ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
NILS WAHL
της 29ης Μαΐου 2013 ( 1 )
Υπόθεση C‑101/12
Herbert Schaible
κατά
Land Baden-Württemberg
[αίτηση του Verwaltungsgericht Stuttgart (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Γεωργία — Κανονισμός (ΕΚ) 21/2004 — Αναγνώριση και καταγραφή αιγοπροβάτων — Άρθρο 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Άρθρο 20 του Χάρτη — Αναλογικότητα — Ισότητα»
1.
Η καταπολέμηση των επιζωοτιών αποτελεί θεμιτό σκοπό του νομοθέτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, το νέο σύστημα που προβλέπει την ηλεκτρονική ατομική αναγνώριση των αιγοπροβάτων, το οποίο καθιερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 21/2004 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2003, για τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των αιγοπροβάτων και για την τροποποίηση του κανονισμού (EK) 1782/2003 και των οδηγιών 92/102/ΕΟΚ και 64/432/ΕΟΚ ( 2 ), δεν είναι κατάλληλο για την επίτευξη του σκοπού αυτού, είναι αδικαιολόγητα επαχθές και δαπανηρό και, επίσης, ενέχει διακρίσεις. Συνεπεία των χαρακτηριστικών αυτών, ο εν λόγω κανονισμός παραβιάζει την ελευθερία των κατόχων ζώων να ασκούν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), καθώς και την αρχή της ισότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 του Χάρτη και είναι, συνεπώς, άκυρος.
2.
Αυτό είναι, κατ’ ουσίαν, το κύριο επιχείρημα που προέβαλε ο Γερμανός κτηνοτρόφος Herbert Schaible, κάτοχος 450 προβάτων, κατά τη δίκη ενώπιον του Verwaltungsgericht Stuttgart (διοικητικού δικαστηρίου Στουτγκάρδης, Γερμανία) την οποία κίνησε με την άσκηση προσφυγής κατά του Land Baden-Württemberg, ζητώντας να απαλλαγεί από σειρά υποχρεώσεων που προβλέπει ο κανονισμός 21/2004.
3.
Στις προτάσεις αυτές, θα προσπαθήσω να καταδείξω τους λόγους για τους οποίους, κατά τη γνώμη μου, τα νομικά επιχειρήματα που προέβαλε ο Η. Schaible δεν είναι βάσιμα. Κατά συνέπεια, θα προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο αιτούν δικαστήριο την απάντηση ότι, από την εξέταση των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο δυνάμενο να θέσει εν αμφιβόλω το κύρος των επίμαχων διατάξεων. Τέλος, καθόσον από την ανάλυσή μου προκύπτει ότι η εφαρμογή στην πράξη του εν λόγω κανονισμού ενδέχεται να παρακωλύσει την επίτευξη του κύριου σκοπού του στο σύνολό του και να προκαλέσει αμφιβολίες ως προς τον εν γένει δίκαιο χαρακτήρα του συστήματος, θα εκθέσω συνοπτικά ορισμένες σκέψεις de lege ferenda.
I – Νομικό πλαίσιο
4.
Στις αιτιολογικές σκέψεις 1, 3 και 11 του κανονισμού 21/2004 αναφέρονται τα εξής:
«(1)
Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που απαιτούνται για το ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϊόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς, τα ζώα που προορίζονται για το ενδοκοινοτικό εμπόριο πρέπει να αναγνωρίζονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της κοινοτικής νομοθεσίας και να καταγράφονται κατά τρόπο που να επιτρέπει την ιχνηλασιμότητα της εκμετάλλευσης, του κέντρου ή του οργανισμού καταγωγής ή διέλευσής τους. […]
(3)
Στην οδηγία 92/102/ΕΟΚ θεσπίζονται κανόνες σχετικά με την αναγνώριση και την καταγραφή των αιγοπροβάτων. Όσον αφορά τα αιγοπρόβατα, η πείρα και, ειδικότερα, η κρίση της νόσου του αφθώδους πυρετού έδειξαν ότι η εφαρμογή της οδηγίας 92/102/ΕΟΚ δεν ήταν ικανοποιητική και ότι πρέπει να βελτιωθεί. Ως εκ τούτου, πρέπει να θεσπισθούν αυστηρότεροι και πιο συγκεκριμένοι κανόνες. […]
(11)
Στα κράτη μέλη όπου η πυκνότητα ζωικού κεφαλαίου των προβάτων ή των αιγών είναι σχετικά περιορισμένη, η εισαγωγή συστήματος ηλεκτρονικής αναγνώρισης ενδέχεται να μην δικαιολογείται, οπότε είναι σκόπιμο να δοθεί η δυνατότητα στα κράτη μέλη να το καταστήσουν προαιρετικό.[…]»
5.
Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 21/2004:
«1. Κάθε κράτος μέλος πρέπει να δημιουργήσει ένα σύστημα για την αναγνώριση και την καταγραφή των αιγοπροβάτων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.»
6.
Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 21/2004, το σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής των ζώων πρέπει να περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία: «α) μέσα αναγνώρισης για να αναγνωρίζεται κάθε ζώο· β) ενημερωμένα μητρώα που τηρούνται σε κάθε εκμετάλλευση· γ) έγγραφα κυκλοφορίας· δ) κεντρικό μητρώο ή ηλεκτρονική βάση δεδομένων.»
7.
Το άρθρο 4 του κανονισμού 21/2004, καθόσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, ορίζει τα εξής:
«1. Όλα τα ζώα μιας εκμετάλλευσης που γεννήθηκαν μετά τις 9 Ιουλίου 2005 αναγνωρίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2, εντός προθεσμίας που καθορίζεται από το κράτος μέλος, από τη γέννηση του ζώου και, οπωσδήποτε, πριν το ζώο εγκαταλείψει την εκμετάλλευση στην οποία γεννήθηκε. […]
α)
Τα ζώα αναγνωρίζονται με ένα πρώτο μέσο αναγνώρισης το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παραρτήματος, τμήμα Α, σημεία 1 έως 3, και
β)
με ένα δεύτερο μέσο αναγνώρισης εγκεκριμένο από την αρμόδια αρχή, το οποίο ανταποκρίνεται στα τεχνικά χαρακτηριστικά που απαριθμούνται στο παράρτημα, τμήμα Α, σημείο 4.»
8.
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 21/2004 προβλέπει ότι:
«1. Κάθε κάτοχος ζώων, πλην του μεταφορέα, τηρεί ενημερωμένο μητρώο το οποίο περιλαμβάνει τουλάχιστον τις πληροφορίες που μνημονεύονται στο τμήμα Β του παραρτήματος.»
9.
Στο άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 21/2004, ορίζεται ότι:
«3. Αρχής γενομένης από τις 31 Δεκεμβρίου 2009, η ηλεκτρονική αναγνώριση, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της παραγράφου 1 και τις σχετικές διατάξεις του τμήματος Α του παραρτήματος, καθίσταται υποχρεωτική για όλα τα ζώα.
Τα κράτη μέλη στα οποία ο συνολικός αριθμός αιγοπροβάτων είναι έως 600000 δύνανται να ορίσουν ότι η ηλεκτρονική αναγνώριση είναι προαιρετική για τα ζώα που δεν προορίζονται για το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
Στα κράτη μέλη στα οποία ο συνολικός αριθμός των αιγοειδών είναι κατώτερος ή ίσος με 160000, η εν λόγω ηλεκτρονική αναγνώριση μπορεί επίσης να είναι προαιρετική για τα αιγοειδή που δεν προορίζονται για το ενδοκοινοτικό εμπόριο.»
II – Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα
10.
Η κύρια δίκη αφορά προσφυγή ασκηθείσα από τον Η. Schaible, με την οποία ζητείται από το Verwaltungsgericht Stuttgart να αναγνωρίσει ότι ο προσφεύγων δεν υπόκειται στις υποχρεώσεις ατομικής αναγνώρισης, ατομικής ηλεκτρονικής αναγνώρισης και στην υποχρέωση τήρησης μητρώου εκμεταλλεύσεως, όπως επιβάλλει ο κανονισμός 21/2004.
11.
Επειδή είχε αμφιβολίες όσον αφορά το κύρος σειράς διατάξεων του κανονισμού 21/2004, το Verwaltungsgericht Stuttgart αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο πλείονα προδικαστικά ερωτήματα αφορώντα τα εξής:
«Είναι συμβατή με υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνες δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως εκ τούτου εγκύρως επιβληθείσα,
α)
η υποχρέωση του προσφεύγοντος για ατομική αναγνώριση των ζώων δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, και του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 21/2004,
β)
η υποχρέωση του προσφεύγοντος για ατομική ηλεκτρονική αναγνώριση των ζώων δυνάμει του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του κανονισμού 21/2004 και
γ)
η υποχρέωση του προσφεύγοντος προς τήρηση του μητρώου Γ δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το παράρτημα, τμήμα Β, σημείο 2, του κανονισμού 21/2004;» (στο εξής: υποβληθέντα ερωτήματα).
12.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στην παρούσα διαδικασία ο Η. Schaible, το Land Baden-Württemberg, η Γαλλική, η Ολλανδική και η Πολωνική Κυβέρνηση, το Συμβούλιο και η Επιτροπή. Ο Η. Schaible, η Γαλλική Κυβέρνηση, το Συμβούλιο και η Επιτροπή ανέπτυξαν επίσης προφορικώς τις απόψεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 7ης Μαρτίου 2013.
III – Ανάλυση
Α — Τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα
13.
Με τα ερωτήματά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί καθοδήγηση όσον αφορά το κύρος ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 21/2004, με τις οποίες επιβάλλονται στους κατόχους αιγοπροβάτων τρεις ειδικές υποχρεώσεις, συγκεκριμένα: i) να διαθέτουν σύστημα ατομικής αναγνώρισης των ζώων (άρθρα 3, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 2)· ii) να εισαγάγουν σύστημα ηλεκτρονικής αναγνώρισης εκάστου ζώου (άρθρο 9, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο)· και iii) να τηρούν ενημερωμένο μητρώο των ζώων τους (άρθρο 5, παράγραφος 1, και παράρτημα, τμήμα Β, σημείο 2) (στο εξής, συλλήβδην αποκαλούμενες: επίμαχες υποχρεώσεις).
14.
Μολονότι το Verwaltungsgericht Stuttgart προσδιόρισε επακριβώς τις επίμαχες υποχρεώσεις, τόσο από την άποψη του περιεχομένου όσο και από την άποψη των νομικών τους βάσεων, δεν υπήρξε τόσο σαφές όσον αφορά τις διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου της ΕΕ στις οποίες ενδεχομένως αντιβαίνουν οι υποχρεώσεις αυτές.
15.
Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά απλώς το Δικαστήριο αν οι επίμαχες υποχρεώσεις «είναι συμβατές με υπέρτερης τυπικής ισχύος διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, ως εκ τούτου, εγκύρως επιβληθείσες».
16.
Η γενική και μη επακριβής διατύπωση των ερωτημάτων θα είχε καταστήσει την αποστολή του Δικαστηρίου ιδιαίτερα δυσχερή αν το υπόλοιπο κείμενο της διάταξης για την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως και οι παρατηρήσεις που κατέθεσαν ο Η. Schaible και οι λοιποί μετέχοντες στη δίκη δεν διασαφήνισαν σε ορισμένο βαθμό το ουσιώδες ζήτημα αυτό ( 3 ).
17.
Όπως εξηγεί το Verwaltungsgericht Stuttgart, ο Η. Schaible διατείνεται ότι οι επίμαχες υποχρεώσεις δεν συμβιβάζονται με την ελευθερία επαγγέλματος, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 15 του Χάρτη. Το εθνικό δικαστήριο επισημαίνει, πάντως, ότι η διάταξη του Χάρτη σε σχέση με την οποία πρέπει να εξεταστούν τα ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο της κυρίας δίκης είναι μάλλον το άρθρο 16, το οποίο αφορά την επιχειρηματική ελευθερία: ελευθερία η οποία, εν προκειμένω, είναι «ειδικότερη». Επίσης, το εθνικό δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες σχετικά με τη νομιμότητα των επιμάχων υποχρεώσεων με γνώμονα την αρχή της ίσης μεταχείρισης.
18.
Επισημαίνεται ότι, με τις παρατηρήσεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο ο Η. Schaible, προβάλλει νομικά επιχειρήματα που στηρίζονται μάλλον στο άρθρο 16 —παρά στο άρθρο 15— του Χάρτη. Όσον αφορά τις παρατηρήσεις των λοιπών μετεχόντων (με εξαίρεση αυτές που κατέθεσε η Πολωνική Κυβέρνηση), στο επίκεντρο βρίσκεται είτε αποκλειστικά η επιχειρηματική ελευθερία (Γαλλική Κυβέρνηση και Συμβούλιο) είτε αμφότερες οι ελευθερίες μαζί, με βάση την άποψη ότι οι εν λόγω ελευθερίες ταυτίζονται σε μεγάλο βαθμό ως προς το ουσιαστικό τους περιεχόμενο (Ολλανδική Κυβέρνηση και Επιτροπή). Όλοι οι λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου (συμπεριλαμβανομένης της Πολωνικής Κυβέρνησης) πρόσθεσαν ορισμένα ειδικά επιχειρήματα σχετικά με την αρχή της ίσης μεταχείρισης κατά το άρθρο 20 του Χάρτη.
19.
Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θεωρώ σκόπιμο να διευκρινίσω πρώτα τα κρίσιμα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν και, κατόπιν, να προτείνω στο Δικαστήριο πώς, κατά τη γνώμη μου, μπορούν να εξετασθούν με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο τα τρία ερωτήματα που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Stuttgart.
20.
Κατ’ ουσίαν, τα εν λόγω ερωτήματα θέτουν δύο ζητήματα. Το πρώτο αφορά την ενδεχόμενη παράβαση των άρθρων 15 και/ή 16 του Χάρτη, λόγω δυσανάλογου, όπως υποστηρίζεται, περιορισμού των δικαιωμάτων των κατόχων ζώων, και το δεύτερο αφορά την ενδεχόμενη παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Ενώ το πρώτο ζήτημα τίθεται σε σχέση με όλες τις επίμαχες υποχρεώσεις, επειδή —όπως δήλωσε επανειλημμένως ο ίδιος ο Η. Schaible— αυτές συνδέονται αναπόσπαστα μεταξύ τους, το δεύτερο ζήτημα αφορά μόνο μία από τις επίμαχες υποχρεώσεις, ήτοι την προβλεπόμενη στο άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 21/2004 υποχρέωση του κατόχου ζώων να εγκαταστήσει σύστημα ατομικής ηλεκτρονικής αναγνώρισης κάθε ζώου —και, ειδικότερα, τις παρεκκλίσεις από την εν λόγω υποχρέωση που επιτρέπονται δυνάμει του δευτέρου και του τρίτου εδαφίου της εν λόγω παραγράφου 3.
21.
Με βάση τα ανωτέρω και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την αρχή της οικονομίας της δίκης, θεωρώ σκοπιμότερο να εξεταστούν από κοινού τα τρία προδικαστικά ερωτήματα σε σχέση με τα δύο αυτά ζητήματα παρά να εξεταστούν τα ερωτήματα χωριστά, το ένα μετά το άλλο. Για τον λόγο αυτό, θα εξετάσω πρώτα αν οι επίμαχες υποχρεώσεις έχουν επιβληθεί εγκύρως από την άποψη της αναλογικότητας. Κατόπιν, θα εξετάσω αν είναι βάσιμα τα επιχειρήματα περί του ότι η υποχρέωση την οποία αφορά το δεύτερο ερώτημα του Verwaltungsgericht Stuttgart συνεπάγεται, όπως υποστηρίζεται, διακρίσεις.
Β — Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
1. Η επιχειρηματική ελευθερία
22.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τίθεται με τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα αφορά τον αναλογικό χαρακτήρα των επιμάχων υποχρεώσεων.
23.
Όπως προανέφερα, κατά το αιτούν δικαστήριο, το κριτήριο της νομιμότητας στην προκειμένη περίπτωση είναι η αρχή της προστασίας της επιχειρηματικής ελευθερίας, που καθιερώνεται στο άρθρο 16 του Χάρτη, ενώ ορισμένοι από τους μετέχοντες στη διαδικασία που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο παραπέμπουν επίσης στο άρθρο 15 του Χάρτη.
24.
Από το γράμμα των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, ενώ το άρθρο 16 σκοπεί κυρίως στην προστασία των εμπορικών ελευθεριών των επιχειρηματιών, το άρθρο 15 αφορά ιδίως τα δικαιώματα των απασχολουμένων με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Υπέρ της ερμηνείας αυτής συνηγορούν οι «Επεξηγήσεις σχετικά με το πλήρες κείμενο του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων», όπου αναφέρεται ότι η παράγραφος 1 του άρθρου 15 εμπνέεται επίσης από το άρθρο 1, παράγραφος 2, του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη καθώς και από το σημείο 4 του Κοινοτικού Χάρτη των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων ( 4 ).
25.
Τούτου λεχθέντος, είμαι της γνώμης ότι οι δύο αυτές ελευθερίες επικαλύπτονται σε μεγάλο βαθμό, καθόσον αμφότερες αφορούν το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης να αναλαμβάνουν και να ασκούν οικονομικές δραστηριότητες.
26.
Κατά τη γνώμη μου, η νομολογία του Δικαστηρίου επιβεβαιώνει την επικάλυψη αυτή. Και πριν ακόμα η Συνθήκη της Λισσαβώνας προσδώσει στον Χάρτη δεσμευτική ισχύ στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο είχε αναγνωρίσει αμφότερες τις ελευθερίες ως γενικές αρχές του δικαίου της ΕΕ, των οποίων την τήρηση είχε καθήκον να διασφαλίζει ( 5 ). Σε μερικές από τις αποφάσεις του, το Δικαστήριο είχε αποφανθεί ρητώς ότι η ελευθερία ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας και η επιχειρηματική ελευθερία είναι δυνατόν να «συγχέονται» ( 6 ). Επίσης, σε πλείονες άλλες περιπτώσεις, το Δικαστήριο έκανε λόγο γενικότερα για την «ελευθερία ασκήσεως μιας επαγγελματικής δραστηριότητας» ( 7 ) ή την «ελευθερία ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας» ( 8 ), έννοιες που λογικά καλύπτουν στοιχεία κοινά στις δύο ελευθερίες.
27.
Επομένως, δεν είναι απαραίτητο εν προκειμένω να οριοθετηθούν τα αντίστοιχα πεδία εφαρμογής των άρθρων 15 και 16 του Χάρτη.
28.
Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι το άρθρο 16 του Χάρτη έχει αμεσότερη σχέση με την ενώπιόν του εκκρεμούσα διαφορά και δεδομένου ότι ο Η. Schaible είναι ελεύθερος επαγγελματίας, θα στηρίξω την ανάλυσή μου στη διάταξη αυτή του Χάρτη. Τα σχετικά συμπεράσματά μου, πάντως, ισχύουν, mutatis mutandis, και όσον αφορά το άρθρο 15 του Χάρτη ( 9 ), λόγω των κοινών σκοπών που διέπουν τις δύο αυτές διατάξεις.
29.
Κατά το άρθρο 16 του Χάρτη, «[η] επιχειρηματική ελευθερία αναγνωρίζεται σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές.»
30.
Συνεπώς, το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ αναγνωρίζει τη θεμελιώδη αξία της ελευθερίας αυτής αλλά καθιστά επίσης σαφές ότι η άσκησή της δεν συνιστά απόλυτο δικαίωμα. Πράγματι, ο Χάρτης διατυπώθηκε έτσι ώστε το κείμενό του να συμβιβάζεται με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία αρχές όπως η ελευθερία άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας ή το δικαίωμα ιδιοκτησίας «πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με τη λειτουργία τους μέσα στην κοινωνία» ( 10 ).
31.
Ο κανόνας αυτός αντανακλάται στη διάταξη του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, η οποία θέτει τους κανόνες που αφορούν τους περιορισμούς που είναι δυνατό να επιβάλλονται στα δικαιώματα και τις ελευθερίες που αναγνωρίζει ο Χάρτης, όπως είναι η ελευθερία του επιχειρείν. Κατά την εν λόγω διάταξη, τέτοιοι περιορισμοί είναι δυνατό να επιβάλλονται εφόσον προβλέπονται από τον νόμο, τηρούν το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών και, όπως επιτάσσει η αρχή της αναλογικότητας, είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε σκοπούς γενικού συμφέροντος αναγνωριζόμενους από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων. ( 11 )
2. Η αρχή της αναλογικότητας
32.
Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της ΕΕ, επιτάσσει δε τα προβλεπόμενα από διάταξη του δικαίου αυτού μέσα να είναι «κατάλληλα για την υλοποίηση του επιδιωκομένου σκοπού και να μην υπερβαίνουν το αναγκαίο για την επίτευξή του μέτρο» ( 12 ).
33.
Όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο της τηρήσεως των προϋποθέσεων αυτών, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι, στο πλαίσιο άσκησης των αρμοδιοτήτων που του έχουν ανατεθεί, ο νομοθέτης της Ένωσης διαθέτει ευρεία εξουσία εκτίμησης στους τομείς τους οποίους καλείται να προβεί σε επιλογές πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσεως και σε σύνθετου χαρακτήρα αξιολογήσεις ( 13 ).
34.
Τούτο ισχύει ιδίως στον τομέα της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής, όπου ο νομοθέτης της ΕΕ έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, αντίστοιχη των πολιτικών ευθυνών που του ανατίθενται βάσει των άρθρων 40 και 43 ΣΛΕΕ ( 14 ). Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η νομιμότητα μέτρου που λαμβάνεται στον τομέα αυτόν μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω μόνον όταν το μέτρο είναι προδήλως ακατάλληλο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο από τα αρμόδια θεσμικά όργανα σκοπό ( 15 ). Επομένως, το εφαρμοστέο κριτήριο στο πλαίσιο αυτό «δεν είναι αν το μέτρο που θεσπίστηκε από τον νομοθέτη [της ΕΕ] ήταν το μόνο ή το καλύτερο δυνατό, αλλά αν ήταν προδήλως ακατάλληλο» ( 16 ).
35.
Βεβαίως, ο όρος «προδήλως ακατάλληλο» που χρησιμοποιείται στη νομολογία αυτή του Δικαστηρίου επιδέχεται κριτική για δύο λόγους. Πρώτον, φαίνεται να υπονοεί ότι μέτρα τα νομικά ελαττώματα των οποίων δεν είναι απόλυτα προφανή και μπορούν να διαπιστωθούν μόνον κατόπιν ενδελεχέστερης νομικής εκτιμήσεως δεν μπορούν να ακυρωθούν από το Δικαστήριο. Δεύτερον, περιορίζει κατά τα φαινόμενα τον έλεγχο του Δικαστηρίου στην πρώτη φάση του παραδοσιακού ελέγχου της αναλογικότητας (καταλληλότητα του μέτρου για την επίτευξη του δηλουμένου σκοπού), αποκλείοντας την πλήρη ανάλυση.
36.
Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή συνιστά πεπλανημένη ερμηνεία της νομολογίας.
37.
Όσον αφορά την πρώτη δυνατή επίκριση, φρονώ ότι η χρήση του όρου «προδήλως ακατάλληλο» σκοπεί απλώς να τονίσει ότι, οσάκις η νομοθετική αρχή είναι υποχρεωμένη να λάβει υπόψη διάφορα (δυνάμει αντικρουόμενα) συμφέροντα, πρέπει κατ’ ανάγκη να διαθέτει ορισμένη διακριτική ευχέρεια. Οι επιλογές πολιτικής απαιτούν οπωσδήποτε την αξιολόγηση και τη στάθμιση διαφόρων στόχων δημοσίου συμφέροντος που δεν μπορούν να επιδιωχθούν όλοι συγχρόνως και στην ίδια έκταση. Μόνα τα νομοθετικά όργανα της ΕΕ είναι εξουσιοδοτημένα προς τούτο και δύνανται να λαμβάνουν αποφάσεις οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν κατά άνισο τρόπο κοινωνικούς και οικονομικούς τομείς της κοινωνίας, πλην όμως γίνεται δεκτό ότι σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα της κοινωνίας στο σύνολό της. Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ρητώς ότι η σπουδαιότητα των επιδιωκομένων από τον νομοθέτη σκοπών μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμούς που συνεπάγονται ακόμη και σημαντικές αρνητικές οικονομικές συνέπειες για ορισμένες επιχειρήσεις ( 17 ).
38.
Η περιορισμένη αυτή έκταση του δικαστικού ελέγχου δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποβάλει τα αμφισβητούμενα μέτρα σε αυστηρό έλεγχο προκειμένου να εξακριβώσει τον αναλογικό χαρακτήρα τους. Πράγματι, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί, μεταξύ άλλων, αν το νομοθετικό όργανο της ΕΕ στήριξε τις επιλογές του σε αντικειμενικά κριτήρια ( 18 ), λαμβάνοντας υπόψη όλα τα σχετικά πραγματικά στοιχεία και τα τεχνικά και επιστημονικά δεδομένα που ήταν διαθέσιμα κατά τον χρόνο θεσπίσεως του επίμαχου νομοθετικού μέτρου ( 19 ), καθώς και αν αυτά τα στοιχεία και δεδομένα δύνανται να θεμελιώσουν τα συναχθέντα συμπεράσματα ( 20 ). Το Δικαστήριο πρέπει επίσης να διακριβώσει αν το οικείο θεσμικό όργανο της ΕΕ, εκτός του κύριου σκοπού, έλαβε πλήρως υπόψη τα υπάρχοντα συμφέροντα ( 21 ) και ότι —στο πλαίσιο αυτό— δόθηκε η δέουσα προσοχή στα συμφέροντα ατόμων που υφίστανται αρνητικές συνέπειες ( 22 ).
39.
Αντίστροφα, το Δικαστήριο δεν μπορεί, κατά τον έλεγχο της ασκήσεως της νομοθετικής εξουσίας σε περιπτώσεις που προϋποθέτουν επιλογές πολιτικής, να υποκαταστήσει τον νομοθέτη της Ένωσης ως προς την εκτίμησή του ( 23 ). Στον θεσμικό ρόλο των δικαιοδοτικών οργάνων της ΕΕ δεν απόκεινται οι σύνθετες εκτιμήσεις επί ζητημάτων όπου έχουν μείζονα σημασία πολιτικοί, οικονομικοί και κοινωνικοί παράγοντες γενικής φύσεως — δεδομένου ότι οι δικαστικές διαδικασίες δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, οι πλέον ενδεδειγμένες για τέτοιου είδους εκτιμήσεις ( 24 ). Ούτε αποτελεί αποστολή του Δικαστηρίου η εκ των υστέρων εκτίμηση της αποτελεσματικότητας ή της καταλληλότητας μέτρων που θεσπίζουν τα νομοθετικά όργανα της ΕΕ. Συναφώς, το Δικαστήριο, παγίως αποφαίνεται ότι η νομιμότητα πράξεως της Ένωσης δεν εξαρτάται από αναδρομικές εκτιμήσεις αφορώσες τον βαθμό αποτελεσματικότητάς της. Οσάκις ο νομοθέτης της Ένωσης υποχρεούται να εκτιμήσει τα μελλοντικά αποτελέσματα ρυθμίσεως την οποία πρέπει να θεσπίσει, μολονότι τα αποτελέσματα αυτά δεν μπορούν να προβλεφθούν με ακρίβεια, η εκτίμησή του μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω μόνον αν είναι προδήλως εσφαλμένη λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που ο νομοθέτης διέθετε κατά τον χρόνο θεσπίσεως της σχετικής ρυθμίσεως ( 25 ).
40.
Όσον αφορά τη δεύτερη δυνατή επίκριση της κριτικής που εξετέθη στο σημείο 38 παραπέμπω απλώς στις πρόσφατες προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott επί της υποθέσεως Kokopelli, όπου επισήμανε ότι ο όρος «προδήλως ακατάλληλο» δεν σήμαινε σε καμία περίπτωση ότι ο έλεγχος εκ μέρους του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εκτίμηση της καταλληλότητας του μέτρου σε σχέση με τον σκοπό που αυτό επιδιώκει. Συμφωνώ ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου για έλεγχο της νομιμότητας εκτείνεται σε όλα τα στάδια του ελέγχου της αναλογικότητας, έτσι ώστε να εξακριβωθεί ότι το εξεταζόμενο μέτρο είναι και κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, αλλά έχει και stricto sensu αναλογικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι επιτυγχάνει δίκαιη ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων των προσώπων που αφορά ( 26 ).
41.
Στην πραγματικότητα, ακόμη και σε υποθέσεις αφορώσες μέτρα θεσπισθέντα στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε επανειλημμένως τη νομολογία του, κατά την οποία η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει, όταν «υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσότερων του ενός πρόσφορων μέτρων, να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές και τα μειονεκτήματα που προκαλούνται να μην είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς» ( 27 ).
3. Εκτίμηση
42.
Τα επιχειρήματα περί του ότι οι επίμαχες υποχρεώσεις δεν επιβλήθηκαν εγκύρως πρέπει να εξετασθούν με γνώμονα τις αρχές αυτές.
43.
Για την καλύτερη κατανόηση των επιχειρημάτων αυτών, είναι χρήσιμο να κάνω πρώτα σύντομη επισκόπηση των βασικών χαρακτηριστικών του παλαιού συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των ζώων, καθώς και του συστήματος που θεσπίστηκε κατόπιν, με τον κανονισμό 21/2004.
44.
Αρχικά, οι κανόνες περί αναγνωρίσεως και καταγραφής του ζωικού κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων των αιγοπροβάτων, περιέχονταν στην οδηγία 92/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου ( 28 ). Στον πυρήνα του παλαιού συστήματος βρισκόταν η δυνατότητα αναγνώρισης των ζώων ανά εκμετάλλευση («αναγνώριση ανά παρτίδα»). Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας, κάθε κάτοχος αιγοπροβάτων, έπρεπε να τηρεί μητρώο από το οποίο προκύπτει ο συνολικός αριθμός αιγοπροβάτων που υπήρχαν ανά έτος στην εκμετάλλευσή του. Στο μητρώο έπρεπε επίσης να καταγράφονται, μεταξύ άλλων, ορισμένα στοιχεία σχετικά με τις μετακινήσεις των αιγοπροβάτων που εισέρχονταν στην εκμετάλλευση ή εξέρχονταν από αυτήν. Το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας επέβαλλε στους κατόχους αιγοπροβάτων να σημαδεύουν τα ζώα τους, μέσω ενωτίου ή δερματοστιξίας (τατουάζ), που θα καθιστούσε αμέσως προφανές από ποια εκμετάλλευση προέρχονταν.
45.
Αντίθετα, το σύστημα που καθιερώνει ο κανονισμός 21/2004 έχει στον πυρήνα του την ατομική αναγνώριση εκάστου ζώου με τη βοήθεια δύο μέσων αναγνώρισης. Με την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων, τα δύο αυτά μέσα είναι το (παραδοσιακό) ενώτιο και μια ηλεκτρονική συσκευή με τη μορφή ηλεκτρονικού ενωτίου, ο στομαχικός βώλος, ενέσιμος πομποδέκτης ή ηλεκτρονική σφραγίδα στο μεσοκύνιο, η οποία μπορεί να αναγνωστεί με ειδικές ηλεκτρονικές συσκευές ανάγνωσης. Η ταυτότητα εκάστου ζώου πρέπει επίσης να καταχωρείται σε μητρώο της εκμετάλλευσης. Επιπλέον, όταν τα ζώα εγκαταλείπουν την εκμετάλλευση, οι μετακινήσεις τους πρέπει να καταγράφονται σε έγγραφο το οποίο συνοδεύει το κάθε ζώο. Επίσης, κάθε κράτος μέλος υποχρεούται να καταρτίσει κεντρικό μητρώο ή να δημιουργήσει ηλεκτρονική βάση δεδομένων όπου θα καταχωρούνται όλες οι εκμεταλλεύσεις που ευρίσκονται στο έδαφός του και, σε τακτά χρονικά διαστήματα, να προβαίνει σε απογραφή των ζώων που διατηρούνται στις εν λόγω εκμεταλλεύσεις.
46.
Έχοντας εκθέσει τα ανωτέρω, θα καταδείξω στη συνέχεια γιατί τα επιχειρήματα που προβάλλει ο Η. Schaible κατά των υποχρεώσεων αυτών δεν είναι πειστικά.
α) Καταλληλότητα των επίμαχων υποχρεώσεων
47.
Κατά πρώτον, θα εξετάσω αν οι επίμαχες υποχρεώσεις είναι κατάλληλες για την επίτευξη των επιδιωκομένων με τον κανονισμό 21/2004 σκοπών.
48.
Σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 21/2004, ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε με σκοπό την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα της εμπορίας ορισμένων ζώντων ζώων και ζωικών προϊόντων. Η ανάγκη για ένα συντονισμένο και αποτελεσματικό σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής των ζώων ανέκυψε όταν ο νομοθέτης της ΕΕ αποφάσισε, με την οδηγία 90/425/ΕΟΚ, να καταργήσει τους ζωοτεχνικούς και κτηνιατρικούς ελέγχους στα εθνικά σύνορα, προκειμένου να εξασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των ζώων εντός της τότε Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ( 29 ). Στο πνεύμα αυτό, το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 90/425 όριζε ότι η διάθεση ζώντων ζώων στο εμπόριο επιτρεπόταν μόνον εφόσον, παραδείγματος χάριν, αυτά αναγνωρίζονταν και καταγράφονταν κατά τρόπο που καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό των εκμεταλλεύσεων καταγωγής ή διέλευσής τους.
49.
Επομένως, η ύπαρξη συστήματος κανόνων σχετικών με την αναγνώριση και την καταγραφή των ζώων αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα της ενιαίας αγοράς ζώων και ζωικών προϊόντων. Ένα τέτοιο σύστημα έχει ιδιαίτερη σημασία για τον έλεγχο της διάδοσης λοιμωδών νόσων μεταξύ ζώων που αποτελούν το αντικείμενο διασυνοριακών εμπορικών συναλλαγών. Πράγματι, ο κανονισμός 21/2004 εκδόθηκε στον απόηχο της κρίσεως του αφθώδους πυρετού του 2001, όπως αναφέρεται ρητά στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού.
50.
Ο Η. Schaible δεν αρνείται ότι ο στόχος που επιδιώκεται με τον κανονισμό 21/2004 —ήτοι να καταπολεμηθεί η διάδοση επιζωοτιών— είναι θεμιτός. Ούτε αμφισβητεί το γεγονός ότι υπό τις συνθήκες αυτές είναι αναγκαίο ένα αποτελεσματικό σύστημα εντοπισμού των ζώων. Ισχυρίζεται, ωστόσο, ότι οι επίμαχες υποχρεώσεις είναι ακατάλληλες για την επίτευξη του σκοπού του ελέγχου των επιζωοτιών. Διατείνεται, ιδίως, ότι το σύστημα είναι αναποτελεσματικό, λαμβανομένου υπόψη ότι το ποσοστό των πομποδεκτών που χάνονται μακροπροθέσμως ή που καθίστανται ελαττωματικοί δεν είναι αμελητέο. Συναφώς, ο Η. Schaible επικαλείται μελέτη που εκπόνησε στη Γερμανία το Bayerische Landesanstalt für Landwirtschaft (Κέντρο γεωργικών ερευνών του ομόσπονδου κράτους της Βαυαρίας), η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι 5 % περίπου των πομποδεκτών χάθηκαν ή δεν λειτουργούσαν σωστά μετά την παρέλευση μικρού μόνον χρονικού διαστήματος από την τοποθέτησή τους στα ζώα.
51.
Δεν συμφωνώ με το επιχείρημα αυτό.
52.
Πρώτον και κυρίως, οι επίμαχες υποχρεώσεις είναι, κατά τη γνώμη μου, κατάλληλες ειδικά για την καταπολέμηση της διάδοσης επιζωοτιών και, ως εκ τούτου, συμβάλλουν ουσιωδώς στην ολοκλήρωση της υλοποίησης της εσωτερικής αγοράς στον συγκεκριμένο τομέα της οικονομίας.
53.
Η υποχρέωση ατομικής αναγνώρισης όλων των αιγοπροβάτων επελέγη ως αξιόπιστη μέθοδος, τόσο για τους κατόχους των ζώων όσο και για τις κτηνιατρικές και διοικητικές αρχές, η οποία καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό της καταγωγής και του τόπου της φυσικής παρουσίας κάθε ζώου. Είναι σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, να μπορούν να εντοπισθούν συστηματικά όλα τα μέρη απ’ όπου διήλθε ένα ζώο και όπου ενδεχομένως ήλθε σε επαφή με άλλα ζώα. Είμαι βέβαιος ότι τέτοιου είδους στοιχεία καθιστούν δυνατή στις αρμόδιες αρχές τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την πρόληψη ή τον περιορισμό της διάδοσης μεταδοτικών ασθενειών.
54.
Επίσης, φρονώ ότι ευλόγως απαιτείται η ύπαρξη ηλεκτρονικού μέσου αναγνώρισης, αφού έτσι διασφαλίζεται κατά τεκμήριο μεγαλύτερη αξιοπιστία και ταχύτητα στη συλλογή και τη γνωστοποίηση στοιχείων, γεγονός που καθιστά αποτελεσματικότερη την καταπολέμηση μεταδοτικών ασθενειών. Τούτο ισχύει ιδίως στην περίπτωση των αιγοπροβάτων, τα οποία συνήθως αποτελούν αντικείμενο πολλαπλών συναλλαγών στη διάρκεια της ζωής τους και μεταφέρονται συχνά σε πολυάριθμες ομάδες, άλλοτε σε αγορές εμπορίας ζωικού κεφαλαίου και άλλοτε σε κέντρα συγκέντρωσης ζώων όπου η σύνθεση των ομάδων μπορεί εύκολα να μεταβάλλεται ( 30 ). Υπό τις συνθήκες αυτές, θα ήταν πολύ δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς τις μετακινήσεις εκάστου ζώου χωρίς οποιοδήποτε μέσο ατομικής αναγνώρισης και καταγραφής.
55.
Τέλος, όσον αφορά την υποχρέωση τηρήσεως μητρώου για κάθε εκμετάλλευση, συμφωνώ με τη Γαλλική Κυβέρνηση ότι το σύστημα ατομικής ηλεκτρονικής αναγνώρισης των ζώων αυτομάτως δημιουργεί την ανάγκη τηρήσεως των εν λόγω μητρώων. Είναι σαφές ότι τα στοιχεία που καταγράφονται από τις ηλεκτρονικές συσκευές αναγνώρισης πρέπει να καταχωρούνται σε αρχείο το οποίο να μπορεί να ενημερώνεται γρήγορα και να είναι εύκολα προσβάσιμο για τις αρμόδιες αρχές, εφόσον ζητήσουν να το συμβουλευθούν. Συνεπώς, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι θα μπορούν να ληφθούν χωρίς περιττή καθυστέρηση τα αναγκαία μέτρα, είναι ιδιαιτέρως σημαντικό ορισμένα στοιχεία (όπως η ράτσα, οι ημερομηνίες γεννήσεως και θανάτου και οι μετακινήσεις) σχετικά με τα ζώα που διατηρεί κάθε κάτοχος να παρέχονται στις αρμόδιες αρχές έγκαιρα και σε σύμφωνη με ορισμένο πρότυπο μορφή ( 31 ). Για παράδειγμα, οι αρχές μπορούν να πληροφορηθούν αν ‑και αν ναι, πότε και πού ακριβώς‑ συγκεκριμένα ζώα ήλθαν σε επαφή μεταξύ τους μόνο συνδυάζοντας τις πληροφορίες που προέρχονται από δύο ή περισσότερες εκμεταλλεύσεις.
56.
Στο σημείο αυτό θα εξετάσω τα επιχειρήματα του Η. Schaible σχετικά με τις τεχνικές αδυναμίες του συστήματος αναγνώρισης. Είναι μάλλον αναμενόμενο μια ριζική αλλαγή συστήματος, όπως αυτή που εισήγαγε ο κανονισμός 21/2004, να συνοδεύεται από προβλήματα στις αρχικές φάσεις της. Ορισμένο ποσοστό σφαλμάτων και πλημμελειών είναι, κατά τη γνώμη μου, αναπόφευκτο όταν πρωτοεισάγεται νέο σύστημα αυτού του είδους, ιδίως όταν στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό στη χρησιμοποίηση νέων τεχνολογιών. Ωστόσο, οι δυσλειτουργίες αυτού του είδους δεν συνιστούν αφεαυτών ένδειξη περί του ότι ένα σύστημα είναι εντελώς ακατάλληλο, εκτός εάν υπονομεύουν σαφώς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
57.
Αυτό δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
58.
Πράγματι, η Επιτροπή έχει παραγγείλει πλείονες μελέτες σχετικά με τη σκοπιμότητα και την αξιοπιστία συστημάτων που στηρίζονται στην ηλεκτρονική αναγνώριση ζώων. Μια πρώτη μελέτη (η μελέτη ΕΓΤΠΕ), την οποία εκπόνησαν μεταξύ του 1993 και του 1994 τρεις ομάδες σε διαφορετικά κράτη μέλη και η οποία μελέτησε, μεταξύ άλλων, συνολικά 5000 πρόβατα και 2000 αίγες, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το σύστημα είχε αναπτυχθεί αρκετά για να μπορεί να εξεταστεί περαιτέρω σε ευρεία κλίμακα και υπό συνθήκες πεδίου ( 32 ). Μια δεύτερη μελέτη (η μελέτη AIR 2304) —που διεξήχθη μεταξύ 1995 και 1998— κινητοποίησε 10 ερευνητικές ομάδες σε έξι διαφορετικά κράτη μέλη. Ο σκοπός ήταν να εξεταστεί αν το ποσοστό των συνολικών απωλειών ηλεκτρονικών συσκευών αναγνώρισης αυξανόταν όταν τα στοιχεία κάλυπταν μεγαλύτερη χρονική περίοδο (4 έτη). Τα τελικά συμπεράσματα της μελέτης αυτής έδειξαν ότι τα χρησιμοποιούμενα συστήματα ηλεκτρονικής αναγνώρισης (ηλεκτρονικά ενώτια, ενέσιμοι πομποδέκτες, στομαχικοί βώλοι) διατηρήθηκαν για περισσότερο χρόνο σε αναγνώσιμη κατάσταση απ’ ό,τι άλλα συμβατικά μέσα αναγνώρισης ζωικού κεφαλαίου (όπως ενώτια, δερματοστιξία κ.λπ.) ( 33 ).
59.
Μια μεταγενέστερη μελέτη, η μελέτη IDEA («Identification électronique des animaux [Ηλεκτρονική αναγνώριση των ζώων]») αφορούσε την πλήρη εφαρμογή του συστήματος, συμπεριλαμβανομένης της χρήσεως ηλεκτρονικών συσκευών αναγνώρισης υπό ευρύ φάσμα συνθηκών (ήτοι διάφορα είδη ζώων, διάφορες μεθόδους εκτροφής, διάφορες μεθόδους μεταφοράς και σφαγής, καθώς και ποικίλες περιβαλλοντικές συνθήκες). Συνολικά, έγιναν δοκιμές και παρατηρήσεις σε περισσότερα από 500000 πρόβατα και περίπου 30000 αιγοειδή μεταξύ Μαρτίου 1998 και Δεκεμβρίου 2001 ( 34 ). Σκοπός της μελέτης αυτής ήταν να αξιολογηθεί με ιδιαίτερα σχολαστικό τρόπο η επίδοση (αναγνωσιμότητα, ορθή λειτουργία, ποσοστό απωλειών, ποσοστό ανακτήσεως, κ.λπ.) των ηλεκτρονικών συσκευών αναγνώρισης σε σχέση με μια σειρά παραγόντων (τύπος συσκευής, κατηγορία ζώου, ηλικία ζώου, κ.λπ.). Από τα συμπεράσματα που παρουσιάστηκαν στην τελική έκθεση της 30ής Απριλίου 2002, αξίζει να σημειωθούν τα ακόλουθα: η μελέτη «διαπίστωσε πολύ θετικά αποτελέσματα όσον αφορά τη σκοπιμότητα της χρήσεως ηλεκτρονικής αναγνώρισης», «η αναγνώριση μέσω της χρήσεως τεχνολογίας πομποδεκτών [ήταν] αρκετά αναπτυγμένη, διαθέσιμη στο εμπόριο και εφαρμοζόταν συστηματικά σε πολλές βιομηχανικές περιοχές» και «η βιομηχανία [ήταν] […] σε θέση να παράγει σε σύντομο χρόνο μεγάλους αριθμούς ηλεκτρονικών συσκευών αναγνώρισης και αντιστοίχων συσκευών ανάγνωσης για την αναγνώριση ζωικού κεφαλαίου» ( 35 ) .
60.
Τέλος, ενώ έθετε σταδιακά σε εφαρμογή τον κανονισμό 21/2004, η Επιτροπή προέβη, το 2007, σε αξιολόγηση των πληροφοριών που της είχαν παράσχει τα κράτη μέλη τα οποία είχαν εφαρμόσει την ηλεκτρονική αναγνώριση σε προαιρετική βάση ή στο πλαίσιο πιλοτικών προγραμμάτων πριν το σύστημα καταστεί υποχρεωτικό για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά την Επιτροπή, τα στοιχεία που προέκυψαν από την αξιολόγηση αυτή επιβεβαίωσαν ότι η «ηλεκτρονική αναγνώριση αιγοπροβάτων λειτουργεί υπό ευρύ φάσμα συνθηκών παραγωγής» ( 36 ).
61.
Με βάση τα ανωτέρω, είμαι πεπεισμένος ότι, όταν αποφάσισε την έκδοση του κανονισμού 21/2004, ο νομοθέτης της ΕΕ ήταν σε θέση να στηρίξει την απόφασή του σε πλούσια σε αριθμό και λεπτομέρειες τεχνικά και επιστημονικά δεδομένα που στήριζαν την άποψη ότι ένα σύστημα βασιζόμενο στην ατομική και ηλεκτρονική αναγνώριση των ζώων ήταν τόσο εφικτό όσο και πρόσφορο για την επίτευξη του σκοπού της καταπολέμησης των επιζωοτιών. Επιπλέον, και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την παρούσα διαδικασία, οι πληροφορίες αυτές καταδείκνυαν ότι, παρά κάποιες πρακτικές δυσκολίες, το σύστημα αυτό θα αποδεικνυόταν περισσότερο αξιόπιστο και αποτελεσματικό από το τότε ισχύον σύστημα της οδηγίας 92/102. Εν πάση περιπτώσει, τα παραδοσιακά ενώτια εξακολουθούν να απαιτούνται και, επομένως, σε περίπτωση ελαττωματικών πομποδεκτών, η αναγνώριση των ζώων μπορεί να γίνεται μέσω οπτικών ελέγχων, όπως γινόταν και υπό το προηγούμενο καθεστώς.
62.
Τα έγγραφα τα οποία επικαλείται ο Η. Schaible, συμπεριλαμβανομένης της μελέτης που εκπονήθηκε από το Bayerische Landesanstalt für Landwirtschaft, δεν περιέχουν κανένα στοιχείο δυνάμενο να διαψεύσει τα συμπεράσματα αυτά.
63.
Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θεωρώ ότι οι επίμαχες υποχρεώσεις είναι όντως πρόσφορες για την επίτευξη των στόχων που επιδιώκει ο κανονισμός 21/2004. Περαιτέρω δε, φαίνεται ότι είναι ιδιαιτέρως ενδεδειγμένες για την καταπολέμηση μεταδοτικών ασθενειών που προσβάλλουν αιγοπρόβατα.
β) Ο αναγκαίος χαρακτήρας των επίμαχων υποχρεώσεων
64.
Δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί αν οι επίμαχες υποχρεώσεις υπερβαίνουν το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των επιδιωκομένων στόχων.
65.
Μία από τις κύριες αιτιάσεις του Η. Schaible σχετικά με τις επίμαχες υποχρεώσεις αφορά τον ίδιο τον λόγο υπάρξεως του κανονισμού 21/2004: κατά τον Η. Schaible, το προϊσχύσαν σύστημα αναγνώρισης των αιγοπροβάτων είχε αποδειχθεί επαρκές για τον έλεγχο της μετάδοσης μεταδοτικών ασθενειών. Η κρίση του αφθώδους πυρετού το 2001, η οποία προκάλεσε την έκδοση του κανονισμού 21/2004, εκδηλώθηκε —κατά την άποψη του Η. Schaible— απλώς και μόνον επειδή τότε οι ισχύοντες κανόνες δεν είχαν εφαρμοστεί προσηκόντως, και όχι συνεπεία πλημμελειών του συστήματος αυτού καθαυτόν. Συνεπώς, δεν ήταν αναγκαίο να προβεί ο νομοθέτης της Ένωσης σε πλήρη αναθεώρηση του συστήματος, δεδομένου ότι η ορθή ενσωμάτωση και εφαρμογή των λιγότερο αυστηρών κανόνων της οδηγίας 92/102 θα αρκούσαν για να εξασφαλίσουν την επίτευξη των εξαγγελθέντων σκοπών.
66.
Δεν θεωρώ ότι τα επιχειρήματα του Η. Schaible σχετικά με την επάρκεια του παλαιού συστήματος είναι πειστικά.
67.
Όπως ανέφερα στο σημείο 49 ανωτέρω, το νέο σύστημα καθιερώθηκε επειδή η πείρα —και ιδίως η κρίση του αφθώδους πυρετού του 2001— είχε καταδείξει ότι οι κανόνες για την αναγνώριση και την καταγραφή των αιγοπροβάτων που περιέχονταν στην οδηγία 92/102 δεν εφαρμόζονταν ικανοποιητικά και έχρηζαν βελτιώσεως. Έτσι, ενώ αναγνώρισε ότι οι προηγούμενοι κανόνες δεν είχαν εφαρμοστεί όπως έπρεπε, ο νομοθέτης της ΕΕ έκρινε επίσης ότι οι κανόνες αυτοί ήταν ανάγκη να αναθεωρηθούν.
68.
Ο αφθώδης πυρετός είναι μια σοβαρή και εξαιρετικά μεταδοτική ιώδης ασθένεια η οποία, μολονότι δεν μεταδίδεται εύκολα στους ανθρώπους, μπορεί να προσβάλει πολλά είδη ζώων, περιλαμβανομένων των αιγοπροβάτων ( 37 ). Οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της επιζωοτίας του 2001 στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχουν ανάγκη υπενθύμισης. Αρκεί να αναφερθεί συναφώς ότι, στο εν λόγω κράτος μέλος, επλήγησαν από την ασθένεια περισσότερες από 2000 αγροτικές εκμεταλλεύσεις, που υπέστησαν ζημίες εκτιμώμενες σε πολλά δισεκατομμύρια ευρώ ( 38 ). Χρειάστηκε να ληφθεί σειρά μέτρων έκτακτης ανάγκης, τόσο στο εθνικό όσο και στο ευρωπαϊκό επίπεδο, που οδήγησαν, ιδίως, στη μαζική θανάτωση μολυσμένων κοπαδιών (ακόμη δε και ζώων για τα οποία υπήρχε απλώς υποψία ότι ήταν μολυσμένα) ( 39 ), καθώς και σε ποικίλους περιορισμούς των εξαγωγών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και σε παγκόσμια απαγόρευση όλων των εξαγωγών ζωικού κεφαλαίου, κρέατος και ζωικών προϊόντων από το Ηνωμένο Βασίλειο ( 40 ). Παρά τα μέτρα αυτά, ο ιός διαδόθηκε σε άλλα κράτη μέλη (Γαλλία, Ιρλανδία και Κάτω Χώρες), καίτοι στα κράτη αυτά αναφέρθηκαν μόνο λίγες περιπτώσεις.
69.
Υπό τις συνθήκες αυτές, σε αντίθεση με τον Η. Schaible, θεωρώ ότι εύλογα ο νομοθέτης της ΕΕ αποφάσισε τότε να επανεξετάσει το σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής των ζώων στο σύνολό του, αντί να προσπαθήσει απλώς να τροποποιήσει το νομοθετικό πλαίσιο τα όρια του οποίου είχαν καταστεί προφανή. Κατά τη γνώμη μου, δεν ήταν απλώς θεμιτό αλλά μάλλον συνετό, μετά από μια καταστροφή αυτού του μεγέθους, να αναλάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση ένα τόσο σημαντικό σε έκταση και περιεχόμενο μεταρρυθμιστικό έργο.
70.
Σημειώνω, παρεμπιπτόντως, ότι το 2001 βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη ευρείας κλίμακας ερευνητικό πρόγραμμα με αντικείμενο την αναγνώριση και την καταγραφή των ζώων (το προμνημονευθέν πρόγραμμα IDEA), το οποίο συντόνιζε το Κοινό Κέντρο Ερευνών (JRC) της ΕΕ ( 41 ). Έτσι, όταν ολοκληρώθηκε η τελική έκθεση επί της εν λόγω έρευνας στις 30 Απριλίου 2002, η στοιχειώδης σύνεση επέβαλε στον νομοθέτη της ΕΕ να εξετάσει με μεγάλη προσοχή τα αποτελέσματα της μελέτης και τις υποβληθείσες προτάσεις.
71.
Ένα από τα ευρήματα που καταγράφηκαν στην τελική έκθεση της έρευνας IDEA ήταν ότι οι διάφορες εκδηλώσεις ασθενειών ζωικού κεφαλαίου εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχαν αποκαλύψει ότι τα μέχρι τότε εφαρμοζόμενα συστήματα αναγνώρισης ζωικού κεφαλαίου «δεν ήταν αρκετά αποτελεσματικά και αξιόπιστα ώστε να παρέχουν ορθή ιχνηλασιμότητα και κτηνιατρικό έλεγχο των διαφόρων ειδών ζωικού κεφαλαίου.» Πράγματι, η αναγνώριση των ζώων διεξαγόταν χειρωνακτικά και με οπτική παρατήρηση του υφισταμένου ενωτίου, μέθοδος που θεωρήθηκε ότι «ενείχε τον κίνδυνο σφαλμάτων και απάτης». Επομένως, σχολαστικότερος έλεγχος των κατ’ ιδίαν ζώων και των μετακινήσεών τους θεωρήθηκε ότι αποτελούσε «κρίσιμο παράγοντα για […] την άσκηση υγειονομικού ελέγχου και την παρακολούθηση των ασθενειών». Υπό τις συνθήκες αυτές, κρίθηκε απολύτως αναγκαίο, για την «αποτελεσματική και αξιόπιστη διαχείριση του ζωικού κεφαλαίου της ΕΕ» να είναι δυνατός ο εντοπισμός κάθε συγκεκριμένου ζώου σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Κατά συνέπεια, προκειμένου να καταστεί αποτελεσματικότερη η παρακολούθηση των ζώων ατομικά, η τελική έκθεση IDEA πρότεινε τη λύση της «μοναδικής αναγνώρισης εκάστου ζώου στη διάρκεια ολόκληρης της ζωής του, με την τοποθέτηση ηλεκτρονικής συσκευής αναγνώρισης» ( 42 ).
72.
Στον απόηχο της κρίσης του 2001, η τελική έκθεση IDEA δεν ήταν σε καμία περίπτωση η μόνη έκθεση εμπειρογνωμόνων που εισηγείτο ριζικότερη αναθεώρηση του κανονιστικού πλαισίου για την αναγνώριση των ζώων. Για παράδειγμα, η τελική έκθεση της Διεθνούς Διάσκεψης για την πρόληψη και την καταπολέμηση του αφθώδους πυρετού, που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες στις 12 και 13 Δεκεμβρίου 2001, συνέστησε «να καταγράφονται και να μπορούν να εντοπιστούν όλες οι μετακινήσεις [ζώων]», προκειμένου να προλαμβάνεται η διάδοση του ιού του αφθώδους πυρετού μεταξύ εκμεταλλεύσεων ( 43 ). Στο ίδιο πνεύμα, η έκθεση Anderson, που πραγματοποιήθηκε με εντολή της Βουλής των Κοινοτήτων του Ηνωμένου Βασιλείου μετά την κρίση του 2001, συνέστησε τη δημιουργία «ενός γενικευμένου συστήματος εντοπισμού του ζωικού κεφαλαίου με τη χρησιμοποίηση ηλεκτρονικών ταυτοτήτων το οποίο θα καλύπτει τα βοοειδή, τα πρόβατα και τους χοίρους» ( 44 ).
73.
Θεσπίζοντας τον κανονισμό 21/2004, ο νομοθέτης της ΕΕ ανταποκρίθηκε επίσης σε αιτήματα προερχόμενα από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Παραδείγματος χάριν, σε ειδική έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ενώ σημειωνόταν ότι το παλαιό σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής των ζώων δεν είχε τεθεί επαρκώς σε εφαρμογή, επισημαινόταν επίσης οι εγγενείς αδυναμίες του συστήματος αυτού. Η έκθεση αναφέρει, μεταξύ άλλων: «[τ]ο γεγονός ότι οι κοινοτικές ρυθμίσεις δεν επέβαλλαν την ατομική αναγνώριση των προβάτων και ότι υπήρχαν επίσης προβλήματα στο σύστημα των ομαδικών αναγνωρίσεων εμπόδισε τον εντοπισμό ζώων τα οποία υπήρχε υποψία ότι είχαν μολυνθεί και έτσι καθυστέρησε τη θανάτωσή τους. […]» ( 45 ).
74.
Επομένως, υπάρχουν διάφορες ενδείξεις που ενισχύουν την υπόθεση ότι το πρόβλημα του παλαιού συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των ζώων αφορούσε το σύστημα αυτό καθαυτό και όχι τον τρόπο εφαρμογής του.
75.
Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες εμπορίας των αιγοπροβάτων ( 46 ) και τον τρόπο με τον οποίο διαδίδονται οι επιζωοτίες ( 47 ), κατανοώ το ότι ο νομοθέτης της ΕΕ αποφάσισε στη συνέχεια ότι τα ζώα θα έπρεπε να μπορούν να εντοπίζονται ατομικά. Είναι περαιτέρω εύλογο ότι οι αρμόδιες αρχές χρειάζονται να είναι σε θέση να έχουν γρήγορη πρόσβαση στα δεδομένα τα οποία, χάρη στις ηλεκτρονικές συσκευές αναγνώρισης και στην τήρηση μητρώων, είναι διαθέσιμα και χρήσιμα για τη λήψη μέτρων που είναι αναγκαία για την πρόληψη ή τον περιορισμό της εξάπλωσης μεταδοτικών ασθενειών.
76.
Τα εναλλακτικά μέτρα αναγνώρισης και καταγραφής στα οποία αναφέρεται ο Η. Schaible —κατ’ ουσίαν αυτά που προβλέπονται στην οδηγία 92/102— είναι πιθανώς λιγότερο παρεμβατικά, όσον αφορά την ελευθερία των κατόχων να ασκούν την επιχείρησή τους, απ’ ό,τι οι επίμαχες υποχρεώσεις. Ωστόσο, όπως δείχνουν αναμφισβήτητα οι προαναφερθείσες μελέτες, τα μέτρα αυτά έχουν μικρότερη εμβέλεια και, κατά συνέπεια, είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματικά.
77.
Με βάση τα προεκτεθέντα, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι επίμαχες υποχρεώσεις δεν υπερβαίνουν το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με τον κανονισμό 21/2004.
γ) Αναλογικότητα εν στενή εννοία
78.
Τέλος, πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα της εν στενή εννοία αναλογικότητας των επίμαχων υποχρεώσεων. Για τον σκοπό αυτό, θα εξετάσω αν η νομοθετική αρχή έσφαλε κατά τη στάθμιση των διαφόρων συμφερόντων που μπορούν να επηρεαστούν από τις υποχρεώσεις αυτές.
79.
Όσον αφορά το ζήτημα αυτό, η αιτίαση του Η. Schaible έχει δύο σκέλη. Αφενός, υποστηρίζει ότι οι επίμαχες υποχρεώσεις δεν συμβιβάζονται με τις κατευθυντήριες αρχές της προστασίας της ποιότητας ζωής των ζώων, καθόσον η τοποθέτηση πομποδεκτών προκαλεί πολλούς τραυματισμούς. Αφετέρου, διατείνεται ότι οι υποχρεώσεις αυτές είναι υπερβολικά επαχθείς και δαπανηρές για τους κατόχους ζώων, όχι μόνο λόγω του πρόσθετου υλικού που υποχρεούνται να αγοράσουν (πομποδέκτες, συσκευές ανάγνωσης κ.λπ.) αλλά και λόγω των σημαντικών εισροών σε εργασία που απαιτεί η χρήση του υλικού αυτού (τοποθέτηση του πομποδέκτη, αντιγραφή των κωδικών στο μητρώο της εκμετάλλευσης, συντήρηση των συσκευών ανάγνωσης, συχνότερη ανάγκη χρήσεως των υπηρεσιών ειδικευμένου προσωπικού όπως τεχνικών ηλεκτρονικής τεχνολογίας και κτηνιάτρων, κ.λπ.).
80.
Κατά τη γνώμη μου, οι ισχυρισμοί αυτοί είναι επίσης αβάσιμοι.
81.
Σε αντίθεση με τα υποστηριζόμενα από τον Η. Schaible, οι επιπτώσεις της ηλεκτρονικής αναγνώρισης για την ποιότητα ζωής των αιγοπροβάτων ελήφθησαν δεόντως υπόψη στη διάρκεια των μελετών που πραγματοποιήθηκαν πριν τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός 21/2004. Η μελέτη IDEA, παραδείγματος χάριν, εξέτασε τις κύριες αιτίες «τραυματισμών και θανάτων μετά την τοποθέτηση ηλεκτρονικής συσκευής αναγνώρισης» και παρέσχε στη νομοθετική αρχή χρήσιμες πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο οι διάφοροι τύποι συσκευών μπορούν να επηρεάσουν την υγεία των ζώων ( 48 ). Επιπλέον, τα ζητήματα που ανάγονται στην προστασία της ποιότητας ζωής των ζώων λήφθηκαν υπόψη και στη φάση της θέσεως σε εφαρμογή ( 49 ).
82.
Μολονότι, βεβαίως, τα ηλεκτρονικά ενώτια ενδέχεται μερικές φορές να προκαλούν τραυματισμούς στα αυτιά των ζώων, το ίδιο ισχύει και για τα παραδοσιακά ενώτια, όπως αυτά που προέβλεπε η οδηγία 92/102. Ναι μεν από τα διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τα ηλεκτρονικά ενώτια συνάγεται κατά τα φαινόμενα ότι το πρόβλημα αυτό ανακύπτει κάπως συχνότερα στην περίπτωση των εν λόγω ενωτίων επειδή είναι βαρύτερα, αλλά η διαφορά μεταξύ των δύο τύπων ενωτίων την οποία επικαλείται ο Η. Schaible δεν φαίνεται να είναι τόσο σημαντική ώστε να θέτει σε αμφιβολία τη συνολική αξιολόγηση του συστήματος από την άποψη της προστασίας της ποιότητας ζωής των ζώων ( 50 ). Σε τελική ανάλυση, τα οφέλη του συστήματος από απόψεως αυξημένης ασφαλείας για το σύνολο της κοινωνίας είναι σημαντικά. Επιπλέον, αναμένεται ότι, με τη μείωση του μεγέθους και του βάρους των πομποδεκτών χάρη στην εξέλιξη της τεχνολογίας στο μέλλον, καθώς και με την αύξηση της εμπειρίας των εργαζομένων στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις όσον αφορά την τοποθέτηση και τη χρήση των συσκευών αυτών, η κατάσταση οπωσδήποτε θα βελτιωθεί.
83.
Τέλος, το νέο σύστημα —επιτρέποντας την ακριβέστερη αναγνώριση των ζώων εκείνων που έχουν έλθει σε επαφή μεταξύ τους κατά τη διάρκεια επιζωοτιών— θα περιορίσει σαφώς την εξάπλωση ασθενειών και θα επιτρέψει την αποφυγή των οδυνηρών συνεπειών που έχουν αυτές για τα νοσούντα ζώα. Εξεταζόμενες υπό το πρίσμα αυτό, οι επίμαχες υποχρεώσεις φαίνεται ότι συμβάλλουν θετικά στην προστασία της ποιότητας ζωής των ζώων.
84.
Εξάλλου, τα επιχειρήματα του Η. Schaible σχετικά με το υπερβολικά υψηλό κόστος σε χρήμα και εργασία που υποτίθεται ότι συνεπάγονται για τους κατόχους ζώων οι επίμαχες υποχρεώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα πειστικά.
85.
Όπως τόνισαν στις παρατηρήσεις τους τόσο το Συμβούλιο όσο και η Επιτροπή, οι πτυχές αυτές των μέτρων αποτέλεσαν αντικείμενο διεξοδικών μελετών και συζητήθηκαν επί μακρόν με τα κράτη μέλη και άλλους εμπλεκόμενους παράγοντες. Για παράδειγμα, το JRC δημοσίευσε έκθεση το 2009 με τον τίτλο «Economic Analysis of Electronic Identification of Small Ruminants in Member States» [«Οικονομική ανάλυση της ηλεκτρονικής αναγνώρισης των μηρυκαστικών στα κράτη μέλη]. Η εν λόγω μελέτη ανέλυσε όλες τις κατηγορίες κόστους που αφορούν τις διάφορες ηλεκτρονικές συσκευές που είναι διαθέσιμες στην αγορά, τόσο για την αγορά του εξοπλισμού όσο και για την καθημερινή χρήση του (όπως εργασίες σήμανσης και ανάγνωσης ή εκπαίδευση προσωπικού). Εξετάστηκαν διάφοροι δυνατοί τρόποι για την εφαρμογή της υποχρεώσεως ηλεκτρονικής αναγνωρίσεως εκάστου ζώου. Για κάθε δυνατή επιλογή, συγκρίθηκαν οι προβλεπόμενες οικονομίες και τα πλεονεκτήματα, προκειμένου να εξευρεθούν εύλογες συμβιβαστικές λύσεις ( 51 ).
86.
Τα ίδια ζητήματα αποτέλεσαν επίσης το αντικείμενο μιας άλλης έρευνας την οποία διενήργησε το 2010 η Standing Committee for the Food Chain and Animal Health ( 52 ) και για την οποία τα κράτη μέλη παρέσχον στοιχεία σχετικά με το κόστος.
87.
Θεωρώ, επομένως, ότι ο νομοθέτης της ΕΕ εξέτασε επίσης διεξοδικά όλες τις σχετικές με τα ζητήματα αυτά πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης των διαφόρων διαθεσίμων επιλογών, και έλαβε την τελική απόφαση με πλήρη επίγνωση των ποικίλων διακυβευομένων συμφερόντων. Κατά τη γνώμη μου, η νομοθετική αρχή της ΕΕ δεν μπορεί να επικριθεί επειδή αποφάσισε ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η προστασία της δημόσιας υγείας έπρεπε να υπερισχύσει των οικονομικών υπολογισμών ( 53 ).
88.
Το συμπέρασμά μου επί του ζητήματος αυτού ενισχύεται περαιτέρω από τρία επιπλέον στοιχεία.
89.
Πρώτον, πέραν της επιδιώξεως του κυρίου σκοπού που ήταν να καταπολεμηθούν οι επιζωοτίες, ο νομοθέτης της ΕΕ έλαβε επίσης υπόψη το γεγονός ότι οι επίμαχες υποχρεώσεις μπορούσαν να συνεπάγονται και διάφορα άλλα οικονομικά και μη οικονομικά οφέλη για την κοινωνία, παραδείγματος χάριν όσον αφορά τη διαχείριση των εκμεταλλεύσεων, την εκτροφή των ζώων, τους επίσημους ελέγχους και την ασφάλεια των τροφίμων ( 54 ). Όπως επισημάνθηκε στην έκθεση του JRC του 2009, το νέο σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής των ζώων «δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως παράγοντας αυξήσεως του κόστους, καθόσον η πολλαπλών σκοπών χρήση του συνεπάγεται και οφέλη, όχι μόνο σε επίπεδο αγροτικών εκμεταλλεύσεων αλλά και σε σχέση με τους επισήμους ελέγχους και με τα περαιτέρω στάδια της αλυσίδας παραγωγής, π.χ. για τις αγορές ζωικού κεφαλαίου, τα σφαγεία και, ίσως, ακόμη και για τους καταναλωτές. […] [Σ]τη φάση της πλήρους εφαρμογής του, θα μπορούσε [επίσης] να μειώσει […] τις δαπάνες για μέτρα αποσκοπούντα στην εξάλειψη ασθενειών» ( 55 ).
90.
Δεύτερον, η νομοθετική αρχή της ΕΕ θέσπισε συγχρόνως σειρά μέτρων με σκοπό να ελαφρύνει το βάρος που επωμίζονται οι κάτοχοι ζώων συνεπεία των επιμάχων υποχρεώσεων.
91.
Κατ’ αρχάς, ο κανονισμός 21/2004 προέβλεψε τη σταδιακή και προοδευτική θέση σε εφαρμογή του νέου συστήματος. Έτσι, για πολλά από τα εισαγόμενα με τον κανονισμό αυτό μέτρα προβλεπόταν μεταβατική περίοδος, ώστε να δοθεί στους κατόχους ζώων (αλλά και στις αρχές των κρατών μελών) αρκετός χρόνος για να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις και να σχεδιάσουν εγκαίρως τις αναγκαίες επενδύσεις. Χαρακτηριστικά, η καταληκτική ημερομηνία για την υποχρεωτική εισαγωγή της γενικής ηλεκτρονικής αναγνώρισης στο επίπεδο της ΕΕ, που είχε αρχικά οριστεί στην 1η Ιανουαρίου 2008, μεταφέρθηκε κατόπιν στην 31η Δεκεμβρίου 2009 ( 56 ). Επίσης, οι υποχρεώσεις τηρήσεως μητρώου εκμετάλλευσης ( 57 ) και κατάρτισης εγγράφων μετακίνησης ( 58 ) από τους κατόχους ζώων δεν κατέστησαν πλήρως εφαρμοστέες παρά μόλις στις 9 Ιουλίου 2005.
92.
Περαιτέρω, οσάκις οι επιπτώσεις των νέων μέτρων φαίνονται δυσανάλογες ή οι πρόσθετοι κίνδυνοι εκτιμάται ότι είναι αμελητέοι, ο κανονισμός 21/2004 επιτρέπει παρεκκλίσεις. Οι παρεκκλίσεις αυτές αφορούν μάλιστα όλες τις επίμαχες υποχρεώσεις: την υποχρέωση ατομικής αναγνώρισης εκάστου ζώου ( 59 ), την υποχρέωση χρησιμοποιήσεως ηλεκτρονικών συσκευών αναγνώρισης ( 60 ) και την υποχρέωση τηρήσεως μητρώου εκμετάλλευσης ( 61 ).
93.
Τρίτον, ο νομοθέτης της ΕΕ μετριάζει τις πρόσθετες δαπάνες που επωμίζονται οι κάτοχοι ζώων επιτρέποντας στα κράτη μέλη και στις περιφέρειες να τους χορηγούν, εφόσον είναι σκόπιμο, οικονομική ενίσχυση με τη χρήση κονδυλίων της ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, ο κανονισμός (ΕΚ) 1257/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών ( 62 ) τροποποιήθηκε λίγο πριν τη θέσπιση των νέων κανόνων για την αναγνώριση των ζώων ( 63 ). Ειδικότερα, το προσφάτως εισαχθέν άρθρο 21β, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι «είναι δυνατόν να παρέχεται έκτακτη ενίσχυση για τη μερική αντιστάθμιση των δαπανών και της απώλειας εισοδήματος στους γεωργούς που είναι υποχρεωμένοι να εφαρμόσουν απαιτητικά πρότυπα που βασίζονται στην κοινοτική νομοθεσία και έχουν εισαχθεί προσφάτως στην εθνική νομοθεσία». Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στις περιπτώσεις κατόχων ζώων που επηρεάζονται από τις επίμαχες υποχρεώσεις. Πρέπει να τονισθεί ότι το άρθρο 31 του κανονισμού (ΕΚ) 1698/2005 του Συμβουλίου, της 20ής Σεπτεμβρίου 2005, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) ( 64 ), o οποίος κατήργησε τον κανονισμό 1257/99 και είναι σήμερα σε ισχύ, διατήρησε τη βασική ιδέα του κανόνα αυτού. Περαιτέρω, το άρθρο 20, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1698/2005 επιτρέπει σειρά μέτρων στήριξης που στοχεύουν να προαγάγουν την ανταγωνιστικότητα του αγροτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που «προάγουν τη γνώση και τη βελτίωση του ανθρώπινου δυναμικού μέσω […] επαγγελματικής κατάρτισης και δράσεων ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένης της διάδοσης επιστημονικών γνώσεων και καινοτόμων πρακτικών».
94.
Με βάση τα προεκτεθέντα, φρονώ ότι ο νομοθέτης της ΕΕ έλαβε δεόντως υπόψη όλα τα συμφέροντα που επηρεάζονται από τις επίμαχες υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των συμφερόντων που ανάγονται στην προστασία της ποιότητας ζωής των ζώων και στα οικονομικά συμφέροντα που έχουν σημασία για ιδιώτες, όπως είναι οι κάτοχοι ζώων που αναγκάζονται να επωμισθούν πρόσθετα έξοδα προκειμένου να συμμορφωθούν με τους νέους κανόνες. Δεν θεωρώ, επομένως, ότι το νομοθετικό όργανο της ΕΕ έσφαλε καθ’ οιονδήποτε τρόπο κατά τη στάθμιση των συμφερόντων αυτών μεταξύ τους και την εξεύρεση μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ αυτών.
4. Συμπέρασμα επί του επιχειρήματος περί παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας
95.
Καταλήγοντας επί του ζητήματος της αναλογικότητας, τάσσομαι υπέρ της απόψεως ότι οι επίμαχες υποχρεώσεις δεν αντίκεινται στην αρχή της αναλογικότητας. Αφενός, είναι πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και, αφετέρου, δεν βαίνουν πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Περαιτέρω, δεν προέκυψε καμία ένδειξη περί του ότι ο νομοθέτης της ΕΕ υπέπεσε σε οποιοδήποτε σφάλμα, πολύ λιγότερο δε σε προφανές σφάλμα, κατά την εκτίμηση των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων των επιμάχων υποχρεώσεων λαμβανομένων υπόψη όλων των εμπλεκομένων συμφερόντων.
96.
Για τους λόγους αυτούς, φρονώ ότι οι επίμαχες υποχρεώσεις είναι δικαιολογημένες και, συνεπώς, ότι δεν στοιχειοθετούν παραβίαση της ελευθερίας των κατόχων ζώων να ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα.
Γ — Παραβίαση της αρχής της ισότητας
97.
Το άλλο κύριο νομικό ζήτημα που τέθηκε κατά την παρούσα διαδικασία είναι αν οι επίμαχες υποχρεώσεις συνάδουν με την αρχή της ισότητας.
98.
Κατ’ αρχάς, είναι χρήσιμο να υπενθυμίσω ότι η αρχή της ισότητας —μια γενική αρχή του δικαίου της ΕΕ η οποία σήμερα κατοχυρώνεται ρητά στο άρθρο 20 του Χάρτη— επιτάσσει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς ( 65 ). Το Δικαστήριο έκρινε συναφώς ότι διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται εφόσον στηρίζεται σε αντικειμενικό και εύλογο κριτήριο ( 66 ).
99.
Καθόσον ο Η. Schaible ζητεί από το Δικαστήριο να ελέγξει την ασκηθείσα από τον νομοθέτη της ΕΕ διακριτική ευχέρεια σε τομέα όπου απαιτούνται επιλογές πολιτικής και οικονομικής φύσης, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου για την άσκηση ελέγχου νομιμότητας είναι κατ’ ανάγκη περιορισμένη, όπως τονίσθηκε νωρίτερα. Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι σε τέτοια περίπτωση δεν εναπόκειται στο ίδιο να υποκαταστήσει τον νομοθέτη της ΕΕ στην εκτίμησή του και, κατά συνέπεια, πρέπει να περιοριστεί στην εξέταση του αν η εκτίμηση στην οποία προέβη ο νομοθέτης της ΕΕ περιέχει προφανές σφάλμα ή αν στοιχειοθετεί κατάχρηση εξουσίας ή ακόμη αν ο νομοθέτης της ΕΕ υπερέβη προδήλως τα όρια της εξουσίας του εκτιμήσεως ( 67 ).
100.
Θα προχωρήσω στην εξέταση των επιχειρημάτων του Η. Schaible που αφορούν την αρχή της ίσης μεταχείρισης με γνώμονα τους κανόνες αυτούς. Στην ουσία, προβάλλονται δύο διαφορετικά επιχειρήματα. Πρώτον, ο Η. Schaible τονίζει ότι η υποχρέωση ηλεκτρονικής αναγνώρισης εκάστου ζώου δεν επιβάλλεται στους κατόχους βοοειδών και χοιροειδών, παρά το γεγονός ότι τα ζώα αυτά είναι επίσης εκτεθειμένα σε μεγάλο αριθμό μεταδοτικών ασθενειών. Δεύτερον, ο Η. Schaible εκφράζει την αντίθεσή του προς την παρέκκλιση που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 21/2004 (στο εξής: επίμαχη παρέκκλιση) η οποία επιτρέπει σε κράτη μέλη με σχετικά μικρό πληθυσμό αιγοπροβάτων να καθιστούν προαιρετική την εφαρμογή του συστήματος ηλεκτρονικής αναγνώρισης. Υποστηρίζει ότι ο κανόνας αυτός παρέχει δυνητικώς στους κατόχους ζώων που βρίσκονται σε 14 κράτη μέλη ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των κατόχων που βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη με μεγαλύτερο πληθυσμό αιγοπροβάτων.
101.
Για διαφορετικούς λόγους, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει επίσης ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 21/2004 είναι άκυρο. Κατά τη Δημοκρατία της Πολωνίας, δεν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί τον περιορισμό της δυνατότητας εφαρμογής της επίμαχης παρέκκλισης μόνο στις περιπτώσεις ζώων «που δεν προορίζονται για το ενδοκοινοτικό εμπόριο».
102.
Δεν συμφωνώ με κανένα από τα επιχειρήματα αυτά.
103.
Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα του Η. Schaible, φρονώ ότι δεν μπορεί να συναχθεί κανένα αξιόπιστο συμπέρασμα από την αντιπαραβολή με τους κανόνες που διέπουν τα βοοειδή και τα χοιροειδή.
104.
Κατά τη γνώμη μου, είναι προφανές ότι η εκτροφή, η μεταφορά και η εμπορία των διαφορετικών αυτών κατηγοριών ζώων πραγματοποιείται υπό συνθήκες που είναι πολύ διαφορετικές από κάθε άποψη: υπάρχουν πολλές ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν καθεμιά από τις κατηγορίες αυτές ( 68 ). Επιπλέον, τα ζώα αυτά είναι συνήθως επιρρεπή σε διαφορετικών ειδών ασθένειες και οι τυπολογίες κινδύνων που έχουν διαμορφωθεί για τις διάφορες κατηγορίες ζώων μπορεί να διαφέρουν ( 69 ).
105.
Οι διαφορές αυτές δικαιολογούν την ύπαρξη διαφορετικού κανονιστικού πλαισίου για κάθε κατηγορία ζώων. ( 70 ) Επομένως, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι ο νομοθέτης της ΕΕ στήριξε την επιλογή του σε αντικειμενικό και εύλογο κριτήριο.
106.
Εν πάση περιπτώσει, όπως ορθώς επισήμανε το Συμβούλιο, το Δικαστήριο δέχεται παγίως ότι, όταν ο νομοθέτης της ΕΕ καλείται να αναδιαρθρώσει ή να δημιουργήσει σύνθετο σύστημα, του επιτρέπεται να καταφεύγει σε σταδιακή προσέγγιση ( 71 ) και να ενεργεί ειδικότερα σε συνάρτηση με την κτηθείσα πείρα ( 72 ) .
107.
Η νομολογία αυτή είναι πολύ σημαντική για την εξεταζόμενη εν προκειμένω υπόθεση. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι δεν απαιτείται κάποιου βαθμού συνέπεια και ομοιομορφία εκ μέρους του νομοθέτη της ΕΕ, όταν, επί αρκετό χρονικό διάστημα, θεσπίζει μέτρα προοριζόμενα να ρυθμίσουν καταστάσεις οι οποίες έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, όπως συμβαίνει με την αναγνώριση διαφόρων ζώων εκτροφής.
108.
Τέλος, δεν είμαι πεπεισμένος ούτε για το ότι οι κάτοχοι ζώων που βρίσκονται σε κράτη μέλη με μεγαλύτερο πληθυσμό αιγοπροβάτων υφίστανται δυσμενείς διακρίσεις. Υπό το φως των ισχυρισμών του Η. Schaible, πρέπει να κριθεί αν η επίμαχη παρέκκλιση περιάγει σε μειονεκτική θέση ορισμένες κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις έναντι άλλων, χωρίς η διαφορετική αυτή αντιμετώπιση να δικαιολογείται από την ύπαρξη ουσιωδών, αντικειμενικών διαφορών ( 73 ).
109.
Είναι σαφές ότι η επίμαχη παρέκκλιση συνεπάγεται διαφορετική νομική μεταχείριση των κατόχων ζώων, ανάλογα με το κράτος μέλος όπου λειτουργεί η επιχείρησή τους. Εντούτοις, δε νομίζω ότι η κατάσταση αυτή στοιχειοθετεί ανεπίτρεπτη διάκριση. Η τοποθέτηση αυτή βασίζεται σε δύο λόγους: αφενός, δεν μπορεί να προσαφθεί στο κριτήριο εφαρμογής της επίμαχης παρέκκλισης ότι δεν είναι αντικειμενικό ή εύλογο και, αφετέρου, η εν λόγω παρέκκλιση δεν δημιουργεί για μερικούς κατόχους ζώων σημαντικό ανταγωνιστικό μειονέκτημα έναντι ορισμένων ανταγωνιστών τους.
110.
Όσον αφορά τον πρώτο λόγο, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι το κριτήριο που επιτρέπει την εφαρμογή της επίμαχης παρέκκλισης ‑ο συνολικός πληθυσμός του συγκεκριμένου είδους σε ορισμένη χώρα— είναι απόλυτα αντικειμενικό. Τα κράτη μέλη μπορεί να πληρούν ή όχι το κριτήριο αυτό, ανεξάρτητα από το απόλυτο μέγεθός τους. Επιπλέον, η κατάσταση σε ορισμένα κράτη μέλη μπορεί κάλλιστα να μεταβληθεί με την πάροδο του χρόνου, αφού ο ζωικός πληθυσμός τους αναγκαστικά αυξομειώνεται. Έτσι, κράτη μέλη τα οποία κατ’ αρχήν καλύπτονται από την επίμαχη παρέκκλιση σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο ενδέχεται να υποχρεωθούν να εισαγάγουν την ηλεκτρονική αναγνώριση στο μέλλον, εφόσον μεταβληθούν οι σχετικές περιστάσεις.
111.
Επίσης το εν λόγω κριτήριο είναι, κατά τα φαινόμενα, εύλογο. Μολονότι είναι επικριτέο ότι ο κανονισμός 21/2004 δεν εξηγεί γιατί ο νομοθέτης της ΕΕ θεώρησε ότι η εισαγωγή συστήματος ηλεκτρονικής αναγνώρισης «ενδέχεται να μην δικαιολογείται» στα κράτη μέλη με σχετικά μικρό πληθυσμό αιγοπροβάτων ( 74 ), οι διευκρινίσεις που παρασχέθηκαν κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας από τη Γαλλική και την Πολωνική Κυβέρνηση και το Συμβούλιο είναι, κατά τη γνώμη μου, πειστικές.
112.
Όπως παρατήρησε ο Η. Schaible, η δημιουργία πλήρως λειτουργικού συστήματος ηλεκτρονικής αναγνώρισης απαιτεί σημαντική επένδυση εκ μέρους τόσο των κατόχων ζώων όσο και των εθνικών διοικητικών αρχών. Στα κράτη μέλη όπου ο ζωικός πληθυσμός είναι μικρός και οι ιδιώτες κάτοχοι ζώων διατηρούν ως επί το πλείστον μικρό αριθμό ζώων, μια τέτοια επένδυση μπορεί να είναι υπερβολικά μεγάλη. Αυτό ισχύει ιδίως αν οι περιπτώσεις αυτές εξετασθούν υπό το πρίσμα ανάλυσης της σχέσεως κόστους-οφέλους. Σε περίπτωση εκδήλωσης επιζωοτίας σε ένα από αυτά τα κράτη μέλη, το κόστος εξάλειψης της ασθένειας (μέσω, παραδείγματος χάριν, μαζικών θανατώσεων ή εμβολιασμών) και, ενδεχομένως, το κόστος των αποζημιώσεων που πρέπει να καταβληθούν στους επιχειρηματίες οι οποίοι υπέστησαν δυσμενείς συνέπειες θα ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, μικρότερο από το κόστος της επένδυσης που απαιτείται για την εισαγωγή του συστήματος. Σε τέτοια περίπτωση, είναι ίσως λογικότερο να διατηρηθεί η κατάσταση ως έχει ή, τουλάχιστον, να υιοθετηθεί μια περισσότερο ισορροπημένη και προοδευτική θέση σε εφαρμογή των νέων κανόνων.
113.
Είναι επίσης σαφές ότι, όταν οι εκμεταλλεύσεις είναι στην πλειοψηφία τους μικρές, με περιορισμένο αριθμό ζώων, είναι δυνατό, παρά την απουσία συστήματος ηλεκτρονικής αναγνώρισης, να συλλεγούν στοιχεία σχετικά γρήγορα και με αξιόπιστο τρόπο ώστε να υπάρξει ανταπόκριση σε επείγοντα αιτήματα των αρμοδίων αρχών. Το γεγονός ότι ο κωδικός κάθε ζώου πρέπει να εντοπιστεί οπτικά και κατόπιν να σημειωθεί διά χειρός στα σχετικά έγγραφα δεν είναι πιθανό ότι θα προκαλούσε ανεπίτρεπτες καθυστερήσεις. Δεν θα ίσχυε, ωστόσο, το ίδιο αν οι πράξεις αυτές έπρεπε να διενεργηθούν από σημαντικό αριθμό εκμεταλλεύσεων με μεγάλο ζωικό πληθυσμό.
114.
Υπό τις συνθήκες αυτές, θεωρώ ότι ήταν εύλογο να δοθεί στα πληρούντα τις προϋποθέσεις κράτη μέλη η δυνατότητα να αποφασίσουν αν ήταν προτιμότερο να εισαγάγουν το νέο σύστημα για την ηλεκτρονική αναγνώριση των αιγοπροβάτων ή να κάνουν χρήση της επίμαχης παρέκκλισης.
115.
Προφανώς, η συλλογιστική αυτή ισχύει μόνον εφόσον η απαλλαγή μερικών κρατών μελών δεν οδηγεί σε αυξημένο κίνδυνο εντός της εσωτερικής αγοράς. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, εν προκειμένω δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Στην πραγματικότητα, η επίμαχη παρέκκλιση επιτρέπει στα κράτη μέλη να καθιστούν την ηλεκτρονική αναγνώριση προαιρετική μόνο για ζώα τα οποία «δεν προορίζονται για το ενδοκοινοτικό εμπόριο». Συνεπώς, κάθε ζώο το οποίο διαβαίνει τα εθνικά σύνορα και μπορεί έτσι να έλθει σε επαφή με ζώα ευρισκόμενα σε άλλα κράτη μέλη χρειάζεται να είναι εφοδιασμένο με συσκευή ηλεκτρονικής αναγνώρισης, ανεξαρτήτως του αν το κράτος μέλος καταγωγής του αποφάσισε να κάνει χρήση της επίμαχης παρέκκλισης ή όχι.
116.
Με τον τρόπο αυτό, κάθε αυξημένος κίνδυνος μετάδοσης περιορίζεται εντός των συνόρων των κρατών μελών τα οποία αποφάσισαν να κάνουν χρήση της επίμαχης δυνατότητας παρέκκλισης. Τα κράτη αυτά αποδέχονται ότι τα ίδια (και οι κάτοχοι ζώων που βρίσκονται στην επικράτειά τους) μπορεί να χρειαστεί να υποστούν σημαντικότερες οικονομικές συνέπειες σε περίπτωση εκδήλωσης επιζωοτίας.
117.
Το κριτήριο εφαρμογής της επίμαχης παρέκκλισης εξασφαλίζει επίσης —για να εξετάσω επί του παρόντος το δεύτερο ζήτημα για το οποίο έγινε λόγος στο σημείο 112 ανωτέρω— ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ κατόχων ζώων που βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη μέλη δεν νοθεύεται ουσιωδώς. Πράγματι, όλοι οι κάτοχοι ζώων που επιθυμούν να πωλήσουν τα αιγοπρόβατά τους πέραν του εδάφους της χώρας εγκατάστασής τους θα πρέπει να συμμορφώνονται με τους αυτούς κανόνες. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ κατόχων ζώων που δραστηριοποιούνται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο. Επιπλέον, ένας κάτοχος που βρίσκεται σε κράτος μέλος το οποίο έκανε χρήση της επίμαχης παρέκκλισης δεν μπορεί να εκμεταλλευθεί το ενδεχόμενο οικονομικό πλεονέκτημά του σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος.
118.
Η μόνη περίπτωση όπου θα μπορούσε ίσως να υπάρξει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα είναι αυτή των κατόχων ζώων που βρίσκονται σε κράτη μέλη μη εφαρμόζοντα την παρέκκλιση, οι οποίοι εξάγουν ζωικό κεφάλαιο σε κράτη μέλη τα οποία εφαρμόζουν την επίμαχη παρέκκλιση. Είναι αλήθεια ότι, σε τέτοια περίπτωση, οι εντόπιοι κάτοχοι ζώων ενδέχεται να έχουν πλεονέκτημα κόστους έναντι των ανταγωνιστών τους στο κράτος εξαγωγής. Όταν τους υποβλήθηκαν σχετικώς ερωτήματα κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, ούτε το Συμβούλιο ούτε η Επιτροπή αμφισβήτησαν το γεγονός αυτό. Όμως, δεδομένου του μικρότερου μεγέθους των κοπαδιών που εκτρέφονται σε εκμεταλλεύσεις ευρισκόμενες σε κράτη μέλη τα οποία εφαρμόζουν την επίμαχη παρέκκλιση και του ότι οι εξαγωγείς τείνουν να έχουν μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις και, επομένως, να έχουν το πλεονέκτημα των οικονομιών κλίμακος, τυχόν στρεβλώσεις εντός των τοπικών αγορών είναι πιθανότατα αμελητέες. Σε κάθε περίπτωση, η περιορισμένη αυτή διαφορά μεταχείρισης δικαιολογείται κατά τη γνώμη μου με βάση τους αντικειμενικούς λόγους που εκτέθηκαν προηγουμένως.
119.
Τέλος, θα αναφερθώ στο επιχείρημα που προέβαλε η Πολωνική Κυβέρνηση, σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 21/2004. Αρκεί να επισημανθεί σχετικώς ότι η επίμαχη παρέκκλιση είναι κρίσιμη προκειμένου να εξασφαλιστεί τόσο ότι δεν αυξάνεται αδικαιολόγητα ο εν γένει κίνδυνος για τη δημόσια υγεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και το ότι ο ανταγωνισμός εντός της εσωτερικής αγοράς δεν υφίσταται στρεβλώσεις σε σημαντικό βαθμό. Κατά συνέπεια, η αιτίαση της Πολωνικής Κυβέρνησης επί του σημείου αυτού είναι προφανώς αβάσιμη.
120.
Εν κατακλείδι, είμαι της γνώμης ότι η επίμαχη παρέκκλιση εφαρμόζεται σε περιπτώσεις οι οποίες είναι αντικειμενικά διαφορετικές από εκείνες που διέπονται από τον γενικό κανόνα. Κατά συνέπεια, οι αιτιάσεις περί παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχείρισης πρέπει να απορριφθούν.
Δ — Τελικές παρατηρήσεις de lege ferenda
121.
Μολονότι από την ανάλυση που προηγήθηκε δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να στηρίξουν την άποψη ότι οι επίμαχες υποχρεώσεις είναι παράνομες, κατέστη, ωστόσο, σαφές ότι η εφαρμογή στην πράξη της επίμαχης παρέκκλισης μπορεί να συνιστά εμπόδιο στην πλήρη επίτευξη του κύριου σκοπού που επιδιώκει ο κανονισμός, καθώς και στη διασφάλιση του εν γένει δίκαιου χαρακτήρα του συστήματος.
122.
Όσον αφορά την επίτευξη του κύριου σκοπού που επιδιώκεται με τον κανονισμό, πρέπει να τονίσω εκ νέου ότι ο κανονισμός 21/2004 εκδόθηκε προκειμένου να καταπολεμηθούν οι επιζωοτίες με αποτελεσματικότερο τρόπο, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα αυτό της οικονομίας. Ωστόσο, συνεπεία της επίμαχης παρέκκλισης, παρεμποδίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία ορισμένων ζώων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η αποτελεσματικότητα του νέου συστήματος για την αναγνώριση και την καταγραφή του ζώων περιορίζεται στο εσωτερικό των κρατών μελών τα οποία εφαρμόζουν την επίμαχη παρέκκλιση. Περαιτέρω, δεν μπορούν να αποκλειστούν κάποιες παράπλευρες συνέπειες του γεγονότος αυτού για τα άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
123.
Όπως επισημαίνει ορθώς ο Η. Schaible, σε κράτη μέλη με μικρό ζωικό πληθυσμό, ο κίνδυνος ανεξέλεγκτης διάδοσης επιζωοτίας δεν είναι κατ’ ανάγκη μικρότερος απ’ ό,τι σε κράτη μέλη με μεγάλο ζωικό πληθυσμό. Δεδομένου ότι οι ασθένειες μεταδίδονται κυρίως με την επαφή, φαίνεται ότι οι πιθανότητες σοβαρής και ταχείας διάδοσης εξαρτώνται από ποικίλους παράγοντες, όπως είναι ο αριθμός των συναλλαγών και των μετακινήσεων, το αν τα ζώα πωλούνται σε μικρές ή μεγάλες παρτίδες και το αν οι παρτίδες ζώων αναμιγνύονται ή παραμένουν κατά βάσιν οι ίδιες. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία, δεδομένης της ποικιλότητας των γεωγραφικών χαρακτηριστικών των κρατών μελών της Ένωσης, είναι η πυκνότητα του ζωικού πληθυσμού στο εσωτερικό ορισμένης χώρας, παρά ο απόλυτος αριθμός των ζώων που εκτρέφονται στο έδαφός της.
124.
Μολονότι ο λόγος για τον οποίο η εφαρμογή της επίμαχης παρέκκλισης εξαρτάται από το αν υπάρχουν ενδοκοινοτικές συναλλαγές έγκειται στο να διασφαλιστεί ότι ο αυξημένος κίνδυνος που απορρέει από την κυκλοφορία ζώων τα οποία δεν αναγνωρίζονται ηλεκτρονικά δεν εξέρχεται των εσωτερικών αγορών τους, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, τούτο να μην αρκεί για να καταστήσει το σύστημα στεγανό. Πράγματι, το γεγονός ότι για ηλεκτρονικώς αναγνωριζόμενα ζώα είναι διαθέσιμα διαφορετικών ειδών στοιχεία σε σύγκριση με αυτά που είναι διαθέσιμα για ζώα αναγνωριζόμενα με παραδοσιακά ενώτια, θα μπορούσε, σε περίπτωση εκδηλώσεως επιζωοτίας, να καθυστερήσει ή να εμποδίσει τις προσπάθειες εντοπισμού και αντιστοίχησης που αναλαμβάνουν οι αρχές προκειμένου να ανιχνεύσουν όλες τις ενέχουσες κινδύνους διασυνοριακές μετακινήσεις ζώων.
125.
Επίσης, κάποιου βαθμού κίνδυνος θα υπάρχει πάντοτε, εφόσον —συνεπεία απάτης ή απλώς λάθους— μερικά ζώα ενδέχεται να πωληθούν εκτός των συνόρων μολονότι δεν καλύπτονται από σύστημα ηλεκτρονικής αναγνώρισης. Η αλήθεια εν τέλει είναι ότι τα αιγοπρόβατα πωλούνται συχνά σε μεγάλους αριθμούς και δεν είναι πάντα εύκολο να διασφαλιστεί ότι όλα τα ζώα που απαρτίζουν το κοπάδι πληρούν στο ακέραιο τις σχετικές προδιαγραφές.
126.
Όσον αφορά τον εν γένει δίκαιο χαρακτήρα του συστήματος αναγνώρισης, θα πρέπει να παραδεχθώ ότι το σύστημα ηλεκτρονικής αναγνώρισης που καθιερώνει ο κανονισμός 21/2004 δεν αποτελεί άψογη λύση. Όπως προανέφερα, μέσω της επίμαχης παρέκκλισης, ορισμένοι κάτοχοι ζώων ενδέχεται να επωφεληθούν, εντός της εγχώριας αγοράς τους, από ένα πλεονέκτημα ως προς το κόστος έναντι ανταγωνιστών τους από άλλα κράτη μέλη. Περαιτέρω, δεν αποκλείεται η επίμαχη παρέκκλιση να έχει εμμέσως πρόσθετες οικονομικές επιπτώσεις για τους κατόχους ζώων που υποχρεούνται να χρησιμοποιούν ηλεκτρονική αναγνώριση. Συγκεκριμένα, και αν ακόμη οι εν λόγω κάτοχοι ζώων δεν εξάγουν ζωικό κεφάλαιο σε κράτη μέλη τα οποία εφαρμόζουν την επίμαχη παρέκκλιση, ενδέχεται τα προϊόντα που προέρχονται από τα ζώα τους (όπως κρέας, μαλλί ή γάλα) να βρεθούν, σε κάποια φάση, σε μεταγενέστερο στάδιο της αλυσίδας παραγωγής, σε σχέση ανταγωνισμού με προϊόντα παραχθέντα στα κράτη όπου εφαρμόζεται η επίμαχη παρέκκλιση. Μπορεί δε να υποτεθεί ασφαλώς ότι το υψηλότερο κόστος που βαρύνει τους κατόχους ζώων σε μεγαλύτερα κράτη μέλη ενδέχεται, σε κάποιο βαθμό, να επηρεάζει την τιμή των τελικών προϊόντων που διατίθενται στην αγορά και να καθιστά, έτσι, τα προϊόντα αυτά κάτι τι λιγότερο ανταγωνιστικά.
127.
Η διαφοροποίηση που προκύπτει ως αποτέλεσμα της επίμαχης παρέκκλισης μπορεί μεν να είναι δικαιολογημένη υπό τις σημερινές συνθήκες, αυτό όμως μπορεί να μην εξακολουθήσει να ισχύει στο μέλλον. Πράγματι, όπως παρατήρησαν πολλά από τα μέρη που μετείχαν στην παρούσα διαδικασία, η τεχνολογία την οποία απαιτεί ο κανονισμός 21/2004 καθίσταται ολοένα οικονομικότερη, χάρη στην ταχεία τεχνική εξέλιξη και στις οικονομίες κλίμακος. Επομένως, η δικαιολόγηση της επίμαχης παρέκκλισης μπορεί να καθίσταται ολοένα και λιγότερο προφανής στο μέλλον.
128.
Στο σημείο αυτό έχει σημασία να τονισθεί ότι ο κανονισμός 21/2004 περιέχει στην πραγματικότητα μια διάταξη η οποία επιτρέπει στην Επιτροπή να αναπροσαρμόζει τα κατώτατα όρια πληθυσμού των ζωικών κεφαλαίων που αφορούν την επίμαχη παρέκκλιση ( 75 ). Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τα προεκτεθέντα, τείνω να υποθέσω ότι ο νομοθέτης της ΕΕ θα πρέπει εν τέλει να εξετάσει το ενδεχόμενο να καταργήσει εντελώς την επίμαχη παρέκκλιση. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, θα προήγε περαιτέρω τις προσπάθειες για την καταπολέμηση των επιζωοτιών, θα βελτίωνε την ελεύθερη κυκλοφορία των αιγοπροβάτων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα εξασφάλιζε ισότιμες συνθήκες ανταγωνισμού για όλους του κατόχους ζώων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό οιεσδήποτε περιστάσεις.
IV – Πρόταση
129.
Εν κατακλείδι, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που του υπέβαλε το Verwaltungsgericht Stuttgart (Γερμανία) ως εξής:
Από την εξέταση του υποβληθέντος προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο δυνάμενο να καταδείξει ότι δεν επιβλήθηκε εγκύρως:
—
η υποχρέωση την οποία υπέχουν οι κάτοχοι ζώων από τα άρθρα 3, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 21/2004 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2003, για τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των αιγοπροβάτων και για την τροποποίηση του κανονισμού (EK) 1782/2003 και των οδηγιών 92/102/ΕΟΚ και 64/432/ΕΟΚ, και βάσει της οποίας οφείλουν να διαθέτουν σύστημα ατομικής αναγνώρισης των ζώων,
—
η υποχρέωση την οποία υπέχουν οι κάτοχοι ζώων από το άρθρο 9, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 21/2004 και βάσει της οποίας οφείλουν να διαθέτουν σύστημα ηλεκτρονικής ατομικής αναγνώρισης των ζώων ή
—
η υποχρέωση την οποία υπέχουν οι κάτοχοι ζώων από το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 21/2004, σε συνδυασμό με το σημείο 2 του τμήματος Β του παραρτήματος αυτού, και βάσει της οποίας οφείλουν να τηρούν μητρώο εκμετάλλευσης τύπου Γ.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) EE 2004, L 5, σ. 8.
( 3 ) Κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο μπορεί να συναγάγει από το σύνολο των στοιχείων που παρέχονται από το εθνικό δικαστήριο, ιδίως δε από το σκεπτικό της πράξεως περί παραπομπής, τα στοιχεία του δικαίου της ΕΕ που χρήζουν ερμηνείας, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς. Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 8ης Δεκεμβρίου 1987, C-20/87, Gauchard (Συλλογή 1987, σ. 4879, σκέψη 7) και της 20ής Μαρτίου 1986, 35/85, Tissier (Συλλογή 1986, σ. 1207, σκέψη 9).
( 4 ) ΕΕ 2007, C 303, σ. 23. Κατά το άρθρο 52, παράγραφος 7, του Χάρτη και τα άρθρο 6, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΕ, τα δικαστήρια της Ένωσης και των κρατών μελών «λαμβάνουν δεόντως υπόψη τους» τις επεξηγήσεις αυτές κατά την ερμηνεία των διατάξεων του Χάρτη.
( 5 ) Όσον αφορά το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής επαγγελματικής απασχόλησης και το δικαίωμα εξαρτημένης εργασίας, βλ., ιδίως, αποφάσεις της 14ης Μαΐου 1974, 4/73, Nold (Συλλογή τόμος 1974, σ. 277, σκέψη 14), και της 10ης Ιανουαρίου 1992, C-177/90, Kühn (Συλλογή 1992, σ. I-35, σκέψη 16). Όσον αφορά την ελευθερία του επιχειρείν, βλ. ιδίως την απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2004 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-184/02 και C-223/02, Ισπανία και Φινλανδία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2004, σ. I-7782, σκέψη 51).
( 6 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Ισπανία και Φινλανδία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 51. Η επικάλυψη των δύο ελευθεριών φαίνεται να υπονοήθηκε από το Δικαστήριο στην απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1991 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-143/88 και C-92/89, Zuckerfabrik Süderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest (Συλλογή 1991, σ. I-415, σκέψεις 72 έως 78). Βλ., επίσης, τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Chr. Stix-Hackl στην προπαρατεθείσα υπόθεση Ισπανία και Φινλανδία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (σημείο 105) καθώς και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Mázak στην υπόθεση C‑544/10, Deutsches Weintor (σημείο 64).
( 7 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 1979, 44/79, Hauer (Συλλογή τόμος 1979, σ. 749, σκέψη 31), της 8ης Οκτωβρίου 1986, 234/85, Keller (Συλλογή 1986, σ. 2897, σκέψη 8), και της 11ης Ιουλίου 1989, 265/87, Schräder HS Kraftfutter (Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψη 15).
( 8 ) Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 2005 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-453/03, C-11/04, C-12/04 και C-194/04, ABNA κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I-10423, σκέψη 87), και της 12ης Ιουλίου 2005 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-154/04 και C-155/04, Alliance for Natural Health and Others (Συλλογή 2005, σ. I-6451, σκέψη 12).
( 9 ) Το άρθρο 15 του Χάρτη, με τον τίτλο «Ελευθερία του επαγγέλματος και δικαίωμα προς εργασία», ορίζει:
«1.
Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να εργάζεται και να ασκεί το επάγγελμα, το οποίο επιλέγει ή αποδέχεται ελεύθερα.
2.
Κάθε πολίτης της Ένωσης είναι ελεύθερος να αναζητεί απασχόληση, να εργάζεται, να εγκαθίσταται ή να παρέχει υπηρεσίες σε κάθε κράτος μέλος.»
( 10 ) Βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα Schräder HS Kraftfutter, σκέψη 15, της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-4973, σκέψη 78), και την απόφαση της 12ης Ιουλίου 2012, C‑59/11, Association Kokopelli (σκέψη77).
( 11 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2010 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-92/09 και C-93/09, Volker und Markus Schecke και Eifert (Συλλογή 2010, σ. I-11063, σκέψη 65).
( 12 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση ABNA κ.λπ., σκέψη 68· αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 2009, C-558/07, S.P.C.M. κ.λπ. (Συλλογή 2009, σ. I-5783, σκέψη 41), και της 8ης Ιουνίου 2010, C-58/08, Vodafone κ.λπ. (Συλλογή 2010, σ. I-4999, σκέψη 51).
( 13 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 2001, C-189/01, Jippes κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I-5689, σκέψεις 82 και 83), και της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C-491/01, British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco (Συλλογή 2002, σ. I-11453, σκέψη 123), και προμνημονευθείσα απόφαση Alliance for Natural Health κ.λπ. (σκέψη 52).
( 14 ) Βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 14ης Μαρτίου 2013, C‑545/11, Agrargenossenschaft Neuzelle (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 43) και της 17ης Μαρτίου 2011, C‑221/09, AJD Tuna (σκέψη 80).
( 15 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-4973, σκέψεις 89 και 90), της 13ης Δεκεμβρίου 1994, C-306/93, SMW Winzersekt (Συλλογή 1994, σ. I-5555, σκέψη 21), και της 2ας Ιουλίου 2009, C-343/07, Bavaria και Bavaria Italia (Συλλογή 2009, σ. I-5491, σκέψη 81).
( 16 ) Βλ. αποφάσεις της 28ης Ιουλίου 2011, C‑309/10, Agrana Zucker (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 44) και της 21ης Ιουλίου 2011, C‑150/10, Beneo-Orafti (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 77).
( 17 ) Βλ. αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-331/88, FEDESA κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I-4023, σκέψη 17), και της 17ης Ιουλίου 1997, C-183/95, Affish (Συλλογή 1997, σ. I-4315, σκέψη 42) και προμνημονευθείσα απόφαση Kokopelli (σκέψη 40).
( 18 ) Προμνημονευθείσα απόφαση Vodafone (σκέψη 53).
( 19 ) Βλ., στο πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1998, C-284/95, Safety Hi-Tech (Συλλογή 1998, σ. I-4301, σκέψη 51), και της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C-127/07, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. I-9895, σκέψη 58).
( 20 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 18ης Ιουλίου 2007, C-326/05 P, Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I-6557, σκέψη 77).
( 21 ) Προπαρατεθείσες αποφάσεις Kokopelli (σκέψη 40) και Jippes (σκέψη 85).
( 22 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Affish (σκέψη 43).
( 23 ) Βλ., συναφώς, τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott της 10ης Μαρτίου 2009 στην προμνημονευθείσα υπόθεση S.P.C.M. κ.λπ. (σημείο 72).
( 24 ) Βλ., στο πνεύμα αυτό, de Búrca, G., «The Principle of Proportionality and its Application in EC Law», (1993) YbEL, σ. 112.
( 25 ) Βλ., μεταξύ άλλων, προμνημονευθείσα απόφαση Jippes (σκέψη 84) και απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-133/93, C-300/93 και C-362/93, Crispoltoni κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-4863, σκέψη 43).
( 26 ) Βλ. τις προμνημονευθείσες προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Kokopelli (σημείο 61).
( 27 ) Βλ., πρόσφατα, προμνημονευθείσα απόφαση C‑309/10, Agrana Zucker (, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 28 ) Οδηγία 92/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για την αναγνώριση και την καταγραφή των ζώων (ΕΕ L 355, σ. 32).
( 29 ) Οδηγία 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϊόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ L 224, σ. 29). Βλ., ιδίως, τις αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 5 της οδηγίας.
( 30 ) Βλ. έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή ηλεκτρονικής αναγνώρισης στα αιγοπρόβατα, COM(2007) 771 τελικό (στο εξής: έκθεση της Επιτροπής του 2007), σ. 6 και 10.
( 31 ) Το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 21/2004 προβλέπει σχετικώς τα εξής: «Το μητρώο τηρείται σε μορφή εγκεκριμένη από την αρμόδια αρχή, σε μηχανογραφημένη ή μη μορφή, και είναι διαθέσιμο ανά πάσα στιγμή στην εκμετάλλευση καθώς και για την αρμόδια αρχή, όταν το ζητά, για ελάχιστη περίοδο η οποία καθορίζεται από την αρμόδια αρχή αλλά η οποία δεν μπορεί να είναι βραχύτερη των τριών ετών».
( 32 ) Ερευνητικό πρόγραμμα CCAM 93 έως 342: Βλ. «Project on the electronic identification of animals (IDEA)», τελική έκθεση της 30ής Απριλίου 2002 (στο εξής: τελική έκθεση IDEA), σ. 6.
( 33 ) Όπ.π., σ. 7.
( 34 ) Όπ.π., σ. 9 επ.
( 35 ) Όπ.π., σ. 114.
( 36 ) Βλ. την έκθεση της Επιτροπής του 2007, σ. 5 και 12. Τα κράτη μέλη τα οποία αφορούσε ήταν η Κύπρος, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, οι Κάτω Χώρες, η Πορτογαλία, η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
( 37 ) Βλ. «Foot & Mouth disease — General Disease Information Sheets» που δημοσιεύθηκε από τον Παγκόσμιο Οργανισμό για την Υγεία των Ζώων (OIE), σ. 1.
( 38 ) Βλ., για παράδειγμα, τη μελέτη των Thompson, D, κ.λπ. το 2002: «Economic costs of the foot and mouth disease outbreak in the United Kingdom in 2001», RevSciTech. 21(3) Δεκέμβριος 2002, σ. 675 έως 687.
( 39 ) Το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Τροφίμων και Αγροτικών Υποθέσεων [Department for Environment, Food and Rural Affairs] του Ηνωμένου Βασιλείου εκτιμά ότι, μόνο κατά το έτος 2001, εκτός από τα βοοειδή και τους χοίρους, θανατώθηκαν στο εν λόγω κράτος πάνω από τρία εκατομμύρια πρόβατα και πάνω από 2500 αίγες. Βλ. σχετικώς .
( 40 ) Βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της Επιτροπής 2001/145/ΕΚ (ΕΕ L 53, σ. 25), 2001/172/ΕΚ (ΕΕ L 62, σ. 22), 2001/208/ΕΚ ( ΕΕ L 73, σ. 38), 2001/223/ΕΚ (ΕΕ L 82, σ. 29), 2001/234/ΕΚ (ΕΕ L 84, σ. 62), 2001/263/ΕΚ (ΕΕ L 93, σ. 59) και 2001/327/ΕΚ (ΕΕ L 115, σ. 12) σχετικά με ορισμένα μέτρα προστασίας κατά του αφθώδους πυρετού στα αντίστοιχα κράτη μέλη.
( 41 ) Βλ. την έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 21/2004.
( 42 ) Βλ. την τελική έκθεση IDEA, σ. 4.
( 43 ) Βλ. παράρτημα 2 — Εκθέσεις των συνόδων εργασίας.
( 44 ) «Foot and Mouth Disease 2001: Lessons to be Learned Inquiry Report», έκθεση της 22ας Ιουλίου 2002, σ. 165.
( 45 ) Ελεγκτικό Συνέδριο, ειδική έκθεση αριθ. 8/2004 σχετικά με τη διαχείριση και την εποπτεία εκ μέρους της Επιτροπής των μέτρων καταπολέμησης και των δαπανών που αφορούν τον αφθώδη πυρετό, συνοδευόμενη από τις απαντήσεις της Επιτροπής, σημείο 36 (ΕΕ 2005, C 54, σ. 1). Στο ίδιο πνεύμα, βλ. έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου — «Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την καταπολέμηση του αφθώδους πυρετού στην Ευρωπαϊκή Ένωση το έτος 2001 και με τα μελλοντικά προληπτικά μέτρα για την αποτροπή και την καταπολέμηση των επιζωοτιών» (A5-0405/2002 τελικό), σημείο 116.
( 46 ) Όπως προανέφερα, στις συνθήκες αυτές περιλαμβάνονται οι συχνές μετακινήσεις και σε μεγάλους αριθμούς, καθώς και η συχνή συνένωση με άλλες ομάδες σε αγορές και κέντρα συγκέντρωσης.
( 47 ) Για παράδειγμα, ο αφθώδης πυρετός μεταδίδεται κατά κανόνα μέσω άμεσης επαφής μεταξύ μολυσμένων και απειλουμένων ζώων. Βλ. OIE, «Manual of Diagnostic Tests and Vaccines for Terrestrial Animals», 2012, κεφάλαιο 2.1.5., διαθέσιμο στον ιστοτόπο: 2.01.05_FMD.pdf.
( 48 ) Βλ. την τελική έκθεση IDEA, σημείο 4.1.2.2.
( 49 ) Βλ. την έκθεση της Επιτροπής του 2007, σ. 6 και 8.
( 50 ) Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε ο Η. Schaible, κάποιες μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στη Γερμανία δείχνουν ότι, προκειμένου για ηλεκτρονικά ενώτια, 72,8 % των πληγών επουλώνονται εντός τεσσάρων εβδομάδων μετά την τοποθέτηση, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό προκειμένου για τα παραδοσιακά ενώτια φθάνει το 91,7 %.
( 51 ) JRC, «Economic Analysis of Electronic Identification of Small Ruminants in Member States» (στο εξής: έκθεση του JRC του 2009).
( 52 ) Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 21/2004, για την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού, η Επιτροπή «επικουρείται από τη μόνιμη επιτροπή για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων, η οποία έχει συσταθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου».
( 53 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 19ης Απριλίου 2012, C‑221/10 P, Artegodan κατά Επιτροπής και Γερμανίας (σκέψη 99) και προμνημονευθείσα απόφαση Affish (σκέψη 43).
( 54 ) Βλ. την έκθεση της Επιτροπής του 2007, σ. 11.
( 55 ) Βλ. την έκθεση του JRC του 2009, σ. 42.
( 56 ) Βλ. το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 21/2004 στην αρχική μορφή του και όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1560/2007 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2007 (ΕΕ L 340, σ. 25).
( 57 ) Βλ. άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 21/2004 και τμήμα Β, σημείο 1, του παραρτήματος αυτού.
( 58 ) Βλ. άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 21/2004 και, επιπροσθέτως, στο παράρτημα, τμήμα Γ, σημεία 2 και 3.
( 59 ) Βλ. άρθρο 4, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 21/2004 και στο παράρτημα αυτού, τμήμα Α, σημείο 8.
( 60 ) Βλ. τα άρθρα 4, παράγραφος 3, και 9, παράγραφος 3, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 21/2004 και, στο παράρτημα αυτού, τμήμα Α, σημείο 8.
( 61 ) Βλ. άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 21/2004.
( 62 ) EE 1999, L 160, σ. 80.
( 63 ) Με τον κανονισμό (ΕΚ) 1783/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 1257/1999 για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) (ΕΕ L 270, σ. 70).
( 64 ) EE 2005, L 277, σ. 1.
( 65 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 11ης Ιουλίου 2006, C-313/04, Franz Egenberger (Συλλογή 2006, σ. I-6331, σκέψη 33) και προμνημονευθείσα απόφαση Arcelor Atlantique (σκέψη 23).
( 66 ) Προμνημονευθείσα απόφαση Arcelor Atlantique (σκέψη 47).
( 67 ) Βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997 στις συνεκδικασθείες υποθέσεις 248/95 και C-249/05, SAM Schiffahrt και Stapf (Συλλογή 1997, σ. I-4475, σκέψη 24), της 12ης Μαρτίου 2002 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-27/00 και C-122/00, Omega Air κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I-2569, σκέψη 64), και απόφαση της 12ης Μαΐου 2011, C-176/09, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, (Συλλογή 2011, σ. I-3727, σκέψη 35).
( 68 ) Παραδείγματος χάριν, τα αιγοπρόβατα μεταφέρονται συχνότερα από τα βοοειδή και τα χοιροειδή ή, τουλάχιστον, εντός πιο περιορισμένων εμπορικών κυκλωμάτων, προτού φθάσουν στον τελικό προορισμό τους και επίσης, σε αντίθεση με τα βοοειδή και τα χοιροειδή, η εμπορική τους διάθεση χωρεί συχνά μέσω πλειστηριασμών πολύ μεγάλων παρτίδων. Επίσης, όπως προανέφερα, η σύνθεση των ομάδων αιγοπροβάτων που αποτελούν αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών μπορεί να μεταβάλλεται συχνά. Οι παράγοντες αυτοί προφανώς καθιστούν δυσχερέστερη την αναγνώριση και τον εντοπισμό κάθε ζώου και, επομένως, καθιστούν επιτακτική την ανάγκη υπάρξεως ταχυτέρου και πιο αξιόπιστου συστήματος γνωστοποίησης δεδομένων.
( 69 ) Για παράδειγμα, το Συμβούλιο επισημαίνει ότι, στην περίπτωση του αφθώδους πυρετού, ο κίνδυνος διάδοσης είναι μεγαλύτερος μεταξύ αιγοπροβάτων παρά μεταξύ χοίρων.
( 70 ) Για μια πρόσφατη ανάλυση της σχέσεως κόστους/οφέλους της ηλεκτρονικής αναγνώρισης βοοειδών, βλ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «Study on the introduction of electronic identification (EID) as official method to identify bovine animals within the European Union — Final Report», 3 Μαΐου 2009, σ. 22 επ.
( 71 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 18ης Απριλίου 1991, C-63/89, Assurances du crédit κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-1799, σκέψη 11), και της 13ης Μαΐου 1997, C-233/94, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 1997, σ. I-2405, σκέψη 43).
( 72 ) Βλ. προμνημονευθείσα απόφαση Arcelor Atlantique et Loraine κ.λπ. (σκέψη 57).
( 73 ) Βλ., με ανάλογο σκεπτικό, αποφάσεις της 26ης Σεπτεμβρίου 2002, C-351/98, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I-8031, σκέψη 57), και της 22ας Μαΐου 2003, C-462/99, Connect Austria (Συλλογή 2003, σ. I-5197, σκέψη 115).
( 74 ) Βλ. την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 21/2004.
( 75 ) Βλ. άρθρο 10, παράγραφο 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 21/2004. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε σχετικό ερώτημά μου, το Συμβούλιο εξήγησε ότι, με βάση τις πληροφορίες που είχε στη διάθεσή του κατά τη θέσπιση του κανονισμού, τα κατώτατα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, φαινόταν ότι ήταν τα πλέον ενδεδειγμένα για τη διάκριση μεταξύ κρατών μελών όπου κυριαρχεί η βιομηχανία εντατικής κτηνοτροφίας και κρατών μελών όπου η κτηνοτροφία είναι εκτατική. Ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να εξηγήσω τη σημαντική διαφορά μεταξύ του ορίου που προβλέπεται για τα πρόβατα (600000) και του ορίου που προβλέπεται για τα αιγοειδή (160000).
Full & Egal Universal Law Academy