ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 15ης Μαΐου 2014 ( 1 )
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑103/12 και C‑165/12
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (C‑103/12)
και
Ευρωπαϊκή Επιτροπή (C‑165/12)
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
«Απόφαση 2012/19/ΕΕ του Συμβουλίου — Επιλογή νομικής βάσεως — Άρθρο 43, παράγραφοι 2 και 3, ΣΛΕΕ — Νομική ισχύς δηλώσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης απευθυνόμενης προς τρίτη χώρα»
1.
Για μακρό χρονικό διάστημα, σκάφη που φέρουν τη σημαία της Βολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας (στο εξής: Βενεζουέλα) ασκούν αλιευτικές δραστηριότητες στην αποκλειστική οικονομική ζώνη (στο εξής: ΑΟΖ) ( 2 ) στα ανοικτά της Γαλλικής Γουιάνας και, ως εκ τούτου, εντός των υδάτων της Ένωσης. Η βιομηχανία μεταποιήσεως στη Γαλλική Γουιάνα εξαρτάται από τις εκφορτώσεις των εν λόγω σκαφών. Οι διαπραγματεύσεις που διεξήχθησαν κατά τη δεκαετία του ’90 δεν κατέληξαν στη σύναψη τυπικής διεθνούς συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΕΕ) και της Βενεζουέλας, μολονότι, όπως φαίνεται, τόσο κατά το δίκαιο της Ένωσης όσο και κατά το διεθνές δίκαιο απαιτείται κάποιας μορφής διεθνής τίτλος για το συγκεκριμένο είδος προσβάσεως ( 3 ). Την Ευρωπαϊκή Επιτροπή απασχόλησε το ενδεχόμενο η έλλειψη ενός τέτοιου τίτλου να συνιστά από νομικής απόψεως εμπόδιο στον καθορισμό και στην κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων σε σκάφη Βενεζουέλας (και, ως εκ τούτου, στη χορήγηση ατομικών αδειών αλιείας).
2.
Στις 16 Δεκεμβρίου 2011, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής την οποία τροποποίησε, και αφού ζήτησε τη γνώμη (αλλά όχι την έγκριση) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ενέκρινε με την απόφαση 2012/19 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) ( 4 ) μια δήλωση απευθυνόμενη στη Βενεζουέλα σχετικά με τη χορήγηση αλιευτικών δυνατοτήτων εντός των υδάτων της ΕΕ σε αλιευτικά σκάφη Βενεζουέλας (στο εξής: επίμαχη δήλωση). Κατόπιν, η επίμαχη δήλωση κοινοποιήθηκε με ρηματική διακοίνωση στη Βενεζουέλα. Ως νομική βάση της προσβαλλομένης αποφάσεως χρησίμευσε το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 218, παράγραφος 6, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ. Η πρόταση της Επιτροπής είχε βασιστεί στο άρθρο 43 ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 218, παράγραφος 6, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ ( 5 ). Το Κοινοβούλιο (στην υπόθεση C‑103/12) και η Επιτροπή (στην υπόθεση C‑165/12) άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. Επί της ουσίας, υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ερείδεται επί εσφαλμένης νομικής βάσεως και ότι το Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη τις αρμοδιότητες του Κοινοβουλίου. Η Επιτροπή προβάλλει, επίσης, το επιχείρημα ότι το Συμβούλιο δεν αιτιολόγησε την εκ μέρους του επιλογή νομικής βάσεως, καθώς και ότι διαστρέβλωσε την πρόταση της Επιτροπής.
Δίκαιο της Ένωσης
Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση
3.
Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 5, ΣΕΕ, η ΕΕ πρέπει να συμβάλλει στην αυστηρή τήρηση και ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου. Επίσης, το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΕΕ ορίζει ότι η δράση της Ένωσης στη διεθνή σκηνή έχει ως γνώμονα τον σεβασμό των αρχών του διεθνούς δικαίου.
4.
Το άρθρο 17, παράγραφος 2, ΣΕΕ ορίζει ότι:
«Εκτός των περιπτώσεων για τις οποίες οι Συνθήκες ορίζουν άλλως, νομοθετική πράξη της Ένωσης μπορεί να εκδίδεται μόνο βάσει προτάσεως της Επιτροπής. Οι λοιπές πράξεις εκδίδονται βάσει προτάσεως της Επιτροπής, εφόσον αυτό προβλέπεται στις Συνθήκες.»
5.
Το άρθρο 47 ΣΕΕ προβλέπει ότι: «[η] Ένωση έχει νομική προσωπικότητα».
Η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης
6.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ ορίζει ότι η «διατήρηση των βιολογικών πόρων της θάλασσας στο πλαίσιο της κοινής αλιευτικής πολιτικής [στο εξής: ΚΑΠ]» υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, η Ένωση έχει συντρέχουσα αρμοδιότητα με τα κράτη μέλη επί του μείζονος τομέα που περιλαμβάνει «την γεωργία και την αλιεία, με την εξαίρεση της διατήρησης των βιολογικών πόρων της θάλασσας».
7.
Κατά το άρθρο 38, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η Ένωση «καθορίζει και εφαρμόζει κοινή γεωργική και αλιευτική πολιτική». Η αυτή διάταξη προβλέπει ότι οι αναφορές στην «κοινή γεωργική πολιτική» (στο εξής: ΚΓΠ) ή στη «γεωργία» και η χρήση του όρου «γεωργικός»«νοούνται ως συμπεριλαμβάνουσες την αλιεία, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του εν λόγω τομέα».
8.
Το άρθρο 43, παράγραφοι 2 και 3, ΣΛΕΕ προβλέπει ότι ( 6 ):
«2. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία και μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, ορίζουν την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών που προβλέπεται στο άρθρο 40, παράγραφος 1 [ ( 7 ) ], καθώς και τις άλλες διατάξεις που είναι αναγκαίες για την επίτευξη των στόχων της [ΚΓΠ] και της [ΚΑΠ].
3. Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής, εκδίδει μέτρα σχετικά με τον καθορισμό των τιμών, των εισφορών, των ενισχύσεων και των ποσοτικών περιορισμών, καθώς και σχετικά με τον καθορισμό και την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων.»
9.
Το άρθρο 218 ΣΛΕΕ ορίζει τη διαδικασία για τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη διεθνών συμφωνιών:
«1. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του άρθρου 207 [ ( 8 ) ], για τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη των συμφωνιών μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών ή διεθνών οργανισμών ακολουθείται η εξής διαδικασία:
2. Το Συμβούλιο εγκρίνει την έναρξη διαπραγματεύσεων, εκδίδει οδηγίες διαπραγμάτευσης, επιτρέπει την υπογραφή και συνάπτει τις συμφωνίες.
3. Η Επιτροπή [...] υποβάλλει συστάσεις στο Συμβούλιο, το οποίο εκδίδει απόφαση που επιτρέπει την έναρξη διαπραγματεύσεων και ορίζει, ανάλογα με το αντικείμενο της σχεδιαζόμενης συμφωνίας, τον διαπραγματευτή ή τον επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας της Ένωσης.
4. Το Συμβούλιο μπορεί να απευθύνει οδηγίες στον διαπραγματευτή και να ορίζει ειδική επιτροπή, σε διαβούλευση με την οποία πρέπει να διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις.
5. Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση του διαπραγματευτή, εκδίδει απόφαση που επιτρέπει την υπογραφή της συμφωνίας και, ενδεχομένως, την προσωρινή της εφαρμογή πριν να τεθεί σε ισχύ.
6. Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση του διαπραγματευτή, εκδίδει απόφαση για τη σύναψη της συμφωνίας.
[...] το Συμβούλιο εκδίδει απόφαση για τη σύναψη της συμφωνίας:
α)
Μετά από έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις ακόλουθες περιπτώσεις:
[...]
v)
συμφωνίες που καλύπτουν τομείς στους οποίους εφαρμόζεται η συνήθης νομοθετική διαδικασία ή η ειδική νομοθετική διαδικασία όταν απαιτείται η έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Σε επείγουσες περιπτώσεις, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν να συμφωνούν προθεσμία για την έγκριση.
β)
Μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στις υπόλοιπες περιπτώσεις. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διατυπώνει τη γνώμη του εντός προθεσμίας που μπορεί να ορίσει το Συμβούλιο ανάλογα με το επείγον του ζητήματος. Ελλείψει γνώμης εντός της προθεσμίας αυτής, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίζει.
7. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 5, 6 και 9, το Συμβούλιο μπορεί, κατά τη σύναψη συμφωνίας, να εξουσιοδοτεί τον διαπραγματευτή να εγκρίνει εξ ονόματος της Ένωσης τις τροποποιήσεις της συμφωνίας, εφόσον η συμφωνία προβλέπει ότι οι τροποποιήσεις αυτές πρέπει να θεσπισθούν με απλοποιημένη διαδικασία ή μέσω οργάνου που συνιστάται με την εν λόγω συμφωνία. Το Συμβούλιο μπορεί να εξαρτά την εξουσιοδότηση αυτή από ειδικούς όρους.
8. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.
[...]
9. Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής [...], εκδίδει απόφαση για την αναστολή της εφαρμογής μιας συμφωνίας και τον καθορισμό των θέσεων που θα πρέπει να ληφθούν, εξ ονόματος της Ένωσης, σε όργανο που συνιστάται από δεδομένη συμφωνία, όταν το εν λόγω όργανο καλείται να θεσπίσει πράξεις που παράγουν έννομα αποτελέσματα, με εξαίρεση τις πράξεις που συμπληρώνουν ή τροποποιούν το θεσμικό πλαίσιο της συμφωνίας.
10. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενημερώνεται αμέσως και πλήρως σε όλα τα στάδια της διαδικασίας.
11. Ένα κράτος μέλος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο να γνωμοδοτήσει εάν η σχεδιαζόμενη συμφωνία είναι συμβατή με τις Συνθήκες. Εάν η γνώμη του Δικαστηρίου είναι αρνητική, η σχεδιαζόμενη συμφωνία μπορεί να τεθεί σε ισχύ μόνο εφόσον τροποποιηθεί, ή εάν αναθεωρηθούν οι Συνθήκες.»
10.
Όταν το Συμβούλιο αποφασίζει μετά από πρόταση της Επιτροπής, κατά το άρθρο 293, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο «μπορεί να τροποποιεί την πρόταση αυτή μόνον ομόφωνα, πλην των περιπτώσεων του άρθρου 294, παράγραφοι 10 και 13, των άρθρων 310, 312, και 314, και του άρθρου 315, δεύτερο εδάφιο».
11.
Κατά το άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, «[ο]ι νομικές πράξεις αιτιολογούνται και αναφέρονται στις προτάσεις, πρωτοβουλίες, συστάσεις, αιτήσεις ή γνώμες που προβλέπονται από τις Συνθήκες».
12.
Το άρθρο 263 ΣΛΕΕ απονέμει στο Δικαστήριο την αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί προσφυγών ακυρώσεως πράξεων του Συμβουλίου, σε περιπτώσεις αναρμοδιότητας, παραβάσεως ουσιώδους τύπου, παραβιάσεως των Συνθηκών ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της ή σε περιπτώσεις καταχρήσεως εξουσίας. Το άρθρο 264 ΣΛΕΕ ορίζει τις έννομες συνέπειες, σε περίπτωση ευδοκιμήσεως μιας προσφυγής ακυρώσεως:
«Αν η προσφυγή είναι βάσιμη, το Δικαστήριο κηρύσσει την προσβαλλόμενη πράξη άκυρη.
Ωστόσο, το Δικαστήριο προσδιορίζει, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, τα αποτελέσματα της ακυρωθείσας πράξης που θεωρούνται οριστικά.»
13.
Το άρθρο 352 ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:
«1. Εάν, στο πλαίσιο των πολιτικών που καθορίζονται από τις Συνθήκες, η δράση της Ένωσης θεωρείται απαραίτητη για την επίτευξη ενός από τους στόχους που τίθενται με τις Συνθήκες, χωρίς αυτές να προβλέπουν τις εξουσίες δράσης που απαιτούνται για τον σκοπό αυτό, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα μετά από πρόταση της Επιτροπής και την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, θεσπίζει τις κατάλληλες διατάξεις. Όταν το Συμβούλιο θεσπίζει τις διατάξεις αυτές σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία, αποφαίνεται επίσης ομόφωνα προτάσει της Επιτροπής και μετά από την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
2. Η Επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου της αρχής της επικουρικότητας που αναφέρεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, [ΣΕΕ], εφιστά την προσοχή των εθνικών κοινοβουλίων στις προτάσεις που βασίζονται στο παρόν άρθρο.
[...]»
Ο κανονισμός 2371/2002
14.
Ο κανονισμός 2371/2002 (στο εξής: βασικός κανονισμός του 2002) ( 9 ) εξεδόθη βάσει του άρθρου 37 ΕΚ —τη διάταξη που αντικαταστάθηκε από το άρθρο 43 ΣΛΕΕ, το οποίο ορίζει τον τρόπο λήψεως των μέτρων εφαρμογής της ΚΓΠ (της οποίας το πεδίο εφαρμογής, κατά το άρθρο 32, παράγραφος 1, ΕΚ, περιλαμβάνει επίσης την αλιεία). Ο κανονισμός αυτός αφορούσε το (τέως) κοινοτικό σύστημα διατηρήσεως και βιώσιμης εκμεταλλεύσεως των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της ΚΑΠ.
15.
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού του 2002 όριζε ότι η ΚΑΠ «[...] καλύπτει δραστηριότητες διατήρησης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης έμβιων υδρόβιων πόρων την υδατοκαλλιέργεια και τη μεταποίηση και εμπορία προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας, στην περίπτωση που οι δραστηριότητες αυτές ασκούνται στο έδαφος των κρατών μελών ή στα ύδατα της Κοινότητας [ ( 10 ) ] ή από αλιευτικά σκάφη των κρατών μελών ή, με την επιφύλαξη της πρωταρχικής ευθύνης του κράτους της σημαίας, από υπηκόους των κρατών μελών». Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, η ΚΑΠ προβλέπει συνεκτικά μέτρα που αφορούν:
«α)
τη διατήρηση, διαχείριση και εκμετάλλευση των έμβιων υδρόβιων πόρων,
[...]
γ)
τους όρους πρόσβασης σε ύδατα και πόρους,
[...]
η)
τις διεθνείς σχέσεις.»
16.
Το άρθρο 2 επιγραφόταν «Στόχοι». Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, η ΚΑΠ «[...] διασφαλίζει την εκμετάλλευση των έμβιων υδρόβιων πόρων που παρέχει βιώσιμες οικονομικές, περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνθήκες» ( 11 ).
17.
Το άρθρο 3, στοιχείο ιγʹ, όριζε το «όριο αλιευμάτων» ως το «ποσοτικό όριο εκφορτώσεων ενός αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων σε μία δεδομένη χρονική περίοδο [...]». Η «αλιευτική δυνατότητα» οριζόταν στο άρθρο 3, στοιχείο ιζʹ, ως «ένα ποσοτικοποιημένο νόμιμο δικαίωμα αλίευσης».
18.
Για την επίτευξη των στόχων που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, το άρθρο 4, παράγραφος 1, όριζε ότι «[...] το Συμβούλιο θεσπίζει κοινοτικά μέτρα τα οποία διέπουν την πρόσβαση σε ύδατα και πόρους καθώς και όρους βιώσιμης άσκησης των αλιευτικών δραστηριοτήτων». Το άρθρο 4, παράγραφος 2, παρέθετε ορισμένα παραδείγματα τέτοιων μέτρων, περιλαμβανομένων των μέτρων καθορισμού στόχων για τη βιώσιμη εκμετάλλευση των αποθεμάτων, περιορισμού των αλιευμάτων και καθορισμού του αριθμού και του τύπου των αλιευτικών σκαφών που επιτρέπεται να αλιεύουν ( 12 ). Τα άρθρα 5 και 6 όριζαν τα μέτρα του Συμβουλίου σχετικά με τα σχέδια ανακτήσεως και τα σχέδια διαχειρίσεως, αντιστοίχως.
19.
Το κεφάλαιο IV περιείχε «κανόνες πρόσβασης σε ύδατα και πόρους». Το άρθρο 20 αφορούσε την κατανομή αλιευτικών δυνατοτήτων:
«1. Το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, αποφασίζει τα όρια των αλιευμάτων ή/και της αλιευτικής προσπάθειας και την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και τους όρους που διέπουν τα όρια αυτά. Οι αλιευτικές δυνατότητες θα κατανεμηθούν μεταξύ των κρατών μελών κατά τρόπο διασφαλίζονται σε κάθε κράτος μέλος σχετική σταθερότητα αλιευτικών δραστηριοτήτων για κάθε απόθεμα αλιείας.
2. Όταν η Κοινότητα καθορίζει νέες αλιευτικές δυνατότητες, το Συμβούλιο αποφασίζει την κατανομή των δυνατοτήτων αυτών λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα κάθε κράτους μέλους.
3. Κάθε κράτος μέλος αποφασίζει, για τα σκάφη που φέρουν τη σημαία του, τη μέθοδο κατανομής των αλιευτικών δυνατοτήτων που έχουν διατεθεί στο εν λόγω κράτος μέλος σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, ενημερώνει δε την Επιτροπή σχετικά με την επιλεγείσα μέθοδο κατανομής.
4. Το Συμβούλιο καθορίζει τις αλιευτικές δυνατότητες που διατίθε[ν]ται σε τρίτες χώρες στα κοινοτικά ύδατα, και κατανέμει τις δυνατότητες αυτές σε κάθε τρίτη χώρα.
[...]»
Ο κανονισμός 1006/2008
20.
Ο κανονισμός 1006/2008 του Συμβουλίου (στο εξής: κανονισμός για τις άδειες αλιείας) ( 13 ) έχει εφαρμογή, μεταξύ άλλων, στις άδειες που χορηγούνται σε αλιευτικά σκάφη τρίτων χωρών, προκειμένου να επιδίδονται σε αλιευτικές δραστηριότητες εντός των κοινοτικών υδάτων ( 14 ).
21.
Το άρθρο 2 ορίζει υπό α) τη «συμφωνία» ως «αλιευτική συμφωνία που έχει συναφθεί ή για την οποία έχει εκδοθεί απόφαση προσωρινής εφαρμογής σύμφωνα με [το άρθρο 218 ΣΛΕΕ]»· υπό γ) τις «αλιευτικές δραστηριότητες» ως «αλίευση, διατήρηση επί του πλοίου, μεταποίηση ή μεταφορά ιχθύων»· και υπό η) την «άδεια αλιείας» ως «το δικαίωμα άσκησης αλιευτικών δραστηριοτήτων για συγκεκριμένη περίοδο, σε συγκεκριμένη περιοχή ή για συγκεκριμένο τύπο αλιείας».
22.
Κατά το άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, τα αλιευτικά σκάφη τρίτων χωρών δύνανται να επιδίδονται σε αλιευτικές δραστηριότητες σε κοινοτικά ύδατα, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν λάβει άδεια αλιείας σύμφωνα με το οικείο κεφάλαιο του κανονισμού για τις άδειες αλιείας. Δύνανται, επίσης, να εκτελούν εργασίες εκφορτώσεως, μεταφορτώσεως στους λιμένες ή μεταποιήσεως ιχθύων, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν λάβει προηγουμένως άδεια από το κράτος μέλος στα ύδατα του οποίου θα πραγματοποιηθούν οι σχετικές εργασίες (άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ).
23.
Κατά το άρθρο 20, παράγραφος 1, η Επιτροπή εξετάζει τις αιτήσεις χορηγήσεως άδειας αλιείας, λαμβάνοντας υπόψη τις αλιευτικές δυνατότητες που έχουν χορηγηθεί στην εκάστοτε τρίτη χώρα, και εκδίδει άδειες αλιείας βάσει των μέτρων που θεσπίζει το Συμβούλιο και των διατάξεων της σχετικής αλιευτικής συμφωνίας. Τα κριτήρια επιλεξιμότητας για άδειες αλιείας ορίζονται στο άρθρο 21. Ειδικότερα, το άρθρο 21, στοιχείο αʹ, προβλέπει ότι αλιευτικά σκάφη τρίτων χωρών πρέπει να είναι «[...] επιλέξιμα για άδεια αλιείας δυνάμει της σχετικής συμφωνίας και, ανάλογα με την περίπτωση, [να] περιλαμβάνονται στον κατάλογο των σκαφών που έχουν κοινοποιηθεί ως δικαιούμενα να αναπτύσσουν αλιευτικές δραστηριότητες δυνάμει της συμφωνίας». Το άρθρο 22 επιβάλλει στα αλιευτικά σκάφη τρίτων χωρών στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια αλιείας να συμμορφώνονται με τις διατάξεις της ΚΑΠ σχετικά με τα μέτρα διατηρήσεως και ελέγχου και με τις λοιπές διατάξεις που διέπουν την αλιεία από κοινοτικά αλιευτικά σκάφη στην αλιευτική ζώνη όπου δραστηριοποιούνται, καθώς και με τις διατάξεις της οικείας συμφωνίας.
Οι κανονισμοί περί καθορισμού και κατανομής αλιευτικών δυνατοτήτων
24.
Οι αλιευτικές δυνατότητες καθορίζονται και κατανέμονται στους ούτω καλούμενους «κανονισμούς TAC» —«TAC» καλούνται τα συνολικά επιτρεπόμενα αλιεύματα: ήτοι η ποσότητα που δύναται να αλιευθεί και να εκφορτωθεί από κάθε απόθεμα κάθε έτος. Στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, παραπέμπω στους κανονισμούς TAC που καθορίζουν τις αλιευτικές δυνατότητες σκαφών Βενεζουέλας εντός των υδάτων της ΕΕ για τα έτη 2010, 2011 και 2012, αντιστοίχως: στον κανονισμό 53/2010 (στο εξής: κανονισμός TAC του 2010) ( 15 ), στον κανονισμό 57/2011 (στο εξής: κανονισμός TAC του 2011) ( 16 ) και στον κανονισμό 44/2012 (στο εξής: κανονισμός TAC του 2012) ( 17 ). Έκαστος εξ αυτών βασίστηκε στο άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και καθόρισε τις αλιευτικές δυνατότητες τόσο για σκάφη της ΕΕ όσο και για σκάφη τρίτων χωρών που αλιεύουν εντός των υδάτων της ΕΕ ( 18 ).
25.
Στην αιτιολογική σκέψη 30 του κανονισμού TAC του 2012 γίνεται ρητή μνεία στην επίμαχη δήλωση: «Στις 16 Δεκεμβρίου 2011, η [Ευρωπαϊκή] Ένωση προέβη σε δήλωση προς [τη Βενεζουέλα] για την παροχή αλιευτικών δυνατοτήτων στα ύδατα της ΕΕ προς τα αλιευτικά σκάφη με σημαία Βενεζουέλας στην [ΑΟΖ] των ακτών της Γαλλικής Γουιάνας. Είναι ανάγκη, να καθορισθούν οι αλιευτικές δυνατότητες των κοκκινόψαρων στα ύδατα ΕΕ υπέρ της Βενεζουέλας» ( 19 ).
26.
Το παράρτημα VIII έκαστου κανονισμού όριζε τον ανώτατο αριθμό των αδειών αλιείας για σκάφη τρίτων χωρών που αλιεύουν εντός των υδάτων της ΕΕ ( 20 ). Το παράρτημα VIII όριζε, επίσης, τις προϋποθέσεις για την έκδοση αδειών αλιείας, ήτοι εξειδίκευε την προϋπόθεση να υφίσταται ισχύουσα σύμβαση μεταξύ του πλοιοκτήτη που υποβάλλει αίτηση για τη χορήγηση άδειας και μιας επιχειρήσεως μεταποιήσεως, εγκατεστημένης στο γαλλικό Διαμέρισμα της Γουιάνας.
Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της Θάλασσας
27.
Η Ένωση αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας (στο εξής: Σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας) ( 21 ).
28.
Το άρθρο 55 της Συμβάσεως για το δίκαιο της θάλασσας ρυθμίζει το νομικό καθεστώς της ΑΟΖ, η οποία ορίζεται ως «[...] η πέραν και παρακείμενη της χωρικής θάλασσας περιοχή, η υπαγόμενη στο ειδικό νομικό καθεστώς που καθιερώνεται στο παρόν μέρος, δυνάμει του οποίου τα δικαιώματα και οι δικαιοδοσίες του παράκτιου κράτους και τα δικαιώματα και οι ελευθερίες των άλλων κρατών διέπονται από τις σχετικές διατάξεις της παρούσας σύμβασης».
29.
Τα δικαιώματα, η δικαιοδοσία και οι υποχρεώσεις του παράκτιου κράτους στην ΑΟΖ ρυθμίζονται στο άρθρο 56. Ειδικότερα, το παράκτιο κράτος έχει «[...] κυριαρχικά δικαιώματα που αποσκοπούν στην εξερεύνηση, εκμετάλλευση, διατήρηση και διαχείριση των φυσικών πόρων, ζωντανών ή μη, των υπερκειμένων του βυθού της θάλασσας υδάτων, του βυθού της θάλασσας και του υπεδάφους αυτού [...]» (άρθρο 56, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ), καθώς και δικαιοδοσία σχετικά με «την προστασία και διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος» (άρθρο 56, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, περίπτωση iii). Το άρθρο 56, παράγραφος 2, προβλέπει ότι κατά την άσκηση των δικαιωμάτων του και την εκτέλεση των υποχρεώσεών του στην ΑΟΖ του, κατά τη σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας, το παράκτιο κράτος λαμβάνει υπόψη του τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των άλλων κρατών και ενεργεί κατά τρόπο συνάδοντα με τις διατάξεις της συμβάσεως για το δίκαιο της θάλασσας.
30.
Το άρθρο 58 ορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των άλλων κρατών στην ΑΟΖ:
«1. Στην [ΑΟΖ], όλα τα κράτη, παράκτια ή χωρίς ακτές, απολαμβάνουν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης, τις ελευθερίες της ναυσιπλοΐας και υπέρπτησης καθώς και τα δικαιώματα τοποθέτησης υποβρυχίων καλωδίων και αγωγών [...], ως επίσης και το δικαίωμα χρήσης των θαλασσών γι’ άλλους διεθνώς νόμιμους σκοπούς που συνδέονται με την ενάσκηση αυτών των δικαιωμάτων και που εναρμονίζονται με τις άλλες διατάξεις της παρούσας σύμβασης, ειδικότερα στα πλαίσια της εκμετάλλευσης των πλοίων, των αεροσκαφών και των υποβρυχίων καλωδίων και αγωγών.
2. Τα άρθρα 88 έως και 115, ως και άλλοι συναφείς κανόνες του διεθνούς δικαίου εφαρμόζονται στην [ΑΟΖ] εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση προς το παρόν μέρος.
3. Κατά την άσκηση των δικαιωμάτων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, δυνάμει της παρούσας σύμβασης, μέσα στην [ΑΟΖ], τα κράτη λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του παράκτιου κράτους και συμμορφώνονται προς τους νόμους και κανονισμούς που υιοθετούνται από το παράκτιο κράτος σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης και των άλλων κανόνων διεθνούς δικαίου στην έκταση που αυτοί δεν είναι αντίθετοι προς το μέρος αυτό.»
31.
Όσον αφορά τη διατήρηση των ζώντων πόρων, το άρθρο 61 ορίζει τα εξής:
«1. Το παράκτιο κράτος καθορίζει το επιτρεπτό όριο αλίευσης των ζωντανών πόρων στην [ΑΟΖ].
2. Το παράκτιο κράτος, λαμβάνοντας υπόψη τα πλέον αξιόπιστα επιστημονικά δεδομένα, οφείλει να διασφαλίζει, με κατάλληλα μέτρα προστασίας και διαχείρισης, ότι η διατήρηση των έμβιων πόρων μέσα στην [ΑΟΖ του] δεν κινδυνεύει από την υπερεκμετάλλευση. [...]
3. Τα μέτρα αυτά αποσκοπούν επίσης στη διατήρηση και αποκατάσταση των πληθυσμών των αλιευμάτων σε επίπεδα που να καθιστούν δυνατή την μεγίστη διαρκή απόδοση, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών περιβαλλοντικών και οικονομικών παραγόντων, περιλαμβανομένων των οικονομικών αναγκών των παράκτιων αλιευτικών κοινοτήτων και των ειδικών αναγκών των αναπτυσσομένων κρατών και λαμβάνοντας υπόψη τις αλιευτικές μεθόδους, την αλληλεξάρτηση των αποθεμάτων και τις τυχόν γενικώς προτεινόμενες διεθνείς ελάχιστες προδιαγραφές, υποπεριφερειακού, περιφερειακού ή παγκόσμιου χαρακτήρα.
4. Κατά τη λήψη των μέτρων αυτών, το παράκτιο κράτος θα λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις σε είδη που συνδέονται ή εξαρτώνται από τα αλιευόμενα είδη με σκοπό τη διατήρηση ή αποκατάσταση των πληθυσμών αυτών των συνδεομένων ή εξαρτημένων αυτών ειδών σε επίπεδα που να μην κινδυνεύει σοβαρά η αναπαραγωγή τους.
5. Διαθέσιμες επιστημονικές πληροφορίες, στατιστικά στοιχεία αφορώντα τον όγκο των αλιευμάτων και την αλιευτική δραστηριότητα καθώς και άλλα στοιχεία σχετικά με τη διατήρηση των αποθεμάτων ιχθύων, παρέχονται και ανταλλάσσονται σε τακτική βάση μέσω των αρμοδίων διεθνών οργανισμών, υποπεριφερειακών, περιφερειακών ή παγκοσμίων, όπου αρμόζει σχετικά, και με τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων κρατών, συμπεριλαμβανομένων των κρατών των οποίων οι υπήκοοι δικαιούνται να αλιεύουν στην [ΑΟΖ].»
32.
Το άρθρο 62, περί της χρησιμοποιήσεως των ζώντων πόρων, ορίζει τα εξής:
«1. Το παράκτιο κράτος έχει σαν σκοπό την καλύτερη δυνατή εκμετάλλευση των ζώντων πόρων στην [ΑΟΖ] του, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 61.
2. Το παράκτιο κράτος προσδιορίζει τις δυνατότητές του για την εκμετάλλευση των ζώντων πόρων της [ΑΟΖ] του. Στις περιπτώσεις που το παράκτιο κράτος δεν έχει την δυνατότητα να αλιεύει τον συνολικό επιτρεπόμενο όγκο αλιεύματος, κατόπιν συμφωνιών και άλλων διακανονισμών και σύμφωνα με τους όρους, προϋποθέσεις, νόμους και κανονισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 4, παρέχει σε άλλα κράτη πρόσβαση στο πλεόνασμα του επιτρεπόμενου αλιεύματος, λαμβάνοντας ειδικά υπόψη τις διατάξεις των άρθρων 69 και 70, ειδικά σε σχέση με τα αναπτυσσόμενα κράτη που αναφέρονται σ’ αυτά.
3. Σε περίπτωση παραχώρησης πρόσβασης σε άλλα κράτη στην [ΑΟΖ] του, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, το παράκτιο κράτος λαμβάνει υπόψη του όλους τους σχετικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης, μεταξύ άλλων, της σπουδαιότητας των ζώντων πόρων της περιοχής για την οικονομία του εν λόγω παράκτιου κράτους και τα άλλα εθνικά του συμφέροντα, τις διατάξεις των άρθρων 69 και 70, τις απαιτήσεις των αναπτυσσόμενων κρατών στην υποπεριοχή ή περιοχή όσον αφορά την αλίευση μέρους του πλεονάσματος και την ανάγκη να ελαχιστοποιηθούν οι οικονομικές επιπτώσεις επί κρατών των οποίων οι υπήκοοι συνήθως αλιεύουν στην ζώνη ή τα οποία έχουν καταβάλει ουσιαστικές προσπάθειες για την έρευνα και τον εντοπισμό αποθεμάτων.
4. Οι υπήκοοι των άλλων κρατών που αλιεύουν στην [ΑΟΖ] συμμορφώνονται προς τα μέτρα διατήρησης, και προς τους άλλους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται από τους νόμους και κανονισμούς του παράκτιου κράτους. Οι νόμοι αυτοί πρέπει να είναι σύμφωνοι με την παρούσα σύμβαση [...]
[...]».
Ιστορικό
33.
Στις 7 Ιανουαρίου 2011, η Επιτροπή υπέβαλε στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο πρόταση αποφάσεως του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση των σκαφών Βενεζουέλας στα ύδατα της ΕΕ ( 22 ). Η πρόταση αυτή δεν αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων ή διαπραγματεύσεων με τη Βενεζουέλα. Κατόπιν, το Συμβούλιο απέστειλε την επίμαχη πρόταση στα κράτη μέλη. Η πρόταση της Επιτροπής ερειδόταν επί του άρθρου 43 ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 218, παράγραφος 6, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ, και, ως εκ τούτου, η έγκριση του Κοινοβουλίου ήταν αναγκαία για την έκδοση της προτεινόμενης αποφάσεως.
34.
Η Επιτροπή σημείωσε ότι από τις χορηγηθήσες στα σκάφη Βενεζουέλας άδειες δεν είχε προκύψει καμία υποχρέωση της Βενεζουέλας έναντι της ΕΕ, πέραν της υποχρεώσεως τηρήσεως, κατά το δέον, των ισχυόντων στα ύδατα της ΕΕ αλιευτικών κανόνων, καθώς και εκφορτώσεως μέρους των αλιευμάτων στους λιμένες της Γαλλικής Γουιάνας. Επίσης, δεδομένου αφενός του περιορισμένου εύρους της επίμαχης αλιευτικής δραστηριότητας, αφετέρου του χρόνου που απαιτεί η διεξαγωγή διαπραγματεύσεων για τη σύναψη διεθνούς συμφωνίας, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία η σύναψη ολοκληρωμένης αλιευτικής συμφωνίας. Κατόπιν, η Επιτροπή πρότεινε την υιοθέτηση από το Συμβούλιο μονομερούς δηλώσεως, η οποία θα ήταν παρόμοια, ως προς τον σκοπό και τα αποτελέσματά της, με διεθνή συμφωνία. Προς στήριξη της απόψεώς της ότι μια μονομερώς δεσμευτική δήλωση θα ισοδυναμούσε με διεθνή συμφωνία, η Επιτροπή επικαλέστηκε ιδίως την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου στην υπόθεση Nuclear Tests ( 23 ).
35.
Στις 26 Ιανουαρίου 2011, η πρόταση της Επιτροπής απεστάλη στην ομάδα του Συμβουλίου για την εξωτερική αλιευτική πολιτική, με το αίτημα να ληφθεί υπόψη η πρόταση της νομικής υπηρεσίας του Συμβουλίου για τροποποίηση της νομικής βάσεως, καθώς και άλλες προτάσεις σχετικά με τη διατύπωση του κειμένου.
36.
Κατόπιν εξετάσεως της προτάσεως της Επιτροπής στις 27 Ιανουαρίου και στις 23 Μαρτίου 2011, η γενική γραμματεία του Συμβουλίου, με την από 5 Απριλίου 2011 επιστολή της, ζήτησε από την Επιτροπή των Μονίμων Αντιπροσώπων (στο εξής: COREPER) να τροποποιήσει τη νομική βάση, και απλώς να διαβουλευθεί με το Κοινοβούλιο. Με την επιστολή αυτή τονίστηκε το συμπέρασμα της Προεδρίας ότι υπήρχε ομοφωνία μεταξύ των κρατών μελών ως προς την τροποποίηση της νομικής βάσεως. Με την αναθεωρηθείσα πρόταση της 7ης Απριλίου 2011, έγιναν επίσης τροποποιήσεις στη χρησιμοποιούμενη στην πρόταση της Επιτροπής ορολογία. Παραδείγματος χάριν, η αναφορά στον τίτλο στην «πρόσβαση [...] στην [ΑΟΖ]» αντικαταστάθηκε με «τη χορήγηση αλιευτικών δυνατοτήτων στα ύδατα της ΕΕ».
37.
Με την από 5 Απριλίου 2011 επιστολή του, καθώς και με τις από 18 Απριλίου και 5 Δεκεμβρίου 2011 επιστολές του, το Συμβούλιο ενημέρωσε την COREPER ότι η Επιτροπή είχε δηλώσει πως (κατά τη γνώμη της) οι Συνθήκες δεν επιτρέπουν την έκδοση αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 218, παράγραφος 6, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ.
38.
Με την από 13 Μαΐου 2011 επιστολή του, το Συμβούλιο ενημέρωσε το Κοινοβούλιο για την τροποποίηση της νομικής βάσεως και ζήτησε την άποψη του Κοινοβουλίου το συντομότερο δυνατόν, προκειμένου να διασφαλισθεί η συνέχιση των επίμαχων αλιευτικών δραστηριοτήτων.
39.
Στις 25 Ιουλίου 2011, η επιτροπή νομικών θεμάτων του Κοινοβουλίου συνέστησε τη χρησιμοποίηση της νομικής βάσεως που είχε αρχικώς προταθεί από την Επιτροπή.
40.
Στις 9 Σεπτεμβρίου 2011, το Συμβούλιο υπενθύμισε στο Κοινοβούλιο ότι ήταν αναγκαίο να λάβει θέση επί της αναθεωρηθείσας προτάσεως το συντομότερο δυνατόν και ζήτησε, ειδικότερα, από το Κοινοβούλιο να εξετάσει το ζήτημα στη συνεδρίαση της ολομέλειας στις 24 έως 27 Οκτωβρίου 2011.
41.
Με την από 26 Οκτωβρίου 2011 επιστολή του, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου ενημέρωσε την Προεδρία του Συμβουλίου ότι η Επιτροπή Νομικών Υποθέσεων του Κοινοβουλίου είχε επιβεβαιώσει την ορθότητα της προταθείσας από την Επιτροπή νομικής βάσεως, και ζήτησε από την Προεδρία να υποβάλει νέα αναθεωρηθείσα πρόταση (η οποία να βρίσκεται εγγύτερα στην αρχική πρόταση της Επιτροπής). Το Κοινοβούλιο τόνισε, επίσης, ότι θα ήταν αδύνατη η εξέταση του ζητήματος στη συνεδρίαση της ολομέλειας του Οκτωβρίου 2011.
42.
Με την από 28 Οκτωβρίου 2011 επιστολή του, το Συμβούλιο ζήτησε από το Κοινοβούλιο να γνωμοδοτήσει στη συνεδρίαση της ολομέλειας στις 24 έως 27 Οκτωβρίου 2011, εφαρμόζοντας τη διαδικασία του κατεπείγοντος κατά το άρθρο 142 του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το Συμβούλιο τόνισε ότι η αναθεωρηθείσα πρόταση έπρεπε να εκδοθεί πριν από το τέλος του 2011. Το Συμβούλιο εξέφρασε στις παρατηρήσεις του την ανησυχία ότι, σε αντίθετη περίπτωση, η Επιτροπή δεν θα περιελάμβανε αλιευτικές δυνατότητες για σκάφη Βενεζουέλας στην πρότασή της για τον κανονισμό TAC του 2012 (και, ως εκ τούτου, θα υπαναχωρούσε από την πρακτική των δύο προηγούμενων ετών).
43.
Στις 10 Νοεμβρίου 2011, η Επιτροπή υπέβαλε την πρότασή της για τον κανονισμό TAC του 2012 στο Συμβούλιο. Η πρόταση αυτή δεν προέβλεπε αλιευτικές δυνατότητες για τη Βενεζουέλα.
44.
Στις 14 Νοεμβρίου 2011, η Προεδρία του Συμβουλίου ενημέρωσε τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου ότι η επιστολή του τελευταίου, της 26ης Οκτωβρίου 2011, είχε παραληφθεί στις 10 Νοεμβρίου 2011.
45.
Στις 15 Νοεμβρίου 2011, το Κοινοβούλιο απέρριψε το περί κατεπείγοντος αίτημα του Συμβουλίου.
46.
Κατά το σχέδιο εκθέσεως, της 16ης Νοεμβρίου 2011, της Επιτροπής Αλιείας του Κοινοβουλίου, η Επιτροπή γνωμοδότησε ότι ως νομική βάση θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν τα άρθρα 43, παράγραφος 2, καθώς και 218, παράγραφος 6, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ. Η έκθεση προέβλεπε περαιτέρω ότι, καίτοι η πρόταση θα υιοθετείτο αποκλειστικώς από το Συμβούλιο, εντούτοις θα απέρρεαν από αυτή, κατά το διεθνές δίκαιο, δεσμεύσεις για τα μέρη παρόμοιες με αυτές που θα απέρρεαν από τη σύναψη συμφωνίας αλιείας. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο δεν υιοθέτησε το σχέδιο εκθέσεως.
47.
Την 1η Δεκεμβρίου 2011, το Συμβούλιο ζήτησε από το Κοινοβούλιο να γνωμοδοτήσει μέχρι και τις 15 Δεκεμβρίου 2011, δηλαδή είτε στη συνεδρίαση της ολομέλειας στις 12 έως 15 Δεκεμβρίου 2011, εφαρμόζοντας τη διαδικασία του κατεπείγοντος, είτε σε έκτακτη συνεδρίαση. Επίσης, με τη συγκεκριμένη επιστολή το Συμβούλιο επιφυλάχθηκε του δικαιώματός του να αποφασίσει επί της προτάσεως, χωρίς να λάβει υπόψη τη συμβουλευτική γνώμη του Κοινοβουλίου.
48.
Στις 13 Δεκεμβρίου 2011, το Κοινοβούλιο απέρριψε εκ νέου το περί κατεπείγοντος αίτημα.
49.
Τέλος, το Συμβούλιο υιοθέτησε την αναθεωρηθείσα πρόταση στις 16 Δεκεμβρίου 2011. Δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι προέβη στην ενέργεια αυτή χωρίς να αναμείνει τη γνωμοδότηση του Κοινοβουλίου. Η Επιτροπή επανέλαβε τη διαφωνία της με τις τροποποιήσεις της προτάσεως στις οποίες προέβη το Συμβούλιο, ιδίως όσον αφορά την επιλογή νομικής βάσεως. Η Επιτροπή τόνισε, επίσης, ότι σκοπός της επίμαχης δηλώσεως δεν ήταν αποκλειστικά η χορήγηση αλιευτικών δυνατοτήτων σε σκάφη τρίτων χωρών. Σκοπός της ήταν αφενός η χορήγηση σε τρίτο κράτος προσβάσεως στα ύδατα της ΕΕ, αφετέρου η λήψη μιας σειράς μέτρων διατηρήσεως και επιβλέψεως για τα σκάφη που φέρουν τη σημαία του. Επίσης, στις 16 Δεκεμβρίου 2011, το Συμβούλιο κοινοποίησε με ρηματική διακοίνωση την επίμαχη δήλωση στην αποστολή της Βενεζουέλας στην ΕΕ.
50.
Ερειδόμενο επί της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Συμβούλιο υιοθέτησε, κατόπιν, τον κανονισμό TAC του 2012 δυνάμει του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
51.
Στις 30 Ιανουαρίου 2012, η Βενεζουέλα ζήτησε περαιτέρω πληροφορίες από το Συμβούλιο σχετικά με τα αποτελέσματα της αποφάσεως του Κοινοβουλίου να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου.
52.
Στις 20 Μαρτίου 2012, η Βενεζουέλα υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση αδειών αλιείας. Με απόφαση που εξέδωσε στις 26 Μαρτίου 2012, η Επιτροπή χορήγησε 38 άδειες αλιείας σε σκάφη Βενεζουέλας.
Η προσβαλλόμενη απόφαση και η επίμαχη δήλωση
53.
Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε «[έ]χοντας υπόψη τη [ΣΛΕΕ], και ιδίως το άρθρο 43, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 218 παράγραφος 6, στοιχείο βʹ».
54.
Στο προοίμιό της προβλέπεται ότι:
«(1)
Συμμορφούμενα προς την ισχύουσα νομοθεσία της ΕΕ για τη διατήρηση και τη διαχείριση των αλιευτικών πόρων, αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία της [Βενεζουέλας] ασκούν αλιευτικές δραστηριότητες στα ύδατα της ΕΕ στην [ΑΟΖ] στα ανοικτά της Γαλλικής Γουιάνας εδώ και πολλές δεκαετίες.
(2)
Η βιομηχανία μεταποίησης που εδρεύει στη Γαλλική Γουιάνα εξαρτάται από τις εκφορτώσεις των εν λόγω σκαφών, συνεπώς θα πρέπει να διασφαλισθεί η συνέχεια των δραστηριοτήτων αυτών.
(3)
Για να εξασφαλισθεί η συνέχιση αυτών των δραστηριοτήτων, είναι απαραίτητο η Ευρωπαϊκή Ένωση να πραγματοποιήσει δήλωση απευθυνόμενη προς τη Βενεζουέλα, επιβεβαιώνοντας ότι διατίθεται να χορηγήσει αλιευτικές άδειες σε περιορισμένο αριθμό αλιευτικών υπό σημαία Βενεζουέλας εφόσον συμμορφούνται προς την ισχύουσα νομικώς δεσμευτική νομοθεσία της ΕΕ.»
55.
Το άρθρο 1 περιέχει την έγκριση εξ ονόματος της ΕΕ της επίμαχης δηλώσεως που επισυνάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
56.
Η επίμαχη δήλωση έχει ως εξής:
«1.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα χορηγήσει αλιευτικές άδειες σε περιορισμένο αριθμό αλιευτικών σκαφών που φέρουν τη σημαία της [Βενεζουέλας] προκειμένου να αλιεύουν στην [ΑΟΖ] στα ανοικτά των ακτών της Γαλλικής Γουιάνας, πέραν των 12 μιλίων από τις γραμμές βάσης, υπό τις οριζόμενες στην παρούσα δήλωση προϋποθέσεις.
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 22 του [κανονισμού για τις άδειες αλιείας], τα σκάφη που φέρουν τη σημαία της [Βενεζουέλας], εφόσον αλιεύουν στη ζώνη που αναφέρεται στην παράγραφο 1, οφείλουν να συμμορφούνται προς τις διατάξεις της [ΚΑΠ] της ΕΕ σχετικά με τα μέτρα διατήρησης και ελέγχου και τις λοιπές διατάξεις της ΕΕ σχετικά με τις αλιευτικές δραστηριότητες στη ζώνη αυτή.
3.
Συγκεκριμένα, τα αλιευτικά σκάφη που επιτρέπεται να αλιεύουν και τα οποία φέρουν τη σημαία της [Βενεζουέλας] οφείλουν να τηρούν οιουσδήποτε συναφείς κανόνες ή κανονισμούς της [ΕΕ] που ορίζουν, μεταξύ άλλων, τα αποθέματα ιχθύων που επιτρέπεται να αλιεύονται, τον μέγιστο αριθμό των αλιευτικών σκαφών που επιτρέπεται να αλιεύουν και την αναλογία των αλιευμάτων προς εκφόρτωση σε λιμένες της Γαλλικής Γουιάνας.
4.
Με την επιφύλαξη της απόσυρσης των αδειών αλιείας που έχουν χορηγηθεί σε μεμονωμένα αλιευτικά σκάφη που φέρουν σημαία της [Βενεζουέλας], λόγω της από μέρους τους μη τήρησης των συναφών κανόνων ή κανονισμών της ΕΕ, η ΕΕ δύναται ανά πάσα στιγμή να ανακαλέσει διά μονομερούς δηλώσεως τη συγκεκριμένη δέσμευση χορήγησης αλιευτικών δυνατοτήτων που εκφράζεται με την παρούσα δήλωση.»
Τα αιτήματα των προσφευγόντων και η διαδικασία
57.
Το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή ζητούν από το Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το άρθρο 263 ΣΛΕΕ και να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
58.
Στην υπόθεση C‑103/12, το Κοινοβούλιο πρoβάλλει δύo λόγoυς ακυρώσεως. Ο πρώτος λόγος αντλείται από πλάνη του Συμβουλίου κατά τη χρησιμοποίηση του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 218, παράγραφος 6, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ ως νομική βάση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ο δεύτερος λόγος προβλήθηκε επικουρικώς: αντλείται από πλάνη του Συμβουλίου κατά την ερμηνεία του άρθρου 218, παράγραφος 6, στοιχείο αʹ, περίπτωση v, ΣΛΕΕ υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 218, παράγραφος 6, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
59.
Στην υπόθεση C‑165/12, η Επιτροπή προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως ( 24 ). Ο πρώτος λόγος αντλείται από παράβαση από το Συμβούλιο, αφενός, των άρθρων 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και 218, παράγραφος 6, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ, καθόσον προέκρινε τα άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και 218, παράγραφος 6, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ ως νομική βάση της αποφάσεως, και, αφετέρου, από παράβαση του άρθρου 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, καθόσον δεν αιτιολόγησε την εκ μέρους του επιλογή νομικής βάσεως. Ο λόγος αυτός διαιρείται σε τρία σκέλη: το Συμβούλιο i) επλανήθη κατά την εξομοίωση μιας μονομερούς δηλώσεως περί προσβάσεως με την εξωτερική δράση για τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων, ii) επλανήθη κατά την υιοθέτηση της απόψεως ότι η υπαγωγή των σκαφών Βενεζουέλας στην ΚΑΠ απορρέει από την εξωτερική δράση για τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων και iii) αιτιολόγησε αντιφατικώς την εκ μέρους του επιλογή νομικής βάσεως. Ο δεύτερος λόγος αντλείται από το ότι το Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη τις θεσμικές αρμοδιότητες του Κοινοβουλίου, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς την έγκρισή του. Ο τρίτος λόγος, που προβλήθηκε επικουρικώς, αντλείται από παράβαση εκ μέρους του Συμβουλίου του άρθρου 17 ΣΕΕ και του άρθρου 218, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ, καθόσον διαστρέβλωσε την πρόταση της Επιτροπής.
60.
Στην υπόθεση C‑165/12, η Επιτροπή επικαλείται το άρθρο 264, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, προκειμένου να ζητήσει από το Δικαστήριο να διατηρήσει σε ισχύ τα αποτελέσματα της προσβαλλομένης αποφάσεως, μέχρι να τεθεί σε ισχύ νέα απόφαση, η οποία θα εκδοθεί εντός ευλόγου προθεσμίας δυνάμει της ορθής νομικής βάσεως, ήτοι δυνάμει του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 218, παράγραφος 6, σημείο αʹ, ΣΛΕΕ, ή, σε περίπτωση που το Κοινοβούλιο αρνηθεί να δώσει την έγκρισή του, μετά την παρέλευση ευλόγως σύντομης προθεσμίας από την άρνηση του Κοινοβουλίου να δώσει την έγκρισή του.
61.
Με διάταξη της 2ας Μαΐου 2013, αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων αυτών.
62.
Η Τσεχική, η Γαλλική, η Πολωνική και η Ισπανική Κυβέρνηση παρενέβησαν υπέρ του Κοινοβουλίου, καίτοι η παρέμβαση της Ισπανικής Κυβερνήσεως ασκήθηκε σε στάδιο κατά το οποίο δεν ήταν δυνατή η υποβολή γραπτών παρατηρήσεων. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 19ης Νοεμβρίου 2013, το Κοινοβούλιο, η Επιτροπή και το Συμβούλιο, καθώς και η Γαλλική και η Ισπανική Κυβέρνηση, ανέπτυξαν προφορικές παρατηρήσεις.
Εκτίμηση
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
63.
Σε αμφότερες τις υποθέσεις, ουδείς εκ των διαδίκων αντιτάχθηκε στη χορήγηση αδειών αλιείας εντός των υδάτων της ΕΕ στα σκάφη Βενεζουέλας. Άπαντες οι διάδικοι επικαλέστηκαν το γεγονός ότι, επί μακρό χρονικό διάστημα πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, χορηγούνταν άδειες αλιείας στα σκάφη Βενεζουέλας, άνευ οποιουδήποτε τίτλου κατά το διεθνές δίκαιο. Δεν αποκλείω το ενδεχόμενο από αυτή την πρακτική να απορρέει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, όσον αφορά το συγκεκριμένο είδος προσβάσεως. Είναι μάλλον απίθανο η εν λόγω πρακτική, αυτή καθ’ εαυτή, να ισοδυναμεί με τη σύναψη συμφωνίας, ιδίως επειδή εκ των πραγματικών περιστατικών προκύπτει αφενός ότι η επίμαχη δήλωση υιοθετήθηκε προκειμένου να αντιμετωπιστεί η έλλειψη διεθνούς τίτλου, αφετέρου ότι, όπως η Επιτροπή επισημαίνει, η προηγηθείσα απόπειρα διεξαγωγής διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συμφωνίας απέβη άκαρπη ( 25 ). Εν πάση περιπτώσει, οι παρούσες προσφυγές ακυρώσεως δεν αφορούν ούτε τη νομική φύση ούτε το σύννομο της προγενέστερης πρακτικής· ως εκ τούτου, παρέλκει η εξέταση από το Δικαστήριο του εάν η πρακτική αυτή ήταν σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο. Αντ’ αυτού, το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή ζητούν εν προκειμένω από το Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία αποτελεί τυπικό τίτλο για την πρόσβαση αυτή.
64.
Εάν υποτεθεί ότι δίδεται καταφατική απάντηση στο αρχικό ερώτημα περί του εάν η ΕΕ δύναται κατά το διεθνές δίκαιο να προβεί σε μονομερώς δεσμευτική δήλωση, ανακύπτουν ζητήματα αρμοδιότητας. Η δυνατότητα εκδόσεως μιας τέτοιας πράξεως δεν συνεπάγεται ότι, κατά την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, η ΕΕ έχει αρμοδιότητα προς τούτο ( 26 ).
65.
Εάν με την προσβαλλόμενη απόφαση υιοθετείται δήλωση υπό τη μορφή εξωτερικής δράσεως με την οποία η ΕΕ αναλαμβάνει υποχρεώσεις κατά το διεθνές δίκαιο, η δράση αυτή πρέπει να στηρίζεται επί ορισμένης νομικής βάσεως. Κατόπιν της επιλύσεως του ζητήματος «σε ποιες ενέργειες δύναται να προβεί η ΕΕ;», τίθεται το ζήτημα «πώς πρέπει η ΕΕ να το πράξει;» ( 27 ). Τα αυτά ζητήματα ανακύπτουν και ως προς την εσωτερική δράση. Μολονότι δεν αποκλείεται αμφότερα τα ζητήματα να ρυθμίζονται σε μία και μόνο διάταξη, η περίπτωση αυτή δεν συντρέχει πάντοτε.
66.
Το άρθρο 218 ΣΛΕΕ ρυθμίζει τον τρόπο συνάψεως διεθνών συμφωνιών από την ΕΕ εντός του πεδίου αρμοδιότητάς της (ανεξαρτήτως του εάν η αρμοδιότητα είναι αποκλειστική ή συντρέχουσα με τα κράτη μέλη). Όσον αφορά ένα συγκεκριμένο στάδιο της διαδικασίας αυτής —ήτοι, τη συμμετοχή του Κοινοβουλίου— είναι ενδεχομένως αναγκαίο να παρατίθενται οι διατάξεις για τη λήψη εσωτερικών μέτρων στο πλαίσιο του οικείου τομέα. Εντούτοις, οι Συνθήκες δεν ρυθμίζουν τη διαδικασία για τη διατύπωση μονομερώς δεσμευτικής δηλώσεως. Τούτων δοθέντων, δύναται η ΕΕ, όσον αφορά ένα ζήτημα που κατά τα άλλα εμπίπτει στην αρμοδιότητά της εξωτερικής δράσεως, να προβεί σε μονομερώς δεσμευτική δήλωση (μέσω της οποίας αναλαμβάνει υποχρεώσεις κατά το διεθνές δίκαιο); Σε περίπτωση που δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό, πώς πρέπει να γίνει μια τέτοια δήλωση;
67.
Επομένως, μολονότι αμφότερες οι προσφυγές αφορούν τη νομική βάση και τη διαδικασία για την έκδοση της αποφάσεως, τα ερωτήματα αυτά θα ήταν άνευ σημασίας εάν οι Συνθήκες (και, όπως θα εξηγήσω, το διεθνές δίκαιο) δεν εξουσιοδοτούσαν την ΕΕ να αναλάβει υποχρέωση έναντι τρίτου κράτους ( 28 ) μέσω μονομερώς δεσμευτικής πράξεως —εάν ο χαρακτηρισμός της επίμαχης δηλώσεως ως πηγής υποχρεώσεων κατά το διεθνές δίκαιο είναι πράγματι ορθός. Κατά το άρθρο 47 ΣΕΕ, η ΕΕ έχει νομική προσωπικότητα και, ως εκ τούτου, ικανότητα δράσεως. Ωστόσο, συνάγεται εξ αυτού η ικανότητα να προβεί σε μονομερώς δεσμευτική πράξη; Σε περίπτωση που δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό και η ΕΕ έχει κατά τα λοιπά αρμοδιότητα, ποια διαδικασία πρέπει να εφαρμοστεί; Εάν, αντιθέτως, η επίμαχη δήλωση συνιστά διεθνή συμφωνία ή αποτελεί μέρος της, τίθεται το ερώτημα πώς το άρθρο 218 ΣΛΕΕ εφαρμόζεται επί συναπτόμενης σε αυτό το πλαίσιο συμφωνίας. Τα ζητήματα αρχής που τίθενται εν προκειμένω, καίτοι δεν εξετέθησαν στο πλαίσιο κάποιου λόγου ακυρώσεως, εντούτοις μνημονεύθηκαν σε ορισμένες εκ των γραπτών παρατηρήσεων και αναπτύχθηκαν περαιτέρω κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Τα ζητήματα αυτά ασκούν επιρροή στην επιλογή της νομικής βάσεως της αποφάσεως, ειδικότερα στο εάν (και/ή πώς) το άρθρο 218 ΣΛΕΕ έχει γενικώς εφαρμογή.
68.
Θα ξεκινήσω, εξετάζοντας το εάν η επίμαχη δήλωση αποτελεί, κατά το διεθνές δίκαιο, μονομερώς δεσμευτική πράξη ή διεθνή συμφωνία. Εάν αποτελεί το πρώτο και εάν, κατά το διεθνές δίκαιο, ένας διεθνής οργανισμός ( 29 ) έχει την ικανότητα να δεσμευτεί μέσω μιας τέτοιας πράξεως, το δίκαιο της Ένωσης πρέπει εν προκειμένω να συμμορφώνεται προς το διεθνές δίκαιο ( 30 ). Εάν το διεθνές δίκαιο δεν αποκλείει την εν λόγω ικανότητα, οι προϋποθέσεις της διατυπώσεως και υιοθετήσεως μιας δηλώσεως αυτού του είδους περιλαμβάνουν τις απορρέουσες από τις διατάξεις που διέπουν την εσωτερική λειτουργία του διεθνούς οργανισμού —εν προκειμένω το δίκαιο της Ένωσης. Επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση ανακύπτουν ζητήματα αναφορικά με τη σχέση του διεθνούς δικαίου με το δίκαιο της Ένωσης.
Η νομική φύση της επίμαχης δηλώσεως
69.
Στις γραπτές τους παρατηρήσεις, άπαντες οι διάδικοι φάνηκαν να αποδέχονται ότι η επίμαχη δήλωση αποτελεί μονομερώς δεσμευτική πράξη και κατευθύνεται στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά τη διάρκεια της οποίας ετέθη στους διαδίκους το ερώτημα περί της νομικής φύσεως της επίμαχης δηλώσεως κατά το διεθνές δίκαιο, το Κοινοβούλιο, από κοινού με την Ισπανική Κυβέρνηση, εξέφρασε την άποψη ότι η επίμαχη δήλωση αποτελεί μονομερώς δεσμευτική πράξη και παράγει αποτελέσματα ισοδύναμα αυτών μιας διεθνούς συμφωνίας. Ωστόσο, κατά το τελευταίο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας το Κοινοβούλιο υπονόησε, κατά τα φαινόμενα, ότι είχε συναφθεί διεθνής συμφωνία. Αντιθέτως, η Ισπανική Κυβέρνηση επέμεινε στην άποψή της ότι η επίμαχη δήλωση δεν αποτελεί διεθνή συμφωνία. Επίσης, η Επιτροπή ήταν της γνώμης ότι η επίμαχη δήλωση αποτελεί μονομερώς δεσμευτική πράξη. Επιβεβαίωσε ότι δεν είχαν λάβει χώρα διαπραγματεύσεις με τη Βενεζουέλα πριν από την υιοθέτηση της προτάσεως δηλώσεως (και ότι, ως εκ τούτου, δεν είχε υποβληθεί αίτημα για την έγκριση της ενάρξεως διαπραγματεύσεων κατά το άρθρο 218 ΣΛΕΕ). Η Βενεζουέλα παρέλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση μετά την έκδοσή της και υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση αδειών αλιείας. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι δεν μπορούσε με βεβαιότητα να τεκμηριωθεί πως κατ’ αυτόν τον τρόπο συνήφθη διεθνής συμφωνία. Η Γαλλική Κυβέρνηση εξέθεσε ότι το άρθρο 218 ΣΛΕΕ είχε ούτως ή άλλως εφαρμογή. Τέλος, όπως φάνηκε, το Συμβούλιο αποδέχτηκε ότι η επίμαχη δήλωση αποτελεί μονομερώς δεσμευτική πράξη. Ωστόσο, ταυτοχρόνως επισήμανε ότι η επίμαχη δήλωση αποτελεί συστατικό στοιχείο διεθνούς συμφωνίας, η οποία εγκρίθηκε εκ των υστέρων από τη Βενεζουέλα, όταν η τελευταία υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση αδειών αλιείας.
70.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν κατέστη δυνατή η παράθεση, εκ μέρους οποιουδήποτε εκ των διαδίκων, παραδειγμάτων άλλων μονομερώς δεσμευτικών πράξεων εκδοθεισών από την ΕΕ ή από οποιονδήποτε άλλον διακυβερνητικό οργανισμό.
71.
Για να το θέσω με ουδέτερο τρόπο, το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε προφανώς κατά το άρθρο 218, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ, χωρίς τα συμμετέχοντα θεσμικά όργανα να γνωρίζουν επακριβώς γιατί και προς ποιον σκοπό εφαρμόστηκε η διαδικασία αυτή, δύναται να προκαλέσει σύγχυση.
72.
Κατά την άποψή μου, υπάρχουν δύο επιλογές: είτε η επίμαχη δήλωση αποτελεί μονομερώς δεσμευτική πράξη είτε αποτελεί μονομερή διακήρυξη κατευθυνόμενη στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων μόνον υπό τον όρο της εκ των υστέρων εγκρίσεως από το τρίτο κράτος υπέρ του οποίου έλαβε χώρα (στην περίπτωση αυτή το εν λόγω κράτος αποτελεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος της διεθνούς συμφωνίας).
73.
Ξεκινώ με το περιεχόμενο και τους σκοπούς της επίμαχης δηλώσεως ( 31 ).
74.
Από τον τίτλο της επίμαχης δηλώσεως προκύπτει ότι απευθύνεται στη Βενεζουέλα και ότι έχει ως αντικείμενο τη χορήγηση αλιευτικών δυνατοτήτων εντός των υδάτων της ΕΕ σε σκάφη Βενεζουέλας. Όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1, η επίμαχη δήλωση δεν χορηγεί αλιευτικές δυνατότητες αυτή καθ’ εαυτή. Αντιθέτως, περιέχει τη δέσμευση της ΕΕ ότι «[...] θα χορηγήσει αλιευτικές άδειες σε περιορισμένο αριθμό αλιευτικών σκαφών που φέρουν τη σημαία της Βολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας [...] υπό τις οριζόμενες στην παρούσα δήλωση προϋποθέσεις», ειδικότερα στις παραγράφους 2 και 3. Πάντως, κατά την παράγραφο 2, τα σκάφη Βενεζουέλας στα οποία χορηγείται άδεια οφείλουν να συμμορφώνονται προς το δίκαιο της Ένωσης επί της ΚΑΠ, όσον αφορά τα μέτρα διατηρήσεως και ελέγχου, και τις λοιπές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που διέπουν τις αλιευτικές δραστηριότητες εντός των υδάτων της ΕΕ. Κατόπιν, η παράγραφος 3 επικεντρώνεται σε τρεις συγκεκριμένες υποχρεώσεις, ήτοι τη συμμόρφωση με το δίκαιο της Ένωσης σχετικά με i) τα αποθέματα ιχθύων που επιτρέπεται να αλιεύονται, ii) τον μέγιστο αριθμό των αλιευτικών σκαφών που επιτρέπεται να αλιεύουν και iii) την αναλογία των αλιευμάτων προς εκφόρτωση σε λιμένες της Γαλλικής Γουιάνας.
75.
Επομένως, η επίμαχη δήλωση είναι επικεντρωμένη στη δέσμευση της ΕΕ να χορηγήσει σε (αορίστου αριθμού) σκάφη Βενεζουέλας πρόσβαση στα ύδατά της, προκειμένου να αλιεύσουν εκεί ορισμένα (αορίστων ειδών) αποθέματα ιχθύων και να εκφορτώσουν μια (αόριστη) αναλογία αλιευμάτων σε λιμένες της Γαλλικής Γουιάνας.
76.
Το κείμενο της επίμαχης δηλώσεως δεν παρέχει καμία ένδειξη περί του ότι το κύρος της δεσμεύσεως αυτής εξαρτάται από την έγκριση της Βενεζουέλας. Ούτε η επίμαχη δήλωση επιβάλλει υποχρεώσεις στη Βενεζουέλα χωρίς τη συναίνεση της τελευταίας. Τα σκάφη στα οποία χορηγείται άδεια πρέπει να συμμορφώνονται προς το δίκαιο της Ένωσης, προκειμένου να κάνουν χρήση των αδειών τους· ωστόσο, τούτο δεν συνεπάγεται ότι η εκπλήρωση οποιασδήποτε υποχρεώσεως καθίσταται προϋπόθεση της δεσμεύσεως της ΕΕ κατά την επίμαχη δήλωση ( 32 ). Επίσης, το γράμμα της επίμαχης δηλώσεως, αυτό καθ’ εαυτό, δεν παρέχει καμία ένδειξη περί του ότι αποτελεί απλή καταγραφή μιας προϋπάρχουσας συμφωνίας που είχε συναφθεί μεταξύ της ΕΕ και της Βενεζουέλας.
77.
Κατά την παράγραφο 4, η ΕΕ επιφυλάσσεται της ευχέρειάς της να ανακαλέσει οποτεδήποτε, διά μονομερούς δηλώσεως, την προβλεπόμενη στην επίμαχη δήλωση δέσμευση ( 33 ).
78.
Συνεπώς, η επίμαχη δήλωση αποτελεί πράξη εκ μέρους της ΕΕ που έχει σκοπό να παραγάγει έννομα αποτελέσματα κατά το διεθνές δίκαιο και να χρησιμεύσει ως βάση για την υποβολή αιτήσεων χορηγήσεως αδειών αλιείας από σκάφη Βενεζουέλας. Εντούτοις, ούτε οι συγκεκριμένες ιδιότητες ούτε το γεγονός ότι η επίμαχη πράξη αποκαλείται «δήλωση» επιλύει το ζήτημα εάν κατά το διεθνές δίκαιο η επίμαχη δήλωση αποτελεί μονομερώς δεσμευτική πράξη ή στοιχείο μιας διεθνούς συμφωνίας.
79.
Κατά το διεθνές δίκαιο, μια διεθνής συμφωνία δύναται να συναφθεί διά μονομερούς πράξεως, η οποία αποτελεί είτε δήλωση της βουλήσεως αποδοχής μιας ήδη υποβληθείσας προσφοράς είτε προσφορά που γίνεται κατόπιν δεκτή. Ο ορισμός της «συνθήκης» στις Συμβάσεις της Βιέννης του 1969 και του 1986 ( 34 ), καίτοι δεν απαριθμεί όλα τα είδη συνθηκών κατά το διεθνές δίκαιο ( 35 ), είναι επαρκώς ευρύς ώστε να περιλαμβάνει συνθήκες που συνάπτονται με αυτόν τον τρόπο. Επομένως, βάσει του ορισμού αυτού, μια συνθήκη δύναται να συναφθεί διά δηλώσεων που περιέχονται σε δύο ή περισσότερες σχετικές πράξεις.
80.
Σε συμφωνία με τις διατάξεις αυτές, ούτε το δίκαιο της Ένωσης διαφοροποιεί τα είδη συμφωνιών βάσει του τρόπου συνάψεώς τους. Το άρθρο 218, παράγραφος 7, ΣΛΕΕ επιτρέπει την εφαρμογή της απλοποιημένης διαδικασίας μόνο για την τροποποίηση μιας συμφωνίας. Φρονώ ότι, οσάκις η ΕΕ έχει αρμοδιότητα διαπραγματεύσεως και συνάψεως διεθνούς συμφωνίας, οι Συνθήκες εξουσιοδοτούν την ΕΕ να ασκήσει την αρμοδιότητα αυτή, συνάπτοντας οποιοδήποτε είδος συμφωνίας εμπίπτει στον ορισμό της συνθήκης κατά τις συμβάσεις της Βιέννης του 1969 και του 1986 (και ακόμη, ενδεχομένως, είδη που δεν εμπίπτουν στον ορισμό αυτό) ( 36 ).
81.
Εντούτοις, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν έχει αποδειχθεί η βούληση της Βενεζουέλας να δεσμευθεί από τους όρους της επίμαχης δηλώσεως. Φρονώ ότι, όταν η Βενεζουέλα υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση αδειών αλιείας, δεν «αποδέχθηκε» την προσφορά της ΕΕ προκειμένου να καταστεί συμβαλλόμενο μέρος σε μια δεσμευτική συμφωνία. Αντιθέτως, έπραξε τούτο βασιζόμενη καλοπίστως στη δέσμευση της ΕΕ που περιελήφθη στην επίμαχη δήλωση και μεταγενέστερα επιβεβαιώθηκε με τον κανονισμό TAC του 2012 (ο οποίος είχε ήδη εκδοθεί σε αυτό το στάδιο). Εκ του γεγονότος και μόνον ότι η επίμαχη δήλωση παρήγαγε τα σκοπούμενα έννομα αποτελέσματα και, ως εκ τούτου, απέρρευσαν από αυτή δικαιώματα της Βενεζουέλας, δεν δύναται να συναχθεί ότι η Βενεζουέλα αποδέχθηκε τη δέσμευσή της από την επίμαχη δήλωση ως συμφωνία συναφθείσα μεταξύ αυτής και της ΕΕ. Τούτο δεν δύναται άνευ ετέρου να συναχθεί ούτε από την κοινοποίηση της επίμαχης δηλώσεως ούτε από το μεταγενέστερο ερώτημα της Βενεζουέλας σχετικά με τα έννομα αποτελέσματα της εκκρεμούς ενώπιον του Δικαστηρίου δίκης. Επίσης, εάν ο συνολικός σκοπός της προσβαλλομένης αποφάσεως ήταν η διασφάλιση της υπάρξεως διεθνούς τίτλου για την πρόσβαση στα ύδατα της ΕΕ προτού καταστεί δυνατός ο καθορισμός των αλιευτικών δυνατοτήτων και η χορήγηση αδειών, δεν ικανοποιεί τον σκοπό αυτό μια συμφωνία συναπτόμενη με την υποβολή αιτήσεως εκ μέρους της Βενεζουέλας για τη χορήγηση αδειών αλιείας μετά τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων,.
82.
Επιπροσθέτως, εάν σκοπός της επίμαχης δηλώσεως ήταν απλώς η διατύπωση προσφοράς, η Επιτροπή θα έπρεπε να έχει ζητήσει την έγκριση του Κοινοβουλίου κατά το άρθρο 218, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ πριν από τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων (των οποίων θα αποτελούσε τμήμα μια τέτοια προσφορά). Σε αυτή την περίπτωση, το Συμβούλιο θα έπρεπε να συμμετάσχει ξανά, κατά το άρθρο 218, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ, κατά τη σύναψη της συμφωνίας, ήτοι κατά τον χρόνο αποδοχής της προσφοράς εκ μέρους της Βενεζουέλας, κατόπιν της (αναγκαίας) εγκρίσεως ή της γνωμοδοτήσεως του Κοινοβουλίου.
83.
Εάν η επίμαχη δήλωση δεν αποτελεί στοιχείο διεθνούς συμφωνίας, αποτελεί μονομερώς δεσμευτική πράξη για την οποία υπάρχει εξουσιοδότηση κατά το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της Ένωσης;
84.
Κατά το διεθνές δίκαιο, οι μονομερείς πράξεις δύνανται να περιβληθούν διαφορετικό τύπο και να έχουν διαφορετική λειτουργία και διαφορετικά έννομα (και/ή πολιτικά) αποτελέσματα. Παραδείγματος χάριν, οι διακηρύξεις δύνανται να χρησιμοποιούνται για την αναγνώριση νέων κρατών, για τη διατύπωση πολιτικών δηλώσεων, για την αποδοχή της δικαιοδοσίας ενός δικαστηρίου ή για την πραγματοποίηση μιας ερμηνευτικής δηλώσεως που πληροί τις προϋποθέσεις ώστε να θεωρηθεί απόδειξη της υπάρξεως εθιμικού διεθνούς δικαίου. Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, κεντρικής σημασίας είναι μια γραπτή μονομερής δήλωση με την οποία η ΕΕ αναλαμβάνει κατά το διεθνές δίκαιο υποχρεώσεις υπέρ ενός τρίτου κράτους ( 37 ).
85.
Η ικανότητα των κρατών να προβαίνουν σε διακηρύξεις αυτού του είδους δεν αμφισβητείται στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου ( 38 ), καίτοι το καθεστώς, κατά το διεθνές δίκαιο, ορισμένων εκ των προϋποθέσεων της δεσμευτικότητας μιας τέτοιας διακηρύξεως ενδέχεται να μην έχει ακόμη καθοριστεί ή επιβεβαιωθεί. Το εάν άλλα νομικά πρόσωπα, ιδίως οι διεθνείς οργανισμοί, δύνανται να προβαίνουν σε παρόμοιες διακηρύξεις δεν έχει, εξ όσων γνωρίζω, κριθεί από οποιοδήποτε διεθνές δικαστήριο ή διαιτητικό δικαστήριο, ούτε έχει εξεταστεί διεξοδικώς από την Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών (στο εξής: ΕΔΔ).
86.
Οι διεθνείς οργανισμοί, όπως και τα κράτη, δύνανται να έχουν νομική προσωπικότητα. Σε αντίθεση με τα κράτη, η ικανότητα που απορρέει από τη νομική προσωπικότητα πρέπει να απονεμηθεί στον οργανισμό (είτε ρητώς είτε σιωπηρώς). Δεν διακρίνω κανένα λόγο το διεθνές δίκαιο να μην επιτρέπει σε ένα διεθνή οργανισμό με διεθνή νομική προσωπικότητα να προβεί μονομερώς σε δεσμευτική δήλωση βουλήσεως, στον βαθμό που οι ιδρυτικές συνθήκες του οργανισμού τον εξουσιοδοτούν να το πράξει ( 39 ). Εάν ένας διεθνής οργανισμός έχει δυνάμει των Συνθηκών αυτών την ικανότητα συνάψεως διεθνών συμφωνιών και, ως εκ τούτου, αναλήψεως δεσμεύσεων επ’ αυτής της βάσεως έναντι κρατών ή άλλων διεθνών οργανισμών (ανεξαρτήτως του είδους της δεσμεύσεως, και ειδικότερα του εάν είναι αμοιβαία), το διεθνές δίκαιο δεν αποκλείει, κατ’ αρχήν, την ανάληψη, εκ μέρους του οργανισμού που έχει την εν λόγω ικανότητα, της αυτής δεσμεύσεως διά μονομερούς διακηρύξεως.
87.
Περαιτέρω, καίτοι είναι δυνατόν διαφορετικές πηγές υποχρεώσεων να υπόκεινται σε ορισμένους όρους, όσον αφορά, παραδείγματος χάριν, την ανάληψη, το κύρος και τη λύση τους, οι βασικές εφαρμοστέες αρχές —ειδικότερα οι αρχές της καλής πίστεως και της συναινέσεως— παραμένουν αναλλοίωτες. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι οι όροι σχετικά, παραδείγματος χάριν, με την ανάληψη, το κύρος και την καταγγελία, που αναπτύχθηκαν στο διεθνές δίκαιο για τις διακηρύξεις στις οποίες προβαίνουν τα κράτη, δύνανται να εφαρμόζονται αναλόγως επί των διακηρύξεων στις οποίες προβαίνει ένας διεθνής οργανισμός, καίτοι ορισμένοι όροι δεν μπορούν να εφαρμοστούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.
88.
Ποιοι είναι αυτοί οι όροι;
89.
Κατά το διεθνές δίκαιο, πρέπει να υπάρχει δήλωση (είτε προφορική είτε γραπτή), κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ( 40 ), της βουλήσεως παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτων στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και, ως εκ τούτου, αναλήψεως υποχρεώσεων εκ μέρους του δηλούντος. Εφόσον η βούληση αυτή είναι σαφής και η περί αυτήν δήλωση λαμβάνει χώρα δημοσίως, το διεθνές δίκαιο δεν απαιτεί, γενικώς, την τήρηση τύπου ( 41 ). Η βούληση πρέπει να αποδεικνύεται υπό το πρίσμα του πραγματικού περιεχομένου της δηλώσεως και του συνόλου των πραγματικών περιστατικών στο πλαίσιο των οποίων έλαβε χώρα ( 42 ), και να δηλώνεται από το όργανο στο οποίο έχει απονεμηθεί η εξουσία να προβαίνει σε δεσμευτικές δηλώσεις αυτού του είδους ( 43 ).
90.
Η προσέγγιση αυτή αντανακλάται, επίσης, στην πρώτη κατευθυντήρια αρχή της ΕΔΔ, η οποία προβλέπει ότι: «[δ]ιακηρύξεις απευθυνόμενες δημοσίως και δηλούσες βούληση δεσμεύσεως δύνανται να έχουν ως αποτέλεσμα την ανάληψη εννόμων υποχρεώσεων» ( 44 ). Μολονότι οι κατευθυντήριες αρχές δεν είναι δεσμευτικές και το κύρος και η αντοχή τους ενδέχεται να εξασθενίσουν σταδιακώς, εντούτοις φρονώ πως είναι χρήσιμη η επαγωγική συναγωγή τους από τη νομολογία και την εθνική πρακτική, ιδίως όσον αφορά τον δεσμευτικό χαρακτήρα των μονομερών διακηρύξεων ( 45 ).
91.
Κατόπιν, από την αρχή της καλής πίστεως έπεται ότι «[...] τα ενδιαφερόμενα κράτη ενδέχεται να λάβουν γνώση μονομερών διακηρύξεων και να επιδείξουν εμπιστοσύνη σε αυτές, και έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν την τήρηση της υποχρεώσεως που προέκυψε κατ’ αυτόν τον τρόπο» ( 46 ). Η αρχή αυτή διέπει, επίσης, τους όρους υπό τους οποίους δύναται να ανακληθεί μια μονομερώς δεσμευτική δήλωση.
92.
Εντούτοις, βάσει της αρχής περί της αδυναμίας επιβολής υποχρεώσεων σε ένα κράτος άνευ της συναινέσεώς του ( 47 ), δεν δύνανται να προκύψουν υποχρεώσεις σε βάρος άλλων κρατών από μια μονομερώς δεσμευτική δήλωση. Έτσι, το Διεθνές Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι μια μονομερής διακήρυξη είναι δεσμευτική όταν «[...] ούτε το να έχει ανταποδοτική φύση ούτε η μεταγενέστερη αποδοχή της διακηρύξεως, ούτε έστω οποιαδήποτε απάντηση ή αντίδραση εκ μέρους άλλων κρατών αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της διακηρύξεως, καθώς η προϋπόθεση αυτή θα ήταν αντίθετη προς την αυστηρώς μονομερή φύση της δικαιοπραξίας με την οποία δηλώθηκε η βούληση του κράτους» ( 48 ).
93.
Στην υπό κρίση υπόθεση, η επίμαχη δήλωση δόθηκε στη δημοσιότητα μέσω της δημοσιεύσεως και της κοινοποιήσεώς της στη Βενεζουέλα. Όπως εξήγησα, περιέχει τη δήλωση βουλήσεως της ΕΕ να αναλάβει την υποχρέωση χορηγήσεως αλιευτικών δυνατοτήτων, καθώς και αδειών αλιείας στη Βενεζουέλα ( 49 ). Με την επίμαχη δήλωση, η ΕΕ αποδέχεται ότι θα απόσχει από την άσκηση του κυριαρχικού δικαιώματος, το οποίο έχει κατά το άρθρο 56, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της συμβάσεως για το δίκαιο της θάλασσας, να αρνηθεί σε σκάφη τρίτων χωρών την πρόσβαση στα ύδατα της ΕΕ με σκοπό την αλιεία. Η ανάληψη αυτής της υποχρεώσεως δεν επιτρέπει, αυτή καθ’ εαυτή, στα σκάφη Βενεζουέλας να εισέρχονται στην ΑΟΖ της Γαλλικής Γουιάνας και να αλιεύουν εντός αυτής. Κατά το δίκαιο της Ένωσης και το διεθνές δίκαιο, περαιτέρω περιορισμοί του δικαιώματος αλιείας πρέπει να καθοριστούν εκ των προτέρων, ιδίως μέσω του καθορισμού και της κατανομής των αλιευτικών δυνατοτήτων. Δυνάμει αυτής της νομικής βάσεως, δύνανται τότε να χορηγηθούν ατομικές άδειες αλιείας.
94.
Προϋπόθεση της δεσμευτικότητας των διακηρύξεων είναι η πραγματοποίησή τους από οντότητα που έχει εξουσιοδοτηθεί προς τούτο. Το εάν η προϋπόθεση αυτή συντρέχει στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως εξαρτάται από την αρμοδιότητα της ΕΕ κατά τις Συνθήκες.
95.
Η ΕΕ οφείλει να ενεργεί εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που τις απένειμαν τα κράτη μέλη με τις Συνθήκες ( 50 ). Η 24η δήλωση που έχει προσαρτηθεί στην τελική πράξη της Διακυβερνητικής Διασκέψεως η οποία υιοθέτησε τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, αναφορικά με τη νομική προσωπικότητα της ΕΕ, επιβεβαίωσε ότι η νομική προσωπικότητα «[...] δεν επιτρέπει σε καμία περίπτωση στην Ένωση να νομοθετεί ή να δρα καθ’ υπέρβαση των αρμοδιοτήτων που της έχουν απονείμει τα κράτη μέλη με τις Συνθήκες» ( 51 ).
96.
Οι Συνθήκες δεν επιτρέπουν ρητώς τη χρήση μονομερώς δεσμευτικών δηλώσεων στις εξωτερικές σχέσεις της ΕΕ (σε τομείς στο πλαίσιο της εξωτερικής αρμοδιότητας της ΕΕ). Αντιθέτως, εξουσιοδοτούν την ΕΕ να αναλαμβάνει υποχρεώσεις έναντι τρίτων κρατών και διεθνών οργανισμών μέσω «διεθνούς συμφωνίας». Το άρθρο 218 ΣΛΕΕ αντικατέστησε το άρθρο 300, παράγραφος 1, ΕΚ, το οποίο με τη σειρά του αντικατέστησε το άρθρο 228, παράγραφος 1, ΕΟΚ. Οι δύο τελευταίες διατάξεις περιείχαν μόνον τον όρο «συμφωνία» κατά την περιγραφή της εσωτερικής διαδικασίας που έχει εφαρμογή κατά τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων και τη σύναψη διεθνών συμφωνιών. Το Δικαστήριο απεφάνθη στη γνωμοδότηση 1/75 ότι ο όρος «συμφωνία» χρησιμοποιείται «υπό ευρεία έννοια, για να υποδηλώσει κάθε ανάληψη υποχρεώσεως από υποκείμενα του διεθνούς δικαίου που να είναι δεσμευτική, ανεξάρτητα από τον τυπικό της χαρακτηρισμό» ( 52 ). Επίσης, στην υπόθεση C‑327/91, Γαλλία κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκανε χρήση του ορισμού της «συνθήκης» που συνάπτεται μεταξύ ενός διεθνούς οργανισμού και ενός κράτους, ο οποίος περιέχεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, περίπτωση i, της Συμβάσεως της Βιέννης του 1986 ( 53 ). Όσο ευρύς και αν είναι ο ορισμός της έννοιας αυτής, είναι σαφές ότι (εντός οποιουδήποτε πλαισίου) η σύναψη μιας συμφωνίας προϋποθέτει τη σύμπτωση των βουλήσεων τουλάχιστον δύο μερών. Επομένως, δεν περιλαμβάνει την κατάσταση κατά την οποία η ΕΕ δηλώνει τη βούλησή της να δεσμευτεί από τους όρους μιας δηλώσεώς της, χωρίς να είναι αναγκαία η αποδοχή του τρίτου κράτους υπέρ του οποίου η δήλωση έλαβε χώρα. Ούτε έχει εφαρμογή σε πράξεις με τις οποίες δεν αναλαμβάνεται καμία υποχρέωση ( 54 ).
97.
Εντούτοις, φρονώ ότι το δίκαιο της Ένωσης επιτρέπει κατ’ αρχήν στην ΕΕ να αναλάβει μια υποχρέωση κατά το διεθνές δίκαιο διά μονομερώς δεσμευτικής πράξεως. Η άποψή μου στηρίζεται επί της ουσίας στις ίδιες διαπιστώσεις ( 55 ) βάσει των οποίων οδηγήθηκα στο συμπέρασμα ότι το διεθνές δίκαιο δεν εμποδίζει τους διεθνείς οργανισμούς να διατυπώνουν μονομερώς δεσμευτικές δηλώσεις.
98.
Ένα εκ των συστατικών στοιχείων της νομικής προσωπικότητας της ΕΕ είναι η ικανότητα αναλήψεως υποχρεώσεων κατά το διεθνές δίκαιο. Οι διατάξεις των Συνθηκών περί των διεθνών συμφωνιών το επιβεβαιώνουν ρητώς. Οι διεθνείς συμφωνίες είναι μια εκ των πηγών αυτών των υποχρεώσεων· οι μονομερώς δεσμευτικές δηλώσεις είναι μια επιπλέον πηγή.
99.
Προς περαιτέρω στήριξη, επισημαίνω τον παραλληλισμό με το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην απόφαση AETR ( 56 ). Εν προκειμένω, η έλλειψη γενικώς εφαρμοστέας διατάξεως της Συνθήκης που να καθορίζει τον τρόπο διεξαγωγής διαπραγματεύσεων και συνάψεως διεθνούς συμφωνίας δεν εμπόδισε το Δικαστήριο να αποφανθεί ότι η ΕΕ είχε τη σχετική αρμοδιότητα ( 57 ). Στην εν λόγω υπόθεση, αξιολόγησε την έλλειψη ρητής διατάξεως στη Συνθήκη, εξετάζοντας το γενικό σύστημα του (τέως) κοινοτικού δικαίου στο πλαίσιο των σχέσεων με τρίτες χώρες ( 58 ). Σημείο αφετηρίας του ήταν η νομική προσωπικότητα της (τέως) Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ( 59 ). Πριν από την εξέταση του αντικειμένου της συμφωνίας, το Δικαστήριο τόνισε πως από την ύπαρξη νομικής προσωπικότητας συναγόταν ότι «[...]στις εξωτερικές της σχέσεις, η Κοινότητα απολαύει της ικανότητας να δημιουργεί συμβατικούς δεσμούς με τρίτα κράτη [...]» ( 60 ).
100.
Από το εν λόγω χωρίο της αποφάσεως AETR, το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννοια της διεθνούς νομικής προσωπικότητας πρέπει να ερμηνεύεται βάσει των ικανοτήτων που απορρέουν από αυτή κατά το διεθνές δίκαιο. Κατ’ αναλογία, δοθέντος ότι το διεθνές δίκαιο δεν αποκλείει την ικανότητα ενός διεθνούς οργανισμού να προβαίνει σε μονομερείς διακηρύξεις και να δεσμεύεται από αυτές, το γεγονός ότι η ΕΕ έχει διεθνή νομική προσωπικότητα συνεπάγεται ότι δύναται να αναλαμβάνει υποχρεώσεις κατά το διεθνές δίκαιο με αυτόν τον τρόπο.
101.
Επίσης, σημειώνω ότι τα μέλη της ευρωπαϊκής διασκέψεως για το μέλλον της Ευρώπης, αναγνωρίζοντας ότι η ΕΕ είναι υποκείμενο του διεθνούς δικαίου, επιδίωξαν η ΕΕ να «[...] μπορεί να χρησιμοποιεί όλο το φάσμα των μέσων διεθνούς δράσης (δικαίωμα σύναψης συνθηκών, δικαίωμα διπλωματικής εκπροσώπησης, δικαίωμα να ασκεί προσφυγές ή άλλες ενέργειες ενώπιον διεθνούς δικαστηρίου, δικαίωμα να αποτελεί μέλος διεθνών οργανισμών ή να προσχωρεί σε διεθνείς συμβάσεις –π.χ. ΕΣΔΑ–, δικαίωμα να απολαύει ασυλιών), καθώς και να ασκεί τη διεθνή τους ευθύνη» ( 61 ). Ως εκ τούτου, φρονώ ότι η ΕΕ δύναται να προβαίνει σε μονομερώς δεσμευτικές δηλώσεις με τις οποίες αναλαμβάνει υποχρεώσεις κατά το διεθνές δίκαιο.
102.
Το πώς πρέπει τούτο να λαμβάνει χώρα ρυθμίζεται από το δίκαιο της Ένωσης ( 62 ).
103.
Όπως ήδη επισήμανα, το άρθρο 218 ΣΛΕΕ ορίζει το πώς η ανάληψη υποχρεώσεων από την ΕΕ έναντι τρίτων κρατών (και άλλων διεθνών οργανισμών) μέσω μιας διεθνούς συμφωνίας μπορεί να καταστεί αντικείμενο διαπραγματεύσεων, καθώς και το πώς οι συμφωνίες αυτού του είδους πρέπει να υπογράφονται και να καταρτίζονται. Η εν λόγω διάταξη περιέχει ειδικούς κανόνες για την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας, ενώ δύο παράγραφοί της δεν αφορούν τις διαδικασίες διαπραγματεύσεως, υπογραφής και συνάψεως συμφωνίας (άρθρο 218, παράγραφοι 9 και 11, ΣΛΕΕ). Ούτε το άρθρο 218 ΣΛΕΕ ούτε οποιαδήποτε άλλη διάταξη της Συνθήκης αφορά ρητώς τη διαδικασία για την εξωτερική δράση της ΕΕ υπό τη μορφή μονομερώς δεσμευτικής δηλώσεως.
104.
Δεν μπορεί να ισχύει ότι ουδείς διαδικαστικός κανόνας έχει εφαρμογή κατά την άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας της ΕΕ. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπήρχε απεριόριστη ελευθερία, μεταξύ άλλων, ως προς το ποιος δύναται να λάβει την πρωτοβουλία, ποια θεσμικά όργανα συμμετέχουν και μεταξύ ποιων πρέπει να λαμβάνουν χώρα οι διαπραγματεύσεις και πότε. Οι διαδικαστικές εγγυήσεις είναι, επίσης, αναγκαίες, επειδή, κατόπιν της πραγματοποιήσεώς της κατά τρόπο έγκυρο, μια μονομερής δήλωση είναι δεσμευτική για τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και, ως εκ τούτου, δύναται να κατισχύσει των πράξεων της ΕΕ.
105.
Ουδείς εκ των διαδίκων στην παρούσα δίκη υποστήριξε ότι το άρθρο 218 ΣΛΕΕ δεν έχει εφαρμογή.
106.
Φρονώ ότι δεν είναι τόσο προφανές ποια είναι η ορθή διαδικαστική βάση για την έκδοση αποφάσεως περί υιοθετήσεως μιας μονομερώς δεσμευτικής δηλώσεως.
107.
Το γεγονός ότι οι Συνθήκες δεν ορίζουν τη διαδικασία για την υιοθέτηση ενός ορισμένου είδους εξωτερικής δράσεως για την ανάληψη εκ μέρους της ΕΕ υποχρεώσεων κατά το διεθνές δίκαιο δεν αποτελεί κάτι το εξαιρετικό. Ιστορικώς, οι Συνθήκες έχουν προσαρμοστεί στην πρακτική στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων της ΕΕ, καθώς και στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου. Δεδομένου ότι ουσιαστικώς δεν υπάρχει προηγούμενο μονομερώς δεσμευτικών δηλώσεων διεθνών οργανισμών, η έλλειψη ειδικών, ρητών διαδικαστικών διατάξεων δεν προκαλεί έκπληξη.
108.
Μια επιλογή θα ήταν να γίνει δεκτό ότι, ελλείψει ρητής νομικής βάσεως περί της διαδικασίας, η ΕΕ δεν δύναται να ασκεί τις εξωτερικές της αρμοδιότητες διά μονομερώς δεσμευτικής δηλώσεως. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να τροποποιήσουν τις Συνθήκες. Υπάρχει ο κίνδυνος από την προσέγγιση αυτή να συναχθεί ότι η ΕΕ δύναται να χρησιμοποιεί μόνο μορφές εξωτερικής δράσεως για τις οποίες οι Συνθήκες προβλέπουν ειδικούς διαδικαστικούς κανόνες. Τούτο ενδέχεται να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητα της δράσεως της ΕΕ στη διεθνή σκηνή. Τα σχετικά πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως παρέχουν ενδείξεις περί αυτού του κινδύνου. Η ΕΕ επιδίωξε να αποφύγει την εφαρμογή της διαδικασίας για τη διαπραγμάτευση και σύναψη διεθνούς συμφωνίας, προκειμένου να ανταποκριθεί ταχέως στην ανάγκη χορηγήσεως διεθνούς τίτλου για την πρόσβαση στα ύδατά της (και δι’ αυτού να συμμορφωθεί με το δίκαιο της Ένωσης και με το διεθνές δίκαιο).
109.
Το Δικαστήριο δεν δύναται να διαπλάσει διαδικαστικούς κανόνες ελλείψει σχετικής νομικής βάσεως στις Συνθήκες. Τούτο δεν αποκλείει, πάντως, την ύπαρξη άλλων δυνατοτήτων.
110.
Μια δεύτερη επιλογή θα ήταν να χρησιμοποιηθεί το άρθρο 352, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ως νομική βάση της ακολουθητέας διαδικασίας για την έκδοση αποφάσεως περί εγκρίσεως μιας μονομερώς δεσμευτικής διακηρύξεως, της οποίας το αντικείμενο υπάγεται στην (εξωτερική) αρμοδιότητα της ΕΕ. Η εν λόγω διαδικασία θα λειτουργούσε ως βασική διαδικασία για την εξωτερική δράση της ΕΕ, στον βαθμό που οι Συνθήκες δεν περιέχουν διαδικαστικούς κανόνες. Αυτό καθ’ εαυτό, το γράμμα του άρθρου 352, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ δεν φαίνεται να αποκλείει τη δυνατότητα αυτή ( 63 ). Η επίκλησή του είναι δυνατή, οσάκις είναι αναγκαία η δράση της ΕΕ για την επίτευξη ενός εκ των σκοπών που τάσσουν οι Συνθήκες, και οι Συνθήκες δεν προβλέπουν τις εξουσίες που απαιτούνται για τη δράση αυτή. Η λειτουργία του συνίσταται στην κάλυψη των κενών, σε περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική διάταξη της Συνθήκης η οποία απονέμει ρητώς ή σιωπηρώς τις εξουσίες για τη σχετική δράση, καίτοι οι εξουσίες αυτές είναι αναγκαίες ( 64 ). Η επιλογή αυτή συνεπάγεται την αποδοχή του ότι οι ελλείπουσες «αναγκαίες εξουσίες» δύνανται να περιλαμβάνουν τους διαδικαστικούς κανόνες για την υιοθέτηση μονομερώς δεσμευτικής δηλώσεως. Κατά το άρθρο 352, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η επίμαχη δήλωση έπρεπε να υιοθετηθεί με ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και εγκρίσεως του Κοινοβουλίου. Κατά το άρθρο 352, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, η Επιτροπή πρέπει επίσης να εφιστά την προσοχή των εθνικών κοινοβουλίων στις προτάσεις που στηρίζονται σε αυτή τη νομική βάση. Η υιοθέτηση μιας μονομερώς δεσμευτικής δηλώσεως θα απαιτούσε, επομένως, την εφαρμογή μιας διαδικασίας πολύ πιο αυστηρής και σύνθετης, ως προς ορισμένα σημεία, σε σύγκριση με αυτή που προβλέπεται για διεθνείς συμφωνίες στο άρθρο 218 ΣΛΕΕ. Υπάρχει, επίσης, ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι κάθε μορφή εξωτερικής δράσεως για την οποία δεν υπάρχουν ρητοί διαδικαστικοί κανόνες πρέπει να υιοθετείται με τη διαδικασία αυτή.
111.
Στην υπό κρίση υπόθεση, η λύση αυτή θα συνεπαγόταν ότι η νομική βάση της προσβαλλομένης αποφάσεως έπρεπε να περιλαμβάνει το άρθρο 352, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και τη διάταξη ή τις διατάξεις των Συνθηκών που θέτουν τους στόχους της εξωτερικής δράσεως —επομένως, θα έπρεπε να γίνεται μνεία του άρθρου 43, παράγραφος 2 ή 3, ΣΛΕΕ. Ωστόσο, το ερώτημα εάν το Συμβούλιο έπρεπε να λάβει την έγκριση ή τη γνωμοδότηση του Κοινοβουλίου δεν θα εξαρτάτο από το ποια παράγραφος του άρθρου 43 ΣΛΕΕ έχει εφαρμογή. Κατά το άρθρο 352, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο θα έπρεπε να λάβει την έγκρισή του.
112.
Μια τρίτη επιλογή θα ήταν η αναλογική εφαρμογή του άρθρου 218 ΣΛΕΕ.
113.
Οι μονομερώς δεσμευτικές δηλώσεις και οι διεθνείς συμφωνίες αποτελούν αυτοτελείς πηγές υποχρεώσεων κατά το διεθνές δίκαιο. Εντούτοις, αμφότερες συνεπάγονται την απόφαση της ΕΕ να αναλάβει δέσμευση κατά το διεθνές δίκαιο. Φαίνεται, επομένως, σκόπιμο να τεθεί το ερώτημα: γιατί πρέπει ο τρόπος με τον οποίο λαμβάνεται η εν λόγω απόφαση να είναι θεμελιωδώς διαφορετικός για μονομερώς δεσμευτικές δηλώσεις σε σύγκριση με διεθνείς συμφωνίες; Οι πρώτες δεν αποτελούν απλώς πολιτικές δηλώσεις ή δηλώσεις με τις οποίες η ΕΕ εκπροσωπείται διεθνώς ή οι οποίες γίνονται στο πλαίσιο της συμμετοχής της ΕΕ στη λήψη αποφάσεων σε διεθνές επίπεδο. Ούτε είναι είδος εσωτερικής αποφάσεως που πρέπει να εκδοθεί με κάποια εκ των διαδικασιών που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της εσωτερικής δράσεως (όπως, ενδεχομένως, η συνήθης νομοθετική διαδικασία).
114.
Εάν αυτό αληθεύει, δύναται το άρθρο 218 ΣΛΕΕ να εφαρμοστεί αναλογικώς;
115.
Κατ’ ουσίαν, το άρθρο 218 ΣΛΕΕ ρυθμίζει τις συνταγματικές διαδικασίες που εφαρμόζονται όταν η ΕΕ ενεργεί προκειμένου να καταστεί συμβαλλόμενο μέρος σε μια διεθνή συμφωνία, πράγμα που αποτελεί τον πλέον προφανή τρόπο με τον οποίο η ΕΕ αναλαμβάνει υποχρεώσεις κατά το διεθνές δίκαιο. Είναι σύνηθες για τα κράτη να θεσπίζουν, επίσης, συνταγματικές διαδικασίες για τον ίδιο σκοπό.
116.
Το άρθρο 218 ΣΛΕΕ βασίζεται σε συγκεκριμένη ισορροπία μεταξύ των θεσμικών οργάνων, όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της Επιτροπής (η οποία κινεί τη διαδικασία και εκπροσωπεί την ΕΕ εξωτερικά), του Συμβουλίου (στο οποίο εναπόκειται η λήψη της αποφάσεως περί της αναλήψεως δεσμεύσεως εκ μέρους της ΕΕ κατά το διεθνές δίκαιο) και του Κοινοβουλίου (το οποίο πρέπει πάντοτε να ενημερώνεται, και ενδέχεται να ζητηθεί είτε η έγκριση είτε η γνωμοδότησή του) ( 65 ).
117.
Το άρθρο 218, παράγραφοι 3 και 4, ΣΛΕΕ ρυθμίζει τη συμμετοχή της ΕΕ στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμφωνίας και, ως εκ τούτου, το περιεχόμενο των υποχρεώσεων τις οποίες η ΕΕ δύναται έτσι να αναλάβει. Κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή εκπροσωπεί την ΕΕ κατόπιν σχετικής αποφάσεως του Συμβουλίου. Τα συγκεκριμένα διαδικαστικά στάδια ενδέχεται να φαίνονται αλυσιτελή όσον αφορά την πραγματοποίηση μονομερώς δεσμευτικής δηλώσεως. Δεν υφίσταται οποιοδήποτε κείμενο προς διαπραγμάτευση με τρίτα μέρη· και φαίνεται περιττό να απαιτηθεί από την Επιτροπή να ζητήσει την εξουσιοδότηση του Συμβουλίου για τη σύνταξη προτάσεως δηλώσεως, καθώς το τελευταίο έχει ούτως ή άλλως τον τελευταίο λόγο επί της αναλήψεως υποχρεώσεως εκ μέρους της ΕΕ κατά το διεθνές δίκαιο. Οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν είναι αναγκαίες όσον αφορά μονομερώς δεσμευτικές δηλώσεις. Ούτε έχει εφαρμογή το άρθρο 218, παράγραφος 7, ΣΛΕΕ ελλείψει συμφωνίας που προβλέπει τροποποιήσεις οι οποίες πρέπει να θεσπισθούν με απλοποιημένη διαδικασία ή μέσω οργάνου που συνίσταται με τη εν λόγω συμφωνία.
118.
Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου επί της εξουσιοδοτήσεως υπογραφής και συνάψεως της συμφωνίας βασίζονται σε συγκεκριμένη ισορροπία μεταξύ των θεσμικών οργάνων, όσον αφορά τη σχέση μεταξύ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η οποία είναι ίδιον του εν λόγω διαδικαστικού σταδίου. Επίσης, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο ρόλος των κρατών μελών ( 66 ). Επομένως, το εάν (και ενδεχομένως ο βαθμός που) το Συμβούλιο δύναται να αρνηθεί την έκδοση αποφάσεως για τη σύναψη της συμφωνίας πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα (τουλάχιστον) του περιεχομένου της συμφωνίας, των διαπραγματευτικών οδηγιών του Συμβουλίου, καθώς και οποιουδήποτε άλλου στοιχείου ασκεί επιρροή σε αυτό το διαδικαστικό στάδιο. Εάν το άρθρο 218, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ εφαρμόζεται αναλογικώς στην έκδοση αποφάσεως περί εγκρίσεως μιας μονομερώς δεσμευτικής δηλώσεως, δύναται άνευ ετέρου να γίνει δεκτό ότι πρέπει να τηρείται η ίδια ισορροπία μεταξύ των θεσμικών οργάνων, και ότι οι αντίστοιχες αρμοδιότητες της Επιτροπής και του Συμβουλίου θα είναι όμοιες;
119.
Οι υπόλοιπες διατάξεις του άρθρου 218, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ δύνανται ευχερέστερα να τύχουν εφαρμογής επί αποφάσεων περί εγκρίσεως μονομερώς δεσμευτικών δηλώσεων. Κατ’ ουσίαν, το Συμβούλιο αποφασίζει (κατ’ αρχήν με ειδική πλειοψηφία), πάντοτε με κάποιου είδους συμμετοχή του Κοινοβουλίου. Επομένως, ακόμα και στην περίπτωση που η συμφωνία έχει αντικείμενο για το οποίο οι Συνθήκες δεν προβλέπουν κανενός είδους συμμετοχή του Κοινοβουλίου, μια διεθνής συμφωνία με το ίδιο αντικείμενο απαιτεί τη συμμετοχή του Κοινοβουλίου, το οποίο, κατά το άρθρο 218, παράγραφος 10, ΣΛΕΕ πρέπει επίσης να ενημερώνεται αμέσως και πλήρως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας.
120.
Κατόπιν, υπάρχει το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, το οποίο ορίζει τη διαδικασία για τον «καθορισμό των θέσεων που θα πρέπει να ληφθούν, εξ ονόματος της Ένωσης, σε όργανο που συνιστάται από δεδομένη συμφωνία, όταν το εν λόγω όργανο καλείται να θεσπίσει πράξεις που παράγουν έννομα αποτελέσματα». Δεν φαίνεται να υπάρχει πειστικός λόγος για την εφαρμογή της συγκεκριμένης διαδικασίας και σε μονομερείς δηλώσεις της ΕΕ που αποσκοπούν στην ανάληψη υποχρεώσεων εκ μέρους της ΕΕ κατά το διεθνές δίκαιο, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης πράξεως τρίτου μέρους. Πράγματι, εάν το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ είχε εφαρμογή σε μονομερώς δεσμευτικές δηλώσεις, θα ήταν άνευ σημασίας το εάν λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο της λειτουργίας οργάνου το οποίο έχει συσταθεί με συμφωνία αποσκοπούσα στη θέσπιση πράξεων που παράγουν έννομα αποτελέσματα.
121.
Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου κατά το άρθρο 218, παράγραφος 11, ΣΛΕΕ δεν αμφισβητείται στην υπό κρίση υπόθεση. Ο σκοπός της εν λόγω διατάξεως είναι η «[...] αποτροπή των περιπλοκών οι οποίες θα ανέκυπταν από ένδικες αμφισβητήσεις σχετικές με το αν διεθνείς συμφωνίες που δεσμεύουν την Ένωση είναι συμβατές με τις Συνθήκες» ( 67 ). Η υποβολή αιτήσεως για την έκδοση γνωμοδοτήσεως από το Δικαστήριο επί του περιεχομένου και της διαδικασίας συνάψεως μιας τέτοιας συμφωνίας μπορεί να οδηγήσει στην αποφυγή σοβαρών δυσχερειών και αρνητικών συνεπειών ( 68 ). Ακριβώς όπως και επί μιας διεθνούς συμφωνίας, από μια μονομερώς δεσμευτική δήλωση απορρέουν, από τη στιγμή της πραγματοποιήσεώς της, υποχρεώσεις κατά το διεθνές δίκαιο, τις οποίες δύνανται να επικαλούνται τρίτα κράτη και των οποίων η μη τήρηση δύναται να συνεπάγεται ευθύνη κατά το διεθνές δίκαιο. Τούτο προκύπτει με σαφήνεια από τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως, παρέχοντας περαιτέρω έρεισμα υπέρ της απόψεως ότι το άρθρο 218, παράγραφος 11, ΣΛΕΕ δύναται να έχει εφαρμογή επί μονομερώς δεσμευτικών δηλώσεων.
122.
Μια τέταρτη επιλογή θα ήταν η εφαρμογή των διατάξεων επί των οποίων βασίζεται η εξωτερική αρμοδιότητα αυτή καθ’ εαυτή. Ο κανόνας αυτός ενδέχεται να οδηγήσει σε διαφορετικά αποτελέσματα. Εφόσον η αρμοδιότητα αυτή προβλέπεται ρητώς, η εφαρμογή της δύναται και πάλι να οδηγήσει στην αναλογική εφαρμογή του άρθρου 218 ΣΛΕΕ (ή ειδικών κανόνων περί διεθνών συμφωνιών σε ένα συγκεκριμένο τομέα). Εάν η αρμοδιότητα αυτή θεσπιζόταν σιωπηρώς, το αποτέλεσμα θα ήταν η εφαρμογή των διαδικαστικών κανόνων που έχουν εφαρμογή στη (ρητώς προβλεπόμενη) εσωτερική δράση. Επομένως, παραδείγματος χάριν, μια μονομερώς δεσμευτική δήλωση είναι ενδεχομένως αναγκαίο να υιοθετηθεί με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία. Στην περίπτωση αυτή, τα επιχειρήματα που εξέθεσα ανωτέρω κατά της αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 218 ΣΛΕΕ (επειδή η διάταξη αυτή απλώς δεν λαμβάνει υπόψη τη φύση της μονομερώς δεσμευτικής δηλώσεως ή τον τρόπο διατυπώσεώς της, και, ως εκ τούτου, ενδέχεται να διαταράξει την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των θεσμικών οργάνων) θα είχαν εν προκειμένω ακόμη μεγαλύτερη σημασία ( 69 ).
123.
Συνεπώς, έκαστη των επιλογών αυτών παρουσιάζει αδυναμίες. Πάντως, σε γενικές γραμμές η αναλογική εφαρμογή του άρθρου 218 ΣΛΕΕ φαίνεται να είναι η πλέον πρακτική λύση, καίτοι στην περίπτωση αυτή απαιτείται τόσο η διασταλτική όσο και η συσταλτική ερμηνεία εδαφίων της διατάξεως αυτής, καθώς δεν δύναται κάθε επιμέρους ρύθμισή της να εφαρμοστεί σε μονομερώς δεσμευτικές δηλώσεις κατά τον τρόπο που εφαρμόζεται επί διεθνών συμφωνιών.
124.
Εάν το Δικαστήριο αποφανθεί ότι το άρθρο 218 ΣΛΕΕ δεν δύναται να χρησιμεύσει ως διαδικαστική νομική βάση της προσβαλλομένης αποφάσεως, τούτο θα αποτελεί επαρκή λόγο για την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, και θα παρέλκει η εξέταση των λόγων ακυρώσεως που προέβαλαν το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή.
125.
Θα ασχοληθώ τώρα με την εξέταση των λόγων αυτών, υποθέτοντας ότι το Δικαστήριο θα αποφανθεί πως το άρθρο 218 ΣΛΕΕ δύναται να χρησιμοποιηθεί ως διαδικαστική νομική βάση μονομερώς δεσμευτικών δηλώσεων της ΕΕ.
Πλάνη περί την επιλογή νομικής βάσεως (πρώτος λόγος ακυρώσεως στην υπόθεση C‑103/12 και πρώτο και δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως στην υπόθεση C‑165/12)
Επιχειρήματα
126.
Το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή προβάλλουν το επιχείρημα ότι το Συμβούλιο επλανήθη κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως δυνάμει των άρθρων 43, παράγραφος 3, και 218, παράγραφος 6, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ αντί των άρθρων 43, παράγραφος 2, και 218, παράγραφος 6, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ.
127.
Κατά τις παρατηρήσεις τους, το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ θεσπίζει εξαίρεση από τη διάταξη του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και, ως εκ τούτου, πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Κατ’ ουσίαν, το τελευταίο παρέχει έρεισμα για την έκδοση οποιουδήποτε (νομοθετικού) μέτρου απαιτείται για την επίτευξη των στόχων της ΚΑΠ, ενώ το πρώτο παρέχει έρεισμα μόνο για τα (ρυθμιστικά) μέτρα που απαριθμούνται εκεί, ειδικότερα για μέτρα περί καθορισμού και κατανομής αλιευτικών δυνατοτήτων. Στο άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν γίνεται μνεία ούτε στην παραχώρηση προσβάσεως στα ύδατα της ΕΕ με σκοπό την αλιεία εντός αυτών σε σκάφη τρίτων χωρών ούτε στην άδεια ασκήσεως αλιευτικών δραστηριοτήτων.
128.
Το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν αφορά την έκδοση νομοθετικών πράξεων κατά την έννοια του άρθρου 289 ΣΛΕΕ. Το τελευταίο εισάγει τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (η οποία ορίζεται στο άρθρο 294 ΣΛΕΕ) και προβλέπει την εφαρμογή ειδικών νομοθετικών διαδικασιών σε ορισμένες περιπτώσεις που απαριθμούνται περιοριστικώς στις Συνθήκες. Επομένως, οι εξουσίες περί λήψεως αποφάσεων που δεν εμπίπτουν σε καμία από τις δύο κατηγορίες πρέπει να αφορούν μη νομοθετικές διαδικασίες. Πράγματι, κατά την Επιτροπή, ο καθορισμός αλιευτικών δυνατοτήτων είναι κατ’ ουσίαν εκτελεστική πράξη, παρά τον sui generis χαρακτήρα της διαδικασίας κατά το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι κανένα μέτρο δεν δύναται να ληφθεί δυνάμει του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, ακόμη και αν τούτο θεωρηθεί αυτόνομη νομική βάση, εάν δεν υπάρχει εκ των προτέρων (πολιτική) απόφαση περί των στόχων της ΚΑΠ —απόφαση που πρέπει να εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
129.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το επιχείρημα του Συμβουλίου περί της γραμματικής ερμηνείας ( 70 ) επικεντρώνεται, ιδίως, στη γαλλική απόδοση του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ («mesures relatives à», ήτοι «σχετικά με»). Στην αγγλική απόδοση χρησιμοποιείται η έκφραση «measures on», η οποία υπονοεί μια πιο ευθεία και στενή σύνδεση. Μολονότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ είναι αρκετά ευρύ, με αποτέλεσμα να περιλαμβάνει κανόνες που έχουν λειτουργική σχέση με τον καθορισμό αλιευτικών δυνατοτήτων, δεν έχει το νόημα ότι κάθε μέτρο «σχετικό» (έστω και απομακρυσμένα) με τον καθορισμό αλιευτικών δυνατοτήτων πρέπει να βασίζεται στην εν λόγω διάταξη. Το Κοινοβούλιο υιοθετεί μια αυστηρότερη προσέγγιση και τονίζει ότι μόνον αποφάσεις επί των ζητημάτων που απαριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δύνανται να βασιστούν στη διάταξη αυτή.
130.
Το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή διατείνονται, περαιτέρω, ότι το δίκαιο της Ένωσης θεσπίζει διαδικασία με τρία στάδια για τη χορήγηση σε αλιευτικά σκάφη τρίτων χωρών πρόσβασης στα ύδατα της ΕΕ και στους πόρους εντός αυτών. Κατ’ αρχάς, η ενδεχόμενη πρόσβαση παρέχεται μέσω διεθνούς συμφωνίας της οποίας η νομική βάση είναι το άρθρο 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (και η οποία συνάπτεται με απόφαση που εκδίδεται κατά το άρθρο 218, παράγραφος 6, στοιχείο αʹ, περίπτωση v, ΣΛΕΕ). Δεύτερον, το Συμβούλιο δύναται να προβαίνει στη χορήγηση αλιευτικών δυνατοτήτων δυνάμει του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Τρίτον, κατόπιν του καθορισμού και της κατανομής των εν λόγω αλιευτικών δυνατοτήτων, η Επιτροπή χορηγεί άδειες αλιείας σε μεμονωμένα σκάφη. Σε τρίτη χώρα δεν μπορούν να χορηγηθούν αλιευτικές δυνατότητες με απόφαση του Συμβουλίου (το δεύτερο στάδιο), ελλείψει διεθνούς συμφωνίας (το πρώτο στάδιο) συναφθείσα εξ ονόματος της ΕΕ κατά το άρθρο 218, παράγραφος 6, στοιχείο αʹ, περίπτωση v, ΣΛΕΕ. Η εννοιολογική διάκριση μεταξύ της προσβάσεως στα ύδατα και της προσβάσεως στους πόρους καθίσταται, επίσης, σαφής από το γεγονός ότι η πρόσβαση στα ύδατα χορηγείται συνήθως για μακρά, ενδεχομένως, αόριστη περίοδο, ενώ οι αλιευτικές δυνατότητες καθορίζονται και κατανέμονται σε ετήσια βάση.
131.
Το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή διατείνονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποσκοπεί στη χορήγηση σε σκάφη Βενεζουέλας του δικαιώματος προσβάσεως στα ύδατα της Ένωσης, με σκοπό την άσκηση αλιευτικών δραστηριοτήτων και την υποβολή των δραστηριοτήτων αυτών σε ελέγχους, προκειμένου να διασφαλιστεί η εκ μέρους τους τήρηση των στόχων της ΚΑΠ. Η αναφορά στην παράγραφο 2 της επίμαχης δηλώσεως στο άρθρο 22 του κανονισμού για τις άδειες αλιείας δεν έχει απλώς διαπιστωτικό χαρακτήρα, αλλά υποβάλλει τα αλιευτικά σκάφη Βενεζουέλας στους κανόνες της ΚΑΠ. Συναφώς, η αρχική πρόταση της Επιτροπής και η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παρόμοιες (εάν όχι όμοιες). Αυτό καθ’ εαυτό το εν λόγω γεγονός καταδεικνύει ότι ο σκοπός της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν έχει μεταβληθεί, παρά την τροποποίηση της νομικής βάσεως.
132.
Το Συμβούλιο, με τη στήριξη των παρεμβάντων κρατών μελών, διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση (περιλαμβανομένης της επισυναπτόμενης σε αυτή επίμαχης δηλώσεως) αφορά τον καθορισμό αλιευτικών δυνατοτήτων. Το Συμβούλιο διατείνεται πως από τη χρήση της εκφράσεως «shall adopt measures on» στο άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι αυτό δύναται να χρησιμοποιηθεί ως νομική βάση μέτρων άλλων από αυτά περί καθορισμού και κατανομής αλιευτικών δυνατοτήτων. Επομένως, το πεδίο εφαρμογής του περιλαμβάνει ένα ποσοτικοποιημένο δικαίωμα αλιείας που δύναται να εκφρασθεί με διαφορετικούς τρόπους, περιλαμβανομένου ενός TAC, καθώς και τον περιορισμό της αλιευτικής δραστηριότητας, είτε αυτής καθ’ εαυτής (παραδείγματος χάριν, βάσει του αριθμού kilowatt/ημέρα ή του αριθμού των ημερών που τα σκάφη επιτρέπεται να λείπουν από το λιμάνι) είτε όσον αφορά τον μέγιστο αριθμό σκαφών.
133.
Μολονότι το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ αποτελεί lex specialis σε σχέση με τη lex generalis κατά το άρθρο 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο διατείνεται ότι δεν θεσπίζει εξαίρεση από τη διάταξη του τελευταίου. Δεν πρέπει, επομένως, να ερμηνεύεται συσταλτικά.
134.
Το Συμβούλιο διατείνεται, περαιτέρω, ότι, εισάγοντας το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, ο συντακτικός νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να θεσπίσει απλοποιημένη διαδικασία για τη λήψη των μέτρων της Ένωσης που αποσκοπούν στη διατήρηση των πόρων στα ύδατα της Ένωσης και στην ταχύτερη ανταπόκριση στις επιστημονικές γνωμοδοτήσεις στις οποίες τα εν λόγω μέτρα βασίζονται.
135.
Το Συμβούλιο αμφισβητεί το επιχείρημα ότι, εάν ένα μέτρο συνδέεται με τους στόχους της ΚΑΠ, πρέπει να βασίζεται στο άρθρο 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, καθώς και ότι κανένα μέτρο δεν δύναται να ληφθεί βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, χωρίς να προηγηθεί απόφαση επί των πολιτικών επιλογών σχετικά με την ΚΑΠ κατά το άρθρο 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Επιπλέον, το Συμβούλιο αμφισβητεί την «τεχνητή» διάκριση μεταξύ της προσβάσεως στα ύδατα και της προσβάσεως στους πόρους, στην οποία προέβησαν οι προσφεύγοντες.
136.
Όσον αφορά την προσβαλλόμενη απόφαση, το Συμβούλιο διατείνεται ότι η ΑΟΖ στα ανοικτά των ακτών της Γαλλικής Γουιάνας τοποθετείται μεταξύ των χωρικών υδάτων και της ανοικτής θάλασσας: αποτελεί μια sui generis ζώνη επί της οποίας έχει εφαρμογή η σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας. Η αρμοδιότητα του παράκτιου κράτους στην ΑΟΖ είναι περιορισμένη και το εάν απαιτείται η έγκρισή του για την πρόσβαση στην ΑΟΖ εξαρτάται από τον σκοπό της εν λόγω προσβάσεως. Συναφώς, ούτε το διεθνές δίκαιο ούτε το δίκαιο της Ένωσης απαιτούν την ύπαρξη τυπικής συμφωνίας.
137.
Το Συμβούλιο διατείνεται ότι ούτε ο σκοπός ούτε το περιεχόμενο της εν προκειμένω επίμαχης δηλώσεως υπερβαίνουν το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, ήτοι τον καθορισμό και την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων. Ακόμη και αν το Δικαστήριο ήθελε αποφανθεί ότι οι παράγραφοι 2 έως 4 της επίμαχης δηλώσεως δεν δύνανται να βασιστούν στο άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, η εν λόγω διάταξη αποτελεί ούτως ή άλλως την ορθή νομική βάση, επειδή οι συγκεκριμένες παράγραφοι είναι συμπληρωματικές προς τον κύριο σκοπό της προσβαλλομένης αποφάσεως, ήτοι την επιβεβαίωση της δεσμεύσεως της Ένωσης να χορηγήσει άδειες αλιείας εντός της ΑΟΖ σε σκάφη Βενεζουέλας.
Εκτίμηση
138.
Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει το άρθρο 43, παράγραφος 2 και 3, ΣΛΕΕ ( 71 ), προκειμένου να αποφανθεί επί του ζητήματος σε ποια διάταξη έπρεπε να έχει βασιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, παρέλκει ο εξαντλητικός καθορισμός όλων των ειδών μέτρων στα οποία έχει εφαρμογή καθεμιά εκ των διατάξεων.
139.
Όπως φαίνεται, δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι, εάν το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν είναι η ορθή νομική βάση της προσβαλλομένης αποφάσεως, είτε είναι το άρθρο 43, παράγραφος 2.
140.
Κατά πάγια νομολογία, η επιλογή της νομικής βάσεως ενός μέτρου της ΕΕ πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικούς παράγοντες, ιδίως στον σκοπό και στο περιεχόμενο του μέτρου, οι οποίοι υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο ( 72 ). Επομένως, είναι αναγκαία η εξέταση του περιεχομένου και των σκοπών της προσβαλλομένης αποφάσεως. Το νομοθετικό πλαίσιο εντός των οποίων εκδόθηκε δύναται, επίσης, να ληφθεί υπόψη ( 73 ). Η νομική βάση του μέτρου καθορίζει, έτσι, τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί για τη λήψη του ( 74 ).
141.
Εάν από την εξέταση ενός μέτρου προκύπτει ότι αυτό επιδιώκει διττό σκοπό ή ότι απαρτίζεται από δύο συστατικά μέρη, ο ένας δε εκ των σκοπών αυτών μπορεί να χαρακτηριστεί ως κύριος ή πρωτεύων (ενώ ο δεύτερος απλώς ως παρεπόμενος), ή το ένα εκ των μερών αυτών μπορεί να χαρακτηριστεί ως κύριο ή πρωτεύον (ενώ το δεύτερο απλώς ως παρεπόμενο), η πράξη αυτή πρέπει να στηρίζεται σε μία ενιαία νομική βάση, ήτοι σε εκείνη που επιβάλλει ο κύριος ή πρωτεύων σκοπός ή το κύριο ή πρωτεύον συστατικό μέρος ( 75 ). Εάν το μέτρο κατατείνει συγχρόνως σε περισσότερους σκοπούς, ή έχει περισσότερα συστατικά μέρη, που συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους, χωρίς ο ένας να είναι δευτερεύων και έμμεσος σε σχέση με τον άλλο, κατ’ εξαίρεση πρέπει να στηρίζεται στις αντίστοιχες διαφορετικές νομικές βάσεις ( 76 ).
142.
Ξεκινώ με την ανάλυση του περιεχομένου και των σκοπών της προσβαλλομένης αποφάσεως.
143.
Η αιτιολογική σκέψη 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως περιγράφει την πρακτική των σκαφών Βενεζουέλας που δραστηριοποιούνται στα ύδατα της ΕΕ, ειδικότερα στην ΑΟΖ στα ανοικτά των ακτών της Γαλλικής Γουιάνας, τα οποία υπέχουν υποχρέωση συμμορφώσεως προς την ισχύουσα νομοθεσία της ΕΕ για τη διατήρηση και τη διαχείριση των αλιευτικών πόρων. Η αιτιολογική σκέψη 2 τονίζει γιατί είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί η συνέχεια των εν λόγω δραστηριοτήτων, ήτοι επειδή η βιομηχανία μεταποιήσεως στη Γαλλική Γουιάνα εξαρτάται από τις εκφορτώσεις των εν λόγω σκαφών. Η τρίτη αιτιολογική σκέψη ορίζει το αντικείμενο της επίμαχης δηλώσεως, ήτοι την επιβεβαίωση ότι η ΕΕ «διατίθεται να χορηγήσει αλιευτικές άδειες σε περιορισμένο αριθμό αλιευτικών υπό σημαία Βενεζουέλας εφόσον συμμορφούνται προς την ισχύουσα νομικώς δεσμευτική νομοθεσία της ΕΕ».
144.
Το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως εγκρίνει την απευθυνόμενη στη Βενεζουέλα δήλωση εξ ονόματος της ΕΕ. Το άρθρο 2 διέπει την κοινοποίηση της επίμαχης δηλώσεως στη Βενεζουέλα.
145.
Έχω ήδη εξετάσει το περιεχόμενο και τους σκοπούς της επίμαχης δηλώσεως, κατά την εξέταση του ζητήματος εάν η ΕΕ έχει την αρμοδιότητα να προβεί σε αυτή ( 77 ).
146.
Κατά τη γνώμη μου, με την επίμαχη δήλωση, η ΕΕ αναλαμβάνει την υποχρέωση να χορηγήσει πρόσβαση στα ύδατα της ΕΕ σε σκάφη Βενεζουέλας με σκοπό την αλιεία εντός αυτών. Το συγκεκριμένο είδος προσβάσεως χορηγείται μόνο μετά τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων και τη χορήγηση αδειών αλιείας.
147.
Ωστόσο, η προσβαλλόμενη απόφαση (περιλαμβανομένης της επίμαχης δηλώσεως που επισυνάπτεται σε αυτή) δεν:
—
καθορίζει για το 2012 τον μέγιστο αριθμό αδειών αλιείας για σκάφη Βενεζουέλας, ούτε τον μέγιστο αριθμό σκαφών που δύνανται να δραστηριοποιούνται ανά πάσα στιγμή, ούτε προσδιορίζει το είδος ιχθύων (τούτο συνέβη μεταγενέστερα με το άρθρο 36, παράγραφος 1, και το παράρτημα VIII του κανονισμού 44/2012) ( 78 )·
—
ορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για τη χορήγηση αδειών αλιείας σε σκάφη Βενεζουέλας εντός των υδάτων της ΕΕ το 2012 (τούτο συνέβη μεταγενέστερα με υποσημείωση στο παράρτημα VIII του κανονισμού 44/2012) ( 79 )· ούτε
—
χορηγεί ατομικές άδειες αλιείας σε σκάφη Βενεζουέλας (τούτο συνέβη μεταγενέστερα με την απόφαση της Επιτροπής της 26ης Μαρτίου 2012) ( 80 ).
148.
Με την επίμαχη δήλωση, η ΕΕ ανέλαβε την υποχρέωση να παραχωρήσει πρόσβαση στην ΑΟΖ στα ανοικτά της Γαλλικής Γουιάνας, η οποία εκτείνεται έως 200 ναυτικά μίλια από τη γραμμή βάσεως των χωρικών υδάτων, με σκοπό την αλιεία εντός αυτής. Ελλείψει εγκρίσεως εκ μέρους της ΕΕ, τα σκάφη Βενεζουέλας δεν θα είχαν τη δυνατότητα να εισέλθουν στα εν λόγω ύδατα. Τούτο συνάγεται από τους κανόνες του διεθνούς δικαίου που διέπουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του παράκτιου κράτους και άλλων κρατών στην ΑΟΖ του πρώτου. Κατά το άρθρο 56, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της συμβάσεως για το δίκαιο της θάλασσας, το παράκτιο κράτος (και εν προκειμένω, μέσω της Γαλλίας, η ΕΕ) έχει κυριαρχικά δικαιώματα, μεταξύ άλλων, για την εξερεύνηση και εκμετάλλευση, τη διατήρηση και τη διαχείριση των φυσικών πόρων στα εν λόγω ύδατα. Επομένως, το παράκτιο κράτος έχει το δικαίωμα να αρνηθεί ή να επιτρέψει σε σκάφη που φέρουν τη σημαία άλλων κρατών την πρόσβαση στην ΑΟΖ του για οποιονδήποτε σκοπό πέραν αυτών (όπως η ελευθερία ναυσιπλοΐας) για τους οποίους όλα τα κράτη έχουν, κατά το άρθρο 58, παράγραφος 1, της συμβάσεως για το δίκαιο της θάλασσας, δικαίωμα προσβάσεως στην ΑΟΖ. Όπως το Δικαστήριο τόνισε στην απόφαση Poulsen and Diva Navigation ( 81 ), η δικαιοδοσία του παράκτιου κράτους τόσο στα χωρικά ύδατα όσο και στην ΑΟΖ δεν είναι απόλυτη· κατά το δίκαιο της θάλασσας (και ειδικότερα κατά τη σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας), το παράκτιο κράτος οφείλει να σέβεται το δικαίωμα αβλαβούς διελεύσεως μέσω των χωρικών του υδάτων σκαφών που φέρουν τη σημαία άλλων κρατών, και ιδίως την ελευθερία ναυσιπλοΐας, κατά την άσκηση των εξουσιών του επί της ΑΟΖ. Ωστόσο, η αλιεία δεν αποτελεί ούτε αβλαβή διέλευση ούτε ελεύθερη ναυσιπλοΐα.
149.
Το παράκτιο κράτος υπέχει, επίσης, υποχρεώσεις, ιδίως σχετικά με τη διατήρηση (άρθρο 61 της συμβάσεως για το δίκαιο της θάλασσας) και τη χρησιμοποίηση (άρθρο 61 της συμβάσεως για το δίκαιο της θάλασσας) των ζώντων πόρων εντός της ΑΟΖ. Έτσι, κατά το άρθρο 62, παράγραφος 2, της συμβάσεως για το δίκαιο της θάλασσας, εάν το παράκτιο κράτος δεν έχει μόνο του τη δυνατότητα να αλιεύσει τον συνολικό επιτρεπόμενο όγκο αλιεύματος, θα πρέπει «κατόπιν συμφωνιών και άλλων διακανονισμών» να παράσχει σε άλλα κράτη πρόσβαση στο πλεόνασμα. Όταν παραχωρείται η εν λόγω πρόσβαση, το άρθρο 62, παράγραφος 4, της συμβάσεως για το δίκαιο της θάλασσας απαιτεί οι υπήκοοι άλλων κρατών που αλιεύουν εντός της ΑΟΖ να συμμορφώνονται με τους όρους και τις προϋποθέσεις περί διατηρήσεως κ.λπ. που έχουν εφαρμογή κατά το δίκαιο του παράκτιου κράτους.
150.
Κατά την άποψή μου, η επίμαχη δήλωση εκπληρώνει αυτήν ακριβώς τη λειτουργία: αποτελεί είδος «συμφωνίας ή άλλου διακανονισμού» με την οποία η ΕΕ αναλαμβάνει την υποχρέωση να χορηγήσει πρόσβαση σε τρίτο κράτος. Ελλείψει της εν λόγω εγκρίσεως, σκάφη Βενεζουέλας δεν δύνανται να αλιεύουν εντός των υδάτων της ΕΕ.
151.
Εάν η πράξη αυτή πρέπει να εκδοθεί κατά τους διαδικαστικούς κανόνες του άρθρου 218 ΣΛΕΕ, και εάν αφορά τομέα στον οποίο έχει εφαρμογή είτε η συνήθης νομοθετική διαδικασία είτε κάποια ειδική νομοθετική διαδικασία, τότε είναι αναγκαία η έγκριση του Κοινοβουλίου πριν από την έκδοση εκ μέρους του Συμβουλίου της αποφάσεως για την έγκριση της επίμαχης δηλώσεως. Τούτο προκύπτει εκ του ότι αμφότερες οι εσωτερικές διαδικασίες αποτελούν νομοθετικές διαδικασίες.
152.
Εν προκειμένω, πρέπει να διακρίνω μεταξύ της φύσεως της αρμοδιότητας και των νομικών θεμελίων της συμμετοχής του Κοινοβουλίου στην εξωτερική δράση κατά το άρθρο 218 ΣΛΕΕ. Χωρίς να προβώ στη γραμματική ερμηνεία των όρων «areas» και «fields», οι οποίοι χρησιμοποιούνται στην αγγλική απόδοση των Συνθηκών, ο ορισμός των «areas» στα άρθρα 3, παράγραφος 1, 4 και 6, ΣΛΕΕ στους οποίους απονέμεται, αντιστοίχως, στην ΕΕ αποκλειστική, συντρέχουσα ή υποστηρικτική αρμοδιότητα αφορά την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της ΕΕ και των κρατών μελών. Αντιθέτως, το άρθρο 218, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ (στην αγγλική απόδοση του οποίου χρησιμοποιείται ο όρος «fields») αφορά, κατά τη γνώμη μου, την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, ιδίως την αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου σε σχέση με την αρμοδιότητα του Συμβουλίου.
153.
Επομένως, το γεγονός ότι η ΕΕ έχει αποκλειστική αρμοδιότητα, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ, ως προς τη διατήρηση των βιολογικών πόρων της θάλασσας στο πλαίσιο της ΚΑΠ, καθώς και ότι τα μέτρα που απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων της ΚΑΠ πρέπει να ληφθούν, κατά το άρθρο 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία ( 82 ) δεν επιλύει, αυτό καθ’ εαυτό, το ζήτημα της ορθής νομικής βάσεως για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία εγκρίθηκε η επίμαχη δήλωση. Η εξαγωγή του αντίθετου συμπεράσματος θα σήμαινε ότι δεν λαμβάνεται υπόψη το γράμμα του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το οποίο προβλέπει ότι ορισμένα μέτρα στο πλαίσιο των στόχων της ΚΑΠ δύνανται να ληφθούν χωρίς την έγκριση του Κοινοβουλίου, επειδή αφορούν ζητήματα που ρυθμίζονται με μη νομοθετική πράξη.
154.
Μια συμφωνία δύναται να καλύπτει έναν ή περισσότερους τομείς, οι οποίοι διέπονται εν μέρει από τη συνήθη νομοθετική διαδικασία και εν μέρει από μια διαφορετική διαδικασία. Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση, ουδείς προέβαλε το επιχείρημα ότι, λόγω του αντικειμένου της, η προσβαλλόμενη απόφαση θα έπρεπε να έχει εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 43, παράγραφος 2, και 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
155.
Η προσβαλλόμενη απόφαση συμβάλλει στη βέλτιστη χρησιμοποίηση των ζώντων πόρων εντός της ΑΟΖ, μέσω της διαχειρίσεως των εν λόγω πόρων, με σκοπό την αποκόμιση των οικονομικών και κοινωνικών πλεονεκτημάτων που προκύπτουν εξ αυτών, καθώς και τη διατήρησή τους. Επομένως, αποτελεί μέτρο αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων της ΚΑΠ, ειδικότερα όσων ορίζονται στο άρθρο 39 ΣΛΕΕ ( 83 ). Ως εκ τούτου, το ορθό σημείο εκκινήσεως είναι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα έπρεπε να βασίζεται στο άρθρο 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
156.
Φρονώ ότι η εν λόγω άποψη δεν δύναται να αντικρουστεί με επίκληση του άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή σε μέτρα που, καίτοι ορίζονται κατά τρόπο στενότερο, είναι εντούτοις επίσης αναγκαία για την επιδίωξη των στόχων της ΚΑΠ. Πράγματι, από το γράμμα του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι τούτο έχει εφαρμογή τουλάχιστον σε μέτρα για τον καθορισμό των πραγματικών τιμών, των εισφορών και των ενισχύσεων, για τον περιορισμό των ποσοτήτων που επιτρέπεται να αλιευθούν (ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο οι ποσότητες αυτές ορίζονται ή μετρούνται), για τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων και για τον ορισμό των κρατών μελών και των τρίτων κρατών στα οποία κατανέμονται οι αλιευτικές δυνατότητες, όσον αφορά το τι, πότε, πού και ενδεχομένως πώς, καθώς και για ποιο σκοπό αλιεύεται.
157.
Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ρυθμίζει κανένα εκ των ζητημάτων αυτών ( 84 ).
158.
Πάντως, οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το εάν το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ περιλαμβάνει οτιδήποτε άλλο πέραν των μέτρων του εν λόγω καταλόγου, ιδίως ως προς την τελευταία φράση στην εν λόγω διάταξη, ήτοι «[...] σχετικά με τον καθορισμό και την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων». Ο πυρήνας του επιχειρήματος του Συμβουλίου ως προς το ζήτημα αυτό φαίνεται να βασίζεται στον συνδετικό όρο που χρησιμοποιείται για τον ορισμό του μέτρου και του αντικειμένου του. Έτσι, για παράδειγμα στη γαλλική απόδοση αναφέρονται «les mesures relatives à», στη γερμανική απόδοση «die Maßnahmen zur», στην ολλανδική απόδοση «de maatregelen [...] voor» και στην ισπανική απόδοση «las medidas relativas a». Στην πλειοψηφία των άλλων γλωσσικών αποδόσεων φαίνεται ότι γίνεται χρήση παρόμοιου συνδετικού όρου. Ωστόσο, στην αγγλική απόδοση χρησιμοποιείται ο όρος «measures on».
159.
Η δυσκολία κατά την οριοθέτηση της αρμοδιότητας του Συμβουλίου κατά το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ έγκειται στο γεγονός ότι, αφενός, αυτό περιλαμβάνει εξαντλητικό κατάλογο θεμάτων και, αφετέρου, ο συνδετικός όρος διευρύνει το πεδίο των μέτρων που εμπίπτουν στο άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
160.
Συμφωνώ με το Συμβούλιο ότι ο συνδετικός όρος που χρησιμοποιείται στο άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ έχει το νόημα ότι η διάταξη αυτή, μεμονωμένα ερμηνευόμενη, ενδεχομένως καλύπτει όχι μόνο μέτρα που ουσιαστικώς καθορίζουν και/ή κατανέμουν αλιευτικές δυνατότητες, αλλά και μέτρα «σχετικά με» τον καθορισμό και την κατανομή τους υπό ευρεία έννοια. Από τη συνδυαστική ερμηνεία της διατάξεως αυτής με το άρθρο 44, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι σε άλλες περιπτώσεις ο συντακτικός νομοθέτης της Ένωσης χρησιμοποίησε τον όρο «καθορίζει» ως διακριτό από τον όρο «μέτρα σχετικά με τον καθορισμό» ( 85 ). Ωστόσο, ως εκ τούτου εγείρεται το ερώτημα περί της σημασίας του όρου «σχετικά με» εντός αυτού του πλαισίου.
161.
Δεν έχω πεισθεί ότι το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ έχει εφαρμογή σε κάθε μέτρο που έχει οποιαδήποτε σύνδεση με αλιευτικές δυνατότητες.
162.
Το άμεσο πλαίσιο εντός του οποίου χρησιμοποιείται ο συνδετικός όρος περιλαμβάνει το ουσιαστικό «καθορισμός», καθώς και το ουσιαστικό «κατανομή». Εξ αυτού συνάγεται ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν περιλαμβάνει το σύνολο των μέτρων για ή σχετικά με αλιευτικές δυνατότητες. Αντιθέτως, τα μέτρα κατά το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ πρέπει να έχουν σχέση με τις πράξεις περί καθορισμού των αλιευτικών δυνατοτήτων και της κατανομής τους μεταξύ των κρατών μελών και ενδεχομένως τρίτων κρατών. Μέτρα σχετικά με άλλες πτυχές των αλιευτικών δυνατοτήτων δεν εμπίπτουν στο άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
163.
Το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ πρέπει επίσης να ερμηνεύεται εντός του συνολικού πλαισίου του άρθρου 43 ΣΛΕΕ. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 43 ΣΛΕΕ δύνανται να διαφοροποιηθούν μεταξύ τους βάσει δύο κριτηρίων: αφενός των μέτρων που προβλέπουν, αφετέρου των διαδικασιών που θεσπίζουν για τη λήψη των μέτρων αυτών.
164.
Μολονότι η διαδικασία δεν δύναται να καθορίσει το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής μιας διατάξεως, εν τούτοις είναι γεγονός ότι ο συντακτικός νομοθέτης της Ένωσης υπαγόρευσε την εφαρμογή της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας κατά το άρθρο 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ για την ευρύτερη κατηγορία μέτρων· επίσης, υπαγόρευσε τη χρήση μιας μη νομοθετικής διαδικασίας κατά το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ για μέτρα τα οποία διαφορετικά θα ενέπιπταν στο άρθρο 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, ανεξαρτήτως του εάν το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ αποτελεί ή δεν αποτελεί εξαίρεση από το άρθρο 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά, το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ προσδιορίζει μια υποκατηγορία μέτρων τα οποία διαφορετικά θα ενέπιπταν στο άρθρο 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, και προβλέπει για τη λήψη των μέτρων αυτών ειδική διαδικασία, στην οποία αποκλείεται η συμμετοχή του Κοινοβουλίου. Κατά τη γνώμη μου, τούτο προκύπτει εκ του ότι τα μέτρα κατά το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ αφορούν αποφάσεις λαμβανόμενες βάσει λεπτομερούς (και συχνά τεχνικής φύσεως) εκτιμήσεως, όπως αρμόζει στις περιστάσεις, των σχετικών πληροφοριών για τα βιώσιμα επίπεδα εκμεταλλεύσεως των αλιευμάτων, καθώς και για τη διατήρηση και τη διαχείριση των πόρων αυτών. Αντιθέτως, μέτρα που αποτελούν προαπαιτούμενο για τον καθορισμό και την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
165.
Πριν τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη της Λισσαβώνας, οι Συνθήκες δεν περιείχαν καμία ειδική διάταξη σχετικά με τις διαδικασίες για τον καθορισμό και την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων. Αντ’ αυτού, το άρθρο 37, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, όριζε, όσον αφορά την ΚΓΠ, ότι: «[π]ροτάσει της Επιτροπής και κατόπιν διαβουλεύσεως με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο πέραν των συστάσεων που δύναται να διατυπώσει, εκδίδει κανονισμούς ή οδηγίες, ή λαμβάνει αποφάσεις, με ειδική πλειοψηφία».
166.
Η εν λόγω διάταξη χρησίμευσε ως νομική βάση του βασικού κανονισμού του 2002. Το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού όριζε τη διαδικασία για τη λήψη αποφάσεως (χωρίς τη συμμετοχή του Κοινοβουλίου) για «[...] τα όρια των αλιευμάτων ή/και της αλιευτικής προσπάθειας και την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και τους όρους που διέπουν τα όρια αυτά»: τα μέτρα αυτά έπρεπε να ληφθούν από το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής. Το άρθρο 20, παράγραφος 4, όριζε ότι το Συμβούλιο καθορίζει «[...] τις αλιευτικές δυνατότητες που διατίθεται σε τρίτες χώρες στα [...] ύδατα [της ΕΕ], και κατανέμει τις δυνατότητες αυτές σε κάθε τρίτη χώρα».
167.
Μια συγκρίσιμη διάκριση μεταξύ των διαδικασιών γίνεται επί του παρόντος με τις Συνθήκες (οι οποίες, ωστόσο, δεν προβαίνουν στη διάκριση βάσει του εάν οι αλιευτικές δυνατότητες καθορίζονται για τρίτες χώρες ή για τα κράτη μέλη).
168.
Πράγματι, το γράμμα του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ παρουσιάζει ιδιαίτερη ομοιότητα με το γράμμα του άρθρου III 231, παράγραφος 3, της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης ( 86 ): «[τ]ο Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής, εκδίδει ευρωπαϊκούς κανονισμούς ή αποφάσεις σχετικά με τον καθορισμό των τιμών, των εισφορών, των ενισχύσεων και των ποσοτικών περιορισμών, καθώς και σχετικά με τον καθορισμό και την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων». Αντιθέτως προς το άρθρο 20 του βασικού κανονισμού του 2002, το γράμμα της εν λόγω διατάξεως δεν αναφερόταν στους «όρους που διέπουν τα όρια [των αλιευμάτων και της αλιείας]».
169.
Επομένως, μολονότι υπάρχει περιθώριο ερμηνείας του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ υπό την έννοια ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του μέτρα πέραν της αποφάσεως περί του ποιος δύναται να αλιεύει, τι και πού, εντούτοις μέτρα που αποτελούν προαπαιτούμενο της εν λόγω αποφάσεως δεν εμπίπτουν, κατά την άποψή μου, στη διάταξη αυτή.
170.
Φρονώ ότι η Επιτροπή ορθώς επισήμανε ότι, τόσο κατά το δίκαιο της Ένωσης όσο και κατά το διεθνές δίκαιο, απαιτείται κάποιου είδους διεθνής τίτλος για την πρόσβαση των σκαφών Βενεζουέλας στα ύδατα της ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο δεν δύναται να ασκήσει την αρμοδιότητά του κατά το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, και η Επιτροπή δεν δύναται να χορηγεί άδειες αλιείας, ελλείψει προτέρας αποφάσεως της ΕΕ να παραιτηθεί του σχετικού κυριαρχικού της δικαιώματός της επί της ΑΟΖ. Εκτός εάν και μέχρις ότου παραχωρηθεί στη Βενεζουέλα πρόσβαση στα ύδατα της ΕΕ με σκοπό την αλιεία, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί καθορισμός αλιευτικών δυνατοτήτων. Η ύπαρξη διεθνούς τίτλου είναι προαπαιτούμενο για την άσκηση εκ μέρους του Συμβουλίου της αρμοδιότητάς του να λαμβάνει μέτρα για τον καθορισμό και την κατανομή αλιευτικών δυνατοτήτων στη Βενεζουέλα.
171.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν θα μπορούσε, αυτή καθ’ εαυτή, να έχει βασιστεί στο άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Ο εκεί χρησιμοποιούμενος συνδετικός όρος δεν δύναται να έχει τόσο ευρύ νόημα, ώστε να εμπίπτουν στη διάταξη αυτή μέτρα που αποτελούν προϋπόθεση για τον καθορισμό και την κατανομή αλιευτικών δυνατοτήτων. Έπεται ότι ως νομική βάση της προσβαλλομένης αποφάσεως έπρεπε να έχουν επιλεγεί τα άρθρα 43, παράγραφος 2, και 218, παράγραφος 6, στοιχείο αʹ, περίπτωση v, ΣΛΕΕ, καθώς και ότι η έγκριση του Κοινοβουλίου έπρεπε να έχει δοθεί πριν από την έκδοσή της. Συνεπώς, συμπεραίνω ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως στην υπόθεση C‑103/12 και ο πρώτος λόγος ακυρώσεως στην υπόθεση C‑165/12, τόσο ως προς το πρώτο όσο και ως προς το δεύτερο σκέλος του, πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Αντιφατική αιτιολόγηση της επιλογής νομικής βάσεως (τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως στην υπόθεση C‑165/12)
172.
Το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως της Επιτροπής συνίσταται σε πλάνη του Συμβουλίου τόσο κατά την αιτιολόγηση της επιλογής νομικής βάσεως όσο και κατά την παράλειψη να διαβουλευθεί, αντιθέτως προς το πνεύμα του άρθρου 295 ΣΛΕΕ, με το Κοινοβούλιο και την Επιτροπή, όσον αφορά τη συγκεκριμένη επιλογή. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραθέτει τους λόγους που η δήλωση περί χορηγήσεως προσβάσεως στα ύδατα της ΕΕ πρέπει να λογίζεται ως μέτρο καθορισμού αλιευτικών δυνατοτήτων. Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, η αιτιολόγηση είναι αντιφατική. Η Επιτροπή διατείνεται ότι ο τίτλος της επίμαχης δηλώσεως αναφέρεται ρητώς σε αλιευτικές δυνατότητες. Εντούτοις, το γράμμα της επίμαχης δηλώσεως αφορά την παραχώρηση προσβάσεως στα ύδατα της ΕΕ σε σκάφη που εν μέρει υποχρεούνται να συμμορφώνονται με την ΚΑΠ. Τούτο αντίκειται στην υποχρέωση αιτιολογήσεως των πράξεων γενικής ισχύος κατά τρόπο λογικό και χωρίς εσωτερικές αντιφάσεις, και συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως διεξαγωγής διαβουλεύσεων μεταξύ των θεσμικών οργάνων.
173.
Με το υπόμνημα απαντήσεως που κατέθεσε, η Επιτροπή φαίνεται να περιόρισε σημαντικά το πεδίο αυτού του λόγου ακυρώσεως. Έτσι, όσον αφορά το πρώτο σκέλος, διευκρίνισε ότι δεν είχε υποστηρίξει πως υπήρχε ανεπαρκής αιτιολογία ή έλλειψη αιτιολογίας. Αντιθέτως, επισήμανε τη δυνατότητα να θεωρηθεί ότι η αιτιολογία κατέστη αντιφατική λόγω των τροποποιήσεων του κειμένου στις οποίες προέβη το Συμβούλιο. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, δεν είχε υποστηρίξει ότι τούτο αποτελούσε αυτοτελή λόγο ακυρώσεως. Η Επιτροπή δεν ανέπτυξε περαιτέρω τον συγκεκριμένο λόγο, αναγνωρίζοντας ότι το Κοινοβούλιο δεν προέβαλε παρόμοιο λόγο ακυρώσεως.
174.
Το Συμβούλιο απάντησε ότι οι απαιτήσεις του άρθρου 296, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ικανοποιούνται, επειδή η πρώτη και η δεύτερη αιτιολογική σκέψη ορίζουν το πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και η τρίτη αιτιολογική σκέψη ορίζει το αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, ήτοι την επιβεβαίωση ότι η ΕΕ θα χορηγήσει άδειες αλιείας σε περιορισμένο αριθμό σκαφών Βενεζουέλας. Το Συμβούλιο επισήμανε περαιτέρω ότι η διαδικασία διέπεται από το άρθρο 218 ΣΛΕΕ, αντί του άρθρου 295 ΣΛΕΕ. Εν πάση περιπτώσει, οι δηλώσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή προκειμένου να προβάλει ενστάσεις κατά των τροποποιήσεων του Συμβουλίου επί της προτάσεώς της καταδεικνύουν ότι η Επιτροπή συμμετείχε πλήρως στη διαδικασία.
175.
Βάσει της προσφυγής της, αντιλαμβάνομαι ότι το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε η Επιτροπή στην υπόθεση C‑165/12 αφορά αφενός την υποχρέωση αιτιολογήσεως των νομικών πράξεων (άρθρο 296, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ) αφετέρου την υποχρέωση συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων (άρθρο 295 ΣΛΕΕ).
176.
Μολονότι, εκ του υπομνήματος απαντήσεώς της προκύπτει ότι η Επιτροπή παραιτήθηκε από το εν λόγω σκέλος του πρώτου της λόγου ακυρώσεως, εντούτοις επισημαίνω ότι η έλλειψη (επαρκούς) αιτιολογίας συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου που μπορεί ή και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ( 87 ).
177.
Η υποχρέωση αιτιολογήσεως των νομικών πράξεων, η οποία θεσπίζεται στο άρθρο 296, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, έχει το νόημα ότι η αιτιολόγηση εκ μέρους του θεσμικού οργάνου που έχει εκδώσει το προσβαλλόμενο μέτρο πρέπει να προκύπτει «[...] κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο [...] ώστε οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν το ληφθέν μέτρο και το Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει τον έλεγχό του [...]». Η αιτιολογία δεν απαιτείται να διευκρινίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία ( 88 ). Το εάν η υποχρέωση αυτή τηρείται εξαρτάται από το γράμμα της πράξεως, το περιεχόμενό της, καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν το περί ου πρόκειται ζήτημα ( 89 ).
178.
Η δυσκολία κατά την κατανόηση του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε η Επιτροπή έγκειται στο γεγονός ότι, εάν εξεταστεί από κοινού με το πρώτο και το δεύτερο σκέλος, προκύπτει ότι η Επιτροπή ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, επειδή, αφενός, λαμβανομένων υπόψη του περιεχομένου και του σκοπού της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκδόθηκε δυνάμει εσφαλμένης νομικής βάσεως και, αφετέρου, παρέχει ανεπαρκή αιτιολογία, όσον αφορά την εσφαλμένη επιλογή νομικής βάσεως από το Συμβούλιο.
179.
Κατά τη γνώμη μου, όταν μια πράξη της ΕΕ εκδίδεται δυνάμει εσφαλμένης νομικής βάσεως, παρέλκει και δεν είναι πάντοτε δυνατή η περαιτέρω εξέταση του εάν το θεσμικό όργανο που εξέδωσε την πράξη αιτιολόγησε επαρκώς την εσφαλμένη επιλογή νομικής βάσεως. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η εσφαλμένη επιλογή νομικής βάσεως αποτελεί επαρκή λόγο ακυρώσεως.
180.
Εάν, παρά ταύτα, το Δικαστήριο αποφασίσει να εξετάσει το σκέλος του προβληθέντος από την Επιτροπή λόγου ακυρώσεως, το οποίο βασίζεται στο άρθρο 295 ΣΛΕΕ, τονίζω ότι η Επιτροπή αποδέχεται ότι είχε τη δυνατότητα να αναπτύξει τις απόψεις της και ότι, εν πάση περιπτώσει, είναι σαφές πως το Συμβούλιο ζήτησε τη γνωμοδότηση του Κοινοβουλίου και ότι η Επιτροπή συμμετείχε ενεργά στη διαδικασία, όπως αποδεικνύεται από τις δηλώσεις στις οποίες επανειλημμένως προέβη. Στο πλαίσιο αυτό, φρονώ ότι δεν αποδείχθηκε η παράβαση του άρθρου 295 ΣΛΕΕ.
181.
Συνεπώς, συμπεραίνω ότι το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Εφαρμογή εσφαλμένης διαδικασίας (δεύτερος λόγος ακυρώσεως στην υπόθεση C‑103/12)
182.
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο αποφανθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση μπορούσε να βασιστεί στο άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το Κοινοβούλιο διατείνεται ότι το Συμβούλιο επλανήθη κατά την ερμηνεία του άρθρου 218, παράγραφος 6, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ, επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση θα έπρεπε να έχει βασιστεί στο άρθρο 218, παράγραφος 6, στοιχείο αʹ, περίπτωση v, ΣΛΕΕ. Εάν κατά το δίκαιο της Ένωσης η συνήθης νομοθετική διαδικασία εφαρμόζεται για την έκδοση νομοθετικών πράξεων αναγκαίων για τη θέση σε εφαρμογή μιας πολιτικής της ΕΕ, τότε διεθνείς συμφωνίες σχετικές με την αυτή πολιτική πρέπει αναγκαίως να συνάπτονται κατόπιν της λήψεως της εγκρίσεως του Κοινοβουλίου. Το γεγονός ότι μια πράξη σχετική με κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο της πολιτικής αυτής θα υπέκειτο σε άλλη διαδικασία δεν ασκεί επιρροή επί της διαδικασίας που διέπει τη σύναψη της διεθνούς συμφωνίας. Η εν λόγω ερμηνεία επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το νόημα του όρου «field» στην αγγλική απόδοση του άρθρου 218, παράγραφος 6, στοιχείο αʹ, περίπτωση v, ΣΛΕΕ ανταποκρίνεται σε αυτό του όρου «area» στην αγγλική απόδοση των άρθρων 3, 4 και 6 ΣΛΕΕ.
183.
Το Συμβούλιο διατείνεται ότι το Κοινοβούλιο δεν δύναται να έχει αρμοδιότητα συναποφάσεως στις εξωτερικές σχέσεις, όταν δεν έχει την αρμοδιότητα για εσωτερική δράση. Επιπροσθέτως, η ΚΑΠ δεν αποτελεί ενιαίο τομέα, καθώς τα μέτρα στο πλαίσιο της ΚΑΠ αφορούν τόσο τον τομέα αποκλειστικής αρμοδιότητας κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ όσο και τον τομέα συντρέχουσας αρμοδιότητας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ.
184.
Κατά την άποψή μου, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε το Κοινοβούλιο, επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να έχει βασιστεί στο άρθρο 43, παράγραφος 2, καθώς και στο άρθρο 218, παράγραφος 6, στοιχείο αʹ, περίπτωση v, ΣΛΕΕ. Εάν, παρά ταύτα, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να τον εξετάσει, φρονώ ότι πρέπει να τον απορρίψει για τους λόγους που εξετέθησαν στα σημεία 151 και 153 των παρουσών προτάσεων (οι οποίοι αφορούσαν τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε το Κοινοβούλιο στην υπόθεση C‑103/12).
Μη σεβασμός των αρμοδιοτήτων του Κοινοβουλίου (δεύτερος λόγος ακυρώσεως στην υπόθεση C‑165/12)
185.
Η Επιτροπή διατείνεται ότι το Συμβούλιο δεν σεβάστηκε την αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου να εγκρίνει, κατά το άρθρο 218, παράγραφος 6, στοιχείο αʹ, περίπτωση v, ΣΛΕΕ, πράξεις όπως η προσβαλλόμενη απόφαση. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή τονίζει ότι δεν αρκεί να ζητηθεί η έγκριση του Κοινοβουλίου εντός ορισμένης περιόδου. Διαφορετικά απ’ ό,τι στο πλαίσιο μιας απλής διαβουλεύσεως, οι Συνθήκες δεν επιτρέπουν στο Συμβούλιο να τάξει προθεσμία στο Κοινοβούλιο, μετά τη λήξη της οποίας εκδίδει την πράξη άνευ της εγκρίσεως του τελευταίου.
186.
Κατά το Συμβούλιο, η προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς βασίστηκε στο άρθρο 218, παράγραφος 6, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ. Το Κοινοβούλιο δεν πρέπει να έχει δικαίωμα αρνησικυρίας επί εξωτερικών μέτρων, όταν δεν έχει το δικαίωμα αυτό σε σχέση με παρόμοια εσωτερικά μέτρα.
187.
Δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι το Συμβούλιο παρέλειψε να ζητήσει την έγκριση του Κοινοβουλίου πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Εάν η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως βασίστηκε στο άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, ενώ έπρεπε να έχει βασιστεί στο άρθρο 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, προκύπτει άνευ ετέρου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στον βαθμό που το άρθρο 218 ΣΛΕΕ έχει εφαρμογή σε αυτή, έπρεπε να εκδοθεί με την έγκριση του Κοινοβουλίου. Η παράλειψη να ζητηθεί η εν λόγω έγκριση αποτελεί προσβολή των αρμοδιοτήτων του Κοινοβουλίου.
188.
Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτός. Έπεται ότι ο δεύτερος λόγος στην υπόθεση C‑165/12 πρέπει επίσης να γίνει δεκτός.
Διαστρέβλωση της προτάσεως της Επιτροπής (τρίτος λόγος ακυρώσεως στην υπόθεση C‑165/12)
189.
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο αποφανθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί μέτρο καθορισμού αλιευτικών δυνατοτήτων και, ως εκ τούτου απορρίψει τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο παρέβη τα άρθρα 17 ΣΕΕ και 218, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, διαστρεβλώνοντας την πρότασή της και μη σεβόμενο το δικαίωμα πρωτοβουλίας που της ανήκει. Μολονότι το άρθρο 293, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ορίζει ότι, κατ’ αρχήν, το Συμβούλιο δύναται να τροποποιεί (πάντως, μόνο ομόφωνα) πρόταση της Επιτροπής, το Συμβούλιο δεν δύναται να τροποποιήσει το αντικείμενό της ούτε τους σκοπούς της. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση του Δικαστηρίου, C‑408/95, Eurotunnel κ.λπ. ( 90 ). Στην παρούσα υπόθεση, το Συμβούλιο κατέστησε τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων αντικείμενο της προτάσεως. Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο εξέδωσε απόφαση ως σαν να μην είχε υποβληθεί πρόταση από την Επιτροπή.
190.
Το Συμβούλιο διατείνεται ότι ούτε το δικαίωμα πρωτοβουλίας της Επιτροπής ούτε το δικαίωμα αποφάσεως του Συμβουλίου είναι απόλυτο. Δεν δύναται να γίνει δεκτό ότι, οσάκις το Συμβούλιο τροποποιεί τη νομική βάση μιας αποφάσεως, διαστρεβλώνει αυτομάτως την πρόταση της Επιτροπής και δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα πρωτοβουλίας της Επιτροπής. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει προηγουμένως επικυρώσει την τροποποίηση νομικής βάσεως στην οποία προέβη το Συμβούλιο και/ή το Κοινοβούλιο. Οι τροποποιήσεις της προτάσεως πραγματοποιήθηκαν, επειδή αυτή αφορούσε μέτρο για τον καθορισμό αλιευτικών δυνατοτήτων.
191.
Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως που προέβαλε η Επιτροπή στηρίζεται στην υπόθεση ότι το Δικαστήριο αποφαίνεται πως η προσβαλλόμενη απόφαση και η επίμαχη δήλωση που επισυνάπτεται σε αυτή ορθώς βασίστηκαν στο άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και στο άρθρο 218 ΣΛΕΕ. Εάν το Δικαστήριο συμφωνήσει με την άποψη μου ότι το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν αποτελούσε την ορθή νομική βάση, παρέλκει η εξέταση του συγκεκριμένου λόγου ακυρώσεως. Παρά ταύτα, χάριν πληρότητας, θα τον εξετάσω εν συντομία.
192.
Τούτου δοθέντος, εναπόκειται στην Επιτροπή να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 218 ΣΛΕΕ και στο Συμβούλιο να εκδώσει την απόφαση περί εγκρίσεως της πράξεως.
193.
Έχω ήδη εκθέσει ότι οι διαδικασίες που περιγράφονται στο άρθρο 218 ΣΛΕΕ βασίζονται σε συγκεκριμένη ισορροπία των εξουσιών μεταξύ των θεσμικών οργάνων, η οποία μπορεί να διαφέρει για μονομερώς δεσμευτικές πράξεις σε σύγκριση με διεθνείς συμφωνίες ( 91 ). Ούτως ή άλλως, φρονώ ότι το άρθρο 218, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ δεν έχει την έννοια ότι το Συμβούλιο δεν επιτρέπεται να αποφασίσει να μη συνάψει μια συμφωνία ή να προβεί σε μια μονομερώς δεσμευτική δήλωση ή να τροποποιήσει την πρόταση της Επιτροπής (κατά το άρθρο 293, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ). Πάντως, καθώς εξελίσσεται η διαδικασία του άρθρου 218 ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο σαφώς δεν δύναται να ασκήσει το δικαίωμα τροποποιήσεως κατά τρόπο που αντίκειται σε προηγούμενες αποφάσεις και ενέργειες στις οποίες ενδεχομένως προέβη στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής.
194.
Στην υπό κρίση υπόθεση, είναι προφανές ότι το Συμβούλιο τροποποίησε την πρόταση της Επιτροπής, ειδικότερα τη νομική της βάση.
195.
Κατά τη γνώμη μου, άπαντες οι διάδικοι συμφωνούν επί της ουσίας ότι τόσο η πρόταση της Επιτροπής όσο και η αναθεωρηθείσα πρόταση που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο αφορούν ένα μέτρο με το οποίο η ΕΕ συμφωνεί να παραχωρήσει πρόσβαση σε σκάφη Βενεζουέλας εντός των υδάτων της ΕΕ. Η διαφωνία τους έγκειται στο πώς χαρακτηρίζεται το εν λόγω μέτρο κατά το άρθρο 43 ΣΛΕΕ και, ως εκ τούτου, στην επιλογή της νομικής του βάσεως.
196.
Έτσι, εάν η προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς βασίστηκε στο άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και στο άρθρο 218 ΣΛΕΕ, οι ενέργειες του Συμβουλίου κατ’ ουσίαν συνιστούν διόρθωση της νομικής βάσεως που επελέγη με την πρόταση της Επιτροπής.
197.
Αληθεύει ότι η επιλογή της νομικής βάσεως ενός μέτρου της ΕΕ πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικούς παράγοντες, ιδίως στον σκοπό και στο περιεχόμενο του μέτρου, που υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο ( 92 ). Ωστόσο, οι παράγοντες αυτοί δύναται να παραμείνουν σταθεροί και, παρά ταύτα, να οδηγήσουν σε διχογνωμία αναφορικά με την ορθή νομική βάση. Εάν, υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Συμβούλιο τροποποιήσει (στο πλαίσιο της παραδοχής επί της οποίας βασίζεται ο υπό εξέταση λόγος ακυρώσεως, ορθώς) τη νομική βάση, δεν έπεται άνευ ετέρου ότι το Συμβούλιο τροποποίησε το εύρος της προτάσεως της Επιτροπής όσον αφορά το αντικείμενο και τους σκοπούς της (όπως είναι προφανές στην παρούσα υπόθεση).
198.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, φρονώ ότι το Συμβούλιο δεν υπερέβη την αρμοδιότητά του να τροποποιήσει την πρόταση της Επιτροπής. Συνεπώς, προτείνω την απόρριψη του τρίτου λόγου ακυρώσεως στην υπόθεση C‑165/12 ως αβάσιμου.
Αίτημα διατηρήσεως σε ισχύ των αποτελεσμάτων της προσβαλλομένης αποφάσεως
199.
Στην υπόθεση C‑165/12, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 264, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, να διατηρήσει σε ισχύ τα αποτελέσματα της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε περίπτωση που την ακυρώσει, και να προσδιορίσει τα εν λόγω αποτελέσματα. Η ισχύς του μέτρου αυτού πρέπει να λήξει είτε κατόπιν της αντικαταστάσεως εκ μέρους του Συμβουλίου, με την έγκριση του Κοινοβουλίου, της προσβαλλομένης αποφάσεως με πράξη εκδοθείσα δυνάμει της ορθής νομικής βάσεως, είτε, εάν το Κοινοβούλιο δεν δώσει την έγκρισή του, κατόπιν της παρελεύσεως σύντομης προθεσμίας, κατά τη διάρκεια της οποίας το Συμβούλιο και η Επιτροπή δύνανται να λάβουν τα μέτρα που απαιτούνται κατά το διεθνές δίκαιο για την ενημέρωση της Βενεζουέλας περί της ανακλήσεως της ρηματικής διακοινώσεως και την κοινοποίηση της ανακλήσεως των αδειών αλιείας στους ασκούντες τη σχετική οικονομική δραστηριότητα.
200.
Το Κοινοβούλιο δεν υπέβαλε αντίστοιχο αίτημα στην υπόθεση C‑103/12. Ωστόσο, στο υπόμνημα απαντήσεώς του το Κοινοβούλιο επισήμανε ότι δεν διέκρινε οποιοδήποτε εμπόδιο στη διατήρηση των αποτελεσμάτων της προσβαλλομένης αποφάσεως.
201.
Ουδείς εκ των διαδίκων αντιτάχθηκε στο αίτημα αυτό, καίτοι δεν υιοθέτησαν άπαντες οι διάδικοι την άποψη της Επιτροπής ότι το Δικαστήριο πρέπει να περιορίσει τα αποτελέσματα της αποφάσεώς του, χωρίς να τάξει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να εκδοθεί νέα απόφαση.
202.
Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί. Συνεπώς, το έρεισμα, τόσο κατά το δίκαιο της ΕΕ όσο και κατά το διεθνές δίκαιο, για την πρόσβαση της Βενεζουέλας στα ύδατα της Ένωσης και, ως εκ τούτου επίσης η νομική βάση για τη λήψη άλλων μέτρων για τον καθορισμό και την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων και τη χορήγηση αδειών αλιείας σε σκάφη Βενεζουέλας, θα εξαφανιστεί.
203.
Σημαντικοί λόγοι ασφαλείας δικαίου ( 93 ) και η ανάγκη αποτροπής σοβαρών επιπτώσεων ( 94 ) δύνανται να δικαιολογήσουν την απόφαση να διατηρηθούν τα αποτελέσματα μιας ακυρωθείσας πράξεως.
204.
Δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι οι αλιευτικές δραστηριότητες των σκαφών Βενεζουέλας εντός των υδάτων της ΕΕ συμβάλλουν ουσιωδώς στην κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη της βιομηχανίας μεταποιήσεως στην Γαλλική Γουιάνα, η οποία εξαρτάται από τις εν λόγω εκφορτώσεις. Ανεξαρτήτως του ερείσματος αυτής της προσβάσεως, η ξαφνική διακοπή της μακροχρόνιας πρακτικής παραχωρήσεως προσβάσεως στα ύδατα αυτά ενδέχεται να έχει επιπτώσεις επί της βιομηχανίας αυτής. Ενδέχεται, επίσης, να επηρεάσει τη διαχείριση των αλιευμάτων εντός των υδάτων της ΕΕ.
205.
Είναι, επομένως, σαφές ότι πρέπει να διατηρηθούν τα αποτελέσματα της προσβαλλομένης αποφάσεως μέχρι τη θέση σε ισχύ, εντός εύλογης προθεσμίας, νέας αποφάσεως εκδοθείσας δυνάμει της ορθής νομικής βάσεως.
Επί των εξόδων
206.
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Τόσο το Κοινοβούλιο όσο και η Επιτροπή υπέβαλαν σχετικό αίτημα με τα υπομνήματά τους. Το άρθρο 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Πρόταση
207.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
—
να ακυρώσει την απόφαση 2002/19/EU του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2011, για την έγκριση, από μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δήλωσης σχετικά με τη χορήγηση αλιευτικών δυνατοτήτων στα ύδατα της ΕΕ σε αλιευτικά σκάφη που φέρουν σημαία της Βολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας στην αποκλειστική οικονομική ζώνη στα ανοικτά των ακτών της Γαλλικής Γουιάνας·
—
να αποφανθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 264, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ τα αποτελέσματα της αποφάσεως 2002/19 διατηρούνται μέχρι τη θέση σε ισχύ, εντός ευλόγου προθεσμίας, νέας αποφάσεως εκδοθείσας δυνάμει της ορθής νομικής βάσεως·
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά του έξοδα, καθώς και στα δικαστικά έξοδα του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής· και
—
να αποφανθεί ότι οι παρεμβαίνουσες φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Με το ψήφισμα του Συμβουλίου, της 3ης Νοεμβρίου 1976, που αφορά ορισμένα εξωτερικά θέματα της δημιουργίας στην Κοινότητα αλιευτικής ζώνης 200 μιλίων από την 1η Ιανουαρίου 1977 (ΕΕ 1981, C‑105, σ. 1), το Συμβούλιο συμφώνησε ότι από την 1η Ιανουαρίου 1977«[...] τα Κράτη μέλη θα επεκτείνουν από κοινού τα όρια των αλιευτικών τους ζωνών στα 200 μίλια από τις ακτές της Βόρειας Θάλασσας και του Βόρειου Ατλαντικού [...]» και ότι «η εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων που βρίσκονται στις ζώνες αυτές από αλιευτικά πλοία τρίτων χωρών θα διέπεται από τις συμφωνίες που υπάρχουν μεταξύ της Κοινότητας και των ενδιαφερομένων τρίτων χωρών».
( 3 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, την υποσημείωση 2 ανωτέρω και τα σημεία 23 και 32 κατωτέρω.
( 4 ) Απόφαση 2012/19/ΕΕ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2011, για την έγκριση, από μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δήλωσης σχετικά με τη χορήγηση αλιευτικών δυνατοτήτων στα ύδατα της ΕΕ σε αλιευτικά σκάφη που φέρουν σημαία της Βολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας στην αποκλειστική οικονομική ζώνη στα ανοικτά των ακτών της Γαλλικής Γουιάνας (ΕΕ L 6, σ. 8).
( 5 ) Υπό το πρίσμα του άρθρου 218, παράγραφος 6, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ, το οποίο καθορίζει τις διεθνείς συμφωνίες για τις οποίες απαιτείται η έγκριση του Κοινοβουλίου, η αναφορά στο άρθρο 43 στην πρόταση της Επιτροπής πρέπει απαραιτήτως να νοείται ως αναφορά στο άρθρο 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
( 6 ) Το άρθρο 43 ΣΛΕΕ διαδέχθηκε το άρθρο 37 ΕΚ. Βλ., επίσης, σημείο 14 κατωτέρω.
( 7 ) Η εν λόγω διάταξη ορίζει, μεταξύ άλλων, τις μορφές κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών, καθώς και τα μέτρα που αυτή δύναται να περιλαμβάνει.
( 8 ) Σχετικά με την κοινή εμπορική πολιτική.
( 9 ) Κανονισμός (ΕΚ) 2371/2002 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (ΕΕ L 358, σ. 59), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 865/2007 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 2007 (ΕΕ L 192, σ. 1), και τον κανονισμό 1224/2009 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2009 (ΕΕ L 343, σ. 1). Η μεταγενέστερη τροποποίηση με τον κανονισμό (ΕΕ) 1152/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 2012 (ΕΕ L 343, σ. 30), εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2013 (βλ. άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού) και βασίστηκε στο άρθρο 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Από την 1η Ιανουαρίου 2014 (ήτοι πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και την άσκηση των εν λόγω προσφυγών ακυρώσεως) έχει εφαρμογή ο κανονισμός (ΕΕ) 1380/2013, με τον οποίο καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε ο βασικός κανονισμός του 2012: βλ. άρθρο 51 του κανονισμού 1380/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με την Κοινή Αλιευτική Πολιτική, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) 1954/2003 και (ΕΚ) 1224/2009 του Συμβουλίου και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΚ) 2371/2002 και (ΕΚ) 639/2004 του Συμβουλίου και της απόφασης 2004/585/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 354, σ. 22). Ο κανονισμός αυτός εξεδόθη δυνάμει του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
( 10 ) Οι αναφορές στα «ύδατα της Κοινότητας» πρέπει πλέον να νοούνται ως αναφορές στα «ύδατα της Ένωσης».
( 11 ) Βλ., επίσης, την αιτιολογική σκέψη 4.
( 12 ) Άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχεία γʹ έως εʹ, του βασικού κανονισμού του 2002.
( 13 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1006/2008 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2008, σχετικά με τις άδειες αλιείας κοινοτικών αλιευτικών σκαφών εκτός των υδάτων της Κοινότητας και για την πρόσβαση σκαφών τρίτων χωρών στα ύδατα της Κοινότητας, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 2847/93 και (ΕΚ) 1627/94 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 3317/94 (ΕΕ L 286, σ. 33).
( 14 ) Βλ. άρθρο 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για τις άδειες αλιείας.
( 15 ) Κανονισμός (ΕΕ) 53/2010 του Συμβουλίου, της 14ης Ιανουαρίου 2010, περί καθορισμού, για το 2010, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων στα ύδατα της ΕΕ και, για τα σκάφη της ΕΕ, σε άλλα ύδατα όπου απαιτούνται περιορισμοί αλιευμάτων και περί τροποποιήσεως των κανονισμών (ΕΚ) 1359/2008, (ΕΚ) 754/2009, (ΕΚ) 1226/2009 και (ΕΚ) 1287/2009 (ΕΕ L 21, σ. 1), όπως διορθώθηκε.
( 16 ) Κανονισμός (ΕΕ) 57/2011 του Συμβουλίου, της 18ης Ιανουαρίου 2011, περί καθορισμού, για το 2011, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων στα ύδατα της ΕΕ και, για τα σκάφη της ΕΕ, σε ορισμένα μη ενωσιακά ύδατα (ΕΕ L 24, σ. 1), όπως τροποιήθηκε και διορθώθηκε.
( 17 ) Κανονισμός (ΕΕ) 44/2012 του Συμβουλίου, της 17ης Ιανουαρίου 2012, για τον καθορισμό, για το 2012, των αλιευτικών δυνατοτήτων που διατίθενται στα ύδατα ΕΕ, και σε σκάφη ΕΕ, σε ορισμένα ύδατα που δεν ανήκουν στην ΕΕ, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων που αποτελούν αντικείμενο διεθνών διαπραγματεύσεων ή συμφωνιών (ΕΕ L 25, σ. 55), όπως τροποιήθηκε και διορθώθηκε.
( 18 ) Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού TAC του 2010, άρθρο 2 του κανονισμού TAC του 2011 και άρθρο 2 του κανονισμού TAC του 2012.
( 19 ) Βλ., επίσης, σημεία 33 έως 52 (για το υπόβαθρο της επίμαχης δηλώσεως), καθώς και σημεία 53 έως 56 (για το κείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και της επίμαχης δηλώσεως) κατωτέρω.
( 20 ) Βλ. άρθρο 34, παράγραφος 1, του κανονισμού TAC του 2010, άρθρο 36, παράγραφος 1, του κανονισμού TAC του 2011, καθώς και άρθρο 36, παράγραφος 1, του κανονισμού TAC του 2012.
( 21 ) Υπογραφείσα στο Montego Bay στις 10 Δεκεμβρίου 1982, 1833 UNTS 3. Η σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας τέθηκε σε ισχύ στις 16 Δεκεμβρίου 1994. Η σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 98/392/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1998, για τη σύναψη από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών, της 10ης Δεκεμβρίου 1982, για το δίκαιο της θάλασσας και της συμφωνίας, της 28ης Ιουλίου 1994, σχετικά με την εφαρμογή του μέρους XI της εν λόγω σύμβασης (ΕΕ L 179, σ. 1).
( 22 ) Πρόταση αποφάσεως του Συμβουλιου όσον αφορά την πρόσβαση, από αλιευτικά σκάφη που φέρουν σημαία της Βολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας, στην αποκλειστική οικονομική ζώνη στα ανοικτά των ακτών του γαλλικού διαμερίσματος της Γουιάνας [COM(2010) 807 τελικό].
( 23 ) Απόφαση Nuclear Tests (Νέα Ζηλανδία κατά Γαλλίας) (στο εξής: υπόθεση Nuclear Tests), I.C.J. Reports 1974, σ. 457, και απόφαση Nuclear Tests (Αυστραλία κατά Γαλλίας) (στο εξής: υπόθεση Nuclear Tests), I.C.J. Reports 1974, σ. 253. Στις ακόλουθες υποσημειώσεις αναφέρομαι μόνο στην πρώτη υπόθεση.
( 24 ) Πάντως, βλ. επίσης το σημείο 176 κατωτέρω σχετικά με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου που προέβαλε η Επιτροπή.
( 25 ) Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαφωνήσει με την άποψη αυτή και κρίνει ότι η επίμαχη πρακτική ισοδυναμεί με τη σύναψη συμφωνίας, θα ανέκυπτε το ζήτημα περί του πώς το άρθρο 218 ΣΛΕΕ εφαρμόζεται επί συναφθείσας με αυτόν τον τρόπο συμφωνίας.
( 26 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, γνωμοδότηση 2/91 (EU:C:1993:106, σκέψη 4) (όπου το Δικαστήριο προέβη στη διάκριση μεταξύ της δυνατότητας συνάψεως διεθνούς συμφωνίας κατά το διεθνές δίκαιο και του εύρους της οικείας αρμοδιότητας).
( 27 ) Για την υποχρέωση παραθέσεως της νομικής βάσεως, η οποία καθορίζει τη νομική μορφή υπό την οποία πρέπει να εκδοθεί μια πράξη, βλ., παραδείγματος χάριν, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑370/07, EU:C:2009:590, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 28 ) Στις παρούσες προτάσεις χρησιμοποιώ τους όρους «τρίτη χώρα» και «τρίτο κράτος» αδιακρίτως.
( 29 ) Με τον όρο «διεθνής οργανισμός» εννοώ «διακυβερνητικός οργανισμός».
( 30 ) Για την υποχρέωση τηρήσεως του διεθνούς δικαίου κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της ΕΕ και την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου, βλ. άρθρο 3, παράγραφος 5, ΣΕΕ και άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Βλ., επίσης, παραδείγματος χάριν, απόφαση Air Transport Association of America κ.λπ. (C‑366/10, EU:C:2011:864, σκέψη 101 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 31 ) Για την εξέταση του πρώτου λόγου που προέβαλαν το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή σχετικά με τη νομική βάση της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι αναγκαίο να εξεταστούν το περιεχόμενο και οι σκοποί τόσο της προσβαλλομένης αποφάσεως όσο και της επίμαχης δηλώσεως (βλ. σημεία 142 έως 150 κατωτέρω). Σκοπός της αναλύσεως αυτής είναι η κατά το δίκαιο της Ένωσης επίλυση του ζητήματος περί του ποια συγκεκριμένη, απονεμηθείσα στην ΕΕ αρμοδιότητα εξουσιοδοτεί την εκ μέρους της έκδοση της πράξεως.
( 32 ) Την υποχρέωση αυτή υπέχουν επίσης σκάφη τρίτων χωρών που αλιεύουν στην ΑΟΖ στα ανοικτά του παράκτιου κράτους, κατά το άρθρο 62, παράγραφος 4, της συμβάσεως για το δίκαιο της θάλασσας. Ωστόσο, η Βενεζουέλα δεν έχει υπογράψει τη σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας. Στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, παρέλκει η εξέταση της νομικής σημασίας αυτής της συγκεκριμένης διατάξεως της συμβάσεως για το δίκαιο της θάλασσας κατά το εθιμικό διεθνές δίκαιο (ως ζήτημα διακριτό από τη νομική σημασία της έννοιας της ΑΟΖ).
( 33 ) Εάν η επίμαχη δήλωση αποτελεί πράγματι διμερή συμφωνία (ή μέρος της) μεταξύ της Βενεζουέλας και της ΕΕ, ενδέχεται να είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί το εάν η εν λόγω διάταξη αφορά μάλλον τη λύση, παρά την καταγγελία της διμερούς συμφωνίας.
( 34 ) Σύμβαση της Βιέννης για το δίκαιο των συνθηκών, του 1969 (στο εξής: Σύμβαση της Βιέννης του 1969), Recueil des traités des Nations unies, τόμος 1155, σ. 331 και Σύμβαση της Βιέννης για το δίκαιο των συνθηκών μεταξύ κρατών και διεθνών οργανισμών ή μεταξύ διεθνών οργανισμών, του 1986, A/CONF.129/15 (στο εξής: Σύμβαση της Βιέννης του 1986). Το Διεθνές Δικαστήριο απεφάνθη ότι ο ορισμός της συνθήκης στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της Συμβάσεως της Βιέννης του 1969 αντανακλά εθιμικό διεθνές δίκαιο: απόφαση Land and Maritime Boundary between Cameroon and Nigeria (Καμερούν κατά Νιγηρίας, με παρέμβαση της Ισημερινής Γουινέας, I.C.J. Reports 2002, σ. 303, σκέψη 263).
( 35 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, άρθρο 3 της Συμβάσεως της Βιέννης του 1969, σχετικά με τις διεθνείς συμφωνίες που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συμβάσεως αυτής.
( 36 ) Βλ., επίσης, σημείο 96 κατωτέρω.
( 37 ) Πρόκειται για ζήτημα διακριτό από το εάν μια δήλωση στην οποία προβαίνει η ΕΕ δεσμεύει τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και τα κράτη μέλη κατά το δίκαιο της Ένωσης. Βλ., παραδείγματος χάριν, την προπαρατεθείσα στην ως άνω υποσημείωση 27 απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (EU:C:2009:590, σκέψη 44).
( 38 ) Βλ., συναφώς, τη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου την οποία επικαλούμαι στο τμήμα αυτό των προτάσεων (σημεία 89 έως 92 κατωτέρω), καθώς και τη δεύτερη κατευθυντήρια αρχή εκ των κατευθυντήριων αρχών περί των μονομερών διακηρύξεων των κρατών που δημιουργούν νομικές υποχρεώσεις, της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών. Οι αρχές αυτές, από κοινού με τον ερμηνευτικό τους σχολιασμό, υιοθετήθηκαν από την ΕΔΔ κατά την 58η συνεδρίασή της (2006) και υποβλήθηκαν στη Γενική Συνέλευση ως τμήμα της εισηγήσεως της ΕΔΔ σχετικά με τις εργασίες της συνεδριάσεως αυτής (A/61/10). Η Γενική Συνέλευση τις έλαβε υπόψη στην A/RES/61/34. Βλ., επίσης, σημείο 90 κατωτέρω.
( 39 ) Ο ειδικός εισηγητής της ΕΔΔ στην πρώτη του εισήγηση σχετικά με τις μονομερείς πράξεις των κρατών έκανε, επίσης, δεκτό ότι οι μονομερείς πράξεις ενός διεθνούς οργανισμού δύνανται να έχουν νομική ισχύ: βλ. πρώτη εισήγηση σχετικά με τις μονομερείς πράξεις των κρατών του ειδικού εισηγητή Victor Rodríguez-Cedeño (A/CN.4/486, παράγραφος 35).
( 40 ) Βλ. προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 23 ανωτέρω αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου στην υπόθεση Nuclear Tests (σκέψεις 46, 51 και 53)· επί της δικαιοδοσίας και του παραδεκτού στην υπόθεση Armed Activities on the Territory of the Congo (νέα προσφυγή, 2002) (Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό κατά Ρουάντας· στο εξής: υπόθεση Armed Activities), I.C.J. Reports 2006, σ. 6, σκέψεις 50 και 52. Βλ., επίσης, την προπαρατεθείσα στην ως άνω υποσημείωση 38 έβδομη κατευθυντήρια αρχή της ΕΔΔ.
( 41 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου επί των προκαταρκτικών ενστάσεων στην υπόθεση Temple of Preah Vihear (Καμπότζη κατά Ταϊλάνδης), I.C.J. Reports 1961, σ. 17, ειδικότερα σ. 31· Nuclear Tests (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23 ανωτέρω, σκέψεις 46 και 48). Βλ., επίσης, παραδείγματος χάριν, απόφαση Frontier Dispute (Μπουρκίνα Φάσο κατά Δημοκρατίας του Μάλι· στο εξής: υπόθεση Frontier Dispute), I.C.J. Reports 1986, σ. 554, σκέψη 39.
( 42 ) Βλ. τις εξής αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου: προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 41 ανωτέρω Frontier Dispute (σκέψη 40)· προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23 ανωτέρω Nuclear Tests (σκέψη 53)· προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 40 ανωτέρω Armed Activities (σκέψη 49). Βλ., επίσης, την προπαρατεθείσα στην ως άνω υποσημείωση 38 τρίτη κατευθυντήρια αρχή της ΕΔΔ.
( 43 ) Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 40 ανωτέρω απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου Armed Activities (σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., επίσης, την προπαρατεθείσα στην ως άνω υποσημείωση 38 τέταρτη κατευθυντήρια αρχή της ΕΔΔ.
( 44 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 ανωτέρω.
( 45 ) (Βλ. επίσης υποσημείωση 921 της εισηγήσεως της ΕΔΔ στην 58η συνεδρίαση (2006), A/61/10, όπου διευκρινίζεται ότι τα ερμηνευτικά σχόλια επί των κατευθυντήριων αρχών «[...] είναι επεξηγηματικές παρατηρήσεις που εξετάζουν τη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου και τη σχετική εθνική πρακτική, όπως αυτές αναλύονται από πλείονα μέλη της ομάδας εργασίας και τον ειδικό εισηγητή και συνοψίζονται στην όγδοη εισήγηση του ειδικού εισηγητή (A/CN.4/557)».
( 46 ) Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23 ανωτέρω απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου Nuclear Tests (σκέψη 49). Βλ., επίσης, το δεύτερο εδάφιο της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 38 ανωτέρω πρώτης κατευθυντήριας αρχής της ΕΔΔ: «Όταν οι προϋποθέσεις προς τούτο πληρούνται, ο δεσμευτικός χαρακτήρας των διακηρύξεων αυτών θεμελιώνεται στην καλή πίστη· τα ενδιαφερόμενα κράτη δύνανται, έτσι, να τις λαμβάνουν υπόψη και να τις επικαλούνται· τα κράτη αυτά δικαιούνται να απαιτούν την τήρηση των υποχρεώσεων αυτών».
( 47 ) Βλ., σχετικά με την εφαρμογή της αρχής αυτής στις συνθήκες, απόφαση Brita (C‑386/08, EU:C:2010:91, σκέψη 44). Βλ., επίσης, άρθρο 34 των Συμβάσεων της Βιέννης του 1969 και του 1986.
( 48 ) Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23 ανωτέρω απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου Nuclear Tests (σκέψη 46). Βλ., επίσης, την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 ανωτέρω δεύτερη κατευθυντήρια αρχή της ΕΔΔ.
( 49 ) Βλ. σημεία 74 έως 78 ανωτέρω.
( 50 ) Σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της δοτής αρμοδιότητας στις διεθνείς σχέσεις βλ., παραδείγματος χάριν, γνωμοδότηση 2/94 (EU:C:1996:140, σκέψη 24).
( 51 ) ΕΕ 2012, C 326, σ. 348. Βλ., επίσης, άρθρο 5 ΣΕΕ.
( 52 ) Γνωμοδότηση 1/75 (EU:C:1975:145, σ. 1360), σχετικά με το άρθρο 228, παράγραφος 1, ΕΟΚ· το Δικαστήριο απεφάνθη επί του ζητήματος αυτού στο πλαίσιο εξετάσεως του παραδεκτού της αιτήσεως γνωμοδοτήσεως περί του αν συμβιβάζεται με τη Συνθήκη μια ρύθμιση του ΟΟΣΑ σχετικά με κανόνα για τα τοπικά έξοδα.
( 53 ) EU:C:1994:305, σκέψεις 25 και 27.
( 54 ) Απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής (C‑233/02, EU:C:2004:173, σκέψεις 43 έως 45).
( 55 ) Βλ. σημείο 86 ανωτέρω.
( 56 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (22/70, EU:C:1971:32) (στο εξής: Ευρωπαϊκή συμφωνία για τις οδικές μεταφορές ή AETR).
( 57 ) Η Συνθήκη της Ρώμης παρείχε ρητώς έρεισμα για τη σύναψη διεθνών συμφωνιών υπό τη μορφή συμφωνιών εμπορίου και συμφωνιών συνδέσεως.
( 58 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 56 ανωτέρω απόφαση AETR (EU:C:1971:32, σκέψη 12).
( 59 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 56 ανωτέρω απόφαση AETR (EU:C:1971:32, σκέψη 13).
( 60 ) AETR, (EU:C:1971:32, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 56 ανωτέρω, σκέψη 14).
( 61 ) Τελική έκθεση της Ομάδας εργασίας ΙΙΙ «Νομική προσωπικότητα», CONV 305/02 (WG III 16) (Βρυξέλλες, 1η Οκτωβρίου 2002), παράγραφος 19. Ουδεμία ένδειξη υπάρχει περί του ότι ο συγκεκριμένος σκοπός εγκαταλείφθηκε, όταν, σε αντικατάσταση αυτής, συντάχθηκε και υιοθετήθηκε η Συνθήκη της Λισσαβώνας.
( 62 ) Όπως ο ειδικός εισηγητής της ΕΔΔ επισήμανε στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 ανωτέρω πρώτη του εισήγηση περί των μονομερών πράξεων των κρατών: «[...] οι κανόνες που ρυθμίζουν [την εφαρμογή των μονομερών πράξεων διεθνών οργανισμών] φαίνεται ότι περιλαμβάνονται στα θεμελιώδη κείμενα που διέπουν τη λειτουργία του οργανισμού και στις εκδοθείσες δυνάμει αυτών των κειμένων πράξεις, καθώς και, αναλόγως της περιπτώσεως, στο διεθνές δίκαιο» (παράγραφος 34).
( 63 ) Ωστόσο, επισημαίνω ότι η 42η Δήλωση όσον αφορά το άρθρο 352 ΣΛΕΕ (ΕΕ 2012, C‑326, σ. 353) προβλέπει πως το άρθρο 352 ΣΛΕΕ «[...] δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για τη διεύρυνση της έκτασης των αρμοδιοτήτων της Ένωσης πέραν του γενικού πλαισίου που συνιστούν οι διατάξεις του όλου πλέγματος των Συνθηκών της, και ιδίως εκείνες που ορίζουν τα καθήκοντα και τις δραστηριότητες της Ένωσης. Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 352 δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για τη θέσπιση διατάξεων που θα είχαν ως ουσιαστικό αποτέλεσμα την τροποποίηση των Συνθηκών χωρίς να ακολουθηθεί η διαδικασία που προβλέπουν οι ίδιες προς τούτο». Βλ., επίσης, γνωμοδότηση 2/94 (EU:C:1996:140, σκέψη 30).
( 64 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C‑166/07, EU:C:2009:499, ανωτέρω υποσημείωση 50 σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 65 ) Βλ., επίσης, απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής (EU:C:2004:173, σκέψη 28).
( 66 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Επιτροπή κατά Σουηδίας (C‑246/07, EU:C:2010:203, σκέψη 76 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), σχετικά με την υποχρέωση συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και των θεσμικών οργάνων της ΕΕ.
( 67 ) Γνωμοδότηση 1/09 (EU:C:2011:123, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 68 ) Βλ. γνωμοδότηση 1/09 (EU:C:2011:123, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 69 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής (EU:C:1994:305, σκέψη 41), με την οποία κρίθηκε ότι «[...] η εσωτερική αυτή αρμοδιότητα [για τη λήψη ατομικών αποφάσεων για την εφαρμογή των κανόνων περί ανταγωνισμού] δεν είναι ικανή να τροποποιήσει την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των κοινοτικών οργάνων όσον αφορά τη σύναψη διεθνών συμφωνιών [...]».
( 70 ) Βλ. και σημείο 132, κατωτέρω.
( 71 ) Βλ., επίσης, τις εκκρεμείς ενώπιον του Δικαστηρίου υποθέσεις C‑124/13, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, και C‑125/13, Επιτροπή κατά Συμβουλίου.
( 72 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑137/12, EU:C:2013:675, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 73 ) Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑411/06, EU:C:2009:518, σκέψη 64).
( 74 ) Βλ. απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C‑130/10, EU:C:2012:472, σκέψη 80).
( 75 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 72 ανωτέρω απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (EU:C:2013:675, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 76 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (EU:C:2009:518, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 77 ) Βλ. σημεία 74 έως 78 ανωτέρω.
( 78 ) Βλ. σημείο 26 ανωτέρω.
( 79 ) Βλ. σημείο 26 ανωτέρω.
( 80 ) Βλ. σημείο 52 ανωτέρω.
( 81 ) C‑286/90, EU:C:1992:453, σκέψη 25.
( 82 ) Η εν λόγω διαδικασία ορίζεται στο άρθρο 294 ΣΛΕΕ.
( 83 ) Οι στόχοι αυτοί αντιστοιχούν στους στόχους που το άρθρο 62, παράγραφοι 2 και 3, της συμβάσεως για το δίκαιο της θάλασσας συνδέει με συμφωνία ή άλλο διακανονισμό με τον οποίο παραχωρείται σε άλλα κράτη πρόσβαση στο πλεόνασμα του επιτρεπόμενου όγκου αλιεύματος.
( 84 ) Βλ. σημείο 147 ανωτέρω.
( 85 ) Η εν λόγω διάταξη ορίζει ότι: «[η] Επιτροπή καθορίζει το ύψος των εισφορών αυτών κατά το ποσό που απαιτείται για την αποκατάσταση της ισορροπίας. Δύναται επίσης να επιτρέψει την προσφυγή σε άλλα μέτρα, των οποίων καθορίζει τους όρους και τις λεπτομέρειες εφαρμογής».
( 86 ) ΕΕ 2004, C 310, σ. 1. Το κείμενο αυτό χρησίμευσε ως βάση για τις εργασίες της ΔΚΔ 2007 (βλ. POLGEN 74, της 26ης Ιουνίου 2007).
( 87 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ. (C‑89/08 P, EU:C:2009:742, σκέψεις 34 και 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 88 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑63/12, EU:C:2013:752, σκέψη 98 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 89 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (EU:C:2013:752, σκέψη 99 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 90 ) EU:C:1997:532, σκέψη 19.
( 91 ) Βλ. σημεία 116 έως 118 ανωτέρω.
( 92 ) Βλ. σημείο 140 ανωτέρω.
( 93 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C‑490/10, EU:C:2012:525, σκέψεις 90 και 91), καθώς και απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C‑414/04, EU:C:2006:742, σκέψη 59).
( 94 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (EU:C:2006:742, σκέψη 59).
Full & Egal Universal Law Academy