεως, η διαδικασία ως την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής καθώς και τα επιβληθέντα πρόστιμα εκτίθενται στα σημεία 6 έως 34 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως Gascogne Sack Deutschland ( 5 ). Επειδή με τις αιτήσεις αναιρέσεως προβάλλονται ελαφρώς διαφορετικά επιχειρήματα όσον αφορά τις περιστάσεις υπό τις οποίες οι μητρικές εταιρίες ευθύνονται ή όχι για τις πράξεις των θυγατρικών τους που τους ανήκουν εξ ολοκλήρου, το ζήτημα αυτό εξετάζεται και στις τρεις προτάσεις. Στα σημεία 70 έως 150 των προτάσεων επί της υποθέσεως Groupe Gascogne ( 6 ) θα προβώ σε ανάλυση των ζητημάτων σχετικά με το επιχείρημα ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε εντός ευλόγου προθεσμίας (ιδίως, τα κριτήρια καθορισμού του κατά πόσον έχει υπάρξει υπερβολική καθυστέρηση και τα πιθανά μέσα ένδικης προστασίας στην περίπτωση που αυτό έχει συμβεί). Στις αντίστοιχες για κάθε αίτηση αναιρέσεως προτάσεις εξετάζονται τα λεπτομερή επιχειρήματα που προβλήθηκαν από κάθε αναιρεσείουσα όσον αφορά (για παράδειγμα) την επάρκεια της αιτιολογίας των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου ( 7 ).
Εισαγωγή
4.
Η Kendrion NV (στο εξής: Kendrion) και η πρώην θυγατρική της Fardem Packaging BV (στο εξής: Fardem) είναι δύο από τις συνολικά 25 επιχειρήσεις αποδέκτριες της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η Kendrion (της οποίας η επωνυμία τότε ήταν Schuttersveld) εξαγόρασε τη Fardem στις 8 Ιουνίου 1995, αποκτώντας το 100 % του μετοχικού της κεφαλαίου. Το 2003 η Fardem, κατόπιν της εξαγοράς της από τους εργαζομένους της, έπαυσε να ανήκει στον όμιλο της Kendrion.
5.
Η Fardem παραδέχθηκε τη συμμετοχή της στη σύμπραξη. Η Kendrion αρνήθηκε ότι ασκούσε καθοριστική επιρροή στη συμπεριφορά της Fardem. Η Επιτροπή δεν δέχθηκε τα επιχειρήματα της Kendrion. Η Επιτροπή έκρινε ότι η Kendrion έφερε αλληλέγγυα ευθύνη, από τις 8 Ιουνίου 1995 έως τις 26 Ιουνίου 2002, για τις δραστηριότητες της θυγατρικής της.
6.
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως τίθεται το ζήτημα της έννοιας της επιχειρήσεως για την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού και, ειδικότερα, της αρχής ότι οι μητρικές εταιρίες ευθύνονται για τις παραβάσεις που διαπράττουν οι κατά 100 % θυγατρικές τους ( 8 ). Η ταυτότητα της επιχειρήσεως έχει σημαντικές συνέπειες ως προς τον καθορισμό του ποσού του επιβαλλόμενου προστίμου, ιδίως σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του ορίου του 10 % του κύκλου εργασιών (στο εξής: όριο του 10 %) που προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 ( 9 ). Η πρακτική εφαρμογή της διατάξεως αυτής θέτει δυσχερή ζητήματα στην περίπτωση που η επιχείρηση που διέπραξε την παράβαση δεν έχει πλέον την ίδια μορφή κατά τον χρόνο του υπολογισμού του ανωτάτου ορίου του προστίμου.
7.
Τίθεται επίσης το ζήτημα αν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
Η προσβαλλόμενη απόφαση
Εισαγωγή
8.
Είναι αναγκαίο να οριστεί η επιχείρηση που φέρει την ευθύνη για την παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ με τον προσδιορισμό ενός ή περισσότερων νομικών προσώπων που εκπροσωπούν την εν λόγω επιχείρηση. Κατά πάγια νομολογία, η συμπεριφορά μιας θυγατρικής μπορεί να καταλογιστεί στη μητρική της, ιδίως στην περίπτωση που η θυγατρική δεν αποφασίζει αυτόνομα για την εμπορική της πολιτική. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η μητρική και η θυγατρική αποτελούν ενιαία επιχείρηση για την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ. Η Επιτροπή μπορεί να απευθύνει απόφαση που επιβάλλει πρόστιμα προς τη μητρική εταιρία χωρίς να απαιτείται να αποδείξει την εμπλοκή της εταιρίας αυτής στην παράβαση. Στην περίπτωση που η μητρική εταιρία κατέχει το 100 % του μετοχικού κεφαλαίου ισχύει, αφενός, τεκμήριο ότι έχει τη δυνατότητα ασκήσεως καθοριστικής επιρροής επί της θυγατρικής της και, αφετέρου, μαχητό τεκμήριο ότι ασκεί όντως τέτοια επιρροή (στο εξής: τεκμήριο καθοριστικής επιρροής).
Προσδιορισμός της επιχειρήσεως
9.
Στις αιτιολογικές σκέψεις 577 έως 583 της προσβαλλομένης αποφάσεως η Επιτροπή εξέθεσε τις αρχές που εφάρμοσε κατά τον προσδιορισμό των αποδεκτών της αποφάσεως. Αφού υπενθύμισε τα τεκμήρια που μόλις ανέφερα, η Επιτροπή διευκρίνισε στην αιτιολογική σκέψη 582 ότι στην περίπτωση που επιχείρηση παραβαίνει το άρθρο 101 ΣΛΕΕ και, στη συνέχεια, πωλεί τη θυγατρική που πράγματι εμπλέκεται στις αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικές και αποσύρεται από την οικεία αγορά, η πρώην μητρική συνεχίζει να υπέχει ευθύνη για την εν λόγω παράβαση ( 10 ).
10.
Κατά την αιτιολογική σκέψη 584 η Επιτροπή ακολούθησε την προσέγγιση αυτή, κατά περίπτωση, για κάθε μία από τις εμπλεκόμενες στη σύμπραξη επιχειρήσεις. Προς τον σκοπό αυτό, διέκρινε μεταξύ των μητρικών εταιριών των οποίων η συμμετοχή στην παράβαση ήταν σαφής και των μητρικών εταιριών που ήταν αποδέκτριες της αποφάσεως επειδή κρίθηκαν αλληλεγγύως υπεύθυνες για την αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά των θυγατρικών τους.
Τα πρόστιμα
11.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το βασικό ποσό του προστίμου εις βάρος της Fardem ορίστηκε σε 20 εκατομμύρια ευρώ ( 11 ). Η Επιτροπή, στη συνέχεια, υπολόγισε προσαύξηση του ως άνω ποσού κατά 200 % η οποία αντιστοιχεί στην παρατεταμένη χρονική περίοδο 20 ετών και 5 μηνών (από την 6η Ιανουαρίου 1982 έως την 26η Ιουνίου 2002) κατά τη διάρκεια της οποίας η Fardem συμμετείχε στη σύμπραξη και βάσει του υπολογισμού αυτού προέκυψε το ποσό των 40 εκατομμυρίων ευρώ. Το άθροισμα του δεύτερου αυτού ποσού με τα 20 εκατομμύρια ευρώ ανέρχεται σε 60 εκατομμύρια ευρώ ( 12 ).
12.
Στη συνέχεια, στην αιτιολογική σκέψη 782 διαλαμβάνονται τα εξής:
«Για ορισμένες εταιρίες οι οποίες ευθύνονται ως μητρικές εταιρίες, πρέπει να ληφθεί υπόψη το μειωμένο χρονικό διάστημα για το οποίο φέρουν ευθύνη […]:
—
Η Kendrion N.V. (όσον αφορά τη Fardem Packaging): από τις 8 Ιουνίου 1995 έως τις 26 Ιουνίου 2002, ήτοι για χρονικό διάστημα 7 ετών[…]».
13.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται ρητώς το αρχικό ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην Kendrion. Συνάγεται, όμως, εμμέσως ότι ήταν 20 εκατομμύρια ευρώ (το βασικό ποσό του προστίμου της Fardem) το οποίο καταλογίστηκε στην Kendrion λόγω της εις ολόκληρον ευθύνης της για το πρόστιμο εις βάρος της Fardem ( 13 ). Η Επιτροπή υπολόγισε, στη συνέχεια, προσαύξηση του ποσού των 20 εκατομμυρίων ευρώ κατά 70 % η οποία αντιστοιχεί στα επτά έτη κατά τα οποία η Fardem ανήκε στην Kendrion και βάσει του υπολογισμού αυτού προέκυψε το ποσό των 14 εκατομμυρίων ευρώ ( 14 ). Το άθροισμα του ποσού αυτού με το ποσό των 20 εκατομμυρίων ευρώ ανέρχεται σε 34 εκατομμύρια ευρώ, που είναι το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην Kendrion ( 15 ).
14.
Στις ακόλουθες αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλομένης αποφάσεως διευκρινίστηκε ο τρόπος εφαρμογής του ορίου του 10 % το οποίο προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 ( 16 ):
«814
Όσον αφορά το ανώτατο όριο του 10 %, “αν περισσότεροι του ενός αποδέκτες αποτελούν την ‘επιχείρηση’, κατά την έννοια της οικονομικής οντότητας που είναι υπεύθυνη για την παράβαση για την οποία επιβάλλεται η κύρωση, […] κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, […] το ανώτατο όριο υπολογίζεται με βάση τον γενικό κύκλο εργασιών της επιχείρησης, δηλαδή συνυπολογιζόμενων των μερών που την αποτελούν. Αντιθέτως, αν η οικονομική οντότητα διαλυθεί στη συνέχεια, κάθε αποδέκτης της απόφασης δικαιούται να τύχει του εν λόγω ανώτατου ορίου που εφαρμόζεται μεμονωμένα σε αυτόν”.
[…]
820
Η Fardem Packaging BV έπαυσε να ανήκει στον όμιλο Kendrion, ο οποίος αποτελούσε την οικονομική οντότητα που ήταν υπεύθυνη για την παράβαση, το 2003. Πρέπει επομένως να ληφθεί υπόψη ως βάση του υπολογισμού του ορίου του προστίμου που πρέπει να επιβληθεί στην Fardem Packaging BV ο κύκλος εργασιών που πραγματοποιεί η Fardem Packaging BV παγκοσμίως. Ο κύκλος εργασιών που πραγματοποίησε παγκοσμίως η Fardem Packaging BV το 2004, το τελευταίο πλήρες έτος πριν από την απόφαση ήταν 22036136 ευρώ. Επομένως, το πρόστιμο που θα επιβληθεί στην Fardem Packaging BV δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 2,20 εκατ. ευρώ.»
Δεδομένου ότι ο παγκόσμιος κύκλος εργασιών της Kendrion υπερέβαινε το ποσό βάσει του οποίου θα έπρεπε το εις βάρος της πρόστιμο να περιοριστεί, δεν έγινε μείωση του προστίμου της, το ποσό του οποίου, ως εκ τούτου, παρέμεινε στα 34 εκατομμύρια ευρώ.
15.
Κατά την αιτιολογική σκέψη 879 της προσβαλλομένης αποφάσεως:
«Συμπερασματικώς, τα πρόστιμα που πρέπει να επιβληθούν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 θα πρέπει να έχουν ως εξής:
[…]
Kendrion NV: 34 εκατ. ευρώ. Επί του ποσού αυτού, η Fardem Packaging BV είναι από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνη για ποσό ύψους 2,20 εκατ. ευρώ·
[…]».
16.
Κατά το άρθρο 2, στοιχείο d, της προσβαλλομένης αποφάσεως τα επιβληθέντα πρόστιμα είχαν ως εξής: «Kendrion NV: 34 εκατ. ευρώ. Επί του ποσού αυτού, η Fardem Packaging BV είναι από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνη για ποσό ύψους 2,20 εκατ. ευρώ».
Περίληψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
17.
Πρωτοδίκως ( 17 ), η Kendrion ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει στο σύνολό της ή μερικώς την απόφαση που της απευθύνθηκε·
—
να ακυρώσει ή να μειώσει το επιβληθέν σε αυτήν πρόστιμο·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
18.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Kendrion προέβαλε την αιτίαση ότι η διάρκεια της ένδικης διαδικασίας ήταν υπερβολική. Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αιτίαση αυτή ως αλυσιτελή. Έκρινε ότι ο δικαστικός έλεγχος που ασκούσε αφορούσε μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας η νομιμότητα έπρεπε να εξεταστεί υπό το πρίσμα των γεγονότων και περιστάσεων που ήταν στη διάθεση της Επιτροπής κατά τον χρόνο της εκδόσεώς της. Έκρινε ότι η διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δεν ασκούσε καμία επιρροή στο κύρος της προσβαλλομένης αποφάσεως.
19.
Με τον πρώτο λόγο της προσφυγής της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου η Kendrion υποστήριξε ότι οι ουσιαστικές διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως ευρίσκονταν σε αντίφαση με την αιτιολογία της, κατά παράβαση των άρθρων 101 και 296 ΣΛΕΕ ( 18 ) και του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003. Με τον δεύτερο λόγο της προσφυγής, η Kendrion προέβαλε ότι η Επιτροπή είχε υποπέσει σε πλάνη κρίνοντας ότι η Kendrion και η Fardem αποτελούσαν ενιαία οικονομική οντότητα. Με τον τρίτο λόγο της προσφυγής, η Kendrion υποστήριξε ότι η Επιτροπή είχε παραβιάσει ορισμένες γενικές αρχές του δικαίου, όπως η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και η υποχρέωση αιτιολογήσεως της αποφάσεώς της, κρίνοντας ότι η Kendrion έφερε ευθύνη για παράβαση που είχε διαπράξει η Fardem, ως κατά 100 % θυγατρική της.
20.
Οι λοιποί πέντε λόγοι της προσφυγής, από τον τέταρτο έως τον όγδοο, αφορούσαν το πρόστιμο. Με τον τέταρτο λόγο της προσφυγής, η Kendrion υποστήριξε ότι το πρόστιμο που της επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έπρεπε να είναι ανώτερο εκείνου που επιβλήθηκε στη Fardem. Με τον πέμπτο λόγο της προσφυγής, η Kendrion προέβαλε ότι υποβλήθηκε σε διαφορετική μεταχείριση σε σχέση με άλλες μητρικές εταιρίες που κρίθηκαν αλληλεγγύως υπεύθυνες για τις παραβάσεις που είχαν διαπράξει οι θυγατρικές τους και ότι, ως εκ τούτου, η Επιτροπή είχε παραβιάσει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
21.
Στο πλαίσιο του έκτου λόγου της προσφυγής, η Kendrion προέβαλε δύο επιχειρήματα. Πρώτον, υποστήριξε ότι η επιβολή προστίμου 60 εκατομμυρίων ευρώ στη Fardem προσέκρουε στις γενικές αρχές του δικαίου: μεταξύ άλλων, αφενός, το πρόστιμο αυτό ήταν δυσανάλογο δεδομένου ότι ο ετήσιος κύκλος εργασιών της Fardem ήταν 20 εκατομμύρια ευρώ και, αφετέρου, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν ήταν επαρκής. Δεύτερον, αν στην υπόθεση T‑51/06 ( 19 ) (η οποία αφορούσε προσφυγή της Fardem κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως) κρινόταν ότι έπρεπε να μειωθεί το επιβληθέν στη Fardem πρόστιμο, το αρχικό ποσό του προστίμου εις βάρος της Kendrion θα έπρεπε επίσης να μειωθεί.
22.
Με τον έβδομο λόγο της προσφυγής της η Kendrion προέβαλε ορισμένα επιχειρήματα υποστηρίζοντας ότι η επιβολή τέτοιου προστίμου σε μητρική εταιρία η οποία δεν είχε η ίδια εμπλοκή στην παράβαση ήταν χωρίς προηγούμενο. Με τον όγδοο λόγο προσφυγής η Kendrion υποστήριξε ότι η Επιτροπή είχε παραβεί τις κατευθυντήριες γραμμές του 1998 σχετικά με τα πρόστιμα, τις οποίες η ίδια είχε διατυπώσει ( 20 ).
23.
Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της Kendrion στο σύνολό της.
Οι λόγοι αναιρέσεως
24.
Η Kendrion προβάλλει τέσσερις λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.
25.
Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η Επιτροπή εξέθεσε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους το πρόστιμο που επέβαλε στην Kendrion ήταν υψηλότερο εκείνου που επέβαλε στην πρώην θυγατρική της, Fardem.
26.
Δεύτερον, κατά την εκτίμηση του ζητήματος αν η Kendrion ευθύνεται εις ολόκληρον για το πρόστιμο που επιβλήθηκε στη Fardem, το Γενικό Δικαστήριο i) υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο επειδή δεν εξέτασε τα κύρια αποδεικτικά στοιχεία, ii) διέπραξε διαδικαστικές πλημμέλειες, ιδίως όσον αφορά την κατανομή του βάρους αποδείξεως, και iii) παραμόρφωσε προδήλως τα πραγματικά περιστατικά και εκτίμησε εσφαλμένως τις αποδείξεις. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο παρέθεσε ελλιπή αιτιολογία ενώ εξέτασε ανεπαρκώς τα επιχειρήματα που προέβαλε η Kendrion.
27.
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως της Kendrion έχει τρία σκέλη. Πρώτον, η Kendrion υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι στην ίδια, μολονότι δεν εμπλεκόταν στην παράβαση, έπρεπε να επιβληθεί πρόστιμο υψηλότερο από το επιβληθέν στην πρώην θυγατρική της. Δεύτερον, προβαίνοντας στη διαπίστωση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, δεδομένου ότι η Kendrion είναι η μόνη μεταξύ των μητρικών εταιριών που είναι αποδέκτριες της αποφάσεως στην οποία επιβλήθηκε πρόστιμο υψηλότερο εκείνου που επιβλήθηκε στη θυγατρική της. Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο παρέθεσε αντιφατική και ανεπαρκή αιτιολογία καθόσον έκρινε ότι η Kendrion ευθυνόταν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για το πρόστιμο που επιβλήθηκε στη Fardem. Το πρόστιμο αυτό ανέρχεται στο ποσό των 2,2 εκατομμυρίων ευρώ. Η Επιτροπή, όμως, επέβαλε στην Kendrion πρόστιμο ύψους 34 εκατομμυρίων ευρώ.
28.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η Kendrion υποστηρίζει ότι εσφαλμένως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε αλυσιτελές το επιχείρημά της ότι η ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία είχε υπερβολική διάρκεια. Από την απόρριψη του επιχειρήματος αυτού συνάγεται ότι το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί πλημμελειών που διαπράττονται κατά τη διάρκεια της ενώπιόν του διαδικασίας. Επιπλέον, ακόμα και αν το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να προβαίνει σε μείωση του προστίμου λόγω υπερβολικής διάρκειας της ενώπιόν του διαδικασίας, εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί επί αυτού του σημαντικού για την ασφάλεια δικαίου ζητήματος και να αντλήσει τις αναγκαίες έννομες συνέπειες.
29.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η Kendrion κατ’ ουσίαν προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η ίδια και η Fardem αποτελούσαν επιχείρηση για την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ. Αν αυτός ο λόγος αναιρέσεως της Kendrion ευδοκιμήσει, τότε, κατ’ ανάγκην, θα πρέπει να γίνουν δεκτά και τα προβαλλόμενα επιχειρήματα προς στήριξη του πρώτου και του δεύτερου λόγου αναιρέσεως (όσον αφορά το επιβληθέν πρόστιμο). Θα εξετάσω λοιπόν πρώτα τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως της Kendrion.
Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: η ταυτότητα της επιχειρήσεως για την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ
Συνοπτική παρουσίαση των επιχειρημάτων των διαδίκων
Η αίτηση αναιρέσεως της Kendrion
30.
Η Kendrion προβάλλει πέντε κύρια επιχειρήματα προς στήριξη της απόψεώς της ότι η ίδια και η Fardem δεν αποτελούσαν ενιαία επιχείρηση.
31.
Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε διαδικαστικές πλημμέλειες και πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η Kendrion ευθυνόταν εις ολόκληρον για την καταβολή του προστίμου που επιβλήθηκε στη Fardem, επειδή δεν εξέτασε το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε προδήλως τα πραγματικά περιστατικά ενώ στις περιπτώσεις που εξέτασε τα αποδεικτικά στοιχεία προέβη σε εσφαλμένη εκτίμησή τους. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο αιτιολόγησε ανεπαρκώς τις διαπιστώσεις του και δεν εξέτασε δεόντως τα επιχειρήματα της Kendrion.
32.
Δεύτερον, στη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η Kendrion δεν είχε αποκρούσει τα συμπληρωματικά στοιχεία από τα οποία προέκυπταν ενδείξεις ότι είχε ασκήσει καθοριστική επιρροή στην εμπορική πολιτική της Fardem, ενώ έφερε το σχετικό βάρος αποδείξεως. Αντιθέτως, η Επιτροπή όφειλε να αποδείξει ότι i) όντως υπήρχαν τα συμπληρωματικά στοιχεία και ii) ότι από αυτά προέκυπτε η εκ μέρους της Kendrion άσκηση καθοριστικής επιρροής.
33.
Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι η Kendrion δεν είχε αποκρούσει τα συμπληρωματικά αυτά στοιχεία τα οποία επικαλέστηκε η Επιτροπή για να καταδείξει ότι η Kendrion ασκούσε πράγματι καθοριστική επιρροή στην εμπορική πολιτική της Fardem.
34.
Τέταρτον, η υπό κρίση υπόθεση είναι μοναδική, καθόσον στη μητρική εταιρία η οποία δεν είχε εμπλοκή στις αντίθετες με τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικές επιβλήθηκε πρόστιμο υψηλότερο σε σχέση με εκείνο που επιβλήθηκε στη θυγατρική της η οποία διέπραξε την παράβαση. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ιδιαιτέρως ενδελεχούς ελέγχου. Κατά την εξέταση της προσβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοια αυστηρά κριτήρια. Επομένως, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και δεν παρέθεσε επαρκή αιτιολογία της αποφάσεώς του.
35.
Πέμπτον, επικουρικώς, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι αρκούν τα συμπληρωματικά στοιχεία που επικαλέστηκε η Επιτροπή, τίθεται το ερώτημα αν το Γενικό Δικαστήριο ορθώς εκτίμησε τα αντίθετα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν ενώπιόν του. Το Γενικό Δικαστήριο αγνόησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και δεν εξέτασε δεόντως τα αποδεικτικά στοιχεία που η ίδια προέβαλε πρωτοδίκως. Υπό το πρίσμα των αποδείξεων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να κρίνει ορθώς ότι η Επιτροπή είχε αποδείξει ότι η Kendrion και η Fardem αποτελούσαν οικονομική οντότητα. Σε κάθε περίπτωση, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη καταλογίζοντας στην Kendrion ευθύνη για την παράβαση της Fardem.
Η απάντηση της Επιτροπής
36.
Κατά την Επιτροπή ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.
37.
Για να καταλογίσει ευθύνη στην Kendrion για παράβαση που διέπραξε η Fardem, η Επιτροπή στηρίχθηκε αποκλειστικά επί του γεγονότος ότι η Fardem ήταν, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, κατά 100 % θυγατρική της Kendrion και επί του τεκμηρίου καθοριστικής επιρροής. Μολονότι στην προσβαλλόμενη απόφαση έγινε μνεία τεσσάρων συμπληρωματικών στοιχείων, αυτά τα στοιχεία δεν κρίθηκαν καθοριστικά.
38.
Το επιχείρημα της Kendrion ως προς την κατανομή του βάρους αποδείξεως είναι αλυσιτελές. Μόνο το Γενικό Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά. Το επιχείρημα της Kendrion ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κατά την εκτίμηση των τεσσάρων συμπληρωματικών στοιχείων είναι, συνεπώς, απαράδεκτο.
Εκτίμηση
39.
Ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως αφορά την έννοια της επιχειρήσεως στο δίκαιο του ανταγωνισμού και τα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούνται προκειμένου να προσδιοριστεί η οντότητα αυτή στην περίπτωση που θυγατρική εταιρία ανήκει εξ ολοκλήρου στη μητρική της.
40.
Το άρθρο 101 ΣΛΕΕ απαγορεύει όλες τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες τις αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς. Ο όρος «επιχείρηση» δεν ορίζεται στη Συνθήκη αλλά έχει καίρια σημασία ως προς το αν εφαρμόζονται οι κανόνες ανταγωνισμού της ΕΕ και ως προς τον τρόπο του προσδιορισμού της ευθύνης για ορισμένη παράβαση. Το τιθέμενο ζήτημα στην υπό κρίση υπόθεση αφορά το δεύτερο σημείο. Σε τι συνίσταται η επιχείρηση που ευθύνεται για την παραβίαση των κανόνων του ανταγωνισμού και πώς υπολογίζεται το σχετικό πρόστιμο;
41.
Το Δικαστήριο έχει εξετάσει κατ’ επανάληψη την έννοια της επιχειρήσεως στην οποία καταλογίζεται η παράβαση. Έχουν υπάρξει εξελίξεις στη νομολογία του Δικαστηρίου μετά από την κατάθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της προσφυγής ακυρώσεως της Kendrion στην υπό κρίση υπόθεση ( 21 ). Η ερμηνεία του όρου «επιχείρηση» από το Δικαστήριο έχει αμφισβητηθεί ( 22 ). Πάντως, κατά πάγια νομολογία η έννοια της επιχειρήσεως καλύπτει κάθε φορέα ο οποίος ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος που τον διέπει και του τρόπου χρηματοδοτήσεώς του. Με τον όρο αυτό νοείται μια οικονομική οντότητα, έστω και αν από νομική άποψη η οικονομική αυτή οντότητα αποτελείται από περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Στην περίπτωση που ο οικονομικός αυτός φορέας παραβιάζει τους κανόνες του ανταγωνισμού, φέρει, κατά την αρχή της προσωπικής ευθύνης, την ευθύνη της παραβιάσεως αυτής. Ειδικότερα, η συμπεριφορά μιας θυγατρικής εταιρίας μπορεί να καταλογισθεί στη μητρική, ιδίως, όταν η θυγατρική, μολονότι έχει χωριστή νομική προσωπικότητα, δεν καθορίζει αυτοτελώς τη συμπεριφορά της στην αγορά, αλλά εφαρμόζει, κυρίως, τις οδηγίες της μητρικής εταιρίας, ενόψει, ιδίως, των υφισταμένων μεταξύ των δύο αυτών νομικών οντοτήτων οικονομικών, οργανωτικών και νομικών σχέσεων. Σε μια τέτοια περίπτωση, εφόσον η μητρική και η θυγατρική εταιρία αποτελούν ενιαία οικονομική οντότητα και συνιστούν έτσι ενιαία επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή μπορεί να απευθύνει απόφαση περί επιβολής προστίμων στη μητρική εταιρία, χωρίς να απαιτείται να αποδείξει την εμπλοκή της εταιρίας αυτής στην παράβαση ( 23 ).
42.
Στην περίπτωση που μητρική εταιρία κατέχει το 100 % του κεφαλαίου της θυγατρικής που παραβίασε τους κανόνες του ανταγωνισμού, το Δικαστήριο κρίνει, αφενός, ότι η εν λόγω μητρική εταιρία μπορεί, κατ’ αρχήν, να ασκεί καθοριστική επιρροή στη συμπεριφορά της θυγατρικής αυτής και, αφετέρου, ότι υφίσταται μαχητό τεκμήριο ότι η εν λόγω μητρική εταιρία ασκεί όντως καθοριστική επιρροή στη συμπεριφορά της θυγατρικής της. Υπό τις συνθήκες αυτές, αρκεί να αποδείξει η Επιτροπή ότι η μητρική εταιρία κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου μιας θυγατρικής προκειμένου να θεωρηθεί κατά τεκμήριο ότι η μητρική ασκεί πράγματι καθοριστική επιρροή στην εμπορική πολιτική της θυγατρικής αυτής. Εν συνεχεία, η Επιτροπή θα είναι σε θέση να θεωρήσει ότι η μητρική εταιρία ευθύνεται εις ολόκληρον για την καταβολή του επιβληθέντος στη θυγατρική της προστίμου, εκτός αν η εν λόγω μητρική προσκομίσει επαρκή στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι στην πραγματικότητα η θυγατρική της ενεργούσε αυτοτελώς στην αγορά. Πρέπει να τονιστεί ότι το τεκμήριο αυτό θεωρείται μαχητό ( 24 ) και ότι το βάρος ανατροπής του φέρει η μητρική εταιρία.
43.
Η Επιτροπή δεν οφείλει να στηρίζεται αποκλειστικά στο τεκμήριο καθοριστικής επιρροής. Μπορεί, εναλλακτικώς, να αποδεικνύει την εκ μέρους μητρικής εταιρίας άσκηση καθοριστικής επιρροής επί της θυγατρικής της μέσω άλλων αποδεικτικών στοιχείων (η λεγόμενη μέθοδος «διπλής βάσεως»).
44.
Στην περίπτωση που η Επιτροπή επιλέγει τη μέθοδο διπλής βάσεως εξ ορισμού επιβάλλει στον εαυτό της επαχθέστερο βάρος αποδείξεως ( 25 ). Το Γενικό Δικαστήριο οφείλει κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού ελέγχου να εξετάσει αν η Επιτροπή έχει αποδείξει επαρκώς την κρίση της σύμφωνα με το βάρος που υπέχει. Συνεπώς, η Επιτροπή φέρει το βάρος προσκομίσεως των αναγκαίων αποδείξεων προκειμένου να αποδείξει επαρκώς τα στοιχεία επί των οποίων στηρίζει την ύπαρξη καθοριστικής επιρροής. Στην περίπτωση που η οικεία εταιρία αμφισβητεί τα στοιχεία αυτά, τότε αυτή φέρει το βάρος της αποκρούσεώς τους.
Η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
45.
Στη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε η Επιτροπή είχε επιλέξει τη μέθοδο διπλής βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση.
46.
Στη συνέχεια το Γενικό Δικαστήριο προσδιόρισε τέσσερα συμπληρωματικά στοιχεία που επικαλέστηκε η Επιτροπή και έκρινε ότι η Kendrion έφερε το βάρος αποδείξεως ότι από αυτά τα στοιχεία δεν προέκυπτε η άσκηση εκ μέρους της καθοριστικής επιρροής επί της Fardem:
«53
Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή δεν περιορίστηκε μόνο στην επίκληση του γεγονότος ότι η προσφεύγουσα κατείχε το 100 % του μετοχικού κεφαλαίου της Fardem Packaging. Πράγματι, στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται μνεία τεσσάρων συμπληρωματικών στοιχείων, δηλαδή, του εσωτερικού μηνύματος ηλεκτρονικής αλληλογραφίας της 9ης Ιανουαρίου 2002 από τον L. (αιτιολογική σκέψη 595), του εσωτερικού μηνύματος ηλεκτρονικής αλληλογραφίας προς τη Fardem Packaging με ημερομηνία 14 Δεκεμβρίου 1999 σχετικά με ένα ζήτημα ασφαλίσεως (αιτιολογική σκέψη 596), χειρόγραφων σημειώσεων από συνάντηση της υποομάδας “Teppema”, στις οποίες γίνεται αναφορά σε εκπρόσωπο της Fardem Packaging στην προσφεύγουσα (αιτιολογική σκέψη 597), και της εκθέσεως που υπέβαλε η Fardem Packaging στην προσφεύγουσα σχετικά με την τρέχουσα διαχείριση (αιτιολογικές σκέψεις 106 και 590). Ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί κατ’ αρχάς εάν η προσφεύγουσα αντέκρουσε επιτυχώς τα τέσσερα αυτά συμπληρωματικά στοιχεία.» ( 26 )
47.
Στις σκέψεις 54 έως 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τις αποδείξεις σχετικά με τα τέσσερα αυτά συμπληρωματικά στοιχεία. Σαφώς προκύπτει από τη σκέψη 61 ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Kendrion είχε αποκρούσει επιτυχώς μόνο ένα από τα τέσσερα συμπληρωματικά στοιχεία. Το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε επομένως ότι η Kendrion δεν είχε αποκρούσει τα υπόλοιπα τρία συμπληρωματικά στοιχεία που επικαλέστηκε η Επιτροπή και από τα οποία προέκυπτε ότι η Kendrion είχε ασκήσει πράγματι καθοριστική επιρροή επί της Fardem.
48.
Στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τα συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Kendrion προκειμένου να ανατρέψει το τεκμήριο περί ασκήσεως εκ μέρους της καθοριστικής επιρροής επί της Fardem (σκέψεις 63 έως 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε σχέση σε λειτουργικό επίπεδο μεταξύ της Kendrion και της Fardem, ότι δεν είχαν τους ίδιους προμηθευτές και πελάτες και ότι δεν χρησιμοποιούσαν τις ίδιες μεθόδους παραγωγής. Εντούτοις, στη σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι:
«Η διαπίστωση αυτή δεν αρκεί από μόνη της για να αποδειχθεί ότι η Fardem Packaging ενεργούσε αυτοτελώς σε σχέση με την προσφεύγουσα.»
49.
Στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο προέβη, στις σκέψεις 65 και 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις εξής διαπιστώσεις:
«65
[…] Δεν είναι, ως εκ τούτου, δυνατό να συναχθεί ότι η Fardem Packaging ενεργούσε αυτοτελώς ούτε από τις ετήσιες εκθέσεις ούτε από το σχετικό μέγεθος της εταιρίας αυτής.
[…]
67
[…] Επιβάλλεται, ως προς το σημείο αυτό, η διευκρίνιση ότι η έλλειψη οδηγιών ως προς την καθημερινή διαχείριση (dagelijks beheer) της Fardem Packaging δεν σημαίνει ότι η εταιρία αυτή μπορούσε να ενεργεί αυτοτελώς.» ( 27 )
Ανάλυση
50.
Κατά πάγια νομολογία, η υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει το Γενικό Δικαστήριο (δυνάμει των άρθρων 36 και 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης) δεν συνεπάγεται ότι το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να παραθέσει αιτιολογία που να ακολουθεί σε όλη τους την έκταση και έναν προς έναν όλους τους συλλογισμούς που διατύπωσαν οι διάδικοι. Κατά συνέπεια, η αιτιολογία του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί να είναι έμμεση, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχει στους μεν ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να γνωρίσουν τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στο δε Δικαστήριο επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον αναιρετικό του έλεγχο ( 28 ).
51.
Το Γενικό Δικαστήριο προέβη στην πραγματική διαπίστωση ότι η Επιτροπή είχε στηριχθεί σε διπλή βάση. Η πραγματική διαπίστωση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί κατ’ αναίρεση. Δεδομένης της πραγματικής αυτής διαπιστώσεως και του γεγονότος ότι η Επιτροπή προσκόμισε αποδείξεις προς στήριξη ενός εκάστου των τεσσάρων συμπληρωματικών στοιχείων, μεταφέρθηκε στην Kendrion το βάρος της ανατροπής τους. Κατά τη γνώμη μου, η άποψη αυτή αντικατοπτρίζεται στη διαπίστωση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως («Ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί κατ’ αρχάς εάν η προσφεύγουσα αντέκρουσε επιτυχώς τα τέσσερα αυτά συμπληρωματικά στοιχεία»).
52.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η Kendrion έφερε το βάρος αποδείξεως ότι από τα συμπληρωματικά στοιχεία δεν προέκυπτε η εκ μέρους της έμπρακτη άσκηση καθοριστικής επιρροής στην εμπορική πολιτική της Fardem. Κατόπιν εξετάσεως των αποδείξεων της Kendrion σε σχέση με κάθε ένα από τα συμπληρωματικά στοιχεία, το Γενικό Δικαστήριο προέβη στην πραγματική διαπίστωση ότι τρία από τα τέσσερα δεν αποκρούστηκαν από τα αντίθετα αποδεικτικά στοιχεία.
53.
Ως προς τα συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Kendrion προκειμένου να ανατρέψει το τεκμήριο περί ασκήσεως εκ μέρους της καθοριστικής επιρροής επί της Fardem και ιδίως ως προς το επιχείρημα της Kendrion ότι η Fardem είχε αποκτηθεί για επενδυτικούς σκοπούς, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε στη σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι:
«[…] η απόκτηση από εταιρία επενδύσεων με σκοπό την επαναπώληση μπορεί επίσης να συνηγορεί υπέρ της υπάρξεως οικονομικής ενότητας μεταξύ της εταιρίας επενδύσεων και της επίμαχης θυγατρικής. Το γεγονός ότι η εταιρία επενδύσεων επιδιώκει τη βραχυπρόθεσμη βελτίωση των αποτελεσμάτων της θυγατρικής συνεπάγεται, κατ’ αρχήν, την κατ’ ανάγκην ανάμιξη της μητρικής στις δραστηριότητες της θυγατρικής. Πράγματι, ο έμπρακτος και αυστηρός έλεγχος μπορεί να εγγυάται κατά καλύτερο τρόπο αύξηση της κερδοφορίας σε σχέση με μια μη παρεμβατική πολιτική». ( 29 )
54.
Συμφωνώ με το Γενικό Δικαστήριο. Από το γεγονός ότι ολόκληρο το κεφάλαιο μιας θυγατρικής αποκτάται ως οικονομική επένδυση και ότι οι δραστηριότητές της είναι εκτός της σφαίρας των συνήθων δραστηριοτήτων της μητρικής εταιρίας δεν προκύπτει ότι οι δύο εταιρίες δεν αποτελούν ενιαία επιχείρηση. Αντιθέτως: αν υποτεθεί ότι σκοπός των επενδύσεων είναι η αποκόμιση αποδόσεων, φρονώ ότι, προκειμένου να διασφαλίσει μεγαλύτερη κερδοφορία από την επένδυσή της, κάθε μητρική εταιρία έχει ισχυρό κίνητρο να ασκήσει καθοριστική επιρροή επί της εμπορικής πολιτικής της θυγατρικής της.
55.
Καθόσον η Kendrion αμφισβητεί τις πραγματικές διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε, προβάλλει πράγματα που είναι εκτός της αναιρετικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου ( 30 ). Προσθέτω ότι κατά τη γνώμη μου δεν παραμορφώθηκε το περιεχόμενο των αποδεικτικών στοιχείων κατά τρόπο που το Δικαστήριο να οφείλει να εξετάσει τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών αυτών ( 31 ).
56.
Εξάλλου, δεδομένου ότι οι ως άνω σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως παρέχουν στην μεν Kendrion τη δυνατότητα να γνωρίσει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η απόφαση, στο δε Δικαστήριο επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον αναιρετικό του έλεγχο, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ουδόλως πάσχει έλλειψη αιτιολογίας.
57.
Συνοπτικώς: κατά τη γνώμη μου, ουδόλως πάσχει πλάνη η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η Fardem δεν ήταν ανεξάρτητη οικονομική οντότητα και ότι, ως εκ τούτου, η Fardem και η Kendrion συναποτελούσαν ενιαία επιχείρηση.
58.
Εκτιμώ, επομένως, ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά συνέπεια, είναι αναγκαίο να εξεταστούν ο πρώτος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως που προέβαλε η Kendrion.
Πρώτος λόγος αναιρέσεως: το επιβληθέν στην Kendrion πρόστιμο είναι υψηλότερο του επιβληθέντος στη θυγατρική της
59.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Kendrion προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και ότι το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι αντιφατικό και ανεπαρκές καθόσον δέχθηκε ότι η Επιτροπή είχε παραθέσει επαρκή κατά νόμον αιτιολογία για την επιβολή υψηλότερου προστίμου στην Kendrion σε σχέση με το επιβληθέν στη Fardem.
Συνοπτική παρουσίαση των επιχειρημάτων των διαδίκων
Η αίτηση αναιρέσεως της Kendrion
60.
Η Kendrion επισημαίνει ότι το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε (στις σκέψεις 28 και 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εγείρει ερωτήματα και ότι είναι σε ορισμένα σημεία διφορούμενη. Κατ’ ουσίαν, η Kendrion υποστηρίζει ότι οι ουσιαστικές διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 2, στοιχείο d) δεν συνάδουν με τα εκτιθέμενα στις αιτιολογικές σκέψεις. Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις, η Kendrion, ως μητρική εταιρία, ευθύνεται εις ολόκληρον για την καταβολή του προστίμου που επιβάλλεται στη θυγατρική της, Fardem. Εντούτοις, κατά τις ουσιαστικές διατάξεις της αποφάσεως, η Fardem ευθύνεται εις ολόκληρον μόνο ως προς (μέρος) του προστίμου που επιβλήθηκε στην Kendrion. Κατά συνέπεια, αν το Γενικό Δικαστήριο είχε εφαρμόσει ορθώς την πάγια ερμηνευτική αρχή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ερμηνεύεται ως σύνολο υπό το πρίσμα των αιτιολογικών της σκέψεων, θα είχε κρίνει ότι οι ουσιαστικές διατάξεις δεν συνήδαν προς τα εκτιθέμενα στις αιτιολογικές σκέψεις.
61.
Κατά την Kendrion, από τις σκέψεις 23 έως 28 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (και τις αιτιολογικές σκέψεις 584, 779 και 782 της προσβαλλομένης αποφάσεως) προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν επέβαλε πρόστιμο στην Kendrion επειδή είχε συμμετάσχει η ίδια στην παράβαση, αλλά αντιθέτως ότι επιβλήθηκε κύρωση επειδή η Kendrion ευθυνόταν εις ολόκληρον ως μητρική εταιρία. Ως προς το σημείο αυτό, η Kendrion αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 784 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Αμφισβητεί τη διαπίστωση στη σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι «προκύπτει» και, ακόμη περισσότερο ότι «προκύπτει σαφώς», από την αιτιολογική σκέψη 784 ότι πρόθεση της Επιτροπής ήταν να επιβάλει κύρωση στην Kendrion ατομικώς και όχι ότι θεωρούσε απλώς ότι έφερε εις ολόκληρον ευθύνη για το πρόστιμο της Fardem.
62.
Η Kendrion υποστηρίζει ότι δεν προβλέπεται νομική βάση στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού για να καταλογισθεί εις ολόκληρον ευθύνη στη θυγατρική εταιρία για την καταβολή προστίμου που επιβάλλεται στη μητρική της. Επιπλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την παράλογη συνέπεια η Fardem να ευθύνεται εις ολόκληρον για πρόστιμο που επιβάλλεται στην Kendrion επί τη βάσει της εις ολόκληρον ευθύνης της δεύτερης για την καταβολή προστίμου που επιβάλλεται στην πρώτη. Οι ουσιαστικές διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως αποτελούν «νομικό τερατούργημα» και δεν συνάδουν με τις αιτιολογικές της σκέψεις.
63.
Κατά συνέπεια (αντιθέτως προς τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), το πεδίο εφαρμογής και το περιεχόμενο του άρθρου 2, στοιχείο d, της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι κατανοητά. Επιπλέον, η ουσιαστική αυτή διάταξη είναι απλώς αντίθετη προς τις αιτιολογικές της σκέψεις και, ιδίως, τις αιτιολογικές σκέψεις 577 έως 584, 587 έως 599, 779, 782, 784, 814 και 820. Το σκεπτικό επομένως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι ανεπαρκές και αντιφατικό και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.
Η απάντηση της Επιτροπής
64.
Κατά την Επιτροπή, το επιχείρημα της Kendrion ότι οι ουσιαστικές διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν συνάδουν προς τις αιτιολογικές της σκέψεις είναι αβάσιμο. Η αιτιολογική σκέψη 879 αντιστοιχεί κατά λέξη στο άρθρο 2, στοιχείο d, των ουσιαστικών διατάξεών της.
65.
Η εις ολόκληρον ευθύνη της μητρικής εταιρίας δεν διαφέρει από την ατομική ευθύνη της θυγατρικής. Αμφότερες οι εταιρίες ευθύνονται εις ολόκληρον επειδή συναποτελούν επιχείρηση η οποία παραβίασε τους κανόνες του ανταγωνισμού.
66.
Η Fardem και η Kendrion αποτελούσαν μέρος της ίδιας επιχειρήσεως από την 8η Ιουνίου 1995 έως την 26η Ιουνίου 2002 και αμφότερες ευθύνονταν για την παράβαση που διαπράχθηκε κατά το χρονικό εκείνο διάστημα. Το ύψος του προστίμου της Fardem ορίστηκε στα 60 εκατομμύρια ευρώ, ενώ το πρόστιμο της Kendrion ήταν 34 εκατομμύρια ευρώ. Το πρόστιμο, όμως, που επιβλήθηκε στη Fardem περιορίστηκε στη συνέχεια στα 2,2 εκατομμύρια ευρώ μέσω της εφαρμογής του ορίου του 10 %. Το ύψος του προστίμου της Kendrion παρέμεινε στα 34 εκατομμύρια ευρώ και ως προς το πρόστιμο αυτό η Fardem ευθύνεται εις ολόκληρον μέχρι του ποσού των 2,2 εκατομμυρίων ευρώ, κατά τα εκτιθέμενα στην αιτιολογική σκέψη 879 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Το Γενικό Δικαστήριο ορθώς επισήμανε στη σκέψη 28 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η διαφορά μεταξύ των προστίμων των δύο εταιριών οφείλεται στην εφαρμογή του ορίου του 10 %. Διαφορετικά, το πρόστιμο που θα επιβαλλόταν στη Fardem θα ήταν 60 εκατομμύρια ευρώ και η Kendrion θα ευθυνόταν εις ολόκληρον μέχρι του ποσού των 34 εκατομμυρίων ευρώ. Στη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι οι ουσιαστικές διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως, ερμηνευόμενες υπό το πρίσμα των αιτιολογικών της σκέψεων, ήταν κατανοητές και όχι αντιφατικές.
Εκτίμηση
67.
Τίθενται δύο ζητήματα. Πρώτον, ποιοι ακριβώς ήταν οι λόγοι της επιβολής προστίμου στην Kendrion; Δεύτερον, πώς έπρεπε να καθοριστεί το προβλεπόμενο στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 όριο του 10 %, το οποίο έχει εφαρμογή σε όλα τα επιβαλλόμενα πρόστιμα;
68.
Κατά την εξέταση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έλαβα υπόψη μου τις εξής αρχές.
69.
Πρώτον, το αν οι αιτιολογίες ορισμένης αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου είναι αντιφατικές ή ανεπαρκείς αποτελεί νομικό ζήτημα που μπορεί να προβληθεί κατ’ αναίρεση ( 32 ).
70.
Δεύτερον, κατά την ερμηνεία της αποφάσεως της Επιτροπής το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να λάβει υπόψη του ότι η Επιτροπή υποχρεούται να αιτιολογεί τις αποφάσεις της, αναφέροντας τα νομικά και πραγματικά στοιχεία από τα οποία εξαρτάται η νομιμότητα του μέτρου, καθώς και τις εκτιμήσεις που την οδήγησαν στη λήψη της αποφάσεώς της ( 33 ).
71.
Τρίτον, όσον αφορά τις αποφάσεις επιβολής προστίμου, η αιτιολογία πρέπει να θεωρείται επαρκής εάν σε αυτήν εκτίθενται σαφώς και χωρίς αντιφάσεις οι πραγματικές και νομικές εκτιμήσεις βάσει των οποίων επιβλήθηκε το πρόστιμο στους ενδιαφερόμενους, κατά τρόπο ώστε να παρέχεται στους ενδιαφερόμενους και στο Δικαστήριο η δυνατότητα να γνωρίσουν τα κύρια στοιχεία του σκεπτικού της Επιτροπής ( 34 ).
72.
Τέταρτον, το ζήτημα της τηρήσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση όχι μόνο με το γράμμα της προσβαλλομένης αποφάσεως αλλά και με το πλαίσιό της, καθώς και με το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το συγκεκριμένο θέμα ( 35 ).
Η αιτιολόγηση του προστίμου της Kendrion
73.
Στις σκέψεις 22 έως 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρεται μεταξύ άλλων στις αιτιολογικές σκέψεις 577 έως 584, 779 και 782 της προσβαλλομένης αποφάσεως ( 36 ). Το Γενικό Δικαστήριο προέβη στις εξής διαπιστώσεις:
«26
Από τις διευκρινίσεις αυτές προκύπτει ότι η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο στην προσφεύγουσα επειδή συναποτελούσε με τη Fardem Packaging ενιαία οικονομική οντότητα από το 1995 έως το 2003. Εφόσον η αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά της Fardem Packaging μπορεί να καταλογιστεί στην προσφεύγουσα επειδή αμφότερες αποτελούν μέρος της ίδιας οικονομικής οντότητας, πράγμα που μένει να εξακριβωθεί στο πλαίσιο της εξετάσεως των επόμενων λόγων της προσφυγής, η προσφεύγουσα θεωρείται ότι έχει διαπράξει η ίδια την παράβαση λόγω του καταλογισμού αυτού (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-294/98 P, Metsä-Serla κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-10065, σκέψη 28).
[…]
28
Στη συνέχεια, μολονότι ομολογουμένως το επιβληθέν στην προσφεύγουσα πρόστιμο 34 εκατομμυρίων ευρώ, συγκρινόμενο με το πρόστιμο των 2,20 εκατομμυρίων ευρώ που επιβλήθηκε στη Fardem Packaging, ενδέχεται, εκ πρώτης όψεως, να εγείρει ορισμένα ερωτήματα, εντούτοις στις αιτιολογικές σκέψεις 814 και [820] [ ( 37 ) ] της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται ότι το γεγονός αυτό οφείλεται στην εφαρμογή ως προς τη Fardem Packaging του ορίου του 10 % που προβλέπεται στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του [κανονισμού 1/2003].
29
Επιβάλλεται, ως εκ τούτου, το συμπέρασμα ότι, παρά την αμφίσημη διατύπωσή του, το πεδίο εφαρμογής και το περιεχόμενο του άρθρου 2, στοιχείο d, της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι πλήρως κατανοητά με την ανάγνωση των αιτιολογικών σκέψεων που μνημονεύθηκαν στις σκέψεις 23 έως 28 ανωτέρω. Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα οποιασδήποτε αντιφάσεως μεταξύ της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως και των ουσιαστικών διατάξεών της.» ( 38 )
74.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται ευθέως στο γράμμα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, κατά την εξέταση του σκεπτικού του Γενικού Δικαστηρίου θα αναφερθώ στην προσβαλλόμενη απόφαση. Στις αιτιολογικές σκέψεις 577 έως 584 της προσβαλλομένης αποφάσεως επισημαίνεται ότι πρέπει να επιβληθεί πρόστιμο στη Fardem ως προς το οποίο η Kendrion ευθύνεται εις ολόκληρον. Ομολογουμένως, δεν έχουν διατυπωθεί ρητώς όλα τα βήματα του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συνεπώς, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο ακολούθησε το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι τόσο διαφανής όσο θα μπορούσε να είναι. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθίσταται ως εκ τούτου ασυνεπής ή ακατανόητη.
75.
Υπενθυμίζω τον υπολογισμό: το βασικό ποσό του προστίμου εις βάρος της Fardem ορίστηκε σε 20 εκατομμύρια ευρώ. Η Επιτροπή, στη συνέχεια, υπολόγισε προσαύξηση του ως άνω ποσού κατά 200 % η οποία αντιστοιχεί στη διάρκεια της παραβάσεως επί 20 έτη και πλέον και βάσει αυτού του υπολογισμού προέκυψε ποσό των 40 εκατομμυρίων ευρώ. Το ποσό αυτό προστέθηκε στα 20 εκατομμύρια ευρώ και έτσι προέκυψε συνολικό ποσό προστίμου 60 εκατομμύρια ευρώ. Τέλος, η Επιτροπή εφάρμοσε ως προς το συνολικό αυτό ποσό το όριο του 10 % (άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003) που προκύπτει βάσει του κύκλου εργασιών της Fardem (22 εκατομμύρια ευρώ). Κατά συνέπεια, το ποσό του καταβλητέου προστίμου περιορίστηκε στα 2,2 εκατομμυρίων ευρώ ( 39 ).
76.
Από τη διαπίστωση ότι η Kendrion ευθυνόταν αλληλεγγύως για τη συμπεριφορά της Fardem προκύπτει ότι η Επιτροπή μπορούσε να καταλογίσει ευθύνη για το πρόστιμο της δεύτερης επί της (πρώην) μητρικής της για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι δύο εταιρίες συναποτελούσαν μία επιχείρηση ( 40 ). Εμμέσως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (και την προσβαλλόμενη απόφαση) ότι το βασικό ποσό του προστίμου εις βάρος της Fardem (20 εκατομμύρια ευρώ) καταλογίστηκε και στην Kendrion. Στη συνέχεια, η Επιτροπή εφάρμοσε επί του ποσού αυτού προσαύξηση 70 % (και όχι προσαύξηση 200 %, όπως στην περίπτωση της Fardem). Η προσαύξηση αυτή αντανακλά το γεγονός ότι η Fardem ανήκε στην Kendrion μόνο για επτά έτη και όχι κατά τη διάρκεια ολόκληρου του χρονικού διαστήματος της παραβάσεως. Το ποσό των 14 εκατομμυρίων ευρώ που προέκυψε βάσει του υπολογισμού αυτού προστέθηκε, στη συνέχεια, στο ποσό των 20 εκατομμυρίων ευρώ και έτσι προέκυψε πρόστιμο συνολικού ποσού 34 εκατομμυρίων ευρώ. Τέλος, εφαρμόστηκε το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 προκειμένου να διαπιστωθεί αν το πρόστιμο εις βάρος της Kendrion έπρεπε να περιοριστεί. Δεδομένου, όμως, ότι ο παγκόσμιος κύκλος εργασιών της Kendrion υπερέβαινε το όριο βάσει του οποίου θα επιβαλλόταν ο περιορισμός του καταβλητέου ποσού του προστίμου, το ποσό του προστίμου εις βάρος της Kendrion παρέμεινε στα 34 εκατομμύρια ευρώ.
77.
Είναι προφανές, κατόπιν της κατά στάδια αναλύσεως του υπολογισμού του, ότι το πρόστιμο εις βάρος της Kendrion καθορίστηκε κατά τρόπο σύμφωνο προς τους κανόνες που αφορούν την εις ολόκληρον ευθύνη και την εφαρμογή του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003.
78.
Ομολογουμένως, η διατύπωση κατά την οποία η Fardem ευθύνεται εις ολόκληρον μέχρι του ποσού των 2,2 εκατομμυρίων ευρώ για το πρόστιμο ποσού 34 εκατομμυρίων ευρώ εις βάρος της Kendrion ξενίζει. Δεν γνωρίζω κάποια περίπτωση καταλογισμού στη θυγατρική της συμπεριφοράς της μητρικής της. Πράγματι, τέτοιο αποτέλεσμα θα ήταν παράδοξο, επειδή δεν συνάδει ούτε προς την έννοια της προσωπικής ευθύνης για την επίμαχη παράβαση ούτε προς το τεκμήριο καθοριστικής επιρροής. Ο καταλογισμός στις μητρικές εταιρίες των παραβάσεων που διαπράττουν οι κατά 100 % θυγατρικές τους γίνεται επειδή γίνεται δεκτό ότι ελέγχουν την εμπορική πολιτική των θυγατρικών αυτών ( 41 ). Η ισορροπία δυνάμεων (όπως είναι αυτονόητο) δεν είναι η ίδια όταν εξετάζουμε τη σχέση της κατά 100 % θυγατρικής με τη μητρική της. Για τη θυγατρική αυτή δεν μπορεί να ισχύσει τεκμήριο ότι ασκεί καθοριστική επιρροή επί της μητρικής της, επειδή δεν μπορεί να ασκήσει έλεγχο μέσω συμμετοχής στο κεφάλαιο. Η ελεγχόμενη δεν μπορεί να ελέγχει την ελέγχουσα.
79.
Η υπό κρίση υπόθεση, όμως, αφορά αίτηση αναιρέσεως της Kendrion και όχι αίτηση αναιρέσεως της Fardem.
80.
Ορθώς έγινε ο καταλογισμός στην Kendrion; Είτε η Fardem κρίνεται ότι ευθύνεται εις ολόκληρον για το πρόστιμο της Kendrion είτε η Kendrion κηρύσσεται εις ολόκληρον υπεύθυνη για το πρόστιμο εις βάρος της Fardem, το γεγονός αυτό δεν ασκεί καμία απολύτως επιρροή στους κανόνες που αφορούν τον καταλογισμό εις βάρος της μητρικής εταιρίας (Kendrion) παραβάσεως που διαπράττει η κατά 100 % θυγατρική της (Fardem) στην περίπτωση που δεν έχει ανατραπεί το τεκμήριο καθοριστικής επιρροής. Είναι επομένως εύλογο να καταλογίζονται εις βάρος εκείνων που έχουν την εξουσία επιβλέψεως οι παράνομες πρακτικές των θυγατρικών τους, εκτός αν μπορούν να αποδείξουν ότι δεν άσκησαν την εξουσία αυτή. Αυτή –με απλά λόγια– είναι η βάση της ευθύνης της Kendrion.
81.
Εκτιμώ, επομένως, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ουδόλως πάσχει πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τη διαπίστωση περί καταλογισμού ευθύνης στην Kendrion για την παράβαση που διέπραξε η Fardem.
Το ποσό του προστίμου
82.
Τα πρόστιμα της Kendrion και της Fardem συνδέονται άρρηκτα. Το ποσό του προστίμου της Kendrion εξαρτάται κατ’ ανάγκην από το ποσό του προστίμου που υπολογίστηκε εις βάρος της Fardem ( 42 ).
83.
Στη σκέψη 28 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο λόγος της προφανούς διαστάσεως μεταξύ των αιτιολογικών σκέψεων και των ουσιαστικών διατάξεων της προσβαλλομένης αποφάσεως ήταν η εφαρμογή του ορίου του 10 %. Ο τρόπος εφαρμογής του ορίου αυτού καθορίζει ακριβώς το ποσό του καταβλητέου προστίμου.
84.
Κατά τον χρόνο υπολογισμού του ορίου του 10 %, η επιχείρηση που διέπραξε την παράβαση δεν υπήρχε πλέον με την ίδια μορφή, δεδομένου ότι η Fardem δεν ανήκε πια στον όμιλο της Kendrion. Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα τι αποτελεί «επιχείρηση» για την εφαρμογή του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003; Το όριο του 10 % πρέπει να υπολογιστεί βάσει του κύκλου εργασιών που πραγματοποιεί η μητρική εταιρία παγκοσμίως ή κρίσιμος είναι μόνον ο κύκλος εργασιών της θυγατρικής;
85.
Η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 814 της προσβαλλομένης αποφάσεως επικαλείται την απόφαση Tokai Carbon κ.λπ. κατά Επιτροπής ( 43 ). Στην υπόθεση εκείνη, όπως και εν προκειμένω, η κατά 100 % θυγατρική η οποία είχε διαπράξει την παράβαση δεν ανήκε πλέον στη μητρική κατά τον χρόνο του υπολογισμού του ορίου του 10 %. Η θυγατρική και η μητρική εταιρία δεν αποτελούσαν ενιαία επιχείρηση κατά τον χρόνο εκείνο. Ως εκ τούτου, στην ως άνω υπόθεση το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση καθόσον η Επιτροπή είχε επιβάλει στην (πρώην) θυγατρική πρόστιμο το οποίο υπερέβαινε το όριο του 10 % υπολογιζόμενο βάσει του δικού της μόνο κύκλου εργασιών ( 44 ).
86.
Στην υπό κρίση υπόθεση, το Γενικό Δικαστήριο δεν προσδιόρισε με σαφήνεια τον τρόπο της εφαρμογής του ορίου του 10 %, το οποίο προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, ως προς το πρόστιμο εις βάρος της Kendrion. Συνάγεται, όμως, εμμέσως ότι το Γενικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη του ότι κατά τον χρόνο του υπολογισμού του ορίου του 10 % η Kendrion και η Fardem ήταν χωριστές οντότητες ( 45 ).
87.
Φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι το επιβληθέν στην Kendrion πρόστιμο ποσού 34 εκατομμυρίων ευρώ δεν υπερέβαινε το όριο του 10 % εφαρμοζόμενο επί της εταιρίας αυτής. Δεδομένου ότι ο κύκλος εργασιών της Fardem ανερχόταν σε περίπου 20 εκατομμύρια ευρώ κατά τον κρίσιμο χρόνο, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι η Επιτροπή (i) είχε διακρίνει μεταξύ του κύκλου εργασιών που είχαν πραγματοποιήσει η Kendrion και η Fardem, αντιστοίχως, και (ii) είχε εφαρμόσει το όριο του 10 % στη Fardem ως χωριστή οντότητα ( 46 ), και, ως εκ τούτου, περιόρισε το ποσό του εις βάρος της προστίμου στα 2,2 εκατομμύρια ευρώ ( 47 ).
88.
Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω ζητήματα
89.
Η Επιτροπή εξέφρασε την ανησυχία ότι, αν το όριο του 10 % εφαρμοζόταν σε κάθε εταιρία χωριστά στην περίπτωση που οι εταιρίες δεν αποτελούν πλέον την ίδια επιχείρηση κατά τον χρόνο του υπολογισμού του προστίμου, θα δημιουργούνταν ευκαιρίες αποφυγής. Υποστηρίζει ότι, στην περίπτωση που η μητρική και η θυγατρική εταιρία δεν αποτελούν πλέον μέρος της ίδιας επιχειρήσεως κατά το χρονικό σημείο εφαρμογής του ορίου του 10 %, το ανώτατο όριο θα πρέπει να υπολογίζεται βάσει του κύκλου εργασιών της μητρικής και ότι ο κύκλος εργασιών της θυγατρικής δεν θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
90.
Συνεπώς, αν η Επιτροπή είχε υπολογίσει το όριο του 10 % μόνο βάσει του κύκλου εργασιών της Fardem, το πρόστιμο για το οποίο η Kendrion θα ευθυνόταν εις ολόκληρον ως μητρική θα περιοριζόταν στα 2,2 εκατομμύρια ευρώ. Έτσι, οι ευρισκόμενες σε παρόμοιες περιστάσεις επιχειρήσεις θα είχαν το κίνητρο να πωλούν τις θυγατρικές τους προτού η Επιτροπή να επιβάλει πρόστιμο, προκειμένου να αποφύγουν τον υπολογισμό του ορίου του 10 % βάσει του κύκλου εργασιών που πραγματοποιούν παγκοσμίως οι εταιρίες που αποτελούν τον όμιλο της μητρικής εταιρίας χαρτοφυλακίου.
91.
Μολονότι το ως άνω επιχείρημα προβάλλεται ειδικώς προς αντίκρουση του τρίτου λόγου αναιρέσεως της Kendrion, είναι εξίσου κρίσιμο εν προκειμένω. Θα το εξετάσω συνεπώς τώρα.
92.
Φρονώ ότι οι ανησυχίες της Επιτροπής δεν είναι δικαιολογημένες. Στην περίπτωση που η μητρική ευθύνεται εις ολόκληρον με την κατά 100 % θυγατρική της, το όριο του επιβαλλόμενου προστίμου καθορίζεται βάσει του κύκλου εργασιών της μητρικής αν αμφότερες οι εταιρίες αποτελούν μέρος της ίδιας επιχειρήσεως στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν είναι αναγκαίο να υπολογιστεί το συνολικό πρόστιμο βάσει του κύκλου εργασιών της θυγατρικής. Η θυγατρική ευθύνεται απλώς εις ολόκληρον για μέρος του προστίμου που βαρύνει τη μητρική της.
93.
Στην περίπτωση, όμως, που οι εταιρίες δεν συναποτελούν πλέον την ίδια οντότητα κατά τον χρόνο εφαρμογής του ορίου του 10 %, φρονώ ότι είναι αναγκαίο να γίνει διάκριση μεταξύ τους και να εφαρμοστεί το όριο του 10 % σε κάθε εταιρία χωριστά. Κατά τα φαινόμενα, η Επιτροπή έπραξε αυτό ακριβώς στην υπό κρίση υπόθεση (μολονότι ενδεχομένως δεν ήταν η πρόθεσή της, δεδομένου του προβαλλόμενου τώρα επιχειρήματος).
94.
Το ποσό του προστίμου εις βάρος της μητρικής δεν καθορίζεται βάσει του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει κατόπιν της εφαρμογής του ορίου του 10 % επί του προστίμου της η θυγατρική. Αντιθέτως, ο καθορισμός του καθενός από τα δύο ποσά πρέπει να γίνει χωριστά, όπως καταδεικνύεται εδώ. Το πρόστιμο της Kendrion υπολογίστηκε λαμβάνοντας ως σημείο ενάρξεως το αρχικό ποσό του προστίμου της Fardem για το οποίο η Kendrion ευθυνόταν εις ολόκληρον ( 48 ). Το ποσό των 2,2 εκατομμυρίων ευρώ που οφείλει η Fardem να καταβάλει αντιστοιχεί απλώς στο καταβλητέο κατόπιν της εφαρμογής του ορίου του 10 % μέρος του εις βάρος της προστίμου.
95.
Για λόγους τάξεως, θα εξετάσω τον τρίτο λόγο αναιρέσεως.
Τρίτος λόγος αναιρέσεως: το επιβληθέν πρόστιμο στηρίζεται σε αντιφατική και ανεπαρκή αιτιολογία
96.
Προς στήριξη του τρίτου λόγου αναιρέσεως η Kendrion προβάλλει τρία επιχειρήματα.
Συνοπτική παρουσίαση των επιχειρημάτων των διαδίκων
Η αίτηση αναιρέσεως της Kendrion
97.
Η Kendrion υποστηρίζει, πρώτον, ότι στην περίπτωση της εις ολόκληρον ενοχής η μητρική εταιρία ευθύνεται μόνο για την καταβολή του προστίμου που επιβάλλεται στη θυγατρική της. Δεύτερον, η Kendrion προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εφάρμοσε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως κατά τον καθορισμό του ποσού των προστίμων. Τρίτον, η Kendrion διατείνεται ότι το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά την εξέταση του προστίμου ήταν αντιφατικό και ανεπαρκές.
98.
Το πρώτο και το τρίτο επιχείρημα συμπίπτουν με τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως της Kendrion. Έχω ήδη εξετάσει τα σχετικά ζητήματα στα σημεία 82 έως 88 των παρουσών προτάσεων. Δεν θα προβώ συνεπώς εδώ σε περαιτέρω εξέτασή τους. Είναι, όμως, αναγκαίο να εξεταστεί η αιτίαση της Kendrion ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την παραβίαση αυτή.
99.
Η Kendrion υποστηρίζει ότι είναι η μόνη μητρική εταιρία μεταξύ των αποδεκτών της προσβαλλομένης αποφάσεως στην οποία επιβλήθηκε υψηλότερο πρόστιμο σε σχέση με το επιβληθέν στη θυγατρική της σε περίπτωση που η θυγατρική είχε διαπράξει παράβαση στην οποία η ίδια, ως μητρική, δεν είχε εμπλοκή. Η μόνη άλλη μητρική εταιρία στην οποία επιβλήθηκε υψηλότερο πρόστιμο ήταν η Nordenia, αλλά αυτή είχε έμπρακτη συμμετοχή στην παράβαση ( 49 ). Κατά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως η Επιτροπή πρέπει να εφαρμόσει την ίδια μέθοδο για τον καθορισμό των προστίμων για όλες τις επιχειρήσεις στο πλαίσιο της ίδιας παραβάσεως. Η Kendrion υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εξηγώντας τη διαφορετική μεταχείριση με αναφορά στο όριο του 10 % που προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003. Το όριο του 10 % εξηγεί τη διαφοροποίηση του ποσού των προστίμων αλλά όχι τη σε επίπεδο αρχής διαφορετική μεταχείριση εκ μέρους της Επιτροπής ως προς την Kendrion σε σχέση με τις λοιπές μητρικές εταιρίες. Επικουρικώς, στην περίπτωση που κριθεί ότι η Επιτροπή έχει την εξουσία να καθορίσει το πρόστιμο της Kendrion κατά τον εκτιθέμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση τρόπο, το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου είναι αντιφατικό και ανεπαρκές.
Η απάντηση της Επιτροπής
100.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε στη σκέψη 109 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η ίδια κατά τον καθορισμό του προστίμου εφάρμοσε την αυτή μέθοδο ως προς όλους τους αποδέκτες της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Εκτίμηση
101.
Η γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επιβάλλει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς ( 50 ).
102.
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τα εξής:
«107
Όσον αφορά τον καθορισμό των προστίμων, η τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως απαιτεί να χρησιμοποιεί η Επιτροπή κανονικά μία και την αυτή μέθοδο υπολογισμού των προστίμων τα οποία επιβάλλει στις επιχειρήσεις λόγω συμμετοχής τους σε μία και την αυτή παράβαση (απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2002, T-308/94, Cascades κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II-813, σκέψη 65). […]
108
Το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή παραβίασε τις αρχές αυτές δεν μπορεί να γίνει δεκτό για τους εξής λόγους.
109
[…] από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η Επιτροπή εφάρμοσε μία και την αυτή μέθοδο για τον καθορισμό του ποσού των προστίμων που επιβλήθηκαν σε όλες τις αποδέκτριες της προσβαλλομένης αποφάσεως, συμπεριλαμβανομένης της προσφεύγουσας, οι οποίες ευθύνονται ως μητρικές εταιρίες θυγατρικής εμπλεκόμενης στη σύμπραξη […]». ( 51 )
103.
Η Kendrion υποστηρίζει ότι η περίπτωσή της είναι συγκρίσιμη με εκείνη άλλων μητρικών εταιριών οι οποίες δεν είχαν οι ίδιες έμπρακτη συμμετοχή στην παράβαση αλλά ευθύνονται για τις παραβάσεις που διέπραξαν οι κατά 100 % θυγατρικές τους. Οι ως άνω εταιρίες ευθύνονται για μέρος μόνο του προστίμου των θυγατρικών τους. Αν η Επιτροπή είχε ακολουθήσει την ίδια μεθοδολογία κατά τον καθορισμό των προστίμων εις βάρος όλων των μητρικών εταιριών στο πλαίσιο της συμπράξεως, το πρόστιμο εις βάρος της Kendrion θα ήταν χαμηλότερο εκείνου της Fardem, δεδομένου ότι η Kendrion θα ευθυνόταν εις ολόκληρον μόνο για μέρος του προστίμου της Fardem.
104.
Φρονώ, όμως, ότι οι περιστάσεις της περιπτώσεως της Kendrion ήταν ιδιαίτερες καθόσον ο υπολογισμός του ορίου του 10 % έγινε μετά την πώληση της Fardem. Οι δύο εταιρίες δεν αποτελούσαν ενιαία επιχείρηση κατά τον χρόνο εκείνο. Αυτό δεν συνέβαινε όσον αφορά τις υπόλοιπες μητρικές εταιρίες και τις αντίστοιχες θυγατρικές τους ( 52 ).
105.
Από όσα ήδη εξέθεσα στα σημεία 82 έως 88 ανωτέρω σχετικά με την εφαρμογή του ορίου του 10 % προκύπτει ότι, κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή μπορούσε να εφαρμόσει το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 χωριστά για κάθε μία από τις δύο εταιρίες. Η περίπτωση της Kendrion δεν είναι συγκρίσιμη με τις περιπτώσεις των υπολοίπων μητρικών εταιριών που είναι αποδέκτριες της προσβαλλομένης αποφάσεως. Στην περίπτωση της Kendrion ο υπολογισμός του ορίου του 10 % έπρεπε να γίνει δύο φορές, αφενός, βάσει του κύκλου εργασιών της Kendrion και, αφετέρου, βάσει του κύκλου εργασιών της Fardem χωριστά. Για τις υπόλοιπες μητρικές εταιρίες και τις θυγατρικές τους, όμως, ο υπολογισμός του ορίου του 10 % έγινε άπαξ, βάσει του κύκλου εργασιών που πραγματοποιούσε παγκοσμίως ο όμιλος της μητρικής εταιρίας.
106.
Στις σκέψεις 107 έως 109 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε την προσβαλλόμενη απόφαση και διαπίστωσε ότι η Επιτροπή είχε εφαρμόσει την ίδια μεθοδολογία για τον καθορισμό των προστίμων που επιβλήθηκαν σε όλες τις αποδέκτριες. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με την ίση μεταχείριση. Ακριβώς, όμως, επειδή η περίπτωση της Kendrion διαφέρει από εκείνες των υπόλοιπων μητρικών εταιριών, η Επιτροπή δεν είχε υποχρέωση να εφαρμόσει την ίδια μεθοδολογία για τον υπολογισμό του ορίου του 10 % όσον αφορά την Kendrion και τη Fardem. Κατά τον χρόνο της εφαρμογής του ορίου του 10 %, η Επιτροπή έπρεπε να αντιμετωπίσει τις δύο εταιρίες ως χωριστές οντότητες, επειδή η Fardem δεν ανήκε πλέον στον όμιλο της Kendrion.
107.
Εκτιμώ, συνεπώς, ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι σύμφωνη με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
Τέταρτος λόγος αναιρέσεως: υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
108.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση πρωτοδίκως, η Kendrion προέβαλε την αιτίαση ότι η διάρκεια της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασίας ήταν υπερβολική. Στη σκέψη 18 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αιτίαση αυτή, για τον λόγο ότι ο δικαστικός του έλεγχος αφορούσε μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση. Ως εκ τούτου, ακόμα και αν η αιτίαση της Kendrion περί υπερβολικής καθυστερήσεως ήταν βάσιμη, το γεγονός αυτό δεν θα μπορούσε per se να έχει επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνοπτική παρουσίαση των επιχειρημάτων των διαδίκων
Η αίτηση αναιρέσεως της Kendrion
109.
Η Kendrion υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο επειδή δεν εξέτασε την αιτίαση σχετικά με τη μη εκδίκαση από το ως άνω δικαστήριο της υποθέσεώς της εντός ευλόγου προθεσμίας. Κατά συνέπεια, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί.
110.
Επικουρικώς, η Kendrion προβάλλει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να μειώσει το ποσό του επιβληθέντος προστίμου. Η Kendrion επισημαίνει ότι με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως διακυβεύονται σημαντικά συμφέροντά της, δεδομένου ότι με αυτήν αμφισβητείται πρόστιμο ποσού 34 εκατομμυρίων ευρώ. Τα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ζητήματα ήταν μεν περίπλοκα, ο χρόνος όμως που απαιτήθηκε για την έκδοση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου (ο οποίος κατά την Kendrion είναι έξι έτη και εννέα μήνες) ήταν υπερβολικός ( 53 ). Η Kendrion υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να μειώσει το επιβληθέν πρόστιμο κατά τουλάχιστον 5 % προκειμένου να συνεκτιμηθεί η αδικαιολογήτως μακρά διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ( 54 ).
Η απάντηση της Επιτροπής
111.
Η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν θα πρέπει να αναιρεθεί για τον λόγο αυτό. Δεύτερον, κατά την Επιτροπή δεν θα ήταν ενδεδειγμένο το Γενικό Δικαστήριο να κρίνει στο πλαίσιο διαδικασίας επί προσφυγής ακυρώσεως αν το ίδιο έχει παραβεί το άρθρο 47 του Χάρτη, δεδομένου ότι θα έπρεπε κατ’ ανάγκην να εξετάσει τη δική του συμπεριφορά. Θα ήταν προτιμότερο το ζήτημα αυτό να εξεταστεί, αν είναι αναγκαίο, από άλλο τμήμα του Γενικού Δικαστηρίου σε χωριστή δίκη. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς απέρριψε την αιτίαση της Kendrion ως αλυσιτελή.
112.
Η Επιτροπή αμφισβητεί την εκ μέρους της Kendrion εκτίμηση της διάρκειας της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, την οποία η ίδια υπολογίζει σε πέντε έτη και εννέα μήνες. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ήταν αδικαιολογήτως μακρά, η απόφαση που θα προβεί στη διαπίστωση αυτή θα αποτελεί δίκαιη ικανοποίηση. Το κατάλληλο μέσο ένδικης προστασίας όσον αφορά την τυχόν περιουσιακή ζημία λόγω της παραβάσεως του άρθρου 47 του Χάρτη είναι η άσκηση χωριστής αγωγής αποζημιώσεως. Αντικρούοντας το επιχείρημα της Kendrion ότι για λόγους οικονομίας της δίκης το επιβληθέν πρόστιμο θα έπρεπε να μειωθεί κατά 5 %, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει από την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Dutch Beer ( 55 ), επειδή, σε αντίθεση προς εκείνη, εν προκειμένω δεν υπήρξε καμία καθυστέρηση κατά τη διεξαγωγή της διοικητικής διαδικασίας επί της υπό κρίση υποθέσεως.
Εκτίμηση
113.
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η αιτίαση της Kendrion περί υπερβολικής διάρκειας της ενώπιόν του διαδικασίας ήταν αλυσιτελής ( 56 ). Η διαπίστωση αυτή δεν αφορούσε το παραδεκτό της αιτιάσεως της Kendrion. Σήμαινε απλώς ότι η προσφυγή της Kendrion με αίτημα την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει πρωτοδίκως για τον λόγο αυτό ( 57 ).
114.
Συμφωνώ με την προσέγγιση που ακολούθησε το Γενικό Δικαστήριο για τους εξής λόγους.
115.
Πρώτον, τα τιθέμενα με την προσφυγή ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ζητήματα είναι διακριτά και ανεξάρτητα σε σχέση με το ζήτημα της υπάρξεως ή μη προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Kendrion που κατοχυρώνει το άρθρο 47 του Χάρτη. Κατά τη γνώμη μου, αν το Γενικό Δικαστήριο είχε διαπιστώσει προσβολή του δικαιώματος αυτού, υπό περιστάσεις κατά τις οποίες η ως άνω απόφαση κρίνεται κατά τα λοιπά νόμιμη, δεν θα μπορούσε να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση στηριζόμενο μόνο στη διαδικαστική αυτή πλημμέλεια ( 58 ).
116.
Δεύτερον, η Kendrion δεν προβάλλει ότι η υπερβολική διάρκεια της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασίας κατέστησε αδύνατο τον αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως –για παράδειγμα, επειδή υπήρξε απώλεια αποδεικτικών στοιχείων ή επειδή δεν ήταν δυνατός ο εντοπισμός μαρτύρων λόγω της παρόδου του χρόνου. Η θέση, επομένως, στην οποία ευρίσκεται η Kendrion είναι διαφορετική εκείνης προσφεύγοντος ο οποίος προβάλλει προσβολή των δικαιωμάτων του άμυνας λόγω της αδικαιολόγητα μεγάλης διάρκειας της ένδικης διαδικασίας.
117.
Τρίτον, η εξέταση προβαλλόμενης διαδικαστικής πλημμέλειας η οποία αφορά τη μη εκδίκαση υποθέσεως εντός ευλόγου προθεσμίας διακρίνεται από την εξέταση των προστίμων που επιβάλλονται με την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά συνέπεια, η εξέταση μόνης της διαδικαστικής πλημμέλειας δεν εμπίπτει στην πλήρη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για τον έλεγχο των αποφάσεων της Επιτροπής με τις οποίες επιβάλλεται πρόστιμο ( 59 ).
118.
Συνεπώς, εκτιμώ ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η αιτίαση της Kendrion ήταν αλυσιτελής. Ακόμα και αν είχε γίνει δεκτή, η αιτίαση της Kendrion δεν θα είχε θίξει το κύρος της προσβαλλομένης αποφάσεως ( 60 ).
119.
Βεβαίως, η Kendrion δεν εμποδίζεται να προβάλει το ζήτημα αυτό με την αίτηση αναιρέσεως.
120.
Η Kendrion κατέθεσε την προσφυγή ακυρώσεως στις 22 Φεβρουαρίου 2006. Η έγγραφη διαδικασία περατώθηκε στις 20 Φεβρουαρίου 2007. Στις 3 Δεκεμβρίου 2010 η Kendrion ενημερώθηκε ότι είχε οριστεί δικάσιμος. Στις 12 Ιανουαρίου 2011 η Kendrion απάντησε σε ερωτήματα που της απηύθυνε στο Γενικό Δικαστήριο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 64 του Κανονισμού του Διαδικασίας σχετικά με την απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Akzo. Η επ’ ακροατηρίου συζήτηση διεξήχθη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στις 9 Μαρτίου 2011 και η απόφαση δημοσιεύθηκε στις 16 Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας πρωτοδίκως ήταν περίπου πέντε έτη και εννέα μήνες και παρήλθε χρονικό διάστημα περίπου τεσσάρων ετών μεταξύ του πέρατος της έγγραφης διαδικασίας και της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.
121.
Η υπόθεση της Kendrion συνδεόταν στενά με εκείνη της πρώην θυγατρικής της, Fardem. Εντούτοις, ουδαμώς προκύπτει ότι η υπόθεση της Fardem παρακώλυσε την ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία επί της υποθέσεως της Kendrion.
122.
Κατά την εφαρμογή των τεσσάρων κριτηρίων της αποφάσεως Baustahlgewebe, είναι προφανές ότι, δεδομένου ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έχει επιβληθεί στην Kendrion πρόστιμο ποσού 34 εκατομμυρίων ευρώ, με την υπόθεση αυτή διακυβεύονται συμφέροντα της επιχειρήσεως. Είναι επίσης σαφές ότι η υπόθεση θέτει πολύπλοκα ζητήματα. Κατά τη γνώμη μου, η διάρκεια της ένδικης διαδικασίας δεν μπορεί να αποδοθεί στη συμπεριφορά της Kendrion.
123.
Εξ όσων δύναμαι να γνωρίζω, το Γενικό Δικαστήριο δεν προέβη σε ενέργειες οργανώσεως της διαδικασίας κατά τη διάρκεια της περιόδου προφανούς αδράνειας (περίπου τεσσάρων ετών) μεταξύ του πέρατος της έγγραφης διαδικασίας και της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. Το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του κανένα στοιχείο το οποίο να εξηγεί ή να δικαιολογεί την περίοδο αυτή αδράνειας. Ελλείψει τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων, είναι, κατά τη γνώμη μου, σαφές ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν εκδικάστηκε εντός ευλόγου προθεσμίας. Όπως επισήμανα στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Groupe Gascogne ( 61 ), φρονώ ότι (σε γενικές γραμμές) η διαδικασία αυτή θα μπορούσε να έχει διαρκέσει μέχρι δύο έτη χωρίς να μπορεί να γίνει λόγος για «υπερβολική» καθυστέρηση στην εκδίκαση της υποθέσεως. Κατά συνέπεια, στρογγυλεύοντας, για την εκδίκαση της υποθέσεως πρωτοδίκως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου απαιτήθηκαν δύο έτη παραπάνω από όσο θα έπρεπε.
124.
Καταλήγω, επομένως, στο συμπέρασμα ότι συντρέχει προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος της Kendrion να εκδικαστεί η υπόθεσή της από το Γενικό Δικαστήριο εντός ευλόγου προθεσμίας.
125.
Εξέθεσα στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Groupe Gascogne ( 62 ) ότι, στην περίπτωση που διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη, η διαπίστωση αυτή δεν συνεπάγεται, αυτή καθ’ εαυτή, την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
126.
Επιπλέον, η Kendrion δεν προέβαλε προσβολή των δικαιωμάτων της άμυνας ως αποτέλεσμα της ως άνω διαδικαστικής πλημμέλειας.
127.
Επομένως, εκτιμώ ότι δεν θα πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
128.
Το επικουρικό αίτημα της Kendrion με το οποίο ζητείται μείωση του προστίμου στηρίζεται στην προσέγγιση που έγινε δεκτή από το Δικαστήριο με την απόφαση Baustahlgewebe ( 63 ), αντί να προβληθεί ως χωριστό αίτημα αποκαταστάσεως περιουσιακής ή μη ζημίας.
129.
Υπό το πρίσμα του αιτήματος αυτού, φρονώ ότι, ελλείψει αιτήματος αποκαταστάσεως περιουσιακής ή μη περιουσιακής ζημίας, η διαπίστωση στην ίδια την απόφαση ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 47 του Χάρτη αποτελεί δίκαιη ικανοποίηση ( 64 ).
130.
Η Kendrion ζητεί από το Δικαστήριο να μειώσει το πρόστιμο που επιβλήθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά 5 %. Το ποσοστό αυτό το συνάγει από την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Dutch Beer ( 65 ). Στην υπόθεση εκείνη η Επιτροπή συνομολόγησε ότι έφερε ευθύνη για την υπερβολική διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι η διάρκεια της ως άνω διαδικασίας είχε θίξει τα δικαιώματα άμυνάς της και είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή δυσανάλογου προστίμου, δεδομένου ότι η πολιτική της Επιτροπής ως προς τα πρόστιμα έγινε αυστηρότερη κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Κατά συνέπεια, υποστήριξε ότι η μείωση του εις βάρος της προστίμου στην οποία είχε ήδη προβεί η Επιτροπή λόγω της υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας ήταν πολύ μικρή.
131.
Η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει από την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Dutch Beer. Πρώτον, το αίτημα της Kendrion δεν αφορά το διοικητικό στάδιο της διαδικασίας που διεξάγει η Επιτροπή, ούτε η Kendrion προβάλλει ότι το πρόστιμο που επέβαλε η Επιτροπή αυξήθηκε ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του θεσμικού αυτού οργάνου. Δεύτερον, η Kendrion ζητεί εν προκειμένω από το Δικαστήριο να ελέγξει πλημμέλειες της ένδικης διαδικασίας. Τρίτον, η Kendrion δεν υποστήριξε ότι η διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου επέδρασε επί του προστίμου που επιβλήθηκε βάσει της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (ούτε θα μπορούσε εξάλλου να συμβεί αυτό, δεδομένου ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απλώς επικυρώνει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το σημείο αυτό).
132.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι δεν υπάρχει νομική βάση επί της οποίας το Δικαστήριο θα μπορούσε να στηρίξει μείωση του προστίμου κατά 5 %. Επιπλέον, ελλείψει οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου ότι η Kendrion έχει υποστεί περιουσιακή ή μη περιουσιακή ζημία (τα οποία θα μπορούσαν να προσκομιστούν στο πλαίσιο χωριστής αγωγής αποζημιώσεως) φρονώ ότι είναι εντελώς αυθαίρετη η επιλογή του 5 % (η οποιουδήποτε άλλου ποσοστού) ( 66 ).
133.
Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να μειώσει το πρόστιμο της Kendrion.
134.
Συνεπώς, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, καθόσον η Kendrion υποστηρίζει ότι υπέστη ζημία λόγω του ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εκδίκασε την υπόθεσή της εντός ευλόγου προθεσμίας, η αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου είναι καταλληλότερο και αποτελεσματικότερο μέσο ένδικης προστασίας για τους σκοπούς του άρθρου 47 του Χάρτη, όπως ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των άρθρων 6, παράγραφος 1, και 13 της ΕΣΔΑ, σε σχέση με τη μείωση του ποσού του προστίμου ( 67 ). Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι υπήρξε υπερβολική καθυστέρηση ως προς την εκδίκαση της προσφυγής της Kendrion ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και να καταστήσει σαφές ότι η Kendrion μπορεί να ασκήσει χωριστή αγωγή αποζημιώσεως, αν το επιλέξει.
Δικαστικά έξοδα
135.
Εάν το Δικαστήριο δεχθεί την άποψή μου σχετικά με την αίτηση αναιρέσεως, τότε, σύμφωνα με τα συνδυασμένα άρθρα 137, 138, 140 και 184 του Κανονισμού Διαδικασίας, η Kendrion η οποία ηττήθηκε ως προς όλους τους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Πρόταση
136.
Για αυτούς τους λόγους προτείνω στο Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
—
να διαπιστώσει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εκδίκασε εντός ευλόγου προθεσμίας την υπόθεση T‑54/06, Kendrion NV κατά Επιτροπής, και
—
να καταδικάσει την Kendrion στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Αποφάσεις της 16ης Νοεμβρίου 2011, T‑54/06, Kendrion κατά Επιτροπής, T‑72/06, Groupe Gascogne κατά Επιτροπής, και T‑79/06, Sachsa Verpackung GmbH κατά Επιτροπής. Στην αγγλική έχει δημοσιευθεί περίληψη των αναιρεσιβαλλόμενων αποφάσεων. Στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου διατίθεται το πλήρες κείμενο και των τριών αποφάσεων στη γαλλική γλώσσα. Για την απόφαση στην υπόθεση Kendrion διατίθεται επίσης πλήρες κείμενο στην ολλανδική γλώσσα.
( 3 ) Απόφαση C(2005) 4634 τελικό της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 2005, σχετικά με διαδικασία του άρθρου 81 ΕΚ (Υπόθεση COMP/38354 – Βιομηχανικοί σάκοι) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση). Περίληψη έχει δημοσιευθεί στην ΕΕ 2007 L 282, σ. 41.
( 4 ) Υποθέσεις C‑40/12 P, Gascogne Sack Deutschland κατά Επιτροπής, C‑50/12 P, Kendrion κατά Επιτροπής (η υπό κρίση υπόθεση), και C‑58/12 P, Groupe Gascogne κατά Επιτροπής. Για πλήρη εικόνα των προσφυγών κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και των αιτήσεων αναιρέσεως που ασκήθηκαν στη συνέχεια ενώπιον του Δικαστηρίου βλ. σημείο 102 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως Groupe Gascogne.
( 5 ) Υπόθεση C‑40/12 P.
( 6 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4.
( 7 ) Η ανάπτυξη των προτάσεων επί των τριών αιτήσεων αναιρέσεως γίνεται στις 30 Μαΐου 2013.
( 8 ) Βλ. σημεία 40 έως 44 κατωτέρω.
( 9 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ L 1, σ. 1), ο οποίος κατάργησε τον κανονισμό 17, πρώτο κανονισμό εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25). Ο κανονισμός 17 καταργήθηκε με το άρθρο 43, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003. Στο μέρος 6 της προσβαλλομένης αποφάσεως η Επιτροπή επικαλέστηκε ως νομική βάση των επιβληθέντων προστίμων και τους δύο κανονισμούς. Οι κρίσιμες διατάξεις του κανονισμού 17 είναι τα άρθρα 15, παράγραφος 2, και 17. Αυτές αντιστοιχούν στα άρθρα 23, παράγραφοι 2 και 3, και 31 του κανονισμού 1/2003. Στις παρούσες προτάσεις θα αναφέρομαι στις διατάξεις του κανονισμού 1/2003, η αναφορά στις οποίες θα καλύπτει επίσης και τα άρθρα 15, παράγραφος 2, και 17 του κανονισμού 17, δεδομένου ότι αυτά δεν τροποποιήθηκαν ουσιωδώς κατά το μέτρο που αφορούν τα ζητήματα που τίθενται με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
( 10 ) Βλ. σημεία 73 έως 81 κατωτέρω.
( 11 ) Αιτιολογική σκέψη 777 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
( 12 ) Αιτιολογικές σκέψεις 779 και 781 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
( 13 ) Αιτιολογική σκέψη 781 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
( 14 ) Αιτιολογική σκέψη 783 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
( 15 ) Αιτιολογική σκέψη 784 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
( 16 ) Απόφαση της 17ης Ιουνίου 2010, C-413/08 P, Lafarge κατά Επιτροπής (Συλλογή 2010, σ. I-5361, σκέψη 102). Στις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3) που διατύπωσε η Επιτροπή το 1998, επίσης γίνεται μνεία του παγκόσμιου κύκλου εργασιών κατά την αναφορά στο όριο του 10 % που προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003.
( 17 ) Απόφαση Kendrion κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
( 18 ) Πρώην άρθρο 253 EΚ.
( 19 ) Απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2011, Fardem Packaging κατά Επιτροπής.
( 20 ) Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15 παράγραφος 2 του κανονισμού αριθ. 17 και του άρθρου 65 παράγραφος 5 της Συνθήκης ΕΚΑΧ (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3) (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής του 1998). Βλ. σημείο 21 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως Gascogne Sack Deutschland (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4).
( 21 ) 22 Φεβρουαρίου 2006.
( 22 ) Βλ., Wouter P. J. Wils, «Antitrust compliance programmes and optimal antitrust enforcement», Journal of Anti-Trust Enforcement, 2013, σ. 12. Βλ., κατ’ αντιπαράθεση, Stefan Thomas, «Guilty of a fault that one has not committed», Journal of European Competition Law and Practice, 2012, σ. 11.
( 23 ) Απόφαση της 19ης Ιουλίου 2012, C‑628/10 P και C‑14/11 P, Alliance One International και Standard Commercial Tobacco κατά Επιτροπής (σκέψεις 42 έως 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, στο εξής: απόφαση Alliance One).
( 24 ) Απόφαση Alliance One (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σκέψεις 46 έως 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 25 ) Απόφαση Alliance One (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σκέψεις 49, 50 και 53).
( 26 ) Σκέψη μεταφραζόμενη επ’ ευκαιρία των παρουσών προτάσεων.
( 27 ) Χωρία μεταφραζόμενα επ’ ευκαιρία των παρουσών προτάσεων.
( 28 ) Απόφαση AllianceOne (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σκέψη 64).
( 29 ) Χωρίο μεταφραζόμενο επ’ ευκαιρία των παρουσών προτάσεων.
( 30 ) Απόφαση Alliance One (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σκέψη 84 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 31 ) Απόφαση Alliance One (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σκέψη 85 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 32 ) Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C-47/07 P, Masdar κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I-9761, σκέψη 76).
( 33 ) Βλ. άρθρο 296 ΣΛΕΕ, βλ. επίσης αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1970, 41/69, ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 397, σκέψη 76), και της 11ης Ιουλίου 1985, 42/84, Remia κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 2545, σκέψη 26).
( 34 ) Απόφαση AllianceOne (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σκέψη 64).
( 35 ) Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2001, C-403/99, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I-6883, σκέψη 41).
( 36 ) Βλ. σημεία 8 έως 10 ανωτέρω.
( 37 ) Υποθέτω ότι αντί για την αιτιολογική σκέψη 815 της προσβαλλομένης αποφάσεως θα έπρεπε να γίνεται αναφορά στην αιτιολογική σκέψη 820, δεδομένου ότι η δεύτερη αφορά το πρόστιμο που επιβλήθηκε στη Fardem.
( 38 ) Σκέψεις μεταφραζόμενες επ’ ευκαιρία των παρουσών προτάσεων.
( 39 ) Βλ. σημεία 11 έως 16 ανωτέρω.
( 40 ) Βλ. σημεία 40 έως 44 ανωτέρω.
( 41 ) Απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C-97/08 P, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. I-8237, σκέψεις 58 έως 61, στο εξής: απόφαση Akzo).
( 42 ) Βλ. σημείο 13 ανωτέρω.
( 43 ) Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 15ης Ιουνίου 2005, T‑71/03, T‑74/03, T‑87/03 και T‑91/03 (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, στο εξής: απόφαση Tokai). Στην ελληνική έχει δημοσιευθεί περίληψη της αποφάσεως αυτής. Στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου διατίθεται το πλήρες κείμενο της αποφάσεως στη γερμανική, αγγλική και γαλλική γλώσσα.
( 44 ) Απόφαση Tokai (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 43, σκέψεις 391 και 392).
( 45 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 820 της προσβαλλομένης αποφάσεως και σκέψη 28 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 46 ) Εάν επρόκειτο για αίτηση αναιρέσεως της Fardem, θα ήταν αναγκαίο, κατά τον καθορισμό του προστίμου εις βάρος της Fardem, να ληφθεί υπόψη το χρονικό διάστημα της παραβάσεως για το οποίο ευθύνη έφερε μόνη η Fardem (από την 6η Ιανουαρίου 1982 έως την 8η Ιουνίου 1995), πριν την εξαγορά της εταιρίας αυτής από την Kendrion. Εντούτοις, αυτό δεν είναι αναγκαίο εν προκειμένω δεδομένου ότι πρόκειται για την αίτηση αναιρέσεως της Kendrion και η εταιρία αυτή ευθύνεται εις ολόκληρον για το πρόστιμο της Fardem. Βλ. σημεία 81 έως 88 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως Gascogne Sack Deutschland, όπου εξετάζω το ζήτημα της εφαρμογής του ορίου του 10 % σε μητρική εταιρία και θυγατρική της που ανήκει εξ ολοκλήρου στη μητρική οι οποίες συναποτελούσαν την επιχείρηση κατά τον χρόνο του καθορισμού του προστίμου, στην περίπτωση όμως που παράβαση είχε αρχίσει πριν την εξαγορά της θυγατρικής από τη μητρική και συνεχίστηκε μετά την εξαγορά αυτή.
( 47 ) Βλ. σκέψεις 28 και 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (προπαρατεθείσας στο σημείο 73 ανωτέρω).
( 48 ) Βλ. σημεία 11 έως 13 ανωτέρω.
( 49 ) Αιτιολογική σκέψη 637 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
( 50 ) Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C-127/07, Arcelor Atlantic et Lorraine κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. I-9895, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 51 ) Χωρία μεταφραζόμενα επ’ ευκαιρία των παρουσών προτάσεων.
( 52 ) Bischof + Klein France SAS· FLS Smidth & Co A/s και FLS Plast AS και Groupe Gascogne.
( 53 ) Η Kendrion επικαλείται την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-8417, στο εξής: απόφαση Baustahlgewebe).
( 54 ) Η Kendrion επικαλείται την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 16ης Ιουνίου 2011, T-235/07, Bavaria κατά Επιτροπής (Συλλογή 2011, σ. II-3229, στο εξής: απόφαση Dutch Beer).
( 55 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 54.
( 56 ) Σκέψη 18 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 57 ) Απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2011, C-520/09 P, Arkema κατά Επιτροπής (Συλλογή 2011, σ. I-8901, σκέψη 31).
( 58 ) Βλ. σημείο 117 κατωτέρω.
( 59 ) Βλ. άρθρο 261 ΣΛΕΕ και άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003. Βλ., επίσης, σημεία 131 και 132 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως Groupe Gascogne.
( 60 ) Βλ. σημείο 113 ανωτέρω.
( 61 ) Βλ. σημεία 91 έως 94 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως αυτής.
( 62 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4.
( 63 ) Στην απόφαση Baustahlgewebe (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 53), το Δικαστήριο, για λόγους οικονομίας της δίκης και προκειμένου να διασφαλίσει άμεση και αποτελεσματική έννομη προστασία, αναίρεσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς το ποσό του προστίμου, ενώ την επικύρωσε κατά τα λοιπά.
( 64 ) Βλ. σημείο 148 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως Groupe Gascogne.
( 65 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 54.
( 66 ) Βλ. σημεία 133 έως 138 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως GroupeGascogne.
( 67 ) Φρονώ ότι ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως της Kendrion με τον οποίο ζητείται μείωση του προστίμου βασίζεται σαφώς στην απόφαση Baustahlgewebe: δεν προβλήθηκε ως χωριστό αίτημα που αφορά περιουσιακή ή/και μη περιουσιακή ζημία, ούτε εξάλλου το Δικαστήριο θα είχε την αρμοδιότητα να εξετάσει τέτοιο αίτημα.
Full & Egal Universal Law Academy