ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
NILS WAHL
της 19ης Ιουνίου 2013 ( 1 )
Υπόθεση C‑321/12
F. van der Helder
D. Farrington
κατά
College voor zorgverzekeringen (CVZ)
[αίτηση του Centrale Raad van Beroep (Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινωνική ασφάλιση — Ασφάλιση ασθενείας — Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 — Τίτλος III, κεφάλαιο 1 — Άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ — Συνταξιούχος ο οποίος δικαιούται παροχών σε είδος δυνάμει της νομοθεσίας δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών — Νομοθεσία στην οποία είχε υπαχθεί ο συνταξιούχος επί περισσότερο χρόνο — Έννοια των “συντάξεων”»
1.
Η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων εντός του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνιστά, όπως τονίζεται στο προοίμιο του κανονισμού 1408/71 ( 2 ) του Συμβουλίου, μία από τις θεμελιώδεις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για τον λόγο αυτό ο νομοθέτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέσπισε ένα λεπτομερές και ευρύ σύνολο κανόνων για τον συντονισμό των εθνικών νομοθεσιών περί κοινωνικής ασφαλίσεως, ήδη από το 1971, προκειμένου να εξασφαλίζονται «στους εργαζομένους, οι οποίοι διακινούνται στο εσωτερικό της [Ευρωπαϊκής Ένωσης], καθώς και στους εξ αυτών δικαιούχους τα κεκτημένα και κτώμενα δικαιώματα και πλεονεκτήματα» ( 3 ).
2.
Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως εγείρεται ένα ζήτημα με ιδιαίτερη σημασία για τους συνταξιούχους οι οποίοι κατοικούν σε κράτος μέλος όπου δεν δικαιούνται παροχών και λαμβάνουν συντάξεις από δύο ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη.
3.
Με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το Centrale Raad van Beroep (Κάτω Χώρες) ζητεί να διευκρινιστεί, στο πλαίσιο υποθέσεως που αφορά το ως άνω ζήτημα, ο κλάδος της κοινωνικής ασφαλίσεως ο οποίος είναι κρίσιμος για τον καθορισμό του κράτους μέλους που βαρύνεται με τη δαπάνη των παροχών σε είδος που πρέπει να χορηγούνται στο κράτος κατοικίας των συνταξιούχων και, κατά συνέπεια, του υπεύθυνου για την παρακράτηση των οφειλόμενων εισφορών κράτους. Προς τον σκοπό αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει την έννοια «νομοθεσία [στην οποία] είχε υπαχθεί ο δικαιούχος επί περισσότερο χρόνο», κατά το άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (στο εξής: επίμαχη έννοια).
4.
Πριν αναπτύξω τη νομική εκτίμησή μου, είναι ενδεχομένως χρήσιμο να αναφερθεί ότι ο κανονισμός καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από 1ης Μαΐου 2010 από τον κανονισμό (ΕΚ) 883/2004 ( 4 ). Το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει, πάντως, τη σημασία του εγερθέντος από το Centrale Raad van Beroep ζητήματος, καθώς οι συναφείς με την παρούσα διαδικασία διατάξεις διατηρήθηκαν ουσιαστικώς όμοιες στον νέο κανονισμό.
I – Νομικό πλαίσιο
Α – Το δίκαιο της ΕΕ
5.
Η όγδοη αιτιολογική σκέψη στο προοίμιο του κανονισμού ορίζει τα εξής:
«[…] πρέπει οι μισθωτοί και μη μισθωτοί εργαζόμενοι οι οποίοι διακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας να υπάγονται στο καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης ενός μόνον κράτους μέλους, έτσι ώστε να αποφεύγονται οι σωρεύσεις εφαρμοστέων εθνικών νομοθεσιών και οι επιπλοκές που μπορεί να προκύψουν από αυτές».
6.
Οι ορισμοί που εφαρμόζονται για τους σκοπούς του κανονισμού περιλαμβάνονται στο άρθρο 1 αυτού, το οποίο προβλέπει μεταξύ άλλων ότι:
«ι)
ο όρος “νομοθεσία” προσδιορίζει, για κάθε κράτος μέλος, τους υφιστάμενους ή μελλοντικούς νόμους, τις κανονιστικές πράξεις, κανονισμούς και κάθε άλλο μέτρο εφαρμογής, που αφορούν τους κλάδους και τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, ή τις ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά που προβλέπονται στην παράγραφο 2α του άρθρου 4.
[…]»
7.
Το άρθρο 28 του κανονισμού, με επικεφαλίδα «Συντάξεις που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών, αν δεν υπάρχει δικαίωμα παροχών στη χώρα κατοικίας», προβλέπει ότι:
«1. Ο δικαιούχος συντάξεως οφειλομένης κατά τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους ή συντάξεων οφειλομένων κατά τη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, ο οποίος δεν δικαιούται παροχών κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, λαμβάνει παρά ταύτα τις παροχές αυτές για τον ίδιο και για τα μέλη της οικογένειάς του, κατά το μέτρο που […] θα εδικαιούτο των παροχών αυτών κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους ή τουλάχιστον ενός από τα κράτη μέλη που είναι αρμόδια στο θέμα της συντάξεως, αν κατοικούσε στο έδαφος του εν λόγω κράτους. Οι παροχές αυτές χορηγούνται υπό τους εξής όρους:
α)
οι παροχές εις είδος χορηγούνται για λογαριασμό του αναφερόμενου στην παράγραφο 2 φορέα από τον φορέα του τόπου κατοικίας, σαν να εδικαιούτο συντάξεως ο ενδιαφερόμενος δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικεί και να εδικαιούτο παροχών εις είδος·
[…]
2. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ο φορέας που φέρει το βάρος των παροχών εις είδος καθορίζεται βάσει των εξής κανόνων:
[…]
β)
αν ο δικαιούχος συντάξεως δικαιούται των παροχών αυτών δυνάμει της νομοθεσίας δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, βαρύνεται ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου είχε υπαχθεί ο δικαιούχος επί περισσότερο χρόνο· αν η εφαρμογή του κανόνα αυτού έχει ως αποτέλεσμα την επιβάρυνση περισσοτέρων φορέων με τις παροχές αυτές, τότε από τους φορείς αυτούς βαρύνεται εκείνος, για τον οποίον ισχύει η νομοθεσία, στην οποία είχε υπαχθεί τελευταία ο δικαιούχος».
8.
Το άρθρο 33, παράγραφος 1, του κανονισμού, με επικεφαλίδα «Εισφορές εις βάρος των δικαιούχων συντάξεων», ορίζει ότι:
«1. Ο φορέας κράτους μέλους που οφείλει την καταβολή συντάξεως, αν η ισχύουσα γι’ αυτόν νομοθεσία προβλέπει κρατήσεις εισφορών εις βάρος του δικαιούχου συντάξεως για την κάλυψη των παροχών ασθένειας και μητρότητας, εξουσιοδοτείται να προβαίνει στις κρατήσεις αυτές υπολογιζόμενες σύμφωνα με την εν λόγω νομοθεσία επί του ποσού της οφειλομένης παρ’ αυτού συντάξεως, κατά το μέτρο που οι καταβαλλόμενες δυνάμει των άρθρων 27, 28, 28α, 29, 31 και 32 παροχές βαρύνουν φορέα του προαναφερθέντος κράτους μέλους.»
Β – Το εθνικό δίκαιο
9.
Προ της 1ης Ιανουαρίου 2006, ο Ziekenfondswet (νόμος περί ταμείων υγείας, στο εξής: ZFW) προέβλεπε σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας μόνον για τους μισθωτούς με εισόδημα κατώτερο ενός συγκεκριμένου ορίου. Τα μη καλυπτόμενα από το σύστημα αυτό πρόσωπα –προκειμένου να καλύπτονται έναντι κινδύνων ασθενείας– έπρεπε να συνάπτουν ιδιωτική σύμβαση ασφαλίσεως.
10.
Επιπροσθέτως, ακόμη και προ του 2006, ο Algemene Wet Bijzondere Ziektekosten (γενικός νόμος περί ιατρικών δαπανών, στο εξής: AWBZ) –ο οποίος διατηρείται σε ισχύ σήμερα– διασφάλιζε την κάλυψη του συνόλου του πληθυσμού έναντι κινδύνων ειδικών ιατρικών δαπανών. Πρόκειται, ειδικότερα, για κινδύνους μη καλυπτόμενους από τον ZFW ή από ιδιωτική ασφάλιση.
11.
Από 1ης Ιανουαρίου 2006 ο Zorgverzekeringswet (νόμος περί υγειονομικής περιθάλψεως, στο εξής: ZVW) εγκαθιδρύει ένα εκ του νόμου υποχρεωτικό σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας για όλα τα πρόσωπα που κατοικούν ή εργάζονται στις Κάτω Χώρες.
12.
Το άρθρο 69 του ZVW ορίζει τα εξής:
«1. Πρόσωπα τα οποία κατοικούν στην αλλοδαπή και, κατ’ εφαρμογήν κανονισμού του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων […] δικαιούνται, σε περίπτωση ανάγκης, υγειονομικής περιθάλψεως ή αποζημιώσεως για το κόστος της περιθάλψεως αυτής, όπως προβλέπεται από τη διέπουσα την υγειονομική περίθαλψη νομοθεσία της χώρας κατοικίας τους, δηλώνονται στον φορέα College voor zorgverzekeringen [συμβούλιο ασφαλίσεως υγείας, στο εξής: CVZ], εκτός αν βάσει του παρόντος νόμου είναι υποχρεωτικώς ασφαλισμένα.
2. Τα πρόσωπα της παραγράφου 1 οφείλουν εισφορά, της οποίας το ύψος καθορίζεται με υπουργική απόφαση και η οποία, για μέρος της που καθορίζεται στην ίδια υπουργική απόφαση, θεωρείται για την εφαρμογή του Wet op de zorgtoeslag [νόμου περί υγειονομικών επιδομάτων] ως ασφάλιστρο υγειονομικής περιθάλψεως.
[…]
4. Το [CVZ] είναι αρμόδιο για τη διαχείριση των προβλεπομένων στην παράγραφο 1 και στους εκεί αναφερόμενους διεθνείς κανόνες, καθώς και για την έκδοση αποφάσεων σχετικά με την επιβολή και είσπραξη των εισφορών της παραγράφου 2.
[…]»
II – Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικό ερώτημα
13.
Ο F. van der Helder είναι Ολλανδός υπήκοος ο οποίος, έχοντας κατοικήσει και εργασθεί σε διάφορα κράτη μέλη, από το 1991 κατοικεί στη Γαλλία. Από τον Αύγουστο του 1997 λαμβάνει σύνταξη από τις Κάτω Χώρες δυνάμει του Algemene Ouderdomswet (γενικού νόμου περί συντάξεων γήρατος, στο εξής: AOW). Η σύνταξη αυτή υπολογίζεται βάσει 43 πλήρων ετών ασφαλίσεως (εν μέρει βάσει κατοικίας και εν μέρει βάσει προαιρετικής ασφαλίσεως). Επίσης, πλέον της συντάξεως αυτής, λαμβάνει και σύνταξη γήρατος από τη Φινλανδία και σύνταξη γήρατος από το Ηνωμένο Βασίλειο.
14.
Ο D. Farrington, Βρετανός υπήκοος, κατοικεί στην Ισπανία από τον Μάιο του 2004. Από τον Απρίλιο του 2006, λαμβάνει σύνταξη γήρατος από τις Κάτω Χώρες. Η σύνταξη αυτή υπολογίζεται βάσει 35 πλήρων ετών ασφαλίσεως στις Κάτω Χώρες. Πλέον της συντάξεως αυτής ο D. Farrington λαμβάνει σύνταξη γήρατος από το Ηνωμένο Βασίλειο.
15.
Οι F. van der Helder και D. Farrington (στο εξής, από κοινού: εφεσείοντες των κύριων δικών) δεν ήταν υποχρεωτικώς ασφαλισμένοι στις Κάτω Χώρες δυνάμει του ZFW. Είχαν, όμως, συνάψει εκεί συμβάσεις ιδιωτικής ασφαλίσεως ασθενείας και ήταν, επίσης, ασφαλισμένοι δυνάμει του AWBZ για το διάστημα που κατοικούσαν στις Κάτω Χώρες. Γι’ αυτόν τον λόγο οι εφεσείοντες των κύριων δικών δεν ενέπιπταν τότε στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Πράγματι, όσον αφορά τις ιατρικές δαπάνες, ο κανονισμός εφαρμοζόταν μόνο ως προς τα πρόσωπα για τα οποία ίσχυε στο σύνολό του το εκ του νόμου ρυθμιζόμενο ολλανδικό σύστημα υγειονομικής ασφαλίσεως σύμφωνα με τους AWBZ και ZFW ( 5 ).
16.
Από 1ης Ιανουαρίου 2006, όταν ο ZVW τέθηκε σε ισχύ, το εκ του νόμου ρυθμιζόμενο σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας άρχισε να εφαρμόζεται στο σύνολό του για όλα τα πρόσωπα που κατοικούν και εργάζονται στις Κάτω Χώρες, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που είχαν στον παρελθόν ιδιωτική ασφάλιση. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός εφαρμόσθηκε για, μεταξύ άλλων, τους δικαιούχους των ολλανδικών εκ του νόμου συντάξεων γήρατος και των παροχών για ανικανότητα προς εργασία που είχαν προηγουμένως ιδιωτική ασφάλιση για ιατρικές δαπάνες και κατοικούν σε άλλα κράτη μέλη ( 6 ).
17.
Στο πλαίσιο αυτό, το CVZ έκρινε ότι οι εφεσείοντες των κύριων δικών, από 1ης Ιανουαρίου 2006, έπρεπε να νοούνται ως «πρόσωπα καλυπτόμενα από τη Συνθήκη» για τους σκοπούς του κανονισμού. Για τον λόγο αυτό, δικαιούνταν υγειονομικής περιθάλψεως στις αντίστοιχες χώρες κατοικίας τους. Καθώς δεν λάμβαναν συντάξεις από τις αντίστοιχες χώρες κατοικίας τους και δεδομένου ότι, από τις χώρες από τις οποίες λάμβαναν εκ του νόμου σύνταξη, καλύπτονταν επί περισσότερο χρόνο από την κοινωνική ασφάλιση στις Κάτω Χώρες, το CVZ έκρινε ότι οι σχετικές δαπάνες έπρεπε να βαρύνουν τις Κάτω Χώρες. Βάσει τούτων, το CVZ αποφάσισε να παρακρατήσει από τις προς καταβολή στους εφεσείοντες των κύριων δικών συντάξεις τις κατά το άρθρο 69 του ZVW εισφορές.
18.
Οι εφεσείοντες των κύριων δικών άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Rechtbank te Amsterdam αμφισβητώντας την απόφαση του CVZ περί παρακρατήσεων από τις συντάξεις γήρατος που λάμβαναν. Καίτοι δεν αμφισβήτησαν ότι είχαν εργαστεί επί περισσότερο χρόνο στις Κάτω Χώρες και ότι είχαν υπαχθεί επί περισσότερο χρόνο στην ολλανδική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως, υποστήριξαν ότι το άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού αναφέρεται στη νομοθεσία σχετικά με τις παροχές ασθενείας και μητρότητας. Υποστήριξαν, επίσης, ότι δεδομένου ότι ουδέποτε είχαν καλυφθεί από την εκ του νόμου ασφάλιση για ιατρικές δαπάνες στις Κάτω Χώρες (δυνάμει του ZFW), ή καθώς, εν πάση περιπτώσει, είχαν τέτοια ασφάλιση για περίοδο μικρότερη εκείνης κατά την οποία ήταν ασφαλισμένοι για ιατρικές δαπάνες σε άλλα κράτη μέλη, οι Κάτω Χώρες δεν βαρύνονταν με τη δαπάνη των παροχών σε είδος που προβλέπονται στις αντίστοιχες χώρες κατοικίας τους. Κατά την άποψή τους, η δαπάνη αυτή έπρεπε να βαρύνει τη Φινλανδία όσον αφορά τον F. van der Helder και το Ηνωμένο Βασίλειο όσον αφορά τον D. Farrington.
19.
Με αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 2010 όσον αφορά τον F. van der Helder και της 31ης Αυγούστου 2009 και της 10ης Μαΐου 2011 όσον αφορά τον D. Farrington, το Rechtbank te Amsterdam έκρινε βάσιμη την προσφυγή του F. van der Helder, διατηρώντας παρά ταύτα τα έννομα αποτελέσματα της ακυρωθείσας αποφάσεως, και απέρριψε ως αβάσιμα τα αιτήματα του D. Farrington.
20.
Οι εφεσείοντες των κύριων δικών προσέβαλαν τις αποφάσεις του Rechtbank te Amsterdam ενώπιον του Centrale Raad van Beroep. Επειδή είχε αμφιβολίες ως προς την ορθή ερμηνεία του άρθρου 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού, το Centrale Raad van Beroep αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Νοούνται με την περιλαμβανόμενη στο άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του [κανονισμού] έκφραση “νομοθεσία στην οποία είχε υπαχθεί ο δικαιούχος επί περισσότερο χρόνο” η νομοθεσία περί των παροχών ασθενείας και μητρότητας, η νομοθεσία περί των παροχών γήρατος ή όλες οι νομοθεσίες περί των κλάδων κοινωνικής ασφαλίσεως που απαριθμεί το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού οι οποίες καθίστανται εφαρμοστέες βάσει του τίτλου ΙΙ του κανονισμού;»
21.
Κατόπιν αιτήματος του αιτούντος δικαστηρίου, και λόγω των ιδιομορφιών της, αποφασίστηκε η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υποθέσεως δυνάμει του άρθρου 53, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
22.
Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν ο D. Farrington, ο F. van der Helder και το CVZ, καθώς και η Εσθονική, η Ολλανδική, η Φινλανδική, η Σουηδική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή. Ο F. van der Helder, η Ολλανδική, η Φινλανδική, η Σουηδική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή, επίσης αγόρευσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 18ης Απριλίου 2013.
III – Παρατηρήσεις του αιτούντος δικαστηρίου και των παρεμβαινόντων
23.
Κατά το Centrale Raad van Beroep, είναι δυνατό να ερμηνευθεί η έννοια «νομοθεσία [στην οποία] είχε υπαχθεί ο δικαιούχος επί περισσότερο χρόνο», του άρθρου 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού κατά τους τρεις ακόλουθους τρόπους.
24.
Κατά την άποψη των εφεσειόντων των κύριων δικών, η επίμαχη έννοια αναφέρεται αποκλειστικώς στη νομοθεσία περί παροχών ασθενείας και μητρότητας. Η ερμηνεία αυτή στηρίζεται κυρίως στο γεγονός ότι το άρθρο 28 περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο I –με επικεφαλίδα «Ασθένεια και μητρότητα»– του τίτλου III του κανονισμού. Κατά τους εφεσείοντες των κύριων δικών, η επικεφαλίδα αυτή αποσαφηνίζει τους συναφείς με τη διάταξη αυτή κλάδους του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Υποστηρίζουν περαιτέρω ότι η ερμηνεία τους βρίσκει έρεισμα σε απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2011 του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της Σουηδίας.
25.
Σύμφωνα με μια δεύτερη ερμηνεία, την οποία προέβαλε το CVZ, όπως επίσης και η Ολλανδική και η Σουηδική Κυβέρνηση, η επίμαχη έννοια αναφέρεται στη νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως στο σύνολό της. Υποστηρίζεται ότι η ερμηνεία αυτή βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 1, στοιχείο ιʹ, του κανονισμού, το οποίο ορίζει την έννοια «νομοθεσία» παραπέμποντας στο άρθρο 4 –το οποίο περιλαμβάνει το καθ’ ύλη πεδίο εφαρμογής του κανονισμού– οπότε προσδίδει στην έννοια αυτή την ευρύτερη δυνατή σημασία.
26.
Τέλος, σύμφωνα με την ερμηνεία του Rechtbank te Amsterdam, με την οποία συντάσσεται και το αιτούν δικαστήριο, η επίμαχη έννοια αναφέρεται στη νομοθεσία περί ασφαλίσεως των συντάξεων που λαμβάνουν τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Η ερμηνεία αυτή, σύμφωνα με τα εν λόγω δικαστήρια, είναι συνεπής προς το αντικείμενο και τον σκοπό του άρθρου 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση Rundgren ( 7 ). Η κρίση ότι το κράτος το οποίο καταβάλει τη σύνταξη είναι το υπεύθυνο για τη χορήγηση των παροχών ασθενείας σε είδος συνάδει, περαιτέρω, με το γεγονός ότι τα συστήματα ασφαλίσεως ασθενείας χρηματοδοτούνται από εισφορές υπολογιζόμενες βάσει του εισοδήματος του ενδιαφερομένου. Η ερμηνεία αυτή υποστηρίζεται, επίσης, και από την Εσθονική, τη Φινλανδική Κυβέρνηση και την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και από την Επιτροπή.
IV – Ανάλυση
27.
Στην ανάλυση που ακολουθεί, πρόκειται να εκθέσω τους λόγους για τους οποίους η προτεινόμενη από τα Rechtbank te Amsterdam και Centrale Raad van Beroep ερμηνεία του άρθρου 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού είναι, κατά την άποψή μου, ορθή.
28.
Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι ο σκοπός του κανονισμού, όπως αναφέρει η δεύτερη και η τέταρτη αιτιολογική σκέψη του, «έγκειται στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των μισθωτών και μη μισθωτών εργαζομένων εντός της [Ευρωπαϊκής Ένωσης], με ταυτόχρονη τήρηση των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών των εθνικών νομοθεσιών κοινωνικής ασφαλίσεως. Προς τούτο, […] ο κανονισμός αυτός στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων έναντι των διαφόρων εθνικών νομοθεσιών και σκοπεί στην κατά το δυνατό διασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως όλων των εργαζομένων που απασχολούνται στο έδαφος κράτους μέλους καθώς και της μη δυσμενούς μεταχειρίσεως των εργαζομένων που ασκούν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας» ( 8 ).
29.
Ο εν λόγω σκοπός υπέρ της κυκλοφορίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όμως, δεν επιδιώκεται –και δεν μπορεί να επιδιώκεται– θέτοντας ταυτοχρόνως σε κίνδυνο την ευαίσθητη χρηματοοικονομική ισορροπία μεταξύ εισπραττόμενων εισφορών και χορηγούμενων παροχών, επί της οποίας θεμελιώνονται εν γένει τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών.
30.
Για τον λόγο αυτό, το Δικαστήριο έχει καταστήσει σαφές ότι οι ουσιαστικές και διαδικαστικές διαφορές μεταξύ των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών, ήτοι και οι διαφορές ως προς τα δικαιώματα των ασφαλιζομένων σε αυτά, δεν επηρεάζονται από τον κανονισμό. Πράγματι, κάθε κράτος μέλος παραμένει αρμόδιο να καθορίζει στη νομοθεσία του, τηρουμένου του δικαίου της Ένωσης, τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των παροχών ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης δεν μπορούν να εξασφαλίσουν στον ασφαλισμένο ότι η μετακίνηση σε άλλο κράτος μέλος δεν θα έχει επιπτώσεις όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση, ιδίως σε επίπεδο παροχών ασθενείας. Λαμβανομένων υπόψη των διαφορών μεταξύ των σχετικών συστημάτων και νομοθεσιών των κρατών μελών, η μετακίνηση αυτή μπορεί, κατά περίπτωση, να είναι λιγότερο ή περισσότερο ευνοϊκή για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο στο πεδίο της κοινωνικής προστασίας ( 9 ).
31.
Το Δικαστήριο έχει κρίνει συναφώς ότι ο κανονισμός αποτελεί ένα «σύστημα κανόνων άρσεως συγκρούσεων, η αρτιότητα του οποίου έχει ως αποτέλεσμα να αφαιρεί από τον νομοθέτη του συγκεκριμένου κράτους μέλους την εξουσία προσδιορισμού της έκτασης και των προϋποθέσεων εφαρμογής της εθνικής του νομοθεσίας, επί των προσώπων που υπόκεινται σ’ αυτή, καθώς και του εδάφους εντός του οποίου οι εθνικές διατάξεις παράγουν τα αποτελέσματά τους» ( 10 ). Επομένως, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να καθορίσουν την έκταση εφαρμογής της νομοθεσίας τους ή της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, καθώς είναι υποχρεωμένα να συμμορφώνονται με τις ισχύουσες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης ( 11 ). Η εφαρμογή του συστήματος προσδιορισμού του εφαρμοστέου δικαίου που καθιερώνει ο κανονισμός εξαρτάται αποκλειστικώς από την αντικειμενική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος ( 12 ).
32.
Η κρίσιμη αρχή στο πλαίσιο αυτού του συστήματος κανόνων προβλέπεται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, με το οποίο ξεκινά ο τίτλος II του κανονισμού. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι, πλην των προβλεπομένων εξαιρέσεων, «τα πρόσωπα για τα οποία ισχύει ο παρών κανονισμός υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνου κράτους μέλους. Η νομοθεσία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος τίτλου».
33.
Παρά ταύτα, οι γενικού χαρακτήρα κανόνες που περιλαμβάνονται στον τίτλο II του κανονισμού δεν έχουν εφαρμογή παρά μόνο κατά το μέτρο που «οι ειδικές διατάξεις για τις διάφορες κατηγορίες παροχών, οι οποίες απαρτίζουν τον τίτλο ΙΙΙ του ιδίου κανονισμού, δεν προβλέπουν παρέκκλιση» ( 13 ).
34.
Αυτή ακριβώς είναι η κατάσταση στην οποία τελούν οι εφεσείοντες των κύριων δικών, καθώς –όπως γίνεται δεκτό από τους διαδίκους– εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 του κανονισμού: είναι συνταξιούχοι οι οποίοι δικαιούνται παροχών σε είδος δυνάμει της νομοθεσίας τουλάχιστον δύο κρατών μελών και δεν δικαιούνται τέτοιων παροχών δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους όπου κατοικούν.
35.
Στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού προβλέπει ότι με τη δαπάνη των παροχών σε είδος βαρύνεται, κατ’ αρχήν, «ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου είχε υπαχθεί ο δικαιούχος επί περισσότερο χρόνο».
36.
Το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διευκρινίσει το περιεχόμενο και την έννοια, μεταξύ άλλων, του άρθρου 28 του κανονισμού στην υπόθεση Rundgren. Το βασικό ζήτημα στην υπόθεση εκείνη ήταν αν Σουηδός υπήκοος, κάτοικος Φινλανδίας, ο οποίος λάμβανε παροχές συντάξεως μόνον από τη Σουηδία, όφειλε να καταβάλει εισφορές στη Φινλανδία αποκλειστικώς διότι κατοικούσε εκεί.
37.
Κατά την άποψή μου, η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική για την ερμηνεία της επίμαχης έννοιας. Θα επαναλάβω, επομένως, εκείνα τα χωρία της αποφάσεως τα οποία φρονώ ότι είναι καθοριστικής σημασίας για την παρούσα διαδικασία.
38.
Απαντώντας σε ένα από τα υποβληθέντα από το εθνικό δικαστήριο ερωτήματα στην υπόθεση Rundgren, το Δικαστήριο αρχικώς επισήμανε ότι σκοπός των άρθρων 27, 28 και 28α του κανονισμού είναι «να προσδιορίσουν, ανάλογα με τις διάφορες περιπτώσεις που καταλαμβάνουν, αφενός, τον φορέα που πρέπει να καταβάλλει στους δικαιούχους συντάξεως παροχές ασθενείας και μητρότητας και, αφετέρου, τον φορέα που βαρύνεται με τη σχετική δαπάνη». Ακολούθως τόνισε ότι το άρθρο 28α του κανονισμού –η συναφής διάταξη στην υπόθεση εκείνη– «προβλέπει ότι οι ως άνω παροχές επιβαρύνουν καταρχήν τον φορέα ενός από τα αρμόδια για τη χορήγηση της συντάξεως κράτη μέλη, οπότε το σχετικό βάρος δεν φέρει το κράτος μέλος στου οποίου το έδαφος κατοικεί ο ενδιαφερόμενος, διότι απλώς και μόνον αυτός κατοικεί εκεί». Ο σκοπός της διατάξεως εκείνης ήταν αρκετά σαφής κατά το Δικαστήριο: «να μην περιέρχονται σε δυσμενή θέση τα κράτη μέλη των οποίων η νομοθεσία προβλέπει δικαίωμα λήψεως παροχών σε είδος με βάση μόνον την κατοικία στο έδαφός τους» ( 14 ).
39.
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο προσέθεσε ότι –και τούτο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την παρούσα διαδικασία– το άρθρο 28α του κανονισμού προβλέπει ότι ο φορέας που βαρύνεται με τη δαπάνη για τις παροχές σε είδος πρέπει να προσδιορίζεται με βάση τους ίδιους κανόνες έναντι εκείνων που εφαρμόζονται, δυνάμει του άρθρου 28 του κανονισμού. Όπως επισήμανε το Δικαστήριο, «[δ]υνάμει των κανόνων αυτών, ο φορέας του τόπου κατοικίας χορηγεί τις παροχές σε είδος στους δικαιούχους συντάξεως για λογαριασμό και με δαπάνες του φορέα ενός από τα αρμόδια για τη χορήγηση της συντάξεως κράτη μέλη» ( 15 ).
40.
Βάσει τούτων, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι «στο σύστημα που δημιουργούν με τον τρόπο αυτόν τα άρθρα 27, 28 και 28α του κανονισμού, ο φορέας που βαρύνεται με τις δαπάνες για τις παροχές σε είδος είναι πάντοτε φορέας ενός αρμόδιου για τη χορήγηση της συντάξεως κράτους μέλους, καθόσον ο δικαιούχος συντάξεως θα εδικαιούτο τις ως άνω παροχές δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους αυτού εάν κατοικούσε στο έδαφός του. Όταν περισσότερα του ενός κράτη μέλη είναι αρμόδια για τη χορήγηση της συντάξεως, οι δαπάνες για τις παροχές σε είδος βαρύνουν το ένα από αυτά σε συνάρτηση με συγκεκριμένα κριτήρια, όπως είναι ο τόπος κατοικίας του ενδιαφερομένου ή, αν κανένα από τα κράτη μέλη αυτά δεν είναι ταυτόχρονα και κράτος κατοικίας του ενδιαφερομένου, το χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου ο ενδιαφερόμενος υπήχθη στη νομοθεσία καθενός από τα κράτη μέλη αυτά». Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο τόνισε, επίσης, ότι «ο προβλεπόμενος βάσει του συστήματος αυτού σύνδεσμος μεταξύ της αρμοδιότητας για τη χορήγηση συντάξεων και της υποχρεώσεως καλύψεως των δαπανών για τις παροχές σε είδος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ως άνω υποχρέωση είναι παρακολουθηματική έναντι της ουσιαστικής αρμοδιότητας σχετικά με την καταβολή της συντάξεως» ( 16 ).
41.
Στην πιο πρόσφατη υπόθεση van Delft, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τις αρχές αυτές, τονίζοντας ότι «το κράτος μέλος που οφείλει τη σύνταξη που καταβάλλεται σε δικαιούχο ο οποίος κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος φέρει κατ’ ουσίαν τον κίνδυνο που σχετίζεται με τη χορήγηση των παροχών σε είδος στο κράτος μέλος στο οποίο αυτός κατοικεί» ( 17 ).
42.
Κατά την άποψή μου προκύπτει σαφώς από τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι καθοριστικός για το άρθρο 28 του κανονισμού είναι ο αναγκαίος σύνδεσμος μεταξύ της συντάξεως και των παροχών σε είδος. Ως εκ τούτου, το κράτος μέλος το οποίο καλείται να χορηγήσει τη σύνταξη θα είναι σε κάθε περίπτωση το βαρυνόμενο με τη δαπάνη των παροχών σε είδος.
43.
Η ερμηνεία αυτή του άρθρου 28 εδράζεται περαιτέρω στις ακόλουθες τρεις εκτιμήσεις.
44.
Πρώτον, όπως επισήμαναν αρκετοί εκ των μετεχόντων στη διαδικασία οι οποίοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στην παρούσα διαδικασία, ο κανόνας του άρθρου 28 στηρίζεται στην παραδοχή ότι η χρηματοδότηση των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως εξαρτάται αναπόφευκτα από τις εισφορές που καταβάλλουν οι πολίτες οι οποίοι ασκούν κάποιου είδους οικονομική δραστηριότητα ( 18 ). Είναι, επομένως, λογικό και επόμενο η δαπάνη για τις παροχές σε είδος που χορηγούνται κατά τη συνταξιοδότηση να βαρύνει το κράτος μέλος όπου ο συνταξιούχος άσκησε την οικονομική δραστηριότητά του επί περισσότερο χρόνο ( 19 ). Είναι πιθανότερο ο συνταξιούχος να έχει καταβάλει σε αυτήν τη χώρα το μεγαλύτερο μέρος των εισφορών του.
45.
Κατά την ερμηνεία που προέβαλαν οι εφεσείοντες των κύριων δικών, πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψη και εκείνες οι περίοδοι κατά τα οποίες ο οικείος συνταξιούχος πιθανότατα δεν κατέβαλε καθόλου ή κατέβαλε μικρότερες εισφορές. Σε ορισμένες, όμως, περιπτώσεις τούτο θα σήμαινε ότι οι μεγαλύτερες περίοδοι κατά τις οποίες δεν καταβλήθηκαν εισφορές θα υπερίσχυαν έναντι των συντομότερων περιόδων κατά τις οποίες πράγματι καταβλήθηκαν εισφορές. Είναι αληθές ότι αρκετά κράτη μέλη επιτρέπουν τη χορήγηση παροχών υγειονομικής περιθάλψεως σε είδος μόνο με γνώμονα την κατοικία στο έδαφός τους.
46.
Στο «De Legibus» («Περί νόμων»), ο Ρωμαίος ρήτορας Μάρκος Τύλλιος Κικέρων έγραφε: «salus populi suprema lex esto» («η προστασία του λαού είναι ο υπέρτατος νόμος») ( 20 ). Θεωρώ, πράγματι, ότι ένας από τους κύριους σκοπούς κάθε πολιτείας πρέπει να είναι η προστασία των πολιτών της. Προς τον σκοπό αυτό είναι σημαντικό κάθε χώρα να παρέχει ευρεία πρόσβαση όλων των πολιτών στις σχετικές με την υγειονομική περίθαλψη υπηρεσίες, παρά τις ενδεχόμενες μεταξύ τους διαφορές όσον αφορά το εισόδημα και τον πλούτο. Είναι, όντως, κοινό χαρακτηριστικό των περισσότερων ανεπτυγμένων κοινωνιών η με νόμο ρύθμιση της καθολικής προσβάσεως σ’ ένα ευρύ φάσμα υπηρεσιών δημόσιας υγείας και ιατρικής περιθάλψεως ( 21 ). Στο πλαίσιο αυτό, σκόπιμη είναι η υπόμνηση ότι η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προβλέπει ότι «[κ]άθε άτομο, ως μέλος του κοινωνικού συνόλου, έχει δικαίωμα κοινωνικής προστασίας» (άρθρο 22) και ότι «[κ]αθένας έχει δικαίωμα σε ένα βιοτικό επίπεδο ικανό να εξασφαλίσει στον ίδιο και στην οικογένεια του υγεία και ευημερία, και ειδικότερα τροφή, ρουχισμό, κατοικία, ιατρική περίθαλψη όπως και τις απαραίτητες κοινωνικές υπηρεσίες. Έχει ακόμα δικαίωμα σε ασφάλιση για την ανεργία, την αρρώστια, την αναπηρία, τη χηρεία, τη γεροντική ηλικία, όπως και για όλες τις άλλες περιπτώσεις που στερείται τα μέσα της συντήρησής του, εξαιτίας περιστάσεων ανεξαρτήτων της θέλησής του» (άρθρο 25, παράγραφος 1). Ομοίως, ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο άρθρο 35, με επικεφαλίδα «Προστασία της υγείας», προβλέπει ότι «[κ]άθε πρόσωπο δικαιούται να έχει πρόσβαση στην πρόληψη σε θέματα υγείας και να απολαύει ιατρικής περίθαλψης, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές».
47.
Ωστόσο, συστήματα τα οποία επιτρέπουν ευρεία πρόσβαση του συνόλου του πληθυσμού σε παροχές υγειονομικής περιθάλψεως συνεπάγονται αναπόφευκτα μεγαλύτερες δαπάνες για την κοινωνία. Οι δαπάνες της υγειονομικής περιθάλψεως που παρέχεται σε ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όπως σε ανέργους, φοιτητές, παιδιά ή έγκυες, κατά κανόνα πρέπει να καλύπτονται από εισφορές καταβαλλόμενες από ενεργούς πολίτες ή, εν γένει, από χρήματα των φορολογουμένων.
48.
Κατά την άποψή μου, ο κανόνας τον οποίο εισάγει το άρθρο 28 του κανονισμού σκοπό έχει να διασφαλίσει ότι εκείνα τα κράτη μέλη τα οποία έχουν περισσότερο γενναιόδωρη πολιτική στον τομέα αυτό δεν θα χρειαστεί να επιβαρυνθούν με τις δαπάνες των παροχών σε είδος που χορηγούνται σε συνταξιούχους οι οποίοι δεν έχουν συνεισφέρει στο δικό τους σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ή έχουν συνεισφέρει μόνο σε πολύ περιορισμένο βαθμό.
49.
Η αντικειμενική αδικία ενός τέτοιου συστήματος –η οποία ενέχει τον κίνδυνο να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη προς έναν «αγώνα προς τα κάτω» όσον αφορά την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας– μπορεί να απεικονιστεί λαμβάνοντας ως παράδειγμα την κατάσταση του D. Farrington.
50.
O D. Farrington υποστηρίζει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα πρέπει να είναι το κατά το άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού βαρυνόμενο κράτος μέλος με τις δαπάνες των παροχών σε είδος που πρέπει να του χορηγούνται στην Ισπανία, καθώς κατοικούσε στο Ηνωμένο Βασίλειο από το 1948, όταν ήταν 7 ετών, έως το 1972, οπότε και μετανάστευσε στις Κάτω Χώρες έπειτα από 14 έτη εργασίας. Τούτο σημαίνει ότι για σημαντικό μέρος της ζωής του στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο D. Farrington είχε πρόσβαση στο Εθνικό Σύστημα Υγείας απλώς και μόνο διότι κατοικούσε στη χώρα. Αντιθέτως, ο D. Farrington εργάσθηκε στις Κάτω Χώρες καθ’ όλο το διάστημα των 32 ετών κατά το οποίο κατοικούσε εκεί (1972 έως 2004). Τεκμαίρεται ότι ο D. Farrington κατέβαλε πολύ υψηλότερες εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των Κάτω Χωρών απ’ ό,τι του Ηνωμένου Βασιλείου –ή έστω ότι η πλειονότητα των τελούντων σε παρόμοια κατάσταση προσώπων θα έπρατταν κατά τον τρόπο αυτό. Συνεπώς, δεν κατανοώ για ποιον λόγο το Ηνωμένο Βασίλειο, και όχι οι Κάτω Χώρες, πρέπει να επιβαρυνθεί με τη δαπάνη για τις παροχές σε είδος τις οποίες δικαιούται ο D. Farrington στη νέα χώρα κατοικίας του κατά τη συνταξιοδότησή του.
51.
Από το παράδειγμα αυτό προκύπτει ότι η υποστηριζόμενη από τους εφεσείοντες των κύριων δικών ερμηνεία του άρθρου 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού δεν είναι δυνατό να είναι ορθή. Ουσιαστικά, η ερμηνεία της επίμαχης έννοιας ως απλά αναφερόμενης στη νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως περί μητρότητας και ασθένειας θα διαρρήγνυε τον σύνδεσμο μεταξύ των εισφορών που λαμβάνει το κράτος και των παροχών που χορηγεί, επί του οποίου εδράζονται όλα τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, τούτο θα κατέληγε σε μη ισορροπημένη κατανομή του χρηματοοικονομικού βάρους στα διάφορα κράτη μέλη και θα μπορούσε, κατά την άποψή μου, να υπονομεύσει ενδεχομένως τη σταθερότητα ορισμένων συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως.
52.
Όπως τονίζουν οι εφεσείοντες των κύριων δικών, η κατ’ αυτούς ερμηνεία της επίμαχης έννοιας εδράζεται σε απόφαση του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της Σουηδίας, της 14ης Δεκεμβρίου 2011 ( 22 ), όπου τα επίμαχα περιστατικά ήταν παρόμοια με τα πραγματικά περιστατικά των κύριων δικών. Στην υπόθεση εκείνη, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 28 του κανονισμού, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 1, «Ασθένεια και μητρότητα», του τίτλου III του κανονισμού, συνιστά παρέκκλιση από τις γενικές διατάξεις περί προσδιορισμού της εφαρμοστέας νομοθεσίας κατά το άρθρο 13 του τίτλου II του κανονισμού, και αποφάνθηκε ότι ο όρος «νομοθεσία» έχει την έννοια της νομοθεσίας κοινωνικής ασφαλίσεως περί μητρότητας και ασθένειας.
53.
Είναι αληθές ότι το άρθρο 28 περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 1, «Ασθένεια και μητρότητα», του τίτλου III του κανονισμού. Τούτο δεν σημαίνει, όμως, ότι η επίμαχη έννοια περιορίζεται στη νομοθεσία περί ασθένειας και μητρότητας. Όπως παρατήρησε η Σουηδική Κυβέρνηση, η επικεφαλίδα του κεφαλαίου απλώς επισημαίνει τα είδη των παροχών που διέπονται από τους κανόνες που προβλέπει το κεφάλαιο αυτό, κατά παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες του τίτλου II του κανονισμού ( 23 ).
54.
Η αδυναμία των προβαλλόμενων από τους εφεσείοντες των κύριων δικών επιχειρημάτων –καθόσον στηρίζονται στην επικεφαλίδα του κεφαλαίου 1– καθίσταται προφανής εφόσον η επικεφαλίδα αυτή συσχετισθεί με τη γενική επικεφαλίδα του τίτλου III («Ειδικές διατάξεις για τις διάφορες κατηγορίες παροχών») καθώς και με τις επικεφαλίδες των επόμενων κεφαλαίων του τίτλου αυτού, κάθε μία εκ των οποίων αναφέρει τις κατηγορίες των οικείων παροχών ( 24 ).
55.
Δεύτερον, η ερμηνεία της επίμαχης έννοιας, την οποία προτείνω, απηχεί έναν κανόνα συγκρούσεως ο οποίος, όπως ορθώς επισημαίνει το Ηνωμένο Βασίλειο, είναι σχετικώς εύκολο να εφαρμοστεί και οδηγεί σε ασφαλή νομικά αποτελέσματα ( 25 ). Οι περίοδοι για τις οποίες ο συνταξιούχος έχει θεμελιώσει δικαίωμα συντάξεως σε κάθε κράτος μέλος καταχωρούνται σε αρχεία και είναι προφανώς γνωστές στους αρμόδιους φορείς κάθε κράτους μέλους.
56.
Αντιθέτως, η ερμηνεία του άρθρου 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού την οποία υποστηρίζουν το CVZ και η Ολλανδική και η Σουηδική Κυβέρνηση, όπως αναφέρεται στο σημείο 24 ανωτέρω, καταλήγει μάλλον σε περισσότερο αβέβαια συμπεράσματα. Καθώς ορισμένοι κλάδοι της κοινωνικής ασφαλίσεως συχνά εφαρμόζονται σε οποιοδήποτε κάτοικο ενός κράτους μέλους, το βασικό κριτήριο εφαρμογής του άρθρου 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού είναι κατά κανόνα η διάρκεια κατοικίας του προσώπου στη χώρα. Όμως, όπως δέχθηκαν ορισμένες κυβερνήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η πληροφορία αυτή ενδεχομένως να μην μπορεί πάντοτε να εξακριβωθεί άμεσα ή να μην είναι εντελώς αξιόπιστη. Ενώ οι περίοδοι κατά τις οποίες ο πολίτης κατέβαλε συνταξιοδοτικές εισφορές καταχωρίζονται δεόντως και μπορούν να εξακριβωθούν εύκολα, δεν ισχύει το ίδιο για τις περιόδους κατά τις οποίες οι πολίτες υπάγονται σε διάφορους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως.
57.
Επιπροσθέτως, ακόμη και η Ολλανδική και η Σουηδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι το άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού σκοπό έχει να διασφαλίσει ότι η χώρα όπου ο συνταξιούχος έχει εργασθεί επί περισσότερο χρόνο και όπου, επομένως, είναι πιθανότερο να έχει καταβάλει το μεγαλύτερο μέρος των εισφορών του είναι εκείνη η οποία πρέπει να επιβαρυνθεί με τη δαπάνη για τις παροχές σε είδος. Παρά ταύτα, από την ερμηνεία της διατάξεως αυτής την οποία υποστηρίζουν οι εν λόγω κυβερνήσεις δεν προκύπτει ότι η ερμηνεία αυτή εγγυάται ότι ο ως άνω σκοπός θα επιτυγχάνεται πάντοτε. Συγκεκριμένα, η ερμηνεία αυτή συνεπάγεται ότι ολόκληρο το διάστημα κατά το οποίο ο πολίτης έχει υπαχθεί σε έναν κλάδο της νομοθεσίας κοινωνικής ασφαλίσεως θα λαμβάνεται επίσης υπόψη για τους σκοπούς του άρθρου 28 του κανονισμού. Ουδόλως θα ενδιέφερε αν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ο πολίτης ήταν, για παράδειγμα, απλώς παιδί με πρόσβαση στο σύνολο των παρεχόμενων από κράτος μέλος υπηρεσιών υγειονομικής περιθάλψεως ή εργαζόμενος ο οποίος κατέβαλε όλες τις οφειλόμενες εισφορές. Πράγματι, ο χρονικός παράγοντας θα ήταν η μόνη παράμετρος αποφασιστικής σημασίας στο πλαίσιο του άρθρου 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού.
58.
Κατά την άποψή μου, δεν μπορεί να είναι ορθή η συγκεκριμένη ερμηνεία του άρθρου 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού. Και η ερμηνεία αυτή ενέχει τον κίνδυνο της αδικαιολόγητης επιβαρύνσεως εκείνων των κρατών μελών που παρέχουν στους κατοίκους τους κάποιες μορφές κοινωνικής αρωγής, ανεξαρτήτως αν οι πολίτες αυτοί ασκούν οικονομική δραστηριότητα ή αν έχουν εισφέρει στο ισχύον σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
59.
Φρονώ ότι, όπως επεξηγήθηκε στα σημεία 50 και 51 ανωτέρω, ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα ήταν όχι μόνο άδικο για τα περισσότερο γενναιόδωρα κράτη μέλη όσον αφορά τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά και δυνητικά επιζήμιο για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα των συστημάτων αυτών.
60.
Πράγματι, το άρθρο 1, το οποίο περιέχει τους σχετικούς με τον κανονισμό ορισμούς, στο στοιχείο ιʹ, όσον αφορά τον όρο «νομοθεσία» προβλέπει ότι ο εν λόγω όρος «προσδιορίζει για κάθε κράτος μέλος τους υφιστάμενους ή μελλοντικούς νόμους, τις κανονιστικές πράξεις, κανονισμούς και κάθε άλλο μέτρο εφαρμογής που αφορούν τους κλάδους και τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, ή τις ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά που προβλέπονται στην παράγραφο 2α του άρθρου 4». Διαφαίνεται ότι ο ορισμός συνηγορεί υπέρ μιας ευρείας ερμηνείας της επίμαχης έννοιας.
61.
Εντούτοις, το επιχείρημα αυτό δεν μου φαίνεται πειστικό. Κατά την άποψή μου, ο ορισμός του άρθρου 1 πρέπει κατ’ ανάγκη να έχει γενικό χαρακτήρα, στον βαθμό που εφαρμόζεται για τους σκοπούς του συνόλου του κανονισμού. Ο ευρύς ορισμός του όρου «νομοθεσία» είναι συνεπής με τον σκοπό του νομοθέτη της Ένωσης για διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής του κανονισμού σε όλα τα κράτη μέλη, παρά την ποικιλία των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως. Παραλλήλως, ο ορισμός του άρθρου 1 εξυπηρετεί επίσης την ανάγκη να οριοθετηθεί τι δεν πρέπει να νοηθεί ως νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως (για παράδειγμα, συλλογικές συμβάσεις ή ειδικά καθεστώτα για αυτοαπασχολούμενους, των οποίων η δημιουργία απόκειται στην πρωτοβουλία των ενδιαφερομένων).
62.
Τούτο δεν σημαίνει ότι όποτε απαντάται ο όρος στον κανονισμό, θα πρέπει πάντοτε να νοείται σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 1 ( 26 ). Ορισμένες διατάξεις του κανονισμού ενδέχεται να προσδίδουν ιδιαίτερη έννοια στον όρο «νομοθεσία», με αποτέλεσμα να αναφέρεται σε συγκεκριμένους κλάδους της νομοθεσίας.
63.
Τούτο ακριβώς συμβαίνει με το άρθρο 28 του κανονισμού. Ο όρος «νομοθεσία» στο άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, δεν πρέπει να νοηθεί, κατά την άποψή μου, εντελώς μεμονωμένα σε σχέση με τη λοιπή διάταξη. Συγκεκριμένα, το άρθρο 28, παράγραφος 1, αναφέρεται σε: «[δικαιούχο] συντάξεως οφειλομένης κατά τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους ή συντάξεων οφειλομένων κατά τη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών». Συνεπώς, η εισαγωγή της παραγράφου 2, παραπέμποντας στην παράγραφο 1, αναφέρει ότι εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις ρυθμιζόμενες από την παράγραφο αυτή ( 27 ).
64.
Συνεπώς, από τη σφαιρική ερμηνεία του άρθρου 28 καθίσταται σαφές ότι καθοριστικής σημασίας είναι η νομοθεσία δυνάμει της οποίας ένα πρόσωπο δικαιούται συντάξεως, και όχι η νομοθεσία που αφορά όλους τους κλάδους του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως.
65.
Τρίτον, τέλος, η κατά την άποψή μου προτεινόμενη ερμηνεία της επίμαχης διατάξεως επιρρωννύεται από δύο ακόμη νομικές προβλέψεις.
66.
Πρώτον, το άρθρο 33, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει ότι «[ο] φορέας κράτους μέλους που οφείλει την καταβολή συντάξεως, αν η ισχύουσα γι’ αυτόν νομοθεσία προβλέπει κρατήσεις εισφορών εις βάρος του δικαιούχου συντάξεως για την κάλυψη των παροχών ασθένειας και μητρότητας, εξουσιοδοτείται να προβαίνει στις κρατήσεις αυτές […] επί του ποσού της οφειλομένης παρ’ αυτού συντάξεως, κατά το μέτρο που οι καταβαλλόμενες […] παροχές βαρύνουν φορέα του προαναφερθέντος κράτους μέλους».
67.
Η διάταξη αυτή παρέχει έρεισμα στην άποψη ότι το υπεύθυνο για την καταβολή συντάξεως κράτος μέλος είναι εκείνο το οποίο πρέπει επίσης να καλύπτει τη δαπάνη για τις παροχές σε είδος που προβλέπονται στο κράτος κατοικίας του συνταξιούχου. Τούτο επεξηγεί τον λόγο για τον οποίο είναι δυνατό αυτό το κράτος μέλος να προβαίνει σε παρακρατήσεις από τη σύνταξη που πρόκειται να καταβληθεί στον δικαιούχο. Ειδικότερα, στην απόφαση Rundgren, το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι με τον όρο «οφειλόμενη» του άρθρου 33 εννοείται μια σύνταξη που καταβάλλεται πράγματι στον συνταξιούχο και ότι μια ενδεχόμενη αρμοδιότητα για καταβολή συντάξεως δεν επαρκεί ώστε να επιτρέψει στον αρμόδιο φορέα να προβεί σε παρακρατήσεις ( 28 ).
68.
Δεύτερον, το άρθρο 95 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 ( 29 ), με επικεφαλίδα «Απόδοση των παροχών εις είδος της ασφαλίσεως της ασθενείας και μητρότητας που έχουν χορηγηθεί στους δικαιούχους συντάξεων και στα μέλη της οικογένειάς τους που δεν κατοικούν σε κράτος μέλος δυνάμει της νομοθεσίας του οποίου δικαιούνται συντάξεως και έχουν δικαίωμα παροχών», είναι επίσης συναφές. Στην απόφαση van der Duin το Δικαστήριο έκρινε όσον αφορά την εν λόγω διάταξη ότι «το ποσό των παροχών που χορηγούνται βάσει του […] άρθρου 28 κατ’ αρχήν αποδίδεται στον φορέα του τόπου κατοικίας από τον αρμόδιο φορέα του κράτους που οφείλει τη σύνταξη […]» ( 30 ).
69.
Εφόσον γινόταν δεκτή η προβαλλόμενη από τους εφεσείοντες των κύριων δικών ερμηνεία του άρθρου 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού ή η υποστηριζόμενη από το CVZ ερμηνεία, οι δύο αυτές διατάξεις δεν θα είχαν λόγο υπάρξεως: δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η δαπάνη για τις παροχές σε είδος θα έπρεπε να βαρύνει κράτος μέλος το οποίο δεν καταβάλλει σύνταξη στον δικαιούχο. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν θα ήταν προφανώς δυνατή η παρακράτηση ποσών από τη σύνταξη ή η επιστροφή από φορέα υπεύθυνο για την καταβολή συντάξεως.
70.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, φρονώ ότι η επίμαχη έννοια αφορά τη νομοθεσία περί συντάξεων.
71.
Μετά από τη διαπίστωση αυτή πρέπει να εξετασθεί ακόμη ένα ζήτημα. Στη διάταξη περί παραπομπής, το Centrale Raad van Beroep ζητεί κατ’ ουσία να διευκρινιστούν τα είδη των συνταξιοδοτικών ασφαλίσεων τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς του άρθρου 28 του κανονισμού σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση.
72.
Θεωρώ ότι το γράμμα του άρθρου 28 του κανονισμού πρέπει συναφώς, πρώτον, να ερμηνεύεται διασταλτικώς και, δεύτερον, σύμφωνα με τη σχετική εθνική νομοθεσία.
73.
Όσον αφορά το πρώτο σημείο, παρατηρώ ότι από κανένα σημείο του κανονισμού δεν προκύπτει ότι η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς. Αντιθέτως, η φράση «στη νομοθεσία του οποίου είχε υπαχθεί ο δικαιούχος» φαίνεται ότι εσκεμμένως έχει διατυπωθεί υπό την ευρύτερη δυνατή έννοια.
74.
Πράγματι, στην απόφαση Rundgren, το Δικαστήριο έκρινε ότι «ο όρος “σύνταξη” του άρθρου 28α του κανονισμού 1408/71 αφορά τόσο σύνταξη στηριζόμενη στην κατοικία και αποτελούσα, ιδίως, παροχή αναπηρίας και γήρατος […] όσο και σύνταξη στηριζόμενη στην άσκηση αμειβόμενης εργασίας […] ( 31 ). Θεωρώ ότι ο όρος αυτός πρέπει να ερμηνεύεται με τον ίδιο τρόπο όσον αφορά το άρθρο 28 του κανονισμού.
75.
Επιπροσθέτως, καίτοι η επικεφαλίδα του άρθρου 28 του κανονισμού στο αγγλικό κείμενο αναφέρει «pensions payable», εντούτοις άλλες γλωσσικές αποδόσεις της εν λόγω διατάξεως χρησιμοποιούν διαφορετική διατύπωση. Για παράδειγμα, η δανική απόδοση της επικεφαλίδας του άρθρου 28 αναφέρει «ret til pension eller rente», η ολλανδική «Pensioenen of renten», η γαλλική «pensions ou rentes dues», η ιταλική «pensioni o rendite dovute», η πορτογαλική «pensões ou rendas devidas», και η ισπανική «pensiones o rentas debidas» ( 32 ). Η σύγκριση αυτή υποδηλώνει ότι σκόπιμη είναι η ευρεία ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 28.
76.
Συνοψίζοντας, δεν προκύπτει καμία ένδειξη περί του ότι ο νομοθέτης της Ένωσης αποσκοπούσε στον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 28 σε ορισμένα είδη συντάξεως ή συγκεκριμένες περιόδους ασφαλίσεως συντάξεων όπως, για παράδειγμα, συντάξεις γήρατος ή συντάξεις αποκτηθείσες κατά την επαγγελματική ζωή τους. Ομοίως, δεν κατανοώ για ποιον λόγο οι περίοδοι κατά τις οποίες ένας συνταξιούχος κατέβαλε εισφορές σε ένα κράτος μέλος βάσει προαιρετικού συστήματος ασφαλίσεως δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, όταν τούτο προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία.
77.
Περαιτέρω, η διάκριση ανάμεσα στα διάφορα είδη συντάξεως ή στις διάφορες περιόδους ασφαλίσεως συντάξεων θα καθιστούσε τον κανόνα του άρθρου 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού περισσότερο πολύπλοκο και αβέβαιο.
78.
Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι, κατ’ αρχήν, οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η συμπλήρωση των περιόδων ασφαλίσεως, σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο ιηʹ, του κανονισμού 1408/71, καθορίζονται αποκλειστικώς από τη νομοθεσία του κράτους μέλους υπό την οποία πραγματοποιήθηκαν οι επίμαχες περίοδοι ( 33 ).
79.
Το γεγονός ότι, ουσιαστικά, το άρθρο 28 μεταθέτει το ζήτημα αυτό στις οικείες νομοθεσίες είναι, κατά την άποψή μου, συνεπές με το ότι ο κανονισμός στηρίζεται στο νυν άρθρο 48 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ). Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι «δεδομένου ότι το άρθρο 48 ΣΛΕΕ προβλέπει τον συντονισμό και όχι την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών, οι ουσιαστικές και διαδικαστικές διαφορές μεταξύ των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης των κρατών μελών και, κατά συνέπεια, μεταξύ των δικαιωμάτων των προσώπων που είναι ασφαλισμένα στα συστήματα αυτά δεν επηρεάζονται από την εν λόγω διάταξη» ( 34 ).
80.
Για τον λόγο αυτό, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο όρος «συντάξεις» πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικώς και σύμφωνα με τη σχετική εθνική νομοθεσία, ώστε να περιλαμβάνει, όπου απαιτείται, συντάξεις οφειλόμενες από το κράτος μέλος βάσει προαιρετικών εισφορών.
V – Πρόταση
81.
Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβληθέν από το Centrale Raad van Beroep (Κάτω Χώρες) ερώτημα ως εξής:
Η περιλαμβανόμενη στο άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1408/71 έκφραση «νομοθεσία στην οποία είχε υπαχθεί ο δικαιούχος επί περισσότερο χρόνο» αναφέρεται στη νομοθεσία περί συντάξεων. Ο όρος «συντάξεις» πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικώς και σύμφωνα με τη σχετική εθνική νομοθεσία, ώστε να περιλαμβάνει, όπου απαιτείται, συντάξεις οφειλόμενες από το κράτος μέλος βάσει προαιρετικών εισφορών.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (στο εξής: κανονισμός) (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73).
( 3 ) Έκτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού.
( 4 ) Ο κανονισμός (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166, σ. 1) κατήργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό από 1ης Μαΐου 2010, οπότε τέθηκε σε ισχύ κατόπιν της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού (ΕΚ) 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 284, σ. 1).
( 5 ) Έως την 1η Ιανουαρίου 2006, το σημείο 1 του κεφαλαίου ΙΖ (Κάτω Χώρες) του παραρτήματος VI του κανονισμού, υπό στοιχείο αʹ, προέβλεπε ότι: «Όσον αφορά το δικαίωμα παροχών σε είδος δυνάμει της ολλανδικής νομοθεσίας, πρέπει να νοείται ως δικαιούχος παροχών σε είδος για την εφαρμογή του κεφαλαίου 1 του τίτλου III το άτομο το ασφαλιζόμενο ή συνασφαλιζόμενο δυνάμει της ασφάλισης που αναφέρεται από τον ολλανδικό νόμο για τα ταμεία ασθενείας».
( 6 ) Κατά τον κρίσιμο χρόνο, το σημείο 1 του κεφαλαίου ΙΗ (Κάτω Χώρες) του παραρτήματος VI του κανονισμού, υπό στοιχείο αʹ, προβλέπει ότι: «Όσον αφορά το δικαίωμα σε παροχές σε είδος σύμφωνα με τη νομοθεσία των Κάτω Χωρών, ως πρόσωπα που δικαιούνται παροχές σε είδος για τους σκοπούς της εφαρμογής των κεφαλαίων 1 και 4 του τίτλου ΙΙΙ του παρόντος κανονισμού νοούνται: i) τα πρόσωπα τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 2 του [ZVW], είναι υποχρεωμένα να ασφαλιστούν σε ασφαλιστικό φορέα υγείας, και ii) εφόσον δεν περιλαμβάνονται ήδη στο σημείο i, τα πρόσωπα που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος και τα οποία, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, δικαιούνται υγειονομική περίθαλψη στο κράτος κατοικίας τους, το κόστος της οποίας βαρύνει τις Κάτω Χώρες».
( 7 ) Απόφαση της 10ης Μαΐου 2001, C-389/99, Rundgren (Συλλογή 2001, σ. I-3760).
( 8 ) Αποφάσεις της 18ης Ιουλίου 2006, C-50/05, Nikula (Συλλογή 2006, σ. I-7029, σκέψη 20), και της 3ης Μαρτίου 2011, C-440/09, Tomaszewska (Συλλογή 2011, σ. I-1033, σκέψη 28).
( 9 ) Αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2010, C-345/09, van Delft κ.λπ. (Συλλογή 2010, σ. I-9879, σκέψεις 99 και 100 και της 16ης Ιουλίου 2009), C-208/07, von Chamier-Glisczinski (Συλλογή 2009, σ. I-6095, σκέψεις 84 και 85).
( 10 ) Αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1986, 60/85, Lujten (Συλλογή 1986, σ. 2365, σκέψη 14), και της 14ης Δεκεμβρίου 1989, C-3/87, Agegate (Συλλογή 1989, σ. I-4459, σκέψη 27).
( 11 ) Απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986, 302/84, Ten Holder (Συλλογή 1986, σ. 1821, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 12 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 29ης Ιουνίου 1994, C-60/93, Aldewereld (Συλλογή 1994, σ. I-2991, σκέψεις 16 έως 20), και προπαρατεθείσα απόφαση van Delft κ.λπ. (σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 13 ) Απόφαση της 27ης Μαΐου 1982, 227/81, Aubin (Συλλογή 1982, σ. 1991, σκέψη 11).
( 14 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Rundgren (σκέψεις 44 και 45).
( 15 ) Όπ.π.
( 16 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Rundgren (σκέψεις 46 και 47).
( 17 ) Προπαρατεθείσα απόφαση van Delft κ.λπ. (σκέψη 79).
( 18 ) Η αρχή αυτή διέπει ολόκληρο τον κανονισμό, όπως διευκρινίζεται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, αυτού, το οποίο προβλέπει ότι: «το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή αν η επιχείρηση ή ο εργοδότης που το απασχολεί έχει την έδρα της ή την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους».
( 19 ) Συναφώς, ο εισαγγελέας L. M. Poiares Maduro αναφέρει στο σημείο 11 των προτάσεών του στην υπόθεση Nikula τα εξής: «πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να σταθμιστεί το κόστος των παροχών που χορηγούνται εντός του κράτους στο οποίο ο ενδιαφερόμενος άσκησε τη δραστηριότητα λόγω της οποίας απέκτησε το δικαίωμα συντάξεως».
( 20 ) Βιβλίο III, μέρος III, κεφάλαιο. VIII.
( 21 ) Προσφάτως, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής εξέδωσαν ομοσπονδιακό νόμο με σκοπό την αύξηση του ποσοστού της υγειονομικής ασφαλίσεως των πολιτών των ΗΠΑ. Βλ. τον Patient Protection and Affordable Care Act (PPACA), που καλείται κοινώς από τα μέσα μαζικής ενημερώσεως ως «Obamacare», ο οποίος υπογράφηκε ως νόμος από τον Πρόεδρο B. Obama στις 23 Μαρτίου 2010). Στις 28 Ιουνίου 2012, στην υπόθεση National Federation of Independent Business κατά Sebelius, 567 U.S. ___ (2012), το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε συνταγματικό το μεγαλύτερο μέρος του νόμου αυτού.
( 22 ) Υπόθεση αριθ. 4381‑10, Wehmeyer.
( 23 ) Συγκεκριμένα, στο σημείο 48 των προτάσεών του στην υπόθεση Rundgren, ο γενικός εισαγγελέας S. Alber υποστηρίζει ότι από το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα άρθρα 28 και 28α του κανονισμού προκύπτει ότι αφορούν συντάξεις.
( 24 ) Κεφάλαιο 2 «Αναπηρία», κεφάλαιο 3 «Γήρας και θάνατος (συντάξεις)», κεφάλαιο 4 «Εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες», κεφάλαιο 5 «Επιδόματα θανάτου», κεφάλαιο 6 «Ανεργία», κεφάλαιο 7 «Οικογενειακές παροχές», κεφάλαιο 8 «Παροχές για τέκνα συντηρούμενα από δικαιούχους συντάξεων και για ορφανά».
( 25 ) Το Δικαστήριο έχει ειδικότερα τονίσει ότι το εφαρμοστέο κατά τον κανονισμό σύστημα πρέπει να είναι προβλέψιμο, τηρώντας την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Βλ. απόφαση της 30ής Μαρτίου 2000, C-178/97, Banks κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I-2005, σκέψη 41), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs στην υπόθεση C-227/03, van Pommeren-Bourgondiën (Συλλογή 2005, σ. I-6101, σημείο 45).
( 26 ) Όπως επισήμανα στις προτάσεις μου της 29ης Μαΐου 2013 στην υπόθεση C-140/12, Brey, κατά γενικό κανόνα, είναι επιθυμητό να ερμηνεύονται οι έννοιες του δικαίου της Ένωσης κατά τρόπο ενιαίο, εφόσον έτσι εξασφαλίζεται μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου. Στην πράξη, όμως, η ενιαία ερμηνεία δεν είναι πάντοτε δυνατή (η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου, σημείο 34).
( 27 ) Το άρθρο 28, παράγραφος 2, του κανονισμού ορίζει ότι: «Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 […]».
( 28 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Rundgren (σκέψεις 47 έως 50).
( 29 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138.
( 30 ) Απόφαση της 3ης Ιουλίου 2003, C-156/01, van der Duin και ANOZ Zorgverzekeringen (Συλλογή 2003, σ. I-7045, σκέψη 44).
( 31 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Rundgren (σκέψη 39).
( 32 ) Αντιθέτως, ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις εμφανίζουν μεγαλύτερη ομοιότητα προς το αγγλικό κείμενο: η απόδοση στην εσθονική αναφέρεται σε «makstavad pensionid», η απόδοση στη φινλανδική αναφέρεται σε «maksettavat eläkkeet», η απόδοση στη γερμανική αναφέρεται σε «Rentenanspruch» και η απόδοση στη σουηδική σε «Rätt till pensioner».
( 33 ) Βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Tomaszewska (σκέψη 26) και απόφαση της 18ης Απριλίου 2013, C-548/11, Mulders (σκέψη 37).
( 34 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Απριλίου 2013, C-443/11, Jeltes κ.λπ. (σκέψη 43). Βλ. επίσης προπαρατεθείσα απόφαση von Chamier-Glisczinski (σκέψη 84) και απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, 41/84, Pinna (Συλλογή 1986, σ. 1, σκέψη 20).
Full & Egal Universal Law Academy