ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JULIANE KOKOTT
της 26ης Σεπτεμβρίου 2013 ( 1 )
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑162/12 και C‑163/12
Airport Shuttle Express scarl και Giovanni Panarisi (C‑162/12),
Società Cooperativa Autonoleggio Piccola arl και
Gianpaolo Vivani (C‑163/12)
κατά
Comune di Grottaferrata
καθώς και
συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑419/12 και C‑420/12
Crono Service scarl κ.λπ.
κατά
Roma Capitale (C‑419/12)
και
Anitrav
κατά
Roma Capitale και Regione Lazio (C‑420/12)
[αίτηση του Tribunale Amministrativo Regionale per il Lazio (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως — Παραδεκτό — Δυσμενής μεταχείριση των ημεδαπών — Ελευθερία εγκαταστάσεως — Υπηρεσία εκμισθώσεως οχήματος με οδηγό — Εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ως προϋπόθεση για την παροχή αυτής της υπηρεσίας, μεταξύ άλλων, την κατοχή αδείας και την τήρηση συγκεκριμένων διατάξεων που αφορούν τη στάθμευση του οχήματος»
I – Εισαγωγή
1.
Οι προκείμενες αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ιταλική νομοθεσία περί μεταφοράς προσώπων από συγκεκριμένες επιχειρήσεις εκμισθώσεως οχημάτων ( 2 ). Ειδικότερα, πρόκειται για επιχειρήσεις οι οποίες χρησιμοποιούν για τη μεταφορά προσώπων οχήματα που προορίζονται για τη μεταφορά οκτώ προσώπων, κατ’ ανώτατο όριο, πέραν του οδηγού ( 3 ). Αντιθέτως προς την εκμίσθωση μόνον οχήματος σε οδηγούς, σε αυτήν την ιδιαίτερου τύπου μεταφορά προσώπων, ο επιβάτης έχει στη διάθεσή του το όχημα και τον οδηγό που παρέχει η επιχείρηση εκμισθώσεως οχημάτων για συγκεκριμένο ταξίδι. Επομένως, η «εκμίσθωση οχήματος με οδηγό» επιτελεί συμπληρωματική λειτουργία έναντι των δημόσιων μέσων μεταφοράς επιβατών, ιδίως των τακτικών γραμμών.
2.
Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν οι ιταλικές νομοθετικές διατάξεις που ρυθμίζουν τις λεπτομέρειες ασκήσεως αυτού του επιτηδεύματος στην περιφέρεια του Λατίου και στον Δήμο της Ρώμης, συνάδουν με το δίκαιο της Ένωσης και ιδίως με την ελευθερία εγκαταστάσεως. Εντούτοις, εγείρονται αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό των σχετικών αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο δεν έχουν διασυνοριακό χαρακτήρα. Επιπλέον τίθεται το ζήτημα αν το Δικαστήριο οφείλει να εκτιμήσει τις προκείμενες διαφορές των κύριων δικών και υπό το πρίσμα της απαγορεύσεως δυσμενούς μεταχειρίσεως των ημεδαπών, μολονότι δεν υφίσταται καμία σχετική νύξη εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Το δίκαιο της Ένωσης
Ο κανονισμός (ΕΚ) 12/98 του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1997, για τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους γίνονται δεκτοί στις εθνικές οδικές μεταφορές επιβατών σε ένα κράτος μέλος μεταφορείς μη εγκατεστημένοι σε αυτό ( 4 ).
3.
Από τις 4 Δεκεμβρίου 2011, ο κανονισμός (ΕΚ) 12/98 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1073/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, για τη θέσπιση κοινών κανόνων πρόσβασης στη διεθνή αγορά μεταφορών με πούλμαν και λεωφορεία και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 561/2006 ( 5 ).
4.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 12/98, ο εν λόγω κανονισμός ίσχυε για «αυτοκίνητα οχήματα τα οποία, λόγω του τύπου κατασκευής τους και του εξοπλισμού τους, μπορούν να μεταφέρουν άνω των εννέα ατόμων –συμπεριλαμβανομένου του οδηγού– και προορίζονται για τον σκοπό αυτό».
Β – Η εθνική νομοθεσία
5.
Βάσει της ιταλικής νομοθεσίας, η «εκμίσθωση οχήματος με οδηγό» υπόκειται σε καθεστώς αδειοδοτήσεως. Η αναγκαία άδεια χορηγείται από τον οικείο δήμο στο πλαίσιο δημόσιας διαδικασίας ( 6 ). Η άδεια αφορά συγκεκριμένο όχημα. Ένας επιχειρηματίας όμως δύναται να λάβει περισσότερες άδειες για περισσότερα οχήματα ( 7 ). Η εγκατάσταση ( 8 ) του μεταφορέα και οι χώροι στάθμευσης των οχημάτων πρέπει να βρίσκονται, ανεξαιρέτως, εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια ( 9 ). Ο χώρος στάθμευσης δύναται να είναι μισθωμένος. Η άδεια για τη μεταφορά προσώπων δεν καλύπτει μόνον την περιοχή του οικείου δήμου. Ωστόσο, η συμφωνία για την πραγματοποίηση του ταξιδιού πρέπει να συναφθεί στον τόπο όπου ευρίσκεται ο χώρος στάθμευσης του οχήματος ( 10 ), στον οποίο το όχημα πρέπει να επιστρέψει μετά την ολοκλήρωση της μεταφοράς, ανεξαρτήτως του τόπου όπου ο επιβάτης επιβιβάζεται και αποβιβάζεται ( 11 ).
6.
Οι διατάξεις που ισχύουν σε περιφερειακό επίπεδο στην περιφέρεια του Λατίου ( 12 ) επιβάλλουν, επιπλέον, το σημείο παραλαβής του πελάτη να ευρίσκεται εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια.
7.
Περαιτέρω, όσον αφορά τον Δήμο της Ρώμης ισχύουν ειδικές διατάξεις. Αυτές προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ότι οι μεταφορείς άλλων δήμων πρέπει να καταβάλλουν τέλη όταν διασχίζουν ορισμένες ζώνες εντός των ορίων του Δήμου της Ρώμης στις οποίες ισχύουν περιορισμοί οδικής κυκλοφορίας.
III – Τα πραγματικά περιστατικά των διαφορών των κύριων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα
Α – Οι συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑162/12 και C‑163/12
8.
Οι προσφεύγοντες των κύριων δικών είναι φυσικά πρόσωπα που κατοικούν στην Ιταλία (στο εξής: εκμισθωτές οχημάτων), καθώς και συνεταιριστικές εταιρίες ιταλικού δικαίου οι οποίες έχουν την έδρα τους στην Ιταλία. Οι εν λόγω εκμισθωτές οχημάτων δεν χρησιμοποίησαν για τα οχήματά τους τον προβλεπόμενο χώρο στάθμευσης εντός των ορίων του Δήμου της Grottaferrata (Ιταλία, περιφέρεια Λατίου) ο οποίος έχει εκδώσει τις σχετικές άδειες. Αντιθέτως, στάθμευσαν τα οχήματά τους εκτός της περιοχής της Grottaferrata, σε χώρο στάθμευσης συνεταιριστικής εταιρίας. Επίσης, στην εταιρία αυτή παραχώρησαν τα οχήματά τους για να τα χρησιμοποιήσει, αφού της μεταβίβασαν, προφανώς, τις άδειες μεταφοράς προσώπων που τους είχαν χορηγηθεί ( 13 ). Τούτο διαπιστώθηκε από τις αστυνομικές Αρχές, με αποτέλεσμα τον Φεβρουάριο του 2011 να παύσει προσωρινώς η ισχύς των αδειών που είχαν χορηγηθεί στους μεταφορείς. Στο πλαίσιο των κύριων δικών, οι εκμισθωτές οχημάτων στρέφονται κατά των διοικητικών πράξεων περί αναστολής ισχύος των αδειών τους, ζητούν επίσης αποζημίωση και επικαλούνται, μεταξύ άλλων, παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης.
9.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το αιτούν δικαστήριο ανέστειλε τις δίκες και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Απαγορεύουν τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ, 3, 4, 5 και 6 της Συνθήκης ΕΕ, 101 και 102 ΣΛΕΕ καθώς και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/1992 και ο κανονισμός (ΕΚ) 12/1998 την εφαρμογή των άρθρων 3, παράγραφος 3, και 11 του νόμου 21/1992, τα οποία προβλέπουν ότι “3. Η έδρα του μεταφορέα και ο χώρος στάθμευσης των οχημάτων πρέπει να βρίσκονται οπωσδήποτε εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια” και ότι “[…] οι κρατήσεις για μεταφορά με χρήση υπηρεσιών μισθωμένου οχήματος με οδηγό πραγματοποιούνται στον χώρο στάθμευσης οχημάτων του οικείου μεταφορέα. Η παροχή κάθε συγκεκριμένης υπηρεσίας εκμισθώσεως με οδηγό πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει στον χώρο στάθμευσης που βρίσκεται εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια, όπου πρέπει να επιστρέφει το όχημα, ενώ η παραλαβή του πελάτη και η άφιξή του στον προορισμό του μπορούν να γίνονται και σε σημείο που βρίσκεται εντός των ορίων άλλου δήμου. […]”;
2)
Απαγορεύουν τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ, 3, 4, 5 και 6 της Συνθήκης ΕΕ, 101 και 102 ΣΛΕΕ καθώς και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/1992 και ο κανονισμός (ΕΚ) 12/1998 την εφαρμογή των άρθρων 5 και 10 του νόμου της περιφέρειας του Λατίου αριθ. 58, της 26ης Οκτωβρίου 1993, τα οποία προβλέπουν ότι “[…] το σημείο παραλαβής του πελάτη ή το σημείο από το οποίο αρχίζει η παροχή της υπηρεσίας πρέπει να βρίσκεται εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια” και ότι “το σημείο παραλαβής του πελάτη και το σημείο από το οποίο αρχίζει η παροχή της υπηρεσίας πρέπει οπωσδήποτε να βρίσκονται εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια και η υπηρεσία παρέχεται για οποιονδήποτε προορισμό, εφόσον ο οδηγός έχει συναινέσει για τους προορισμούς που βρίσκονται εκτός των ορίων του εν λόγω δήμου […]”;»
Β – Οι συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑419/12 και C‑420/12
10.
Το αντικείμενο των κύριων δικών συνίσταται στις αιτήσεις ακυρώσεως ορισμένων πράξεων που αφορούν τον Δήμο της Ρώμης. Συγκεκριμένα, πρόκειται για την απόφαση 68/2011 του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Ρώμης, με την οποία εγκρίθηκε η κανονιστική απόφαση για τη ρύθμιση της μεταφοράς με οχήματα δημόσιας χρήσεως που δεν εξυπηρετούν τακτικές γραμμές, και για την απόφαση 403/2011 του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Ρώμης, η οποία ρυθμίζει τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες χορηγήσεως των αδειών προσβάσεως στο έδαφος του Δήμου της Ρώμης και στις ζώνες περιορισμένης οδικής κυκλοφορίας στα οχήματα που μπορούν να εκμισθώνονται με οδηγό και στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια από άλλους δήμους, καθώς και για άλλες δύο πράξεις της δημοτικής αρχής της Ρώμης οι οποίες προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ότι οι εκμισθωτές οχημάτων με άδειες που έχουν εκδοθεί εκτός Ρώμης οφείλουν να καταβάλλουν συγκεκριμένο ποσό για τη χορήγηση αδείας προσβάσεως [στο έδαφος του Δήμου Ρώμης].
11.
Οι προσφεύγουσες των κύριων δικών είναι ιταλικές επιχειρήσεις εκμισθώσεως οχημάτων οι οποίες διαθέτουν άδειες που δεν έχουν εκδοθεί από τον Δήμο της Ρώμης.
12.
Στηρίζουν τον παράνομο χαρακτήρα των ανωτέρω πράξεων, μεταξύ άλλων, και στο δίκαιο της Ένωσης, ιδίως στη θεμελιώδη ελευθερία των επιχειρήσεων να εγκαθίστανται σε οποιαδήποτε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακόμη και δημιουργώντας μόνιμη επιχειρηματική εγκατάσταση, διότι οι πράξεις αυτές υποχρεώνουν, κατά παράβαση της εν λόγω ελευθερίας, τις επιχειρήσεις που έχουν συσταθεί σε ένα κράτος μέλος να δέχονται τις κρατήσεις για παροχή υπηρεσιών και να αρχίζουν και να ολοκληρώνουν την παροχή των υπηρεσιών αυτών, ανεξαιρέτως, στον χώρο στάθμευσης των οχημάτων τους, ο οποίος πρέπει να βρίσκεται υποχρεωτικώς εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια.
13.
Τούτο δημιουργεί, κατά τις προσφεύγουσες, κατάσταση άνισης μεταχειρίσεως κατά την άσκηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, η οποία οφείλεται μόνο σε ένα γεωγραφικό στοιχείο. Τέτοια άνιση μεταχείριση υφίσταται, αφενός, μεταξύ των εκμισθωτών που έχουν άδεια εκδοθείσα από τον Δήμο της Ρώμης και των εκμισθωτών με άδεια από άλλο δήμο (εντός της περιφέρειας του Λατίου) και, αφετέρου, μεταξύ των τελευταίων αυτών εκμισθωτών και των εκμισθωτών που είναι εγκατεστημένοι εκτός της περιφέρειας του Λατίου, ως προς τους οποίους δεν ισχύει ο σχετικός περιφερειακός νόμος και ως εκ τούτου, δεν υπόκεινται σε κανέναν περιορισμό όσον αφορά το σημείο παραλαβής του πελάτη.
14.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο ανέστειλε τις σχετικές δίκες και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Απαγορεύουν τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ, 3 της Συνθήκης ΕΕ, καθώς και 3, 4, 5, 6, 101 και 102 ΣΛΕΕ την εφαρμογή των άρθρων 3, παράγραφος 3, 8, παράγραφος 3, και 11 του νόμου 21/1992, τα οποία προβλέπουν ότι “η έδρα του μεταφορέα και ο χώρος στάθμευσης των οχημάτων πρέπει να βρίσκονται οπωσδήποτε εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια”, ότι “για τη χορήγηση και τη διατήρηση της άδειας παροχής υπηρεσιών εκμισθώσεως οχήματος με οδηγό, είναι αναγκαίο ο ενδιαφερόμενος να έχει, βάσει έγκυρου νομικού τίτλου, έδρα, χώρο στάθμευσης ή σημείο πρόσδεσης σκαφών εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια” και ότι “[…] οι κρατήσεις για μεταφορά με χρήση υπηρεσιών μισθωμένου οχήματος με οδηγό πραγματοποιούνται στον χώρο στάθμευσης οχημάτων του οικείου μεταφορέα. Η παροχή κάθε συγκεκριμένης υπηρεσίας εκμισθώσεως με οδηγό πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει στον χώρο στάθμευσης που βρίσκεται εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια, όπου πρέπει να επιστρέφει το όχημα, ενώ η παραλαβή του πελάτη και η άφιξή του στον προορισμό του μπορούν να γίνονται και σε σημείο που βρίσκεται εντός των ορίων άλλου δήμου”;»
IV – Εκτίμηση των προδικαστικών ερωτημάτων
15.
Ακολούθως, πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως.
Α – Το παραδεκτό των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως
16.
Τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν, αφενός, δύο πράξεις του παράγωγου δικαίου, ήτοι τον κανονισμό (ΕΚ) 12/98 και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2454/92 ( 14 ). Αφετέρου, αφορούν διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου και μάλιστα τα άρθρα 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ, τα οποία είναι σχετικά με πρακτικές αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, και το άρθρο 49 ΣΛΕΕ, που κατοχυρώνει την ελευθερία εγκαταστάσεως.
17.
Το παραδεκτό των ερωτημάτων που άπτονται τόσο του παράγωγου όσο και του πρωτογενούς δικαίου τίθεται εν αμφιβόλω, καθόσον δεν καθίσταται πρόδηλη η κρίσιμη σημασία των εν λόγω ερωτημάτων για την έκβαση των κύριων δικών.
18.
Ασφαλώς, απόκειται καταρχήν αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και την κρίσιμη σημασία των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Η εκ μέρους του Δικαστηρίου απόρριψη αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου είναι δυνατή μόνον εφόσον προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία που ζητείται δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή όταν το ζήτημα είναι υποθετικής φύσεως ή όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν ( 15 ).
1. Καμία συνάφεια μεταξύ του αντικειμένου της διαφοράς και του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/92, καθώς και του κανονισμού (ΕΚ) 12/98
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/92
19.
Το Δικαστήριο έχει ακυρώσει τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2454/92 ήδη από το 1994 ( 16 ). Επομένως, ο εν λόγω κανονισμός δεν μπορεί να έχει καμία σημασία για τις κύριες δίκες οι οποίες στηρίζονται σε πραγματικά περιστατικά του έτους 2011. Είναι πρόδηλο ότι δεν υφίσταται καμία συνάφεια με το αντικείμενο των κύριων δικών και, στον βαθμό αυτόν, οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτες.
Ο κανονισμός (ΕΚ) 12/98
20.
Ο κανονισμός (ΕΚ) 12/98 καταργήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2011 ( 17 ) και ως εκ τούτου, λαμβάνοντας υπόψη το χρονικό πεδίο εφαρμογής του, δεν θα μπορούσε να έχει καμία σημασία όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά των κύριων δικών. Άλλωστε, αυτά τα πραγματικά περιστατικά δεν έχουν κοινά σημεία με τον εν λόγω κανονισμό, ιδίως, διότι ο κανονισμός (ΕΚ) 12/98, όπως προκύπτει από το άρθρο του 2, παράγραφος 4, ίσχυε για «αυτοκίνητα οχήματα τα οποία, λόγω του τύπου κατασκευής τους και του εξοπλισμού τους, μπορούν να μεταφέρουν άνω των εννέα ατόμων –συμπεριλαμβανομένου του οδηγού– και προορίζονται για τον σκοπό αυτό». Ωστόσο, τα πραγματικά περιστατικά των διαφορών των κύριων δικών αφορούν μικρότερα οχήματα, τα οποία μπορούν να μεταφέρουν έως εννέα άτομα –συμπεριλαμβανομένου του οδηγού. Συνεπώς, ούτε ο κανονισμός (ΕΚ) 12/98 σχετίζεται προδήλως με το αντικείμενο των κύριων δικών και, στον βαθμό αυτόν, οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτες.
2. Ανεπάρκεια πραγματικών και νομικών στοιχείων όσον αφορά τα άρθρα 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με τα άρθρα 3, 4, 5 και 6 της Συνθήκης ΕΕ, καθώς και με τα άρθρα 3, 4, 5 και 6 ΣΛΕΕ
21.
Το αιτούν δικαστήριο λαμβάνει ως δεδομένο ότι οι ιταλικές νομοθετικές διατάξεις μπορούν να προκαλέσουν εδαφικές κατατμήσεις και στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Στο πλαίσιο αυτό ζητεί να διευκρινισθεί αν το άρθρο 101 ΣΛΕΕ και το άρθρο 102 ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με τα άρθρα 3, 4, 5 και 6 της Συνθήκης ΕΕ, καθώς και με τα άρθρα 3, 4, 5 και 6 ΣΛΕΕ απαγορεύουν τις επίμαχες ιταλικές νομοθετικές διατάξεις. Συναφώς, παραθέτει επίσης το άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΕ, το οποίο αφορά την προσήλωση της Ένωσης στα θεμελιώδη δικαιώματα.
22.
Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρινίζει κατά τρόπο συγκεκριμένο τη σημασία που έχουν οι προαναφερθείσες διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου, οι οποίες ρυθμίζουν τις αρμοδιότητες της Ένωσης, ως προς τα ερωτήματα που υποβάλλει και την έκβαση των κύριων δικών. Τούτο ισχύει και για την προσήλωση της Ένωσης στα θεμελιώδη δικαιώματα.
23.
Όσον αφορά τα άρθρα 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ, το αιτούν δικαστήριο, ενόψει της περιπλοκότητας των συλλογισμών που επιβάλλει η εξέταση των πραγματικών περιστατικών υπό το πρίσμα του δικαίου του ανταγωνισμού, πρέπει να προσδιορίζει επιπλέον το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα ερωτήματα που θέτει ή, τουλάχιστον, να διευκρινίζει για το Δικαστήριο τις πραγματικές περιστάσεις τις οποίες αφορούν τα ερωτήματα αυτά ( 18 ).
24.
Στην προκειμένη περίπτωση, τα στοιχεία που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο δεν πληρούν τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Τα άρθρα 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ απαγορεύουν συμφωνίες και πρακτικές αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, καθώς και την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά. Ωστόσο, στο πλαίσιο των κύριων δικών δεν εξετάζεται, προφανώς, καμία από αυτές τις περιπτώσεις. Αντιθέτως, οι κύριες δίκες αφορούν εθνικές και περιφερειακές νομοθετικές διατάξεις που ρυθμίζουν την εκμίσθωση οχημάτων με οδηγό και όχι επιχειρηματική συμπεριφορά η οποία θα μπορούσε να αμφισβητηθεί υπό το πρίσμα των κανόνων του ανταγωνισμού. Δεδομένου ότι στο πλαίσιο των κύριων δικών δεν υφίσταται συμπεριφορά των οικείων επιχειρήσεων η οποία να αντιβαίνει στους κανόνες του ανταγωνισμού, δεν καθίσταται πρόδηλο ούτε κατά πόσον τέτοια συμπεριφορά θα μπορούσε να ευνοείται από τις επίμαχες εθνικές νομοθετικές διατάξεις, ώστε να τίθεται εν αμφιβόλω η αποτελεσματικότητα του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης. Ανεξαρτήτως αυτού, από κανένα στοιχείο των πραγματικών περιστατικών που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο δεν προκύπτει ότι αφορούν εσωτερική αγορά.
25.
Ελλείψει επαρκών πραγματικών και νομικών στοιχείων, βάσει των οποίων το Δικαστήριο και οι μετέχοντες στη διαδικασία θα μπορούσαν να λάβουν θέση επί των παρατιθέμενων διατάξεων κατά τρόπο χρήσιμο για τις κύριες δίκες, αυτά τα ερωτήματα των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως είναι επίσης απαράδεκτα.
3. Η υποθετική φύση των ερωτημάτων σχετικά με το άρθρο 49 ΣΛΕΕ
26.
Περαιτέρω, τίθεται το ζήτημα αν το άρθρο 49 ΣΛΕΕ μπορεί να είναι κρίσιμο όσον αφορά τις προκείμενες αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως.
27.
Αφενός, δημιουργούνται αμφιβολίες, διότι οι διαφορές των κύριων δικών δεν έχουν διασυνοριακό χαρακτήρα. Αφετέρου, από τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δεν προκύπτει επίσης αν και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, κατά πόσον θα μπορούσε το άρθρο 49 ΣΛΕΕ να είναι κρίσιμο για πραγματικά περιστατικά αμιγώς εθνικού χαρακτήρα δυνάμει σχετικής διατάξεως περί εφαρμογής του, προβλεπόμενης από την εσωτερική νομοθεσία.
α) Η έλλειψη διασυνοριακού χαρακτήρα
28.
Η ελευθερία εγκαταστάσεως μπορεί να είναι κρίσιμη, καταρχήν, μόνον όταν υφίσταται κάποιο στοιχείο που να δικαιολογεί την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ( 19 ). Τέτοιο στοιχείο θεωρείται δεδομένο σε περιπτώσεις πραγματικών περιστατικών διασυνοριακού χαρακτήρα. Επομένως, οι διατάξεις της Συνθήκης που διέπουν την ελευθερία εγκαταστάσεως δεν εφαρμόζονται επί πραγματικών περιστατικών τα οποία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους ( 20 ).
29.
Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι αμφίβολο αν οι διαφορές των κύριων δικών μπορούν να εξετασθούν βάσει του άρθρου 49 ΣΛΕΕ. Συγκεκριμένα, οι διαφορές αυτές, μολονότι αφορούν ιταλικές διατάξεις οι οποίες δύνανται να εφαρμοσθούν, κατά το γράμμα τους, αδιακρίτως τόσο σε Ιταλούς επιχειρηματίες όσο και σε επιχειρηματίες άλλων κρατών μελών, έχουν αμιγώς ιταλικό και δη περιφερειακό χαρακτήρα, καθόσον περιορίζονται στην περιφέρεια του Λατίου και δεν επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Ασφαλώς, κατά το γράμμα των ιταλικών διατάξεων δεν αποκλείεται η δυνατότητα των εκμισθωτών οχημάτων να χρησιμοποιήσουν τα οχήματά τους για την πραγματοποίηση ταξιδιών σε όμορα κράτη μέλη. Το αιτούν δικαστήριο δεν παρέσχε κανένα στοιχείο ως προς αυτό. Παρέθεσε όμως στο Δικαστήριο πραγματικά περιστατικά τα οποία αφορούν μόνο μεταφορά προσώπων εντός της Ιταλίας. Τούτο συνάδει με τις παρατηρήσεις που ανέπτυξαν οι μετέχοντες στη διαδικασία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, υποστηρίζοντας ότι στην Ιταλία οι υπηρεσίες που παρέχουν οι εκμισθωτές οχημάτων χρησιμοποιούνται κατά κανόνα για την κάλυψη σύντομων αποστάσεων. Συνεπώς, ενδεχόμενα ζητήματα σχετικά με τη μεταφορά προσώπων σε επίπεδο διασυνοριακής κυκλοφορίας δεν συνιστούν αντικείμενο των κύριων δικών. Αντιθέτως, αυτές άπτονται, ιδίως, της δυνατότητας Ιταλών επιχειρηματιών, εγκατεστημένων στην περιφέρεια, να αποκτήσουν πρόσβαση στην αγορά της Ρώμης.
30.
Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει χρησιμοποιήσει το άρθρο 49 ΣΛΕΕ ως κριτήριο αξιολογήσεως και για κύριες δίκες οι οποίες αφορούσαν πραγματικά περιστατικά, που όφειλε να εξετάσει το αιτούν δικαστήριο, στα οποία δεν εμπλέκονταν υπήκοοι άλλων κρατών μελών ούτε υφίστατο άλλο απτό στοιχείο ενδεικτικό του διασυνοριακού τους χαρακτήρα. Τούτο συνέβη όταν, κατά το Δικαστήριο,«ουδόλως [μπορούσε] να αποκλεισθεί» το ενδεχόμενο, ανεξαρτήτως της συγκεκριμένης δικονομικής καταστάσεως, οι υπήκοοι άλλων κρατών μελών να έρθουν αντιμέτωποι, σε παρόμοιες περιπτώσεις, με τις επίμαχες, στο πλαίσιο της κύριας δίκης, νομοθετικές διατάξεις του οικείου κράτους μέλους, κατά την άσκηση του δικαιώματός τους περί ελεύθερης εγκαταστάσεως ( 21 ).
31.
Εκ πρώτης όψεως, αυτή η προσέγγιση η οποία δέχεται ότι είναι δυνατόν, ακόμη και αν «ουδόλως [μπορεί] να αποκλεισθεί», να θιγούν υπήκοοι άλλων κρατών μελών, είναι αντίθετη προς τον βασικό κανόνα που επαναλαμβάνεται κατά πάγια νομολογία και προβλέπει ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει νομικά ζητήματα υποθετικής φύσεως τα οποία τίθενται σε αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, διότι αυτά δεν είναι κρίσιμα για την έκβαση των κύριων δικών. Τα ζητήματα που δεν είναι μεν ακόμη πραγματικά, αλλά «ουδόλως αποκλείονται» (ως εκ τούτου, πρέπει να εξετασθούν από το Δικαστήριο) και επομένως, δεν είναι αμιγώς υποθετικής φύσεως, επιβάλλεται στην πράξη να διευκρινισθούν κατά τρόπο χρήσιμο.
32.
Στην πρόσφατη νομολογία του, το Δικαστήριο έχει επιλύσει σε γενικές γραμμές αυτή την αντίρροπη σχέση μεταξύ «υποθετικού» και «ουδόλως αποκλειόμενου». Στην απόφαση Duomo Gpa ( 22 ) δεν αρκείται στη γενική, μη τεκμηριωμένη και μη εμπεριστατωμένη διαπίστωση ότι υπήκοοι άλλων κρατών μελών θα μπορούσαν να «ενδιαφέρονται» ( 23 ) για την άσκηση των δραστηριοτήτων που εξετάζονται στο πλαίσιο των κύριων δικών, αλλά συγκεκριμενοποιεί βάσει ορισμένων στοιχείων αυτό το «ενδιαφέρον» στο οποίο στηρίζεται ο διασυνοριακός χαρακτήρας και, κατ’ επέκταση, η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 49 ΣΛΕΕ. Δεν αντλεί τα εν λόγω στοιχεία μόνον από τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως, αλλά και από την επιχειρηματολογία των μετεχόντων στη διαδικασία ( 24 ).
33.
Αυτού του είδους η προσέγγιση, που σκοπεί στη «συγκεκριμενοποίηση», καθιστά δυνατή τη διάκριση μεταξύ αμιγώς υποθετικού και ουδόλως αποκλειόμενου στη νομική πρακτική του Δικαστηρίου. Σημείο αναφοράς συνιστά, εν τέλει, η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ Δικαστηρίου και αιτούντος δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, εξαιρουμένων των πρόδηλων περιπτώσεων, σε υποθέσεις που εκ πρώτης όψεως δεν έχουν διασυνοριακό χαρακτήρα, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εξετάσει χωρίς σχετικές ενδείξεις αν και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, κατά πόσον δεν θα μπορούσε «ουδόλως να αποκλεισθεί» το ενδεχόμενο οι υπήκοοι άλλων κρατών μελών να είχαν «ενδιαφέρον» αντίστοιχο με το επίμαχο στο πλαίσιο της εκάστοτε κύριας δίκης. Σε σαφώς ευνοϊκότερη θέση για την εξέταση αυτή βρίσκεται το αιτούν δικαστήριο ( 25 ) και εν ανάγκη οι μετέχοντες στη διαδικασία, δηλαδή και τα κράτη μέλη όταν έχει υποβληθεί αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
34.
Κατόπιν τούτου, στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να εξετασθεί, αφενός, η σημασία του γεγονότος ότι οι επίδικες ιταλικές νομοθετικές ρυθμίσεις αμφισβητήθηκαν (εν μέρει) διά της υποβολής καταγγελίας ενώπιον της Επιτροπής i), και, αφετέρου, αν είναι κρίσιμη, συναφώς, η δημόσια διαδικασία χορηγήσεως αδειών εκμισθώσεως οχημάτων από τους ιταλικούς δήμους ii).
i) Η σημασία της διαδικασίας EU Pilot 623/09/TREN της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
35.
Τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης στην υπόθεση C‑162/12 έχουν επισημάνει τη διαδικασία EU Pilot 623/09/TREN της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η διαδικασία αυτή αφορά κατ’ ουσία τη συμβατότητα του νόμου 21/1992, ως ίσχυε κατά τον χρόνο εκείνο, με την ελευθερία εγκαταστάσεως. Όπως προκύπτει από τις δικογραφίες που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, η εν λόγω διαδικασία ανάγεται σε καταγγελία που υπέβαλε το έτος 2009 στην Επιτροπή η Federnoleggio, παρεμβαίνουσα υπέρ των προσφευγόντων στην κύρια δίκη στην οποία στηρίζεται η υπόθεση C‑162/12. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή έλαβε θέση σχετικά με την εν λόγω διαδικασία: η διαδικασία περατώθηκε κατόπιν της ανακοινώσεως των ιταλικών Αρχών ότι αναστέλλεται η εφαρμογή των αμφισβητούμενων νομοθετικών διατάξεων οι οποίες θα υποβάλλονταν σε περαιτέρω επεξεργασία. Επομένως, κατά την Επιτροπή, δεν υφίσταται λόγος κινήσεως διαδικασίας παραβάσεως ( 26 ).
36.
Είναι αμφίβολο αν η εφαρμογή του άρθρου 49 ΣΛΕΕ στο πλαίσιο κύριας δίκης με αντικείμενο αμιγώς εθνικού χαρακτήρα δύναται να στηριχθεί στο ότι έχει υποβληθεί σχετική καταγγελία στην Επιτροπή.
37.
Ειδάλλως, οι διάδικοι θα είχαν την ευχέρεια να καταστήσουν δυνατή την εφαρμογή του άρθρου 49 ΣΛΕΕ, κατά τρόπο αυθαίρετο, υποβάλλοντας σχετική καταγγελία, ώστε να παράσχουν έρεισμα για την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Αφενός, η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και, αφετέρου, η διαδικασία ενώπιον των υπηρεσιών της Επιτροπής πρέπει να εξετάζονται χωριστά. Μόνη η ύπαρξη διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής δεν καθιστά διασυνοριακό τον χαρακτήρα των πραγματικών περιστατικών, ακόμη και αν έπρεπε να εφαρμοσθούν, συναφώς, διατάξεις οι οποίες συνιστούν αντικείμενο ελέγχου εκ μέρους της Επιτροπής.
38.
Η κατάσταση είναι διαφορετική όταν υπήκοοι άλλων κρατών μελών υποβάλλουν καταγγελία στην Επιτροπή η οποία αφορά την ελευθερία εγκαταστάσεως και υπό αυτό το πρίσμα βάλλουν κατά εθνικών νομοθετικών διατάξεων. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι καταγγέλλοντες ενδιαφέρονται πράγματι να ασκήσουν το δικαίωμά τους περί ελεύθερης εγκαταστάσεως σε συγκεκριμένη περιοχή και επομένως, από τη σκοπιά του αιτούντος δικαστηρίου «ουδόλως [μπορεί] να αποκλεισθεί» το ενδεχόμενο, σε παρόμοιες περιπτώσεις, να θιγούν και υπήκοοι άλλων κρατών μελών πέραν των συγκεκριμένων διαδίκων. Άλλωστε, ο αμιγώς υποθετικός χαρακτήρας μιας καταστάσεως δεν εξαλείφεται απλώς και μόνον όταν υπήκοοι άλλων κρατών μελών προετοιμάζονται κατά τρόπο συγκεκριμένο για να εγκατασταθούν σε διαφορετικό κράτος μέλος ή όταν διαφωνούν ενώπιον δικαστηρίου ως προς τις συνθήκες ασκήσεως της δραστηριότητάς τους σε αυτό το κράτος μέλος. «Ουδόλως [μπορεί] να αποκλεισθεί» το «ενδιαφέρον» ασκήσεως του δικαιώματος περί ελεύθερης εγκαταστάσεως όταν υπήκοοι άλλων κρατών μελών που είναι δυνατόν να αναγνωρισθούν από τους τρίτους σταθμίζουν κυρίως το πραγματικό και νομικό καθεστώς και βάλλουν κατά δυσμενών, για αυτούς, διατάξεων κατά τρόπο σοβαρό και με σκοπό εγκαταστάσεως.
39.
Εντούτοις, η διαδικασία EU Pilot 623/09/TREN παρουσιάζει ιδιαιτερότητες. Κατ’ αρχάς, είναι προφανές ότι κινήθηκε από την Federnoleggio που είναι εγκατεστημένη στην Ιταλία. Όπως προκύπτει όμως από τις δικογραφίες που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, πολυάριθμες μη ιταλικές επιχειρήσεις του ίδιου κλάδου γνωστοποίησαν (με επιστολές παρόμοιου, κατ’ ουσία, περιεχομένου) στον εκπρόσωπο της Federnoleggio, ο οποίος εκπροσωπεί επίσης τους προσφεύγοντες της κύριας δίκης στην υπόθεση C‑162/12, το ενδιαφέρον τους να συνταχθούν με την καταγγελία της Federnoleggio. Από τις ανωτέρω επιστολές, πάντως, δεν προκύπτει ο λόγος για τον οποίο ενήργησαν τοιουτοτρόπως. Δεν υφίστανται, ιδίως, ενδείξεις ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις επιθυμούν να εγκατασταθούν στην Ιταλία και κωλύονται, συναφώς, λόγω των επίμαχων νομοθετικών διατάξεων. Αντιθέτως, είναι αξιοσημείωτο ότι οι επιστολές αυτές τονίζουν ότι ενδεχόμενα διαδικαστικά έξοδα πρέπει να αναληφθούν στο σύνολό τους από τη Federnoleggio. Τούτο μαρτυρεί μάλλον ότι η υποστήριξη στην καταγγέλουσα ιταλική επιχείρηση παρέχεται για λόγους αλληλεγγύης και δεν συνιστά αναγκαία ενέργεια ενόψει ενδεχόμενης προσβολής των συμφερόντων των επιχειρήσεων που υποστηρίζουν την καταγγελία. Συνεπώς, η συμμετοχή των αλλοδαπών επιχειρηματιών στην εν λόγω διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής δεν μπορεί να παράσχει βάσιμες ενδείξεις ότι «ουδόλως αποκλείεται» το ενδιαφέρον υπηκόων άλλων κρατών μελών να ασκήσουν το δικαίωμά τους περί ελεύθερης εγκαταστάσεως στην Ιταλία.
ii) Η σημασία της δημόσιας διαδικασίας χορηγήσεως αδειών εκμισθώσεως οχημάτων
40.
Βάσει γεγονότων που μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν, το ενδιαφέρον υπηκόων άλλων κρατών μελών για να εγκατασταθούν στην Ιταλία ως εκμισθωτές οχημάτων «ουδόλως θα αποκλειόταν», εάν οι άδειες των δήμων χορηγούνταν στο πλαίσιο διαδικασίας ευρωπαϊκής εμβέλειας ή αν η οικονομική αξία κάθε άδειας ήταν τόσο σημαντική, ώστε, ανεξαρτήτως της δημοσιότητας της διαδικασίας, θα έπρεπε να προβλεφθεί η προσέλκυση και αλλοδαπών συμμετοχών. Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δεν αναφέρονται σε αυτό το ζήτημα. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ένας εκ των μετεχόντων στη διαδικασία δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος για τη χορήγηση αδειών, αλλά τούτο δεν αναλύθηκε περαιτέρω.
41.
Εντούτοις, η ευρωπαϊκή προοπτική της χορηγήσεως αδειών εκμισθώσεως οχημάτων καθίσταται ιδιαιτέρως αμφίβολη, καθόσον κάθε άδεια αφορά συγκεκριμένο όχημα και ως εκ τούτου, περιορίζεται η οικονομική σημασία της. Διαφορετική μπορεί να είναι η κατάσταση για τις ιταλικές περιφέρειες πλησίον των εθνικών συνόρων, όπου όμως δεν ισχύει κατ’ ανάγκη το ίδιο νομικό πλαίσιο με αυτό της περιφέρειας του Λατίου όσον αφορά την άσκηση της επίμαχης δραστηριότητας, όπως επισήμαναν τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και οι μετέχοντες στη διαδικασία και σε κάθε περίπτωση το αντίστοιχο νομικό καθεστώς στις περιφέρειες αυτές δεν συνιστά αντικείμενο των προκείμενων διαδικασιών.
42.
Συνεπώς, ελλείψει στοιχείων διασυνοριακού χαρακτήρα που να μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν, το άρθρο 49 ΣΛΕΕ δεν δύναται να εφαρμοσθεί στην προκειμένη περίπτωση.
43.
Τέλος, πρέπει να εξετασθεί αν οι προκείμενες αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως καθιστούν δυνατή την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών υπό το πρίσμα των αρχών περί απαγορεύσεως της δυσμενούς μεταχειρίσεως των ημεδαπών και την εφαρμογή του άρθρου 49 ΣΛΕΕ στο πλαίσιο αυτό.
β) Η δυσμενής μεταχείριση των ημεδαπών
44.
Ακόμη και αν ληφθεί ως δεδομένο ότι όλες οι πτυχές της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αφορούν μόνον ένα κράτος μέλος, η απάντηση στα ερωτήματα που άπτονται των θεμελιωδών ελευθεριών μπορεί να είναι χρήσιμη, εάν το εθνικό δίκαιο επιβάλλει, στο πλαίσιο της κύριας δίκης, να απολαύουν οι ημεδαποί των ίδιων δικαιωμάτων με αυτά που υπήκοος άλλου κράτους μέλους θα αντλούσε από το δίκαιο της Ένωσης στο πλαίσιο της ίδιας καταστάσεως ( 27 ).
45.
Ωστόσο, στις αιτήσεις του προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο δεν διαπίστωσε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να προκύψει από την ιταλική νομοθεσία απαγόρευση της κοινώς καλούμενης «αντίστροφης διακρίσεως» ή δυσμενούς μεταχειρίσεως των ημεδαπών ( 28 ). Επομένως, πρέπει να διευκρινισθούν, κατ’ αρχάς, τα συμπεράσματα τα οποία δύνανται να συναχθούν συναφώς για την εξέταση της ελευθερίας εγκαταστάσεως σε σχέση με τις ιταλικές νομοθετικές ρυθμίσεις.
46.
Το Δικαστήριο έχει προβεί, στη νομολογία του, σε εξέταση θεμελιωδών ελευθεριών και σε περιπτώσεις χωρίς διασυνοριακό χαρακτήρα, εν μέρει μόνο λόγω του μη αναλυτικώς τεκμηριωμένου ενδεχομένου το εκάστοτε εθνικό δίκαιο να προβλέπει απαγόρευση της δυσμενούς μεταχειρίσεως των ημεδαπών και λαμβάνοντας υπόψη το προνόμιο εκτιμήσεως του αιτούντος δικαστηρίου όσον αφορά τον κρίσιμο χαρακτήρα των προδικαστικών του ερωτημάτων ( 29 ).
47.
Εσχάτως όμως διακρίνεται, συναφώς, μια πιο περιοριστική τάση, δεδομένου ότι, σε περιπτώσεις πραγματικών περιστατικών χωρίς πρόδηλο διασυνοριακό χαρακτήρα, το Δικαστήριο υποβάλλει εν μέρει σε ενδελεχέστερο έλεγχο το ζήτημα της δυσμενούς μεταχειρίσεως των ημεδαπών, κατά τρόπο που υπερβαίνει την απλή αναφορά του φαινομένου, με σκοπό να εκτιμήσει το παραδεκτό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
48.
Σε απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2013, λοιπόν, το Δικαστήριο δέχεται ότι «είναι σαφώς προς το συμφέρον της Ένωσης να προβεί το Δικαστήριο σε ερμηνεία» συγκεκριμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης στο πλαίσιο μιας, κατά τα λοιπά, αμιγώς εθνικής (ιταλικής) διαφοράς, αφού διαπιστώνει ότι «από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι θα ήταν αντίθετη προς τις αρχές του εθνικού δικαίου, όπως αυτές έχουν επιβεβαιωθεί από τη συνταγματική νομολογία, η εισαγωγή αντίστροφης διακρίσεως» ( 30 ). Σε απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, το Δικαστήριο στηρίχθηκε, ομοίως, στο περιεχόμενο της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως από το οποίο «δεν προκύπτει ότι, σε περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, το αιτούν δικαστήριο υποχρεούται να αναγνωρίσει στις εγκατεστημένες στο Βέλγιο επιχειρήσεις τα ίδια δικαιώματα με εκείνα που επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος θα αντλούσαν από το δίκαιο της Ένωσης στην ίδια κατάσταση» ( 31 ). Εντούτοις, σε απόφαση της 21ης Ιουνίου 2012, που αφορούσε φινλανδική αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο αρκέσθηκε στο ότι κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, «ο εκπρόσωπος των προσφευγόντων της κύριας δίκης ισχυρίστηκε ότι στο φινλανδικό διοικητικό δίκαιο υπάρχουν κανόνες απαγορεύοντες την επιβολή αντίστροφων δυσμενών διακρίσεων σε βάρος Φινλανδών υπηκόων. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν προκύπτει κατά τρόπο πρόδηλο ότι η [...] ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν θα μπορούσε να είναι χρήσιμη για το αιτούν δικαστήριο» ( 32 ).
49.
Από την ανωτέρω νομολογία απορρέει ότι για να γίνει δεκτή η εθνική απαγόρευση της δυσμενούς μεταχειρίσεως των ημεδαπών είναι σημαντικές πρωτίστως οι πληροφορίες που παρέχει το αιτούν δικαστήριο ως προς το κρίσιμο νομικό καθεστώς το οποίο ισχύει, συναφώς, στο οικείο κράτος μέλος. Προκειμένου να είναι δυνατή η δέουσα εξέταση εκ μέρους του Δικαστηρίου, αυτές οι πληροφορίες θα έπρεπε να είναι λεπτομερείς κατά τον μέγιστο δυνατό βαθμό και να περιλαμβάνουν, ιδεωδώς, στοιχεία σχετικά με τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά εθνικού χαρακτήρα τα οποία πρέπει να αξιολογούνται ως πραγματικά περιστατικά που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης δυνάμει διατάξεως περί εφαρμογής του, προβλεπόμενης από το εθνικό δίκαιο.
50.
Ελλείψει τέτοιων στοιχείων, το αιτούν δικαστήριο αρκέσθηκε και σε (μη αμφισβητούμενα) στοιχεία ως προς τη δυσμενή μεταχείριση των ημεδαπών, προβαλλόμενα από τους μετέχοντες στη διαδικασία.
51.
Αντιθέτως, στις προκείμενες κύριες δίκες, το αιτούν δικαστήριο, αφενός, ουδόλως αναφέρεται στο ζήτημα της δυσμενούς μεταχειρίσεως των ημεδαπών. Αφετέρου, δεν συμπίπτουν τα στοιχεία που προβάλλουν οι μετέχοντες στη διαδικασία. Ο εκπρόσωπος των Airport Shuttle και Crono Service επικαλείται το άρθρο 14bis του [ιταλικού] νόμου 88, της 7ης Ιουλίου 2008, κατά το οποίο οι νομοθετικές διατάξεις της ιταλικής έννομης τάξεως που εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος υπηκόων άλλων κρατών μελών δεν πρέπει να εφαρμόζονται ως προς τους Ιταλούς υπηκόους. Απεναντίας, ο εκπρόσωπος της Ιταλικής Δημοκρατίας παραθέτει άλλες διατάξεις χωρίς να διευκρινίζει το ακριβές περιεχόμενό τους.
52.
Κατόπιν τούτου, συνάγονται δύο συμπεράσματα: αφενός, ότι προς αποφυγή παρανοήσεων και ανακριβειών, το αιτούν δικαστήριο οφείλει σε κάθε αίτηση προδικαστικής αποφάσεως να λαμβάνει θέση, εφόσον επιβάλλεται, επί του ζητήματος της δυσμενούς μεταχειρίσεως των ημεδαπών κατά τρόπο λεπτομερή, όταν εκτιμά ότι η εξέταση αυτού του ζητήματος από το Δικαστήριο είναι κρίσιμη ( 33 ). Αφετέρου, εάν το αιτούν δικαστήριο δεν ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Δικαστήριο δύναται να μην εξετάσει ζητήματα που αφορούν τις θεμελιώδεις ελευθερίες υπό το πρίσμα της δυσμενούς μεταχειρίσεως των ημεδαπών, ιδίως, όταν οι θέσεις των μετεχόντων στη διαδικασία επί αυτού του ζητήματος είναι ασαφείς και αντιφατικές.
53.
Συγκεκριμένα, λαμβανομένης υπόψη της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ Δικαστηρίου και εθνικού δικαστηρίου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι πρέπει το Δικαστήριο να διερευνά και να εκτιμά κάθε εθνική έννομη τάξη και τις αξιολογήσεις της επί ζητημάτων που άπτονται της δυσμενούς μεταχειρίσεως των ημεδαπών. Ομοίως, δεν θα ήταν προφανώς χρήσιμες μάλλον γενικής φύσεως εκτιμήσεις του Δικαστηρίου σχετικά με την ενδεχόμενη απαγόρευση της δυσμενούς μεταχειρίσεως των ημεδαπών, εφόσον δεν θα είχε επαρκή στοιχεία για το πραγματικό και νομικό καθεστώς σε εθνικό επίπεδο, ιδίως χωρίς να έχει υπόψη του τις εθνικές παραμέτρους που ισχύουν συναφώς και στηριζόμενο μόνο σε εικασίες.
54.
Εάν από την εκάστοτε αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφή, κατανοητά και προσαρμοσμένα στη διαφορά της κύριας δίκης στοιχεία ως προς τη δυσμενή μεταχείριση των ημεδαπών, υφίστανται επαρκείς λόγοι, ώστε να μην διεξαχθεί σχετική εξέταση, ακόμη και αν έχει γίνει ήδη δεκτή η ισχύς της αρχής περί απαγορεύσεως της δυσμενούς μεταχειρίσεως των ημεδαπών στην οικεία εθνική έννομη τάξη, στο πλαίσιο προγενέστερης αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως που αφορούσε το ίδιο κράτος μέλος. Πράγματι, δεν συνιστά καθήκον του Δικαστηρίου να ενημερώνεται αδιαλείπτως για τη νομική εξέλιξη αυτού του ζητήματος σε κάθε κράτος μέλος, δεδομένου ότι ως προς το εν λόγω ζήτημα μπορεί να υφίστανται τροποποιήσεις ή ενδεχομένως αποκλίνουσες κατά περίπτωση ιδιαιτερότητες. Αντιθέτως, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να παρέχει, συναφώς, στο Δικαστήριο επίκαιρες, αξιόπιστες και χρήσιμες πληροφορίες. Εν προκειμένω, το εν λόγω ζήτημα διευκρινίζεται μόνο στον βαθμό που παρατίθεται κατά γράμμα (από έναν εκ των μετεχόντων στη διαδικασία) εθνική διάταξη περί δυσμενούς μεταχειρίσεως των ημεδαπών η οποία, αφενός, είναι αβέβαιο αν ισχύει στο πλαίσιο της κύριας δίκης, καθόσον το αιτούν δικαστήριο δεν παρέχει καμία σαφή πληροφορία ως προς τούτο και, αφετέρου, προβλέπει την ίση μεταχείριση των ημεδαπών σε περίπτωση «δυσμενούς διακρίσεως», χωρίς να διευκρινίζονται συγκεκριμένα οι τομείς του δικαίου και οι περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της.
55.
Περαιτέρω, εάν το Δικαστήριο λάμβανε θέση ως προς την απαγόρευση της δυσμενούς μεταχειρίσεως των ημεδαπών, στηριζόμενο εν ανάγκη στην ιδία γνώση της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας, μολονότι δεν παρασχέθηκαν συγκεκριμένα στοιχεία από το αιτούν δικαστήριο, θα υφίστατο ο κίνδυνος άνισης μεταχειρίσεως των κρατών μελών, καθόσον το Δικαστήριο ενδέχεται να γνωρίζει το νομικό καθεστώς περί δυσμενούς μεταχειρίσεως των ημεδαπών που ισχύει σε συγκεκριμένα κράτη μέλη, αλλά όχι σε όλα τα κράτη μέλη.
56.
Ανεξαρτήτως αυτού, και εξ άλλων λόγων δεν γίνεται κατανοητό γιατί το αιτούν δικαστήριο θεωρεί κρίσιμο το άρθρο 49 ΣΛΕΕ στο πλαίσιο των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως.
57.
Όσον αφορά τις υποθέσεις C‑419/12 και C‑420/12, είναι προφανές ότι το ζήτημα της μόνιμης εγκαταστάσεως στην Ιταλία απασχολεί σε περιορισμένο βαθμό εν συγκρίσει προς τα επιπρόσθετα τέλη τα οποία πρέπει να καταβάλλουν οι εκμισθωτές οχημάτων που είναι εγκατεστημένοι εκτός της Ρώμης όταν επιθυμούν να διασχίσουν περιστασιακώς το έδαφος του Δήμου της Ρώμης. Στον βαθμό που τέτοια τέλη επιβαρύνουν και επιχειρηματίες αυτού του κλάδου εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη, θα ήταν πιο λογικό να χρησιμοποιηθεί ως κριτήριο συγκρίσεως η ελευθερία παροχής υπηρεσιών αντί της ελευθερίας εγκαταστάσεως.
58.
Όσον αφορά τις υποθέσεις C‑162/12 και C‑163/12, επιβάλλεται ο παραλληλισμός προς την απόφαση Sbarigia ( 34 ), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ως απαράδεκτη αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που αφορούσε αμιγώς ιταλικά πραγματικά περιστατικά και υπό αυτό το πρίσμα έθετε, μεταξύ άλλων, ζήτημα συμβατότητας ορισμένων ιταλικών νομοθετικών διατάξεων (περί θερινών διακοπών των φαρμακείων) με τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Συναφώς, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η ελευθερία εγκαταστάσεως «δεν είναι κρίσιμη», διότι ο θιγόμενος από τη ρύθμιση περί διακοπών ιδιοκτήτης του φαρμακείου «ακόμη και αν είναι υπήκοος άλλου κράτους μέλους, ασκεί ήδη αδιαλείπτως επαγγελματική δραστηριότητα», και για τον λόγο αυτόν «είναι πρόδηλο ότι η υπόθεση της κύριας δίκης δεν αφορά την άσκηση του δικαιώματος εγκαταστάσεως». Αυτή η προσέγγιση μπορεί να εφαρμοσθεί αντιστοίχως και στην περίπτωση των εκμισθωτών οχημάτων οι οποίοι ασκούν αδιαλείπτως την επαγγελματική τους δραστηριότητα και η ισχύς των αδειών τους έχει ανασταλεί προσωρινώς λόγω παραβιάσεως της υποχρεώσεως περί σταθμεύσεως.
59.
Αυτή η απόφαση καταδεικνύει κυρίως ότι η προσέγγιση του Δικαστηρίου γίνεται προδήλως πιο περιοριστική, όταν τα ζητήματα που άπτονται της ελευθερίας εγκαταστάσεως τίθενται σε σχέση με πραγματικά περιστατικά αμιγώς εθνικού χαρακτήρα. Η εν λόγω τάση συνάδει και με την προβληματική η οποία στηρίζεται στους λόγους που παρατίθενται στα προηγούμενα σημεία.
60.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, τα ερωτήματα που αφορούν την ελευθερία εγκαταστάσεως είναι απαράδεκτα και ως εκ τούτου, οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτες στο σύνολό τους.
V – Πρόταση
61.
Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑162/12 και C‑163/12, καθώς και στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑419/12 και C‑420/12 είναι απαράδεκτες.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Η ιταλική νομοθεσία αναφέρεται σε «εκμίσθωση οχήματος με οδηγό».
( 3 ) Βλ. σ. 9 της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση C‑162/12, όπου υφίσταται σχετική παραπομπή στο άρθρο 47 του Decreto-Legislativo της 30ής Απριλίου 1992.
( 4 ) ΕΕ L 4, σ. 10.
( 5 ) ΕΕ L 300, σ. 88.
( 6 ) Άρθρο 8, παράγραφος 1, του νόμου 21 της 15ης Ιανουαρίου 1992 (Legge quadro per il trasporto di persone mediante autoservizi pubblici non di linea, GURI αριθ. 18 της 23ης Ιανουαρίου 1992), ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο για τις διαφορές των κύριων δικών, αφού τροποποιήθηκε, δηλαδή, διά του Decreto-Legge 207 της 30ής Δεκεμβρίου 2008 (GURI αριθ. 304 της 31ης Δεκεμβρίου 2008) και διά του νόμου 14/2009 (GURI αριθ. 49 της 28ης Φεβρουαρίου 2009, Supplemento Ordinario αριθ. 28) (στο εξής: νόμος 21/1992).
( 7 ) Άρθρο 8, παράγραφος 2, του νόμου 21/1992.
( 8 ) Στις ιταλικές διατάξεις χρησιμοποιείται ο όρος «sede». Ωστόσο, κατά τις επισημάνσεις ορισμένων μετεχόντων στη διαδικασία, δεύτερη εγκατάσταση είναι προφανώς επαρκής, προκειμένου να καταστεί δυνατή η παράλληλη άσκηση δραστηριότητας σε διάφορους δήμους, όπως επισημαίνει μεταξύ άλλων και ο εκπρόσωπος της Ιταλικής Κυβερνήσεως.
( 9 ) Άρθρο 3, παράγραφος 3, του νόμου 21/1992.
( 10 ) Άρθρο 11, παράγραφος 4, του νόμου 21/1992.
( 11 ) Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 4, του νόμου 21/1992, τούτο μπορεί να συμβεί και εντός των ορίων άλλων δήμων.
( 12 ) Άρθρο 5 του περιφερειακού νόμου 58/1993 ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο για τις διαφορές των κύριων δικών.
( 13 ) Βλ. άρθρο 7, παράγραφος 2, του νόμου 21/1992 και σ. 12 της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση C‑162/12.
( 14 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/92 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1992, για τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους γίνονται δεκτοί στις εθνικές οδικές μεταφορές επιβατών σε ένα κράτος μέλος μεταφορείς μη εγκατεστημένοι σε αυτό (ΕΕ L 251, σ. 1).
( 15 ) Αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra (Συλλογή 2001, σ. I-2099, σκέψη 39), της 23ης Απριλίου 2009, C-544/07, Rüffler (Συλλογή 2009, σ. I-3389, σκέψη 37), της 19ης Νοεμβρίου 2009, C-314/08, Filipiak (Συλλογή 2009, σ. I-11049, σκέψη 41), της 7ης Ιουλίου 2011, C-310/10, Agafiţei κ.λπ. (Συλλογή 2011, σ. I-5989, σκέψη 26), και της 15ης Ιανουαρίου 2013, C‑416/10, Križan κ.λπ. (σκέψη 54).
( 16 ) Απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, C-388/92, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-2067).
( 17 ) Βλ. τα άρθρα 30 και 31 του κανονισμού (ΕΚ) 1073/2009.
( 18 ) Απόφαση της 11ης Μαρτίου 2010, C-384/08, Attanasio Group (Συλλογή 2010, σ. I-2055, σκέψη 32).
( 19 ) Βλ. απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1990, C-54/88, C-91/88 και C-14/89, Nino κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I-3537, σκέψεις 9 έως 11).
( 20 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 1995, C-17/94, Gervais κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I-4353, σκέψεις 24 έως 26), της 21ης Ιουνίου 2012, C‑84/11, Susisalo κ.λπ. (σκέψη 18), και της 10ης Μαΐου 2012, C‑357/10 έως C‑359/10, Duomo Gpa κ.λπ. (σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 21 ) Βλ, ιδίως, τις αποφάσεις, σε σχέση με τη λειτουργία των φαρμακείων και την εμπορία καυσίμων, της 1ης Ιουνίου 2010, C-570/07 και C-571/07, Blanco Pérez και Chao Gómez (Συλλογή 2010, σ. I-4629, σκέψη 40), και Attanasio Group (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σ. I‑2055, σκέψη 24).
( 22 ) Παρατίθεται στην υποσημείωση 20.
( 23 ) Απόφαση Duomo Gpa κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20, σκέψη 40).
( 24 ) Για την επιχειρηματολογία της Επιτροπής, βλ. απόφαση Duomo Gpa (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20, σκέψη 28).
( 25 ) Βλ., σχετικά, σημείο 38 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Ν. Wahl της 5ης Σεπτεμβρίου 2013 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑159/12 έως C‑161/12, Venturini κ.λπ.
( 26 ) Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δεν αναφέρονται αναλυτικώς στην εξέλιξη της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής και στη σημασία των μέτρων που ανήγγειλε η Ιταλική Δημοκρατία.
( 27 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 30ής Μαρτίου 2006, C-451/03, Servizi Ausiliari Dottori Commercialisti (Συλλογή 2006, σ. I-2941, σκέψη 29).
( 28 ) Δεν υφίσταται, ιδίως, συγκεκριμένη ένδειξη ως προς το αν και κατά πόσον, υπό τις κρίσιμες περιστάσεις για την κύρια δίκη, η αρχή της ισότητας του ιταλικού συνταγματικού δικαίου θα μπορούσε να επιβάλει την αποδοχή αρχής περί απαγορεύσεως της δυσμενούς μεταχειρίσεως των ημεδαπών, καθώς και αν και κατά πόσον θα μπορούσε να εφαρμοσθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συνταγματική νομολογία που αναπτύχθηκε τη δεκαετία του ’90 σχετικά με το άρθρο 28 ΕΚ. Βλ., ως προς την εν λόγω νομολογία, την υποσημείωση 57 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα L.‑M. Maduro της 6ης Μαΐου 2004 στην υπόθεση C-72/03, Carbonati Apuani (Συλλογή 2004, σ. I-8027).
( 29 ) Βλ., σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2000, C-448/98, Guimont, (Συλλογή 2000, σ. I-10663, σκέψεις 21 έως 23), σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2006, C-94/04 και C-202/04, Cipolla κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I-11421, σκέψεις 30 και 31), σχετικά με την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, απόφαση Servizi Ausiliari Dottori Commercialisti (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψεις 29 και 30) και σχετικά με την ελευθερία εγκαταστάσεως, απόφαση Blanco Pérez και Chao Gómez (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 36).
( 30 ) Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2013, C‑111/12, Ordine degli Ingegneri di Verona e Provincia κ.λπ. (σκέψεις 34 και 35).
( 31 ) Απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, C-245/09, Omalet (Συλλογή 2010, σ. I-13771, σκέψη 17).
( 32 ) Απόφαση Susisalo κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20, σκέψη 21).
( 33 ) Βλ., σχετικά, σημεία 42 και 45, 58 και 60 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Ν. Wahl στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις Venturini κ.λπ. (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 25).
( 34 ) Απόφαση της 1ης Ιουλίου 2010, C-393/08, Sbarigia (Συλλογή 2010, σ. I-6337, σκέψεις 27 και 28).
Full & Egal Universal Law Academy