ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 30ής Μαΐου 2013 ( 1 )
Υπόθεση C‑151/12
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Βασιλείου της Ισπανίας
«Οδηγία 2000/60/ΕΚ — Πολιτική της Ένωσης στον τομέα των υδάτων — Ταξινόμηση και παρουσίαση της οικολογικής καταστάσεως επιφανειακών υδάτων — Λεκάνες απορροής ποταμού εντός Αυτόνομων Κοινοτήτων — Νομοθετικές αρμοδιότητες του κεντρικού κράτους της Ισπανίας — Ρυθμίσεις στην Καταλονία»
I – Εισαγωγή
1.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι, όσον αφορά τις ενδοκοινοτικές λεκάνες απορροής ποταμού, το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 8, του άρθρου 7, παράγραφος 2, του άρθρου 10, παράγραφοι 1 και 2, και των τμημάτων 1.3 και 1.4 του παραρτήματος V της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων ( 2 ).
2.
Το άρθρο 2, σημείο 13, της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων ορίζει τη λεκάνη απορροής ποταμού [στο εξής: ΛΑΠ] ως εδαφική έκταση από την οποία συγκεντρώνεται το σύνολο της απορροής μέσω διαδοχικών ρευμάτων, ποταμών και πιθανώς λιμνών και παροχετεύεται στη θάλασσα με ενιαίο στόμιο ποταμού, εκβολές ή δέλτα.
3.
Όσον αφορά τις ενδοκοινοτικές ΛΑΠ της Ισπανίας, όλα αυτά τα ύδατα ρέουν εντός μίας μόνον Αυτόνομης Κοινότητας. Όπως προκύπτει, ως προς τις περιοχές αυτές, μόνον η εκάστοτε Αυτόνομη Κοινότητα διαθέτει νομοθετική αρμοδιότητα για τη μεταφορά της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων στην εσωτερική έννομη τάξη.
4.
Αντιθέτως, δυνάμει του άρθρου 149, παράγραφος 1, σημείο 22, του ισπανικού Συντάγματος, το κεντρικό κράτος της Ισπανίας είναι αποκλειστικώς αρμόδιο για τη νομοθεσία, τη διαχείριση και την παραχώρηση των υδάτινων πόρων και της χρήσεως των υδάτων, όταν τα ύδατα διασχίζουν περισσότερες από μία Αυτόνομες Κοινότητες. Τούτο αφορά ιδίως τις κοινώς καλούμενες «διακοινοτικές ΛΑΠ» της Ισπανίας, οι οποίες εκτείνονται σε περισσότερες από μία Αυτόνομες Κοινότητες.
5.
Η κριτική που ασκεί η Επιτροπή αφορά μόνον τις ενδοκοινοτικές ΛΑΠ. Οι σχετικές αιτιάσεις διακρίνονται σε τρεις ενότητες: κατ’ αρχάς, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι διατάξεις τις οποίες παραθέτει η Ισπανία ως προς τη μεταφορά του άρθρου 4, παράγραφος 8, του άρθρου 7, παράγραφος 2, του άρθρου 10, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και του τμήματος 1.3 του παραρτήματος V της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων στην εσωτερική έννομη τάξη όσον αφορά τις ενδοκοινοτικές ΛΑΠ, εξαιρουμένης της Καταλονίας, δεν θεσπίσθηκαν εγκαίρως (σχετικά υποενότητα II). Αντιθέτως, οι διατάξεις που παραθέτει η Ισπανία ως προς τη μεταφορά του τμήματος 1.4 του παραρτήματος V στην εσωτερική έννομη τάξη όσον αφορά αυτές τις ΛΑΠ θεσπίσθηκαν μεν εγκαίρως, αλλά είναι αμφίβολο αν εξασφαλίζουν όντως την αποτελεσματική μεταφορά των επίμαχων διατάξεων της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη (σχετικά υποενότητα III). Τέλος, πρέπει να εξετασθεί η εκ μέρους της Καταλονίας μεταφορά των εν λόγω διατάξεων στην εσωτερική έννομη τάξη όσον αφορά τις ΛΑΠ οι οποίες εκτείνονται αποκλειστικώς εντός αυτής της Κοινότητας (σχετικά υποενότητα IV).
II – Επί του άρθρου 4, παράγραφος 8, του άρθρου 7, παράγραφος 2, του άρθρου 10, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και του τμήματος 1.3 του παραρτήματος V της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων
6.
Κατά το άρθρο 24, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων, τα κράτη μέλη πρέπει να θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την οδηγία αυτή, το αργότερο στις 22 Δεκεμβρίου 2003 ( 3 ). Τούτο ισχύει και για το άρθρο 4, παράγραφος 8, το άρθρο 7, παράγραφος 2, το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και το τμήμα 1.3 του παραρτήματος V της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων.
7.
Ασφαλώς, το άρθρο 10 της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων προβλέπει ειδική προθεσμία δώδεκα ετών για την καθιέρωση και/ή εφαρμογή συγκεκριμένων ελέγχων εκπομπών. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, χωρίς να αμφισβητείται, η ανωτέρω προθεσμία δεν αφορά τη μεταφορά της εν λόγω διατάξεως στην εσωτερική έννομη τάξη, αλλά οριοθετεί τη χρονική περίοδο εντός της οποίας πρέπει να διενεργηθούν οι συγκεκριμένοι έλεγχοι που προβλέπει η διάταξη αυτή. Δηλαδή, η ουσιώδης ρύθμιση του άρθρου 10 συνίσταται στην υποχρέωση εφαρμογής των ελέγχων εκπομπών. Έλεγχοι εκπομπών οι οποίοι απλώς καθιερώνονται, αλλά δεν εφαρμόζονται, δεν έχουν κανένα πρακτικό αποτέλεσμα και ουδόλως θα συμβιβάζονταν με την επιδίωξη της Ένωσης να εξασφαλίσει υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος σύμφωνα με το άρθρο 191 ΣΛΕΕ και το άρθρο 37 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Συνεπώς, αυτοί οι έλεγχοι πρέπει να πραγματοποιηθούν εντός χρονικής περιόδου δώδεκα ετών.
8.
Αντιθέτως, η υπόδειξη περί ενδεχόμενης αναγκαίας καθιερώσεως ελέγχων δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η θέσπιση νομικού πλαισίου για τα μέτρα που επιβάλλει το άρθρο 10 υπόκειται επίσης σε δωδεκαετή προθεσμία. Τουναντίον, ως προς τη θέσπιση αυτού του νομικού πλαισίου πρέπει να τηρείται η γενική προθεσμία του άρθρου 24, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο.
9.
Εντούτοις, από διαδικαστικής απόψεως, άλλος χρόνος είναι κρίσιμος. Συγκεκριμένα, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται με βάση την κατάσταση του κράτους μέλους, όπως αυτή είχε κατά το πέρας της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας. Οι μεταβολές που επέρχονται στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο ( 4 ). Στην αιτιολογημένη γνώμη της 22ας Μαρτίου 2010 η Επιτροπή όρισε ακόμη μία τελευταία προθεσμία έως τις 22 Μαΐου 2010 προκειμένου να εφαρμοσθούν οι ως άνω διατάξεις.
10.
Ωστόσο, ως προς τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη που αφορά τις ενδοκοινοτικές ΛΑΠ εκτός της Καταλονίας, η Ισπανία επικαλείται εθνική ρύθμιση η οποία τέθηκε σε ισχύ μετά το πέρας αυτής της προθεσμίας, ήτοι την κανονιστική απόφαση ARM/1195/2011 της 11ης Μαΐου 2011 ( 5 ). Συναφώς, λοιπόν, δεδομένου ότι η εν λόγω κανονιστική απόφαση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στην προκειμένη διαδικασία, η προσφυγή είναι βάσιμη.
III – Επί του τμήματος 1.4 του παραρτήματος V της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων
11.
Αντιθέτως, ως προς τη μεταφορά του τμήματος 1.4 του παραρτήματος V της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων στην εσωτερική έννομη τάξη, η Ισπανία παραθέτει διάταξη η οποία τέθηκε σε ισχύ πριν από το πέρας της ανωτέρω προθεσμίας, ήτοι το τμήμα 5.1 της εθνικής κανονιστικής αποφάσεως ARM/2656/2008 της 10ης Σεπτεμβρίου 2008 ( 6 ).
12.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 25ης Απριλίου 2013, η Επιτροπή περιόρισε αυτόν τον λόγο προσφυγής στο τμήμα 1.4.1, σημεία i έως iii, του παραρτήματος V της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων. Οι διατάξεις αυτές επιβάλλουν στα κράτη μέλη την κατάρτιση συγκεκριμένων συστημάτων παρακολουθήσεως.
13.
Βεβαίως, αυτές οι υποχρεώσεις συνιστούν τμήμα του συνολικού συστήματος της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων και ως εκ τούτου, διάφορες άλλες διατάξεις αναφέρουν επίσης το παράρτημα V. Οι υποχρεώσεις όμως που απορρέουν από το τμήμα 1.4.1, σημεία i έως iii, του παραρτήματος V δεν εξαρτώνται από αυτές τις λοιπές διατάξεις, αλλά προκύπτουν από το γράμμα του εν λόγω τμήματος του παραρτήματος.
14.
Το τμήμα 5.1 της κανονιστικής αποφάσεως ARM/2656/2008 αφορά ομοίως αυτά τα ζητήματα. Εντούτοις, οι διατάξεις της εν λόγω κανονιστικής αποφάσεως, όπως ορίζει το άρθρο της 1, παράγραφος 2, ισχύουν μόνο για τις διακοινοτικές ΛΑΠ. Τούτο αντιστοιχεί, προφανώς, στην κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ του κεντρικού κράτους και των Αυτόνομων Κοινοτήτων. Όπως προκύπτει, για τις ρυθμίσεις που αφορούν τις ενδοκοινοτικές ΛΑΠ είναι αρμόδια η εκάστοτε Αυτόνομη Κοινότητα.
15.
Επομένως, κατά την Επιτροπή, δεν εξασφαλίζεται η μεταφορά του τμήματος 1.4, σημεία i έως iii, του παραρτήματος V της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων στην εσωτερική έννομη τάξη όσον αφορά τις ενδοκοινοτικές ΛΑΠ.
16.
Η Ισπανία όμως αντιτείνει ότι, βάσει του ισπανικού Συντάγματος, το τμήμα 5.1 της κανονιστικής αποφάσεως ARM/2656/2008 εξασφαλίζει τη μεταφορά του τμήματος 1.4 του παραρτήματος V της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων στην εσωτερική έννομη τάξη και όσον αφορά τις ενδοκοινοτικές ΛΑΠ, ελλείψει σχετικών ρυθμίσεων εκ μέρους των Αυτόνομων Κοινοτήτων. Συναφώς, η Ισπανία επικαλείται το άρθρο 149, παράγραφος 3, του ισπανικού Συντάγματος και ιδίως το τρίτο εδάφιο:
«Αρμοδιότητες οι οποίες δεν απονέμονται ρητώς από αυτό το Σύνταγμα στο [κεντρικό] κράτος μπορούν να ασκούνται από τις Αυτόνομες Κοινότητες λόγω των αντίστοιχων καθεστώτων. Αρμοδιότητες οι οποίες δεν ασκούνται από τα αυτόνομα καθεστώτα ανήκουν στο [κεντρικό] κράτος του οποίου οι κανόνες σε τομείς που δεν εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Αυτόνομων Κοινοτήτων υπερέχουν σε περίπτωση συγκρούσεως. Η εθνική νομοθεσία συμπληρώνει σε κάθε περίπτωση τη νομοθεσία των Αυτόνομων Κοινοτήτων.»
17.
Το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να κρίνει αν το τμήμα 5.1 της κανονιστικής αποφάσεως ARM/2656/2008 μπορεί να εφαρμοσθεί όντως ως προς τις εν λόγω ενδοκοινοτικές ΛΑΠ, δυνάμει του άρθρου 149, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του ισπανικού Συντάγματος. Πρόκειται για ζήτημα του ισπανικού δικαίου, το οποίο μπορεί να κριθεί μόνον από ισπανικά δικαστήρια. Τούτο δεν έχει συμβεί ακόμη, όπως προκύπτει από τα υφιστάμενα πληροφοριακά στοιχεία.
18.
Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή δεν είναι αναγκαία για την κρίση του προκείμενου λόγου προσφυγής. Αντιθέτως, προς όφελος της Επιτροπής, πρέπει να ληφθεί ως δεδομένο ότι η κανονιστική απόφαση ARM/2656/2008, με βάση το γράμμα της, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί ως προς τις ενδοκοινοτικές ΛΑΠ. Επομένως, πρέπει να εξετασθεί αν η Ισπανία μπορεί να αποδείξει ότι το άρθρο 149, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του ισπανικού Συντάγματος δύναται να υπερκεράσει αυτόν τον περιορισμό του σχετικού πεδίου εφαρμογής.
19.
Συναφώς, έχει σημασία ότι κατά το άρθρο 288, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, η οδηγία δεσμεύει μεν κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Επομένως, η Ισπανία, όπως και οποιοδήποτε κράτος μέλος, έχει την επιλογή όσον αφορά τον τύπο και τα μέσα εφαρμογής της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων ( 7 ).
20.
Συνεπώς, η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των κοινοτικών κανόνων δεν απαιτεί κατ’ ανάγκη τυπική και κατά γράμμα επανάληψή τους σε ρητή και ειδική διάταξη. Μπορεί να πραγματοποιηθεί με ένα γενικό νομικό πλαίσιο, εφόσον αυτό εξασφαλίζει πράγματι την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας κατά τρόπο επαρκώς σαφή και ακριβή ( 8 ).
21.
Ειδικότερα, η ύπαρξη γενικών αρχών του συνταγματικού ή του διοικητικού δικαίου μπορεί να καταστήσει περιττή τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο με ειδικές κανονιστικές ή νομοθετικές διατάξεις, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι οι εν λόγω αρχές εξασφαλίζουν αποτελεσματικά την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας εκ μέρους της εθνικής διοικήσεως και ότι, στην περίπτωση κατά την οποία η διάταξη της οδηγίας έχει σκοπό την παροχή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, η νομική κατάσταση που απορρέει από τις προαναφερόμενες αρχές είναι επαρκώς ακριβής και σαφής ώστε οι ωφελούμενοι από αυτή να είναι σε θέση να γνωρίζουν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους και, κατά περίπτωση, να τα επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ( 9 ).
22.
Επομένως, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι διατάξεις όπως το άρθρο 149, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του ισπανικού Συντάγματος δύνανται να εξασφαλίσουν επαρκώς τη μεταφορά οδηγιών στην εσωτερική έννομη τάξη ακόμη και αν δεν έχουν ληφθεί μέτρα που να εξυπηρετούν ρητώς την εν λόγω μεταφορά.
23.
Ανεξαρτήτως του αν το τμήμα 1.4.1, σημεία i έως iii, του παραρτήματος V της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων –ενδεχομένως σε συνδυασμό με την οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση ( 10 )– θεμελιώνει δικαιώματα ιδιωτών, αυτό το είδος μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη προϋποθέτει τουλάχιστον ότι εξασφαλίζεται όντως η πλήρης εφαρμογή της οδηγίας εκ μέρους της εθνικής διοικήσεως.
24.
Συναφώς, το κυριότερο κώλυμα συνιστά ο ρητός περιορισμός του πεδίου εφαρμογής της κανονιστικής αποφάσεως ARM/2656/2008 στις διακοινοτικές ΛΑΠ. Η συμπλήρωση της νομοθεσίας των Αυτόνομων Κοινοτήτων όσον αφορά τις ενδοκοινοτικές ΛΑΠ θα απαιτούσε την υπέρβαση του γράμματος αυτής της ρυθμίσεως.
25.
Ωστόσο, κατά τη μεταφορά οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη και την εφαρμογή της, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τις αρχές του δικαίου της Ένωσης ( 11 ), ιδίως την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Αυτή περιορίζει την υποχρέωση ερμηνείας σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για την contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου ( 12 ). Συνεπώς, είναι αμφίβολο αν θα ήταν εν γένει σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης η εφαρμογή της κανονιστικής αποφάσεως ARM/2656/2008 όσον αφορά τις ενδοκοινοτικές ΛΑΠ, αντιθέτως προς το γράμμα της, με σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων στην εσωτερική έννομη τάξη.
26.
Η λογική αυτή ισχύει ιδίως στον βαθμό που η contra legem ερμηνεία θα μπορούσε να θεμελιώσει υποχρεώσεις ή μειονεκτήματα σε βάρος ιδιωτών, αν και τούτο δεν προκύπτει άμεσα στην προκειμένη περίπτωση. Εξάλλου, μεταφορά οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, κατά τρόπο ο οποίος είναι αμφίβολο ότι συνάδει προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, δεν εξασφαλίζει καν την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας εκ μέρους της εθνικής διοικήσεως. Δηλαδή, υφίσταται ο κίνδυνος οι αρμόδιες αρχές να στηρίζονται πρωτευόντως στο γράμμα των διατάξεων.
27.
Η Ισπανία υποστηρίζει ότι αποκλείεται συνταγματικώς πιο σαφής μεταφορά για το σύνολο της εθνικής επικράτειας όσον αφορά τις ενδοκοινοτικές ΛΑΠ. Συγκεκριμένα, ρύθμιση η οποία θα ίσχυε ρητώς –ακόμη και επικουρικώς– για τις περιοχές αυτές θα συνιστούσε παρέμβαση στις αρμοδιότητες των Κοινοτήτων.
28.
Η ανωτέρω επιχειρηματολογία όμως καθιστά πρόδηλο το αδύναμο σημείο της μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη με βάση το άρθρο 149, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του ισπανικού Συντάγματος: η επικουρική εφαρμογή του εθνικού δικαίου δεν εξασφαλίζεται κατά τρόπο σαφή όπως επιβάλλει η μεταφορά οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, αλλά αφορά μόνον εξαιρετικές περιπτώσεις ως προς τις οποίες δεν υφίσταται καμία εναλλακτική.
29.
Τούτο υπογραμμίζει και ο μηχανισμός επικουρικής ισχύος των εθνικών ρυθμίσεων τον οποίο επικαλείται η Ισπανία. Συγκεκριμένα, κατά την παρατεθείσα νομολογία του ισπανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, οι εν λόγω ρυθμίσεις δεν τίθενται αμέσως σε εφαρμογή όταν Αυτόνομη Κοινότητα παραλείπει να θεσπίσει ρύθμιση για ζήτημα το οποίο ρυθμίζεται σε εθνικό επίπεδο, αλλά μόνον όταν ο εφαρμοστής του δικαίου διαπιστώσει ρυθμιστικό κενό ( 13 ).
30.
Η ελλιπής μεταφορά του δικαίου της Ένωσης στην εσωτερική έννομη τάξη συνηγορεί μεν σε σημαντικό βαθμό υπέρ της αναγνωρίσεως ρυθμιστικού κενού, αλλά στην περίπτωση αυτή η επικουρική εφαρμογή του εθνικού δικαίου, ως εκ της φύσεώς της, δεν θα εξασφαλιζόταν με μεγαλύτερη βεβαιότητα από την απευθείας εφαρμογή της επίμαχης διατάξεως της οδηγίας. Εντούτοις, το Δικαστήριο δεν δέχεται ότι η απευθείας εφαρμογή διατάξεως υποκαθιστά επαρκώς τη μεταφορά της στην εσωτερική έννομη τάξη ( 14 ).
31.
Από τις παραπομπές στην κανονιστική απόφαση ARM/2656/2008, οι οποίες περιλαμβάνονται στα προγράμματα διαχειρίσεως των Αυτόνομων Κοινοτήτων για τους επίμαχους τομείς δεν προκύπτει επίσης ότι αυτή η κανονιστική απόφαση μεταφέρει επαρκώς τις σχετικές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης στην εσωτερική έννομη τάξη όσον αφορά τις ενδοκοινοτικές ΛΑΠ. Συγκεκριμένα, δεν καθίσταται πρόδηλο αν οι Κοινότητες ενήργησαν βάσει υποχρεώσεως εκ του νόμου. Το ότι έλαβαν υπόψη την ανωτέρω κανονιστική απόφαση θα μπορούσε να οφείλεται απλώς σε λόγους σκοπιμότητας. Στην περίπτωση αυτή οι εν λόγω παραπομπές θα τεκμηρίωναν απλώς μια διοικητική πρακτική, την οποία το Δικαστήριο επίσης δεν αποδέχεται, διότι αυτή θα μπορούσε να μεταβληθεί ανά πάσα στιγμή ( 15 ).
32.
Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή ορθώς τονίζει ότι οι Αυτόνομες Κοινότητες θα μπορούσαν με ιδιαίτερη ευχέρεια να προβλέψουν ρητώς τη σχετική εφαρμογή των εθνικών ρυθμίσεων για τις αντίστοιχες ΛΑΠ και κατ’ αυτόν τον τρόπο να κατοχυρώσουν την αναγκαία ασφάλεια δικαίου. Τούτο όμως δεν συνέβη.
33.
Επομένως, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι το τμήμα 5.1 της κανονιστικής αποφάσεως ARM/2656/2008 σε συνδυασμό με το άρθρο 149, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του ισπανικού Συντάγματος δύνανται να επιφέρουν στην πράξη την πλήρη εφαρμογή του τμήματος 1.4, σημεία i έως iii, του παραρτήματος V της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων εκ μέρους της ισπανικής διοικήσεως. Ωστόσο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εν λόγω εφαρμογή θα εξασφαλιζόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο.
34.
Αντιθέτως προς την άποψη της Ισπανίας, το ανωτέρω συμπέρασμα δεν αντιβαίνει στο άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, δηλαδή δεν θίγει την εθνική της ταυτότητα που είναι συμφυής με τη θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική της δομή, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η περιφερειακή και τοπική αυτοδιοίκηση. Σε ομοσπονδιακά ή αποκεντρωμένα συστήματα δεν αποκλείεται η μεταφορά του δικαίου της Ένωσης στην εθνική έννομη τάξη να εξασφαλίζεται διά της επικουρικής εφαρμογής εθνικών ρυθμίσεων. Δεν πρέπει όμως να υφίσταται καμία αμφιβολία ως προς αυτήν την επικουρική εφαρμογή. Το ισπανικό δίκαιο δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις αυτές.
35.
Εν προκειμένω, συμβαίνει το αντίθετο: εάν γινόταν δεκτό ότι η επικουρική εφαρμογή του εθνικού δικαίου καλύπτει τη μεταφορά οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, θα παραβιαζόταν η επιφύλαξη του ισπανικού Συντάγματος έναντι αυτής της επικουρικής εφαρμογής. Τούτο θα συνιστούσε υποτίμηση της νομοθετικής ευθύνης που συνοδεύει τις αρμοδιότητες των Κοινοτήτων.
36.
Συνοψίζοντας, λοιπόν, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ισπανία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του τμήματος 1.4.1, σημεία i έως iii, του παραρτήματος V της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων όσον αφορά τις ενδοκοινοτικές ΛΑΠ εκτός της περιοχής της Καταλονίας.
IV – Επί της μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη της Καταλονίας
37.
Πλέον, πρέπει να εξετασθεί η μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη της Καταλονίας. Η Ισπανία υποστήριξε, πρώτη φορά με το υπόμνημα αντικρούσεως, ότι η Καταλονία έχει μεταφέρει τις παρατιθέμενες από την Επιτροπή διατάξεις της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων στην εσωτερική της έννομη τάξη.
38.
Η Επιτροπή ορθώς επισημαίνει ότι, στο στάδιο της διαδικασίας που προηγείται της ασκήσεως της προσφυγής, η Ισπανία παρέβη τις υποχρεώσεις συνεργασίας που υπέχει δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ. Καταρχήν, η Ισπανία όφειλε ήδη κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία να ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα που είχε λάβει η Καταλονία ( 16 ). Αυτή η παραβίαση του δικαίου της Ένωσης όμως δεν συνιστά αντικείμενο της προκειμένης διαδικασίας.
39.
Εντούτοις, η Επιτροπή στηρίζει στην ανωτέρω παράβαση την άποψη ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη τα στοιχεία που αφορούν τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη της Καταλονίας. Ωστόσο, η προγενέστερη περίπτωση ( 17 ), την οποία επικαλείται, αφορούσε πληροφοριακά στοιχεία που προσκομίσθηκαν πρώτη φορά κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι δεν προσκομίσθηκαν εγκαίρως δυνάμει του άρθρου 42, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου όπως ίσχυε κατά τον χρόνο εκείνον (νυν άρθρο 128, παράγραφος 1).
40.
Αντιθέτως, η παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία δεν κωλύει, καταρχήν, την Ισπανία να προτείνει νέα αποδεικτικά και αμυντικά μέσα με το υπόμνημα απαντήσεως. Τούτο αφορά ιδίως στοιχεία σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη τα οποία δεν είχαν αναφερθεί κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία ( 18 ).
41.
Εφόσον η Ισπανία υποστηρίζει ότι οι παρατιθέμενες καταλανικές νομοθετικές διατάξεις μεταφέρουν τις επίδικες διατάξεις της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων στην εσωτερική έννομη τάξη, απόκειται στην Επιτροπή να ανατρέψει αυτό το επιχείρημα. Πράγματι, στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη της φερόμενης παραβάσεως. Η ίδια οφείλει να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη διαπίστωση της παραβάσεως, χωρίς να μπορεί να στηριχθεί σε οποιοδήποτε τεκμήριο ( 19 ).
42.
Η Επιτροπή ασχολείται με το νέο επιχείρημα της Ισπανίας μόνο στον βαθμό που απαιτείται για να επισημάνει ότι το πρόγραμμα διαχειρίσεως για την παραποτάμια περιοχή της Καταλονίας της 5ης Σεπτεμβρίου 2011 ( 20 ) δεν είχε εκδοθεί εγκαίρως, ώστε να ληφθεί υπόψη στην προκειμένη διαδικασία. Τούτο ισχύει, άλλωστε, και ως προς το πρόγραμμα μέτρων της Καταλονίας της 23ης Νοεμβρίου 2010 ( 21 ) το οποίο παραθέτει επίσης η Ισπανία.
43.
Η Ισπανία επικαλείται αυτά τα δύο προγράμματα, από κοινού με άλλες εγκαίρως εκδοθείσες ρυθμίσεις, ως μέτρα μεταφοράς του άρθρου 7, παράγραφος 2, και του άρθρου 10, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων στην εσωτερική έννομη τάξη. Συνεπώς, από την επιχειρηματολογία της ίδιας της Ισπανίας προκύπτει ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο για την προκειμένη διαδικασία, οι εν λόγω διατάξεις δεν είχαν μεταφερθεί πλήρως, αλλά μόνον εν μέρει, ακόμη και στην εσωτερική έννομη τάξη της Καταλονίας.
44.
Αντιθέτως, όσον αφορά τη μεταφορά του άρθρου 4, παράγραφος 8, και των τμημάτων 1.3 και 1.4, σημεία i έως iii, του παραρτήματος V της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων στην εσωτερική έννομη τάξη της Καταλονίας, η Ισπανία παραθέτει μόνον το καταλανικό διάταγμα 380/2006 της 10ης Οκτωβρίου 2006 ( 22 ), καθώς και ένα καταλανικό πρόγραμμα της 3ης Ιουνίου 2008 ( 23 ). Αμφότερα τα μέτρα ίσχυαν ήδη κατά το πέρας της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας. Επομένως, στην προκειμένη διαδικασία, μπορεί να εξετασθεί αν αυτά μεταφέρουν τις ανωτέρω διατάξεις στην εσωτερική έννομη τάξη.
45.
Η Ισπανία παρουσίασε αυτά τα μέτρα κατά τρόπο συνοπτικό, αλλά δεν τα προσκόμισε στο Δικαστήριο. Εφόσον όμως η Επιτροπή δεν προβάλλει σχετικές αντιρρήσεις επί της ουσίας ούτε δηλώνει άγνοια της μεταφοράς αυτών των διατάξεων στην εσωτερική έννομη τάξη, είναι αδύνατον να αναγνωρισθεί ότι οι εν λόγω ρυθμίσεις δεν καλύπτουν τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 8, και των τμημάτων 1.3. και 1.4.1, σημεία i έως iii, του παραρτήματος V της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων.
46.
Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, το άρθρο 7, παράγραφος 2, και το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων δεν είχαν μεταφερθεί πλήρως στην εσωτερική έννομη τάξη της Καταλονίας.
V – Επί των δικαστικών εξόδων
47.
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει ζητήσει να καταδικαστεί το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα και αυτό ηττήθηκε ως προς όλους σχεδόν τους ισχυρισμούς του, ενώ στον βαθμό που νίκησε παρέλειψε να παράσχει κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία όλα τα χρήσιμα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου με τις οποίες θεωρούσε ότι εκπλήρωσε τις διάφορες υποχρεώσεις που του επιβάλλει η οδηγία ( 24 ), το Βασίλειο της Ισπανίας πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
VI – Πρόταση
48.
Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1)
Όσον αφορά τις ενδοκοινοτικές λεκάνες απορροής ποταμού οι οποίες βρίσκονται εκτός της περιοχής της Καταλονίας, το Βασίλειο της Ισπανίας δεν έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη το άρθρο 4, παράγραφος 8, το άρθρο 7, παράγραφος 2, το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και τα τμήματα 1.3 και 1.4.1, σημεία i έως iii, του παραρτήματος V της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων/ΕΚ για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων.
2)
Όσον αφορά τις λεκάνες απορροής ποταμού οι οποίες βρίσκονται εξ ολοκλήρου εντός της περιοχής της Καταλονίας, το Βασίλειο της Ισπανίας δεν έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να μεταφέρει το άρθρο 7, παράγραφος 2, καθώς και το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας-πλαισίου περί υδάτων στην εσωτερική έννομη τάξη.
3)
Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
4)
Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (ΕΕ L 327, σ. 1, στο εξής: οδηγία-πλαίσιο περί υδάτων).
( 3 ) Απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2012, C‑43/10, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας κ.λπ. (σκέψεις 43 έως 46).
( 4 ) Αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 2007, C-235/04, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2007, σ. I-5415, σκέψη 52), της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, C‑150/11, Επιτροπή κατά Βελγίου (σκέψη 43), και της 6ης Νοεμβρίου 2012, C‑286/12, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (σκέψη 41).
( 5 ) Orden ARM/1195/2011, de 11 de mayo, por la que se modifica la Orden ARM/2656/2008, de 10 de septiembre, por la que se aprueba la instrucción de planificación hidrológica (BOE αριθ. 114, της 13ης Μαΐου 2011, σ. 48584).
( 6 ) Orden ARM/2656/2008, de 10 de septiembre, por la que se aprueba la instrucción de planificación hidrológica (BOE αριθ. 229, της 22ας Σεπτεμβρίου 2008, σ. 38472).
( 7 ) Αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 2007, C-418/04, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 2007, σ. I-10947, σκέψη 157), και της 14ης Οκτωβρίου 2010, C-535/07, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Συλλογή 2010, σ. I-9483, σκέψη 60).
( 8 ) Αποφάσεις της 27ης Απριλίου 1988, 252/85, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1988, σ. 2243, σκέψη 5), της 12ης Ιουλίου 2007, C-507/04, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Συλλογή 2007, σ. I-5939, σκέψη 89), και της 27ης Οκτωβρίου 2011, C‑311/10, Επιτροπή κατά Πολωνίας (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 40).
( 9 ) Αποφάσεις της 23ης Μαΐου 1985, 29/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1985, σ. 1661, σκέψη 23), της 20ής Νοεμβρίου 2003, C-296/01, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2003, σ. I-13909, σκέψη 55), και της 3ης Δεκεμβρίου 2009, C-475/08, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 2009, σ. I-11503, σκέψη 41).
( 10 ) Οδηγία 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και για την κατάργηση της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 41, σ. 26).
( 11 ) Αποφάσεις της 18ης Μαΐου 2000, C-107/97, Rombi και Arkopharma (Συλλογή 2000, σ. I-3367, σκέψη 65), της 27ης Ιουνίου 2006, C-540/03, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2006, σ. I-5769, σκέψη 105), της 29ης Ιανουαρίου 2008, C-275/06, Promusicae (Συλλογή 2008, σ. I-271, σκέψη 68), καθώς και της 6ης Δεκεμβρίου 2012, C‑356/11 και C‑357/11, O και S (σκέψη 80).
( 12 ) Αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, C-212/04, Αδενέλερ κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I-6057, σκέψη 110), της 15ης Απριλίου 2008, C-268/06, Impact (Συλλογή 2008, σ. I-2483, σκέψη 100), της 16ης Ιουλίου 2009, C-12/08, Mono Car Styling (Συλλογή 2009, σ. I-6653, σκέψη 61), και της 24ης Ιανουαρίου 2012, C‑282/10, Dominguez (σκέψη 25).
( 13 ) Βλ. την απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2010, C-152/09, Grootes (Συλλογή 2010, σ. I-11285, σκέψη 41), σχετικά με την αντίστοιχη εφαρμογή διατάξεως στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης.
( 14 ) Αποφάσεις της 6ης Μαΐου 1980, 102/79, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1980/ΙΙ, σ. 99, σκέψη 12), της 2ας Μαΐου 1996, C‑253/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1996, I‑2423, σκέψη 13), και Επιτροπή κατά Βελγίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 44).
( 15 ) Αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 1994, C-80/92, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1994, σ. I-1019, σκέψη 20), Επιτροπή κατά Γαλλίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 54), και της 27ης Ιανουαρίου 2011, C-490/09, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 2011, σ. I-247, σκέψη 47).
( 16 ) Αποφάσεις της 26ης Απριλίου 2005, C-494/01, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 2005, σ. I-3331, σκέψεις 44 επ.), και της 26ης Απριλίου 2007, C-135/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2007, σ. I-3475, σκέψεις 27 επ.).
( 17 ) Απόφαση της 13ης Ιουνίου 2002, C-474/99, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2002, σ. I-5293, σκέψεις 42 επ.).
( 18 ) Αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 2005, C-456/03, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2005, σ. I-5335, σκέψη 41), και της 30ής Νοεμβρίου 2006, C-32/05, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 2006, σ. I-11323, σκέψεις 52 έως 56).
( 19 ) Αποφάσεις της 25ης Μαΐου 1982, 96/81, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1982, σ. 1791, σκέψη 6), της 14ης Ιουνίου 2007, C-342/05, Επιτροπή κατά Φινλανδίας (Συλλογή 2007, σ. I-4713, σκέψη 23), και της 19ης Δεκεμβρίου 2012, C‑577/10, Επιτροπή κατά Βελγίου (σκέψη 34).
( 20 ) Real Decreto 1219/2011, de 5 de septiembre, por el que se aprueba el Plan de gestión del distrito de cuenca fluvial de Cataluña (BOE αριθ. 228 της 22ας Σεπτεμβρίου 2011).
( 21 ) Programa de Medidas, aprobado por Acuerdo del Gobierno de la Generalidad de Cataluña de 23 de noviembre de 2010.
( 22 ) Decreto 380/2006, de 10 de octubre, por el que se aprueba el Reglamento de la planificación hidrológica, DOGC αριθ. 4740 της 16ης Οκτωβρίου 2006, σ. 42776.
( 23 ) Programa de Seguimiento y Control del Distrito de Cuenca Fluvial de Cataluña, aprobado por acuerdo del Gobierno de la Generalidad de Cataluña (GOV/128/2008) de 3 de Junio de 2008.
( 24 ) Βλ., συναφώς, απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 87).
Full & Egal Universal Law Academy