ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
NILS WAHL
της 26ης Σεπτεμβρίου 2013 ( 1 )
Υπόθεση C‑361/12
Carmela Carratù
κατά
Poste Italiane SpA
[αίτηση του Tribunale di Napoli (Ιταλία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινωνική πολιτική — Οδηγία 1999/70/ΕΚ — Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP — Ρήτρα 4 — Συνθήκες εργασίας — Αποζημίωση για την παράνομη συμπερίληψη ρήτρας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας — Ίση μεταχείριση — Έννοια του “κρατικού οργανισμού”»
1.
Με επτά διαφορετικά ερωτήματα, το Tribunale di Napoli (Περιφερειακό δικαστήριο της Νάπολης) (Ιταλία) ερωτά το Δικαστήριο αν η ιταλική νομοθεσία συμβιβάζεται με μια σειρά γενικών αρχών του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), όπως είναι η αρχή της ισότητας των δικονομικών όπλων, καθώς και με συγκεκριμένους ειδικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως ο κανόνας της απαγόρευσης των διακρίσεων, που αντανακλά, με όρους προσιδιάζοντες στις εν λόγω συμβάσεις, τη γενική αρχή του δικαίου της ΕΕ περί απαγορεύσεως των διακρίσεων.
2.
Δεν είναι η πρώτη φορά –και δεν θα είναι και η τελευταία– που διαφορά με διάδικο την Poste Italiane SpA (Iταλικά Tαχυδρομεία, στο εξής: Poste Italiane) και αφορώσα την οδηγία 1999/70/ΕΚ ( 2 ) έρχεται ενώπιον του Δικαστηρίου ( 3 ). Πολλές ένδικες διαδικασίες έχουν κινηθεί κατά της Poste Italiane ( 4 ). Όμοιες αγωγές ή προσφυγές αφορώσες, μεταξύ άλλων, την ερμηνεία της οδηγίας 1999/70 έχουν ασκηθεί επίσης κατά ιταλικών υπουργείων και τοπικών αρχών ( 5 ).
3.
Το αιτούν δικαστήριο έχει ήδη κρίνει παράνομη την απασχόληση της ενάγουσας της κυρίας δίκης C. Carratù από την Poste Italiane με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Το δικαστήριο αυτό ζητεί τώρα καθοδήγηση για τον προσδιορισμό του ποσού της οφειλόμενης αποζημιώσεως. Στο πλαίσιο αυτό, ερωτά αν η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όπως καθιερώνεται στην οδηγία 1999/70, επιβάλλει η αποζημίωση αυτή να συνεχίσει να αυξάνεται μέχρις ότου εκδοθεί η τελική απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου ( 6 ).
4.
Για τους λόγους που εκτίθενται στη συνέχεια, δεν θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσης υποθέσεως, η κατά παράβαση του νόμου σύναψη συμβάσεως ορισμένου χρόνου μπορεί να εξομοιωθεί με παράνομη απόλυση στο πλαίσιο συμβάσεως αορίστου χρόνου. Συνεπώς, η κατάσταση την οποία αφορά η κύρια δίκη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά περίπτωση διακρίσεων.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Η νομοθεσία της ΕΕ
5.
Η οδηγία 1999/70 ενσωματώνει στο δίκαιο της ΕΕ τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από την ETUC, την UNICE και το CEEP (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο) ( 7 ). Το κείμενο της συμφωνίας-πλαισίου παρατίθεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70.
6.
Η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, που περιέχεται στη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου προβλέπει τα εξής:
«1.
Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνον επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
2.
Όπου κρίνεται αναγκαίο, εφαρμόζεται η αρχή “pro rata temporis”.
3.
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας ρήτρας καθορίζονται από τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους, ή/και από τους κοινωνικούς εταίρους, λαμβάνοντας υπόψη την κοινοτική νομοθεσία και τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις και την πρακτική σε εθνικό επίπεδο. […]».
Β – Η ιταλική νομοθεσία
1. Ο νόμος 604/1966
7.
Ο νόμος 604 της 15ης Ιουλίου 1966 ( 8 ) (στο εξής: νόμος 604/1966) θεσπίζει τους γενικούς κανόνες που διέπουν τις περιπτώσεις μη συλλογικών απολύσεων. Το άρθρο 8 του εν λόγω νόμου ορίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, οσάκις ένας εργαζόμενος απολύθηκε παρανόμως, ο εργοδότης υποχρεούται να επανεντάξει τον εργαζόμενο εντός 3 ημερών, αν δε δεν το πράξει, ο εργοδότης πρέπει να καταβάλει αποζημίωση, το ύψος της οποίας υπολογίζεται λαμβανομένου υπόψη του αριθμού εργαζομένων, του μεγέθους της επιχείρησης και της αρχαιότητας του εργαζομένου για τον οποίο πρόκειται, ανέρχεται δε στο ισόποσο αμοιβών μεταξύ 2,5 και 6 μηνών. Το ανώτατο όριο του φάσματος αυτού μπορεί να αυξηθεί μέχρι του ισοπόσου μισθών 10 μηνών οσάκις η διάρκεια απασχόλησης του εργαζομένου υπερβαίνει τα 10 έτη και μέχρι του ισοπόσου μισθών 14 μηνών οσάκις η διάρκεια υπηρεσίας υπερβαίνει τα 20 έτη και η επιχείρηση απασχολεί πάνω από 15 εργαζομένους.
2. Ο νόμος 300/1970
8.
Ο νόμος 300 της 20ής Μαΐου 1970 ( 9 ) (στο εξής: νόμος 300/1970) καθιερώνει ορισμένους κανόνες σχετικά με την προστασία της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας των εργαζομένων, την ελευθερία δράσης συλλόγων και συνδικαλιστικών οργανώσεων στον τόπο εργασίας, καθώς και ρυθμίσεις για την απασχόληση.
9.
Το άρθρο 18 του νόμου 300/1970, το οποίο έφερε προηγουμένως τον τίτλο «Επανένταξη στη θέση εργασίας», περιέχει ειδικές διατάξεις έχουσες εφαρμογή σε περίπτωση παράνομης απολύσεως, καθώς και κανόνες για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως που οφείλεται υπό τις συνθήκες αυτές. Κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο νόμος 300/1970 προέβλεπε ότι, αν απασχολούνταν στην επιχείρηση περισσότεροι από 15 εργαζόμενοι (ή 5 εργαζόμενοι προκειμένου για γεωργική επιχείρηση), ο εργοδότης όφειλε να επανεντάξει τον απολυθέντα εργαζόμενο εφόσον διαπιστωνόταν ότι η απόλυση ήταν παράνομη με βάση το νόμο 604/1966. Σε περίπτωση επανεντάξεως, η οφειλόμενη στον εργαζόμενο αποζημίωση έπρεπε να αντιστοιχεί στις πλήρεις αποδοχές (συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών εισφορών) από την ημέρα απολύσεως μέχρι την ημέρα πραγματικής επανεντάξεως, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να υπολείπεται του ισοδυνάμου πλήρων αποδοχών 5 μηνών. Τέλος, επιφυλασσομένου του δικαιώματος αποζημιώσεως για το μεσοδιάστημα μεταξύ απολύσεως και επανεντάξεως, ο εργαζόμενος εδικαιούτο να παραιτηθεί του δικαιώματος να επανενταχθεί, έναντι πρόσθετης αποζημιώσεως αντιστοιχούσης σε πλήρεις αποδοχές 15 μηνών.
3. Το νομοθετικό διάταγμα 368/2001
10.
Με το νομοθετικό διάταγμα 368 της 6ης Σεπτεμβρίου 2001 ( 10 ) (στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 368/2001) μεταφέρθηκε στο ιταλικό δίκαιο η οδηγία 1999/70.
11.
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 368/2001, μια σύμβαση εργασίας μπορεί να ορίζει την ημερομηνία λήξεώς της για τεχνικούς λόγους, για λόγους οργάνωσης της παραγωγής ή για λόγους συνδεόμενους με την αντικατάσταση συγκεκριμένου εργαζομένου. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, κάθε ρήτρα ορισμού του χρόνου διάρκειας της σύμβασης είναι ανίσχυρη εκτός εάν έχει καταγραφεί, άμεσα ή έμμεσα, σε έγγραφο όπου εκτίθενται οι λόγοι που τη δικαιολογούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι οποίοι λόγοι πρέπει να εντάσσονται σε μια από τις κατηγορίες που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 1. Τέλος, το άρθρο 1, παράγραφος 3, ορίζει ότι ο εργοδότης αποστέλλει στον εργαζόμενο αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου εντός πέντε εργασίμων ημερών από της ημερομηνίας ενάρξεως της εργασίας.
4. Ο νόμος 183/2010
12.
Ο νόμος 183 της 4ης Νοεμβρίου 2010 (στο εξής: νόμος 183/2010) ( 11 ) αναθέτει στην Ιταλική Κυβέρνηση ορισμένες εξουσίες στον τομέα του εργατικού δικαίου και αντικαθιστά διάφορες προηγουμένως ισχύσασες διατάξεις. Το άρθρο 32 του εν λόγω νόμου αφορά νόμιμες προθεσμίες και κανόνες που έχουν σχέση με τις σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.
13.
Το άρθρο 32, παράγραφος 1, του νόμου 183/2010, το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, του νόμου 604/1966, ορίζει ότι, σε περίπτωση απολύσεως, οποιαδήποτε αμφισβήτηση πρέπει να προβληθεί –επί ποινή απορρίψεως λόγω εκπρόθεσμης άσκησης– εντός αποκλειστικής προθεσμίας 60 ημερών από την έγγραφη κοινοποίηση της απολύσεως (ή από την έγγραφη γνωστοποίηση των λόγων της απολύσεως, αν αυτή παρελήφθη αργότερα). Επιπλέον, την αμφισβήτηση αυτή, η οποία μπορεί να προβάλλεται με οποιοδήποτε έγγραφο από το οποίο προκύπτει η βούληση του εργαζομένου [να προσβάλει την απόλυση], πρέπει να ακολουθήσει η κατάθεση αγωγής, εντός προθεσμίας 270 ημερών, στη γραμματεία του δικαστικού οργάνου το οποίο λειτουργεί ως εργατοδικείο.
14.
Το άρθρο 32, παράγραφος 2, του νόμου 183/2010 διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 32, παράγραφος 1, σε όλες τις περιπτώσεις παράνομων απολύσεων. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 32, παράγραφος 3, του εν λόγω νόμου, το άρθρο 32, παράγραφος 1, εφαρμόζεται επίσης, μεταξύ άλλων, σε αγωγές με τις οποίες ζητείται να αναγνωρισθεί ότι ρήτρα περί του χρόνου λήξεως της συμβάσεως, που έχει περιληφθεί σε σύμβαση εργασίας, είναι άκυρη με βάση το άρθρο 1 του νομοθετικού διατάγματος 368/2001. Περαιτέρω, το χρονικό σημείο έναρξης για τον υπολογισμό της προθεσμίας των 270 ημερών είναι η ημερομηνία λήξης της διάρκειας της σύμβασης.
15.
Κατά τον χρόνο εκδόσεως της διάταξης περί παραπομπής, το άρθρο 32, παράγραφος 5, του νόμου 183/2010 όριζε, ιδίως, ότι, εφόσον σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μετατρέπεται/έχει μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου, ο εργοδότης πρέπει να καταβάλει στον εργαζόμενο αποζημίωση, με βάση τα κριτήρια που προβλέπει το άρθρο 8 του νόμου 604/1966, το ποσό της οποίας ισοδυναμεί με αμοιβές 2,5 έως 12 μηνών. Επιπλέον, κατά το άρθρο 32, παράγραφος 7, του νόμου 183/2010, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων αυτών που εκκρεμούσαν κατά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του νόμου. Ωστόσο, προκειμένου για τις εν λόγω εκκρεμείς διαδικασίες, το δικαστήριο μπορεί, όποτε αυτό είναι αναγκαίο, να επιτρέψει στους διαδίκους να τροποποιήσουν τους έγγραφους ισχυρισμούς τους εντός συγκεκριμένης προθεσμίας.
II – Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα
16.
Η C. Carratù προσλήφθηκε από την Poste Italiane προκειμένου να εργαστεί στο Κέντρο Εκμηχάνισης Ταχυδρομικών εργασιών της Καμπανίας στη Νάπολη. Κατά τη σύμβαση εργασίας, η απασχόλησή της επρόκειτο να διαρκέσει από τις 4 Ιουνίου μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου 2004. Αντίγραφο της σύμβασης υπογεγραμμένο από αμφότερους τους συμβαλλομένους παρεδόθη στην C. Carratù μόλις στις 15 Ιουνίου 2004.
17.
Παραπέμποντας στο άρθρο 1 του Νομοθετικού Διατάγματος 368/2001, η σύμβαση ανέφερε ότι η ορισμένη της διάρκεια δικαιολογούνταν από λόγους αφορώντες αντικατάσταση προσωπικού και, ειδικότερα, από την ανάγκη αντικατάστασης ενός μέλους του προσωπικού στο Κέντρο της Καμπανίας μεταξύ 1ης Ιουνίου 2004 και 15ης Σεπτεμβρίου 2004. Η σύμβαση ανέφερε στη συνέχεια ότι συμφωνείτο ότι η σχέση εργασίας θα έληγε ακόμη και πριν από τις 15 Σεπτεμβρίου 2004 αν το συγκεκριμένο αντικαθιστάμενο μέλος του προσωπικού επανερχόταν στην εργασία του, θέτοντας τέλος με τον τρόπο αυτό στην ανάγκη αντικαταστάτη.
18.
Στις 21 Σεπτεμβρίου 2004, η C. Carratù έστειλε στην Poste Italiane συστημένη επιστολή με την οποία δήλωνε ότι ήταν διαθέσιμη να αναλάβει εργασία. Η Poste Italiane παρέλαβε την εν λόγω επιστολή στις 11 Οκτωβρίου 2004.
19.
Από τη δικογραφία που προωθήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι η C. Carratù άσκησε αγωγή κατά της Poste Italiane ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου στις 23 Σεπτεμβρίου 2008. Στην αγωγή της υποστήριξε ότι δεν υπήρχαν νόμιμοι λόγοι δικαιολογούντες τον περιορισμό της διάρκειας της σύμβασης εργασίας της. Κατά συνέπεια, ζήτησε: i) να κηρυχθεί παράνομη η ρήτρα που αφορούσε την περιορισμένη διάρκεια της σύμβασης, ii) να κηρυχθεί η σχέση εργασίας μεταξύ της Poste Italiane και της ιδίας σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, και iii) να επανενταχθεί στην θέση της και να υποχρεωθεί η Poste Italiane να της καταβάλει την οφειλόμενη για τον εν τω μεταξύ παρελθόντα χρόνο αμοιβή (στο εξής: η επίμαχη αποζημίωση).
20.
Με απόφαση επί ορισμένων κεφαλαίων της αγωγής, της 25ης Ιανουαρίου 2012, το αιτούν δικαστήριο έκρινε τη ρήτρα περί ορισμένης διάρκειας της σύμβασης παράνομη και απεφάνθη ότι από τις 4 Ιουνίου 2004 είχε ξεκινήσει σχέση εργασίας αορίστου χρόνου ( 12 ).
21.
Στη διαδικασία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το ζητούμενο είναι το ύψος της οφειλόμενης στην C. Carratù αποζημιώσεως. Λαμβάνοντας υπόψη τη θέση σε ισχύ του νόμου 183/2010, και επειδή είχε αμφιβολίες σχετικά με το συμβατό διαφόρων διατάξεων του εθνικού δικαίου με τη ρήτρα 4 της συμφωνίας‑πλαισίου, καθώς και με ορισμένες γενικές αρχές του δικαίου της ΕΕ, το Tribunale di Napoli αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και, με διάταξη της 13ης Ιουνίου 2012, να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα επτά ερωτήματα:
«1.
Προσκρούει στην αρχή της ισοδυναμίας διάταξη του εσωτερικού δικαίου προβλέπουσα, κατ’ εφαρμογή [της οδηγίας 1999/70/ΕΚ], σε περιπτώσεις αθέμιτης αναστολής της εφαρμογής συμβάσεως εργασίας διά της ενεργοποιήσεως άκυρης ρήτρας ορίζουσας τον χρόνο λήξεώς της, οικονομικές συνέπειες διαφορετικές και σημαντικά δυσμενέστερες σε σχέση με τις προβλεπόμενες από το κοινό αστικό δίκαιο σε περιπτώσεις αθέμιτης αναστολής της εφαρμογής συμβάσεως διά της ενεργοποιήσεως άκυρης ρήτρας ορίζουσας τον χρόνο λήξεώς της;
2.
Συνάδει με την έννομη τάξη [της ΕΕ], στο πλαίσιο της εφαρμογής της σε συγκεκριμένη περίπτωση, να επωφελείται από την επιβολή τυχόν κυρώσεως ο μετερχόμενος κατάχρηση εργοδότης επί ζημία του υφιστάμενου την κατάχρηση εργαζομένου, κατά τρόπον ώστε ακόμη και η φυσιολογική χρονική διάρκεια της δίκης να επάγεται άμεσες βλαπτικές συνέπειες για τον εργαζόμενο προς όφελος του εργοδότη, τα δε πραγματικά αποτελέσματα της επανορθώσεως να μειώνονται, κατ’ αναλογία προς την αυξανόμενη χρονική διάρκεια της δίκης, μέχρι του σημείου σχεδόν να εκμηδενίζονται;
3.
Συνάδει προς το άρθρο 47 του Χάρτη της Νίκαιας και το άρθρο 6 της [Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ)], στο πλαίσιο της εφαρμογής της έννομης τάξης [της ΕΕ] κατά την έννοια του άρθρου 51 του [Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης], το να επάγεται ακόμη και η φυσιολογική χρονική διάρκεια της δίκης άμεσες βλαπτικές συνέπειες για τον εργαζόμενο προς όφελος του εργοδότη, τα δε πραγματικά αποτελέσματα της επανορθώσεως να μειώνονται, κατ’ αναλογία προς την αυξανόμενη χρονική διάρκεια της δίκης, μέχρι του σημείου να εκμηδενίζονται;
4.
Λαμβανομένων υπόψη των διευκρινίσεων του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2000/78/ΕΚ [ ( 13 ) ] και του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/54/ΕΚ [ ( 14 ) ], περιλαμβάνονται στις κατά την έννοια της ρήτρας 4 [της οδηγίας 1999/70] [«]συνθήκες απασχολήσεως[»] και οι συνέπειες εκ της αθέμιτης διακοπής της εργασιακής σχέσεως;
5.
Αν δοθεί καταφατική απάντηση στο [ερώτημα 4], δικαιολογείται, κατά την έννοια της ρήτρας 4 [της οδηγίας 1999/70], η διαφοροποίηση των συνεπειών που προβλέπει κατά κανόνα η εθνική έννομη τάξη ανάλογα με το αν η αθέμιτη διακοπή αφορά σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου;
6.
Έχουν οι απορρέουσες από το ισχύον δίκαιο [της ΕΕ] γενικές αρχές περί ασφαλείας δικαίου, προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ισότητας των δικονομικών όπλων και αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, καθώς και το δικαίωμα προσβάσεως σε ανεξάρτητο δικαστήριο και γενικότερα το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, τα οποία κατοχυρώνονται με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της Συνθήκης [ΕΕ], (όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 8, της Συνθήκης της Λισσαβώνας στο οποίο και παραπέμπει το άρθρο 46 της Συνθήκης [ΕΕ]), σε συνδυασμό με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, […], και με τα άρθρα 46, 47 και 52, παράγραφος 3, του Χάρτη […], την έννοια ότι απαγορεύουν τόσο την εκ μέρους της Ιταλίας θέσπιση, μετά την παρέλευση σημαντικού χρονικού διαστήματος (9 ετών), νομοθετικής ρυθμίσεως όπως το άρθρο 32, παράγραφος 7, του νόμου 183/2010, με την οποία μεταβάλλονται οι συνέπειες εκκρεμουσών δικών, ζημιώνοντας ευθέως τον εργαζόμενο προς όφελος του εργοδότη, όσο και το να μειώνονται τα πραγματικά αποτελέσματα της επανορθώσεως, κατ’ αναλογία προς την αυξανόμενη χρονική διάρκεια της δίκης, μέχρι του σημείου να εκμηδενίζονται;
7.
Εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι οι προεκτεθείσες αρχές δεν συνιστούν θεμελιώδεις αρχές της έννομης τάξεως της [ΕΕ] με οριζόντια και γενικευμένη εφαρμογή και ότι, συνακόλουθα, διάταξη όπως το άρθρο 32, παράγραφοι 5 έως 7, του νόμου 183/2010 αντίκειται μόνο προς τις απορρέουσες από την [οδηγία 1999/70] και από τον [Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων] υποχρεώσεις, πρέπει εταιρεία όπως η εναγομένη, η οποία διαθέτει τα χαρακτηριστικά που εκτίθενται [στη Διάταξη περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως] να εκληφθεί ως κρατικός οργανισμός για τους σκοπούς της άμεσης και κάθετης εφαρμογής του υπερέχοντος δικαίου της ΕΕ, και ιδίως της ρήτρας 4 της [οδηγίας 1999/70], και του Χάρτη [των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων];»
22.
Η Poste Italiane, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Πολωνική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις. Η C. Carratù, η Poste Italiane, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 5ης Ιουνίου 2013.
III – Ανάλυση
Α – Εισαγωγικές παρατηρήσεις
23.
Στην υπό εξέταση υπόθεση, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε επτά ερωτήματα αφορώντα ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων. Εν συντομία, το ερώτημα 1 θέτει το ζήτημα του συμβατού με την αρχή της ισοδυναμίας κανόνων που έχουν θεσπιστεί στο εθνικό δίκαιο για τη θεραπεία των συνεπειών, αφενός, ρητρών περί περιορισμού της διάρκειας της σύμβασης εργασίας που είναι παράνομες με βάση την οδηγία 1999/70 και, αφετέρου, ρητρών που είναι παράνομες με βάση το κοινό συμβατικό δίκαιο. Τα ερωτήματα 2 και 3, καίτοι είναι διατυπωμένα κάπως διαφορετικά, αφορούν στην πραγματικότητα το συμβατό των επίμαχων εθνικών κανόνων προς την αρχή της αποτελεσματικότητας, λαμβανομένου υπόψη ότι η διάρκεια της διαδικασίας μπορεί να επηρεάσει το ύψος της αποκατάστασης της ζημίας που θα λάβει ο εργαζόμενος. Τα ερωτήματα 4 και 5 αφορούν την ερμηνεία και την εφαρμογή της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου. Το ερώτημα 6 αφορά κυρίως το συμβατό με βασικές αρχές του δικαίου της ΕΕ κανόνων θεσπισθέντων από τον εθνικό νομοθέτη που έχουν, προκειμένου για δίκες σε εξέλιξη, συνέπειες επωφελείς για τον διάδικο που είναι οργανισμός του δημοσίου τομέα. Τέλος, το ερώτημα 7 αφορά το άμεσο αποτέλεσμα της οδηγίας 1999/70 σε σχέση με έναν φορέα όπως η Poste Italiane.
24.
Κατά τη γνώμη μου, τα περισσότερα από τα υποβληθέντα ερωτήματα παρουσιάζουν έλλειμμα σαφήνειας και συνέπειας. Επομένως, θα επικεντρώσω την προσοχή μου στα δύο ερωτήματα τα οποία, κατά τη γνώμη μου, θέτουν, ενδεχομένως, νέα νομικά ζητήματα τα οποία είναι αρκετά σαφή, ήτοι στα ερωτήματα 4 και 5. Δεδομένου ότι οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά θα βοηθήσουν στο να δοθούν απαντήσεις στα υπόλοιπα ερωτήματα, θεωρώ χρήσιμο να ξεκινήσω το ουσιαστικό μέρος της ανάλυσής μου με τα ερωτήματα αυτά.
25.
Πρέπει να τονίσω επίσης εξ αρχής ότι η διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου δεν περιγράφει με σαφήνεια το εθνικό νομοθετικό πλαίσιο. Εκτός του ότι αναφέρεται διά μακρών σε μια σειρά διαφορετικών διατάξεων του εθνικού δικαίου χωρίς να εξηγεί με σαφήνεια τη σημασία εκάστης ή τις μεταξύ τους σχέσεις, η διάταξη παραπέμπει επίσης κατά κόρον σε νομολογία ανωτέρων εθνικών δικαστηρίων με τα οποία το αιτούν δικαστήριο φαίνεται να διαφωνεί, επισκιάζοντας έτσι τα ζητήματα δικαίου της ΕΕ επί των οποίων καλεί το Δικαστήριο να αποφανθεί. Υπό την έννοια αυτή, η διάταξη περί υποβολής αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως παρουσιάζει πράγματι αδυναμίες.
26.
Επιπλέον, η περιγραφή των νομοθετικών ρυθμίσεων σχετικά με τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου στην Ιταλία που μπορεί να συναχθεί με βάση τη διάταξη περί παραπομπής αμφισβητείται έντονα από την Poste Italiane και από την Ιταλική Κυβέρνηση. Δυστυχώς, η επ’ ακροατηρίου συζήτηση δεν βοήθησε να διευκρινιστούν τα επίμαχα ζητήματα, ιδίως οι κανόνες που ίσχυαν πριν και μετά την έκδοση του νόμου 183/2010. ( 15 )
27.
Ωστόσο, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, να επιλύει διαφορές αφορώσες την ορθή εφαρμογή του εθνικού δικαίου ούτε να συμφιλιώνει αντιφατικές μεταξύ τους τάσεις της εθνικής νομολογίας. Επομένως, το ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο μπορεί και οφείλει να επικεντρώσει την προσοχή του εν όψει της επίλυσης της διαφοράς που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης είναι η απάντηση στα ερωτήματα 4 και 5.
28.
Στη συνέχεια, αφού αναφερθώ πρώτα σε μια ένσταση της Poste Italiane σχετικά με το παραδεκτό των ερωτημάτων, θα περιορίσω το εύρος της ανάλυσής μου έτσι ώστε να ασχοληθώ με το ζήτημα γύρω από το οποίο περιστρέφεται η όλη υπόθεση: αν η ιταλική νομοθεσία δημιουργεί προϋποθέσεις για αδικαιολόγητες διακρίσεις εις βάρος των απασχολουμένων με σύμβαση ορισμένου χρόνου, όπως είναι η C. Carratù.
B – Παραδεκτό
29.
Η Poste Italiane υποστηρίζει ότι όλα τα υποβληθέντα ερωτήματα είναι απαράδεκτα. Επισημαίνει ότι ο νόμος 183/2010 δεν εκδόθηκε προκειμένου να θέσει σε εφαρμογή την οδηγία 1999/70 και, επίσης, ότι τα νομοθετήματα αυτά εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς. Ισχυρίζεται ότι το εξεταζόμενο ζήτημα ευρίσκεται, επομένως, εκτός του πεδίου του δικαίου της ΕΕ.
30.
Θα εξετάσω πρώτα εν συντομία την άποψη αυτή, ενώ θα προχωρώ στη συζήτηση ειδικών ζητημάτων απαραδέκτου όποτε ανακύπτουν στην πορεία της ανάλυσης των κατ’ ιδίαν ερωτημάτων.
31.
Στις διαδικασίες για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, τα υποβαλλόμενα ερωτήματα χαίρουν τεκμηρίου λυσιτέλειας. Εν ονόματι του πνεύματος δικαστικής συνεργασίας που διαπνέει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο αρνείται να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά μόνο σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις ( 16 ).
32.
Η εδώ εξεταζόμενη υπόθεση αφορά την ερμηνεία της συμφωνίας-πλαισίου στο πλαίσιο νομικής διαφοράς μεταξύ της C. Carratù, η οποία προσελήφθη βάσει παράνομης σύμβασης ορισμένου χρόνου, και του εργοδότη της, της Poste Italiane. Δεν είναι καθόλου προφανές ότι η ερμηνεία του δικαίου της ΕΕ που ζητείται εν προκειμένω δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ούτε φαίνεται να είναι η διαφορά για την οποία πρόκειται θεωρητικού χαρακτήρα ( 17 ).
33.
Οσάκις ζητείται η ερμηνεία διατάξεων του δικαίου της ΕΕ από εθνικό δικαστήριο, όπως συμβαίνει με τα ερωτήματα 4 και 5, η αίτηση είναι, κατ’ αρχήν, παραδεκτή ( 18 ). Ο ισχυρισμός ότι δεν είναι εφαρμοστέα μια διάταξη του δικαίου της ΕΕ –όπως η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου– στην υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου δεν αποτελεί ζήτημα παραδεκτού, αλλά μάλλον ζήτημα ουσίας ( 19 ). Επιπλέον, το αν ο νόμος 183/2010 προοριζόταν ή όχι να θέσει σε εφαρμογή την οδηγία 1999/70 δεν ασκεί καμία επιρροή στο ζήτημα του παραδεκτού.
34.
Με βάση τα ανωτέρω, θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων.
Γ – Ερώτημα 4: Η έννοια των «συνθηκών απασχόλησης»
35.
Με το ερώτημα 4, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν ο όρος «συνθήκες απασχόλησης» στο κείμενο της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου καλύπτει τις «συνέπειες εκ της αθέμιτης διακοπής της εργασιακής σχέσεως». Όπως το αντιλαμβάνομαι, το ερώτημα αυτό αφορά το αν αποζημίωση όπως αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της υπό εξέταση διαφοράς υπάγεται στην έννοια των «συνθηκών απασχόλησης» της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου.
36.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι, κατά τη γνώμη μου, καταφατική.
37.
Η οδηγία 1999/70 δεν περιέχει ορισμό του όρου «συνθήκες απασχόλησης» όπως αυτός χρησιμοποιείται στη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου. Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει κατά το παρελθόν την έννοια αυτή.
38.
Στην υπόθεση Del Cerro Alonso ( 20 ), υποβλήθηκε στο Δικαστήριο το ερώτημα αν τα επιδόματα αρχαιότητας (στη συγκεκριμένη περίπτωση, επιδόματα τριετίας) έπρεπε να θεωρηθεί ότι καλύπτονται από την εν λόγω έννοια. Το Δικαστήριο απάντησε καταφατικά, δεχόμενο ότι «τα συστατικά στοιχεία της αμοιβής» καλύπτονται από την έννοια των «συνθηκών απασχόλησης» της ρήτρας 4, παράγραφος 1, της συμφωνίας-πλαισίου ( 21 ).
39.
Στην απόφαση Impact ( 22 ), η οποία αφορούσε το αν οι αμοιβές και οι συντάξεις υπάγονταν στην έννοια των «όρων απασχόλησης» της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε και ανέλυσε την τοποθέτησή του αυτή. Αναφερόμενο στις αμοιβές, δέχθηκε ότι «κατά τον καθορισμό τόσο των συστατικών στοιχείων της αμοιβής όσο και του επιπέδου αυτών των στοιχείων, οι αρμόδιες εθνικές αρχές οφείλουν να εφαρμόζουν επί των εργαζομένων ορισμένου χρόνου την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που καθιερώνει η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου» ( 23 ). Αναφερόμενο δε στις συντάξεις, επικαλούμενο το άρθρο 157 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι εμπίπτουν στην έννοια των «όρων απασχολήσεως» όπως αυτή χρησιμοποιείται στη ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου οι συντάξεις οι καταβαλλόμενες βάσει της σχέσεως εργασίας μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη, αποκλειομένων των συντάξεων που προβλέπει ένα υποχρεωτικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, οι οποίες δεν καταβάλλονται στο πλαίσιο μιας τέτοιας σχέσεως, αλλά μάλλον προς εξυπηρέτηση επιδιώξεων κοινωνικής πολιτικής» ( 24 ).
40.
Το Δικαστήριο έχει επίσης ερμηνεύσει τη διατυπωμένη σχεδόν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου για τη μερική απασχόληση, που προσαρτάται στην οδηγία 97/81/ΕΚ ( 25 ). Στην υπόθεση Bruno κ.λπ. ( 26 ), το τεθέν ερώτημα αφορούσε το αν τα δικαιώματα συντάξεως αποτελούσαν μέρος των «συνθηκών απασχόλησης» των μερικώς απασχολουμένων εργαζομένων στο πλαίσιο της ρήτρας 4 περί απαγορεύσεως των διακρίσεων της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου. Αναπτύσσοντας περισσότερο το ζήτημα των συντάξεων, το Δικαστήριο παρέπεμψε σε νομολογία σχετική με το άρθρο 157 ΣΛΕΕ και, αφού υπενθύμισε τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η αντιμετώπιση των συντάξεων ως «αμοιβών» για τους σκοπούς της διάταξης αυτής, εφάρμοσε τις εν λόγω προϋποθέσεις, κατ’ αναλογίαν, στην ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου για τη μερική απασχόληση. Για το Δικαστήριο, το αποφασιστικό κριτήριο ήταν «αν η σύνταξη καταβάλλεται στον εργαζόμενο λόγω της σχέσεως εργασίας μεταξύ αυτού και του πρώην εργοδότη του, δηλαδή το κριτήριο της σχέσεως εργασίας» ( 27 ).
41.
Κατά τη γνώμη μου, η συλλογιστική αυτή ισχύει και σε σχέση με τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία έχει πολλές ομοιότητες με τη συμφωνία-πλαίσιο για τη μερική απασχόληση. Πράγματι, εκτός του ότι αμφότερες οι αποφάσεις αντλούν έμπνευση από την ίδια πηγή –ήτοι από τη νομολογία του Δικαστηρίου που αναφέρεται στο άρθρο 157 ΣΛΕΕ– το στοιχείο που οδήγησε το Δικαστήριο, στην απόφασή του Bruno κ.λπ., να εφαρμόσει κατ’ αναλογία τη νομολογία Impact ήταν η ομοιότητα μεταξύ των δύο συμφωνιών-πλαισίων ( 28 ).
42.
Θα προσθέσω στο σημείο αυτό ότι το γεγονός ότι μια παροχή προβλέπεται από το νόμο ανεξαρτήτως υπάρξεως σχέσης εργασίας μπορεί να της στερεί τη δυνατότητα να θεωρηθεί ως στοιχείο των «συνθηκών απασχόλησης». Πράγματι, η προαναφερθείσα νομολογία καθιστά λίαν σαφές ότι οι συντάξεις που καταβάλλονται σύμφωνα με εκ του νόμου προβλεπόμενα συστήματα κοινωνικής προστασίας, οι οποίες δεν βασίζονται στην ύπαρξη σχέσεως εργασίας αλλά μάλλον σε λόγους κοινωνικής πολιτικής, δεν καλύπτονται από την έννοια των «συνθηκών απασχόλησης». Δεν βλέπω το λόγο να μην εφαρμοστεί η συλλογιστική αυτή στις κάθε είδους παροχές που καταβάλλονται βάσει εκ του νόμου συστήματος. Ωστόσο, αν μια παροχή στηριζόμενη απευθείας σε νομική ρύθμιση αφορούσε μόνο μια συγκεκριμένη κατηγορία εργαζομένων, αν συνδεόταν άμεσα με τη συμπληρωθείσα περίοδο υπηρεσίας και αν το ποσό της υπολογιζόταν με βάση τον τελευταίο μισθό, τότε θα συνιστούσε οπωσδήποτε «συνθήκη απασχόλησης», αφού θα κυριαρχούσε η σχέση εργασίας και όχι ο κοινωνικός χαρακτήρας της σχετικής νομοθεσίας ( 29 ).
43.
Εν κατακλείδι, το αποφασιστικό κριτήριο για το πότε ένα νομοθετικό μέτρο εμπίπτει στο πεδίο της εννοίας των «συνθηκών απασχόλησης» για τους σκοπούς εφαρμογής της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου περί εργασίας ορισμένου χρόνου είναι το κριτήριο της υπάρξεως σχέσεως εργασίας. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί σχετικώς ότι τα συστατικά μέρη της αμοιβής, το επίπεδο των συστατικών αυτών μερών και οι συντάξεις είναι όλα στοιχεία που εμπίπτουν στο πεδίο της εννοίας αυτής.
44.
Στην υπό εξέταση περίπτωση, η επίμαχη αποζημίωση προβλέπεται στο ιταλικό δίκαιο ως συνέπεια της σχέσης εργασίας μεταξύ της εργαζόμενης με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου και του πρώην εργοδότη της. Αποτελεί, συνεπώς, μια μορφή ετεροχρονισμένης αμοιβής που πληροί το κριτήριο της σύνδεσης με σχέση εργασίας για το οποίο έγινε λόγος στο προηγούμενο σημείο και συνιστά, επομένως, «συνθήκη απασχόλησης».
45.
Επισημαίνω ότι η νομολογία σχετικά με την έννοια της «αμοιβής» στο πλαίσιο του άρθρου 157 ΣΛΕΕ επιβεβαιώνει την άποψη αυτή. Σύμφωνα με την εν λόγω νομολογία, η αποζημίωση που καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο λόγω της απολύσεώς του για οικονομικούς λόγους αποτελεί μορφή ετεροχρονισμένης «αμοιβής» που δικαιούται ο εργαζόμενος λόγω της εργασίας του και η οποία του καταβάλλεται κατά τη διακοπή της εργασιακής σχέσεως προκειμένου να διευκολύνει την προσαρμογή του στις νέες καταστάσεις που προκύπτουν εξ αυτής ( 30 ). Εξάλλου, η επιδικαζόμενη στον εργαζόμενο αποζημίωση για καταχρηστική απόλυση, η οποία αποτελείται από μια βασική αποζημίωση καθώς και από μια αντισταθμιστική αποζημίωση, αποσκοπεί, ιδίως, στο να δοθεί στον εργαζόμενο αυτό που έπρεπε να είχε λάβει αν ο εργοδότης δεν είχε διακόψει παρανόμως τη σχέση εργασίας ( 31 ). Η νομολογία αυτή έχει σημασία σε σχέση με την εξεταζόμενη υπόθεση επειδή ένας από τους σκοπούς της συμφωνίας-πλαισίου είναι να συμβάλει στην προαγωγή της ισότητας ευκαιριών μεταξύ γυναικών και ανδρών λαμβανομένου υπόψη ότι άνω του 50 % των εργαζομένων με σύμβαση ορισμένου χρόνου στην ΕΕ είναι γυναίκες ( 32 ).
46.
Με βάση τα ανωτέρω, η έννοια των «συνθηκών απασχόλησης» στη ρήτρα 4, παράγραφος 1, της συμφωνίας-πλαισίου καλύπτει την αποζημίωση που καταβάλλεται λόγω παράνομης καταγγελίας σύμβασης εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της επίμαχης εν προκειμένω αποζημιώσεως.
Δ – Ερώτημα 5: Ύπαρξη αδικαιολόγητης διαφοράς μεταχείρισης
1. Γενικές παρατηρήσεις
47.
Με το ερώτημα 5, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν «η διαφοροποίηση των συνεπειών που προβλέπει κατά κανόνα η εθνική έννομη τάξη ανάλογα με το αν η αθέμιτη διακοπή αφορά σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου δικαιολογείται, κατά την έννοια της ρήτρας 4» της συμφωνίας-πλαισίου.
48.
Έτσι, το ερώτημα 5 βασίζεται στην προκείμενη ότι υπάρχει «διαφορά» και ότι η διαφορά αυτή συνιστά, εκ πρώτης όψεως, διάκριση κατά την έννοια της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου. Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο ερωτά απλώς αν η διαφορά αυτή μεταχείρισης μπορεί να δικαιολογηθεί κατά την έννοια της ρήτρας 4.
49.
Η διαφορά μεταχείρισης, κατ’ αρχήν, υφίσταται καθόσον το άρθρο 32, παράγραφος 7, του νόμου 183/2010 δεν προβλέπει για τους εργαζόμενους με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου σε επιχειρήσεις με περισσότερους από 15 εργαζόμενους την αυτή μεταχείριση με αυτήν που προβλέπει για τους αντίστοιχους εργαζόμενους με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στο πλαίσιο του άρθρου 18 του νόμου 300/1970. Συγκεκριμένα, με βάση το άρθρο 32, παράγραφος 5, του νόμου 183/2010, η C. Carratù δικαιούται, στην καλύτερη περίπτωση, να εισπράξει αμοιβές 12 μηνών και, ίσως, μόλις 2,5 μηνών. Ωστόσο, κατά το αιτούν δικαστήριο, με βάση το νόμο 300/1970, θα μπορούσε να διεκδικήσει αποζημίωση από την ημερομηνία κατά την οποία αμφισβήτησε το κύρος της ρήτρας ορισμένου χρόνου της σύμβασης εργασίας, δηλαδή, θα είχε δικαίωμα να απαιτήσει πλήρεις αμοιβές τουλάχιστον οκτώ ετών ( 33 ).
50.
Η προκείμενη επί της οποίας το αιτούν δικαστήριο βασίζει τα ερωτήματά του δεν μπορεί να γίνει δεκτή κατά γράμμα. Είναι ανάγκη πρώτα να εξεταστεί αν μια παράνομη απόλυση μπορεί πράγματι να εξομοιωθεί με την παράνομη εγγραφή ρήτρας ορισμένου χρόνου σε μια σύμβαση εργασίας. Όπως προανέφερα, δεν θεωρώ ότι αυτό είναι δυνατό.
51.
Στη συνέχεια, προτού επιστρέψω στον ισχυρισμό περί υπάρξεως διακρίσεως, θα προβώ σε κάποιες γενικές παρατηρήσεις σχετικά με τη διάταξη περί απαγορεύσεως των διακρίσεων της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου.
52.
Η αρχή της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων επιτάσσει, αφενός, να μην εφαρμόζονται διαφορετικοί κανόνες σε παρεμφερείς καταστάσεις και, αφετέρου, να μην εφαρμόζεται ο ίδιος κανόνας σε διαφορετικές καταστάσεις. Τέτοια αντιμετώπιση θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνον αν στηριζόταν σε αντικειμενικά στοιχεία, ανεξαρτήτως της ιθαγένειας των ενδιαφερομένων και ήταν ανάλογη προς τον θεμιτώς επιδιωκόμενο σκοπό. ( 34 )
53.
Ωστόσο, η έννοια της απαγόρευσης των διακρίσεων όπως χρησιμοποιείται στη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου είναι κάπως πιο περιοριστική. Πρώτον, το πεδίο της περιορίζεται στις «συνθήκες απασχόλησης». Δεύτερον, προβλέπει ότι οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται «με λιγότερο ευνοϊκό τρόπο». Τέλος, η χρήση της έκφρασης «για τον λόγο και μόνον», εκτός του ότι ενέχει απαίτηση αιτιώδους συνάφειας, δείχνει μάλλον ότι δεν είναι δυνατό να υφίστανται άλλοι θεμιτοί λόγοι που να μπορούν να δικαιολογήσουν τη μεταχείριση που καταγγέλλεται ότι ενέχει διακρίσεις.
54.
Η έκφραση «λιγότερο ευνοϊκή» δεν καθιστά σαφές αν η μεταχείριση πρέπει να μην είναι λιγότερο ευνοϊκή εν γένει ή υπάρχει παράβαση της εν λόγω διάταξης αν η μεταχείριση είναι λιγότερο ευνοϊκή απλώς σε μια συγκεκριμένη περίπτωση. Πράγματι, η Poste Italiane και η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι η νομική κατάσταση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου στην Ιταλία έχει γενικώς βελτιωθεί με τον νόμο 183/2010. Ωστόσο, όπως τόνισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το αν η έννομη προστασία που παρέχεται στους εργαζομένους με σύμβαση ορισμένου χρόνου έχει γενικώς αυξηθεί ή μειωθεί υπάγεται μάλλον στο πεδίο της ρήτρας 8, παράγραφος 3, της συμφωνίας-πλαισίου (η «ρήτρα μη χειροτέρευσης») ( 35 ). Επομένως, θεωρώ ορθότερη την υιοθέτηση της ατομικής προσέγγισης ( 36 ).
55.
Επιπλέον, η εφαρμογή του κριτηρίου αυτού απαιτεί την εξεύρεση ενός «αντίστοιχου εργαζόμενου [απασχολούμενου με σύμβαση] αορίστου χρόνου». Με βάση τους ορισμούς που περιέχονται στη ρήτρα 3, παράγραφος 2, της συμφωνίας-πλαισίου, με τον όρο «αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου» νοείται, όποτε αυτό είναι δυνατό, «εργαζόμενος που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση, και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων». Το τελευταίο μέρος του ορισμού αυτού φαίνεται να αφήνει σημαντικά περιθώρια διακριτικής ευχέρειας.
56.
Επομένως, η έννοια των διακρίσεων στην οδηγία 1999/70 υπόκειται σε μια σειρά ειδικών παραμέτρων. Η σχετική εκτίμηση μπορεί σε μερικές περιπτώσεις να αποδεικνύεται αρκετά περίπλοκη.
57.
Στην πράξη, ωστόσο, το Δικαστήριο προβαίνει στην εκτίμηση αυτή με σχετικά απλό τρόπο. Προκειμένου να εκτιμηθεί εάν οι εμπλεκόμενοι εργαζόμενοι παρέχουν πανομοιότυπη ή παρόμοια εργασία υπό την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου, πρέπει, κατ’ εφαρμογή της ρήτρας 3, σημείο 2, και της ρήτρας 4, σημείο 1, αυτής, να εξεταστεί εάν, λαμβανομένου υπόψη ενός συνόλου παραγόντων, όπως είναι η φύση της εργασίας, η κατάρτιση και οι όροι εργασίας, οι εργαζόμενοι αυτοί μπορούν να θεωρηθούν ως ευρισκόμενοι σε συγκρίσιμη κατάσταση ( 37 ).
58.
Με βάση τις παρατηρήσεις αυτές, θα εξετάσω στη συνέχεια αν στην υπό εκδίκαση υπόθεση συντρέχει περίπτωση διακρίσεως.
2. Συντρέχει στην υπό εκδίκαση υπόθεση περίπτωση εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων;
α) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
59.
Είναι χρήσιμο να ξεκινήσω υπενθυμίζοντας συνοπτικά τη συλλογιστική που ακολουθεί το αιτούν δικαστήριο προκειμένου να διαπιστώσει ποια θα ήταν η πλέον ευνοϊκή έκβαση από άποψη αποζημιώσεως για την C. Carratù. Πράγματι, φαίνεται, με βάση τις πληροφορίες που παρέχει η Διάταξη περί παραπομπής σχετικά με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, ότι για να καταλήξει στο πλέον ευνοϊκό αποτέλεσμα για την ενάγουσα το δικαστήριο πρέπει να:
—
κηρύξει τη ρήτρα περί ορισμένης διάρκειας της σύμβασης εργασίας άκυρη με βάση το άρθρο 1, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος 368/2001 και, συνεπώς, να αναγνωρίσει ότι η σύμβαση είναι πλέον σύμβαση αορίστου χρόνου,
—
να συγκρίνει την κατάσταση της C. Carratù στο πλαίσιο του άρθρου 4 της συμφωνίας-πλαισίου με την κατάσταση ενός παρανόμως απολυθέντος εργαζομένου με σύμβαση αορίστου χρόνου σε επιχείρηση με περισσότερους από 15 εργαζόμενους κατά την έννοια του άρθρου 18 του νόμου 300/1970 και
—
να διαπιστώσει παραβίαση της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου και, συνεπώς, να αναγνωρίσει την ύπαρξη δικαιώματος επανεντάξεως και καταβολής ολόκληρης της αμοιβής από την ημέρα απολύσεως μέχρι την πραγματική επανένταξη κατά το άρθρο 18 του νόμου 300/1970.
60.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο το αιτούν δικαστήριο συγκεράζει πλείονα χωριστά μέτρα θεραπείας που πηγάζουν από την παράνομη εισαγωγή μιας ρήτρας περί ορισμένης διάρκειας σε σύμβαση εργασίας, ήτοι i) το δικαίωμα για (χρηματική) αποζημίωση για την παράνομη ρήτρα περί ορισμένης διάρκειας της συμβάσεως, ii) το δικαίωμα για μετατροπή της σύμβασης ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου και iii) το δικαίωμα για επανένταξη στην περίπτωση παράνομης απολύσεως, το οποίο περιλαμβάνει καταβολή του συνόλου των αμοιβών για τον μεσολαβήσαντα χρόνο, εφόσον στη συγκεκριμένη επιχείρηση απασχολούνται περισσότεροι από 15 εργαζόμενοι.
61.
Θα υπενθυμίσω, κατ’ αρχάς, ότι, κατά πάγια νομολογία, η σύμβαση-πλαίσιο δεν καθιερώνει γενική υποχρέωση για τα κράτη μέλη να προβλέπουν τη μετατροπή συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ( 38 ). Το αυτό ισχύει a fortiori επίσης όσον αφορά τα δικαιώματα εκ του άρθρου 18 του νόμου 300/1970 για επανένταξη και καταβολή αμοιβών για τον χρόνο μεταξύ απολύσεως και επανεντάξεως. Τα εν λόγω δικαιώματα δεν πηγάζουν από τη συμφωνία-πλαίσιο αλλά μάλλον από το εθνικό δίκαιο, το δε Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο ούτε να προσδιορίσει τις συνέπειες που παράγονται με βάση το εθνικό δίκαιο. Υπό την έννοια αυτή, η ρήτρα 4 επιβάλλει ίση μεταχείριση, όχι «πλέον ευνοϊκή» μεταχείριση.
β) Η σύγκριση των επίμαχων συμβατικών σχέσεων και παραβάσεων
62.
Σε πιο στοιχειώδες επίπεδο, η παρούσα υπόθεση θέτει το ζήτημα των περιορισμών των συνεπειών της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου. Ορισμένοι από τους μετέχοντες στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου θίγουν το ζήτημα αυτό, καίτοι με έμμεσο τρόπο.
63.
Στις έγγραφες παρατηρήσεις της, η Επιτροπή θέτει το ερώτημα αν, σε υποθέσεις όπως αυτή που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, δεν συνιστά αντικειμενική δικαιολογία το γεγονός ότι αντίστοιχοι εργαζόμενοι με σύμβαση αορίστου χρόνου που έχουν απολυθεί παρανόμως –σε αντιδιαστολή προς εργαζόμενους απασχολούμενους με παράνομες συμβάσεις ορισμένου χρόνου– πιστεύουν θεμιτώς περισσότερο στη σταθερότητα της εργασιακής τους σχέσης και, συνεπώς, στην πιθανότητα να εισπράξουν αμοιβές πέραν του χρόνου διαρκείας της συμβάσεως ( 39 ). Κατ’ ουσίαν, η Poste Italiane προβάλλει το ίδιο επιχείρημα.
64.
Η Ιταλική Κυβέρνηση υιοθετεί παρόμοια άποψη, ισχυριζόμενη ότι, σε αντίθεση με τους εργαζομένους με σύμβαση αορίστου χρόνου, οι εργαζόμενοι με σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν μπορούν να προσδοκούν ότι η σύμβασή τους θα συνεχιστεί. Ομοίως, η Πολωνική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, προκειμένου για συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι συμβαλλόμενοι δεν επιθυμούν να δημιουργήσουν μακροχρόνια, αόριστης διάρκειας έννομη σχέση.
65.
Ο δικηγόρος της C. Carratù δεν εξέφρασε γνώμη επί του ζητήματος.
66.
Θα συμφωνήσω με τη βασική τοποθέτηση που εξέφρασε η Poste Italiane, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Όσον αφορά το ποσό της αποζημιώσεως για την παράνομη λύση μιας σχέσης εργασίας, οι εργαζόμενοι με σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν δικαιούνται κατά κανόνα να έχουν τις ίδιες προσδοκίες με τους αντίστοιχους εργαζόμενους που απασχολούνται με σύμβαση αορίστου χρόνου.
67.
Πρέπει να ομολογήσω, ωστόσο, ότι έχω σοβαρότερες δυσκολίες να αποδεχθώ ότι η παρούσα υπόθεση αφορά «διάκριση» η οποία πρέπει να «δικαιολογείται αντικειμενικά» για να μην κριθεί παράνομη κατά την έννοια της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου. Πράγματι, για να επανέλθω στα σχόλια που εξέθεσα στο σημείο 61 ανωτέρω, δεν μου είναι δυνατό να συγκρίνω την παράνομη απόλυση με την παράνομη εγγραφή ρήτρας περί ορισμένης διαρκείας της σύμβασης εργασίας.
68.
Βεβαίως, αμφότερες οι εν λόγω συμβάσεις τερματίζονται συνεπεία παράνομης συμπεριφοράς. Παρά ταύτα, αν δεν ληφθεί υπόψη το στοιχείο αυτό, υπό κανονικές συνθήκες, μια μόνο από τις συμβάσεις θα είχε παραμείνει σε λειτουργία. Εκτός αυτού, οι συζητούμενες εν προκειμένω παράνομες ενέργειες έχουν αρκετά διαφορετικές μορφές. Η παράνομη απόλυση είναι μια παράνομη μονομερής διακοπή εκ μέρους του εργοδότη μιας κατά τα άλλα ισχυρής και διαρκούς σχέσης εργασίας. Αντίθετα, μια παράνομη ρήτρα περί ορισμένης διάρκειας της σύμβασης αφορά τη σύναψη της ίδιας της σύμβασης, η οποία θα πρέπει να λήξει αυτομάτως κατά τον χρόνο που επιλέγουν αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι και όπου η παρανομία ανακύπτει είτε ab initio είτε μετά τη σύναψη της συμβάσεως, ανάλογα με το σχετικό εθνικό δίκαιο (το οποίο μπορεί και να περιέχει τυπικούς κανόνες, όπως δείχνει η παρούσα υπόθεση). Επομένως, σε αντίθεση με την παράνομη απόλυση, φαίνεται ότι αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι μπορεί να ευθύνονται για την παρανομία. Οι μόνες πραγματικά συγκρίσιμες καταστάσεις θα ήταν, αφενός, η παράνομη απόλυση ενός εργαζομένου που απασχολείται με σύμβαση αορίστου χρόνου και, αφετέρου, η πρόωρη παράνομη απόλυση εργαζομένου που απασχολείται με πολύ μακράς διαρκείας σύμβαση ορισμένου χρόνου ( 40 ).
69.
Όσον αφορά τα βασικά χαρακτηριστικά των συμβάσεων, μια σύμβαση ορισμένου χρόνου απλούστατα δεν είναι το ίδιο με μια σύμβαση αορίστου χρόνου. Το Δικαστήριο φαίνεται να αναγνωρίζει και αυτό τις διαφορές αυτές. Όταν μια σύμβαση ορισμένου χρόνου φτάνει στο τέλος της διάρκειάς της, η μη ανανέωσή της έχει γίνει δεκτό ότι, κατ’ αρχήν, δεν είναι συγκρίσιμη με απόλυση ( 41 ). Η εφαρμογή της ρήτρας απαγορεύσεως των διακρίσεων δεν μπορεί να «θεραπεύσει» τη διαφορά μεταξύ μη ανανέωσης και απολύσεως χωρίς να καταργήσει εντελώς τις εγγενείς διαφορές μεταξύ των δύο τύπων συμβάσεων. Οι διαφορές αυτές δεν εμπίπτουν, κατά τη γνώμη μου, σε καμία περίπτωση στο πεδίο εφαρμογής της προστασίας κατά των διακρίσεων που προβλέπεται στη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου. Στη συνέχεια θα προσπαθήσω να καταδείξω το γιατί.
70.
Οι απασχολούμενοι με σύμβαση ορισμένου χρόνου, σε αντίθεση με τους μερικώς απασχολουμένους, μπορεί κάλλιστα να εργάζονται με τα ίδια πλήρη εβδομαδιαία ή μηνιαία ωράρια όπως οι αντίστοιχοι εργαζόμενοι με σύμβαση αορίστου χρόνου. Ωστόσο, σε αντίθεση με τη σύμβαση μερικής απασχόλησης, η σύμβαση ορισμένου χρόνου προορίζεται να λυθεί σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, σύμφωνα με τη βούληση αμφοτέρων των συμβαλλομένων. Ένα τέτοιο εργαλείο επιτρέπει τόσο στον εργοδότη όσο και στον εργαζόμενο να κάνουν σχέδια εκ των προτέρων έχοντας υπόψη την προγραμματισμένη λήξη της σχέσης εργασίας.
71.
Προφανώς, με βάση αμοιβαία συμφωνία, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου είναι δυνατό να διαρκέσουν πλείονα έτη και, συνεπώς, δεν είναι αναγκαστικά βραχύτερης διάρκειας. Ωστόσο, δεν είναι εντελώς αβάσιμο το επιχείρημα ότι, σε βάθος χρόνου, οι εργαζόμενοι με σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να θεωρηθεί κατά κανόνα ότι έχουν εργαστεί για τον ίδιο εργοδότη στην ίδια έκταση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους που απασχολούνται με σύμβαση αορίστου χρόνου.
72.
Αυτή είναι η λογική στην οποία βασίζεται ο κανόνας pro rata temporis της ρήτρας 4, παράγραφος 2, της συμφωνίας-πλαισίου. Ο κανόνας αυτός μπορεί να εφαρμόζεται μόνο σε διαιρετές παροχές (στις οποίες περιλαμβάνονται, ιδίως, χρηματικές παροχές όπως αποδοχές, προσαυξήσεις μισθών και ορισμένες έκτακτες αμοιβές) ( 42 ), πράγμα που σημαίνει ότι η παροχή εργασίας μειώνεται αντίστοιχα ( 43 ). Συνεπώς, εμπεριέχεται σιωπηρά στο ίδιο το σύστημα της συμφωνίας-πλαισίου ότι, μακροχρονίως, οι απασχολούμενοι με σύμβαση ορισμένου χρόνου μπορεί να εργαστούν λιγότερο απ’ ό,τι οι αντίστοιχοι απασχολούμενοι με σύμβαση αορίστου χρόνου.
73.
Επιπλέον, από την άποψη του εργατικού δικαίου αυτού καθαυτού, δεν είναι καθόλου ασύνηθες, κατά κανόνα, να αυξάνει η προστασία των εργαζομένων σταδιακά, συμβαδίζοντας με τη διάρκεια της υπηρεσίας τους (αρχαιότητα) ( 44 ). Ανάλογα με τις περιστάσεις, όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια υπηρεσίας τόσο μακρύτερη είναι η προθεσμία προειδοποίησης που πρέπει να τηρήσει ο εργοδότης σε περίπτωση απολύσεως και τόσο υψηλότερο το ποσό της (χρηματικής) αποζημιώσεως σε περίπτωση παράνομης απολύσεως. Κατά συνέπεια, δεν στοιχειοθετούν διάκριση όλες οι διαφορές που συνδέονται με τη διάρκεια της απασχόλησης ( 45 ).
74.
Στην περίπτωση συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, ο εργοδότης και ο εργαζόμενος έχουν συμφωνήσει να μη συνάψουν μόνιμη σχέση απασχόλησης. Επομένως, η αμοιβή εργαζομένου με σύμβαση ορισμένου χρόνου υπάρχει η πρόθεση να σταματήσει να καταβάλλεται σε κάποιο προκαθορισμένο χρονικό σημείο. Συνακόλουθο αυτού είναι ότι οι εργαζόμενοι με σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν μπορούν ευλόγως να προσδοκούν η αποζημίωση για παράνομη εγγραφή ρήτρας ορισμένου χρόνου να είναι ίδια με την αποζημίωση που οφείλεται στην περίπτωση παράνομης απολύσεως ενός εργαζομένου με σύμβαση αορίστου χρόνου.
75.
Στην άποψη αυτή μπορεί, βεβαίως, να αντιταχθεί ορθώς ότι ο εργαζόμενος είναι ο πλέον αδύνατος συμβαλλόμενος στη σχέση εργασίας ( 46 ). Οι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου αποτελούν τη γενική μορφή εργασιακών σχέσεων και συμβάλλουν στην ποιότητα ζωής των εργαζομένων και βελτιώνουν την απόδοση ( 47 ). Επιπλέον, ο σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι να βελτιώσει την ποιότητα της εργασίας ορισμένου χρόνου εξασφαλίζοντας την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων ( 48 ).
76.
Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η χρησιμοποίηση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αυτή καθαυτή δεν είναι παράνομη. Οι συμβάσεις αυτού του είδους παρέχουν όντως κάποιου βαθμού ευελιξία στις αγορές εργασίας των διαφόρων κρατών μελών. ( 49 ) Αναλόγως των περιστάσεων, μια σύμβαση ορισμένου χρόνου μπορεί να αποτελέσει ενδιάμεσο σταθμό προς σύμβαση αορίστου χρόνου ( 50 ). Παραταύτα, ο σκοπός της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου δεν είναι απαραίτητα να δημιουργήσει θέσεις εργασίας αόριστης διάρκειας ( 51 ). Στην πραγματικότητα, στο σκοπό της συμφωνίας-πλαισίου αντίκεινται μόνο αδικαιολόγητες διαφορές μεταχείρισης των εργαζομένων ορισμένου χρόνου όσον αφορά τις συνθήκες εργασίας τους (βλ. ρήτρα 4) ή καταχρηστική χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ. ρήτρα 5).
77.
Για τους λόγους αυτούς, η λήξη της διάρκειας μιας σύμβασης ορισμένου χρόνου δεν συνιστά διάκριση, αφού αποτελεί ειδοποιό στοιχείο της σύμβασης ορισμένου χρόνου ( 52 ). Αυτό είναι επίσης αληθές όσον αφορά την επίδικη αποζημίωση, η οποία, μολονότι συνδέεται άμεσα με τη λήξη της σύμβασης, είναι καταβλητέα επειδή, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η ρήτρα περί ορισμένης διάρκειας της σύμβασης ήταν παράνομη. Μια διαφορετική τοποθέτηση θα δημιουργούσε την εντύπωση ότι τέτοιες ρήτρες πρέπει κατά κανόνα να θεωρούνται άκυρες.
78.
Με βάση τα προεκτεθέντα, δεν θεωρώ ότι η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου απαγορεύει εθνικούς κανόνες κατά τους οποίους η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί συνεπεία παράνομης εγγραφής σε σύμβαση εργασίας ρήτρας περί ορισμένης διάρκειας αυτής περιορίζεται μεταξύ αμοιβών 2,5 και 12 μηνών, αφού οι κανόνες αυτοί δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης.
γ) Η σύγκριση των καθεστώτων που εφαρμόζονται σε εργαζομένους ορισμένου και αορίστου χρόνου αντιστοίχως
79.
Ωστόσο, αν το Δικαστήριο, για λόγους αρχής, καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα και εξομοιώσει την ύπαρξη παράνομης ρήτρας περί ορισμένης διάρκειας με παράνομη απόλυση, θα εξηγήσω γιατί, σε κάθε περίπτωση, τα διαφορετικά καθεστώτα απασχόλησης που εξετάζονται εν προκειμένω δεν μπορούν λογικά να εξομοιωθούν για τους σκοπούς εφαρμογής της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου.
80.
Το αν υφίσταται διαφορά μεταχείρισης εξαρτάται από το ακόλουθο ερώτημα: Πρόκειται η C. Carratù, συνεπεία και μόνο του καθεστώτος απασχολήσεώς της με σύμβαση ορισμένου χρόνου, να εισπράξει λιγότερο ευνοϊκή αποζημίωση σε σχέση με αυτήν που θα εδικαιούτο να λάβει παρανόμως απολυθείς εργαζόμενος με σύμβαση αορίστου χρόνου με ανάλογες δεξιότητες, ο οποίος θα είχε εργαστεί για παρόμοια διάρκεια και εκτελέσει παρόμοια καθήκοντα;
81.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι εύκολη.
82.
Δεδομένου ότι η εξεταζόμενη υπόθεση αφορά «σχετικώς μεγάλη» επιχείρηση, θα περιορίσω τις παρατηρήσεις μου σε επιχειρήσεις με περισσότερους των 15 εργαζομένους, ήτοι, στις επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται το άρθρο 18 του νόμου 300/1970.
83.
Στην περίπτωση εργαζομένων υποκειμένων σε παράνομη ρήτρα περί ορισμένης διαρκείας της συμβάσεως, η σύμβαση θα μετατρεπόταν –συνεπεία της ακυρότητας της ρήτρας περί ορισμένης διαρκείας σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος 368/2001– σε σύμβαση αορίστου χρόνου, με αποτέλεσμα να ισχύει προστασία υψηλότερου επιπέδου για το μέλλον.
84.
Όσο για το ζήτημα της οφειλόμενης αποζημιώσεως, φαίνεται ότι ρυθμίζεται ρητά από το άρθρο 32, παράγραφος 5, του νόμου 183/2010. Η αποζημίωση αυτή μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τον αριθμό των εργαζομένων, το μέγεθος της επιχείρησης και την αρχαιότητα του εργαζομένου. Κατά τη διάταξη αυτή, η C. Carratù θα ελάμβανε αμοιβές κατ’ ελάχιστον 2,5 μηνών και στην καλύτερη περίπτωση 12 μηνών.
85.
Αν, αντ’ αυτού, η C. Carratù είχε απολυθεί παρανόμως στο πλαίσιο σύμβασης αορίστου χρόνου, θα εδικαιούτο να επανενταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 18 του νόμου 300/1970. Ωστόσο, το πόσο θα ήταν το ύψος της αποζημιώσεως δεν θα ήταν σαφές. Κατά το άρθρο 18 του νόμου 300/1970, υπό τις συνθήκες αυτές, ένας εργαζόμενος θα εδικαιούτο αμοιβές 5 μηνών τουλάχιστον. Ωστόσο, ο εν λόγω εργαζόμενος θα εδικαιούτο επίσης να αποζημιωθεί για το μεσολαβούν διάστημα και το ποσό της αποζημιώσεως θα αυξανόταν επ’ αόριστον μέχρι την πραγματική επανένταξή του. Μετά τη διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα της απολύσεως, ο εργαζόμενος θα εδικαιούτο περαιτέρω να αρνηθεί την επανένταξη και να εισπράξει αμοιβές 15 μηνών επιπλέον της αποζημιώσεως για το μεσολαβήσαν διάστημα.
86.
Καίτοι αμοιβές 5 μηνών είναι το κατώτερο όριο κατά το άρθρο 18 του νόμου 300/1970, δεν υπάρχει ανώτατο όριο. Πράγματι, σε περίπτωση επανεντάξεως, η εν λόγω διάταξη δεν προβλέπει ανώτατο όριο αποζημιώσεως. Το ποσό μπορεί, επομένως, να αντικατοπτρίζει αστάθμητους παράγοντες όπως είναι η ταχύτητα της ένδικης διαδικασίας, η άρνηση του εργοδότη να αναγνωρίσει τον παράνομο χαρακτήρα της απολύσεως ή το πότε ο εργαζόμενος θα αποφασίσει να κινήσει ένδικη διαδικασία. Η αβεβαιότητα αυτή καθιστά αδύνατο να οριστεί ανώτατο επίπεδο αποζημιώσεως κατάλληλο για όλες τις περιπτώσεις.
87.
Αν συγκριθούν προσεκτικότερα τα δύο καθεστώτα, θα μπορούσε να συναχθεί ότι οι κανόνες αυτοί συνήθως συνεπάγονται για παρανόμως απολυθέντα εργαζόμενο με σύμβαση αορίστου χρόνου επίπεδο αποζημιώσεως που είναι υψηλότερο και, συνεπώς, περισσότερο ευνοϊκό από αυτό που προβλέπεται για εργαζόμενο με σύμβαση ορισμένου χρόνου κατά το άρθρο 32, παράγραφος 5, του νόμου 183/2010. Εντούτοις, ένα τέτοιο συμπέρασμα δεν θα ίσχυε για όλες τις περιπτώσεις. Πράγματι, αν ο παρανόμως απολυθείς εργαζόμενος επανεντασσόταν μετά από λίγους μόνο μήνες, η αποζημίωσή του θα μπορούσε κάλλιστα να είναι χαμηλότερη από την αποζημίωση που θα οφειλόταν για επιβολή παράνομης ρήτρας περί ορισμένης διάρκειας της συμβάσεως εργασίας ( 53 ).
88.
Επιπλέον, όπως επιβεβαιώθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και στη νομολογία του Corte Costituzionale ( 54 ) (Συνταγματικό Δικαστήριο) (Ιταλία), η αποζημίωση που καταβάλλεται στον εργαζόμενο για το μεσοδιάστημα δυνάμει του άρθρου 18 του νόμου 300/1970 υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε μειώσεις εφόσον αυτός εισπράττει άλλες αμοιβές. Επομένως, οποιαδήποτε απολαβή κατά την ενδιάμεση περίοδο κινδυνεύει να καταστεί αντικείμενο συμψηφισμού. Αντιθέτως, σύμφωνα με την ίδια νομολογία του Corte Costituzionale, η αποζημίωση που καταβάλλεται δυνάμει του άρθρου 32, παράγραφος 5, του νόμου 183/2010 έχει σαφώς χαρακτήρα κύρωσης. Οφείλεται σε όλες τις περιπτώσεις, ακόμη και αν δεν υπάρχει ζημία, αν ο εργαζόμενος βρήκε γρήγορα άλλη εργασία. Συνεπώς, η αποζημίωση αυτή έχει λιγότερο το χαρακτήρα αποζημιώσεως για την αποκατάσταση πράγματι επελθούσης ζημίας και μοιάζει περισσότερο με κατ’ αποκοπήν αντισταθμιστική καταβολή. Σε αντίθεση με την αποζημίωση για παράνομη απόλυση, το ύψος της αποζημιώσεως για σύναψη παράνομης ρήτρας περί ορισμένης διάρκειας της σύμβασης, το οποίο προσδιορίζεται νομοθετικά, παρέχει ασφάλεια δικαίου και εξασφαλίζει διαδικαστική ταχύτητα κατά τη διεκπεραίωση των υποθέσεων αυτών. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση αναφέρθηκε επίσης ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση ορισμένου χρόνου έχει πάντα τη δυνατότητα να εναγάγει τον εργοδότη του για ζημίες υπερβαίνουσες το ποσό της αποζημιώσεως που προβλέπεται στον νόμο 183/2010, με βάση τους κοινούς κανόνες της ιταλικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
89.
Εξάλλου, θεωρώ ότι είναι προβληματικό να στηρίζεται η σύγκριση μεταξύ των διαφορετικών καθεστώτων στην υπόθεση ότι ένας παρανόμως απολυθείς εργαζόμενος με σύμβαση αορίστου χρόνου θα ασκήσει οπωσδήποτε το δικαίωμα να αρνηθεί την επανένταξη προτιμώντας να εισπράξει τις αμοιβές 15 μηνών –«να πάρει τα χρήματα και να φύγει», κατά το κοινώς λεγόμενο. Δεν είναι απίθανο ο εν λόγω εργαζόμενος να προτιμήσει να παραμείνει στην εργασία του (ιδίως σε εποχές οικονομικής ύφεσης), εξουδετερώνοντας έτσι το υποτιθέμενο πλεονέκτημα έναντι εργαζομένου με σύμβαση περιέχουσα παρανόμως περιληφθείσα ρήτρα περί ορισμένης διάρκειας.
90.
Έχοντας υπόψη τους διάφορους παράγοντες που προανέφερα, είναι αδύνατο, κατά τη γνώμη μου, να συγκριθούν in abstracto τα διάφορα καθεστώτα αποζημιώσεως που εφαρμόζονται, αφενός, σε περιπτώσεις παρανόμως απολυθέντων εργαζομένων με σύμβαση αορίστου χρόνου και, αφετέρου, σε περιπτώσεις εργαζομένων με παράνομη σύμβαση ορισμένου χρόνου, η δυσκολία είναι δε ακόμη μεγαλύτερη προκειμένου για την εκτίμηση του ποιο από τα καθεστώτα αυτά είναι περισσότερο ευνοϊκό. Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να κάνει ακριβώς αυτό.
91.
Στην ουσία, το αιτούν δικαστήριο θα ήθελε να ελεγχθεί από το παρόν Δικαστήριο αν είναι δίκαιο το γεγονός ότι ο χρόνος που δαπανάται για τη διαχείριση του ζητήματος της παράνομης λύσης της σύμβασης εργασίας σημαίνει ότι, συνολικά, οι παρανόμως απολυθέντες εργαζόμενοι με σύμβαση αορίστου χρόνου έχουν πλεονέκτημα έναντι των εργαζομένων που απασχολούνται βάσει παράνομης σύμβασης ορισμένου χρόνου, καθότι εισπράττουν αντισταθμιστική παροχή στο μεσοδιάστημα. Εγώ από την πλευρά μου όμως θα επισημάνω, πρώτον, ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η διακριτική ευχέρεια την οποία παρέχει στα κράτη μέλη η οδηγία 1999/70 ( 55 ), ιδίως όσον αφορά την ανάγκη να διατηρήσουν την ευελιξία των αγορών εργασίας τους. Δεύτερον, θα επισημάνω ότι η συγκρισιμότητα υπό περιστάσεις όπως αυτές της εξεταζόμενης περίπτωσης, –η οποία αφορά την κατάσταση ενός συγκεκριμένου ιδιώτη και όχι διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, σχετικά με το συμβατό της νομοθεσίας κράτους μέλους με τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου ( 56 )– απαιτεί όχι μια γενική και αφηρημένη, αλλά ειδική και συγκεκριμένη εκτίμηση, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της παροχής για την οποία πρόκειται, όπως καταδείχθηκε στα σημεία 79 έως 89 ανωτέρω ( 57 ).
92.
Για όλους τους λόγους που εκτίθενται ανωτέρω, το μόνο συμπέρασμα που μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να συναχθεί είναι ότι οι περιστάσεις της εξεταζόμενης υπόθεσης δεν στοιχειοθετούν διάκριση για τους σκοπούς εφαρμογής της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου.
93.
Συνεπώς, στο ερώτημα 5 προτείνω να δοθεί η απάντηση ότι η ρήτρα 4, παράγραφος 1, της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει, σε καταστάσεις όπως αυτή που αφορά η κύρια δίκη, εθνικούς κανόνες με βάση τους οποίους η καταβλητέα αποζημίωση για την παράνομη εγγραφή σε σύμβαση εργασίας ρήτρας περί ορισμένης διάρκειας αυτής περιορίζεται σε ποσό αμοιβών μεταξύ 2,5 και 12 μηνών.
3. Συνέπειες για το ερώτημα 1
94.
Όπως ανέφερα στο σημείο 23, εκ πρώτης όψεως, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί για το αν συμβιβάζονται με την αρχή της ισοδυναμίας κανόνες του εθνικού δικαίου που σκοπούν να εξασφαλίσουν επανόρθωση, αφενός, για τις συνέπειες ρητρών περί ορισμένης διάρκειας που είναι παράνομες με βάση την οδηγία 1999/70 και, αφετέρου, για τις συνέπειες ρητρών που είναι παράνομες με βάση το κοινό ενοχικό δίκαιο.
95.
Φαίνεται, ωστόσο, ότι το αιτούν δικαστήριο στην πραγματικότητα θέλει να αποφανθεί το Δικαστήριο ξανά –αλλά αυτή τη φορά μόνο σε σχέση με την αρχή της ισοδυναμίας– για το αν είναι δίκαιο το ότι, συνολικά, ο χρόνος που απαιτείται για να επιτευχθεί θεραπεία των συνεπειών της παράνομης καταγγελίας μιας σύμβασης περιάγει τους εργαζόμενους που απασχολούνται με παράνομη σύμβαση ορισμένου χρόνου σε δυσμενή θέση. Αυτό καθίσταται σαφές αν ληφθεί υπόψη ότι το άρθρο 32, παράγραφος 3, του νόμου 183/2010 προβαίνει σε παραπομπή [renvoi] στο άρθρο 32, παράγραφος 1, και ότι, συνεπώς, οι δικονομικοί κανόνες που διέπουν αγωγές για την αναγνώριση της ακυρότητας της ημερομηνίας λήξεως που ορίζεται σε σύμβαση εργασίας είναι οι ίδιοι με αυτούς που διέπουν τις αγωγές με τις οποίες αμφισβητείται η απόλυση.
96.
Υπό τις συνθήκες αυτές, λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που προτείνω να δοθεί στο ερώτημα 5, παρέλκει η απάντηση στο ερώτημα αυτό.
4. Συνέπειες για τα ερωτήματα 2, 3 και 6
97.
Όπως το ερώτημα 1, και τα ερωτήματα αυτά κατά κάποιο τρόπο αφορούν το αν είναι δίκαια η μακρά διάρκεια των δικών στην περίπτωση των εργαζομένων με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Συμφωνώ, επομένως, με την Επιτροπή ότι, λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως στο ερώτημα 5, παρέλκουν οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά ( 58 ).
Ερώτημα 7: Η έννοια του «κρατικού οργανισμού»
98.
Με το ερώτημα 7, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν η ενάγουσα μπορεί να επικαλεστεί απευθείας την οδηγία 1999/70 στην αγωγή της κατά της Poste Italiane ως «κρατικού οργανισμού». Η Poste Italiane αμφισβητεί έντονα τη δυνατότητα αυτή ( 59 ).
99.
Πρέπει να ομολογήσω ότι δυσκολεύομαι να αντιληφθώ γιατί υποβλήθηκε το ερώτημα αυτό στο Δικαστήριο.
100.
Πράγματι, κανένας από τους διαδίκους δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι το νομοθετικό διάταγμα 368/2001 μετέφερε την οδηγία 1999/70 στο ιταλικό δίκαιο. Εκτός από την άποψη ότι ο νόμος 183/2010 δεν συμβιβάζεται με τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, ουδέποτε υποστηρίχθηκε ότι η οδηγία 1999/70 δεν μεταφέρθηκε ορθά στο ιταλικό δίκαιο. Ούτε η διατύπωση των ερωτημάτων ούτε η διάταξη περί παραπομπής αναφέρονται στο ζήτημα αυτό και, υπό το φώς της απαντήσεως που προτείνω να δοθεί στο ερώτημα 5, δεν θεωρώ ότι ο νόμος αυτός υπονομεύει την εφαρμογή στην Ιταλία της εν λόγω οδηγίας. Επιπλέον, η Ιταλική Κυβέρνηση αναφέρει, απαντώντας στο εν λόγω ερώτημα, ότι αυτό στερείται λυσιτελείας, δεδομένου του γενικού χαρακτήρα της νομοθεσίας, που καλύπτει τόσο τον δημόσιο όσο και τον ιδιωτικό τομέα.
101.
Συνεπώς, έχω αμφιβολίες για το παραδεκτό του ερωτήματος 7, καθότι η απάντηση σ’ αυτό δεν φαίνεται να είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ( 60 ). Εν τούτοις, θα παραθέσω μερικές σύντομες σκέψεις, για την περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να απαντήσει στο εν λόγω ερώτημα.
102.
Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου έχει άμεσο αποτέλεσμα ( 61 ), τουλάχιστον με την «κάθετη» έννοια.
103.
Θα υπενθυμίσω επίσης ότι δεν είναι η πρώτη φορά που το Δικαστήριο επιλαμβάνεται υποθέσεως σχετικής με τις υποχρεώσεις της Poste Italiane στο πλαίσιο της οδηγίας 1999/70 ( 62 ). Πράγματι, η Poste Italiane έχει αμφισβητήσει κατά το παρελθόν τη δυνατότητα ασκήσεως εναντίον της αγωγής στηριζόμενης απευθείας στην οδηγία ( 63 ).
104.
Η απάντηση στο ερώτημα 7 εξαρτάται από την εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της διαπίστωσης του Δικαστηρίου στην απόφαση Foster ( 64 ). Στην εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο πρόφερε τις περίφημες αυτές λέξεις κατά τις οποίες ένας οργανισμός στον οποίο έχει ανατεθεί, ασχέτως της νομικής μορφής του, δυνάμει πράξεως της δημοσίας αρχής, η παροχή υπηρεσίας δημοσίου συμφέροντος υπό την εποπτεία της αρχής αυτής και ο οποίος έχει, προς τούτο, εξαιρετικές εξουσίες σε σχέση με τους εφαρμοστέους στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών κανόνες, συγκαταλέγεται οπωσδήποτε μεταξύ των φορέων έναντι των οποίων είναι δυνατή η επίκληση διατάξεων οδηγιών που μπορούν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα ( 65 ). Όπως δηλώνει η έκφραση «συγκαταλέγεται οπωσδήποτε», η απόφαση Foster δεν καθιστά περιοριστικότερη τη νομολογία που αφορά το πότε ένας φορέας πρέπει να θεωρείται ως «κρατικός οργανισμός». Αντιθέτως, η έννοια αυτή είναι ευρεία, καθότι –όπως το έθεσε το Δικαστήριο– «οι υποχρεώσεις που απορρέουν από κοινοτικές οδηγίες είναι δεσμευτικές, μεταξύ άλλων, για φορείς ή οργανισμούς που υπόκεινται στην εξουσία ή τον έλεγχο δημοσίας αρχής ή του κράτους» ( 66 ).
105.
Μπορεί να μην είναι εντελώς αβάσιμος ο ισχυρισμός που προέβαλε η Poste Italiane ότι η έννοια του «κράτους» είναι ρευστή, υπό την έννοια ότι δεν υπάρχουν στεγανά όρια μεταξύ της ιδιωτικής και της δημόσιας σφαίρας, ανάλογα, επιπλέον, με τον τομέα του δικαίου της ΕΕ για τον οποίο πρόκειται ( 67 ). Ωστόσο, τα κριτήρια με βάση τα οποία θα πρέπει να κρίνεται αν ένας φορέας πρέπει σίγουρα να θεωρηθεί ως «κρατικός οργανισμός» έναντι του οποίου είναι δυνατή άμεση επίκληση μιας οδηγίας προσδιορίστηκαν στην απόφαση Foster ( 68 ). Όσο για τη διάκριση που κάνει το ιταλικό δίκαιο μεταξύ φορέων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, η διάκριση αυτή δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον στο πλαίσιο της εξεταζόμενης υπόθεσης, παρά τα όσα ισχυρίζεται η Poste Italiane.
106.
Στη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου αναφέρεται ότι η Poste Italiane ανήκει εξ ολοκλήρου στο Ιταλικό Δημόσιο μέσω του μοναδικού μετόχου της, του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Επιπλέον, τελεί υπό την εποπτεία του κράτους και του Corte dei Conti (Ελεγκτικού Συνεδρίου), ένα εκ των μελών του οποίου είναι μέλος του διοικητικού της συμβουλίου. Η διάταξη αναφέρει κατόπιν ότι στην Poste Italiane έχει επιβληθεί υποχρέωση καθολικής υπηρεσίας σε διάφορους τομείς, συμπεριλαμβανομένου του τομέα των ταχυδρομικών υπηρεσιών, από το υπουργείο, το οποίο ασκεί γενικές εξουσίες εποπτείας και λογιστικού ελέγχου. Περαιτέρω, ο προϋπολογισμός της Poste Italiane συνδέεται με τον κρατικό προϋπολογισμό, ο οποίος την τροφοδοτεί με κεφάλαια για την κάλυψη του κόστους της εν λόγω καθολικής υπηρεσίας.
107.
Με βάση τα προεκτεθέντα, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει αν, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών πραγματικών περιστατικών, η Poste Italiane καλύπτεται από τη νομολογία Foster, αν δηλαδή της έχουν ανατεθεί εξαιρετικές εξουσίες πέραν αυτών που απορρέουν από τους συνήθεις κανόνες. ( 69 )
108.
Από την πλευρά της, η Poste Italiane επικαλείται κυρίως την οδηγία 2004/17/ΕΚ ( 70 ) και δύο αποφάσεις της Επιτροπής ( 71 ), ισχυριζόμενη ότι έχει εξαιρεθεί της υποχρεώσεως συμμόρφωσης με ορισμένες πτυχές της εν λόγω οδηγίας. Ωστόσο, η άποψη αυτή δεν είναι σωστή.
109.
Πρώτον, το ερώτημα ποιο είναι το εύρος του αντικειμένου μιας οδηγίας δεν ταυτίζεται με το ερώτημα αν, κατά το άρθρο 288 ΣΛΕΕ, το κράτος αυτό καθαυτό μπορεί, κάνοντας χρήση της δυνατότητας που έχει να οργανώνεται αυτοτελώς ιδρύοντας ενώσεις ή οργανισμούς που τυπικά δεν είναι δημοσίου δικαίου, να αποφεύγει τη συμμόρφωση με μια οδηγία. Πράγματι, τα κράτη μέλη δεν μπορούν αναδιαρθρώνοντας απλώς την οργάνωσή τους να αποφεύγουν τις ευθύνες τους σε σχέση με το δίκαιο της ΕΕ ( 72 ).
110.
Δεύτερον, αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 30, παράγραφος 4, της οδηγίας 2004/17, όπως αυτές τις οποίες επικαλείται η Poste Italiane, αφορούν το αν ορισμένη δραστηριότητα συγκεκριμένου τομέα είναι άμεσα εκτεθειμένη στον ανταγωνισμό σε αγορές στις οποίες η πρόσβαση είναι ελεύθερη και όχι το αν ένας συγκεκριμένος φορέας υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής ratione personae της εν λόγω οδηγίας.
111.
Τρίτον, η Poste Italiane εμφανίζεται ρητώς στο παράρτημα VI της οδηγίας 2004/17 ως αναθέτων φορέας στον τομέα των ταχυδρομικών υπηρεσιών. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, η Poste Italiane πρέπει να είναι: i) αναθέτουσα αρχή σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, ή ii) δημόσια επιχείρηση σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, ή iii) επιχείρηση με ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 2, παράγραφος 3. Έτσι, καίτοι καμία από τις τρεις αυτές καταστάσεις δεν επαρκεί αυτή καθαυτή ( 73 ), θεωρώ ότι η οδηγία 2004/17 ενισχύει μάλλον την άποψη ότι η Poste Italiane συνιστά «κρατικό οργανισμό» σύμφωνα με τη νομολογία Foster.
112.
Εν κατακλείδι, παρέλκει η απάντηση στο ερώτημα 7. Ωστόσο, αν το Δικαστήριο θεωρήσει παρά ταύτα χρήσιμο να εξετάσει το εν λόγω ερώτημα, θα πρέπει να αποφανθεί ότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει αν η νομολογία Foster μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση της Poste Italiane, υπό το φώς του συνόλου των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών.
IV – Πρόταση
113.
Εν κατακλείδι, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα 4 και 5 που του υπέβαλε το Tribunale di Napoli (Ιταλία) ως εξής:
—
Ο όρος «συνθήκες απασχόλησης», όπως χρησιμοποιείται στη ρήτρα 4, παράγραφος 1, του Παραρτήματος της οδηγίας 1999/70/EΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, έχει την έννοια ότι καλύπτει την αποζημίωση για παράνομη καταγγελία σύμβασης εργασίας, καθώς και για εγγραφή στη σύμβαση παράνομης ρήτρας περί ορισμένης διάρκειας αυτής.
—
Η ρήτρα 4, παράγραφος 1, της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει, σε καταστάσεις όπως αυτή της κύριας δίκης, εθνικούς κανόνες με βάση τους οποίους η καταβλητέα αποζημίωση για την παράνομη εγγραφή σε σύμβαση εργασίας ρήτρας περί ορισμένης διάρκειας αυτής περιορίζεται σε ποσό αμοιβών μεταξύ 2,5 και 12 μηνών.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (ΕΕ L 175, σ. 43).
( 3 ) Αναφέρομαι, μεταξύ άλλων, στις ακόλουθες αποφάσεις ή διατάξεις: απόφαση της 24ης Ιουνίου 2010, C-98/09, Sorge (Συλλογή 2010, σ. I-5837), διάταξη της 11ης Νοεμβρίου 2010, C‑20/10, Vino (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή), διάταξη της 22ας Ιουνίου 2011, C‑161/11, Vino (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή), και απόφαση της 11ης Απριλίου 2013, C‑290/12, Della Rocca. Μετά την υποβολή της διάταξης περί παραπομπής στην υπό εξέταση υπόθεση, το Tribunale di Napoli ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί, υπό το φώς των νομοθετικών εξελίξεων στην Ιταλία, επί μιας σειράς ερωτημάτων, τα πρώτα επτά εκ των οποίων σχεδόν ταυτίζονται με τα υποβληθέντα εν προκειμένω ερωτήματα, που ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς όπου μετείχαν 18 ενάγοντες (βλ. υπόθεση C‑89/13, D’Aniello κ.λπ., που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου).
( 4 ) Από την 1η Ιουλίου 2009 και μετά, φαίνεται ότι εκκρεμούσαν σχεδόν 15000 υποθέσεις μεταξύ της Poste Italiane και των εργαζομένων σ’ αυτήν. Βλ. σημείο 17 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Ν. Jääskinen στην υπόθεση Sorge. Περαιτέρω, η Poste Italiane δήλωσε, όπως αναφέρεται στη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου, ότι άλλοι 40 υπάλληλοι απασχολούνταν με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο κέντρο της εναγόμενης στην Καμπανία κατά την κρίσιμη περίοδο μεταξύ 1ης Ιουνίου 2004 και 15ης Σεπτεμβρίου 2004. Μάλιστα, όπως ανέφερε ο δικηγόρος της C. Carratù κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, χωρίς να διαψευσθεί από την αντίδικο, η Poste Italiane εμπλέκεται στο 95 % περίπου των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στην Ιταλία.
( 5 ) Βλ. απόφαση της 15ης Μαρτίου 2012, C‑157/11, Sibilio (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή). Βλ., επίσης, τις υποθέσεις C‑22/13, Mascolo, C‑61/13, Forni, C‑62/13, Racca, και C‑63/13, Russo, που εκκρεμούν όλες ενώπιον του Δικαστηρίου και έχουν παραπεμφθεί από το Tribunale di Napoli. Βλ., επίσης, τις υποθέσεις C‑50/13, Papalia, και C-221/13, Mascellani, που επίσης εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου.
( 6 ) Στην εξεταζόμενη υπόθεση, η παράνομη σύμβαση επρόκειτο αρχικά να λήξει στις 15 Σεπτεμβρίου 2004. Κατά το εθνικό δικαστήριο, τίθεται ζήτημα ενδεχόμενης αποζημίωσης αντιστοιχούσης σε αμοιβές άνω των οκτώ ετών.
( 7 ) Τη νομική βάση της οδηγίας 1999/70 αποτελεί το άρθρο 139, παράγραφος 2, ΕΚ (νυν άρθρο 155, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ). Βλ., επίσης, την σχετική αναφορά στην αρχή του προοιμίου της οδηγίας.
( 8 ) GURI αριθ. 195 της 6ης Αυγούστου 1966.
( 9 ) GURI αριθ. 131 της 27ης Μαΐου 1970.
( 10 ) Νομοθετικό διάταγμα 368/2001 για τη θέση σε εφαρμογή της οδηγίας 1999/70/ΕΚ σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (GURI αριθ. 235 της 9ης Οκτωβρίου 2001, σ. 4).
( 11 ) GURI αριθ. 262 της 9ης Νοεμβρίου 2010, τακτικό συμπληρωματικό τεύχος αριθ. 243.
( 12 ) Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η Poste Italiane κατέστησε γνωστό ότι έχει ασκήσει έφεση κατά της μερικής αυτής απόφασης και ότι η επί της εφέσεως απόφαση δεν έχει εκδοθεί ακόμη.
( 13 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ L 303, σ. 16).
( 14 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 204, σ. 23).
( 15 ) Πράγματι, μολονότι η Poste Italiane δήλωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι το άρθρο 18 του νόμου 300/1970 δεν εφαρμόζεται και δεν εφαρμοζόταν σε εργαζομένους με σύμβαση ορισμένου χρόνου, παραμένει ασαφές αν αυτό ισχύει και προκειμένου για εργαζομένους το καθεστώς των οποίων μετετράπη από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.
( 16 ) Βλ., ιδίως, την απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2012, C‑41/11, Inter-Environnement Wallonie και Terre wallonne (σκέψη 35).
( 17 ) Μολονότι η αγωγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατατέθηκε για πρώτη φορά στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση επιβεβαιώθηκε ότι δεν προβλήθηκε ένσταση παραγραφής.
( 18 ) Βλ. την απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, C-222/04, Cassa di Risparmio di Firenze κλπ. (Συλλογή 2006, σ. I-289, σκέψεις 67 και 68).
( 19 ) Βλ., συναφώς, την απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, C-295/04 έως C-298/04, Manfredi κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I-6619, σκέψη 30). Στο πλαίσιο αυτό, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου μπορεί να εφαρμοστεί ακόμη και σε μια μεμονωμένη σύμβαση ορισμένου χρόνου. Βλ. την απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, C-378/07 έως C-380/07, Αγγελιδάκη κ.λπ. (Συλλογή 2009, σ. I-3071, σκέψεις 116 και 117).
( 20 ) Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C-307/05 (Συλλογή 2007, σ. I-7109).
( 21 ) Βλ. τη σκέψη 47 της απόφασης αυτής, που επιβεβαιώθηκε στην απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, C-444/09 και C-456/09, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres (Συλλογή 2010, σ. I-14031, σκέψη 58) και στη διάταξη της 18ης Μαρτίου 2011, C‑273/10, Montoya Medina (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 32).
( 22 ) Απόφαση της 15ης Απριλίου 2008, C-268/06 (Συλλογή 2008, σ. I-2483).
( 23 ) Όπ.π. (σκέψη 130).
( 24 ) Όπ.π. (σκέψεις 131 και 132).
( 25 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και τη CES (ΕΕ L 14, σ. 9).
( 26 ) Απόφαση της 10ης Ιουνίου 2010, C-395/08 και C-396/08, Bruno κ.λπ. (Συλλογή 2010, σ. I-5119), επιβεβαιωθείσα με την απόφαση της 1ης Μαρτίου 2012, C‑393/10, O’Brien.
( 27 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Bruno κ.λπ. (σκέψη 46 καθώς και σκέψεις 47 και 48).
( 28 ) Όπ.π. (σκέψεις 28, 32, 37 και 42). Βλ., επίσης, τις παραπομπές κατ’ αναλογίαν στη νομολογία σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, στις σκέψεις 36, 37 και 64 της απόφασης O’Brien, καθώς και την απόφαση της 22ας Απριλίου 2010, C-486/08, Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols (Συλλογή 2010, σ. I-3527, σκέψη 25).
( 29 ) Όπ.π. (σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 30 ) Βλ. απόφαση της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. I-1889, σκέψη 13), και της 27ης Ιουνίου 1990, C-33/89, Kowalska (Συλλογή 1990, σ. I-2591, σκέψη 10).
( 31 ) Βλ. την απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1999, C-167/97, Seymour-Smith και Perez (Συλλογή 1999, σ. I-623, σκέψη 26).
( 32 ) Βλ. σημείο 9 των γενικών παρατηρήσεων για τη συμφωνία-πλαίσιο, καθώς και τη ρήτρα 8, παράγραφος 2, αυτής.
( 33 ) Με ημερομηνία έναρξης του υπολογισμού την ημερομηνία κατά την οποία η Poste Italiane παρέλαβε την επιστολή της C. Carratù με την οποία η τελευταία έθεσε εαυτήν στη διάθεση της εταιρείας (11 Οκτωβρίου 2004) και μέχρι της εκδόσεως της τελικής αποφάσεως του αιτούντος δικαστηρίου. Ο λόγος για τον οποίο απαιτείται τόσος χρόνος δεν είναι σε καμία περίπτωση σαφής (βλ., σχετικά με τις δικονομικές καθυστερήσεις στις διαδικασίες στο ιταλικό δικαστικό σύστημα, τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Ε. Sharpston στην υπόθεση C‑500/10, Belvedere Costruzioni, υποσημείωση 27). Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο δικηγόρος της C. Carratù δήλωσε ότι η πελάτις του επανεντάχθηκε στη θέση της το 2012.
( 34 ) Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, C-148/02, Garcia Avello (Συλλογή 2003, σ. I-11613, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 35 ) Βλ., συναφώς, την προπαρατεθείσα απόφαση Sorge (σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 36 ) Πράγματι, υπό διαφορετικές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει δεχθεί, πρώτον, ότι δεν είναι αναγκαίο οι περιπτώσεις να είναι ακριβώς ίδιες, αλλά αρκεί απλώς να είναι παρόμοιες και, δεύτερον, ότι η εκτίμηση περί της συγκρισιμότητας πρέπει να χωρεί, όχι με γενικό και αφηρημένο τρόπο, αλλά ειδικά και συγκεκριμένα, λαμβανομένης υπόψη της εκάστοτε παροχής (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 10ης Μαΐου 2011, C-147/08, Römer, Συλλογή 2011, σ. I-3591, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 37 ) Βλ. την απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, C-177/10, Rosado Santana (Συλλογή 2011, σ. I-7907, σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 38 ) Βλ. απόφαση της 4ης Ιουλίου 2006, C-212/04, Αδενέλερ κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I-6057, σκέψη 91). Περαιτέρω, η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου δεν απαγορεύει, αυτή καθαυτή, σε κράτος μέλος να περιορίσει το δικαίωμα για μετατροπή σε εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα σε περιπτώσεις κατάχρησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Βλ. διάταξη της 12ης Ιουνίου 2008, C‑364/07, Βασιλάκης κ.λπ. (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 122 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 39 ) Επίσης, προς το τέλος της επ’ ακροατηρίου συζήτησης, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την απαγόρευση διακρίσεων πρέπει να εφαρμόζεται σε συνδυασμό με τη ρήτρα 5 σχετικά με την καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου.
( 40 ) Πράγματι, η Poste Italiane επεσήμανε ότι ένας εργοδότης μπορεί να απολύσει εργαζόμενο ορισμένου χρόνου, μολονότι αυτό μπορεί να είναι δυσκολότερο από το να απολύσει εργαζόμενο αορίστου χρόνου. Το γεγονός ότι η μια κατάσταση δεν αποκλείει την άλλη καθιστά προφανέστερες τις διαφορές μεταξύ τους.
( 41 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2001, C-438/99, Jiménez Melgar (Συλλογή 2001, σ. I-6915, σκέψη 45) και απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, C‑614/11, Kuso (σκέψη 35).
( 42 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Impact (σκέψη 116) και προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott (σημείο 161).
( 43 ) Για παράδειγμα, η μείωση του δικαιώματος για ετήσια άδεια σε σύγκριση με αυτό που προβλέπεται για πλήρως απασχολούμενο δικαιολογείται με βάση αντικειμενικούς λόγους. Βλ., σχετικά με τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου για τη μερική απασχόληση, διάταξη της 13ης Ιουνίου 2013, C‑415/12, Brandes (σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 44 ) Βλ., για παράδειγμα, το άρθρο 10, στοιχείο εʹ, του παραρτήματος IX του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
( 45 ) Βλ., συναφώς, το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την πρόταση της Επιτροπής για έκδοση οδηγίας του Συμβουλίου όσον αφορά συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από την UNICE, την CEEP και την ETUC (COM(99)0203 – C4-0220/99) (ΕΕ 1999, C 279, σ. 430). Βλ. αιτιολογική σκέψη M στο προοίμιο του ψηφίσματος.
( 46 ) Βλ., σχετικώς, την απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2010, C-429/09, Fuß (Συλλογή 2010, σ. I-12167, σκέψη 80 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και το σημείο 25 των προτάσεών μου στην υπόθεση C‑64/12, Schlecker.
( 47 ) Βλ. σημείο 6 των γενικών εκτιμήσεων της συμφωνίας-πλαισίου.
( 48 ) Βλ. τη ρήτρα 1, στοιχείο αʹ, της συμφωνίας-πλαισίου.
( 49 ) Πριν από την έκδοση της οδηγίας 1999/70, η Επιτροπή επεσήμανε, αναφερόμενη σε νέες μορφές απασχόλησης, στην Ανακοίνωσή της με τίτλο «Ευρωπαϊκή Κοινωνική Πολιτική – Η πορεία προς το μέλλον για την Ένωση», COM(94) 333 τελικό, σ. 22, σημείο 8, ότι οι εξελίξεις έχουν οδηγήσει σε «πλέον ευέλικτες μορφές συμβάσεων εργασίας (ορισμένου χρόνου, προσωρινή και μερικής απασχόλησης). Αυτό συμβαίνει όχι μόνο επειδή οι διοικήσεις θέλουν να αυξήσουν την ευελιξία αλλά και επειδή οι εργαζόμενοι αρκετά συχνά προτιμούν εναλλακτικούς ρυθμούς εργασίας.» Μετέπειτα η Επιτροπή ανέφερε ότι «[η] εργασία ορισμένου χρόνου συμβάλλει στη μεγαλύτερη ευελιξία των αγορών εργασίας. Παρέχει προστασία κατά των κυκλικών διακυμάνσεων της ζήτησης, επιτρέποντας στις εταιρείες να προσαρμόζουν το επίπεδο της απασχόλησης χωρίς να υφίστανται υψηλό κόστος απολύσεων. Η εργασία ορισμένου χρόνου επιτρέπει επίσης στις εταιρείες να επωφελούνται ευκαιρίες που παρουσιάζονται στην αγορά αναλαμβάνοντας μικρής διάρκειας δραστηριότητες χωρίς να επιβαρύνονται με δυσανάλογο κόστος προσωπικού. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στις αγορές εργασίας όπου η αορίστου χρόνου εργασία προστατεύεται με αυστηρούς κανόνες και η ευελιξία έχει παρεισφρήσει στο περιθώριο. Για τους εργαζόμενους, η εργασία ορισμένου χρόνου μπορεί να αποτελέσει γέφυρα προς την απασχόληση και μια ευκαιρία απόκτησης πείρας και δεξιοτήτων». Βλ. Έκθεση των υπηρεσιών της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 1999/70 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (EΕ-15), SEC(2006) 1074, σ. 2.
( 50 ) Σύμφωνα με το σκοπό της ρήτρας 6 της συμφωνίας-πλαισίου.
( 51 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols (σκέψη 46).
( 52 ) Βλ. Barnard, C., EU Employment Law, 4η έκδοση, Oxford University Press, Οξφόρδη, 2012, σ. 440.
( 53 ) Πρέπει να προστεθεί ότι, προκειμένου για επιχειρήσεις με λιγότερους των 15 εργαζομένους, η αποζημίωση για παράνομη απόλυση κατά το άρθρο 8 του νόμου 604/1966, η οποία περιορίζεται, κατά κανόνα, σε εύρος κυμαινόμενο μεταξύ αμοιβών 2,5 και 6 μηνών, φαίνεται να είναι συνολικά λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν που προβλέπει το άρθρο 32, παράγραφος 5, του νόμου 183/2010.
( 54 ) Βλ. την απόφαση του Corte Constituzionale της 9ης Νοεμβρίου 2011 στην υπόθεση 303/2011.
( 55 ) Βλ. τη ρήτρα 4, παράγραφος 3, της συμφωνίας-πλαισίου, θεωρούμενη σε συνδυασμό με το σημείο 10 των γενικών παρατηρήσεων· βλ., επίσης, δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 1999/70.
( 56 ) Σημειώνεται ότι, σε σχέση με το αν οι συνθήκες εργασίας εκτιμώμενες μαζί συνιστούν λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση, η Επιτροπή έχει δηλώσει ότι «δικαιολογημένα τα δικαστήρια προβαίνουν σε εκτίμηση με βάση τις περιστάσεις εκάστης περιπτώσεως. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα παρακολουθούν τις εξελίξεις στα κράτη μέλη, ιδίως σε αυτά όπου οι συγκρίσεις μεταξύ εργαζομένων ορισμένου και αορίστου χρόνου μπορεί να χωρήσουν μόνο με γνώμονα τις συνθήκες απασχόλησης λαμβανόμενες ως σύνολο». Βλ. SEC(2006) 1074, σ. 38 και 39 (η υπογράμμιση δική μου).
( 57 ) Βλ. συναφώς, σημείο 54 ανωτέρω.
( 58 ) Στη σκέψη 84 της απόφασής του της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, C-108/10, Scattolon (Συλλογή 2011, σ. I-7491), το Δικαστήριο ανέφερε ότι, κατόπιν των απαντήσεών του σε άλλα ερωτήματα της εν λόγω υπόθεσης, παρείλκε πλέον η απάντηση στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα που του είχε τεθεί, το οποίο ήταν διατυπωμένο με τρόπο παρόμοιο με το έκτο προδικαστικό ερώτημα της υπόθεσης της κύριας δίκης.
( 59 ) Πράγματι, 38 επί συνόλου 122 παραγράφων στις παρατηρήσεις της είναι αφιερωμένες στο ζήτημα αυτό.
( 60 ) Υπό την έννοια αυτή, οι περιστάσεις της ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου εκκρεμούσης υποθέσεως διαφέρουν από τα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν, ανεπιτυχώς, στην προπαρατεθείσα υπόθεση Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres (σκέψεις 84 και 85), σχετικά με το γιατί δεν υπήρχε λόγος να εφαρμοστεί άμεσα η οδηγία1999/70.
( 61 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Impact (σκέψη 68).
( 62 ) Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 3.
( 63 ) Βλ., συναφώς, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Jääskinen στην υπόθεση Sorge (σημείο 64).
( 64 ) Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, C-188/89, Foster κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I-3313, σκέψη 20).
( 65 ) Βλ., επίσης την απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2004, C-157/02, Rieser Internationale Transporte (Συλλογή 2004, σ. I-1477, σκέψη 24) και την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2012, C‑282/10, Dominguez (σκέψη 39).
( 66 ) Βλ. την απόφαση της 14ης Ιουνίου 2007, C-6/05, Medipac-Καζαντζίδης (Συλλογή 2007, σ. I-4557, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 67 ) Βλ., όσον αφορά τη δυνατότητα καταλογισμού στο κράτος, για τους σκοπούς του άρθρου 30 ΣΛΕΕ, μέτρων θεσπισθέντων από ιδιωτικό φορέα, απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2002, C-325/00, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2002, σ. I-9977, σκέψεις 17, 19 και 20) και, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, την απόφαση της 16ης Μαΐου 2002, C-482/99, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I-4397, σκέψεις 55 και 56).
( 68 ) Σημειώνεται ότι τα κριτήρια αυτά ενδέχεται να εξειδικευθούν περαιτέρω σε μια υπόθεση που εκκρεμεί σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου (υπόθεση C‑279/12, Fish Legal και Shirley).
( 69 ) Βλ. απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2000, C-343/98, Collino και Chiappero (Συλλογή 2000, σ. I-6659, σκέψη 24), και απόφαση Dominguez (σκέψη 40). Παραπέμπω, επίσης, στις προτάσεις μου στην υπόθεση C-425/12, Portgás, που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου (σημεία 41 και 45).
( 70 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (ΕΕ L 134, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί.
( 71 ) Απόφαση της Επιτροπής 2008/383/ΕΚ, της 30ής Απριλίου 2008, σχετικά με την εξαίρεση των υπηρεσιών επείγουσας αποστολής και ταχυμεταφοράς στην Ιταλία από την εφαρμογή της οδηγίας 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (ΕΕ L 132, σ. 18), και απόφαση 2010/12/ΕΕ της Επιτροπής, της 5ης Ιανουαρίου 2010, σχετικά με την εξαίρεση ορισμένων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών του τομέα των ταχυδρομείων στην Ιταλία από την εφαρμογή της οδηγίας 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (ΕΕ L 6, σ. 8).
( 72 ) Βλ., συναφώς, την απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1982, 249/81, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1982, σ. 4005, σκέψη 15) και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα S. Alber στην υπόθεση Collino και Chiappero (σημείο 23). Βλ. επίσης τις προτάσεις μου στην προπαρατεθείσα υπόθεση Portgás (σημείο 41).
( 73 ) Βλ., για περαιτέρω λεπτομέρειες, τις προτάσεις μου στην προπαρατεθείσα υπόθεση Portgás (σημεία 37 έως 39, 42 και 43).
Full & Egal Universal Law Academy