ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
NILS WAHL
της 16ης Μαΐου 2013 ( 1 )
Υπόθεση C‑157/12
Salzgitter Mannesmann Handel GmbH
κατά
SC Laminorul SA
[αίτηση του Bundesgerichtshof (Γερμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις — Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 — Εκτέλεση αποφάσεως εκδοθείσας εντός άλλου κράτους μέλους — Λόγοι απορρίψεως της αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας — Προγενέστερη απόφαση εκδοθείσα εντός του ιδίου κράτους μέλους μεταξύ των ιδίων διαδίκων επί ένδικης διαφοράς με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία — Ασυμβίβαστες μεταξύ τους αποφάσεις»
1.
Πρέπει δικαστήριο κράτους μέλους να απορρίψει την αίτηση κηρύξεως της εκτελεστότητας αποφάσεως εκδοθείσας εντός άλλου κράτους μέλους, σε περίπτωση κατά την οποία έρχεται σε αντίθεση με δικαστική απόφαση που εκδόθηκε εντός του δευτέρου κράτους μέλους; Το καινοφανές αυτό ζήτημα συνοψίζει κατ’ ουσίαν το δίλημμα που αντιμετωπίζει το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας).
I – Νομικό πλαίσιο
2.
Κατά το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 ( 2 ) (στο εξής: κανονισμός), δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκήθηκε ένδικο μέσο κατά της κηρύξεως της εκτελεστότητας αποφάσεως «δύναται να απορρίψει ή να ανακαλέσει την κήρυξη της εκτελεστότητας» μόνον εφόσον συντρέχει λόγος από τους οριζόμενους στα άρθρα 34 και 35. Κατά το άρθρο 45, παράγραφος 2, αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής αποφάσεως.
3.
Το άρθρο 34 του κανονισμού, καθόσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, ορίζει τα εξής:
«Απόφαση δεν αναγνωρίζεται:
[…]
3.
αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που έχει εκδοθεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων στο κράτος [μέλος εντός του οποίου ζητείται η αναγνώριση]·
4.
αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που εκδόθηκε προγενέστερα μεταξύ των ιδίων διαδίκων και [επί διαφοράς] με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος, εφόσον η προγενέστερη αυτή απόφαση [πληροί] τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος [μέλος] αναγνωρίσεως».
4.
Από 10ης Ιανουαρίου 2015, το άρθρο 34, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού, θα αντικατασταθεί από το άρθρο 45, παράγραφος 1, στοιχεία γʹ και δʹ, του κανονισμού 1215/2012 ( 3 ). Το γράμμα των νέων αυτών διατάξεων δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς από αυτό των διατάξεων που ισχύουν επί του παρόντος.
II – Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικό ερώτημα
5.
Η SC Laminorul SA (στο εξής: Laminorul), εταιρία εγκατεστημένη στη Ρουμανία, ενήγαγε τη Salzgitter Mannesmann Handel GmbH (στο εξής: Salzgitter) ενώπιον του Tribunalul Brăila (πρωτοδικείο Βράιλας, Ρουμανία), αξιώνοντας την καταβολή του τιμήματος για την παράδοση προϊόντων χάλυβα.
6.
Με απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2008 (στο εξής: πρώτη απόφαση), το Tribunalul Brăila απέρριψε την αγωγή με το σκεπτικό ότι δεν στρεφόταν κατά του αντισυμβαλλομένου της ενάγουσας στην επίμαχη σύμβαση, δηλαδή της Salzgitter Mannesmann Stahlhandel GmbH (πρώην Salzgitter Stahlhandel GmbH). Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη.
7.
Η Laminorul ενήγαγε εκ νέου τη Salzgitter ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου και για την ίδια αιτία. Το δικόγραφο της αγωγής επιδόθηκε στον πρώην νόμιμο εκπρόσωπο της Salzgitter στη Ρουμανία, του οποίου η εξουσιοδότηση να ενεργεί για λογαριασμό της εταιρίας αφορούσε, κατά τη Salzgitter, αποκλειστικώς την πρώτη δίκη. Για τον λόγο αυτό ουδείς παρέστη εκ μέρους της Salzgitter κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του ρουμανικού δικαστηρίου, το οποίο, στις 6 Μαρτίου 2008, εξέδωσε ερήμην της Salzgitter απόφαση με την οποία την υποχρέωνε να καταβάλει στη Laminorul ποσό ύψους 188 330 ευρώ (στο εξής: δεύτερη απόφαση).
8.
Η Salzgitter ζήτησε την ακύρωση της δεύτερης αποφάσεως για τον λόγο ότι δεν είχε κλητευθεί νομίμως στη δεύτερη δίκη. Η αίτησή αυτή απορρίφθηκε από το Tribunalul Brăila με απόφαση της 8ης Μαΐου 2008, διότι η Salzgitter δεν είχε καταβάλει το απαιτούμενο παράβολο.
9.
Η δεύτερη απόφαση κηρύχθηκε εκτελεστή με την από 21 Νοεμβρίου 2008 διάταξη του Landgericht Düsseldorf (περιφερειακό πρωτοδικείο Ντύσελντορφ, Γερμανία). Η Salzgitter άσκησε ένδικο μέσο κατά της διατάξεως αυτής.
10.
Στα τέλη του 2008, η Salzgitter άσκησε ανακοπή ερημοδικίας στη Ρουμανία με αίτημα την εξαφάνιση της δεύτερης αποφάσεως, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε κληθεί να παραστεί στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Η ανακοπή αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2009.
11.
Κατόπιν τούτου, η Salzgitter άσκησε έφεση κατά της δεύτερης αποφάσεως επικαλούμενη τη δεσμευτική ισχύ του δεδικασμένου της πρώτης αποφάσεως. Το Curtea de Apel Galaţi (εφετείο Γαλατσίου, Ρουμανία) απέρριψε την έφεση αυτή με απόφαση της 8ης Μαΐου 2009, για τον λόγο ότι είχε ασκηθεί εκπροθέσμως, απόφαση που επικυρώθηκε εν συνεχεία από το Înalta Curte de Casaţie şi Justiţie (ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο της Ρουμανίας) με απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2009.
12.
Δεδομένου ότι τα προβλεπόμενα στη Ρουμανία ένδικα μέσα είχαν εξαντληθεί, η διαδικασία κηρύξεως της εκτελεστότητας που είχε κινηθεί στη Γερμανία –και η οποία είχε ανασταλεί στο στάδιο της εξετάσεως του ενδίκου μέσου– άρχισε εκ νέου. Το ένδικο μέσο της Salzgitter κατά της κηρύξεως της εκτελεστότητας απορρίφθηκε ως αβάσιμο από το Oberlandesgericht Düsseldorf (περιφερειακό εφετείο Ντύσελντορφ, Γερμανία) με διάταξη της 28ης Ιουνίου 2010.
13.
Κατόπιν τούτου, η Salzgitter άσκησε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Bundesgerichtshof κατά της κηρύξεως της εκτελεστότητας της δεύτερης αποφάσεως.
14.
Λόγω αμφιβολιών ως προς της ερμηνεία του άρθρου 34, παράγραφος 4, του κανονισμού 44/2001, το Bundesgerichtshof αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 34, παράγραφος 4, του [κανονισμού] και η περίπτωση ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων που έχουν εκδοθεί στο ίδιο κράτος μέλος (κράτος προελεύσεως);»
15.
Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η Salzgitter, η Γερμανική, η Ισπανική, η Ιταλική και η Ρουμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Ευρώπη. Η Salzgitter και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 14ης Μαρτίου 2013.
III – Παρατηρήσεις του αιτούντος δικαστηρίου, των διαδίκων και των λοιπών μετεχόντων στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
16.
Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι το κώλυμα εκτελέσεως που διαλαμβάνεται στο άρθρο 34, παράγραφος 2, του κανονισμού δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή, δεδομένου ότι η Salzgitter είχε τη δυνατότητα να προετοιμάσει την άμυνά της. Αποκλείει, επίσης, το ενδεχόμενο να συντρέχουν τα κωλύματα που διαλαμβάνονται στο άρθρο 34, παράγραφοι 1 και 3, και στο άρθρο 35. Κατά συνέπεια, όπως εκτιμά το αιτούν δικαστήριο, η έκβαση της δίκης εξαρτάται από την ερμηνεία του κωλύματος το οποίο προβλέπει το άρθρο 34, παράγραφος 4, του κανονισμού. Βάσει του άρθρου 45, παράγραφος 1, η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή και στην περίπτωση της ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά αποφάσεων περί κηρύξεως της εκτελεστότητας.
17.
Κατά το αιτούν δικαστήριο, η πρώτη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της Laminorul με αίτημα την καταβολή χρηματικού ποσού, και η δεύτερη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αξίωση, είναι μεταξύ τους ασυμβίβαστες. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει επιπροσθέτως ότι η πρώτη απόφαση πληροί τις προϋποθέσεις αναγνωρίσεως στη Γερμανία.
18.
Ως εκ τούτου, το Bundesgerichtshof υποβάλλει προς εξέταση από το Δικαστήριο δύο αποκλίνουσες μεταξύ τους ερμηνείες του άρθρου 34, παράγραφος 4, του κανονισμού. Κατά την πρώτη συλλογιστική, η οποία στηρίζεται στο γράμμα της διατάξεως, το άρθρο 34, παράγραφος 4, του κανονισμού προϋποθέτει την εμπλοκή τριών κρατών. Η εξαίρεση αφορά μόνον περιπτώσεις κατά τις οποίες στο κράτος μέλος όπου ζητείται η αναγνώριση ή η κήρυξη της εκτελεστότητας περιέρχονται δύο ασυμβίβαστες μεταξύ τους αποφάσεις που έχουν εκδοθεί εντός δύο διαφορετικών κρατών μελών ή εντός κράτους μέλους και τρίτου κράτους. Υπέρ της ερμηνείας αυτής τάσσονται η Ισπανική, η Ιταλική και η Ρουμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή.
19.
Κατά τη δεύτερη συλλογιστική, χωρεί επίκληση των λόγων απορρίψεως αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας και στην περίπτωση δύο ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων που έχουν εκδοθεί στο ίδιο κράτος μέλος («εσωτερική σύγκρουση»). Η άποψη αυτή στηρίζεται πρωτίστως στην εν γένει οικονομία και τον σκοπό του άρθρου 34, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού. Συναφώς, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 34, παράγραφος 3, εμπίπτουν οι περιπτώσεις διμερούς συγκρούσεως αποφάσεων μεταξύ του κράτους μέλους αναγνωρίσεως και ετέρου κράτους μέλους, ενώ σε αυτό του άρθρου 34, παράγραφος 4, εμπίπτουν οι λοιπές περιπτώσεις συγκρούσεως αλλοδαπών αποφάσεων. Η άποψη αυτή υποστηρίζεται από τη Salzgitter.
20.
Η Γερμανική Κυβέρνηση διατείνεται ότι ο κανονισμός δεν αποτελεί το προσήκον μέσο επιλύσεως συγκρούσεων αποφάσεων οι οποίες μπορούν να επιλυθούν βάσει του εθνικού δικαίου. Η κυβέρνηση αυτή υποστηρίζει πάντως ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως στην υπό κρίση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, οσάκις η σύγκρουση δεν μπορεί να επιλυθεί βάσει του δικαίου του κράτους μέλους προελεύσεως, το άρθρο 34, παράγραφος 4, πρέπει να τύχει εφαρμογής προκειμένου να καλυφθεί το κενό δικαίου. Η δυνατότητα αυτή, την οποία υποστηρίζει η Salzgitter επικουρικώς, μνημονεύεται και από το αιτούν δικαστήριο.
IV – Ανάλυση
Επισημάνσεις γενικού χαρακτήρα
21.
Ακριβώς όπως η προϊσχύσασα αυτού Σύμβαση των Βρυξελλών ( 4 ), ο κανονισμός σκοπεί «να κατανείμει τη διεθνή δικαιοδοσία όσον αφορά την επίλυση αστικών και εμπορικών διαφορών στις σχέσεις μεταξύ των κρατών [μελών] και να διευκολύνει την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων» ( 5 ).
22.
Οι κανόνες, αφενός, περί διεθνούς δικαιοδοσίας και, αφετέρου, περί αναγνωρίσεως και εκτελέσεως των αποφάσεων αποτελούν τα δύο θεμέλια της ελεύθερης κυκλοφορίας των δικαστικών αποφάσεων, στην οποία σκοπεί ο κανονισμός ( 6 ).
23.
Πρώτον, οι κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας, περιλαμβανομένων των ειδικών και αποκλειστικών βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας, καθορίζονται στο κεφάλαιο II του κανονισμού προκειμένου να καταστεί ευχερέστερη η άσκηση ενδίκων βοηθημάτων σε διασυνοριακό επίπεδο.
24.
Ωστόσο, οι κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας θα αδυνατούσαν αφεαυτών να αποτρέψουν το ενδεχόμενο να τεθεί σε κίνδυνο η αρμονική απονομή της δικαιοσύνης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξαιτίας της ασκήσεως πλειόνων αγωγών για την ίδια υπόθεση ενώπιον των δικαστηρίων διαφόρων κρατών. Τούτο θα αντέβαινε στον έτερο σκοπό του κανονισμού, ο οποίος συνίσταται στο «να αποφεύγεται η έκδοση ασυμβιβάστων [μεταξύ τους] αποφάσεων σε δύο κράτη μέλη» ( 7 ).
25.
Επομένως, προκειμένου να αποτραπεί η εκ παραλλήλου άσκηση αγωγών ενώπιον των δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών και το ενδεχόμενο συγκρούσεως αποφάσεων, οι κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας του κεφαλαίου II του κανονισμού συμπληρώνονται με τις διατάξεις του τμήματος 9 περί εκκρεμοδικίας. Οι διατάξεις αυτές σκοπούν ακριβώς να αποτρέψουν ευθύς εξαρχής την πιθανότητα εκδόσεως αντιφατικής αποφάσεως ( 8 ).
26.
Δεύτερον, οι διαδικασίες για την αναγνώριση και την εκτέλεση καθιστούν δυνατό σε απόφαση να παραγάγει στο κράτος μέλος αναγνωρίσεως και εκτελέσεως τα ίδια έννομα αποτελέσματα που θα παρήγαγε στο κράτος μέλος προελεύσεως ( 9 ). Η διαδικασία περί εκτελέσεως αποφάσεων εκτίθεται ειδικότερα στο τμήμα 2 του κεφαλαίου III του κανονισμού.
27.
Βάσει της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στην απονομή της δικαιοσύνης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτείται «αποτελεσματικότητα και ταχύτητα της διαδικασίας με την οποία κηρύσσεται εκτελεστή σε κράτος μέλος απόφαση που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος» ( 10 ). Κατά συνέπεια, αποφάσεις που εκδόθηκαν σε κράτος μέλος μπορούν να εκτελεσθούν σε άλλο κράτος μέλος «αφού κηρυχθούν εκεί εκτελεστές, με αίτηση κάθε ενδιαφερομένου» ( 11 ). Κατά το άρθρο 41, «[η] απόφαση κηρύσσεται εκτελεστή ευθύς ως ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 53», δηλαδή αφού προσκομισθεί αντίγραφο της αποφάσεως, «το οποίο [πληροί] τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας» και η βεβαίωση που παρέχει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση βάσει του υποδείγματος εντύπου που μνημονεύεται στο παράρτημα V του κανονισμού. Βάσει του άρθρου 45, παράγραφος 2, απαγορεύεται, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, η, εκ μέρους του δικαστηρίου αναγνωρίσεως, επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής αποφάσεως.
28.
Παρά την ύπαρξη των προμνημονευθέντων κανόνων περί εκκρεμοδικίας, η έκδοση ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων είναι αναπόφευκτη, για παράδειγμα σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο που έχει επιληφθεί υποθέσεως δεν έχει λάβει γνώση εκκρεμούσας διαδικασίας που έχει κινηθεί προγενέστερα ενώπιον ετέρου δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός θέτει, στο άρθρο του 34, κανόνες που διέπουν την επίλυση τέτοιων συγκρούσεων οι οποίες ανακύπτουν κατόπιν της εκδόσεως αποφάσεως.
29.
Ο πρώτος λόγος απορρίψεως αιτήσεως για την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεως σχετίζεται με τη δημόσια τάξη ( 12 ). Ο δεύτερος λόγος απορρίψεως, τον οποίο προβλέπει το άρθρο 34, παράγραφος 2, αφορά κατ’ ουσίαν διαδικαστικές πλημμέλειες που ενδέχεται να συνεπάγονται παραβίαση των δικαιωμάτων άμυνας. Τέλος, οι κατά το άρθρο 34, παράγραφοι 3 και 4, εξαιρέσεις αφορούν αμφότερες τις ασυμβίβαστες μεταξύ τους αποφάσεις. Ενώ, βάσει του άρθρου 34, παράγραφος 4, κατισχύει η προγενέστερη αλλοδαπή απόφαση, δυνάμει της αρχής prior tempore, potior jure, η διάταξη του άρθρου 34, παράγραφος 3, καθιστά δυνατό να κατισχύουν αποφάσεις εκδοθείσες στο κράτος μέλος στο οποίο ζητείται η αναγνώριση ή η εκτέλεση έναντι των αποφάσεων που εκδόθηκαν σε άλλα κράτη μέλη, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας εκδόσεως των αποφάσεων αυτών ( 13 ).
30.
Όσον αφορά τις εξαιρέσεις αυτές, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι, πρώτον, προκειμένου να διασφαλισθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των αποφάσεων, οι εξαιρέσεις πρέπει να ερμηνεύονται περιοριστικά, δεδομένου ότι παρακωλύουν την επίτευξη ενός εκ των θεμελιωδών σκοπών του κανονισμού ( 14 ). Δεύτερον, οι εξαιρέσεις έχουν εξαντλητικό χαρακτήρα ( 15 ). Τρίτον, οι διατάξεις του άρθρου 34, παράγραφοι 2, 3 και 4, του κανονισμού αποτελούν ειδικές διατάξεις σε σχέση με το άρθρο 34, παράγραφος 1, το οποίο αποτελεί διάταξη γενικού χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, το άρθρο 34, παράγραφος 1, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, καθόσον οι σχετικοί λόγοι δημοσίας τάξεως αφορούν τις λοιπές εξαιρέσεις ( 16 ).
31.
Οι προμνημονευθέντες κανόνες δεν συνιστούν εναρμόνιση ή τροποποίηση των δικονομικών κανόνων των κρατών μελών ( 17 ). Ειδικότερα, δεν δημιουργούν επιπλέον ένδικα μέσα κατά εθνικών αποφάσεων που έχουν καταστεί αμετάκλητες. Με τους κανόνες αυτούς ρυθμίζεται απλώς το ζήτημα των αποτελεσμάτων αντιφατικών μεταξύ τους αποφάσεων που προέρχονται από διαφορετικά δικαστήρια.
32.
Πράγματι, όπως επεσήμανε το αιτούν δικαστήριο, κανόνες παρεμφερείς αυτών του κανονισμού υφίστανται στα εθνικά δικονομικά συστήματα. Οι κανόνες αυτού του είδους δεν καθιστούν μόνο δυνατή την αποτροπή εσωτερικών συγκρούσεων, σε περίπτωση κατά την οποία έχουν ασκηθεί πλείονες αγωγές ενώπιον διαφορετικών δικαστηρίων του ιδίου κράτους μέλους (πρόκειται για τους κανόνες περί εκκρεμοδικίας), αλλά ενδέχεται επίσης να παρέχουν διάφορα ένδικα μέσα κατά εθνικών αποφάσεων ( 18 ).
33.
Για προφανείς λόγους, απόφαση εκδοθείσα εντός κράτους μέλους μπορεί να προσβληθεί αποκλειστικώς βάσει των μηχανισμών που υφίστανται στο κράτος μέλος αυτό και όχι μέσω των εννόμων τάξεων άλλων κρατών μελών. Συνεπώς, ο κανονισμός σκοπεί απλώς να παράσχει ένα μέσο για την αντιμετώπιση διαταραχών της έννομης τάξεως που δεν μπορούν να εξαλειφθούν σε επίπεδο εθνικού δικονομικού δικαίου. Πράγματι, σύγκρουση ανακύπτουσα εξαιτίας ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων στο εσωτερικό της ιδίας έννομης τάξεως μπορεί να επιλυθεί από ιδιώτες. Καθόσον υφίστανται ένδικα μέσα σε εθνικό επίπεδο, με τον κανονισμό δεν επιδιώκεται να δοθεί σε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους, συγκεκριμένα δε σε δικαστήριο του κράτους μέλους όπου ζητείται η αναγνώριση ή η εκτέλεση, η εξουσία να μην εφαρμόσει –και, ως εκ τούτου, στην πράξη να ακυρώσει– απόφαση εκδοθείσα στο κράτος μέλος προελεύσεως. Τέτοια εξουσία ενδέχεται να μην υφίσταται ούτε στην έννομη τάξη του κράτους προελεύσεως σε περίπτωση κατά την οποία αμφότερες οι αποφάσεις έχουν καταστεί αμετάκλητες.
34.
Όσον αφορά το ζήτημα της εκτελέσεως αλλοδαπών αποφάσεων, απαιτείται επίσης να γίνει διάκριση μεταξύ της διαδικασίας κηρύξεως της εκτελεστότητας –δηλαδή της διαδικασίας με την οποία αλλοδαπή απόφαση κηρύσσεται εκτελεστή– και της συνακόλουθης καθαυτό εκτελέσεως της αλλοδαπής αποφάσεως. Με την πρώτη διαδικασία, η οποία διέπεται εξ ολοκλήρου από τον κανονισμό, επιδιώκεται η ενσωμάτωση της αλλοδαπής αποφάσεως στην έννομη τάξη του κράτους μέλους εντός του οποίου ζητείται η εκτέλεση. Η καθαυτό εκτέλεση, όμως, διέπεται από το εθνικό δίκαιο αυτού του κράτους μέλους, καθόσον ο τομέας αυτός δεν έχει εναρμονισθεί βάσει της νομοθεσίας της ΕΕ. Ως εκ τούτου, ένας διάδικος δύναται να προσβάλει την καθαυτό εκτέλεση υπό τους ίδιους όρους με αυτούς που προβλέπουν οι εθνικοί κανόνες προκειμένου περί αποφάσεως που έχει εκδοθεί στο κράτος μέλος εκτελέσεως ( 19 ).
35.
Συνοψίζοντας, όσον αφορά τις διασυνοριακές ένδικες διαφορές σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ο κανονισμός καθιερώνει ολοκληρωμένο σύστημα διεθνούς δικαιοδοσίας και αναγνωρίσεως και εκτελέσεως των αποφάσεων. Πρώτον, καθορίζει το δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία. Δεύτερον, δεν επιτρέπει σε δικαστήρια, επίσης έχοντα διεθνή δικαιοδοσία, να επιλαμβάνονται της ιδίας υποθέσεως με το δικαστήριο που έχει επιληφθεί πρώτο. Τρίτον, καθιστά δυνατή την αναγνώριση και την εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές που ισχύουν για τις αποφάσεις που εκδίδονται από δικαστήρια του κράτους μέλους εντός του οποίου ζητείται η αναγνώριση ή η εκτέλεση. Τέταρτον, επιλύει το ζήτημα της υπάρξεως ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων, σε περίπτωση κατά την οποία η σύγκρουση αυτή δεν μπορεί να επιλυθεί με την πρωτοβουλία ιδιώτη.
36.
Στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί απάντηση βάσει των ανωτέρω γενικών επισημάνσεων.
Έχει το άρθρο 34, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογή επί περιπτώσεως όπως η υπό κρίση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου;
37.
Χωρίς να αμφισβητούν ρητώς το παραδεκτό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, η Ισπανική και η Ρουμανική Κυβέρνηση εκφράζουν αμφιβολίες, όπως και η Επιτροπή, σχετικά με το αν η πρώτη και η δεύτερη απόφαση είναι μεταξύ τους ασυμβίβαστες.
38.
Επισημαίνω συναφώς ότι, στη διάταξη περί παραπομπής, το Bundesgerichtshof εκτιμά ότι οι επίμαχες αποφάσεις είναι μεταξύ τους ασυμβίβαστες και ότι η πρώτη απόφαση μπορεί να κηρυχθεί εκτελεστή στη Γερμανία. Στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής δεν απόκειται στο Δικαστήριο να εξετάζει την εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου διαπίστωση και εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, καθόσον αυτό εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων ( 20 ). Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο οφείλει να δώσει απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα βάσει των στοιχείων που έχει παράσχει το αιτούν δικαστήριο, χωρίς να λαμβάνει υπόψη αμφιβολίες που έχουν ενδεχομένως διατυπωθεί. Φρονώ εντούτοις ότι, εάν το Δικαστήριο εξέφερε την ίδια κρίση με την άποψη των προμνημονευθεισών κυβερνήσεων και της Επιτροπής, θα υπήρχε κίνδυνος να θεωρηθεί το υποβληθέν ερώτημα εντελώς υποθετικό.
39.
Με γνώμονα, όμως, τις απόψεις που αναπτύχθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οφείλω να επισημάνω ότι οι επίμαχες αποφάσεις δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως μεταξύ τους ασυμβίβαστες απλώς και μόνον επειδή η πρώτη, με την οποία απορρίπτεται η αγωγή, δεν έχει κηρυχθεί εκτελεστή. Οι λόγοι απορρίψεως της αιτήσεως για την αναγνώριση αποφάσεως τους οποίους προβλέπει το άρθρο 34, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 45, παράγραφος 1, δεν απαιτεί να έχουν κηρυχθεί εκτελεστές και οι δύο αποφάσεις, εφόσον έχουν αμοιβαίως αποκλειόμενες έννομες συνέπειες ( 21 ).
40.
Όσον αφορά το ζήτημα που εγείρεται με το υποβληθέν ερώτημα, το Δικαστήριο δεν είχε μέχρι τούδε την ευκαιρία να ερμηνεύσει το άρθρο 34, παράγραφος 4, του κανονισμού ούτε την ανάλογη διάταξη του άρθρου 27, παράγραφος 5, της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Θεωρώ εντούτοις σαφές ότι ένα δικαστήριο δεν μπορεί να απορρίψει αίτηση κηρύξεως της εκτελεστότητας αποφάσεως προερχόμενης από άλλο κράτος μέλος για τον λόγο ότι η απόφαση αυτή είναι ασυμβίβαστη με απόφαση εκδοθείσα στο ίδιο κράτος μέλος.
41.
Φρονώ ότι τούτο συνάγεται από την ορθή ερμηνεία του γράμματος του άρθρου 34, παράγραφος 4, του κανονισμού.
42.
Κατά τον γενικό ορισμό που παρατίθεται στο άρθρο 32 του κανονισμού, ως «απόφαση» νοείται «κάθε απόφαση εκδιδόμενη από δικαστήριο κράτους μέλους» διαφορετικού από το οικείο κράτος μέλος. Με γνώμονα τον ορισμό αυτό, το γράμμα του άρθρου 34, παράγραφος 4, του κανονισμού μπορεί να συμπληρωθεί ως εξής: «απόφαση [την οποία εξέδωσε δικαστήριο κράτους μέλους] δεν αναγνωρίζεται […] αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που εκδόθηκε προγενέστερα […] σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος». Επομένως, συμφωνώ με την Ισπανική Κυβέρνηση και την Επιτροπή ως προς ότι η διάταξη έχει εφαρμογή στην περίπτωση εμπλοκής τριών κρατών. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η εναλλακτική ερμηνεία την οποία προέβαλε η Salzgitter και η Γερμανική Κυβέρνηση, περί του ότι η φράση «άλλο κράτος μέλος», κατά το άρθρο 34, παράγραφος 4, μπορεί να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με το άρθρο 34, παράγραφος 3, ως έχουσα την έννοια ότι αναφέρεται σε «κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο εντός του οποίου ζητείται η αναγνώριση».
43.
Πρωτίστως, όμως, –όπως επεσήμανα ανωτέρω– από το ίδιο το σύστημα που καθιερώνεται με τον κανονισμό προκύπτει ότι το άρθρο 34, παράγραφος 4, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση «εσωτερικής συγκρούσεως».
44.
Ο κανονισμός δεν θίγει τη δικονομική αυτονομία των κρατών μελών, περιλαμβανομένης της αρχής του δεδικασμένου. Δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως έχων την έννοια ότι δικαστήριο του κράτους μέλους εντός του οποίου ζητείται η εκτέλεση μπορεί να απορρίψει τη σχετική αίτηση περί εκτελέσεως αλλοδαπής αποφάσεως η οποία, εν πάση περιπτώσει, μπορεί να προσβληθεί βάσει των εθνικών κανόνων, με το επιχείρημα ότι είναι ασυμβίβαστη με προγενέστερη απόφαση εκδοθείσα στο ίδιο κράτος μέλος. Συνεπώς, το άρθρο 34, παράγραφος 4, πρέπει να έχει εφαρμογή μόνον εφόσον οι διάδικοι αδυνατούν –λόγω της παρεμβάσεως πλειόνων δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών– να προσβάλουν απόφαση με το επιχείρημα ότι είναι ασυμβίβαστη με άλλη απόφαση. Όπως δέχθηκε ο νομικός σύμβουλος της Salzgitter, απαντώντας σε ερώτηση που έθεσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Salzgitter είχε σαφώς τη δυνατότητα να προσβάλει τη δεύτερη απόφαση στη Ρουμανία. Τυχόν ερμηνεία του άρθρου 34, παράγραφος 4, κατά τρόπο που να περιλαμβάνει τις «εσωτερικές συγκρούσεις» θα παρείχε στη Salzgitter επιπλέον δυνατότητα να αποφύγει την εφαρμογή της δεύτερης αποφάσεως, καταστρατηγώντας το εθνικό δικονομικό δίκαιο. Εξάλλου, κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με το να γίνει δεκτό ότι η Salzgitter έχει το δικαίωμα να στηρίξει την άμυνά της στο άρθρο 34, παράγραφος 2, άποψη την οποία ορθώς απέρριψε το αιτούν δικαστήριο.
45.
Επιπλέον, δεν μπορώ να δεχθώ την άποψη της Salzgitter ότι ο αποκλεισμός των «εσωτερικών συγκρούσεων» από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 34, παράγραφος 4, του κανονισμού θα ήταν προβληματικός καθόσον θα έπρεπε να κατισχύει μία απόφαση έναντι της άλλης. Πράγματι, η προσέγγιση την οποία προτείνω συνεπάγεται ότι το Bundesgerichtshof πρέπει να θεωρήσει ότι κατισχύει η δεύτερη απόφαση, απλούστατα διότι η απόφαση αυτή είναι η μόνη της οποίας ζητείται η εκτέλεση στο πλαίσιο της υπό κρίση διαφοράς. Σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεχθεί την ερμηνεία μου, η απόφαση την οποία θα εκδώσει εν προκειμένω το Bundesgerichtshof απορρίπτοντας την αίτηση αναιρέσεως της Salzgitter θα συνιστά «απόφαση», κατά την έννοια του άρθρου 32 του κανονισμού. Η απόφαση αυτή θα κατισχύει, επομένως, έναντι της πρώτης αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 34, παράγραφος 3, του κανονισμού, καθόσον θα προϋποθέτει ένδικη διαφορά μεταξύ των ιδίων διαδίκων, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας εκδόσεως. Ως εκ τούτου, το σύστημα που καθιερώνεται με τον κανονισμό επιτάσσει, εν προκειμένω, να γίνει δεκτό ότι κατισχύει η δεύτερη απόφαση.
46.
Προσθέτω ότι το παρεμφερές παράγωγο δίκαιο στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις επιβεβαιώνει, κατά τα φαινόμενα, την άποψή μου ότι οι λόγοι απορρίψεως αιτήσεως που διαλαμβάνονται στο άρθρο 34, παράγραφος 4, του κανονισμού απαιτούν την εμπλοκή τριών κρατών.
47.
Το άρθρο 21, παράγραφος 1, του κανονισμού 805/2004 ( 22 ), το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 1896/2006 ( 23 ) και το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 861/2007 ( 24 ), προβλέπουν άπαντα ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση για την κήρυξη της εκτελεστότητας προγενέστερης αποφάσεως που έχει εκδοθεί σε οποιοδήποτε κράτος μέλος. Πάντως, οι λόγοι αυτοί απορρίψεως προϋποθέτουν ότι το ασυμβίβαστο δεν προβλήθηκε ούτε μπορούσε να προβληθεί δι’ ενστάσεως στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου στο κράτος μέλος προελεύσεως. Ως εκ τούτου, είναι σαφές ότι οι λόγοι απορρίψεως κατά τις διατάξεις αυτές δεν έχουν εφαρμογή σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το ασυμβίβαστο μπορούσε να έχει αντιμετωπισθεί σε επίπεδο εσωτερικής έννομης τάξεως, εντός του κράτους μέλους προελεύσεως, όπως στην υπό κρίση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου υπόθεση.
48.
Επιπλέον, στις διατάξεις άλλων σχετικών νομοθετημάτων ( 25 ) γίνεται μνεία, όπως και στον κανονισμό, της φράσεως «άλλο κράτος μέλος» ή ανάλογης. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις αυτές δεν συνηγορούν υπέρ προσεγγίσεως διαφορετικής από την προεκτεθείσα.
49.
Τέλος, αδυνατώ να συμφωνήσω με την άποψη που υποστήριξαν η Γερμανική Κυβέρνηση και η Salzgitter, περί του ότι το άρθρο 34, παράγραφος 4, του κανονισμού μπορεί, πάντως, να τύχει κατ’ αναλογία εφαρμογής (σε «εξαιρετικές περιπτώσεις», κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση). Η κατ’ αναλογία εφαρμογή κανόνα προϋποθέτει την ύπαρξη κενού δικαίου ( 26 ). Για τους λόγους που εκτέθηκαν στο αρχικό τμήμα της αναλύσεώς μου φρονώ ότι ο παρών τομέας καλύπτεται πλήρως από τον κανονισμό, οπότε η επίλυση των «εσωτερικών συγκρούσεων» απόκειται στην έννομη τάξη ενός εκάστου των κρατών μελών. Ως εκ τούτου, αδυνατώ να διαπιστώσω την ύπαρξη κενού εν προκειμένω.
50.
Για τους ανωτέρω λόγους, φρονώ ότι το άρθρο 34, παράγραφος 4, του κανονισμού δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση δύο αντιφατικών μεταξύ τους αποφάσεων οι οποίες προέρχονται από το ίδιο κράτος μέλος.
V – Πρόταση
51.
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο ερώτημα που υπέβαλε το Bundesgerichtshof την εξής απάντηση:
Δεν εμπίπτει στο άρθρο 34, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η απόρριψη της αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας ή η ανάκλησή της, όσον αφορά απόφαση εκδοθείσα σε άλλο κράτος μέλος, η οποία είναι ασυμβίβαστη με προγενέστερη απόφαση επί διαφοράς μεταξύ των ιδίων διαδίκων και με την ίδια αιτία, που εκδόθηκε στο ίδιο κράτος μέλος με την απόφαση της οποίας ζητείται η κήρυξη της εκτελεστότητας.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 12, σ. 1).
( 3 ) Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 351, σ. 1).
( 4 ) Σύμβαση των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τις διαδοχικές συμβάσεις προσχωρήσεως των νέων κρατών μελών στη Σύμβαση αυτή.
( 5 ) Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2012, C-292/10, G (σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 6 ) Βλ. έκτη και δέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
( 7 ) Βλ. τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
( 8 ) Βλ., όσον αφορά το άρθρο 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2003, C-116/02, Gasser (Συλλογή 2003, σ. I-14693, σκέψεις 41 και 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 9 ) Απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2011, C-139/10, Prism Investments (Συλλογή 2011, σ. Ι-9511, σκέψη 31).
( 10 ) Βλ. δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
( 11 ) Βλ. άρθρο 38, παράγραφος 1, του κανονισμού.
( 12 ) Βλ. άρθρο 34, παράγραφος 1, του κανονισμού. Δυνάμει του άρθρου 45, οι λόγοι απορρίψεως ή κωλύματα που διαλαμβάνονται στο άρθρο 34 ισχύουν και στην περίπτωση της ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά αποφάσεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας.
( 13 ) Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1988, 145/86, Hoffmann (Συλλογή 1988, σ. 645).
( 14 ) Βλ., όσον αφορά το άρθρο 34, παράγραφος 1, του κανονισμού, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, C-619/10, Trade Agency (σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 15 ) Προμνημονευθείσα απόφαση Prism Investments (σκέψεις 33 και 43).
( 16 ) Βλ., όσον αφορά το άρθρο 27, παράγραφος 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, την προμνημονευθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση Hoffmann (σκέψη 21), και, όσον αφορά το άρθρο 34, παράγραφος 2, του κανονισμού, τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Trade Agency (σημείο 68). Βλ. επίσης την έκθεση P. Jènard σχετικά με τη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1986, C 298, σ. 29, και ειδικότερα σ. 73).
( 17 ) Βλ., σχετικώς, προμνημονευθείσα απόφαση G (σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 18 ) Το Bundesgerichtshof μνημονεύει συναφώς το άρθρο 580, παράγραφος 7, στοιχείο a, του γερμανικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, βάσει του οποίου προβλέπεται ένδικο μέσο στην περίπτωση εκδόσεως ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων (με την επιφύλαξη της τηρήσεως της προθεσμίας που τάσσεται με το άρθρο 586, παράγραφος 1), και την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 322, παράγραφος 1, σημείο 7, του ρουμανικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, στην περίπτωση της οποίας προβλέπεται παρόμοια προθεσμία, βάσει του άρθρου 324, παράγραφος 1.
( 19 ) Βλ. προμνημονεθείσα απόφαση Prism Investments (σκέψη 40).
( 20 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 11 Σεπτεμβρίου 2008, C-11/07, Eckelkamp κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. I-6845, σκέψεις 27 και 32).
( 21 ) Παραπέμπω, επί παραδείγματι, στην απόφαση της 6ης Ιουνίου 2002, C-80/00, Italian Leather (Συλλογή 2002, σ. I-4995). Στην υπόθεση εκείνη, η από 17 Νοεμβρίου 1998 απόφαση του Landgericht Koblenz (περιφερειακό πρωτοδικείο Κόμπλεντς, Γερμανία), με την οποία είχε απορριφθεί αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, δεν είχε κηρυχθεί εκτελεστή, αντιθέτως προς την από 28 Δεκεμβρίου 1998 απόφαση του Tribunale di Bari (πρωτοδικείο Μπάρι, Ιταλία), με την οποία η αίτηση αυτή είχε γίνει δεκτή.
( 22 ) Κανονισμός (ΕΚ) 805/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις (ΕΕ L 143, σ. 15).
( 23 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής (ΕΕ L 399, σ. 1).
( 24 ) Κανονισμός (ΕΚ) 861/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007 για τη θέσπιση ευρωπαϊκής διαδικασίας [επιλύσεως] μικροδιαφορών (ΕΕ L 199, σ. 1).
( 25 ) Παραπέμπω συναφώς στις ακόλουθες διατάξεις:
i)
Άρθρα 22, στοιχείο δʹ, και 23, στοιχείο στʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000 (ΕΕ L 338, σ. 1)·
ii)
Άρθρο 24, σημείο δʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 4/2009 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής (ΕΕ L 7, σ. 1)·
iii)
Άρθρο 40, στοιχείο δʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 650/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων, την αποδοχή και εκτέλεση δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου (ΕΕ L 201, σ. 107)·
iv)
Άρθρο 45, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1215/2012·
v)
Άρθρο 34, παράγραφος 4, της Συμβάσεως του Λουγκάνο της 30ής Οκτωβρίου 2007, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2007 L 339, σ. 3) (η Σύμβαση κάνει λόγο για «άλλο δεσμευόμενο από την παρούσα σύμβαση κράτος»), και
vi)
Άρθρο 9, περίπτωση ζʹ, της Συμβάσεως της Χάγης, της 30ής Ιουνίου 2005, περί συμφωνιών παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας (η Σύμβαση, της οποίας το κείμενο είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο , κάνει λόγο για «άλλο κράτος»).
( 26 ) Βλ., σχετικώς, απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1985, 165/84, Krohn κατά BALM (Συλλογή 1985, σ. 3997, σκέψεις 13 και 14).
Full & Egal Universal Law Academy