ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PEDRO CRUZ VILLALÓN
της 27ης Φεβρουαρίου 2014 ( 1 )
Υπόθεση C‑374/12
«Valimar» OOD
κατά
Nachalnik na Mitnitsa Varna
[αίτηση του Varhoven administrativen sad (Βουλγαρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινή εμπορική πολιτική — Ντάμπινγκ — Κανονισμός (ΕΚ) 384/96 — Συρματόσχοινα και καλώδια από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Ρωσίας — Κανονισμός (ΕΚ) 1601/2001 — Δεσμεύσεις ως προς τις τιμές — Ενδιάμεση επανεξέταση — Επανεξέταση σε περίπτωση άρσης των μέτρων — Κανονισμός (ΕΚ) 1279/2007 — Καθορισμός της τιμής εξαγωγής — Αξιοπιστία των τιμών εξαγωγής προς την Ευρωπαϊκή Κοινότητα — Συνεκτίμηση της ανάληψης δεσμεύσεων ως προς τις τιμές — Μεταβολή των συνθηκών — Εφαρμογή διαφορετικής μεθόδου από τη χρησιμοποιηθείσα κατά την αρχική έρευνα — Εκτίμηση του κύρους»
1.
Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο καλείται κυρίως να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος ως προς την εκτίμηση του κύρους του κανονισμού (ΕΚ) 1279/2007 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 2007, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ σε ορισμένους τύπους συρματόσχοινων και καλωδίων από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Ρωσικής Ομοσπονδίας και την κατάργηση των μέτρων αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων τύπων συρματόσχοινων και καλωδίων από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Ταϊλάνδης και Τουρκίας ( 2 ).
2.
Το εν λόγω ερώτημα περί του κύρους εξαρτάται με την σειρά του πρωτίστως από την ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 9, του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ( 3 ), διάταξη την οποία το Δικαστήριο δεν είχε παρά σπανίως την ευκαιρία να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει ( 4 ), αντιθέτως προς το Γενικό Δικαστήριο ( 5 ).
3.
Ακριβέστερα, το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει στο ερώτημα κατά πόσον τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν, στο πλαίσιο της επανεξέτασης ενός μέτρου αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκε σε εξαγωγική επιχείρηση, να χρησιμοποιήσουν μια «μέθοδο» καθορισμού των τιμών εξαγωγής διαφορετική από αυτήν που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο του κανονισμού για την επιβολή του αρχικού μέτρου και συνεπώς να ορίσει το εννοιολογικό περιεχόμενο της «μεταβολής των συνθηκών» κατά το άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α– Το διεθνές δίκαιο
4.
Η συμφωνία για την εφαρμογή του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 ( 6 ), που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1Α της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου, που υπογράφηκε στο Μαρακές στις 15 Απριλίου 1994, εγκρίθηκε με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθ’ όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της ( 7 ).
5.
Δεδομένου ότι ο βασικός κανονισμός αποσκοπεί ιδίως, όπως προκύπτει από την αιτιολογική του σκέψη 5, στη μέγιστη δυνατή ενσωμάτωση στο δίκαιο της Ένωσης των νέων και λεπτομερών κανόνων που περιέχονται στον κώδικα αντιντάμπινγκ του 1994 ( 8 ), οι κρίσιμες για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης διατάξεις των εν λόγω κώδικα θα παρατίθενται, όπου απαιτείται, κατά την ανάπτυξη του σκεπτικού.
Β– Το δίκαιο της Ένωσης
1. Ο βασικός κανονισμός
6.
Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης είχε εφαρμογή ο βασικός κανονισμός ( 9 ), του οποίου οι κυριότερες ενδιαφέρουσες εν προκειμένω διατάξεις είναι το άρθρο 2, παράγραφοι 8 και 9, και το άρθρο 11, παράγραφοι 3 και 9.
7.
Το άρθρο 2, παράγραφοι 8 και 9, του βασικού κανονισμού όριζε:
«8. Ως τιμή εξαγωγής θεωρείται η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή του προϊόντος κατά την πώλησή του προς εξαγωγή από τη χώρα εξαγωγής στην Κοινότητα.
9. Όταν δεν υπάρχει τιμή εξαγωγής ή όταν προκύπτει ότι η τιμή εξαγωγής δεν είναι δυνατό να ληφθεί ως αξιόπιστη βάση εξαιτίας κάποιου συνδέσμου ή συμψηφιστικού διακανονισμού μεταξύ του εξαγωγέα και του εισαγωγέα ή ενός τρίτου, η τιμή εξαγωγής είναι δυνατό να κατασκευάζεται με βάση την τιμή στην οποία το εισαγόμενο προϊόν μεταπωλείται για πρώτη φορά σε ανεξάρτητο αγοραστή ή, αν το προϊόν δεν μεταπωλείται σε ανεξάρτητο αγοραστή ή δεν μεταπωλείται στην κατάσταση στην οποία εισήχθη, με οποιαδήποτε εύλογη βάση.
[…]»
8.
Το άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού όριζε:
«Για όλες τις επανεξετάσεις και τις έρευνες που διεξάγονται για το θέμα της επιστροφής δυνάμει του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή εφαρμόζει, υπό τον όρο ότι δεν έχει επέλθει μεταβολή των συνθηκών, την ίδια μέθοδο που έχει εφαρμοσθεί και για την έρευνα που οδήγησε στην επιβολή του δασμού, λαμβανομένου δεόντως υπόψη του άρθρου 2, και ιδιαίτερα των παραγράφων 11 και 12 του εν λόγω άρθρου, όπως επίσης των διατάξεων του άρθρου 17.»
9.
Οι λοιπές κρίσιμες διατάξεις αυτού του βασικού κανονισμού θα παρατίθενται, όπου απαιτείται, κατά την ανάπτυξη του σκεπτικού.
2. Ο αρχικός κανονισμός αντιντάμπινγκ και η απόφαση περί αποδοχής της ανάληψης δεσμεύσεων ως προς τις τιμές
10.
Στις 2 Αυγούστου 2001 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 1601/2001, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη των προσωρινών δασμών αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκαν στις εισαγωγές ορισμένων συρματόσχοινων και καλωδίων από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Τσεχικής Δημοκρατίας, Ρωσίας, Ταϊλάνδης και Τουρκίας ( 10 ). Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, ένας δασμός αντιντάμπινγκ με συντελεστή 50,7 % επιβλήθηκε στις εισαγωγές ορισμένων συρματόσχοινων και καλωδίων από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Ρωσίας.
11.
Η αιτιολογική σκέψη 87 του κανονισμού 1601/2001 επισημαίνει ότι, ελλείψει νέων στοιχείων επί της τιμής εξαγωγής, επιβεβαιώνονται τα προσωρινά συμπεράσματα που περιγράφονται στην αιτιολογική σκέψη 107 του προσωρινού κανονισμού ( 11 ). Ο τελευταίος αυτός όριζε ότι, όσον αφορά τον παραγωγό-εξαγωγέα που είχε συνεργασθεί, η τιμή εξαγωγής είχε ορισθεί στη βάση των πράγματι καταβληθεισών ή καταβλητέων τιμών.
12.
Στις 26 Ιουλίου 2001 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2001/602/ΕΚ, για αποδοχή των αναλήψεων υποχρεώσεων που προτάθηκαν σε σχέση με τη διαδικασία αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές ορισμένων συρματόσχοινων και καλωδίων από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Τσεχικής Δημοκρατίας, Δημοκρατίας της Κορέας, Μαλαισίας, Ρωσίας, Ταϊλάνδης και Τουρκίας και τον τερματισμό της διαδικασίας όσον αφορά τις εισαγωγές καταγωγής Δημοκρατίας της Κορέας και Μαλαισίας ( 12 ). Το άρθρο 1 της απόφασης αυτής ορίζει ότι γίνονται αποδεκτές οι δεσμεύσεις ως προς τις τιμές που προτάθηκαν ιδίως από την ανώνυμη εταιρία Cherepovetsky Staleprokatny Zavod OAO ( 13 ).
3. Ο κανονισμός περί επανεξέτασης των αρχικών δασμών αντιντάμπινγκ και η απόφαση περί κατάργησης της απόφασης περί αποδοχής της ανάληψης δεσμεύσεων ως προς τις τιμές
13.
Το 2004 η ChSPZ ζήτησε, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, μια μερική ενδιάμεση επανεξέταση ( 14 ).
14.
Στις 10 Αυγούστου 2004 η Επιτροπή προχώρησε στην έναρξη της αιτηθείσας διαδικασίας επανεξέτασης ( 15 ).
15.
Την 1η Ιανουαρίου 2006 η ChSPZ μετονομάσθηκε σε Closed Joint Stock Company Severstal-Metiz ( 16 ), με έδρα το Cherepovets (Ρωσική Ομοσπονδία), μετά τη συγχώνευσή της με την εταιρία Open Joint Stock Company Orlovsky Staleprokatny Zavod και την SSM ( 17 ).
16.
Στις 3 Αυγούστου 2006 η Επιτροπή άρχισε επίσης μια επανεξέταση ενόψει της λήξης ισχύος των μέτρων αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκαν με τον κανονισμό 1601/2001 ( 18 ).
17.
Στις 30 Οκτωβρίου 2007 το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 1279/2007, περί περάτωσης τόσο του επανελέγχου ενόψει της λήξης των μέτρων όσο και του μερικού ενδιαμέσου επανελέγχου που είχε ζητηθεί κατά κύριο λόγο από την SSM. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2 του κανονισμού αυτού, οι εισαγωγές στην Ένωση ορισμένων καλωδίων από σίδηρο ή χάλυβα κατασκευασμένων από την SSM υποβλήθηκαν σε οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ με συντελεστή 9,7 %. Ο εν λόγω κανονισμός ορίζει επίσης ότι οι δεσμεύσεις ως προς τις τιμές που προτάθηκαν από την SSM σε συνέχεια της γνωστοποίησης των τελικών συμπερασμάτων δεν ήταν αποδεκτές κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού ( 19 ).
18.
Οι κύριες αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1279/2007 που είναι κρίσιμες για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης και αφορούν τον καθορισμό των τιμών εξαγωγής της SSM θα παρατεθούν, όπου απαιτείται, κατά την ανάπτυξη του σκεπτικού.
19.
Με απόφαση της ίδιας ημέρας, η Επιτροπή κατήργησε την απόφαση 2001/602 περί αποδοχής των δεσμεύσεων ως προς τις τιμές της SSM ( 20 ).
Γ– Το βουλγαρικό δίκαιο
20.
Το άρθρο 214 του τελωνειακού νόμου (Zakon na Mitnitsite, στο εξής: ZM), που διέπει την επιστροφή των δασμών, προβλέπει:
«1) Η επιστροφή των δασμών συνίσταται στην επιστροφή ολόκληρου ή ενός μέρους του ποσού των καταβληθέντων εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών.
2) Η επιστροφή πραγματοποιείται σε περίπτωση που διαπιστώνεται ότι κατά το χρονικό σημείο της καταβολής των δασμών δεν υπήρχε οφειλή δασμών ή ότι η αιτία της καταβολής τους έληξε.»
II – Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης
21.
Η «Valimar» OOD ( 21 ) είναι βουλγαρική εταιρία που ασκεί κυρίως δραστηριότητες εισαγωγής και εμπορίας συρματόσχοινων, καλωδίων και παρεμφερών προϊόντων από χάλυβα διαφόρων προελεύσεων, μεταξύ των οποίων αυτά που παράγονται από την SSM.
22.
Με την ευκαιρία της εισαγωγής στη Βουλγαρία (σε άγνωστη ημερομηνία), υπό το καθεστώς της θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία με συγκεκριμένο προορισμό, καλωδίων από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής Ρωσίας εξαχθέντων από την SSM, η Valimar υποχρεώθηκε να καταβάλει, κατ’ εφαρμογή του κανονισμού 1279/2007, οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ με συντελεστή 9,7 %, συνολικού ποσού 2117,01 βουλγαρικών λέβα (BGN).
23.
Στις 25 Ιανουαρίου 2011 η Valimar κατέθεσε αίτηση στην Teritorialno Mitnichesko upravlenie Varna (Περιφερειακή Διοίκηση Τελωνείων Βάρνας), προκειμένου να αναγνωρισθεί ότι οι εν λόγω δασμοί αντιντάμπινγκ είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως κατά το άρθρο 214 του βουλγαρικού τελωνειακού νόμου και το άρθρο 236 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ( 22 ). Ισχυρίσθηκε ότι ο κανονισμός 1279/2007 είναι άκυρος και ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ που είχε καταβάλει έπρεπε να της επιστραφούν.
24.
Με απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2011, ο Nachalnik na Mitnitsa Varna (διευθυντής Τελωνείου Βάρνας) απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη και άνευ αντικειμένου· η απόφαση επικυρώθηκε με απόφαση του Διευθυντή της Διοίκησης Τελωνείων της 12ης Απριλίου 2011.
25.
Το Administrativen sad Varna (διοικητικό δικαστήριο Βάρνας), στο οποίο προσέφυγε η Valimar κατά της απόφασης της 24ης Φεβρουαρίου 2011, απέρριψε την προσφυγή της με απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2011.
26.
Ακολούθως, η Valimar άσκησε αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Varhoven administrativen sad (ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου), ισχυριζόμενη ιδίως ότι ο κανονισμός 1279/2007 είναι άκυρος, ιδίως στο μέτρο που εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 8, αυτού. Προσάπτεται στο Συμβούλιο ότι, προκειμένου να καθορίσει τις τιμές εξαγωγής της SSM, χρησιμοποίησε μέθοδο διαφορετική από αυτήν που χρησιμοποιήθηκε στον κανονισμό 1601/2001 για την επιβολή του αρχικού δασμού αντιντάμπινγκ, χωρίς να δικαιολογείται η διαφοροποίηση αυτή από μεταβολή των συνθηκών κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού.
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
27.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Varhoven administrativen sad ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Έχει το άρθρο 11, παράγραφοι 9 και 10, πρώτο εδάφιο, του [βασικού] κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφοι 8 και 9, του ίδιου αυτού κανονισμού, την έννοια ότι, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι έχει επέλθει μεταβολή των συνθηκών υπό την έννοια του [εν λόγω] άρθρου 11, παράγραφος 9, οι διατάξεις αυτές υπερισχύουν κάθε εξουσίας θεσμικού οργάνου που μπορεί να συναχθεί από το άρθρο 11, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού στο πλαίσιο του καθορισμού των τιμών εξαγωγής, περιλαμβανόμενης –π.χ. στην περίπτωση του κανονισμού […] 1279/2007 […]– και της έμμεσα συναγόμενης εξουσίας των οργάνων να εκτιμούν την αξιοπιστία των τιμών εξαγωγής της [SSM] για το μέλλον συγκρίνοντάς τες αφενός με τις κατώτατες τιμές που προκύπτουν από την ανάληψη της δέσμευσης ως προς τις τιμές και αφετέρου με τις τιμές πώλησης προς τρίτες χώρες; Έχει σημασία για την απάντηση στο παραπάνω ερώτημα το γεγονός ότι, όπως στην περίπτωση της [SSM] και του κανονισμού […] 1279/2007, τα θεσμικά όργανα αποφασίζουν –ασκώντας, σύμφωνα με το [εν λόγω] άρθρο 11, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, τις εξουσίες τους σε σχέση με την εκτίμηση του οριστικού ή μη χαρακτήρα της μεταβολής των συνθηκών, προκειμένου να κρίνουν αν υπάρχει ντάμπινγκ– να τροποποιήσουν το μέτρο αντιντάμπινγκ (μειώνοντας το ποσοστό του δασμού αντιντάμπινγκ);
2)
Συνάγεται μήπως από την απάντηση στο πρώτο ερώτημα ότι, υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στο τμήμα του κανονισμού […] 1279/2007 του Συμβουλίου που αφορά τον προσδιορισμό των τιμών εξαγωγής της [SSM] και με δεδομένο ότι με τον κανονισμό αυτό δεν αποδεικνύεται ρητά ότι έχει επέλθει μεταβολή [των συνθηκών] κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 9, [του βασικού κανονισμού] οπότε θα δικαιολογούνταν η εφαρμογή νέας μεθόδου, η Επιτροπή όφειλε να εφαρμόσει, ενόψει του προσδιορισμού των τιμών εξαγωγής, την ίδια μέθοδο που είχε εφαρμοστεί στο πλαίσιο της αρχικής έρευνας, εν προκειμένω την μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 8, του βασικού κανονισμού;
3)
Ανάλογα με τις απαντήσεις που θα δοθούν στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα: Μήπως ο κανονισμός […] 1279/2007 του Συμβουλίου, καθόσον αφορά τον καθορισμό και την επιβολή των ατομικών μέτρων αντιντάμπινγκ στην εισαγωγή συρματόσχοινων και καλωδίων από χάλυβα που έχουν παραχθεί από την εταιρία [SSM], εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 11, παράγραφοι 9 και 10, του βασικού κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 8, του ίδιου αυτού κανονισμού, δηλαδή επί ανίσχυρης νομικής βάσης, οπότε πρέπει να κηρυχθεί ανίσχυρος ως προς το τμήμα του αυτό;»
28.
Ο αναιρεσίβλητος της κύριας δίκης, η Βουλγαρική Κυβέρνηση καθώς και το Συμβούλιο και η Επιτροπή υπέβαλαν έγγραφες παρατηρήσεις. Η Valimar, ο αναιρεσίβλητος της κύριας δίκης, η Βουλγαρική Κυβέρνηση, καθώς και το Συμβούλιο και η Επιτροπή ανέπτυξαν τις προφορικές παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση στις 13 Νοεμβρίου 2013.
IV – Επί του παραδεκτού του προδικαστικού ερωτήματος
29.
Η Βουλγαρική Κυβέρνηση καθώς και ο αναιρεσίβλητος της κύριας δίκης ισχυρίζονται ότι το προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο, κατ’ εφαρμογή της νομολογίας TWD Textilwerke Deggendorf ( 23 ). Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι ο κανονισμός 1279/2007 αφορά άμεσα και ατομικά τη Valimar, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, υπό την ιδιότητά της ως αποκλειστικής εισαγωγέως της SSM, οπότε όφειλε να είχε αμφισβητήσει ευθέως το κύρος αυτού του κανονισμού με την ακυρωτική προσφυγή που προβλέπεται από την τελευταία αυτή διάταξη εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 230, πέμπτο εδάφιο, ΕΚ. Αντιθέτως, το αιτούν δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ της αντίθετης εκδοχής, τονίζοντας ιδιαιτέρως ότι η Valimar ήταν ανεξάρτητος εισαγωγέας μη συνδεδεμένος με την SSM και ότι δεν είχε συμμετάσχει στη διαδικασία έκδοσης του εν λόγω κανονισμού. Ούτε το Συμβούλιο ούτε η Επιτροπή πρότειναν ένσταση απαραδέκτου της αίτησης.
30.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Valimar επισήμανε, αφενός, ότι ναι μεν εισήγαγε στη Βουλγαρία τα προϊόντα της SSM, μεταξύ άλλων, πλην όμως δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως εμπορικός της αντιπρόσωπος ή ως έχουσα συνάψει με αυτή σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας. Ισχυρίσθηκε, αφετέρου, ότι κατά την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας επανελέγχου ( 24 ) η Δημοκρατία της Βουλγαρίας δεν ήταν ακόμη μέλος της Ένωσης ( 25 ) και ότι δεν εισήγε τα επίμαχα προϊόντα, οπότε δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι νομιμοποιούνταν να προσφύγει κατά του κανονισμού 1279/2007 κατά τον χρόνο έκδοσής του.
31.
Από την προμνημονευθείσα απόφαση TWD Textilwerke Deggendorf συνάγεται ότι φυσικό ή νομικό πρόσωπο που επικαλείται, κατ’ ένσταση, ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, την έλλειψη νομιμότητας μιας πράξης της Ένωσης, πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει απολέσει δικαίωμα προς τούτο εφόσον θα μπορούσε να είχε προσβάλει την εν λόγω πράξη με την ευθεία ακυρωτική προσφυγή του άρθρου 263 ΣΛΕΕ και παρέλειψε να το πράξει εντός της προθεσμίας που τάσσεται από τη διάταξη αυτή. Προδικαστικό ερώτημα για την εκτίμηση του κύρους που υποβάλλεται υπό τις περιστάσεις αυτές πρέπει, συνεπώς, να κηρύσσεται απαράδεκτο.
32.
Εντούτοις, προκύπτει επίσης από τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι αυτή η «ένσταση λόγω παράλληλης προσφυγής» δεν είναι αντιτάξιμη σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ( 26 ) μόνον υπό τον όρο ότι είναι «πρόδηλο» ( 27 ) ότι θα είχε κριθεί παραδεκτή η ευθεία ακυρωτική προσφυγή του ή εφόσον αποδεικνύεται ότι είχε τη δυνατότητα «πέραν πάσης αμφιβολίας» να ασκήσει τέτοια ακυρωτική προσφυγή ( 28 ) ή ακόμη ότι είχε ασυζητητί ή αναντίρρητα ( 29 ) το δικαίωμα άσκησης τέτοιας ακυρωτικής προσφυγής και είχε πληροφορηθεί σχετικά ( 30 ).
33.
Το Δικαστήριο έκρινε, ως προς το ζήτημα αυτό, ότι εισαγωγική επιχείρηση που συνδέεται με επιχείρηση που υπόκειται σε δασμό αντιντάμπινγκ και της οποίας οι τιμές μεταπώλησης των εμπορευμάτων αποτέλεσαν τη βάση κατασκευής της τιμής εξαγωγής που λήφθηκε υπόψη από τον κανονισμό περί επιβολής του εν λόγω δασμού, έπρεπε να θεωρηθεί ως άμεσα και ατομικά θιγόμενη από τον τελευταίο και δικαιούνταν «αναμφίβολα» να ασκήσει ευθεία προσφυγή ενώπιον του δικαστή της Ένωσης ( 31 ).
34.
Πλην όμως, όπως προκύπτει τόσο από τις προφορικές της παρατηρήσεις όσο και από τις επισημάνσεις του αιτούντος δικαστηρίου, η Valimar δεν συνδέεται με την SSM και οι τιμές μεταπώλησής της δεν αποτέλεσαν τη βάση καθορισμού των τιμών εξαγωγής της SSM, οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι βρισκόταν σε κατάσταση ανάλογη προς αυτήν της επιχείρησης που ενεχόταν στην υπόθεση που οδήγησε στην προμνημονευθείσα απόφαση Nachi Europe.
35.
Στο μέτρο που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ευθεία προσφυγή της Valimar προς ακύρωση του κανονισμού 1279/2007 θα είχε πέραν πάσης αμφιβολίας κριθεί παραδεκτή, το προδικαστικό ερώτημα δεν μπορεί να κηρυχθεί απαράδεκτο. Μπορεί επίσης να προστεθεί ως προς το ζήτημα αυτό ότι, στο μέτρο που η Valimar εθίγη από τις εθνικές διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού 1279/2007, δεν θα είχε τη δυνατότητα να επικαλεσθεί τις διατάξεις του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ακόμη και αν αυτές θεωρούνταν εφαρμοστέες, δυνάμει των οποίων τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα μπορούν να ασκήσουν προσφυγή κατά των κανονιστικών πράξεων που τα αφορούν άμεσα και που δεν περιλαμβάνουν μέτρα εκτέλεσης ( 32 ).
V – Εισαγωγικές παρατηρήσεις επί του αντικειμένου της διαφοράς της κύριας δίκης και της διατύπωσης των προδικαστικών ερωτημάτων
36.
Στο πλαίσιο της προδικαστικής αιτήσεως, το αιτούν δικαστήριο θέτει στο Δικαστήριο δύο ερωτήματα περί της ερμηνείας, κυρίως, των παραγράφων 3 και 9 του άρθρου 11 του βασικού κανονισμού, και ένα ερώτημα περί της εκτίμησης του κύρους του κανονισμού 1279/2007, που συνδέονται στενά και δεν στερούνται ενός βαθμού πολυπλοκότητας. Λόγω της πολυπλοκότητας αυτής, που απορρέει από το δισυπόστατο του κανονισμού 1279/2007, ενδείκνυται, προτού επιχειρηθεί μία αποσαφήνιση των ερωτημάτων, να επανατοποθετηθεί ο τελευταίος αυτός στο κανονιστικό περίγραμμα στο οποίο εγγράφεται.
Α– Οι κύριες διατάξεις του βασικού κανονισμού σχετικά με την επανεξέταση των μέτρων αντιντάμπινγκ
37.
Το άρθρο 11 του βασικού κανονισμού, που αναφέρεται ιδίως στη διάρκεια των μέτρων αντιντάμπινγκ και στην επανεξέτασή τους, ορίζει στην παράγραφο 1 ότι ένα μέτρο αντιντάμπινγκ παραμένει σε ισχύ μόνο για όσον χρόνο και κατά το αναγκαίο μέτρο προς εξουδετέρωση μιας πρακτικής ντάμπινγκ που προκαλεί ζημία. Έτσι, η παράγραφος 2 προβλέπει ότι ένα μέτρο αντιντάμπινγκ παύει να ισχύει, κατά κανόνα, πέντε έτη μετά την επιβολή του, διευκρινίζοντας ότι ένα μέτρο που προσεγγίζει τη λήξη ισχύος του μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο επανεξέτασης, είτε με πρωτοβουλία της Επιτροπής είτε μετά από αίτηση ή για λογαριασμό των παραγωγών της Ένωσης, η επανεξέταση δε αυτή ενδέχεται να οδηγήσει είτε στη διατήρηση είτε στην κατάργηση του μέτρου.
38.
Το άρθρο 11, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού προβλέπει επιπλέον ότι ένα μέτρο αντιντάμπινγκ μπορεί επίσης, εφόσον αυτό δικαιολογείται, να αποτελέσει το αντικείμενο επανεξέτασης πριν τη λήξη της ισχύος του, με αίτηση είτε της Επιτροπής είτε ενός κράτους μέλους, ενός εξαγωγέα, ενός εισαγωγέα, ή των ενδιαφερομένων παραγωγών της Ένωσης, υπό την προϋπόθεση, στην περίπτωση αυτή, ότι έχει συμπληρωθεί χρονικό διάστημα ενός τουλάχιστον έτους από την επιβολή του οριστικού μέτρου και ότι η αίτηση περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την αναγκαιότητα μιας ενδιάμεσης επανεξέτασης.
39.
Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, η ενδιάμεση επανεξέταση ενός οριστικού μέτρου αντιντάμπινγκ δεν μπορεί να μεσολαβήσει παρά αν η αίτηση περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι «η διατήρηση του μέτρου δεν είναι πλέον αναγκαία για την εξουδετέρωση της πρακτικής ντάμπινγκ» και/ή ότι «η εξακολούθηση ή η επανεμφάνιση της ζημίας είναι απίθανη στην περίπτωση κατά την οποία το μέτρο καταργηθεί ή τροποποιηθεί» ή ότι «το υπάρχον μέτρο δεν επαρκεί ή δεν επαρκεί πλέον για να εξουδετερώσει την πρακτική ντάμπινγκ στην οποία οφείλεται η ζημία».
40.
Το άρθρο 11, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού ορίζει ότι η Επιτροπή οφείλει ιδίως να εξετάζει, κατά τη διεξαγωγή της έρευνας της ενδιάμεσης επανεξέτασης αν «οι συνθήκες όσον αφορά την πρακτική ντάμπινγκ και την ζημία μεταβλήθηκαν σημαντικά» ( 33 ) ή «αν τα υφιστάμενα μέτρα επέφεραν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα και εξάλειψαν τη ζημία», λαμβάνοντας υπόψη κάθε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο ( 34 ).
41.
Τέλος, το άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού θέτει τον γενικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο η Επιτροπή οφείλει να εφαρμόζει, σε όλες τις έρευνες επανεξέτασης, «στο μέτρο που οι συνθήκες δεν έχουν μεταβληθεί», την ίδια μέθοδο μ’ αυτήν που έχει εφαρμοσθεί κατά την αρχική έρευνα, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 2 του εν λόγω κανονισμού.
Β– Η πολυπλοκότητα του κανονισμού 1279/2007
42.
Ο κανονισμός 1279/2007 αποτελεί, όπως προκύπτει από την προεκτεθείσα παρουσίαση του νομικού πλαισίου, τόσο έναν «κανονισμό ενδιάμεσης μερικής επανεξέτασης» του επιβληθέντος στην SSM από τον κανονισμό 1601/2001 δασμού αντιντάμπινγκ, που προέκυψε κατά κύριο λόγο μετά από αίτηση της τελευταίας ( 35 ), όσο και έναν «κανονισμό επανεξέτασης ενόψει της λήξης των οριστικών μέτρων» που είχαν επιβληθεί από τον ίδιο κανονισμό 1601/2001, που προέκυψε μετά από αίτηση της επιτροπής σύνδεσης των βιομηχανιών καλωδίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 36 ).
43.
Κατά συνέπεια, ο κανονισμός 1279/2007 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, όσον αφορά τη μερική ενδιάμεση επανεξέταση, και του άρθρου 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, όσον αφορά την επανεξέταση ενόψει της λήξης της ισχύος των μέτρων ( 37 ).
44.
Αυτή η πολυπλοκότητα του κανονισμού 1279/2007 εξηγεί με τη σειρά της την πολυπλοκότητα των ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου.
45.
Πρέπει συναφώς να τονισθεί ευθύς εξ αρχής ότι, αντίθετα απ’ ό,τι προβλέπεται για τις επανεξετάσεις ενόψει της λήξης των μέτρων, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν στην κατάργηση του επιβληθέντος δασμού ή στη διατήρησή του στο ίδιο επίπεδο, οι ενδιάμεσες επανεξετάσεις ενδέχεται να οδηγήσουν σε τροποποίηση των δασμών ( 38 ). Αυτή η διαφορά μεταξύ των δύο διαδικασιών φωτίζει εν μέρει, όπως θα καταδειχθεί, την έννοια και την έκταση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου.
46.
Εξάλλου, τα θεσμικά όργανα θεμελίωσαν στα ίδια διαθέσιμα δεδομένα και στην ανάλυσή τους την απόφασή τους για την έκβαση τόσο της ενδιάμεσης μερικής επανεξέτασης όσο και της επανεξέτασης ενόψει της λήξης της ισχύος των μέτρων που είχαν επιβληθεί από τον κανονισμό 1601/200, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι τα χρονικά διαστήματα που καλύπτονται από τις αντίστοιχες έρευνες δεν συμπίπτουν.
47.
Η αιτιολογική σκέψη 41 του κανονισμού 1279/2007 εκθέτει ως προς το ζήτημα αυτό ότι, «για λόγους συνοχής», τα θεσμικά όργανα εξέτασαν αρχικά εάν υπήρχε πρακτική ντάμπινγκ κατά τις περιόδους έρευνας της επανεξέτασης και εάν η λήξη της ισχύος των μέτρων θα ήταν ή όχι πιθανόν να οδηγήσει στην εξακολούθησή της. Στη συνέχεια εξέτασαν, ξεχωριστά για κάθε χώρα, «τις ενδεχόμενες συνέπειες των ενδιαμέσων επανεξετάσεων στα ευρήματα του αρχικού κανονισμού».
Γ– Προσέγγιση του προβλήματος που τίθεται στην παρούσα υπόθεση
48.
Οι διευκρινίσεις που προηγήθηκαν είναι απαραίτητες για την κατανόηση της έννοιας και της έκτασης των προδικαστικών ερωτημάτων που υποβλήθηκαν από το αιτούν δικαστήριο, ορισμένα από τα οποία παρουσιάζουν ένα βαθμό πολυπλοκότητας.
49.
Το πρώτο ερώτημα περιλαμβάνει δύο σκέλη. Στο πρώτο σκέλος, εκκινώντας από την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη μεταβολής των συνθηκών που να δικαιολογεί αλλαγή της μεθόδου καθορισμού των τιμών κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν, σε μια τέτοια κατάσταση, οι διατάξεις του άρθρου 11, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, και ιδιαίτερα αυτοί που αφορούν την αξιοπιστία και τη βιωσιμότητα των εξαγωγικών τιμών, βρίσκουν έδαφος εφαρμογής. Στο δεύτερο σκέλος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν, προκειμένου να απαντηθεί το προηγούμενο ερώτημα, ενδείκνυται να ληφθεί υπόψη το ότι τα θεσμικά όργανα τροποποίησαν τους δασμούς αντιντάμπινγκ της SSM, και συγκεκριμένα τους μείωσαν.
50.
Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου διατυπώνεται με πολύ απλούστερους όρους. Ερωτά εάν, λαμβανομένου υπόψη ότι ο κανονισμός 1297/2007 δεν διαπιστώνει ρητά μεταβολή των συνθηκών που να δικαιολογεί αλλαγή της μεθόδου καθορισμού των εξαγωγικών τιμών της SSM, κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, τα θεσμικά όργανα έπρεπε να είχαν χρησιμοποιήσει την ίδια μέθοδο με αυτήν που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο της αρχικής έρευνας.
51.
Το τρίτο ερώτημα είναι ακόμη απλούστερο, καθόσον αφορά τις συνέπειες της απάντησης στα δύο πρώτα ερωτήματα. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν ο κανονισμός 1279/20007, στο μέτρο που τροποποίησε τη μέθοδο καθορισμού των εξαγωγικών τιμών της SSM χωρίς να έχει διαπιστώσει την ύπαρξη μεταβολής των συνθηκών, πρέπει να ακυρωθεί εν μέρει, ως θεμελιούμενος επί ανίσχυρης νομικής βάσης.
52.
Θα καταστρώσω ως ακολούθως την απάντησή μου στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης προδικαστικής απόφασης. Ενδείκνυται να αρχίσω δίνοντας ευθέως αρνητική απάντηση στο πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος, όπως έχει διατυπωθεί, τούτο δε ως εξής: το ερώτημα εάν τηρήθηκε ο κανόνας του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, κατά τον οποίο μια αλλαγή της μεθόδου καθορισμού των τιμών εξαγωγής δεν μπορεί να συντελεσθεί παρά σε περίπτωση μεταβολής των συνθηκών, δεν είναι «πρότερο» του ερωτήματος εάν υπήρξε μεταβολή των συνθηκών που να δικαιολογεί την κατάργηση ή την τροποποίηση του μέτρου αντιντάμπινγκ κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού. Αντιθέτως προς αυτό που φαίνεται να υπολαμβάνει το αιτούν δικαστήριο διά του πρώτου του ερωτήματος, δεν είναι η ύπαρξη μιας μεταβολής των συνθηκών, όπως προβλέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, που αποτελεί προϋπόθεση της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 11, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού. Αντιθέτως, το ζήτημα της ενδεχόμενης εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 9, του εν λόγω κανονισμού πρέπει πράγματι να εξετάζεται στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού.
53.
Αρμόζει συνεπώς αρνητική απάντηση στο πρώτο μέρος του πρώτου ερωτήματος όπως έχει διατυπωθεί: η διαπίστωση ότι οι συνθήκες δεν μεταβλήθηκαν κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού δεν πρέπει να οδηγήσει στην παραβίαση, εκ μέρους των θεσμικών οργάνων, των διατάξεων του άρθρου 11, παράγραφος 3. Τούτου λεχθέντος, και για τους λόγους που θα εκθέσω στη συνέχεια, δεν θεωρώ την απάντηση αυτή επαρκή.
54.
Πράγματι, προκειμένου να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο μια απάντηση που θα του φανεί χρήσιμη, εκτιμώ ότι είναι απαραίτητο να εξετασθεί, εν πρώτοις, εάν με τον κανονισμό 1279/2007 ορθά κρίθηκε ότι, στο μέτρο που δεν μεταβλήθηκαν ουσιωδώς οι συνθήκες κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, δεν συνέτρεχε λόγος κατάργησης των δασμών αντιντάμπινγκ. Θα ήταν δυνατόν να αντιταχθεί ότι το αιτούν δικαστήριο δεν αμφισβήτησε τον τύπο κατά τον οποίο ο κανονισμός 1279/2007 ανέλυσε, αξιολογώντας τις προοπτικές εξέλιξης, την αξιοπιστία των τιμών εξαγωγής της SSM, αλλά μόνο την αλλαγή της μεθόδου υπολογισμού αυτών των δασμών. Θεωρώ, εντούτοις, ότι είναι απαραίτητη η συνεκτίμηση του τρόπου διά του οποίου ο κανονισμός 1279/2007 ανέλυσε την αξιοπιστία των τιμών εξαγωγής της SSM προκειμένου να αξιολογηθεί ορθά ο τρόπος διά του οποίου προσέγγισε το ζήτημα της μεθόδου καθορισμού των τιμών εξαγωγής.
55.
Θα εξετάσω, επομένως, σε δεύτερο χρόνο, και με βάση τις διαπιστώσεις στο πλαίσιο του ερωτήματος που μόλις περιγράφηκε, αυτό που συγκροτεί τον πυρήνα της προβληματικής που τέθηκε από το αιτούν δικαστήριο, δηλαδή εάν η αλλαγή της μεθόδου καθορισμού των τιμών εξαγωγής πραγματοποιήθηκε ή όχι σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού. Στο πλαίσιο αυτό, τέλος, θα εξετάσω εάν είναι πρόσφορη η συνεκτίμηση του γεγονότος ότι ο κανονισμός 1279/2007 μείωσε τον επιβληθέντα στην SSM δασμό και εάν είναι καθοριστικό το ότι ο τελευταίος αυτός δεν διαπίστωσε ρητά μια αλλαγή των συνθηκών κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού. Όσο για την απάντηση στο τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, θα προκύψει άμεσα από την απάντηση στα δύο πρώτα ερωτήματα.
56.
Πρέπει, τέλος, να ληφθεί υπόψη, στο πλαίσιο της έρευνας αυτής, η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία, στο πεδίο της κοινής εμπορικής πολιτικής και όλως ιδιαιτέρως όσον αφορά μέτρα εμπορικής άμυνας, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης πρέπει να διαθέτουν ευρεία ευχέρεια εκτίμησης, λαμβανομένης υπόψη της πολυπλοκότητας των οικονομικών, πολιτικών και νομικών καταστάσεων που καλούνται να εξετάσουν ( 39 ), με συνέπεια ο δικαστής της Ένωσης να οφείλει να περιορίζει τον δικαιοδοτικό του έλεγχο στην επαλήθευση της τήρησης των διαδικαστικών κανόνων, της ουσιαστικής ορθότητας των γεγονότων που λήφθηκαν υπόψη ενόψει της διενέργειας των αμφισβητουμένων επιλογών, του προδήλου σφάλματος στην εκτίμηση των γεγονότων αυτών ή της απουσίας κατάχρησης εξουσίας ( 40 ).
VI – Επί της ύπαρξης σημαντικής μεταβολής των συνθηκών κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού
57.
Η εξαγωγική επιχείρηση στην οποία επιβάλλεται μέτρο αντιντάμπινγκ και η οποία αιτείται την κατάργησή του οφείλει να αποδείξει ότι οι συνθήκες που αφορούν την πρακτική ντάμπινγκ και τη ζημία μεταβλήθηκαν σημαντικά.
58.
Ο έλεγχος με τον οποίο επιφορτίζεται η Επιτροπή ως προς το ζήτημα αυτό ενδέχεται να την οδηγήσει στην εκπόνηση όχι απλώς μιας «αναδρομικής ανάλυσης» της εξέλιξης της κατάστασης, με αφετηρία την επιβολή του αρχικού οριστικού μέτρου, προκειμένου να αξιολογήσει την αναγκαιότητα της διατήρησής του ή της τροποποίησής του ώστε να εξουδετερωθεί η πρακτική ντάμπινγκ που προκάλεσε τη ζημία, αλλά και μιας «ανάλυσης των προοπτικών» της πιθανής εξέλιξης της κατάστασης, με αφετηρία την υιοθέτηση του μέτρου του επανελέγχου, ούτως ώστε να αξιολογήσει την πιθανή επίπτωση μιας κατάργησης ή μιας τροποποίησης του οριστικού μέτρου ( 41 ).
59.
Εν προκειμένω, τα θεσμικά όργανα θεώρησαν ότι, προκειμένου να αξιολογήσουν τη σκοπιμότητα της επανεξέτασης που ζήτησε η SSM, όφειλαν, ενόψει της εκ μέρους της ανάληψης δεσμεύσεων ως προς τις τιμές, να προβούν σε ενδελεχή ανάλυση της αξιοπιστίας και της βιωσιμότητας των εξαγωγικών της τιμών. Εξέτασαν, συνεπώς, τις τιμές εξαγωγής της SSM τόσο στο πλαίσιο της αξιολόγησης και/ή της επανεμφάνισης της πρακτικής ντάμπινγκ ( 42 ) όσο και στο πλαίσιο της αξιολόγησης του διαρκούς χαρακτήρα της μεταβολής των συνθηκών ( 43 ).
60.
Εκτίμησαν ότι, λόγω των δεσμεύσεων που είχε αναλάβει η SSM ως προς τις τιμές, οι τιμές εξαγωγής προς την Κοινότητα που η εν λόγω επιχείρηση είχε εφαρμόσει κατά την περίοδο έρευνας ενδιαμέσου επανελέγχου ( 44 ) ήταν τεχνητές, μη βιώσιμες και ως εκ τούτου αναξιόπιστες ( 45 ), ότι επομένως δεν μπορούσαν να χρησιμεύσουν για τον καθορισμό του περιθωρίου της για πρακτική ντάμπινγκ και ότι έπρεπε, κατά συνέπεια, να κατασκευασθούν λαμβάνοντας υπόψη τις τιμές εξαγωγής της προς τρίτες χώρες.
61.
Επισημαίνεται ότι λήφθηκαν υπόψη συναφώς τόσο η προηγηθείσα συμπεριφορά (αναδρομική ανάλυση) όσο και η πιθανή μελλοντική συμπεριφορά της SSM (ανάλυση των προοπτικών) ( 46 ).
62.
Πράγματι, το συμπέρασμα αυτό εδράζεται, αφενός, όσον αφορά το παρελθόν, στη διαπίστωση ότι οι τιμές εξαγωγής που εφαρμόσθηκαν από την SSM στα κράτη μέλη της Κοινότητας των 15, υπό την επίδραση της ανάληψης δεσμεύσεων ως προς τις τιμές, ήταν «λιγότερο υψηλές» από αυτές που εφαρμόζονταν, πριν την προσχώρησή τους, στα 10 κράτη μέλη που προσχώρησαν στην Ένωση κατά τη διάρκεια της έρευνας του ενδιαμέσου επανελέγχου ( 47 ) και «σημαντικά χαμηλότερες» από αυτές που εφαρμόζονταν στα τρίτα κράτη ή «κατά μέσο όρο σημαντικά χαμηλότερες» από αυτές ( 48 ), όπου οι εξαγόμενες ποσότητες ήταν εξάλλου σημαντικά μεγαλύτερες ( 49 ). Επισημαίνεται επίσης ότι η έρευνα «κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το υπό εξέταση προϊόν πωλήθηκε σε τιμές ντάμπινγκ σε χώρες που δεν ήταν μέλη της [Ευρωπαϊκής Ένωσης]» ( 50 ).
63.
Το συμπέρασμα των θεσμικών οργάνων εδράζεται, αφετέρου, όσον αφορά το μέλλον, στην εκτίμηση των προοπτικών της μελλοντικής συμπεριφοράς των εξαγωγών της SSM ( 51 ) και, ειδικότερα και κατ’ ουσία, στην πιθανότητα ότι με τον τερματισμό της ανάληψης δέσμευσης ως προς τις τιμές ( 52 ) και λαμβανομένων υπόψη των παραγωγικών της δυνατοτήτων η SSM θα πωλούσε τα προϊόντα της σε μεγάλες ποσότητες στην αγορά της Ένωσης σε τιμές ντάμπινγκ ( 53 ).
64.
Προκύπτει συνεπώς από τις προεκτεθείσες σκέψεις ότι τα θεσμικά όργανα συμπέραναν πως δεν συνέτρεχε λόγος κατάργησης των επιβληθέντων στην SSM μέτρων αντιντάμπινγκ, καθόσον η τελευταία δεν απέδειξε τη μονιμότητα μιας «μεταβολής των συνθηκών» κατά την ακριβή έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, όσον αφορά τις τιμές εξαγωγής της ( 54 ), βάσει της διαπίστωσης ότι η ύπαρξη των εκ μέρους της δεσμεύσεων ως προς τις τιμές συνιστούσε «μεταβολή των συνθηκών» κατά την ειδική έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, που δικαιολογούσε αλλαγή της μεθόδου καθορισμού των τιμών εξαγωγής της ενόψει υπολογισμού του περιθωρίου της για πρακτική ντάμπινγκ.
65.
Επισημαίνεται ότι τα ουσιώδη στοιχεία της ανάλυσης αυτής δεν αμφισβητήθηκαν.
66.
Πράγματι, ουδέποτε διατυπώθηκε ισχυρισμός ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διέπραξαν πρόδηλο σφάλμα εκτίμησης στηριζόμενα στα δεδομένα αυτά, τα οποία σημειωτέον δεν αμφισβητήθηκαν, προκειμένου να καταλήξουν στην έλλειψη τόσο της αξιοπιστίας όσο και της βιωσιμότητας των τιμών εξαγωγής προς την Κοινότητα που εφάρμοσε η SSM.
67.
Ούτε αμφισβητήθηκε άλλωστε το ότι τα θεσμικά όργανα είχαν τη δυνατότητα, ή ακόμα και την υποχρέωση, κατά την αξιολόγηση της σκοπιμότητας της επανεξέτασης που είχε ζητήσει η SSM, να προχωρήσουν σε ανάλυση αξιολόγησης των προοπτικών της πιθανής συμπεριφοράς της τελευταίας, βάσει των διαθεσίμων δεδομένων, με σκοπό την αξιολόγηση, ιδίως, της πιθανότητας εξακολούθησης ή επανεμφάνισης της ζημίας και του διαρκούς χαρακτήρα της προβαλλόμενης μεταβολής των συνθηκών κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού.
68.
Συνεπώς, και με την επιφύλαξη του αυστηρού ελέγχου της τήρησης των διαδικαστικών κανόνων που προβλέπονται από τον βασικό κανονισμό, ζήτημα που θα εξεταστεί στη συνέχεια, δεν προκύπτει ότι τα θεσμικά όργανα, με δεδομένα τα πραγματικά και διαδικαστικά περιστατικά της προκείμενης υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη την ευρεία εξουσία που διαθέτουν, διέπραξαν πρόδηλα σφάλματα.
VII – Επί της συνδρομής μεταβολής των συνθηκών κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, που να δικαιολογεί αλλαγή της μεθόδου καθορισμού των τιμών εξαγωγής
69.
Με το δεύτερο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά πολύ συγκεκριμένα το Δικαστήριο εάν, λαμβάνοντας υπόψη την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, τα θεσμικά όργανα θα έπρεπε, ελλείψει «ρητής διαπίστωσης» της συνδρομής μιας μεταβολής των συνθηκών κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, να έχουν εφαρμόσει την ίδια μέθοδο καθορισμού των τιμών εξαγωγής της SSM, στο πλαίσιο της επανεξέτασης, με αυτήν που χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της αρχικής έρευνας, δηλαδή την προβλεπόμενη από το άρθρο 2, παράγραφος 8, του βασικού κανονισμού. Αυτό είναι το πλαίσιο αναφοράς στο οποίο μπορεί να εξετασθεί το δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου, με το οποίο αυτό ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα θεσμικά όργανα αποφάσισαν την μείωση του επιβληθέντος στην SSM δασμού αντιντάμπινγκ.
70.
Όπως τόνισε το Δικαστήριο ( 55 ), το άρθρο 11, παράγραφος, 9 του βασικού κανονισμού πρέπει καταρχήν να ερμηνεύεται συσταλτικά ( 56 ), καθόσον προβλέπει εξαίρεση από τον γενικό κανόνα κατά τον οποίο η Επιτροπή οφείλει να εφαρμόζει σε όλες τις έρευνες επανελέγχου την ίδια μέθοδο με αυτήν που χρησιμοποιήθηκε κατά την αρχική έρευνα, με την υπόμνηση ότι η επιταγή αυτή δεν πρέπει πάντως να επιτρέπει στα θεσμικά όργανα να τον ερμηνεύουν και να τον εφαρμόζουν κατά τρόπο ασυμβίβαστο προς το γράμμα και τον σκοπό του ( 57 ).
71.
Ο βασικός κανονισμός δεν παρέχει εντούτοις πρόσθετες εξηγήσεις περί του λόγου ύπαρξης του γενικού κανόνα που τίθεται κατά τον τρόπο αυτό από το άρθρο 11, παράγραφος 9, ούτε διευκρινίσεις περί της ακριβούς επιδίωξης της «μεθόδου» στην οποία αναφέρεται ή ενδείξεις περί των συγκεκριμένων όρων υπό τους οποίους χωρεί εξαίρεση ούτε περί της φύσης των προβλεπομένων συνθηκών ή περί της έκτασης των απαιτουμένων μεταβολών.
72.
Εναπόκειται συνεπώς στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει αυτή τη διάταξη λαμβάνοντας υπόψη, σύμφωνα με τη νομολογία του, όχι μόνο το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο αναφοράς στο οποίο εγγράφεται και τους σκοπούς που επιδιώκει ( 58 ), σταθμίζοντας εκ παραλλήλου την όλη οικονομία και τελεολογία του βασικού κανονισμού ( 59 ). Αλλά και το ιστορικό της θέσπισής του μπορεί, ενδεχομένως, να αποκαλύψει στοιχεία κρίσιμα για την ερμηνεία του ( 60 ).
73.
Πρέπει να επισημανθεί, όσον αφορά το τελευταίο αυτό ζήτημα, ότι ο κανόνας που τέθηκε με το άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού έκανε την εμφάνισή του στο πλαίσιο των κανόνων που εφαρμόζονται στην επανεξέταση των μέτρων αντιντάμπινγκ ( 61 ) με την έκδοση του κανονισμού (ΕΚ) 3283/94 ( 62 ) και ότι επαναλαμβάνεται απαράλλακτος σε όλους τους μεταγενέστερους κανονισμούς ( 63 ).
74.
Παρά ταύτα, οι προπαρασκευαστικές εργασίες δεν παρέχουν καμία ένδειξη κατάλληλη για να καθοδηγήσει την ερμηνεία της διάταξης αυτής, δεδομένου ότι η αρχική πρόταση της Επιτροπής ( 64 ) δεν υπέστη καμία ουσιώδη τροποποίηση ( 65 ). Επισημαίνεται επίσης ότι ο κώδικας αντιντάμπινγκ της GATT του 1994 δεν περιλαμβάνει διατάξεις αντίστοιχες προς εκείνες του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, οπότε ο κανόνας του εν λόγω άρθρου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενσωμάτωση ενός από τους λεπτομερείς κανόνες της GATT που θα πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα προς αυτήν ( 66 ).
75.
Εξάλλου, δεν πρέπει να αποσιωπηθεί το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της αναθεώρησης του κανονισμού 1225/2009 ( 67 ), η Επιτροπή πρότεινε την κατάργηση του γενικού αυτού κανόνα υποστηρίζοντας, αφενός, ότι η εφαρμογή του είχε προκαλέσει αβεβαιότητα στην πράξη, ιδιαιτέρως όσον αφορά την απαιτούμενη μεταβολή των συνθηκών και, αφετέρου, ότι είχε ενίοτε οδηγήσει στην παγίωση της χρήσης μεθοδολογιών εμφανώς παρωχημένων.
76.
Παραμένει όμως γεγονός ότι οι διατάξεις του άρθρου 11, παράγραφος 9, ήταν εφαρμοστέες κατά την ημερομηνία έκδοσης του κανονισμού 1279/2007, ότι δέσμευαν τα θεσμικά όργανα και ότι εναπόκειται, ως εκ τούτου, στο Δικαστήριο να το ερμηνεύσει και να το εφαρμόσει στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης προδικαστικής απόφασης.
77.
Από τη συνολική ανάγνωση του άρθρου 11 του βασικού κανονισμού και ιδιαίτερα των παραγράφων 1, 3 και 9, υπό το πρίσμα του συστήματος που εγκαθιδρύει, μπορεί να συναχθεί ότι η ταυτότητα της μεθόδου είναι, αφενός, λογικά αναγκαία για την εξέταση του κατά πόσον η πρακτική ντάμπινγκ, όπως διαπιστώθηκε κατά τη διάρκεια της αρχικής έρευνας, εξακολουθεί, και κατά πόσον τα αρχικώς επιβληθέντα μέτρα πρέπει, τόσο ως προς την μορφή όσο και ως προς το ύψος τους, να διατηρηθούν, τροποποιηθούν ή καταργηθούν ( 68 ). Η ταυτότητα της μεθόδου εγγυάται, αφετέρου, στις επιχειρήσεις που υφίστανται τα μέτρα αντιντάμπινγκ, ένα βαθμό προβλεψιμότητας και κατά τούτο μια μορφή ασφάλειας δικαίου ως προς την εφαρμογή των κανόνων αντιντάμπινγκ της Ένωσης.
78.
Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι τα θεσμικά όργανα δεν χρησιμοποίησαν στον κανονισμό 1279/2007 την ίδια μέθοδο καθορισμού των τιμών εξαγωγής της SSM με αυτήν του κανονισμού 1601/2001. Εκτιμώντας ότι οι τιμές εξαγωγής της SSM προς την Κοινότητα που είχαν χρησιμοποιηθεί κατά την αρχική έρευνα δεν ήταν ούτε αξιόπιστες ούτε βιώσιμες λόγω των δεσμεύσεων ως προς τις τιμές που η SSM είχε αναλάβει, κατασκεύασαν τις τιμές εξαγωγής λαμβάνοντας υπόψη τις τιμές εξαγωγής της προς τρίτες χώρες.
79.
Δεν αμφισβητείται επίσης ότι ο κανονισμός 1279/2007 δεν αναφέρει ρητώς την ύπαρξη μιας «μεταβολής των συνθηκών», κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, που να δικαιολογεί την αλλαγή που πραγματοποιήθηκε στη μέθοδο καθορισμού των τιμών εξαγωγής της SSM. Μόνο το γεγονός αυτό δεν οδηγεί εντούτοις στο συμπέρασμα ότι ο εν λόγω κανονισμός είναι παράνομος.
80.
Προκύπτει πράγματι, εμμέσως πλην σαφώς, από τις ανωτέρω υπομνησθείσες αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1279/2007 ότι η ύπαρξη των δεσμεύσεων ως προς τις τιμές εκ μέρους της SSM ήταν αυτή που θεωρήθηκε ως το κύριο συστατικό στοιχείο της αλλαγής αυτής.
81.
Το ερώτημα που τίθεται, συνεπώς, είναι εάν είναι ορθό να θεωρηθεί ότι αυτές καθαυτές οι δεσμεύσεις ως προς τις τιμές συνιστούν μεταβολή των συνθηκών κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού. Διαφαίνεται, εντούτοις, ότι ο κανονισμός 1279/2007 έλαβε θέση διά μακρών επί του ζητήματος αυτού ( 69 ), εξηγώντας λεπτομερώς ότι οι τιμές εξαγωγής της SSM προς την Κοινότητα δεν ήταν ούτε αξιόπιστες ούτε διαρκείς λόγω, ακριβώς, της ύπαρξης των δεσμεύσεων ως προς τις τιμές. Με άλλα λόγια, οι λόγοι για τους οποίους θεωρήθηκε ότι οι περιστάσεις που αφορούν την πρακτική ντάμπινγκ δεν είχαν μεταβληθεί, κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, είναι οι ίδιοι μ’ αυτούς που δικαιολογούν την αναγκαιότητα της εγκατάλειψης της μεθόδου καθορισμού των τιμών εξαγωγής που χρησιμοποιήθηκε αρχικά, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 9, του εν λόγω κανονισμού. Με απλούστερη διατύπωση, η αρχικώς χρησιμοποιηθείσα μέθοδος είναι αυτή που έπαυσε να είναι αξιόπιστη στο πλαίσιο της επανεξέτασης. Σε μια τέτοια κατάσταση, δεν είναι δυνατή η συναγωγή συμπεράσματος άλλου πέραν του ότι τα θεσμικά όργανα δεν υποχρεούνται πλέον να εφαρμόσουν τον κανόνα που προβλέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, ο οποίος τους επιβάλλει την τήρηση της ίδιας μεθόδου.
82.
Προσήκει, ως εκ τούτου, να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα, όπως υποβλήθηκε από το αιτούν δικαστήριο, η απάντηση ότι το άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού δεν επιβάλλει στην Επιτροπή τη χρήση, στο πλαίσιο της επανεξέτασης ενός μέτρου αντιντάμπινγκ, της ίδιας μεθόδου καθορισμού των τιμών εξαγωγής με αυτήν που είχε χρησιμοποιηθεί κατά την αρχική έρευνα, εφόσον διαπιστώθηκε σύννομα ότι οι τιμές εξαγωγής που καθορίσθηκαν κατ’ εφαρμογήν αυτής της μεθόδου δεν ήταν ούτε αξιόπιστες ούτε διαρκείς, τούτο δε οφειλόταν ειδικά στο γεγονός της ύπαρξης ανάληψης δεσμεύσεων ως προς τις τιμές.
83.
Κατόπιν τούτων, τίθεται εντέλει το πρόσθετο ερώτημα ως προς τη νομιμότητα της συγκεκριμένης μεθόδου που χρησιμοποιήθηκε από τα θεσμικά όργανα για τον καθορισμό των τιμών εξαγωγής της SSM, ζήτημα που έθιξε το αιτούν δικαστήριο στην αίτηση του προδικαστικής απόφασης, μολονότι δεν περιλαμβάνεται στα υποβληθέντα ερωτήματα ( 70 ) και στο οποίο το άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού δεν παρέχει ρητή απάντηση.
84.
Το Συμβούλιο επισήμανε με τις γραπτές παρατηρήσεις του ότι τα θεσμικά όργανα δεν είχαν εφαρμόσει, εν προκειμένω, το άρθρο 2, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, αλλά μόνο το άρθρο 11, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού και ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη μεταβολή των συνθηκών που συνίσταται στην ανάληψη δεσμεύσεων ως προς τις τιμές, είχαν επιλέξει να χρησιμοποιήσουν τις τιμές εξαγωγής που εφάρμοζε η SSM προς τρίτες χώρες. Προσέθεσε ότι το άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού προσέφερε στα θεσμικά όργανα ένα περιθώριο στάθμισης ως προς την επιλογή της μεθόδου καθορισμού των τιμών εξαγωγής, ενώ οι διατάξεις του άρθρου 2 έπρεπε απλώς να «λαμβάνονται προσηκόντως υπόψη».
85.
Επ’ αυτού πρέπει να επισημανθεί ευθύς εξ αρχής ότι είναι πράγματι ακριβές ότι, όσον αφορά την SSM ( 71 ), ο κανονισμός 1279/2007 δεν αναφέρεται σε κανένα σημείο, ρητά ή σιωπηρά, στις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού.
86.
Πρέπει στη συνέχεια να επισημανθεί ότι, αφενός, όπως ήδη ειπώθηκε, το άρθρο 11 του βασικού κανονισμού δεν παρέχει την παραμικρή ένδειξη περί της μεθόδου με την οποία οι τιμές εξαγωγής, ιδίως, πρέπει να καθορίζονται στο πλαίσιο μιας διαδικασίας επανεξέτασης σε περίπτωση μεταβολής των συνθηκών κατά την έννοια της παραγράφου 9 ( 72 ).
87.
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα θεσμικά όργανα, πληρώνοντας τα κενά του βασικού κανονισμού, υπερέβησαν προδήλως τα όρια της ευρείας ευχέρειας εκτίμησης που διαθέτουν στο πλαίσιο της εφαρμογής του.
88.
Αφετέρου, ναι μεν οι διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, που εφαρμόζονται μόνο στην αρχική επιβολή ενός δασμού αντιντάμπινγκ, δεν μπορούν να εφαρμοσθούν άνευ ετέρου στο πλαίσιο μιας επανεξέτασης, πλην όμως παρέχουν μια βάση αναφοράς. Όμως, το άρθρο 2, παράγραφος 9, πρώτο εδάφιο, in fine, του βασικού κανονισμού προβλέπει ότι οι τιμές εξαγωγής μπορούν, υπό τον όρο της συνδρομής των προϋποθέσεων που προβλέπει κατά τα λοιπά, να καθορίζονται με «οποιαδήποτε εύλογη βάση».
89.
Συμπεραίνεται εξ αυτού ότι, εφόσον τα θεσμικά όργανα μπόρεσαν να συμπεράνουν βάσιμα την έλλειψη αξιοπιστίας των τιμών εξαγωγής της SSM και, κατ’ ακολουθία, τη μεταβολή των συνθηκών κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, μπορούσαν να αποδεσμευθούν από το γράμμα των διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφος 8, του εν λόγω κανονισμού και να χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε μέθοδο καθορισμού των τιμών εξαγωγής, εφόσον αυτή παραμένει εύλογη.
90.
Πλην όμως, δεν προκύπτει, ούτε και προβάλλεται κατά τα λοιπά τέτοιος ισχυρισμός, ότι δεν ήταν εύλογη η από μέρους των θεσμικών οργάνων κατασκευή των τιμών εξαγωγής της SSM με τη χρήση των τιμών εξαγωγής της προς τρίτες χώρες.
91.
Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο κανονισμός 1279/2007 όχι μόνο δεν επιβεβαίωσε την αναγκαιότητα διατήρησης του μέτρου αντιντάμπινγκ που είχε επιβληθεί στην SSM, λαμβανομένης υπόψη της έλλειψης σημαντικής μεταβολής των συνθηκών κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, αλλά αντιθέτως μείωσε τον συντελεστή του δασμού αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκε στην SSM. Για τον λόγο αυτόν, και λαμβάνοντας υπόψη το δεύτερο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο κανονισμός 1279/2007 ανταποκρίνεται απολύτως στον θεμελιώδη σκοπό που επιδιώκεται από τον βασικό κανονισμό, κατά τον οποίον η θεσμοθέτηση ενός δασμού αντιντάμπινγκ πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία για την εξάλειψη της πρακτικής ντάμπινγκ που προκαλεί ζημία.
92.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν προκύπτει ότι, αποφασίζοντας να κατασκευάσουν τις τιμές εξαγωγής της SSM λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τις τιμές εξαγωγής της προς τρίτες χώρες, τα θεσμικά όργανα κατέληξαν σε επιλογή προδήλως ακατάλληλη ή μη εύλογη ( 73 ).
93.
Κατά συνέπεια, κατά την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων που υποβλήθηκαν από το αιτούν δικαστήριο δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του κανονισμού 1279/2007.
VIII – Πρόταση
94.
Λαμβάνοντας υπόψη τις προηγηθείσες αναπτύξεις, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως ακολούθως στα προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν από το Varhoven administrativen sad:
1)
Το άρθρο 11, παράγραφος 9, του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, δεν επιβάλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τη χρήση, στο πλαίσιο της επανεξέτασης ενός μέτρου αντιντάμπινγκ, της ίδιας μεθόδου καθορισμού των τιμών εξαγωγής μ’ αυτήν που είχε χρησιμοποιηθεί κατά την αρχική έρευνα, εφόσον διαπιστώθηκε νόμιμα ότι οι τιμές εξαγωγής που καθορίσθηκαν κατ’ εφαρμογήν αυτής της μεθόδου δεν ήταν ούτε αξιόπιστες ούτε διαρκείς, τούτο δε οφειλόταν ειδικά στο γεγονός της ύπαρξης ανάληψης δεσμεύσεων ως προς τις τιμές.
2)
Κατά την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων που υποβλήθηκαν από το αιτούν δικαστήριο δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του κανονισμού (ΕΚ) 1279/2007 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 2007, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ σε ορισμένους τύπους συρματόσχοινων και καλωδίων από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Ρωσικής Ομοσπονδίας και την κατάργηση των μέτρων αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων τύπων συρματόσχοινων και καλωδίων από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Ταϊλάνδης και Τουρκίας.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 285, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2009, L 96, σ. 39. Επί του κανονισμού αυτού, βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 2010, T-369/08, EWRIA κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2010, σ. II-6283).
( 3 ) ΕΕ L 56, σ. 1, στο εξής: βασικός κανονισμός.
( 4 ) Βλ. απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, C‑15/12 P, Dashiqiao Sanqiang Refractory Materials κατά Συμβουλίου και Επιτροπής.
( 5 ) Με την απόφασή του της 8ης Ιουλίου 2008, T‑221/05, Huvis κατά Συμβουλίου (σκέψεις 38 έως 60), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε έναν κανονισμό για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ για τον λόγο ότι τα θεσμικά όργανα είχαν παραβεί το άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, παραλείποντας να αποδείξουν ότι η αλλαγή της μεθόδου σύγκρισης της τιμής εξαγωγής και της κανονικής αξίας που χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της αρχικής έρευνας και κατά την επανεξέταση ήταν δικαιολογημένη λόγω μεταβολής των συνθηκών. Με την απόφασή του της 17ης Νοεμβρίου 2009, T-143/06, MTZ Polyfilms κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2009, σ. II-4133), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε έναν κανονισμό περί περάτωσης της επανεξέτασης ενός μέτρου αντιντάμπινγκ, στο μέτρο που τα θεσμικά όργανα είχαν καθορίσει τις τιμές εξαγωγής αποκλίνοντας από την μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφοι 8 και 9, του βασικού κανονισμού, ενώ δεν επικαλούνταν καμία μεταβολή συνθηκών κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 9, του εν λόγω κανονισμού. Επί της διάταξης αυτής, βλ., επίσης, αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 2003, T-132/01, Euroalliages κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II-2359, σκέψεις 39 έως 44), της 18ης Μαρτίου 2009, T-299/05, Shanghai Excell M&E Enterprise και Shanghai Adeptech Precision κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. II-565, σκέψεις 176 έως 178), της 16ης Δεκεμβρίου 2011, T-423/09, Dashiqiao Sanqiang Refractory Materials κατά Επιτροπής (Συλλογή 2011, σ. II-8369, σκέψεις 54 έως 65), καθώς και της 7ης Φεβρουαρίου 2013, T‑118/10, Acron κατά Συμβουλίου (η αίτηση αναιρέσεως, κατά της αποφάσεως αυτής εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου, C‑216/13, Acron κατά Συμβουλίου).
( 6 ) ΕΕ 1994, L 336, σ. 103, στο εξής: κώδικας αντιντάμπινγκ του 1994.
( 7 ) ΕΕ L 336, σ. 1.
( 8 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2003, C-76/00 P, Petrotub και Republica (Συλλογή 2003, σ. I-79, σκέψη 56).
( 9 ) Ο κανονισμός αυτός αντικαταστάθηκε έκτοτε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1225/2009 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 343, σ. 51, και διορθωτικό ΕΕ 2010, L 7, σ. 22). Οι κύριες διατάξεις του βασικού κανονισμού που αφορούν την παρούσα διαφορά παρέμειναν αμετάβλητες στον νέο κανονισμό.
( 10 ) ΕΕ L 211, σ. 1.
( 11 ) Κανονισμός (ΕΚ) 230/2001 της Επιτροπής, της 2ας Φεβρουαρίου 2001, για επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων τύπων συρματόσχοινων και καλωδίων από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Τσεχικής Δημοκρατίας, Ρωσίας, Ταϊλάνδης και Τουρκίας και για την αποδοχή των αναλήψεων υποχρεώσεων που πρότειναν ορισμένοι εξαγωγείς της Τσεχικής Δημοκρατίας και της Τουρκίας (ΕΕ L 34, σ. 4).
( 12 ) ΕΕ L 211, σ. 47.
( 13 ) Στο εξής: ChSPZ.
( 14 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 4 έως 7 του κανονισμού 1279/2007.
( 15 ) Βλ. ανακοίνωση για την έναρξη μερικής ενδιάμεσης επανεξέτασης των μέτρων αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονται στις εισαγωγές ορισμένων συρματόσχοινων και καλωδίων από σίδηρο ή χάλυβα, καταγωγής Ρωσίας (EE 2004, C 202, σ. 12).
( 16 ) Στο εξής: SSM.
( 17 ) Βλ. ανακοίνωση όσον αφορά τα ισχύοντα μέτρα αντιντάμπινγκ που έχουν επιβληθεί στις εισαγωγές στην Κοινότητα ορισμένων συρματόσχοινων και καλωδίων από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής, μεταξύ άλλων, Ρωσίας: αλλαγή επωνυμίας μιας εταιρείας για την οποία έγιναν δεκτές οι αναλήψεις δεσμεύσεων (2006/C 51/02) (ΕΕ 2006, C 51, σ. 2).
( 18 ) Ανακοίνωση για την έναρξη επανεξέτασης ενόψει της λήξης ισχύος των μέτρων αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονται σε εισαγωγές ορισμένων τύπων συρματόσχοινων και καλωδίων από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Ρωσίας, Ταϊλάνδης και Τουρκίας και μερικής ενδιάμεσης επανεξέτασης των μέτρων αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονται σε εισαγωγές ορισμένων τύπων συρματόσχοινων και καλωδίων από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Τουρκίας (EE 2006, C 181, σ. 15).
( 19 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 202 του κανονισμού 1279/2007.
( 20 ) Απόφαση 2007/704/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Οκτωβρίου 2007, σχετικά με την κατάργηση της απόφασης 2001/602 (ΕΕ L 285, σ. 52).
( 21 ) Στο εξής: Valimar.
( 22 ) ΕΕ L 302, σ. 1.
( 23 ) Απόφαση της 9ης Μαρτίου 1994, C-188/92 (Συλλογή 1994, σ. I-833).
( 24 ) Αυτή πράγματι επήλθε τη 10η Αυγούστου 2004.
( 25 ) Η Συνθήκη προσχώρησης της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο την 25η Απριλίου 2005, τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 4, την 1η Ιανουαρίου 2007 (EE 2005, L 157, σ. 11), καθώς και η πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας και των προσαρμογών των συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2005, L 157, σ. 203).
( 26 ) Η εν λόγω ένσταση δεν παράγει αποτέλεσμα όταν η αίτηση εκτίμησης του κύρους δεν τέθηκε με αίτηση φυσικού ή νομικού προσώπου αλλά υποβλήθηκε αυτεπαγγέλτως από το αιτούν δικαστήριο. Βλ. απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, C-222/04, Cassa di Risparmio di Firenze κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I-289, σκέψεις 72 έως 74).
( 27 ) Αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C-241/95, Accrington Beef κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-6699, σκέψη 15)· της 11ης Νοεμβρίου 1997, C-408/95, Eurotunnel κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-6315, σκέψη 29)· της 23ης Φεβρουαρίου 2006, C-346/03 και C-529/03, Atzeni κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I-1875, σκέψεις 30 έως 34).
( 28 ) Αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 1997, C-178/95, Wiljo (Συλλογή 1997, σ. I-585, σκέψη 21)· της 15ης Φεβρουαρίου 2001, C-239/99, Nachi Europe (Συλλογή 2001, σ. I-1197, σκέψη 30)· της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C-390/98, Banks (Συλλογή 2001, σ. I-6117, σκέψη 111)· της 22ας Οκτωβρίου 2002, C-241/01, National Farmers’ Union (Συλλογή 2002, σ. I-9079, σκέψεις 35 και 36)· της 18ης Ιουλίου 2007, C-119/05, Lucchini (Συλλογή 2007, σ. I-6199, σκέψεις 54 έως 56)· της 29ης Ιουνίου 2010, C-550/09, E και F (Συλλογή 2010, σ. I-6213, σκέψεις 46 έως 48)· της 17ης Φεβρουαρίου 2011, C-494/09, Bolton Alimentari (Συλλογή 2011 σ. I-647, σκέψεις 22 και 23)· της 9ης Ιουνίου 2011, C-71/09 P, C-73/09 P και C-76/09 P, Comitato «Venezia vuole vivere» κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I-4727, σκέψη 58), καθώς και της 27ης Νοεμβρίου 2012, C-370/12, Pringle (σκέψεις 41 και 42).
( 29 ) Απόφαση E και F, προμνημονευθείσα (σκέψη 52).
( 30 ) Απόφαση Eurotunnel κ.λπ., προμνημονευθείσα (σκέψη 28).
( 31 ) Απόφαση Nachi Europe, προμνημονευθείσα (σκέψεις 38 έως 40).
( 32 ) Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, C‑274/12 P, Telefónica κατά Επιτροπής (σκέψεις 36 και 58).
( 33 ) Ενδείκνυται να διευκρινισθεί ήδη στο σημείο αυτό ότι η μεταβολή των συνθηκών στην οποία αναφέρεται το άρθρο 11, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού δεν αντιστοιχεί απαραιτήτως στη μεταβολή των συνθηκών που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 9, του εν λόγω κανονισμού.
( 34 ) Βλ. άρθρο 11, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού.
( 35 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 4 του κανονισμού 1279/2007.
( 36 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 13 του κανονισμού 1279/2007.
( 37 ) Ο κανονισμός 1279/2007 αναφέρει τις δύο διατάξεις του βασικού κανονισμού στα ληφθέντα υπόψη κείμενα.
( 38 ) Αυτό προκύπτει ρητά από το άρθρο 11, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, που αντιμετωπίζει την περίπτωση κατά την οποία το υφιστάμενο μέτρο αντιντάμπινγκ δεν είναι ή δεν είναι πια επαρκές για την εξουδετέρωση της πρακτικής ντάμπινγκ που προκαλεί την ζημία. Βλ., ως προς το ζήτημα αυτό, απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2010, C-373/08, Hoesch Metals and Alloys (Συλλογή 2010, σ. I-951, σκέψεις 76 έως 78).
( 39 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 1983, 191/82, Fediol κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 2913, σκέψη 26), και της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, C-351/04, Ikea Wholesale (Συλλογή 2007, σ. I-7723, σκέψη 40).
( 40 ) Βλ. αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1987, 240/84, NTN Toyo Bearing κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 1809, σκέψη 19), και Ikea Wholesale, προμνημονευθείσα (σκέψη 41).
( 41 ) Περί του διπλού αυτού ελέγχου, βλ., ιδίως, bkp Development, Research & Consulting, Evaluation of the European Union’s Trade Defence Instruments, Final Evaluation Study, 27 Φεβρουαρίου 2012, σύμβαση αριθ. SI2.581682, ιδίως σ. 402.
( 42 ) Αιτιολογικές σκέψεις 41 έως 102 και ειδικότερα 59 έως 63 του κανονισμού 1279/2007.
( 43 ) Αιτιολογικές σκέψεις 103 έως 134 και ειδικότερα 107 έως 112 του κανονισμού 1279/2007.
( 44 ) Η αιτιολογική σκέψη 28 του κανονισμού 1279/2007 ορίζει ότι η εν λόγω περίοδος εκτεινόταν από 1ης Ιουλίου 2003 έως 30 Ιουνίου 2004.
( 45 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 61 του κανονισμού 1279/2007.
( 46 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 61 του κανονισμού 1279/2007.
( 47 ) Η σύμβαση προσχώρησης των εν λόγω δέκα κρατών μελών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που υπογράφηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2003, τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο της 2, παράγραφος 2, την 1η Μαΐου 2004 (ΕΕ 2003, L 236, σ. 17), όπως και η πράξη σχετικά με τους όρους προσχώρησής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2003, L 236, σ. 33).
( 48 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 63 του κανονισμού 1279/2007.
( 49 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 107 του κανονισμού 1279/2007.
( 50 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 110 του κανονισμού 1279/2007.
( 51 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 61, τελευταία περίοδος, του κανονισμού 1279/2007.
( 52 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 108 του κανονισμού 1279/2007.
( 53 ) Τα θεσμικά όργανα καταλήγουν στην ίδια διαπίστωση εξετάζοντας την κατάργηση των μέτρων αντιντάμπινγκ. Βλ. αιτιολογική σκέψη 126 του κανονισμού 1279/2007.
( 54 ) Βλ., ιδίως, το συμπέρασμα της αιτιολογικής σκέψης 122 του κανονισμού 1279/2007.
( 55 ) Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου Dashiqiao Sanqiang Refractory Materials κατά Συμβουλίου, προμνημονευθείσα (σκέψη 17).
( 56 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, επίσης, απόφαση Huvis κατά Συμβουλίου προμνημονευθείσα (σκέψη 41).
( 57 ) Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου Dashiqiao Sanqiang Refractory Materials κατά Συμβουλίου, προμνημονευθείσα (σκέψη 19).
( 58 ) Βλ., ιδίως, απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Απριλίου 1993, C-136/91, Findling Wälzlager (Συλλογή 1993, σ. I-1793, σκέψη 11).
( 59 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2008, C-288/07, Isle of Wight Council κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. I-7203, σκέψη 25).
( 60 ) Βλ. αποφάσεις Pringle, προμνημονευθείσα (σκέψη 135), καθώς και της 3ης Οκτωβρίου 2013, C‑583/11 P, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (σκέψη 50).
( 61 ) Οι προγενέστεροι βασικοί κανονισμοί δεν περιλάμβαναν ανάλογες διατάξεις. Βλ., ιδίως, άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2423/88 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1988, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ L 209, σ. 1). Ένας παρόμοιος κανόνας είχε εντούτοις τεθεί με το άρθρο 16 του εν λόγω κανονισμού, που αφορούσε την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων δασμών.
( 62 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 349, σ. 1), άρθρο 11, παράγραφος 9.
( 63 ) Βλ., πέραν του βασικού κανονισμού, άρθρο 11, παράγραφος 9, του κανονισμού (ΕΚ) 1225/2009 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 343, σ. 51).
( 64 ) Βλ. ανακοίνωση της Επιτροπής, της 5ης Απριλίου 1994, υπό τον τίτλο «Νομοθεσία θέσης σε εφαρμογή του γύρου της Ουρουγουάης» [COM(1994) 414 τελικό, σ. 160 επ., ιδίως σ. 212].
( 65 ) Επί των τροποποιήσεων του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, βλ. ψήφισμα νομοθετικού περιεχομένου στο οποίο διατυπώνεται η γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επί της πρότασης κανονισμού του Συμβουλίου για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 1995, C 18, σ. 66).
( 66 ) Επί της απαίτησης αυτής, βλ., ιδίως, απόφαση Petrotub και Republica, προμνημονευθείσα (σκέψη 56).
( 67 ) Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, της 10ης Απριλίου 2013, σχετικά με τον εκσυγχρονισμό των μέσων εμπορικής άμυνας – Προσαρμογή των μέσων εμπορικής άμυνας στις σύγχρονες ανάγκες της ευρωπαϊκής οικονομίας [COM(2013) 191 τελικό]. Το άρθρο 1, παράγραφος 5, στοιχείο βʹ, της πρότασης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση, ιδίως, του κανονισμού 1225/2009 [COM(2013) 192 τελικό], που υποβλήθηκε στις 10 Απριλίου 2013, προτείνει κατά συνέπεια την ολοσχερή κατάργηση του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού. Η διαδικασία έκδοσης του νέου κανονισμού βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.
( 68 ) Βλ., ιδίως, Müller W., Khan, N., και Scharf, T., EC and WTO Anti-Dumping Law, Oxford University Press, 2009, αριθ. 11.41, 2η έκδ., ιδίως σ. 521.
( 69 ) Βλ., ιδίως, αιτιολογικές σκέψεις 107 έως 112 του κανονισμού 1279/2007.
( 70 ) Το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται, χωρίς όμως παραπομπή, στην προμνημονευθείσα απόφαση Huvis κατά Συμβουλίου. Είναι εξάλλου σκόπιμο να υπενθυμισθεί ότι η προμνημονευθείσα απόφαση του Δικαστηρίου Dashiqiao Sanqiang Refractory Materials κατά Συμβουλίου και Επιτροπής εκδόθηκε σε ημερομηνία μεταγενέστερη της υποβολής στο Δικαστήριο της παρούσας αίτησης προδικαστικής απόφασης.
( 71 ) Η διάταξη αυτή εφαρμόσθηκε, αντιθέτως, έναντι άλλων επιχειρήσεων. Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 49, 81 και 87 του κανονισμού 1279/2007.
( 72 ) Δεδομένου ότι ο κώδικας αντιντάμπινγκ του 1994 δεν περιλαμβάνει κανόνα ισοδύναμο προς αυτόν του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, παραμένει, κατά λογική αναγκαιότητα, σιωπηλός ως προς το ζήτημα αυτό.
( 73 ) Βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 22ας Οκτωβρίου 1991, C-16/90, Nölle (Συλλογή 1991, σ. I-5163, σκέψεις 11 έως 13), και της 29ης Μαΐου 1997, C-26/96, Rotexchemie (Συλλογή 1997, σ. I-2817, σκέψεις 9 έως 12).
Full & Egal Universal Law Academy