ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
NILS WAHL
της 11ης Ιουλίου 2013 ( 1 )
Υπόθεση C‑225/12
C. Demir
κατά
Staatssecretaris van Justitie
[αίτηση του Raad van State (Κάτω Χώρες)για την έκδοση προδικαστικής απόφασης]
«Συμφωνία Σύνδεσης ΕΟΚ-Τουρκίας — Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων — Υποχρέωση standstill του άρθρου 13 της απόφασης 1/80 — Πεδίο εφαρμογής — Νομοθεσία κράτους μέλους που απαιτεί την κατοχή προσωρινής άδειας διαμονής για την πρώτη είσοδο στην εθνική επικράτεια»
1.
Η υπό κρίση υπόθεση αφορά την ερμηνεία του άρθρου 13 της απόφασης 1/80 του Συμβουλίου Σύνδεσης ( 2 ) που συστάθηκε με τη Συμφωνία Σύνδεσης ΕΟΚ-Τουρκίας ( 3 ). Η διάταξη αυτή συνιστά ρήτρα standstill που απαγορεύει στα συμβαλλόμενα μέρη να επιβάλουν νέους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων μετά την 1η Δεκεμβρίου 1980.
2.
Με την αίτηση προδικαστικής απόφασης που υπέβαλε, το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας) (Κάτω Χώρες) ζητεί να διευκρινιστεί το ακριβές πεδίο εφαρμογής της εν λόγω ρήτρας standstill. Ειδικότερα, τίθεται το ακόλουθο ερώτημα: υπό ποιες προϋποθέσεις μπορούν οι Τούρκοι υπήκοοι να επικαλούνται το άρθρο 13 της απόφασης 1/80;
I – Νομικό πλαίσιο
Α – Συμφωνία Σύνδεσης ΕΟΚ-Τουρκίας
3.
Κατά το άρθρο της 2, παράγραφος 1, η Συμφωνία Σύνδεσης έχει ως αντικείμενο την προαγωγή της συνεχούς και ισόρροπης ενισχύσεως των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών με τη σταδιακή πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και με την κατάργηση των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
4.
Στις 23 Νοεμβρίου 1970 υπεγράφη πρόσθετο πρωτόκολλο της Συμφωνίας Σύνδεσης (στο εξής: πρόσθετο πρωτόκολλο) ( 4 ), το άρθρο 41 του οποίου έχει ως εξής:
«1. Τα συμβαλλόμενα μέρη δεν επιβάλλουν μεταξύ τους νέους περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.»
5.
Στις 19 Σεπτεμβρίου 1980, το Συμβούλιο Σύνδεσης εξέδωσε την απόφαση 1/80.
6.
Το άρθρο 6 της απόφασης 1/80 ορίζει τα εξής:
«1. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 7 περί ελεύθερης προσβάσεως των μελών της οικογενείας του στην απασχόληση, ο Τούρκος εργαζόμενος που είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους:
—
εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί ένα έτος στο κράτος αυτό, δικαιούται ανανεώσεως της ισχύουσας αδείας εργασίας του στον ίδιο εργοδότη, αν εξακολουθεί να κατέχει θέση εργασίας […]».
7.
Το άρθρο 13 της εν λόγω απόφασης ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη της Κοινότητας και η Τουρκία δεν δύνανται να εισαγάγουν νέους περιορισμούς σχετικά με την πρόσβαση στην απασχόληση των εργαζομένων και των μελών της οικογένειάς τους των οποίων η διαμονή και η εργασία είναι νόμιμες στο αντίστοιχο έδαφός τους.»
8.
Το άρθρο 16 της απόφασης 1/80 όρισε ως ημερομηνία θέσεως σε ισχύ των διατάξεων της απόφασης αυτής την 1η Δεκεμβρίου 1980.
Β – Εθνικό δίκαιο
9.
Την 1η Δεκεμβρίου 1980, δηλαδή κατά τον κρίσιμο χρόνο όσον αφορά τη ρήτρα standstill του άρθρου 13 της απόφασης 1/80, η είσοδος και διαμονή των αλλοδαπών στις Κάτω Χώρες διέπονταν από τον Vreemdelingenwet 1965 ( 5 ) (νόμος του περί αλλοδαπών) (στο εξής: Vw 1965), καθώς και από το Vreemdelingenbesluit 1966 ( 6 ) (διάταγμα περί αλλοδαπών) (στο εξής: Vb 1966).
10.
Κατά το άρθρο 41, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του Vb 1966, ως είχε η διάταξη αυτή την 1η Δεκεμβρίου 1980, οι αλλοδαποί που επιθυμούσαν να παραμείνουν στις Κάτω Χώρες για διάστημα άνω του τριμήνου έπρεπε να είναι κάτοχοι έγκυρου διαβατηρίου συνοδευόμενου από προσωρινή άδεια διαμονής σε ισχύ. Εντούτοις, η έλλειψη προσωρινής άδειας διαμονής δεν συνιστούσε επαρκή λόγο για την άρνηση εισόδου σε περίπτωση που, κατόπιν εξετάσεως επί της ουσίας, προέκυπτε ότι πληρούνταν κατά τα λοιπά οι προϋποθέσεις εισόδου στη χώρα.
11.
Την 1η Απριλίου 2001, τέθηκε σε ισχύ ο Wet van 23 november 2000 tot algehele herziening van de Vreemdelingenwet ( 7 ) (νόμος της 23ης Νοεμβρίου 2000 για την ολική αναθεώρηση του νόμου περί αλλοδαπών) (στο εξής: Vw 2000). Την ίδια ημέρα τέθηκε σε ισχύ και το βάσει του νόμου αυτού εκδοθέν Vreemdelingenbesluit 2000 ( 8 ) (διάταγμα του 2000 περί αλλοδαπών) (στο εξής: Vb 2000).
12.
Σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο h, του Vw 2000, ως «προσωρινή άδεια διαμονής» νοείται η θεώρηση για παραμονή άνω των τριών μηνών που ζητεί προσωπικά αλλοδαπός από διπλωματική ή προξενική αρχή του Βασιλείου των Κάτω Χωρών στη χώρα καταγωγής ή στη χώρα μόνιμης διαμονής και εκδίδεται από την εν λόγω αρχή κατόπιν προηγούμενης άδειας του Υπουργού Εξωτερικών των Κάτω Χωρών.
13.
Κατά το άρθρο 8, στοιχείο a, του Vw 2000, ο αλλοδαπός έχει δικαίωμα νόμιμης διαμονής στις Κάτω Χώρες εφόσον διαθέτει άδεια διαμονής ορισμένου χρόνου.
14.
Δυνάμει του άρθρου 8, στοιχείο f, του Vw 2000, ο αλλοδαπός που έχει ζητήσει τη χορήγηση άδειας διαμονής ορισμένου χρόνου έχει δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες ενόσω αναμένεται η έκδοση της απόφασης επί της εν λόγω αίτησης, κατά τον χρόνο δε αυτόν ο αιτών δεν μπορεί να απελαθεί.
15.
Το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο a, του Vw 2000 ορίζει ότι η αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ορισμένου χρόνου μπορεί να απορριφθεί αν ο αλλοδαπός δεν διαθέτει προσωρινή άδεια διαμονής σε ισχύ η οποία να αντιστοιχεί προς τον σκοπό για τον οποίο ζητείται η άδεια διαμονής.
16.
Κατά το άρθρο 3.71, παράγραφος 1, του Vb 2000, η αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ορισμένου χρόνου απορρίπτεται οσάκις ο αλλοδαπός δεν διαθέτει προσωρινή άδεια διαμονής σε ισχύ.
17.
Τέλος, δυνάμει της Vreemdelingencirculaire 2000 (εγκύκλιος του 2000 περί αλλοδαπών), για να καθοριστεί αν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας διαμονής πρέπει πρώτα να διεκπεραιωθεί αίτηση προσωρινής άδειας διαμονής. Σύμφωνα με την εν λόγω εγκύκλιο, η απαίτηση να υποβληθεί αίτηση προσωρινής άδειας διαμονής πριν τη μετάβαση στις Κάτω Χώρες σκοπό έχει να καταστήσει ευχερέστερη στις εθνικές αρχές του εν λόγω κράτους την εξακρίβωση της συνδρομής όλων των προϋποθέσεων για την είσοδο του οικείου αλλοδαπού στη χώρα.
II – Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικά ερωτήματα
18.
Ο C. Demir, Τούρκος υπήκοος, εισήλθε στις Κάτω Χώρες την 1η Οκτωβρίου 1990 και απελάθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1991, κατόπιν σύλληψής του λόγω παράνομης διαμονής.
19.
Στις 19 Απριλίου 1993, ο C. Demir υπέβαλε αίτηση με την οποία ζήτησε να του χορηγηθεί άδεια να διαμείνει στις Κάτω Χώρες με την ολλανδικής υπηκοότητας σύζυγό του. Η εν λόγω άδεια διαμονής του χορηγήθηκε στις 7 Μαΐου 1993 και με διάρκεια ισχύος ως τις 19 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους. Βάσει της άδειας αυτής, επιτράπηκε στον αλλοδαπό να ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα για την οποία δεν απαιτείται άδεια εργασίας. Εν συνεχεία, η διάρκεια ισχύος της άδειας διαμονής ανανεώθηκε μέχρι τις 18 Ιουλίου 1995. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, ο C. Demir απασχολήθηκε σε διάφορους εργοδότες για περισσότερους από 10 μήνες.
20.
Στις 3 Αυγούστου 1995, κατόπιν ρήξης της έγγαμης σχέσης, ο C. Demir υπέβαλε αίτηση με την οποία ζήτησε να του χορηγηθεί άδεια μόνιμης διαμονής. Με απόφαση της 18ης Ιουλίου 1997, η αίτηση αυτή απορρίφθηκε. Η ενδικοφανής προσφυγή που άσκησε ο C. Demir κατά της τελευταίας αυτής απόφασης δεν ευδοκίμησε, με αποτέλεσμα ο ενδιαφερόμενος να ασκήσει προσφυγή κατά της οικείας απορριπτικής απόφασης, η οποία απορρίφθηκε με τη σειρά της ως απαράδεκτη με απόφαση της 12ης Μαρτίου 1998.
21.
Μεταξύ του 1998 και του 2007, ο C. Demir υπέβαλε διάφορες αιτήσεις άδειας διαμονής, οι οποίες απορρίφθηκαν στο σύνολό τους από τις αρμόδιες αρχές.
22.
Η υπό κρίση υπόθεση αφορά αίτηση την οποία υπέβαλε ο C. Demir στις 13 Φεβρουαρίου 2007 και με την οποία ζήτησε να του χορηγηθεί η συνήθης άδεια διαμονής ορισμένου χρόνου ώστε να μπορέσει να αναλάβει μισθωτή δραστηριότητα.
23.
Ο Staatssecretaris van justitie (Υπουργός Δικαιοσύνης) (στο εξής: Staatssecretaris) απέρριψε την αίτηση του C. Demir με απόφαση της 26ης Απριλίου 2007 για τον λόγο ότι ο αιτών δεν ήταν κάτοχος προσωρινής άδειας διαμονής σε ισχύ η οποία να αντιστοιχεί προς τον σκοπό για τον οποίο ζητήθηκε η άδεια διαμονής ορισμένου χρόνου. Κατά συνέπεια, με απόφαση που εξέδωσε στις 10 Σεπτεμβρίου 2007, ο Staatssecretaris κήρυξε αβάσιμη την ένσταση που υπέβαλε ο C. Demir κατά της απόφασης εκείνης.
24.
Ο C. Demir προσέβαλε την τελευταία απόφαση ενώπιον του Rechtbank’s-Gravenhage (Πρωτοδικείο Χάγης), το οποίο απέρριψε την προσφυγή του με απόφαση που εξέδωσε στις 16 Ιουνίου 2008. Κατά το Rechtbank’s-Gravenhage, από την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 21 Οκτωβρίου 2003 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑317/01 και C‑369/01, Abatay κ.λπ. ( 9 ), προκύπτει ότι το άρθρο 13 της απόφασης 1/80 δεν μπορούν να το επικαλούνται Τούρκοι υπήκοοι που δεν έχουν τηρήσει τους κανόνες του κράτους μέλους υποδοχής όσον αφορά την πρώτη είσοδο και τη διαμονή και οι οποίοι, κατά συνέπεια, δεν διαμένουν νομίμως εντός του εδάφους του εν λόγω κράτους. Το Rechtbank’s-Gravenhage έκρινε ότι ο C. Demir δεν μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρο 13 της απόφασης 1/80 διότι κατά τον χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης, δηλαδή στις 13 Φεβρουαρίου 2007, δεν διέμενε στις Κάτω Χώρες νομίμως.
25.
Στις 16 Ιουλίου 2008, ο C. Demir άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο υπέβαλε αίτηση προδικαστικής απόφασης με τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1
Έχει το άρθρο 13 της απόφασης 1/80 την έννοια ότι η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή σε ουσιαστική και/ή διαδικαστική προϋπόθεση για την πρώτη είσοδο αλλοδαπού στο έδαφος κράτους μέλους, ακόμα και στην περίπτωση που η προϋπόθεση αυτή, όπως είναι εν προκειμένω μια προσωρινή άδεια διαμονής, επιδιώκει, μεταξύ άλλων, να αποτρέψει την παράνομη είσοδο και την παράνομη διαμονή, πριν την υποβολή αίτησης για τη χορήγηση άδειας διαμονής, και κατά το μέρος που μπορεί να θεωρηθεί ως μέτρο, υπό την έννοια της σκέψης 85 της απόφασης Abatay κ.λπ., το οποίο επιτρέπεται να καταστεί αυστηρότερο?
2
α)
Ποια είναι η σημασία που πρέπει να αποδοθεί συναφώς στην προϋπόθεση της νόμιμης διαμονής του άρθρου 13 της απόφασης 1/80;
β)
Ασκεί συναφώς επιρροή το γεγονός ότι η ίδια η υποβολή της αίτησης έχει ως συνέπεια, κατά το εθνικό δίκαιο, η διαμονή να καθίσταται νόμιμη για όσο χρονικό διάστημα δεν έχει εκδοθεί απορριπτική απόφαση επί της αίτησης αυτής ή μήπως είναι αποφασιστικό το γεγονός ότι η διαμονή, πριν την υποβολή αίτησης, θεωρείται παράνομη κατά το εθνικό δίκαιο;»
26.
Γραπτές παρατηρήσεις κατατέθηκαν από τον C. Demir, την Ολλανδική, τη Γερμανική και την Ιταλική Κυβέρνηση καθώς και την Επιτροπή, όλοι εκ των οποίων –με την εξαίρεση της Ιταλικής Κυβέρνησης– ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 25ης Απριλίου 2013.
III – Ανάλυση
Α – Προκαταρκτικά ζητήματα
27.
Ο σκοπός που εξυπηρετούν οι ρήτρες standstill όπως το άρθρο 13 της απόφασης 1/80 και το άρθρο 41, παράγραφος 1, του πρόσθετου πρωτοκόλλου είναι να απαγορευθεί η επί το αυστηρότερο μεταβολή συγκεκριμένων συνθηκών, υφιστάμενων σε δεδομένο χρόνο ( 10 ). Οι ρήτρες αυτές λειτουργούν ως «οιονεί διαδικαστικοί κανόνες» που καθορίζουν τις ratione temporis σχετικές διατάξεις που πρέπει να τύχουν εφαρμογής στο πλαίσιο εκτιμήσεως της κατάστασης Τούρκου υπηκόου που επιθυμεί να ασκήσει τα δικαιώματά του που απορρέουν από τη Συμφωνία Σύνδεσης ( 11 ). Εν ολίγοις, η ρήτρα standstill καθορίζει, σε μια υπόθεση όπως η εκκρεμούσα ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ποιο δίκαιο έχει εφαρμογή.
28.
Εν προκειμένω, η ουσία του ζητήματος συνίσταται στην ανάγκη να εναρμονιστούν δύο νομολογιακές τάσεις που αφορούν το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13 της απόφασης 1/80 και του άρθρου 41 του πρόσθετου πρωτοκόλλου. Ειδικότερα, το ζήτημα έγκειται στο να διευκρινιστεί αν οι εν λόγω ρήτρες standstill πρέπει να ερμηνευθούν κατά τον ίδιο τρόπο, παρά ορισμένες διαφορές στη διατύπωσή τους.
29.
Για την καλύτερη κατανόηση των προβληματικών ζητημάτων που οδήγησαν στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης προδικαστικής απόφασης, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω συνοπτικά τις βασικές αρχές που έχει αναπτύξει η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις επίμαχες ρήτρες standstill.
30.
Αφενός, το Δικαστήριο δέχεται παγίως ότι όλες οι εν λόγω ρήτρες standstill σκοπό έχουν να αποτρέψουν τις εθνικές αρχές από το να επιβάλουν νέους περιορισμούς στην άσκηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό ευνοϊκές συνθήκες για τη βαθμιαία πραγμάτωση των ελευθεριών αυτών. Επομένως, ο σκοπός που βρίσκεται στον πυρήνα αμφότερων των διατάξεων είναι ο ίδιος –δηλαδή η εξασφάλιση της βαθμιαίας πραγμάτωσης των ελευθεριών αυτών ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη ( 12 ).
31.
Εκτός αυτού, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι δύο αυτές διατάξεις απαγορεύουν, κατά τον ίδιο τρόπο, την επιβολή νέων περιορισμών στην άσκηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως, της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Η απαγόρευση αυτή καλύπτει περιορισμούς σχετικούς με τις ουσιαστικές και/ή διαδικαστικές προϋποθέσεις που ισχύουν για την πρώτη είσοδο στο έδαφος κράτους μέλους υποδοχής και τις οποίες οφείλουν να τηρούν οι Τούρκοι υπήκοοι που επιθυμούν να κάνουν χρήση των κατοχυρούμενων στη Συμφωνία Σύνδεσης οικονομικών ελευθεριών ( 13 ).
32.
Αφετέρου, όπως παρατηρεί το αιτούν δικαστήριο, με την προγενέστερη απόφαση Abatay κ.λπ. το Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι η έκταση του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 13 της απόφασης 1/80 δεν περιορίζεται μόνο στους Τούρκους υπηκόους που έχουν ενσωματωθεί στην αγορά εργασίας κράτους μέλους –αντιθέτως προς ό,τι ισχύει για το άρθρο 6 της απόφασης 1/80–, η εν λόγω ρήτρα standstill μπορεί να προβληθεί από Τούρκο υπήκοο «μόνον εφόσον αυτός τήρησε τους κανόνες του κράτους μέλους υποδοχής όσον αφορά την είσοδο, τη διαμονή και, κατά περίπτωση, την εργασία οπότε, κατά συνέπεια, διαμένει νομίμως στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους». Ως εκ τούτου, οι αρμόδιες αρχές εξακολουθούν να «έχουν τη δυνατότητα, ακόμα και μετά τη θέση σε ισχύ της απόφασης 1/80, να επιβάλουν αυστηρότερα μέτρα μεταχείρισης Τούρκων υπηκόων που τελούν υπό παράνομο καθεστώς» ( 14 ).
33.
Εντούτοις, τούτο φαίνεται να αντιφάσκει προς τη μεταγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 41, παράγραφος 1, του πρόσθετου πρωτοκόλλου. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει ρητώς διευκρινίσει ότι το ζήτημα αν ο ενδιαφερόμενος Τούρκος υπήκοος διαμένει νομίμως στο κράτος μέλος υποδοχής κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεώς του είναι άνευ σημασίας για την εφαρμογή της ρήτρας standstill ( 15 ).
34.
Εκ πρώτης όψεως, οι δύο ανωτέρω διαπιστώσεις συμβιβάζονται μάλλον δύσκολα. Πώς πρέπει να ερμηνευθεί το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13 της απόφασης 1/80; Ειδικότερα, ποια βαρύτητα πρέπει να δοθεί στην έκφραση «νομίμως διαμένων» του άρθρου 13 στο πλαίσιο καθορισμού των προσώπων που μπορούν να επικαλεστούν τη διάταξη αυτή;
35.
Με την ανάλυση που ακολουθεί, θα εξετάσω καταρχάς το ζήτημα αν το άρθρο 13 της απόφασης 1/80 εφαρμόζεται σε κανόνες που διέπουν τη χορήγηση αδειών διαμονής όπως οι επίμαχοι εν προκειμένω. Εν συνεχεία, θα εκτιμήσω τη σημασία του κριτηρίου της νόμιμης διαμονής για τον σκοπό εφαρμογής της διατάξεως αυτής. Στο πλαίσιο αυτό, θα θίξω επίσης το ζήτημα αν, όπως διερωτάται το αιτούν δικαστήριο, η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Abatay κ.λπ. ( 16 ) ασκεί επιρροή για την ερμηνεία του άρθρου 13 σε σχέση με την υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο.
Β – Ύπαρξη νέου περιορισμού
36.
Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν μια προϋπόθεση, όπως είναι η απαίτηση κατοχής προσωρινής άδειας διαμονής την οποία προβλέπει ο Vw 2000, συνιστά νέο περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, ισοδύναμο με «ουσιαστική και/ή διαδικαστική προϋπόθεση για την πρώτη είσοδο Τούρκων υπηκόων στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους υποδοχής», κατά την έννοια της ανωτέρω υπομνησθείσας νομολογίας του Δικαστηρίου ( 17 ).
37.
Κατά τη γνώμη μου συνιστά τέτοιο περιορισμό.
38.
Καταρχάς, θα ήθελα να τονίσω ότι το άρθρο 13 της απόφασης 1/80 ουδόλως θίγει την εξουσία των κρατών μελών να αρνούνται σε Τούρκους υπηκόους το δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός τους και να ασκήσουν εκεί μισθωτή εργασία ( 18 ). Θέτει, ωστόσο, όρια στον τρόπο άσκησης της εξουσίας αυτής. Πιο συγκεκριμένα, η υποχρέωση standstill δεν επέβαλε στα κράτη μέλη την κατάργηση των περιορισμών της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων οι οποίοι ήδη υπήρχαν κατά τον χρόνο θέσεως σε εφαρμογή της εν λόγω ρήτρας. Αντιθέτως, ισοδυναμεί με υποχρέωση διατήρησης του status quo και, ως εκ τούτου, αποχής από τη θέσπιση νέων μέτρων ικανών να παρακωλύσουν τη βαθμιαία επίτευξη των σκοπών της Συμφωνίας Σύνδεσης ( 19 ).
39.
Μετά την έκδοση της απόφασης στην υπόθεση Abatay κ.λπ., το Δικαστήριο δέχτηκε επίσης ότι η υποχρέωση standstill του άρθρου 13 της απόφασης 1/80 εκτείνεται –όπως και η υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 41, παράγραφος 1– και στη θέσπιση κάθε νέου μέτρου που έχει ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα την υπαγωγή της άσκησης της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων σε αυστηρότερες προϋποθέσεις από εκείνες που είχαν εφαρμογή κατά τον χρόνο θέσεως σε ισχύ της απόφασης 1/80 ως προς το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ( 20 ).
40.
Το άρθρο 13 της απόφασης 1/80 εφαρμόζεται, καταρχήν, όχι μόνο σε μέτρα άμεσα συνδεόμενα με την πρόσβαση στην απασχόληση αλλά και σε κανόνες που διέπουν την πρώτη είσοδο στο έδαφος ενός κράτους μέλους υποδοχής των Τούρκων υπηκόων που επιθυμούν να κάνουν χρήση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει το άρθρο 13 υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται στους κανόνες που διέπουν τη χορήγηση και την ανανέωση αδειών διαμονής ( 21 ). Συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη του στενού συνδέσμου μεταξύ, αφενός, της ανάγκης απόκτησης άδειας διαμονής και, αφετέρου, της δυνατότητας έναρξης επαγγελματικής δραστηριότητας στο κράτος μέλος υποδοχής, η κατ’ αυτόν τον τρόπο επέκταση του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 13 της απόφασης 1/80 ώστε να καλύπτει και μέτρα που διέπουν την πρώτη είσοδο ενδείκνυται κατά τη γνώμη μου για την εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας της εν λόγω ρήτρας standstill.
41.
Όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, από τα πληροφοριακά στοιχεία που περιλαμβάνει η αίτηση προδικαστικής απόφασης είναι σαφές ότι οι προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων κατέστησαν αυστηρότερες λόγω της θέσεως σε ισχύ του Vw 2000.
42.
Ασφαλώς, η προϋπόθεση κατοχής προσωρινής άδειας διαμονής υπήρχε ήδη την 1η Δεκεμβρίου 1980 (κατά τα οριζόμενα στον Vb 1966). Αυτή είναι η ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ η υποχρέωση standstill αλλά και ο κρίσιμος χρόνος για την εκτίμηση της επιρροής που ασκεί η ρήτρα αυτή στην υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
43.
Εντούτοις, κατά τη νομολογία του αιτούντος δικαστηρίου, η έλλειψη τέτοιας άδειας δεν συνιστούσε επαρκή λόγο για την άρνηση εισόδου δυνάμει του Vw 1965 εφόσον ο αιτών πληρούσε τις λοιπές προϋποθέσεις για την πρώτη είσοδο. Εν ολίγοις, η έλλειψη προσωρινής άδειας διαμονής δεν περιλαμβανόταν μεταξύ των λόγων απόρριψης της σχετικής αίτησης, υπό τον όρο ότι η επί της ουσίας εξέτασή της καθιστούσε προφανές ότι συνέτρεχαν κατά τα λοιπά οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας διαμονής.
44.
Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η έλλειψη προσωρινής άδειας διαμονής δεν συνιστούσε χωριστό και επαρκή λόγο άρνησης εισόδου μέχρι τη θέση σε ισχύ του Vw 2000 την 1η Απριλίου 2001 ( 22 ).
45.
Από την αίτηση προδικαστικής απόφασης προκύπτει ότι, από το 2001, οι υπήκοοι τρίτων χωρών, περιλαμβανομένων των Τούρκων, υποχρεούνται να υποβάλουν αίτηση προσωρινής άδειας από έδαφος κείμενο εκτός της ολλανδικής επικράτειας. Επομένως, η κατοχή προσωρινής άδειας διαμονής (χορηγούμενης εκτός της ολλανδικής επικράτειας) φαίνεται πλέον να αποτελεί αναγκαίο προαπαιτούμενο για τη χορήγηση της συνήθους άδειας διαμονής ορισμένου χρόνου.
46.
Με άλλα λόγια, πριν τη θέση σε ισχύ του Vw 2000, οι αλλοδαποί μπορούσαν να ζητήσουν τη χορήγηση τακτικής άδειας διαμονής ορισμένου χρόνου στις Κάτω Χώρες χωρίς να διατρέχουν τον κίνδυνο να απορριφθεί αυτοδικαίως η αίτησή τους λόγω μη κατοχής προσωρινής άδειας διαμονής. Δεδομένου ότι τούτο έχει παύσει να ισχύει και ότι οι προγενέστερες της υποβολής της αίτησης παράνομη είσοδος και παράνομη διαμονή αποτελούν πλέον επαρκείς λόγους απόρριψης της εν λόγω αίτησης, είναι σαφές ότι μια εθνική νομοθεσία όπως η επίμαχη εν προκειμένω συνιστά νέο περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων κατά την έννοια του άρθρου 13 της απόφασης 1/80. Ο λόγος είναι ότι, κατ’ αντιδιαστολή προς την κατάσταση που επικρατούσε πριν την 1η Απριλίου 2001, η εν λόγω νομοθεσία εξαρτά την πρώτη είσοδο στη χώρα από την κατοχή προσωρινής άδειας διαμονής εκδοθείσας εκτός της εδαφικής επικράτειας των Κάτω Χωρών ( 23 ).
47.
Κατά συνέπεια, η απάντηση που προτείνω να δοθεί στο ερώτημα 1 είναι ότι το άρθρο 13 της απόφασης 1/80 έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται σε ουσιαστικές και/ή διαδικαστικές προϋποθέσεις που ισχύουν για την πρώτη είσοδο, όπως είναι η προϋπόθεση η οποία εξετάζεται στη δίκη που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και η οποία αφορά την κατοχή προσωρινής άδειας διαμονής.
Γ – Το κριτήριο της νόμιμης διαμονής
1. Ποιος μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 13 της απόφασης 1/80;
48.
Με το δεύτερο ερώτημα, που υποδιαιρείται σε δύο σκέλη, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί ποια σημασία πρέπει να αποδοθεί συναφώς στον όρο «νόμιμη διαμονή» που χρησιμοποιεί το άρθρο 13 της απόφασης 1/80. Με άλλα λόγια: Το άρθρο 13 έχει εφαρμογή μόνο σε Τούρκους υπηκόους που διαμένουν νομίμως στο κράτος μέλος υποδοχής ( 24 );
49.
Κατά τη γνώμη μου, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Με την ανάλυση που ακολουθεί, θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους φρονώ ότι η «νόμιμη διαμονή» δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως αποφασιστικό κριτήριο για τον καθορισμό των προσώπων που δύνανται να επικαλεστούν το άρθρο 13.
50.
Επί του σημείου αυτού, πρέπει να τονίσω ότι η εφαρμογή του άρθρου 13 της απόφασης 1/80 δεν εξαρτάται από τον όρο ο ενδιαφερόμενος Τούρκος υπήκοος να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ίδιας απόφασης. Κατά συνέπεια, το πεδίο εφαρμογής της ρήτρας standstill δεν περιορίζεται σε Τούρκους υπηκόους που ασκούν μισθωτή δραστηριότητα ( 25 ). Ενώ το άρθρο 6 διέπει τις συνθήκες της πραγματικής απασχόλησης, οι οποίες συμβάλλουν στη βαθμιαία ενσωμάτωση του οικείου προσώπου στο κράτος μέλος υποδοχής, το άρθρο 13 καλύπτει τα εθνικά μέτρα που αφορούν την πρόσβαση στην απασχόληση ( 26 ). Συγκεκριμένα, η τελευταία αυτή διάταξη μπορεί να προβληθεί και από Τούρκους υπηκόους στους οποίους δεν αναγνωρίζονται ακόμα τα δικαιώματα του άρθρου 6 , παράγραφος 1, της απόφασης 1/80 ( 27 ). Συναφώς, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13 είναι σημαντικά ευρύτερο από το αντίστοιχο του άρθρου 6 καλύπτοντας, καταρχήν, ευρύ φάσμα Τούρκων υπηκόων.
51.
Λαμβανομένου υπόψη του διαφορετικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται η λειτουργία του άρθρου 13 της απόφασης 1/80, σε σχέση με το άρθρο 6 της ίδιας απόφασης, το γεγονός ότι ένας Τούρκος υπήκοος όπως ο C. Demir δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις για την αναγνώριση στο πρόσωπό του των δικαιωμάτων του άρθρου 6 ( 28 ) δεν σημαίνει αυτοδικαίως ότι δεν μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 13.
52.
Παραμένει όμως προς απάντηση το ερώτημα: ποιος μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 13 της απόφασης 1/80;
53.
Επί του ζητήματος αυτού, η Ολλανδική, η Γερμανική και η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι το άρθρο 13 της απόφασης 1/80 δεν μπορεί να προσβληθεί από Τούρκους υπηκόους –όπως ο C. Demir – οι οποίοι τελούν υπό παράνομο καθεστώς. Κατά συνέπεια, την εν λόγω ρήτρα standstill μπορούν να επικαλεστούν μόνον Τούρκοι υπήκοοι που έχουν τηρήσει τους εθνικούς κανόνες σχετικά με την είσοδο και τη διαμονή στη χώρα.
54.
Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, το άρθρο 13 της απόφασης 1/80 πρέπει να διακριθεί από το άρθρο 41, παράγραφος 1, του πρόσθετου πρωτοκόλλου, το οποίο τέθηκε σε ισχύ αρκετά πριν την απόφαση 1/80. Ενώ το άρθρο 41, παράγραφος 1, απαγορεύει εν γένει νέους περιορισμούς στον τομέα της εγκατάστασης και των υπηρεσιών, το άρθρο 13 αναφέρεται ειδικά στους νομίμως διαμένοντες εργαζομένους και στα μέλη των οικογενειών τους. Κατά τη γνώμη της Γερμανικής Κυβέρνησης, το γράμμα των διατάξεων αυτών είναι διαφορετικό για τον ακόλουθο λόγο: η εν λόγω απόκλιση αντικατοπτρίζει τη βούληση των συμβαλλομένων μερών να περιορίσουν σαφώς το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13 της απόφασης 1/80 όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, σε σχέση με το αντίστοιχο της ρήτρας standstill του άρθρου 41, παράγραφος 1, το οποίο έχει εφαρμογή στην εγκατάσταση και στις υπηρεσίες.
55.
Είναι αληθές ότι, κατά τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση Abatay κ.λπ., το άρθρο 13 μπορούν να το επικαλεστούν οι Τούρκοι υπήκοοι μόνον κατά το μέτρο που έχουν τηρήσει τους κανόνες του κράτους μέλους υποδοχής σχετικά με την πρώτη είσοδο, τη διαμονή και, κατά περίπτωση, την εργασία, εφόσον δηλαδή το ενδιαφερόμενο πρόσωπο βρίσκεται νομίμως στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους ( 29 ).
56.
Επιπλέον, δέχομαι ότι, ενώ το άρθρο 41, παράγραφος 1, του πρόσθετου πρωτοκόλλου δεν απαιτεί από τους ενδιαφερόμενους Τούρκους υπηκόους να βρίσκονται νομίμως –ή και απλώς να βρίσκονται ( 30 )– στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής προκειμένου να μπορέσουν να επικαλεστούν τη ρήτρα standstill της διατάξεως αυτής, το άρθρο 13 περιέχει ρητώς τέτοιο όρο ( 31 ). Λαμβανομένου υπόψη του κριτηρίου αυτού καθώς και του γεγονότος ότι η έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας στο κράτος μέλος υποδοχής προϋποθέτει αναγκαστικά φυσική παρουσία εκεί, δεν προκαλεί έκπληξη το ότι το Δικαστήριο παραπέμπει παγίως στο κριτήριο της νόμιμης διαμονής στο πλαίσιο αυτό και κρίνει ότι οι Τούρκοι υπήκοοι μπορούν να επικαλούνται τη διάταξη αυτή μόνο στο μέτρο που βρίσκονται νομίμως στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής. Το Δικαστήριο επανάλαβε πρόσφατα τη νομολογία αυτή με την απόφαση Sahin ( 32 ).
57.
Παρά ταύτα, θεωρώ ότι πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στις ειδικές περιστάσεις της τελευταίας αυτής υποθέσεως. Συγκεκριμένα, ο αιτών της υπόθεσης εκείνης διέμενε ήδη στο κράτος μέλος υποδοχής κατά τον χρόνο θέσεως σε ισχύ της επίμαχης νομοθεσίας. Ο αιτών είχε εισέλθει νομίμως στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής και είχε τηρήσει τους σχετικούς εθνικούς κανόνες περί χορηγήσεως αδειών διαμονής πριν τεθεί σε ισχύ η επίμαχη εθνική νομοθεσία –η οποία μετέβαλε επί το αυστηρότερο τις απαιτούμενες για τη χορήγηση των εν λόγω αδειών προϋποθέσεις ( 33 ). Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο δεν χρειαζόταν να εξετάσει ρητώς το ζήτημα της νόμιμης διαμονής ως προς Τούρκους υπηκόους που επιθυμούν να εισέλθουν στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής μετά τη θέση σε ισχύ τέτοιας νομοθεσίας.
58.
Συγκεκριμένα, ο περιορισμός του προσωπικού πεδίου εφαρμογής του άρθρου 13 της απόφασης 1/80 σε Τούρκους υπηκόους που διαμένουν νομίμως στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής κατά τον χρόνο θέσεως σε ισχύ της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας –ή, εν πάση περιπτώσει, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για τη χορήγηση άδειας διαμονής, όπως προτείνουν η Γερμανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση εν προκειμένω– θα στερούσε κατά τη γνώμη μου την εν λόγω ρήτρα standstill από την πρακτική της αποτελεσματικότητα.
59.
Για να γίνει κατανοητή η προσέγγιση αυτή, ας υποτεθεί ότι το κράτος Χ θεσπίζει νέα νομοθεσία που τίθεται σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 1981 και η οποία, συγκρινόμενη με τη νομοθεσία που ίσχυε την 1η Δεκεμβρίου 1980, καθιστά αυστηρότερους τους κανόνες που διέπουν τους όρους χορήγησης και ανανέωσης αδειών διαμονής. Σύμφωνα με την ερμηνεία που προτείνουν οι κυβερνήσεις που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, μόνον οι Τούρκοι υπήκοοι που διέμεναν νομίμως στο κράτος μέλος Χ την 1η Φεβρουαρίου 1981 θα μπορούσαν να επικαλεστούν το άρθρο 13 της απόφασης 1/80. Κατά συνέπεια, όσοι εισέρχονταν στο εν λόγω έδαφος μετά την 1η Φεβρουαρίου 1981 θα υποχρεούνταν πρώτα να συμμορφωθούν προς τις νέες προϋποθέσεις για να μπορέσουν να επικαλεστούν τη διάταξη αυτή.
60.
Ας υποτεθεί περαιτέρω ότι το κράτος μέλος Χ θεσπίζει πρόσθετα μέτρα, τιθέμενα σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1982. Οι νέοι αυτοί κανόνες καθιστούν ακόμη αυστηρότερους τους όρους χορήγησης και ανανέωσης αδειών διαμονής που ίσχυαν την 1η Δεκεμβρίου 1980. Και στην περίπτωση αυτή, μόνον οι Τούρκοι υπήκοοι που διαμένουν νομίμως στο κράτος μέλος Χ την 1η Ιουλίου 1982 μπορούν να επικαλεστούν το άρθρο 13. Όσοι εισέρχονται στο εν λόγω έδαφος μετά την 1η Ιουλίου 1982 υποχρεούνται πρώτα να συμμορφωθούν προς τους αυστηρότερους κανόνες για να μπορέσουν να επικαλεστούν το εν λόγω άρθρο 13.
61.
Από το ανωτέρω παράδειγμα προκύπτει με σαφήνεια ότι η στενή ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 13 της απόφασης 1/80 παρέχει στην πράξη στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να καθιστούν σταδιακά αυστηρότερους ακριβώς τους κανόνες εκείνους που απαγορεύεται να καταστούν δυσμενέστεροι, παρακάμπτοντας κατά τον τρόπο αυτόν την υποχρέωση standstill. Συγκεκριμένα, η υποχρέωση αυτή ισοδυναμεί με δέσμευση αποχής από ενέργεια την οποία αναλαμβάνει το οικείο κράτος έναντι των Τούρκων υπηκόων που μπορούν να επικαλεστούν το άρθρο 13 ( 34 ). Δεδομένου ότι ο σκοπός της ρήτρας standstill είναι να εξασφαλίσει τη βαθμιαία επέκταση του πεδίου εφαρμογής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στους Τούρκους υπηκόους, η ανωτέρω περιγραφόμενη κατάσταση αποτελεί ακριβώς το είδος της κατάστασης στην απαγόρευση της οποίας αποβλέπει η εν λόγω ρήτρα.
62.
Για τον λόγο αυτό φρονώ ότι, προς εξασφάλιση της πρακτικής του αποτελεσματικότητας, το άρθρο 13 της απόφασης 1/80 πρέπει να εφαρμόζεται εξίσου σε Τούρκους υπηκόους που επιθυμούν να εισέλθουν στο κράτος μέλος υποδοχής για πρώτη φορά μετά τη θέση σε ισχύ της επίμαχης νομοθεσίας. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία αντιβαίνει προς τον ίδιο τον λόγο ύπαρξης της ρήτρας standstill, ο οποίος συνίσταται στο να εξασφαλιστεί ότι τα κράτη μέλη τηρούν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από τη Συμφωνία Σύνδεσης.
2. Στο εξεταζόμενο πλαίσιο, το κριτήριο της νόμιμης διαμονής δεν είναι κρίσιμο
63.
Η απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Abatay κ.λπ. καταλαμβάνει κεντρική θέση στην αίτηση προδικαστικής απόφασης ( 35 ). Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η απόφαση αυτή είναι κρίσιμη για την ερμηνεία του άρθρου 13 της απόφασης 1/80 στην παρούσα υπόθεση.
64.
Κατά τη γνώμη μου δεν είναι κρίσιμη.
65.
Με τα προεκτεθέντα επιχείρησα να διευκρινίσω τον λόγο για τον οποίο φρονώ ότι η ρήτρα standstill πρέπει να εφαρμόζεται εξίσου σε Τούρκους υπηκόους που εισέρχονται στο κράτος μέλος υποδοχής για πρώτη φορά μετά τη θέση σε ισχύ της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας. Ομολογουμένως, η άποψη αυτή δεν καθιστά αυτοδικαίως το κριτήριο της νόμιμης διαμονής αλυσιτελές ενώ θα μπορούσε, καταρχήν, να κριθεί ότι συνάδει με την απόφαση Abatay κ.λπ., δεδομένου ότι η επίμαχη νομοθεσία στην υπόθεση εκείνη αφορούσε απαλλαγές από την υποχρέωση κατοχής άδειας εργασίας και όχι κανόνες περί πρώτης εισόδου. Εντούτοις, τούτο νοείται μόνο στην περίπτωση που οι προϋποθέσεις πρώτης εισόδου και, ειδικότερα, η χορήγηση αδειών διαμονής δεν εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13.
66.
Όντως, όπως επισήμανα με το σημείο 31 ανωτέρω, από την έκδοση της απόφασης Abatay κ.λπ. και εντεύθεν, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ρητώς το διευρυμένο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13 της απόφασης 1/80. Γίνεται πλέον δεκτό ότι στη διάταξη αυτή δεν εμπίπτουν μόνον οι stricto sensu «όροι πρόσβασης στην απασχόληση» αλλά και –όπως ακριβώς ισχύει για το άρθρο 41, παράγραφος 1, του πρόσθετου πρωτοκόλλου– νέοι περιορισμοί σχετικοί με ουσιαστικές και/ή διαδικαστικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για την πρώτη είσοδο στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι ενστάσεις που προέβαλε η Γερμανική Κυβέρνηση όσον αφορά τον εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών σκόπιμο περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 13 της απόφασης 1/80 δύσκολα συμβιβάζονται με τη νομολογία.
67.
Συναφώς, η υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο καταδεικνύει εμφανώς τον λόγο για τον οποίο δεν μπορεί να αποδίδεται σημασία στο κριτήριο της «νόμιμης διαμονής» στο πλαίσιο καθορισμού των προσώπων που μπορούν να επικαλεστούν το άρθρο 13 της απόφασης 1/80 υπό περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης.
68.
Στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο, η επίμαχη ρήτρα standstill επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές την υποχρέωση να μην εφαρμόσουν τον Vw 2000 –και ειδικότερα, την προϋπόθεση κατοχής προσωρινής άδειας διαμονής– ως προς τους Τούρκους υπηκόους που δικαιούνται να επικαλεστούν το άρθρο 13 της απόφασης 1/80. Με άλλα λόγια, μολονότι έχει θεσπισθεί νέα νομοθεσία, η εξέταση επί της ουσίας των αιτήσεών τους για τη χορήγηση άδειας διαμονής πρέπει να πραγματοποιηθεί βάσει των κανόνων που ίσχυαν πριν την 1η Απριλίου 2001.
69.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, η έλλειψη προσωρινής άδειας διαμονής είχε ως αποτέλεσμα η είσοδος και η διαμονή ενός Τούρκου υπηκόου στις Κάτω Χώρες να θεωρούνται παράνομες τόσο την 1η Δεκεμβρίου 1980 ή μετά την ημερομηνία αυτή όσο και την 1η Απριλίου 2001 ή μετά την ημερομηνία αυτή. Μολονότι η παράνομη είσοδος στις Κάτω Χώρες δεν συνιστούσε επαρκή λόγο για την απόρριψη αίτησης άδειας διαμονής εφόσον ο αιτών πληρούσε κατά τα λοιπά τους όρους για τη χορήγηση τέτοιας άδειας, τούτο ωστόσο δεν μετέβαλε το παράνομο καθεστώς ενός Τούρκου υπηκόου υπό το πρίσμα των κανόνων σχετικά με την πρώτη είσοδο στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής.
70.
Προς διευκρίνιση των ανωτέρω, ας υποτεθεί ότι ένας Τούρκος υπήκοος, ο Υ, εισέρχεται στο έδαφος των Κάτω Χωρών με σκοπό την έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας το 2013. Εξήγησα ήδη τον λόγο για τον οποίο θεωρώ ότι το άρθρο 13 της απόφασης 1/80 πρέπει να εφαρμόζεται σε Τούρκους υπηκόους που εισέρχονται στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής μετά τη θέση σε ισχύ της εθνικής νομοθεσίας που εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής. Ως εκ τούτου, ο Υ θα πρέπει να μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 13 σε σχέση με τους επίμαχους στην κύρια δίκη κανόνες. Με απλά λόγια, η αίτησή του για τη χορήγηση άδειας διαμονής πρέπει να εξεταστεί βάσει των κανόνων που ίσχυαν την 1η Δεκεμβρίου 1980 –ή, σε περίπτωση που οι κανόνες αυτοί κατέστησαν ευνοϊκότεροι μεταγενέστερα, βάσει των εν λόγω ευνοϊκότερων κανόνων που τέθηκαν σε ισχύ μετά την ημερομηνία αυτή ( 36 )– τούτο δε παρά την έλλειψη προσωρινής άδειας διαμονής. Ωστόσο, αν στο πλαίσιο αυτό αποδιδόταν σημασία στο κριτήριο της νόμιμης διαμονής και αν ο Υ δεν ήταν κάτοχος προσωρινής άδειας διαμονής όταν εισήλθε στις Κάτω Χώρες, δεν θα μπορούσε να αντιτάξει τη ρήτρα standstill του άρθρου 13 κατά του Vw 2000. Τούτο δε διότι, ακριβώς όπως ο C. Demir, θα τελούσε υπό παράνομο καθεστώς τόσο βάσει των παλαιών κανόνων όσο και βάσει των νέων.
71.
Είναι σαφές ότι η υπό τις συνθήκες αυτές απόδοση σημασίας στο κριτήριο της «νόμιμης διαμονής» θα καθιστούσε την υποχρέωση standstill του άρθρου 13 κενή περιεχομένου. Στο μέτρο που μια εθνική νομοθεσία, όπως ο Vw 2000, διέπει την πρώτη είσοδο και τη χορήγηση άδειας διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής, επηρεάζοντας κατά συνέπεια τη δυνατότητα κτήσης δικαιώματος διαμονής στο κράτος αυτό, δεν αντιλαμβάνομαι πώς η «νόμιμη διαμονή» μπορεί να αποτελέσει λυσιτελές κριτήριο για τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 13 της απόφασης 1/80 ( 37 ).
72.
Τέλος, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ συνοπτικά στη σκέψη 85 της απόφασης Abatay κ.λπ. του Δικαστηρίου, η οποία επιτρέπει ρητώς τη θέσπιση αυστηρότερων μέτρων έναντι Τούρκων υπηκόων τελούντων υπό παράνομο καθεστώς.
73.
Επισημαίνω ότι το άρθρο 13 της απόφασης 1/80 δεν παρέχει θετικά δικαιώματα σε Τούρκους υπηκόους (όπως το δικαίωμα εισόδου ή διαμονής), αλλά, αντιθέτως, καθορίζει τη νομοθεσία που έχει εφαρμογή ratione temporis και βάσει της οποίας πρέπει να εξεταστεί η κατάσταση του ενδιαφερόμενου προσώπου. Συγκεκριμένα, όπως εκτέθηκε στο σημείο 38 ανωτέρω, το άρθρο 13 δεν θίγει την εξουσία των κρατών μελών να αρνούνται σε υπηκόους τρίτων χωρών, περιλαμβανομένων των Τούρκων υπηκόων, την είσοδο στο έδαφός τους. Εντούτοις, σύμφωνα με την υποχρέωση standstill του άρθρου 13, η άρνηση αυτή έναντι των Τούρκων υπηκόων πρέπει να στηρίζεται στους ευνοϊκότερους μεταξύ όλων των κανόνων που ίσχυσαν από την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ η διάταξη αυτή και εντεύθεν.
74.
Επομένως, σε περίπτωση που ένας Τούρκος υπήκοος επιλέξει να παραμείνει στο έδαφος του οικείου κράτους μετά την έκδοση απορριπτικής απόφασης βάσει των κανόνων αυτών και σε συμφωνία με τη νομοθεσία της Ένωσης που έχει εφαρμογή στον σχετικό τομέα, το πρόσωπο αυτό τελεί αναμφισβήτητα υπό παράνομο καθεστώς στο κράτος μέλος υποδοχής. Υπό τέτοιες περιστάσεις, τα κράτη μέλη παραμένουν αρμόδια να καθορίζουν τις έννομες συνέπειες μιας τέτοιας παράνομης διαμονής στο έδαφός τους, υπό τον όρο ότι –και το τονίζω– οι δυσμενείς για τα εν λόγω πρόσωπα κανόνες δεν καταλαμβάνονται από το άρθρο 13.
75.
Κατόπιν των ανωτέρω, φρονώ ότι η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα 2, υπό α, είναι ότι, υπό περιστάσεις όπως εκείνες της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το κριτήριο της νόμιμης διαμονής του άρθρου 13 της απόφασης 1/80 δεν ασκεί επιρροή για τον καθορισμό του ζητήματος αν οι Τούρκοι υπήκοοι μπορούν να επικαλεστούν τη διάταξη αυτή ή όχι.
76.
Τέλος, σε περίπτωση που το Δικαστήριο δώσει στα ερωτήματα 1 και 2, υπό α, τις απαντήσεις που προτείνω ανωτέρω, παρέλκει η απάντηση στο ερώτημα 2, υπό β. Εντούτοις, χάριν πληρότητας, αν το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να υπεισέλθει στην εξέταση και του ερωτήματος αυτού, έχω να προσθέσω τις ακόλουθες εκτιμήσεις.
77.
Έχω ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν πρέπει να αποδοθεί σημασία στο κριτήριο της «νόμιμης διαμονής» κατά τον καθορισμό του ζητήματος αν οι Τούρκοι υπήκοοι μπορούν να επικαλούνται τη ρήτρα standstill του άρθρου 13. Το γεγονός ότι, κατά το εθνικό δίκαιο, η υποβολή αίτησης καθιστά τη διαμονή νόμιμη για όσο διάστημα διαρκεί η σχετική διαδικασία δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου να ανατρέψει το συμπέρασμα αυτό. Μολονότι η απόδοση ορισμένης σημασίας στον κανόνα αυτό θα αναζωογονούσε ασφαλώς το κριτήριο της νόμιμης διαμονής, θα οδηγούσε ωστόσο σε ένα τεχνητό κατασκεύασμα.
78.
Από τη συλλογιστική που έχει αναπτύξει το Δικαστήριο σε σχέση με το άρθρο 6 της απόφασης 1/80 προκύπτει ότι δεν μπορεί να θεωρείται ότι πληροί την προϋπόθεση της νόμιμης διαμονής ένας Τούρκος υπήκοος στον οποίο αναγνωρίστηκε μεν δικαίωμα διαμονής, πλην όμως μόνο βάσει εθνικής ρύθμισης που επιτρέπει την παραμονή στη χώρα υποδοχής για όσο διάστημα διαρκεί η διαδικασία χορήγησης της άδειας διαμονής ( 38 ). Όπως επισημαίνει η Ολλανδική Κυβέρνηση, η παροχή στους αιτούντες προσωρινού δικαιώματος διαμονής σκοπό έχει απλώς να εξασφαλίσει ότι η κατάσταση του ενδιαφερομένου προσώπου δεν θα επιδεινωθεί υπερβολικά κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας και, ειδικότερα, ότι οι αλλοδαποί δεν θα απελαθούν πριν την έκδοση οριστικής απόφασης. Πέραν του ανασταλτικού αποτελέσματος που συνεπάγεται η υποβολή της σχετικής αίτησης, η εφαρμογή τέτοιων εθνικών διατάξεων δεν έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μη αμφισβητούμενου και σταθερού δικαιώματος διαμονής κατά την έννοια της προπαρατεθείσας νομολογίας.
IV – Πρόταση
79.
Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα του Raad van State (Κάτω Χώρες):
(1)
Το άρθρο 13 της απόφασης 1/80 του Συμβουλίου Σύνδεσης, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, για την εξέλιξη του καθεστώτος σύνδεσης, εφαρμόζεται σε ουσιαστικές και/ή διαδικαστικές προϋποθέσεις που προβλέπει το εθνικό δίκαιο για την πρώτη είσοδο, όπως είναι η προϋπόθεση η οποία εξετάζεται στη δίκη που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και η οποία αφορά την κατοχή προσωρινής άδειας διαμονής.
(2)
Υπό περιστάσεις όπως εκείνες της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το κριτήριο της νόμιμης διαμονής του άρθρου 13 της απόφασης 1/80 δεν ασκεί επιρροή για τον καθορισμό του ζητήματος αν οι Τούρκοι υπήκοοι μπορούν να επικαλεστούν τη διάταξη αυτή ή όχι.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Απόφαση του Συμβουλίου Σύνδεσης της 19ης Σεπτεμβρίου 1980 για την εξέλιξη του καθεστώτος σύνδεσης (στο εξής: απόφαση 1/80).
( 3 ) Στις 12 Σεπτεμβρίου 1963, υπογράφηκε Συμφωνία Σύνδεσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας. Η Συμφωνία αυτή συνάφθηκε, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 48) (στο εξής: Συμφωνία Σύνδεσης).
( 4 ) Το πρόσθετο πρωτόκολλο υπογράφηκε στις 23 Νοεμβρίου 1970 στις Βρυξέλλες και συνάφθηκε, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2760/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/002, σ. 149).
( 5 ) Staatsblad 1965, αριθ. 40.
( 6 ) Staatsblad 1966, αριθ. 387.
( 7 ) Staatsblad 2000, αριθ. 495.
( 8 ) Staatsblad 2000, αριθ. 497.
( 9 ) Συλλογή 2003, σ. I‑12301.
( 10 ) Απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2010, C-300/09 και C-301/09, Toprak και Oguz (Συλλογή 2010, σ. Ι-12845, σκέψεις 53 και 54).
( 11 ) Απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, C-16/05, Tum και Dari (Συλλογή 2007, σ. I-7415, σκέψη 55).
( 12 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Toprak και Oguz (σκέψεις 52 έως 54 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 13 ) Σε σχέση με το άρθρο 13, βλ. απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2009, C-242/06, Sahin (Συλλογή 2009, σ. I-8465, σκέψεις 63 έως 65), και της 29ης Απριλίου 2010, C-92/07, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2010, σ. I-3683, σκέψεις 47 έως 49). Όσον αφορά το άρθρο 41, παράγραφος 1, βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Tum και Dari (σκέψη 69), καθώς και απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2009, C-228/06, Soysal και Savatli (Συλλογή 2009, σ. I-1031, σκέψεις 47 και 49).
( 14 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Abatay κ.λπ. (σκέψεις 84 και 85).
( 15 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Tum και Dari (σκέψη 59), καθώς και απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011, C-186/10, Oguz (Συλλογή 2011, σ. Ι-6957, σκέψη 33).
( 16 ) Βλ. σημείο 32 ανωτέρω.
( 17 ) Βλ., ειδικότερα, προπαρατεθείσες αποφάσεις Sahin (σκέψεις 64 έως 66 και Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (σκέψεις 48 και 49).
( 18 ) Βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Abatay κ.λπ. (σκέψη 80) και απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2011, C-187/10, Unal (Συλλογή 2011, σ. Ι-9045, σκέψη 41).
( 19 ) Προσθέτω ακόμα ότι το άρθρο 13 απαγορεύει και τη θέσπιση αυστηρότερων διατάξεων μετά την ημερομηνία θέσεως σε ισχύ της ρήτρας standstill, οι οποίες προβλέπουν ευνοϊκότερη ρύθμιση από την ισχύουσα κατά την ημερομηνία αυτή. Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Toprak και Oguz (σκέψη 62).
( 20 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Sahin (σκέψη 63). Βλ. επίσης απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2011, C-256/11 Dereci κ.λπ. (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 54).
( 21 ) Βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Sahin (σκέψεις 64 και 65), Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (σκέψη 50) και Toprak και Oguz (σκέψη 44).
( 22 ) Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 13 της αποφάσεως 1/80 έχει εφαρμογή όχι μόνο σε διατάξεις νόμων και κανονιστικών αποφάσεων, αλλά και σε διατάξεις περιλαμβανόμενες σε εγκύκλιο που εξειδικεύει τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση προτίθεται να εφαρμόσει τον νόμο. Βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Toprak και Oguz (σκέψη 31). Επί του σημείου αυτού, δεν βλέπω για ποιον λόγο η διάταξη αυτή δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε νομοθεσία όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, δεδομένου ότι, δυνάμει των κανόνων που είχαν εφαρμογή την 1η Δεκεμβρίου 1980, οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν απαιτούσαν ειδικά την κατοχή προσωρινής άδειας διαμονής.
( 23 ) Το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να ανατραπεί, όπως προφανώς υπαινίσσεται το αιτούν δικαστήριο, από τον σκοπό του Vw 2000 που συνίσταται στην αποτροπή του φαινομένου της παράνομης διαμονής.
( 24 ) Σημειωτέον ότι το άρθρο 13 έχει άμεσο αποτέλεσμα. Βλ. απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-192/89, Sevince (Συλλογή 1990, σ. I-3461, σκέψη 26).
( 25 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Sahin (σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 26 ) Όπ.π. (σκέψη 51).
( 27 ) Όπ.π. (σκέψη 51). Βλ. επίσης προπαρατεθείσα απόφαση Toprak και Oguz (σκέψη 45).
( 28 ) Βλ. σημείο 19 ανωτέρω.
( 29 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Abatay κ.λπ. (σκέψη 84).
( 30 ) Βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Abatay κ.λπ (σκέψη 105) και Tumi και Dari (σκέψη 59).
( 31 ) Επισημαίνω συναφώς ότι, ως διεθνής σύμβαση, η Συμφωνία Σύνδεσης ΕΟΚ‑Τουρκίας και οι στηριζόμενες σε αυτή νομικές πράξεις, όπως είναι το πρόσθετο πρωτόκολλο και η απόφαση 1/80, πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με το άρθρο 31 της Συμβάσεως της Βιέννης περί του δικαίου των συνθηκών –δηλαδή, με καλή πίστη–, σύμφωνα με τη συνήθη έννοια των όρων τους, λαμβανομένων υπόψη των συμφραζομένων και υπό το πρίσμα του αντικειμένου και του σκοπού τους. Βλ. απόφαση της 2ας Μαρτίου 1999, C-416/96, Eddline El-Yassini (Συλλογή 1999, σ. I-1209, σκέψη 47). Βλ. επίσης σημείο 53 των προτάσεων που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας P. Cruz Villalón στις 11 Απριλίου 2013 στην υπόθεση C‑221/11, Demirkan (που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου).
( 32 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Sahin (σκέψη 52). Βλ. επίσης, συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Toprak και Oguz.
( 33 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Sahin (σκέψεις 54 και 55). Βλ. επίσης, ομοίως, προπαρατεθείσες αποφάσεις Toprak και Oguz (σκέψεις 15 και 21) και Dereci κ.λπ. (σκέψεις 99 και 100). Αντιθέτως, η υπόθεση Abatay κ.λπ. αφορούσε Τούρκους οδηγούς φορτηγών οι οποίοι ζούσαν και εργάζονταν στην Τουρκία, ενώ διέμεναν στη Γερμανία μόνο για σύντομα χρονικά διαστήματα.
( 34 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Dereci (σκέψη 87).
( 35 ) Βλ. σημείο 32 ανωτέρω.
( 36 ) Ο λόγος είναι ότι η ρήτρα standstill απαγορεύει επίσης στα κράτη μέλη την κατάργηση ευνοϊκότερων κανόνων, ακόμη και αν θεσπίστηκαν μετά την ημερομηνία θέσεως σε ισχύ της ρήτρας standstill. Τούτο ισχύει ακόμα και στις περιπτώσεις που η επί το αυστηρότερο μεταβολή δεν καθιστά τους σχετικούς κανόνες δυσμενέστερους από εκείνους που περιλάμβανε η διάταξη η οποία ίσχυε κατά την ημερομηνία θέσεως σε ισχύ της ρήτρας standstill. Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Toprak και Oguz (σκέψη 62).
( 37 ) Αν και η δικογραφία δεν περιέχει ενδείξεις απάτης ή καταχρηστικής συμπεριφοράς στην υπό κρίση υπόθεση, εντούτοις είναι αναγκαίο να επισημανθεί ότι, καταρχήν, οι πολίτες δεν μπορούν να επικαλούνται δολίως ή καταχρηστικώς τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης και ότι τα εθνικά δικαστήρια μπορούν, κατά περίπτωση, να λαμβάνουν υπόψη την καταχρηστική ή δόλια συμπεριφορά των ενδιαφερομένων ώστε, ενδεχομένως, να μην εφαρμόζουν υπέρ αυτών τις διατάξεις του εν λόγω δικαίου. Βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Tum και Dari (σκέψη 64).
( 38 ) Βλ. απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1997, C-98/96, Ertanir (Συλλογή 1997, σ. I-5179, σκέψεις 47 έως 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
Full & Egal Universal Law Academy