ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 18ης Ιουλίου 2013 ( 1 )
Υπόθεση C‑180/12
Stoilov i Ko EOOD
κατά
Nachalnik na Mitnitsa Stolichna
[αίτηση του Administrativen sad Sofia-grad (Βουλγαρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Διακριτές αποφάσεις και διακριτά μέσα παροχής ένδικης προστασίας για την ίδια φορολογική οφειλή — Παραδεκτό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως — Παρέλκει η έκδοση αποφάσεως — Δεδικασμένο — Άρθρα 41 και 47 του Χάρτη — Αρχή της χρηστής διοικήσεως — Δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας»
I – Εισαγωγή και παραδεκτό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως
1.
Η υπό κρίση προδικαστική παραπομπή εκ μέρους του Administrativen sad Sofia-grad (Βουλγαρία) αφορά την ερμηνεία των διακρίσεων 5407 61 30 και 6303 92 10 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας για το έτος 2009 (στο εξής: ΣΟ) ( 2 ), όπως επίσης και την ερμηνεία του τελωνειακού κώδικα ( 3 ), της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και των άρθρων 41 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2.
Στην πραγματικότητα, όπως θα έχω την ευκαιρία να εκθέσω στις παρούσες προτάσεις, η παραπομπή αυτή θέτει με συγκαλυμμένο τρόπο ένα διαφορετικό ζήτημα σχετικό με το παραδεκτό της ή, ακριβέστερα, σχετικά με το αν η παραπομπή κατέστη, κατά τη διάρκεια της δίκης, άνευ αντικειμένου, οπότε το Δικαστήριο πρέπει, κατά την άποψή μου, να διαπιστώσει ότι παρέλκει πλέον η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα.
3.
Η εξέταση του ζητήματος αυτού προϋποθέτει τη συνοπτική έκθεση των ένδικων εθνικών διαδικασιών που ακολουθήσαν, δεδομένου ότι η Stoilov i Ko EOOD (στο εξής: Stoilov) άσκησε δύο σχεδόν συναφείς προσφυγές –με μη σαφώς διακριτό αντικείμενο– κατά δύο αποφάσεων του Nachalnik na Mitnitsa Stolichna (διευθυντή τελωνείων της Σόφιας, στο εξής: Nachalnik), κατ’ εφαρμογή του τελωνειακού κώδικα.
4.
Συνοπτικώς, ενώ η τελωνειακή διασάφηση την οποία κατέθεσε στις 8 Ιανουαρίου 2009, η Stoilov αφορούσε «υλικά για την παραγωγή παραπετασμάτων (ρολών)» κινεζικής προελεύσεως, της διακρίσεως 6303 92 10 της ΣΟ, κατόπιν εργαστηριακού ελέγχου και αναλύσεως δειγμάτων, οι τελωνειακές αρχές έκριναν ότι τα καλυπτόμενα από την εν λόγω διασάφηση αγαθά πληρούσαν τις προϋποθέσεις κατατάξεως στο κεφάλαιο 54 της ΣΟ, και ειδικότερα στη διάκριση 5407 61 30.
5.
Κατά συνέπεια, στις 27 Απριλίου 2009, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 221, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα ( 4 ), ο Nachalnik γνωστοποίησε στη Stoilov απόφαση (στο εξής: απόφαση γνωστοποιήσεως) περί του ότι τα καλυπτόμενα από τη διασάφηση της 8ης Ιανουαρίου 2009 αγαθά υπήχθησαν στη διάκριση 5407 61 30, γεγονός που συνεπαγόταν προσαύξηση του δασμολογικού συντελεστή από 6,5 % σε 8 % και την εφαρμογή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ 74,8 %. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, χορηγήθηκε στη Stoilov προθεσμία επτά ημερών προκειμένου να εξοφλήσει οικειοθελώς τα αντίστοιχα ποσά, σύμφωνα με το άρθρο 222 του τελωνειακού κώδικα ( 5 ).
6.
Καθώς η Stoilov δεν εξόφλησε τα αιτούμενα ποσά εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ο Nachalnik εξέδωσε απόφαση για την αναγκαστική είσπραξη των απαιτήσεων του Δημοσίου με ημερομηνία 7 Αυγούστου 2009 (στο εξής: απόφαση εισπράξεως), κατ’ εφαρμογή του άρθρου 232 του τελωνειακού κώδικα ( 6 ).
7.
Κατόπιν διοικητικής προσβολής της αποφάσεως αυτής, τον Σεπτέμβριο του 2009, με αίτημα τη διεξαγωγή ανεξάρτητης πραγματογνωμοσύνης, η Stoilov άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως εισπράξεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου τον μήνα Οκτώβριο του 2009.
8.
Η Stoilov είχε πάντως προσβάλει, λίγους μήνες πριν, την απόφαση γνωστοποιήσεως ενώπιον του Administrativen sad Sofia-grad, το οποίο απέρριψε το αίτημά της με απόφαση της 30ής Δεκεμβρίου 2010.
9.
Η απόφαση αυτή αναιρεσιβλήθηκε ενώπιον του Varhoven administrativen sad (Ανώτατο διοικητικό δικαστήριο), η δε υπόθεση παρέμενε ακόμη εκκρεμής ενώπιόν του κατά τον χρόνο της υπό κρίση προδικαστικής παραπομπής. Προκύπτει εντούτοις από τις γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, όπως επίσης και από την απάντηση του αιτούντος δικαστηρίου σε αίτηση παροχής διευκρινίσεων που του απηύθυνε το Δικαστήριο ότι, με απόφαση της 5ης Ιουλίου 2012, το Varhoven administrativen sad αναίρεσε την απόφαση της 30ής Δεκεμβρίου 2010 του Administrativen sad Sofia-grad και μεταρρύθμισε την εν λόγω απόφαση ακυρώνοντας την απόφαση γνωστοποιήσεως. Σύμφωνα με τις επεξηγήσεις που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο με την απάντησή του στην αίτηση παροχής διευκρινίσεων, το Varhoven administrativen sad έκρινε κατ’ ουσία ότι η δασμολογική κατάταξη υπέρ της οποίας τάχθηκε ο Nachalnik, η οποία είχε επιβεβαιωθεί από το Administrativen sad Sofia-grad, ήταν εσφαλμένη με βάση τα στοιχεία και τις πραγματογνωμοσύνες που περιλήφθηκαν στη δικογραφία. Επιπλέον, το Varhoven administrativen sad έκρινε ότι είχε δημιουργηθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στη Stoilov ότι τα επίμαχα εμπορεύματα κατατάσσονταν στη διάκριση 6303 92 10, στο μέτρο που, με πλήθος προηγούμενων διασαφήσεων για όμοια εμπορεύματα του ιδίου προμηθευτή στην Κίνα, οι τελωνειακές αρχές είχαν εγκρίνει τις εισαγωγές αυτές, κατόπιν ελέγχου των εγγράφων, και είχαν εφαρμόσει την εν λόγω διάκριση χωρίς να επιβάλουν κυρώσεις.
10.
Με την απάντησή του στην αίτηση παροχής διευκρινίσεων που του απηύθυνε το Δικαστήριο όσον αφορά τις συνέπειες της ακυρώσεως της αποφάσεως γνωστοποιήσεως επί της διαφοράς της κύριας δίκης, το αιτούν δικαστήριο αναγνώρισε, μεταξύ άλλων, ότι σε αυτό απόκειται να εξετάσει αν πληρούνται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις σχετικά με τη νομιμότητα της αποφάσεως εισπράξεως, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η απόφαση γνωστοποιήσεως.
11.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Nachalnik δέχθηκε ότι, λόγω της ακυρώσεώς της από το Varhoven administrativen sad, η απόφαση γνωστοποιήσεως δεν υφίστατο πλέον στη βουλγαρική έννομη τάξη.
12.
Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η αποστολή που ανατίθεται στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της προβλεπόμενης στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ συνεργασίας δεν συνίσταται στη διατύπωση συμβουλευτικών γνωμών in abstracto και ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως μπορεί, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, να καταστεί άνευ αντικειμένου, εν όλω ή εν μέρει, με αποτέλεσμα οι απαντήσεις που ενδεχομένως θα έδινε το Δικαστήριο επί της αιτήσεως αυτής να μη συμβάλλουν στην αποτελεσματική επίλυση της ένδικης διαφοράς ( 7 ). Δηλαδή, η συνδρομή του Δικαστηρίου προς τα εθνικά δικαστήρια στο πλαίσιο του άρθρου 267 ΣΛΕΕ πρέπει να διασφαλίζει ότι τα εν λόγω δικαστήρια καλούνται να εκδώσουν απόφαση που θα λαμβάνει υπόψη την εκδοθησόμενη προδικαστική απόφαση ( 8 ).
13.
Έτσι, κατ’ εφαρμογή της νομολογίας αυτής, το Δικαστήριο έχει ήδη διαπιστώσει ότι παρέλκει η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως εφόσον, παρά τη βούληση του εθνικού δικαστηρίου να διατηρήσει την προδικαστική παραπομπή, η διαφορά της κύριας δίκης κατέστη άνευ αντικειμένου κατά τη διάρκεια της δίκης, ιδίως κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ( 9 ) ή ανακλήσεως της προσφυγής της κύριας δίκης ( 10 ).
14.
Ομοίως, υπό το πρίσμα του πραγματικού πλαισίου που εκτέθηκε ενώπιόν του, το Δικαστήριο εκτιμά ότι παρέλκει, ελλείψει αντικειμένου, η απάντηση σε προδικαστικό ερώτημα όταν το ερώτημα αυτό δεν επιτρέπει τη συναγωγή ερμηνευτικών στοιχείων του δικαίου της Ένωσης που ο παραπέμπων δικαστής θα ηδύνατο να εφαρμόσει επωφελώς για να επιλύσει, βάσει του δικαίου αυτού, την ενώπιόν του εκκρεμούσα διαφορά ( 11 ).
15.
Είναι αληθές ότι η επίμαχη κατάσταση στην υπό κρίση υπόθεση δεν αντιστοιχεί ακριβώς σε αυτές τις υποθετικές περιπτώσεις.
16.
Εν πάση περιπτώσει, είναι σαφές ότι, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομολογία και λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριακών στοιχείων που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, το αιτούν δικαστήριο δεν πρόκειται πλέον να κληθεί, για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, να εκδώσει απόφαση που θα λαμβάνει υπόψη την προδικαστική απόφαση σε περίπτωση που το Δικαστήριο όφειλε να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα.
17.
Πράγματι, όπως αναγνώρισε το αιτούν δικαστήριο με την απάντησή του στην αίτηση παροχής διευκρινίσεως που του απηύθυνε το Δικαστήριο, η απόφαση εισπράξεως δεν πληροί πλέον, έπειτα από την ακύρωση της αποφάσεως γνωστοποιήσεως από το Varhoven administrativen sad, μία από τις προϋποθέσεις εξωτερικής νομιμότητας, καθώς η εν λόγω απόφαση δεν υφίσταται πλέον στη βουλγαρική έννομη τάξη, όπως δέχθηκε και ο Nachalnik. Αρκεί, επομένως, να διαπιστώσει το αιτούν δικαστήριο –διαπίστωση στην οποία εξάλλου μπορούσε ήδη να προβεί από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Varhoven administrativen sad– ότι η εν λόγω απόφαση εισπράξεως πρέπει κατ’ ανάγκη να ακυρωθεί σύμφωνα μόνον με το εσωτερικό δίκαιο, όπως ορθώς υποστήριξε η Stoilov κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου.
18.
Καίτοι είναι κατανοητό το επιχείρημα του Nachalnik ότι, κατά το βουλγαρικό δίκαιο, η γνωστοποίηση του ποσού της τελωνειακής οφειλής, κατά την έννοια του άρθρου 221 του τελωνειακού κώδικα (ήτοι, εν προκειμένω, η απόφαση γνωστοποιήσεως), και η αναγκαστική είσπραξη της εν λόγω οφειλής, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 232 του εν λόγω κώδικα, πρέπει να θεωρούνται αυτοτελείς νομικές πράξεις κατά των οποίων δύνανται να ασκηθούν διακριτά μέσα παροχής ένδικης προστασίας, γεγονός παραμένει, όπως ευλόγως επισήμανε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι η τελωνειακή οφειλή δεν μπορεί να εισπραχθεί νομίμως από την εθνική αρχή εφόσον παύει πλέον η ίδια να υφίσταται λόγω της ακυρώσεως της αποφάσεως με την οποία βεβαιώθηκε από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια. Διαφορετική ερμηνεία θα επέφερε αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου.
19.
Επομένως, το αιτούν δικαστήριο θα κληθεί αναπόφευκτα, λόγω της ακυρώσεως της αποφάσεως γνωστοποιήσεως από το Varhoven administrativen sad, να διαπιστώσει ότι ως προς την επίμαχη στην κύρια δίκη απόφαση εισπράξεως δεν συντρέχει πλέον η ουσιαστική προϋπόθεση για την εξωτερική νομιμοποίησή της, ήτοι η ίδια η βεβαίωση της τελωνειακής οφειλής της οποίας η είσπραξη αξιώνεται και αμφισβητείται ενώπιόν του, ανεξαρτήτως των απαντήσεων τις οποίες το Δικαστήριο θα μπορούσε να δώσει στα τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα που του υπέβαλε το εν λόγω δικαστήριο.
20.
Επομένως, η απάντηση στα ερωτήματα αυτά θα ισοδυναμούσε με διατύπωση γνώμης επί υποθετικών ερωτημάτων, παραγνωρίζοντας την αποστολή που έχει ανατεθεί στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας που καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ.
21.
Επιπλέον, από την απάντηση του αιτούντος δικαστηρίου στην αίτηση παροχής διευκρινίσεων που του απηύθυνε το Δικαστήριο διαφαίνεται η βούληση του εν λόγω δικαστηρίου να ζητήσει από το Δικαστήριο να επιλέξει μεταξύ της δικής του εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης και της εκτιμήσεως του Varhoven administrativen sad όπως αυτή εκφράστηκε με την απόφασή του με την οποία ανήρεσε την απόφαση του Administrativen sad Sofia‑grad της 30ής Δεκεμβρίου 2010 και μεταρρύθμισε, ακυρώνοντάς την, την απόφαση γνωστοποιήσεως, ιδίως όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία βάσει των οποίων ταξινομούνται τα επίμαχα εμπορεύματα στη μια ή την άλλη δασμολογική διάκριση ( 12 ). Προφανώς, όμως, δεν απόκειται στο Δικαστήριο να παρέμβει στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης και ακόμη λιγότερο να επιτελέσει διαιτητικό έργο μεταξύ ενός ανώτατου και ενός δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κράτους μέλους.
22.
Επομένως, κατά την άποψή μου, το Δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει ότι παρέλκει πλέον η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
23.
Εντούτοις, εφόσον το Δικαστήριο δεν συνταχθεί με την ανάλυση αυτή, οι αναπτύξεις που ακολουθούν παρέχουν, επικουρικώς, μια συνοπτική απάντηση στα υποβληθέντα από το αιτούν δικαστήριο ερωτήματα.
II – Ανάλυση, επικουρικώς, των προδικαστικών ερωτημάτων
Α – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
24.
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν, «[π]ρέπει το προϊόν –τυλιγμένες σε ρολά λωρίδες από μη υφασμένο υλικό (φλις) για την παραγωγή παραπετασμάτων (ρολών) εσωτερικού χώρου– για τους σκοπούς της δασμολογικής κατατάξεως βάσει της [ΣΟ], να υπαχθεί ανάλογα με τις ιδιότητες του προϊόντος ως “υφάσματος” στον κωδικό ΣΟ 5407 61 30 ή, αντιστοίχως προς τον μοναδικό σκοπό χρήσεώς του –για παραπετάσματα (ρολά) εσωτερικού χώρου– στον κωδικό ΣΟ 6303 92 10, οπότε θα πρέπει να συνεκτιμηθούν τα εξής:
α)
η έννοια “πλεκτά είδη” της σημειώσεως 7 […] στο [Τμήμα] XI “Υφαντικές ύλες και τεχνουργήματα από αυτές τις ύλες” της [ΣΟ], ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με το [Μέρος A] σημείο 2, στοιχείο αʹ, των Γενικών Κανόνων της ονοματολογίας που αφορούν τις έννοιες “δεν είναι πλήρες ή τελειωμένο” λαμβανομένης υπόψη της περιπτώσεως του [σημείου 2, στοιχείο βʹ], των ιδιοτήτων του επίδικου προϊόντος και της δυνατότητας παρασκευής από αυτό ενός μόνον τελικού προϊόντος·
β)
το ζήτημα εάν η έννοια “υφάσματα” του κεφαλαίου 54, διάκριση 5407 61 30 της [ΣΟ] περιλαμβάνει υφασμάτινες λωρίδες, οι οποίες όπως και το τελικό προϊόν, που αποτελεί τον μόνο σκοπό χρήσεώς τους –παραπετάσματα (ρολά) εσωτερικού χώρου–, διαθέτουν και σταθεροποιημένες άκρες κατά μήκος, και δη ενόψει της ρητής μνείας του προϊόντος αυτού στη διάκριση 6303 92 10 της [εν λόγω ΣΟ];»
25.
Το ερώτημα αυτό απηχεί τη διαφωνία που αποτέλεσε την αιτία της διαφοράς της κύριας δίκης, καθώς η Stoilov είχε δηλώσει τα εισαχθέντα εμπορεύματα ως εμπίπτοντα στο κεφάλαιο 63 της ΣΟ, ενώ οι τελωνειακές αρχές έκριναν ότι τα καλυπτόμενα από την εν λόγω διασάφηση εμπορεύματα πληρούσαν τις προϋποθέσεις κατατάξεώς τους στο κεφάλαιο 54 της ΣΟ.
26.
Υπενθυμίζω ότι η ΣΟ στηρίζεται στο εναρμονισμένο σύστημα περιγραφής και κωδικοποιήσεως των εμπορευμάτων που κατήρτισε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τελωνείων, από το οποίο αντλεί τις κλάσεις και διακρίσεις με έξι ψηφία, ενώ μόνον το έβδομο και όγδοο ψηφίο συνιστούν τις δικές της υποδιαιρέσεις. Στο δεύτερο μέρος, με τίτλο «Πίνακας δασμών», η ΣΟ περιλαμβάνει την κατάταξη των εμπορευμάτων σε τμήματα, κεφάλαια, κλάσεις και διακρίσεις.
27.
Το τμήμα XI της ΣΟ φέρει τον τίτλο «Υφαντικές ύλες και τεχνουργήματα από αυτές τις ύλες». Κατά τη σημείωση 7 του τμήματος αυτού, νοούνται ειδικότερα ως «έτοιμα»:
«α)
τα είδη τα κομμένα σε σχήμα άλλο από το τετράγωνο ή το ορθογώνιο·
β)
τα είδη που παίρνονται στην τελική τους μορφή και είναι έτοιμα για χρήση ή μπορούν να χρησιμοποιηθούν ύστερα από προηγούμενο διαχωρισμό με απλή κοπή των νημάτων, μη περιτυλιγμένα, χωρίς ραφή ούτε άλλη συμπληρωματική εργασία, όπως ορισμένα ξεσκονόπανα, σφουγγαρόπανα, πετσέτες, τραπεζομάντιλα, μαντίλια του λαιμού (“τετράγωνα”) και κουβέρτες·
γ)
τα είδη των οποίων οι άκρες έχουν στριφωθεί ή αναδιπλωθεί με οποιονδήποτε τρόπο».
28.
Περιλαμβάνονται σε αυτό το τμήμα XI τόσο το κεφάλαιο 54 της ΣΟ όσο και το κεφάλαιο 63.
29.
Το κεφάλαιο 54, με τίτλο «Συνθετικές ή τεχνητές ίνες, συνεχείς λουρίδες και παρόμοιες μορφές, από συνθετικές ή τεχνητές υφαντικές ύλες», περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την κλάση 5407 «Υφάσματα από νήματα από συνθετικές ίνες συνεχείς […]», η οποία περιλαμβάνει με τη σειρά της τη διάκριση 5407 61 30 «Άλλα υφάσματα, που περιέχουν τουλάχιστον 85 % κατά βάρος ίνες συνεχείς από πολυεστέρα μη ελαστικοποιημένες, βαμμένα» ( 13 ).
30.
Το δε κεφάλαιο 63, υποκεφάλαιο I, της ΣΟ, με τίτλο «Άλλα έτοιμα υφαντουργικά είδη», περιλαμβάνει την κλάση 6303 «Παραπετάσματα εσωτερικά κάθε είδους για πόρτες και παράθυρα. Υπερθέματα παραπετασμάτων και γύροι κρεβατιών», η οποία περιλαμβάνει τη διάκριση 6303 92 10 «άλλα [με εξαίρεση τα πλεκτά] από συνθετικές ίνες, μη υφασμένα». Από τη σημείωση 1 του κεφαλαίου 63 της ΣΟ προκύπτει ότι το υποκεφάλαιο I αυτού, το οποίο περιλαμβάνει είδη από οποιοδήποτε ύφασμα, «εφαρμόζεται μόνο στα έτοιμα είδη».
31.
Επιβάλλεται, επίσης, η υπόμνηση ότι η ΣΟ περιέχει προκαταρκτικές διατάξεις γενικής φύσεως σχετικές με την ερμηνεία της. Προκύπτει, ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές ότι κάθε αναφορά σ’ ένα είδος μέσα σε ορισμένη κλάση καλύπτει το είδος αυτό, έστω και αν δεν είναι πλήρες ή τελειωμένο, με την προϋπόθεση ότι, στην κατάσταση που παρουσιάζεται, εμφανίζει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του πλήρους ή του τελειωμένου είδους. Καλύπτει επίσης το πλήρες ή τελειωμένο είδος ή αυτό που θεωρείται σαν τέτοιο, βάσει των προηγουμένων διατάξεων, στην περίπτωση που αυτό παρουσιάζεται ασυναρμολόγητο ή αποσυναρμολογημένο ( 14 ). Οι διατάξεις αυτές διευκρινίζουν, επίσης, ότι, όταν εμπορεύματα μπορούν να καταταγούν σε περισσότερες κλάσεις, πρέπει να έχει προτεραιότητα η περισσότερο εξειδικευμένη κλάση ( 15 ), εξυπακουομένου ότι η κατάταξη καθορίζεται νόμιμα σύμφωνα με το κείμενο των κλάσεων, δεδομένου ότι το κείμενο των τίτλων των τμημάτων, των κεφαλαίων ή των υποκεφαλαίων έχει μόνον ενδεικτική αξία ( 16 ).
32.
Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι, ελλείψει εξειδικευμένης κλάσεως, τα επίμαχα εμπορεύματα έπρεπε να καταταγούν λαμβανομένων υπόψη των αντικειμενικών χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων τους, όπως καθορίζονται από το κείμενο της κλάσεως της ΣΟ, τα οποία συνιστούν, χάριν της ασφάλειας δικαίου και της διευκολύνσεως των ελέγχων, το αποφασιστικό κριτήριο για τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων ( 17 ).
33.
Καίτοι το Δικαστήριο έχει σε ορισμένες περιπτώσεις εξετάσει το ζήτημα της δασμολογικής κατατάξεως δεδομένου εμπορεύματος, δεν απόκειται καταρχήν σ’ αυτό, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής και της συναφώς απορρέουσας οριοθετήσεως των αρμοδιοτήτων μεταξύ του δικαστή της Ένωσης και των εθνικών δικαστηρίων, να αποφανθεί επί τέτοιου ζητήματος, καθόσον το έργο αυτό εμπίπτει στην αρμοδιότητα του αιτούντος δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί και την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης που του παρέχεται από το Δικαστήριο ( 18 ).
34.
Εκτιμώ συναφώς ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν κυρίως να προσδιοριστεί το περιεχόμενο της έννοιας των ετοίμων ειδών, σύμφωνα με τη σημείωση 7 του τμήματος XI της ΣΟ, ώστε να είναι σε θέση να διαπιστώσει αν τα εμπορεύματα που αποτέλεσαν αντικείμενο διασαφήσεως από τη Stoilov, ήτοι «υλικά για την παραγωγή παραπετασμάτων», μπορούν πράγματι να καταταγούν σε μία από τις διακρίσεις του κεφαλαίου 63 της ΣΟ.
35.
Συγκεκριμένα, όπως υποστήριξε η Επιτροπή, προκειμένου τα επίμαχα εμπορεύματα να καταταγούν στο εν λόγω κεφάλαιο, πρέπει να εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά των ετοίμων ειδών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται, σύμφωνα με το κεφάλαιο αυτό, τα εσωτερικά παραπετάσματα (ρολά).
36.
Εκ πρώτης όψεως, μόνο δύο από τα διαζευκτικώς αναφερόμενα κριτήρια της σημειώσεως 7 του τμήματος XI της ΣΟ είναι ενδεχομένως κρίσιμα. Κατά την Επιτροπή και τον Nachalnik, επειδή τα επίμαχα εμπορεύματα ήταν ορθογώνιου σχήματος, δεν αντιστοιχούσαν στο κριτήριο της σημειώσεως 7, στοιχείο αʹ, του τμήματος XI, το οποίο αφορά μόνο «τα είδη τα κομμένα σε σχήμα άλλο από το τετράγωνο ή το ορθογώνιο». Μια τέτοια εκτίμηση, η οποία απόκειται τελικώς στο αιτούν δικαστήριο, δεν φρονώ ότι είναι ιδιαίτερα πειστική όσον αφορά τα εσωτερικά παραπετάσματα τα οποία είναι εν γένει ορθογώνιου σχήματος. Η άποψη, την οποία υποστηρίζουν οι εν λόγω διάδικοι, ότι το κεφάλαιο 63 δεν τυγχάνει εφαρμογής φρονώ ότι είναι υπερβολική. Θα μπορούσε μάλιστα να συναχθεί από το ορθογώνιο σχήμα τους ότι τα επίμαχα εμπορεύματα δεν εμπίπτουν στο πρώτο κριτήριο της σημειώσεως 7 του τμήματος XI.
37.
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι το σημείο βʹ της σημειώσεως 7 του ίδιου τμήματος αναφέρει ως υπαγόμενα στην έννοια των ετοίμων ειδών τα «είδη που παίρνονται στην τελική τους μορφή και είναι έτοιμα για χρήση».
38.
Πάντως, δεν ήταν μόνον η Stoilov που επικαλέστηκε τη διάταξη αυτή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, εξηγώντας ότι τα επίμαχα εμπορεύματα προορίζονται για μία μόνον συναρμολόγηση, αλλά και το Varhoven administrativen sad, με την προαναφερθείσα απόφασή του της 5ης Ιουλίου 2012, έκρινε ότι τα εν λόγω εμπορεύματα είχαν εισαχθεί, έτοιμα για χρήση, χωρίς να είναι δυνατή η παραγωγή εξ αυτών οτιδήποτε άλλου πλην εσωτερικών παραπετασμάτων.
39.
Περαιτέρω, πρέπει να τονιστεί ότι από τις γενικές διατάξεις της ΣΟ προκύπτει ότι κάθε αναφορά σ’ ένα είδος μέσα σε ορισμένη κλάση καλύπτει το είδος αυτό, έστω και αν δεν είναι πλήρες ή τελειωμένο, με την προϋπόθεση ότι, στην κατάσταση που παρουσιάζεται, εμφανίζει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του πλήρους ή του τελειωμένου είδους ή παρουσιάζεται αποσυναρμολογημένο ή ασυναρμολόγητο.
40.
Απόκειται, επομένως, στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει, λαμβανομένων υπόψη όλων των πραγματικών και νομικών στοιχείων που εκτέθηκαν ενώπιόν του, αν τα επίμαχα εμπορεύματα μπορούν να θεωρηθούν ως είδη που παίρνονται στην τελική τους μορφή και είναι έτοιμα για χρήση ώστε να μπορούν να καταταγούν στο κεφάλαιο 63 της ΣΟ.
41.
Εφόσον τούτο δεν ισχύει, τα εμπορεύματα αυτά θα πρέπει να καταταγούν στο κεφάλαιο 54 της ΣΟ.
42.
Οι αντικρουόμενες απόψεις των ενδιαφερόμενων διαδίκων ως προς το γεγονός ότι τα επίμαχα υφάσματα είναι μη υφασμένα ή υφασμένα θεωρώ ότι είναι κρίσιμες αποκλειστικώς για τον προσδιορισμό της κατάλληλης διακρίσεως, και όχι για τον προσδιορισμό του οικείου κεφαλαίου της ΣΟ, ζήτημα το οποίο είναι πράγματι, κατά την άποψή μου, το μόνο θεμελιώδες.
Β– Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
43.
Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι δημιουργήθηκε στον διασαφηστή, και υπόχρεο λόγω της εισαγωγής εμπορευμάτων, δικαιολογημένη εμπιστοσύνη περί συγκεκριμένης δασμολογικής κατατάξεως των εμπορευμάτων στην περίπτωση που α) σε σχέση με προηγούμενη διασάφηση πανομοιότυπων εμπορευμάτων του ίδιου δασμολογικού κωδικού δεν ελήφθησαν δείγματα προς ανάλυση από τις τελωνειακές αρχές βάσει προβλεπόμενου από πρωτόκολλο ελέγχου εμπορευμάτων, περιλαμβανομένου του ελέγχου ως προς τη δασμολογική κατάταξη, και συνήχθη το συμπέρασμα ότι τα εμπορεύματα συνέπιπταν με τα αναγραφόμενα στη διασάφηση και β) δεν υπήρξε επιγενόμενος έλεγχος μετά τη χορήγηση της αδείας παραλαβής των εμπορευμάτων στο πλαίσιο πέντε άλλων προγενέστερων διασαφήσεων που αφορούσαν πανομοιότυπα προϊόντα του αυτού δασμολογικού κωδικού, και δη τόσο πριν όσο και μετά από την ημερομηνία του πρωτοκόλλου επί του δασμολογικού ελέγχου στο πλαίσιο του οποίου διαπιστώθηκε ότι ο δασμολογικός κωδικός ήταν ο ορθός.
44.
Το ερώτημα αυτό είναι κρίσιμο, κατά την άποψή μου, μόνο στην περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι τα εμπορεύματα έπρεπε να καταταγούν, σύμφωνα με την απόφαση εισπράξεως, στο κεφάλαιο 54 της ΣΟ.
45.
Πράγματι, σε αντίθετη περίπτωση, η απόφαση αυτή θα έπρεπε να ακυρωθεί αποκλειστικώς λόγω εσφαλμένης κατατάξεως των οικείων εμπορευμάτων, χωρίς να είναι αναγκαίο το αιτούν δικαστήριο να προστρέξει στην ενδεχόμενη ύπαρξη δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, όπως υποστηρίζει η Stoilov, περί κατατάξεως στο κεφάλαιο 63.
46.
Μετά την οριοθέτηση της απαντήσεως, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, δυνάμει του άρθρου 68 του τελωνειακού κώδικα, οι τελωνειακές αρχές είναι δυνατόν να επαληθεύσουν την ακρίβεια των διασαφήσεων που έχουν αποδεχθεί προβαίνοντας είτε σε έλεγχο των εγγράφων, κατά το στοιχείο αʹ της διατάξεως αυτής, είτε σε εξέταση των εμπορευμάτων και, ενδεχομένως, σε δειγματοληψία για ανάλυση και λεπτομερή έλεγχο, σύμφωνα με το στοιχείο βʹ του εν λόγω άρθρου.
47.
Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει στο ερώτημά του ότι επ’ ευκαιρία ορισμένων τελωνειακών διασαφήσεων της Stoilov για πανομοιότυπα εμπορεύματα στην ίδια δασμολογική κατάταξη (κεφάλαιο 63 της ΣΟ) πριν από τη διασάφηση που αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, οι τελωνειακές αρχές, σε μία περίπτωση, προέβησαν σε φυσικό έλεγχο των εισαχθέντων εμπορευμάτων και, σε άλλες περιπτώσεις, δέχθηκαν τις διασαφήσεις της Stoilov έπειτα από απλό έλεγχο των εγγράφων, χωρίς να αντιταχθούν στη δηλωθείσα δασμολογική κατάταξη.
48.
Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, επομένως, σχετικά με την πιθανή διαμόρφωση δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της Stoilov λόγω των διαβεβαιώσεων εκ μέρους των τελωνειακών αρχών, δεδομένου ότι αρχές αυτές, προβαίνοντας στην επαλήθευση των διασαφήσεων της Stoilov κατά τις προηγούμενες εισαγωγές, είχαν δεχθεί την κατάταξη πανομοιότυπων εμπορευμάτων στο κεφάλαιο 63 της ΣΟ.
49.
Επιβάλλεται συναφώς η υπόμνηση ότι ο τελωνειακός κώδικας θέσπισε διαδικασίες στα άρθρα 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, και 239, σχετικά, αντιστοίχως, με τον μη εκ των υστέρων καταλογισμό τελωνειακών δασμών από τις τελωνειακές αρχές και με τη μη διαγραφή των εν λόγω δασμών, οι οποίες αμφότερες επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, ήτοι, την καταβολή εισαγωγικών δασμών αποκλειστικώς και μόνον όταν η καταβολή αυτή συμβιβάζεται με την τήρηση της θεμελιώδους αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ( 19 ).
50.
Κατά τη σχετική με την ερμηνεία του πρώτου των άρθρων αυτών νομολογία, ο φορολογούμενος έχει το δικαίωμα να απαλλαγεί από την είσπραξη των δασμών αυτών εφόσον πληρούνται σωρευτικώς τρεις προϋποθέσεις ( 20 ).
51.
Κατ’ αρχάς, οι δασμοί πρέπει να μην εισπράχθηκαν κατόπιν σφάλματος των ιδίων των αρμοδίων αρχών. Στη συνέχεια, το σφάλμα των αρχών αυτών πρέπει να είναι τέτοιας φύσεως ώστε λογικά να μην μπορούσε να ανακαλυφθεί από τον καλόπιστο οφειλέτη, παρά την επαγγελματική του πείρα και την επιμέλεια που έπρεπε να επιδείξει. Τέλος, ο οφειλέτης πρέπει, όσον αφορά την τελωνειακή του διασάφηση, να έχει τηρήσει όλες τις διατάξεις της ισχύουσας ρυθμίσεως ( 21 ).
52.
Ως προς την πρώτη προϋπόθεση, ήτοι την ύπαρξη σφάλματος των αρμοδίων αρχών, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι μόνο τα σφάλματα που μπορούν να καταλογιστούν σε ενεργό συμπεριφορά των διοικητικών αρχών γεννούν δικαίωμα να μην εισπραχθούν εκ των υστέρων τελωνειακοί δασμοί ( 22 ), εξυπακουομένου ότι δεν αρκεί η επίκληση μιας ανακριβούς δηλώσεως του φορολογουμένου για να αποκλειστεί κάθε δυνατότητα σφάλματος ικανού να καταλογιστεί στις εν λόγω αρχές ( 23 ).
53.
Όσον αφορά τη δυνατότητα διαγνώσεως του σφάλματος των αρμοδίων αρχών, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η φύση του σφάλματος πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη ιδίως της περιπλοκότητας της σχετικής ρυθμίσεως και της εκτάσεως του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο οι αρχές συνέχιζαν το σφάλμα τους ( 24 ), ενώ, όσον αφορά το κριτήριο σχετικά με την επιμέλεια που έπρεπε να επιδείξει ο επαγγελματίας, διευκρίνισε ότι η προϋπόθεση αυτή συνεπάγεται ότι ο επαγγελματίας οφείλει να παράσχει στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές όλες τις αναγκαίες, σε σχέση με την τελωνειακή μεταχείριση που ζητείται για το συγκεκριμένο εμπόρευμα, πληροφορίες που προβλέπονται από τους κανόνες δικαίου της Ένωσης και τις εθνικές διατάξεις, οι οποίες, αν παρίσταται ανάγκη, τους συμπληρώνουν ή τους μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο ( 25 ).
54.
Απόκειται εν γένει στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει αν πληρούται το σύνολο των προϋποθέσεων αυτών, χωρίς οι ως άνω διευκρινίσεις να έχουν κατ’ ανάγκη εξαντλητικό χαρακτήρα.
55.
Θα περιοριστώ συναφώς στην επισήμανση ορισμένων στοιχείων τα οποία στηρίζουν την άποψή μου ότι οι προϋποθέσεις που διέπουν τη μη είσπραξη των δασμών πληρούνται.
56.
Συγκεκριμένα, από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι, προ της διαφοράς της κύριας δίκης, οι τελωνειακές αρχές, προκειμένου να επαληθεύσουν τις τελωνειακές διασαφήσεις της Stoilov, εξέτασαν φυσικώς πανομοιότυπα εμπορεύματα με εκείνα που αποτελούν αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όμοιας προελεύσεως και ταξινομημένα στο κεφάλαιο 63 της ΣΟ.
57.
Επομένως, κατά την άποψή μου, προβαίνοντας σε φυσικό έλεγχο των εμπορευμάτων, οι φορολογικές αρχές υιοθέτησαν ενεργό συμπεριφορά, υπό την έννοια της προπαρατεθείσας νομολογίας, συμπεριφορά η οποία, εξάλλου, διαφαίνεται ότι επιβεβαιώθηκε από επόμενους ελέγχους των εγγράφων.
58.
Καίτοι το αιτούν δικαστήριο δεν μας ενημερώνει σχετικά με την χρονική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας οι εθνικές τελωνειακές αρχές δέχονταν τη δασμολογική κατάταξη που δήλωνε η Stoilov, γεγονός το οποίο απόκειται στο ίδιο να διαπιστώσει, προκύπτει πάντως ότι η πρακτική αυτή αφορούσε πλήθος διασαφήσεων ανά διαστήματα.
59.
Εξάλλου, αμφιβάλλω αν το σφάλμα των αρμόδιων αρχών θα μπορούσε ευλόγως να διαγνωσθεί από επιμελή οικονομικό φορέα, δεδομένου ότι ακόμη και οι ίδιες οι αρχές έπρεπε να προσφύγουν, στο πλαίσιο εμπεριστατωμένου ελέγχου, σε τεχνική πραγματογνωμοσύνη με τη χρήση μικροσκοπίου και κατόπιν φασματοσκοπίας υπερύθρου, βάσει της οποίας τελικώς απέρριψαν τη δηλωθείσα από τη Stoilov κατάταξη για την εισαγωγή των επίμαχων εμπορευμάτων.
Γ – Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
60.
Με το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν «[π]ρέπει το άρθρο 243, παράγραφος 1, του [τελωνειακού κώδικα] να ερμηνευθεί, ενόψει της τηρήσεως της αρχής [του δεδικασμένου], ότι προσφυγή μπορεί να ασκηθεί μόνον κατά της πράξεως του άρθρου 232, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του [εν λόγω κώδικα], εφόσον η πράξη αυτή εκδόθηκε λόγω μη εμπρόθεσμης πληρωμής, με αυτήν βεβαιώθηκε ταυτοχρόνως το ποσό του εισαγωγικού δασμού και η πράξη αυτή αποτελεί, βάσει του εθνικού δικαίου του κράτους μέλους εκτελεστό τίτλο για την είσπραξη των δασμών».
61.
Όπως πολύ σωστά παρατήρησε η Επιτροπή, εκτός της ιδιαιτέρως ασαφούς διατυπώσεως του ερωτήματος αυτού, δεν είναι περαιτέρω αντιληπτό το επί της ουσίας ζητούμενο από το αιτούν δικαστήριο.
62.
Πέραν αυτής της γενικής επιφυλάξεως επί της οποίας θα ήταν ενδεχομένως δυνατό να θεμελιωθεί το απαράδεκτο του εν λόγω ερωτήματος, θα μπορούσε, πάντως, το ερώτημα να γίνει αντιληπτό στο πλαίσιο των περιστάσεων της παρούσας διαδικασίας.
63.
Συγκεκριμένα, αναφερόμενο ρητώς στην αρχή του δεδικασμένου, το αιτούν δικαστήριο διαφαίνεται να επιδιώκει να προκαταλάβει ενδεχόμενη έκδοση αποφάσεως του Varhoven administrativen sad για την αναίρεση της αποφάσεώς του της 30ής Δεκεμβρίου 2010 σχετικά με την απόφαση γνωστοποιήσεως, ζητώντας, εν τέλει, να διευκρινιστεί αν, σύμφωνα με τον τελωνειακό κώδικα, μόνη η απόφαση εισπράξεως μπορεί να θεωρηθεί πράξη υποκείμενη σε προσφυγή, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό την απόφαση γνωστοποιήσεως μη υποκείμενη σε προσφυγή και, ως εκ τούτου, αποκλείοντας το ενδεχόμενο η απόφαση του Varhoven administrativen sad για την ακύρωση της αποφάσεως γνωστοποιήσεως να έχει ισχύ δεδικασμένου.
64.
Με το ερώτημα, δηλαδή, που θέτει το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν μόνη η απόφαση εισπράξεως, η οποία εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 232 του τελωνειακού κώδικα, συνιστά πράξη υποκείμενη σε προσφυγή, ενώ η απόφαση γνωστοποιήσεως συνιστά, υπ’ αυτήν την έννοια, μόνο προπαρασκευαστική πράξη μη υποκείμενη σε ένδικη προσφυγή.
65.
Συνεπώς, εφόσον αυτό είναι το ερώτημα, η απάντηση θα πρέπει προφανώς να είναι αρνητική.
66.
Συγκεκριμένα, δεν αντιτίθεται βεβαίως στον τελωνειακό κώδικα, ο οποίος ορίζει απλώς με το άρθρο 243, παράγραφος 1, ότι κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή κατά των αποφάσεων των τελωνειακών αρχών σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας οι οποίες το αφορούν άμεσα και ατομικά, το γεγονός ότι τα κράτη μέλη, εν προκειμένω η Δημοκρατία της Βουλγαρίας, όπως δέχθηκε και το αιτούν δικαστήριο και ο Nachalnik, δύνανται να χαρακτηρίσουν την κατά το άρθρο 221, παράγραφος 1, του εν λόγω κώδικα γνωστοποίηση (εν προκειμένω την απόφαση γνωστοποιήσεως) ως πράξη δυνάμενη να προσβληθεί σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο.
67.
Κατά τα λοιπά, κρίνοντας επί της ουσίας σχετικά με την απόφαση γνωστοποιήσεως με την απόφασή του της 30ής Δεκεμβρίου 2010, το ίδιο το Administrativen sad Sofia‑grad αναγνώρισε ότι η εν λόγω απόφαση έχει χαρακτήρα βλαπτικής πράξεως έναντι της Stoilov.
68.
Επομένως, δεν αντιτίθεται στις διατάξεις του τελωνειακού κώδικα το ενδεχόμενο τόσο η απόφαση γνωστοποιήσεως όσο και η απόφαση εισπράξεως να θεωρηθούν βλαπτικές πράξεις έναντι του εισαγωγέα και, κατά συνέπεια, αμφότερες, πράξεις δυνάμενες να προσβληθούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
Δ– Επί του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος
69.
Με το τέταρτο και τελευταίο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν «[π]ρέπει το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 47 του [Χάρτη] να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, στην περίπτωση που ένα αίτημα κινήσεως αποδεικτικής διαδικασίας μέσω ανεξάρτητης πραγματογνωμοσύνης –το οποίο υπέβαλε ο υπόχρεος μετά την ενημέρωσή του κατ’ άρθρον 221, παράγραφος 1, του [τελωνειακού κώδικα]– δεν έχει ρητώς κριθεί από την τελωνειακή αρχή ούτε έχει εξετασθεί στο σκεπτικό μεταγενέστερων αποφάσεών της, συντρέχει μη δυνάμενη να αρθεί προσβολή του δικαιώματος χρηστής διοικήσεως και του δικαιώματος άμυνας στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, προσβολή η οποία δεν μπορεί πλέον να θεραπευθεί στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας, διότι ο ενδιαφερόμενος, υπό τις περιστάσεις της κύριας δίκης, έχει τη δυνατότητα μόνο στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να αποδείξει τις ενστάσεις του κατά της δασμολογικής κατατάξεως του προϊόντος θέτοντας ερωτήματα σε ανεξάρτητο πραγματογνώμονα».
70.
Επιβάλλονται, προκαταρκτικώς, ορισμένες διευκρινίσεις επί του αντικειμένου του ερωτήματος αυτού.
71.
Πρώτον, φρονώ ότι δεν έχει τεθεί ορθώς καθόσον αναφέρει το άρθρο 47 του Χάρτη, ήτοι την εγγύηση περί παροχής αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, ενώ το αιτούν δικαστήριο κατ’ ουσία αναλύει ζητήματα σχετικά με τον σεβασμό του δικαιώματος ακροάσεως στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας.
72.
Εξάλλου, εφόσον πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων της υποθέσεως της κύριας δίκης, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Stoilov είχε τη δυνατότητα να ασκήσει ένδικη προσφυγή κατά της αποφάσεως εισπράξεως, η οποία ακριβώς εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Επιπλέον, υπενθυμίζω εν πάση περιπτώσει ότι η Stoilov είχε επίσης ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως γνωστοποιήσεως, στο πλαίσιο της οποίας αιτήθηκε η διεξαγωγή ανεξάρτητης πραγματογνωμοσύνης και βάσει της οποίας η αίτηση αναιρέσεως της Stoilov, ενώπιον του Varhoven administrativen sad, έγινε δεκτή.
73.
Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι το αιτούν δικαστήριο ερωτά σχετικά με τον σεβασμό του δικαιώματος ακροάσεως κατά το διοικητικό στάδιο μετά την έκδοση της αποφάσεως γνωστοποιήσεως, εκλαμβάνοντας το δικαίωμα αυτό ως περιλαμβάνον τη δυνατότητα να ζητηθεί η διεξαγωγή ανεξάρτητης πραγματογνωμοσύνης, αίτημα το οποίο, από χρονολογικής απόψεως, προηγήθηκε της εκδόσεως της αποφάσεως εισπράξεως.
74.
Δεν προκύπτει, όμως, ότι η παραδοχή αυτή ανταποκρίνεται στα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, καθώς η Stoilov υπέβαλε αίτημα για διεξαγωγή ανεξάρτητης πραγματογνωμοσύνης μετά την έκδοση της αποφάσεως εισπράξεως ( 26 ).
75.
Προκειμένου να διασφαλισθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του ερωτήματος και ανεξαρτήτως του «δικαιώματος» σε ανεξάρτητη πραγματογνωμοσύνη, το ερώτημα αυτό θα μπορούσε να αναδιατυπωθεί κατά τρόπο ώστε να ζητεί να διευκρινιστεί αν η τελωνειακή διοίκηση, προτού εκδώσει απόφαση εισπράξεως, όπως η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης, στηριζόμενη στο άρθρο 232 του τελωνειακού κώδικα, οφείλει να σεβαστεί το κατά το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη δικαίωμα ακροάσεως.
76.
Δεν υπάρχει αμφιβολία συναφώς ότι η εν λόγω περίπτωση, δεδομένου ότι η απόφαση εισπράξεως εκδόθηκε βάσει εθνικής ρυθμίσεως εμπίπτουσας σαφώς στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, ήτοι του τελωνειακού κώδικα, συνιστά «εφαρμογή» του δικαίου αυτού από κράτος μέλος, υπό την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, με αποτέλεσμα τα δικαιώματα που απονέμει ο Χάρτης να βρίσκουν εφαρμογή ( 27 ).
77.
Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη, στο πλαίσιο του δικαιώματος κάθε προσώπου σε χειρισμό της υποθέσεώς του σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοικήσεως, εγγυάται το δικαίωμα ακροάσεως σε κάθε διαδικασία δυνάμενη να καταλήξει στην έκδοση βλαπτικής πράξεως ( 28 ), έχει δεν το Δικαστήριο, κατά τα λοιπά, εφαρμόσει το δικαίωμα αυτό στο πλαίσιο διαδικασίας εισπράξεως τελωνειακής οφειλής ( 29 ).
78.
Υπενθυμίζεται ότι το δικαίωμα ακροάσεως διασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο τη δυνατότητα να γνωστοποιεί λυσιτελώς και αποτελεσματικώς την άποψή του, κατά τη διάρκεια διοικητικής διαδικασίας και πριν από την έκδοση οποιασδήποτε αποφάσεως δυνάμενης να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντά του ( 30 ).
79.
Στην υπόθεση M., η οποία αφορούσε την εξέταση αιτήσεως ασύλου και αιτήσεως επικουρικής προστασίας, το Δικαστήριο τόνισε επίσης ότι, όταν ένα κράτος μέλος έχει επιλέξει να θεσπίσει δύο αυτοτελείς και διαδοχικές διαδικασίες, πρέπει το δικαίωμα ακροάσεως του ενδιαφερομένου να διασφαλίζεται πλήρως στο πλαίσιο μιας εκάστης των ανωτέρω δύο διαδικασιών ( 31 ). Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι ο σεβασμός του δικαιώματος αυτού επιβαλλόταν κατά μείζονα λόγο καθώς ήταν διαφορετικές οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή στο καθεστώς του πρόσφυγα και στο καθεστώς επικουρικής προστασίας, ενώ η εθνική διοίκηση είχε αιτιολογήσει την απόφασή της να απορρίψει τις αντίστοιχες αιτήσεις κατά τρόπο ανάλογο ( 32 ).
80.
Μη παραγνωρίζοντας ορισμένες διαφορές μεταξύ της προπαρατεθείσας αποφάσεως M. και της υποθέσεως της κύριας δίκης, θέτω πάντως το ζήτημα αν η απαίτηση για σεβασμό του δικαιώματος ακροάσεως προς της εκδόσεως κάθε ατομικής διοικητικής πράξεως ισχύει, κατ’ αναλογίαν, σε πλαίσιο όπως αυτό της υποθέσεως της κύριας δίκης, ήτοι στο πλαίσιο της διαδοχικής εκδόσεως δύο αποφάσεων –της γνωστοποιήσεως και, στη συνέχεια, της εισπράξεως– σχεδόν ομοίου αντικειμένου.
81.
Ενώ επισήμανε τον αυτοτελή χαρακτήρα των δύο επίμαχων αποφάσεων, ο Nachalnik υποστήριξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο σεβασμός του δικαιώματος ακροάσεως κατά το στάδιο που κατέληξε στην έκδοση της αποφάσεως γνωστοποιήσεως εμπεριέχει τον σεβασμό του δικαιώματος ακροάσεως κατά το πλαίσιο της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της αποφάσεως εισπράξεως.
82.
Καίτοι το αιτούν δικαστήριο δεν παρέχει στοιχεία σχετικά με το ζήτημα αν η Stoilov είχε τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει, λυσιτελώς και αποτελεσματικώς, τις παρατηρήσεις της σχετικά με την πρόθεση της τελωνειακής διοικήσεως να εκδώσει την απόφαση γνωστοποιήσεως, εφόσον τούτο ίσχυε, εκτιμώ εντούτοις ότι η ύπαρξη και η άσκηση ενός τέτοιου δικαιώματος δεν αναιρεί το ενδεχόμενο ακροάσεως φορέα όπως η Stoilov κατά το διοικητικό στάδιο που καταλήγει στην έκδοση της αποφάσεως εισπράξεως.
83.
Ειδικότερα, το περιεχόμενο των παρατηρήσεων που δικαιούται να υποβάλει ένας οικονομικός φορέας πριν από την έκδοση της αποφάσεως γνωστοποιήσεως, υπό την έννοια του άρθρου 220 του τελωνειακού κώδικα, δεν συγχέεται με τις παρατηρήσεις που μπορεί να υποβάλει στη διοίκηση πριν αυτή διατάξει την είσπραξη της τελωνειακής οφειλής κατ’ εφαρμογή του άρθρου 232 του εν λόγω κώδικα.
84.
Στην πρώτη περίπτωση –και αφής στιγμής η γνωστοποίηση που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 220 του τελωνειακού κώδικα έχει τον χαρακτήρα βλαπτικής πράξεως, όπως προβλέπει το βουλγαρικό δίκαιο– η άσκηση του δικαιώματος ακροάσεως μπορεί να αφορά την αμφισβήτηση της δασμολογικής κατατάξεως του εμπορεύματος. Μπορεί, επίσης, να περιλάβει, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 224 έως 229 του τελωνειακού κώδικα, έκθεση των λόγων, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικής ή κοινωνικής φύσεως, για τους οποίους ζητείται από τη διοίκηση αναβολή της πληρωμής του αιτούμενου ποσού ή χορήγηση χρηματοδοτικών διευκολύνσεων. Στη δεύτερη περίπτωση, ο οικονομικός φορέας θα μπορεί, πριν από την έκδοση της αποφάσεως εισπράξεως που συνοδεύεται από αίτημα περί καταβολής τόκων υπερημερίας, να εξηγήσει τους λόγους, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικής ή κοινωνικής φύσεως, οι οποίοι αποκλείουν την απαίτηση των εν λόγω τόκων και να ζητήσει από τη διοίκηση, σύμφωνα με το άρθρο 232, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα, να παραιτηθεί από την απαίτηση αυτή.
85.
Δεδομένου ότι το περιεχόμενο των παρατηρήσεων που είναι δυνατό να προβληθούν στο πλαίσιο δύο διαδικασιών δεν επικαλύπτονται πλήρως, μόνον ο σεβασμός του δικαιώματος ακροάσεως σε κάθε ένα από τα στάδια που καταλήγουν στην έκδοση των δύο αντίστοιχων αποφάσεων μπορεί να επιτρέψει στον οικονομικό φορέα να γνωστοποιήσει λυσιτελώς και αποτελεσματικώς την άποψή του.
86.
Τέλος, προσθέτω ότι απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να αντλήσει, σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο, τις συνέπειες από την προσβολή του δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη, τηρουμένων των αρχών της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας. Επομένως, σύμφωνα με το δίκαιο αυτό και τις εν λόγω αρχές, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει, μεταξύ άλλων, αν η παραβίαση αυτή συνεπάγεται ipso facto την ακύρωση της αποφάσεως εισπράξεως ή αν μια τέτοια συνέπεια εξαρτάται από την απόδειξη από τον οικείο φορέα ότι, αν δεν είχε παραβιασθεί το δικαίωμα ακροάσεως, η διαδικασία θα μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα.
III – Πρόταση
87.
Κατόπιν των εκτιμήσεων που εκτέθηκαν στα σημεία 12 έως 22 των παρουσών προτάσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Administrativen sad Sofia-grad (Βουλγαρία), με απόφαση της 4ης Απριλίου 2012.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Η ΣΟ περιλαμβάνεται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 256, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1031/2008 της Επιτροπής, της 19ης Σεπτεμβρίου 2008 (ΕΕ L 291, σ. 1).
( 3 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1791/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006 (ΕΕ L 363, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας).
( 4 ) Κατά τη διάταξη αυτή, το ποσό των δασμών πρέπει να γνωστοποιείται στον οφειλέτη, με την κατάλληλη διαδικασία, μόλις βεβαιωθεί.
( 5 ) Κατά τη διάταξη αυτή, κάθε ποσό δασμών που αποτέλεσε αντικείμενο της γνωστοποιήσεως που αναφέρεται στο άρθρο 221 πρέπει, κατ’ αρχήν, να εξοφλείται από τον οφειλέτη μέσα σε προθεσμία έως δέκα ημερών από την εν λόγω γνωστοποίηση.
( 6 ) Το άρθρο αυτό προβλέπει μεταξύ άλλων ότι, όταν το ποσό των δασμών δεν καταβλήθηκε μέσα σε καθορισμένη προθεσμία, οι τελωνειακές αρχές κάνουν χρήση όλων των δυνατοτήτων που παρέχονται από τις ισχύουσες διατάξεις, συμπεριλαμβανομένης της αναγκαστικής εκτέλεσης, προκειμένου να διασφαλίζεται η πληρωμή του εν λόγω ποσού.
( 7 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 12ης Μαρτίου 1998, C-314/96, Djabali (Συλλογή 1998, σ. I-1149, σκέψη 19), και της 20ής Ιανουαρίου 2005, C-225/02, García Blanco (Συλλογή 2005, σ. I-523, σκέψη 28), καθώς και διατάξεις της 10ης Ιουνίου 2011, C-155/11 PPU, Mohammad Imran (Συλλογή 2011, σ. I-5095, σκέψη 21), και της 22ας Οκτωβρίου 2012, C-252/11, Šujetová (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 15).
( 8 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, προπαρατεθείσες αποφάσεις Djabali (σκέψη 18) και García Blanco (σκέψη 27), καθώς και απόφαση της 27ης Ιουνίου 2013, C-492/11, Di Donna (σκέψη 26), και προπαρατεθείσα διάταξη Šujetová (σκέψη 14).
( 9 ) Κατάσταση στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα διάταξη Mohammad Imran.
( 10 ) Όπως στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα διάταξη Šujetová.
( 11 ) Βλ. αποφάσεις της 16ης Σεπτεμβρίου 1982, 132/81, Vlaeminck (Συλλογή 1982, σ. 2953, σκέψη 13), και της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, C-11/07, Eckelkamp κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. I-6845, σκέψη 34).
( 12 ) Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι η απόφαση του Varhoven administrativen sad δεν έχει συναφώς ισχύ δεδικασμένου στο μέτρο που η απόφαση αυτή δεν έχει χαρακτήρα ερμηνευτικής αποφάσεως, αλλά απλώς εφαρμόζει την τελωνειακή νομοθεσία (και, κατά συνέπεια, τις διατάξεις του τελωνειακού κώδικα). Ως εκ τούτου, δεν τίθεται εν προκειμένω το ζήτημα της σχέσεως ανάμεσα στην τήρηση του δικαίου της Ένωσης και της αρχής του δεδικασμένου. Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C‑,224/01, Köbler (Συλλογή 2003, σ. I-10239)· της 16ης Μαρτίου 2006, C-234/04, Kapferer (Συλλογή 2006, σ. I-2585),· και της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C-2/08, Fallimento Olimpiclub (Συλλογή 2009, σ. I-7501).
( 13 ) Αυτή η κατηγορία «άλλων υφασμάτων» θεωρείται ότι δεν περιλαμβάνει τα υφάσματα από νήματα μεγάλης αντοχής από νάιλον ή άλλα πολυαμίδια ή από πολυεστέρες, τα υφάσματα από λουρίδες και παρόμοιες μορφές, υφάσματα που αναφέρονται στη σημείωση 9 του τμήματος IX, τα άλλα υφάσματα που περιέχουν τουλάχιστον 85 % κατά βάρος ίνες συνεχείς από νάιλον ή άλλα πολυαμίδια και τα άλλα υφάσματα που περιέχουν τουλάχιστον 85 % κατά βάρος ίνες συνεχείς από πολυεστέρα ελαστικοποιημένες.
( 14 ) Τίτλος 1 του πρώτου μέρους της ΣΟ, τμήμα A, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ.
( 15 ) Τίτλος 1 του πρώτου μέρους της ΣΟ, τμήμα A, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ.
( 16 ) Τίτλος 1 του πρώτου μέρους της ΣΟ, τμήμα A, παράγραφος 1.
( 17 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 26ης Δεκεμβρίου 2000, C-42/99, Eru Portuguesa (Συλλογή 2000, σ. I-7691, σκέψη 13).
( 18 ) Όπως συχνά υπενθυμίζει το Δικαστήριο (βλ, προσφάτως, απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2012, C-558/11, Kurcums Metal, σκέψη 28), όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως που αφορά θέματα δασμολογικής κατατάξεως, το έργο του συνίσταται στην αποσαφήνιση των κριτηρίων τα οποία θα πρέπει να εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο για να κατατάξει ορθώς τα επίδικα προϊόντα στη ΣΟ και όχι στην απευθείας πραγματοποίηση της κατατάξεως αυτής, καθόσον μάλιστα το ίδιο δεν έχει κατ’ ανάγκη υπόψη όλα τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία. Επομένως, είναι προφανές ότι το εθνικό δικαστήριο είναι εν πάση περιπτώσει σε καλύτερη θέση να προβεί στην κατάταξη αυτή.
( 19 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2008, C-375/07, Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods Trading (Συλλογή 2008, σ. I-8691, σκέψη 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και διάταξη της 1ης Οκτωβρίου 2009, C-552/08 P, Agrar-Invest-Tatschl κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. I-9265, σκέψη 52).
( 20 ) Βλ., μεταξύ άλλων, υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 1991, C-348/89, Mecanarte (Συλλογή 1991, σ. I-3277, σκέψεις 20 και 23)· της 1ης Απριλίου 1993, C-250/91, Hewlett Packard France (Συλλογή 1993, σ. I-1819, σκέψη 12), της 14ης Νοεμβρίου 2002, C-251/00, Ilumitrónica (Συλλογή 2002, σ. I-10433, σκέψη 37), και διάταξη Agrar-Invest-Tatschl κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψη 51).
( 21 ) Βλ. ειδικότερα, προπαρατεθείσες αποφάσεις Hewlett Packard France (σκέψη 13) και Ilumitrónica (σκέψη 38).
( 22 ) Βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Mecanarte (σκέψη 23) και Ilumitrónica (σκέψη 42).
( 23 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, προπαρατεθείσα απόφαση Ilumitrónica (σκέψη 45).
( 24 ) Όπ.π. (σκέψη 56 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 25 ) Όπ.π. (σκέψη 61 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 26 ) Βλ. σημεία 6 και 7 των παρουσών προτάσεων.
( 27 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2013, C-617/10, Åkerberg Fransson (σκέψη 21).
( 28 ) Βλ., απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2012, C-277/11, M. (σκέψεις 83 έως 85).
( 29 ) Βλ. αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2008, C-349/07, Sopropé (Συλλογή 2008, σ. I-10369, σκέψη 41), και της 17ης Ιουνίου 2010, C-423/08, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2010, σ. I-5449, σκέψη 45). Ο σεβασμός του δικαιώματος ακροάσεως πριν από τη γνωστοποίηση του άρθρου 220 του τελωνειακού κώδικα αποτελεί το αντικείμενο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση C‑129/13, Kamino International Logistics, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
( 30 ) Βλ, μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσες αποφάσεις Sopropré (σκέψη 37), M. (σκέψη 87).
( 31 ) Προπαρατεθείσα απόφαση M. (σκέψη 91).
( 32 ) Όπ.π. (σκέψη 92).
Full & Egal Universal Law Academy