ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
YVES BOT
της 5ης Σεπτεμβρίου 2013 ( 1 )
Υπόθεση C‑388/12
Comune di Ancona
κατά
Regione Marche
[αίτηση του Tribunale amministrativo regionale per le Marche (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Διαρθρωτικά ταμεία — Δημοσιονομική συμμετοχή των εν λόγω ταμείων — Κριτήρια επιλεξιμότητας των δαπανών — Αρχή της συμβατότητας της πράξεως προς το δίκαιο της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 — Αρχή της διαρκείας της πράξεως κατά την έννοια του άρθρου 30, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 — Έννοια της “σημαντικής τροποποιήσεως” πράξεως — Σύναψη συμβάσεως παραχωρήσεως χωρίς προηγούμενη δημοσιότητα ή προκήρυξη δημόσιου διαγωνισμού — Δημοσιονομικές διορθώσεις κατά την έννοια του άρθρου 39 του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999»
1.
Με την κρινόμενη αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Tribunale amministrativo regionale per le Marche (Ιταλία) ζητεί να διευκρινιστεί η εμβέλεια των κανόνων που διέπουν την επιλεξιμότητα σχεδίου για ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, οι οποίοι τίθενται στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά ταμεία ( 2 ).
2.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει την έννοια και την εμβέλεια των αρχών της συμβατότητας με το δίκαιο της Ένωσης και της διαρκείας του έργου, οι οποίες προβλέπονται με τα άρθρα 12 και 30 του κανονισμού.
3.
Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Comune di Ancona (Δήμου της Ανκόνα), τελικού δικαιούχου ενισχύσεως χορηγηθείσας από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), και της Regione Marche (Περιφέρειας Marche), αρχής αρμόδιας για τη διαχείριση και τον έλεγχο σε περιφερειακό επίπεδο της χρησιμοποιήσεως της εν λόγω ενισχύσεως. Η Regione Marche αποφάσισε, πράγματι, να ανακαλέσει και να ανακτήσει την οικονομική συνδρομή που καταβλήθηκε στον Comune di Ancona για την ανέγερση νεωλκείου και την αγορά κινητού γερανού, λόγω των παρατυπιών που διαπιστώθηκαν στο πλαίσιο της διαχειρίσεως της εν λόγω λιμενικής υποδομής ( 3 ). Ειδικότερα, προσάπτεται στον Comune di Ancona ότι παραχώρησε τη διαχείριση της εν λόγω υποδομής σε εξωτερικό παρέχοντα υπηρεσίες, χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή δημόσιου διαγωνισμού.
I – Το δίκαιο της Ένωσης
4.
Το ΕΤΠΑ είναι ένα από τα τέσσερα διαρθρωτικά ταμεία που έχει δημιουργήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προκειμένου να προαγάγει την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τον στόχο που προβλέπεται στο άρθρο 174 ΣΛΕΕ. Το ταμείο αυτό συμβάλλει κυρίως στη μείωση των οικονομικών, κοινωνικών και εδαφικών διαφορών που δημιουργούνται ιδίως στις περιφέρειες οι οποίες παρουσιάζουν αναπτυξιακή υστέρηση, βρίσκονται σε οικονομική αναδιάρθρωση και αντιμετωπίζουν διαρθρωτικές δυσχέρειες ( 4 ).
5.
Το ΕΤΠΑ προέρχεται από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, η εκτέλεση του οποίου αποτελεί αρμοδιότητα της Επιτροπής. Λόγω του ότι ο προϋπολογισμός αυτός είναι αυστηρά πλαισιωμένος και οριοθετημένος, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιδίωξε, μέσω των κανόνων εφαρμογής που θέσπισε, να μπορεί να εξακριβωθεί ότι το ταμείο χρησιμοποιείται κατά τρόπο τακτικό και ορθό. Προς τον σκοπό αυτό, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ορθή χρησιμοποίηση του εν λόγω ταμείου, η Επιτροπή παρεμβαίνει μόνο καλύπτοντας τις δαπάνες που έχουν πραγματοποιηθεί προηγουμένως στο πλαίσιο των έργων, δικαιολογούνται από τους φορείς των έργων αυτών και έχουν ελεγχθεί από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, πράγμα που δημιουργεί ενισχυμένες υποχρεώσεις των δικαιούχων όσον αφορά την παρακολούθηση και την αιτιολόγηση των ενεργειών και των δαπανών που πραγματοποιούνται.
6.
Κάθε πράξη πρέπει να πληροί τις κοινές αρχές επιλεξιμότητας ( 5 ).
7.
Μεταξύ των αρχών αυτών καταλέγεται η αρχή της συμβατότητας, σχετικά με την οποία το άρθρο 12 του κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Οι πράξεις που χρηματοδοτούνται από τα Ταμεία, […] πρέπει να είναι σύμφωνες προς τις διατάξεις της συνθήκης και των πράξεων που θεσπίζονται δυνάμει αυτής, καθώς και προς τις κοινοτικές πολιτικές και δράσεις, περιλαμβανομένων όσων αφορούν τους κανόνες ανταγωνισμού, την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων […]» ( 6 ).
8.
Εξάλλου, η επιλεξιμότητα πράξεως για ευρωπαϊκή χρηματοδότηση πρέπει να ανταποκρίνεται στην αρχή της διαρκείας, την οποία προβλέπει το άρθρο 30, παράγραφος 4, του κανονισμού ( 7 ). Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη βεβαιούνται ότι μια πράξη διατηρεί το δικαίωμά της στη συμμετοχή των Ταμείων, μόνον εάν, επί διάστημα πέντε ετών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης της αρμόδιας εθνικής αρχής ή της διαχειριστικής αρχής σχετικά με τη συμμετοχή των Ταμείων, η πράξη αυτή δεν υποστεί σημαντική τροποποίηση η οποία:
α)
να επηρεάζει τη φύση της ή τους όρους πραγματοποίησής της ή να παρέχει αδικαιολόγητο πλεονέκτημα σε μια επιχείρηση ή δημόσιο οργανισμό
και
β)
να απορρέει είτε από μεταβολή της φύσης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος μιας υποδομής είτε από τη διακοπή ή τη μετεγκατάσταση μιας παραγωγικής δραστηριότητας.
Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για κάθε τέτοια αλλαγή. Σε περίπτωση αλλαγής αυτού του είδους, εφαρμόζεται το άρθρο 39.»
9.
Το άρθρο 39, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη φέρουν κατά πρώτο λόγο την ευθύνη για τη δίωξη των παρατυπιών, ενεργώντας κατόπιν αποδείξεων για οιαδήποτε μείζονα τροποποίηση επηρεάζει τη φύση ή τους όρους εφαρμογής ή ελέγχου μιας παρέμβασης, και πραγματοποιώντας τις αναγκαίες δημοσιονομικές διορθώσεις.
Το κράτος μέλος πραγματοποιεί τις δημοσιονομικές διορθώσεις που απαιτούνται σε σχέση με την επί μέρους ή τη συστηματικής φύσεως παρατυπία. Οι διορθώσεις που πραγματοποιούνται από το κράτος μέλος συνίστανται σε ολική ή μερική κατάργηση της σχετικής κοινοτικής συμμετοχής. […]»
II – Η διαφορά της κύριας δίκης
10.
Η Regione Marche, υπό την ιδιότητα της διαχειριστικής αρχής του Ενιαίου Εγγράφου Προγραμματισμού (στο εξής: ΕΕΠ) για τις διαρθρωτικές παρεμβάσεις της Ένωσης στην εν λόγω περιφέρεια, δημοσίευσε πρόσκληση υποβολής προτάσεων για διάφορα έργα υποδομής στις τοπικές λιμενικές περιοχές για την περίοδο προγραμματισμού 2002-2006.
11.
Στο πλαίσιο της προσκλήσεως αυτής, ο Comune di Ancona υπέβαλε αίτηση για τη χρηματοδότηση τριών έργων, τα οποία αφορούσαν συγκεκριμένα την κατασκευή νεωλκείου, την αγορά κινητού γερανού και την εκτέλεση εργασιών διαμορφώσεως. Τα τρία έργα έγιναν δεκτά.
12.
Στο πλαίσιο των εργασιών κατασκευής του νεωλκείου και μετά την εγκατάσταση του κινητού γερανού, ο Comune di Ancona, ως δικαιούχος της εν λόγω χρηματοδοτήσεως, ζήτησε τη γνώμη της Regione Marche όσον αφορά τη δυνατότητα να ανατεθεί σε τρίτο κατά παραχώρηση η διαχείριση του έργου και της συναφούς υπηρεσίας. Η Regione Marche έκρινε ότι δεν υπήρχε κάποιο στοιχείο που να απαγορεύει κάτι τέτοιο, επισήμανε εντούτοις ότι ήταν απαραίτητο να τηρηθεί η ισχύουσα ρύθμιση σχετικά με την κατά παραχώρηση ανάθεση δημόσιων υπηρεσιών ( 8 ).
13.
Ο Comune di Ancona ανέθεσε τη διαχείριση του νεωλκείου στον Cooperativa Pescatori e Motopescherecci di Ancona arl (στο εξής: συνεταιρισμός). Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η σύμβαση παραχωρήσεως είχε συνταχθεί κατά τρόπον ώστε ούτε ο Comune di Ancona ούτε ο παραχωρησιούχος να αποκομίζουν οφέλη από τη διαχείριση του νεωλκείου. Εξάλλου, ο παραχωρησιούχος ήταν υποχρεωμένος να τηρεί την εφαρμοστέα νομοθεσία της Ένωσης και δεν μπορούσε να τροποποιήσει τους όρους πραγματοποιήσεως της πράξεως. Τέλος, η σύμβαση παραχωρήσεως προέβλεπε ότι κύριος του έργου θα παρέμενε ο Comune di Ancona.
14.
Εντούτοις, η Regione Marche διαπίστωσε ορισμένες παρατυπίες στη διαχείριση του νεωλκείου, μετά από έλεγχο που πραγματοποίησε η Guardia di Finanza τον Ιούνιο 2010:
—
πρώτον και κύριον, ο Comune di Ancona ανέθεσε τη διαχείριση του έργου χωρίς δημόσιο διαγωνισμό, πράγμα που σημαίνει ότι αγνόησε τους κανόνες περί των διαδικασιών συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και δικαιολογεί την πλήρη ανάκληση της χρηματοδοτήσεως·
—
δεύτερον, μέρος του έργου (ο διαχωριστής πετρελαιοειδών και ένα από τα δύο κεκλιμένα επίπεδα ανέλκυσης-καθέλκυσης) παρέμενε σε αχρησία, πράγμα που δικαιολογεί μερική ανάκληση ποσού 325000 ευρώ από τα κονδύλια που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο της προσκλήσεως υποβολής προτάσεων 2002, και
—
τρίτον, το νεωλκείο χρησιμοποιείται και από σκάφη αναψυχής κατά ποσοστό που εκτιμάται σε 18 %. Η αιτία αυτή δικαιολογεί μερική ανάκληση ποσού 39000 ευρώ από τα κονδύλια που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο της προσκλήσεως υποβολής προτάσεων 2006.
15.
Βάσει των διαπιστώσεων αυτών, η Regione Marche διέταξε, με διάταγμα της 1ης Ιουλίου 2011, την ανάκληση και την ανάκτηση της χρηματοδοτήσεως που χορηγήθηκε στον Comune di Ancona, ο οποίος άσκησε προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
16.
Προς θεμελίωση της προσφυγής του, ο Comune di Ancona προβάλλει τους ακόλουθους λόγους:
—
πρώτον, εκτιμά ότι η μη διεξαγωγή δημόσιου διαγωνισμού δεν συνιστά λόγο εκπτώσεως. Συγκεκριμένα, ο Comune di Ancona υποστηρίζει ότι η υποχρέωση τηρήσεως της διαδικασίας δημόσιου διαγωνισμού προβλέπεται ρητώς μόνο για τη φάση της αναθέσεως του έργου και όχι και για τη φάση της διαχειρίσεως του νεωλκείου. Επισημαίνει επίσης ότι δεν συντρέχουν ούτε οι λοιπές προϋποθέσεις που προβλέπονται από το άρθρο 30 του κανονισμού, δεδομένου ότι το έργο παρέμεινε στην κυριότητά του και δεν μεταβλήθηκε η χρήση για την οποία προοριζόταν·
—
δεύτερον, ο Comune di Ancona υποστηρίζει ότι η ανάθεση της διαχειρίσεως του έργου υποδομής δεν απαιτούσε τη διεξαγωγή δημόσιου διαγωνισμού, δεδομένου ότι δεν υφίσταντο εν προκειμένω άλλες επιχειρήσεις που να ενδιαφέρονται για την παραχώρηση·
—
τρίτον, ο Comune di Ancona διατείνεται ότι το διάταγμα της 1ης Ιουλίου 2011 πλήττει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του, καθόσον η Regione Marche ουδέποτε του προσήψε κάτι, μολονότι είχε ενημερωθεί για την πρόθεσή του να αναθέσει τη διαχείριση του νεωλκείου σε τρίτο·
—
τέταρτον, υποστηρίζει ότι η μερική ανάκληση ποσού 39000 ευρώ από τα κονδύλια που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο της προσκλήσεως υποβολής προτάσεων του 2006 είναι αντίθετη προς τον νόμο, διότι το ποσοστό 18 % καθορίστηκε αυθαιρέτως και διότι η χρησιμοποίηση του νεωλκείου από σκάφη αναψυχής δεν είναι αντίθετη προς τη φιλοσοφία του ΕΤΠΑ, δεδομένου ότι ο κλάδος της ναυσιπλοΐας αναψυχής είναι οικονομικά συναφής προς τον κλάδο της αλιείας, και
—
πέμπτον, ο Comune di Ancona υποστηρίζει ότι η Regione Marche δεν αιτιολόγησε το διάταγμα της 1ης Ιουλίου 2011, και ειδικότερα δεν αξιολόγησε τις συνέπειες της ανακλήσεως της χρηματοδοτήσεως, παραβιάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τους κανόνες περί των εξουσιών της διοικήσεως να ανακαλεί, να αναστέλλει ή να τροποποιεί τις πράξεις της.
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα
17.
Λόγω των αμφιβολιών που προκλήθηκαν σχετικά με την αληθή έννοια του άρθρου 30, παράγραφος 4, του κανονισμού, το Tribunale amministrativo regionale per le Marche, το οποίο επελήφθη της διαφοράς της κύριας δίκης, αποφάσισε να αναστείλει την έκδοση αποφάσεως και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1)
Έχει το άρθρο 30, παράγραφος 4, του κανονισμού 1260/1999 την έννοια ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί αν η κατά παραχώρηση ανάθεση αποφέρει σημαντικά έσοδα για τον παραχωρούντα και αδικαιολόγητο πλεονέκτημα για τον παραχωρησιούχο, απαιτείται προηγουμένως να έχει εξεταστεί αν το έργο υπέστη σημαντική τροποποίηση;
2)
[Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, τι σημαίνει] ο όρος “σημαντική τροποποίηση”, δηλαδή αφορά η διάταξη μόνον τροποποιήσεις της ίδιας της υπόστασης του έργου –υπό την έννοια ότι το εκτελεσθέν έργο δεν είναι σύμφωνο με το έργο που περιγραφόταν στο σχέδιο το οποίο έγινε δεκτό για χρηματοδότηση– ή και τροποποιήσεις της λειτουργίας του, στη δεύτερη δε αυτή περίπτωση, υφίσταται «σημαντική τροποποίηση» στην περίπτωση κατά την οποία το έργο χρησιμοποιείται «επίσης» –αλλά όχι κυρίως– για δραστηριότητες διαφορετικές από αυτές που περιγράφονταν στην πρόσκληση υποβολής σχεδίων ή/και στην αίτηση συμμετοχής στην πρόσκληση αυτή;
3)
Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, στις περιπτώσεις στις οποίες η δημόσια χρηματοδότηση χρησιμοποιείται για την εκτέλεση έργων των οποίων η διαχείριση είναι δυνατόν να έχει σημαντικές συνέπειες από οικονομικής άποψης, εφαρμόζεται το άρθρο 30, παράγραφος 4, του κανονισμού 1260/1999 μόνο στη φάση της εκτέλεσης του έργου ή η υποχρέωση τήρησης των κανόνων περί διεξαγωγής δημόσιων διαγωνισμών υφίσταται και κατά την κατά παραχώρηση ανάθεση της διαχείρισης;
4)
Έχει το άρθρο 30, παράγραφος 4, του κανονισμού 1260/1999 την έννοια ότι η διαπίστωση του κατά πόσον η ανάθεση της διαχείρισης σε τρίτους αποφέρει σημαντικά καθαρά έσοδα ή κατάσταση αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος υπέρ επιχείρησης ή δημοσίου φορέα αποτελεί φάση λογικώς και νομικώς επόμενη σε σχέση με το προδικαστικό ερώτημα (και συνεπώς με την υποχρέωση τηρήσεως της διαδικασίας δημόσιου διαγωνισμού) ή η ύπαρξη της υποχρέωσης προκήρυξης διαγωνισμού πρέπει να εξακριβώνεται λαμβάνοντας υπόψη και τη συγκεκριμένη ρύθμιση της σχέσης παραχώρησης;
18.
Ο Comune di Ancona, η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις και ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους.
IV – Ανάλυση
Το αντικείμενο των ερωτημάτων
19.
Τα ερωτήματα που μας θέτει το αιτούν δικαστήριο αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 30, παράγραφος 4, του κανονισμού, το οποίο θεσπίζει μια θεμελιώδη αρχή της εφαρμογής των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών ταμείων, και συγκεκριμένα την αρχή της διαρκείας της συγχρηματοδοτούμενης πράξεως.
20.
Δυνάμει της αρχής αυτής, τα κονδύλια που διατίθενται για μια πράξη χορηγούνται οριστικώς σε αυτή μόνον εάν, επί διάστημα πέντε ετών από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως της αρμόδιας εθνικής αρχής ή της διαχειριστικής αρχής σχετικά με τη συμμετοχή των Ταμείων αυτών, η πράξη αυτή δεν υποστεί σημαντική τροποποίηση. Εάν τα κράτη μέλη διαπιστώσουν ανάλογη τροποποίηση, υποχρεούνται να εφαρμόσουν τις απαραίτητες δημοσιονομικές διορθώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 39, παράγραφος 1, του κανονισμού.
21.
Υπό το πρίσμα των εν λόγω νομοθετικών διατάξεων, το αιτούν δικαστήριο καλείται να κρίνει αν η πράξη κατασκευής νεωλκείου από τον Comune di Ancona, για την οποία χορηγήθηκε στήριξη του ΕΤΠΑ, πρέπει να θεωρηθεί, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, ότι υπέστη «σημαντική τροποποίηση» κατά την έννοια του άρθρου 30, παράγραφος 4, του κανονισμού. Πράγματι, οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι ο Comune di Ancona παραχώρησε τη διαχείριση του νεωλκείου σε εξωτερικό παρέχοντα υπηρεσίες χωρίς προηγούμενη διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού. Κατά συνέπεια, ανακύπτουν δύο ερωτήματα. Πρώτον, επέφερε η εν λόγω παραχώρηση «σημαντική τροποποίηση» της πράξεως κατά την έννοια του άρθρου 30, παράγραφος 4, του κανονισμού; Δεύτερον, επιφέρει η παράβαση των κανόνων περί συνάψεως συμβάσεων παραχωρήσεως συνέπειες όσον αφορά την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση;
22.
Προκειμένου να δοθεί απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα φρονώ ότι είναι απαραίτητο να ληφθούν υπόψη διαφορετικοί κανόνες δικαίου από αυτούς στους οποίους παραπέμπει ρητώς το Tribunale amministrativo regionale per le Marche με τη διάταξη περί παραπομπής. Μολονότι το αιτούν δικαστήριο επικεντρώνει το σύνολο των ερωτημάτων του στην ερμηνεία του άρθρου 30, παράγραφος 4, του κανονισμού, είμαι της γνώμης ότι, αντιθέτως, πρέπει να γίνει αναφορά στο άρθρο 12 του κανονισμού, το οποίο αφορά την αρχή της συμβατότητας της πράξεως με το δίκαιο της Ένωσης.
23.
Φρονώ επίσης ότι είναι απαραίτητο να αναδιατυπωθούν τα ερωτήματα που θέτει το αιτούν δικαστήριο, διότι σε ορισμένα σημεία είναι διατυπωμένα κατά τρόπο ασαφή ( 9 ).
24.
Ενόψει αυτών των στοιχείων, προτείνω να εξεταστούν από κοινού το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα, καθώς και το πρώτο μέρος του τρίτου ερωτήματος ( 10 ). Πράγματι, όλα αυτά τα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του όρου της «σημαντικής τροποποιήσεως» πράξεως κατά την έννοια του άρθρου 30, παράγραφος 4, του κανονισμού και εντάσσονται σε μια κατάσταση, στο πλαίσιο της οποίας η διαχείριση της συγχρηματοδοτούμενης πράξεως ανατίθεται σε εξωτερικό παρέχοντα υπηρεσίες.
25.
Στη συνέχεια, θα εξετάσω το δεύτερο μέρος του τρίτου ερωτήματος, το οποίο αφορά μάλλον την εμβέλεια της αρχής της συμβατότητας της πράξεως με το δίκαιο της Ένωσης, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 12 του κανονισμού. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί αν η συμμόρφωση με την αρχή αυτή, και ειδικότερα η υποχρέωση δημοσιεύσεως προσκλήσεως υποβολής προσφορών, επιβάλλεται στον δικαιούχο των κονδυλίων ο οποίος, ενεργών υπό την ιδιότητα της αναθέτουσας αρχής, αναθέτει σύμβαση παραχωρήσεως αφορώσα τη διαχείριση υπηρεσίας συγχρηματοδοτηθείσας από τα διαρθρωτικά ταμεία.
26.
Τέλος, θα εξετάσω το τέταρτο ερώτημα το οποίο, κατά την άποψή μου, αφορά τις αποκλίσεις που μπορούν να γίνουν δεκτές από τη συμμόρφωση με την υποχρέωση διαφάνειας. Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν η συμμόρφωση με την υποχρέωση αυτή επιβάλλεται στην περίπτωση κατά την οποία η επίδικη παραχώρηση δεν παράγει κάποιο όφελος, ενώ υφίσταται μία μόνον ενδιαφερόμενη επιχείρηση που είναι δυνατόν να αναλάβει τη διαχείριση της υπηρεσίας.
27.
Ενόψει αυτών των στοιχείων, προτείνω στο Δικαστήριο να επαναδιατυπώσει τα ερωτήματα του Tribunale amministrativo regionale per le Marche ως ακολούθως:
1)
Έχει το άρθρο 30, παράγραφος 4, του κανονισμού την έννοια ότι:
α)
Η αξιολόγηση περί της υπάρξεως σημαντικής τροποποιήσεως αφορά μόνο τη φάση της εκτελέσεως του έργου ή καλύπτει και τη φάση της διαχειρίσεώς του;
β)
Η έννοια της σημαντικής τροποποιήσεως της πράξεως καλύπτει μόνον τροποποιήσεις της ίδιας της υποστάσεως του έργου ή και τροποποιήσεις της λειτουργίας του όπως η περίπτωση κατά την οποία το έργο χρησιμοποιείται για σκοπούς διαφορετικούς από αυτούς που προβλέπονταν αρχικά;
γ)
Υποχρεούται η αρμόδια εθνική αρχή να εξακριβώσει προηγουμένως την ύπαρξη σημαντικής τροποποιήσεως της πράξεως, πριν αξιολογήσει την ύπαρξη αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος για τον παραχωρούντα ή τον παραχωρησιούχο;
2)
Η αρχή της συμβατότητας της πράξεως με το δίκαιο της Ένωσης, την οποία προβλέπει το άρθρο 12 του κανονισμού, και ειδικότερα η απορρέουσα από αυτήν υποχρέωση τηρήσεως των κανόνων περί προσκλήσεως υποβολής προσφορών σημαίνει ότι ο δικαιούχος των κονδυλίων υποχρεούται να προβεί σε προηγούμενη δημοσίευση και διεξαγωγή δημόσιου διαγωνισμού όταν, ενεργών υπό την ιδιότητα της αναθέτουσας αρχής, παραχωρεί υπηρεσία συγχρηματοδοτηθείσα από τα διαρθρωτικά ταμεία σε εξωτερικό παρέχοντα υπηρεσίες;
3)
Υπό συνθήκες όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, αντίκειται στην αρχή της συμβατότητας της πράξεως με το δίκαιο της Ένωσης, την οποία προβλέπει το άρθρο 12 του κανονισμού, και ειδικότερα στην υποχρέωση τηρήσεως των κανόνων περί προσκλήσεως υποβολής προσφορών, η άμεση παραχώρηση από αναθέτουσα αρχή, όταν η επίδικη υπηρεσία δεν επιτρέπει την απόκτηση οφέλους σύμφωνα με τις διατάξεις της συμβάσεως παραχωρήσεως και στον οικείο κλάδο υφίσταται μία μόνον ενδιαφερόμενη επιχείρηση που είναι ενδεχόμενο να αναλάβει τη διαχείριση της υπηρεσίας;
Β – Επί του πρώτου ερωτήματος, το οποίο αφορά την έννοια και την εμβέλεια του όρου «σημαντική τροποποίηση» της πράξεως κατά την έννοια του άρθρου 30, παράγραφος 4, του κανονισμού
28.
Το πρώτο ερώτημα, όπως επαναδιατυπώθηκε, αποτελείται από διάφορα σκέλη σχετικά με την εμβέλεια του άρθρου 30, παράγραφος 4, του κανονισμού και την έννοια που καλύπτει ο όρος «σημαντική τροποποίηση πράξεως».
29.
Μολονότι η απάντηση στα διάφορα σκέλη του ερωτήματος προκύπτει από το γράμμα της διατάξεως, καθώς και από την οικονομία του κανονισμού στον οποίο περιέχεται, επιβάλλεται κυρίως να ληφθούν υπόψη οι σκοποί τους οποίους επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης.
30.
Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με το άρθρο 30, παράγραφος 4, του κανονισμού:
«[...] μια πράξη διατηρεί το δικαίωμά της στη συμμετοχή των Ταμείων, μόνον εάν, επί διάστημα πέντε ετών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης της αρμόδιας εθνικής αρχής ή της διαχειριστικής αρχής σχετικά με τη συμμετοχή των Ταμείων, η πράξη αυτή δεν υποστεί σημαντική τροποποίηση η οποία:
α)
να επηρεάζει τη φύση της ή τους όρους πραγματοποίησής της ή να παρέχει αδικαιολόγητο πλεονέκτημα σε μια επιχείρηση ή δημόσιο οργανισμό
και
β)
να απορρέει είτε από μεταβολή της φύσης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος μιας υποδομής είτε από τη διακοπή ή τη μετεγκατάσταση μιας παραγωγικής δραστηριότητας.
[…]» ( 11 ).
31.
Το άρθρο 30, παράγραφος 4, του κανονισμού θεσπίζει μια θεμελιώδη αρχή της υλοποιήσεως των διαρθρωτικών ταμείων, και συγκεκριμένα την αρχή ότι η επιλεξιμότητα των έργων και των πράξεων που εκτελεί ο δικαιούχος των κονδυλίων πρέπει να διατηρείται επί ορισμένο χρονικό διάστημα.
32.
Δυνάμει της αρχής αυτής, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να μεριμνούν ότι οι επενδύσεις τις οποίες πραγματοποιεί η Ένωση σε περιφερειακές επιχειρήσεις και υποδομές είναι αποτελεσματικές, χρησιμοποιούνται ορθώς και μπορούν να αποσβεσθούν σε εύλογο χρονικό διάστημα ( 12 ). Κατά συνέπεια, πρέπει να εξασφαλίζουν, μέσω ελέγχου ο οποίος, κατά την άποψή μου, πρέπει να είναι εξαιρετικά αυστηρός, ότι ο δικαιούχος των κονδυλίων δεν επιφέρει στην πράξη τροποποιήσεις τέτοιες που να υπάρχει κίνδυνος να την αλλοιώσουν, να την απομακρύνουν από τους σκοπούς που προβλέπονταν αρχικά στο επιχειρησιακό πρόγραμμα και στο ΕΕΠ ή ακόμα και να συνιστούν λαθραία διοχέτευση κονδυλίων σε άλλους σκοπούς ( 13 ).
33.
Συνεπώς, σκοπός του νομοθέτη της Ένωσης είναι να εξασφαλιστεί ότι, επί διάστημα πέντε ετών από την έκδοση της αποφάσεως για την έγκριση της χρηματοδοτήσεως, κάθε έργο και κάθε δαπάνη που συγχρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία συνεχίζουν να ανταποκρίνονται στις αρχές της υλικής και γεωγραφικής επιλεξιμότητας οι οποίες προβλέπονται, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 30, παράγραφος 1, του κανονισμού ( 14 ), καθώς και στους σκοπούς οικονομικής και κοινωνικής συνοχής τους οποίους επιδιώκει η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
34.
Εντούτοις, σκοπός του νομοθέτη της Ένωσης δεν είναι να απαγορεύσει όλες τις τροποποιήσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν σε πράξη κατά τη διάρκεια της εκτελέσεώς της. Πράγματι, η πράξη είναι δυνατόν να παρουσιάσει απρόβλεπτες εξελίξεις συνδεόμενες, για παράδειγμα, με την κοινωνικοοικονομική συγκυρία, καθώς και απρόβλεπτα γεγονότα κατά την εκτέλεση, τα οποία είναι αναπόφευκτα σε επενδύσεις μακράς διαρκείας. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να παρεμποδιστεί η εκτέλεση της πράξεως και η δράση των αρχών μέσω της απαίτησης ελέγχου όλων των τροποποιήσεων, ακόμα και ήσσονος σημασίας. Κατά συνέπεια, ο νομοθέτης της Ένωσης επιθυμεί να παρεμποδίσει μόνο τις ουσιαστικές τροποποιήσεις της πράξεως. Κατά την έννοια του άρθρου 30, παράγραφος 4, του κανονισμού, η σημασία των τροποποιήσεων αυτών εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεων που έχουν όσον αφορά την επιλεξιμότητα της πράξεως για χρηματοδότηση.
35.
Πράγματι, με το άρθρο 30, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, του κανονισμού, ο νομοθέτης της Ένωσης αναφέρεται στις σημαντικές τροποποιήσεις που επηρεάζουν τη φύση της πράξεως ή τους όρους πραγματοποιήσεώς της ή παρέχουν αδικαιολόγητο πλεονέκτημα σε επιχείρηση ή δημόσιο οργανισμό. Είναι προφανές ότι αυτές οι περιστάσεις μεταβάλλουν σημαντικά την εκτέλεση του έργου σε σχέση με την προβλεπόμενη και είναι δυνατόν να επηρεάσουν την επιλεξιμότητα της πράξεως για ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
36.
Παράλληλα, με το άρθρο 30, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, του κανονισμού, ο νομοθέτης της Ένωσης περιορίζει τις τροποποιήσεις σε εκείνες που απορρέουν είτε από μεταβολή της φύσεως του ιδιοκτησιακού καθεστώτος μιας υποδομής είτε από τη διακοπή ή τη μετεγκατάσταση παραγωγικής δραστηριότητας.
37.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν σαφέστατα τα στοιχεία που συνιστούν σημαντική τροποποίηση της πράξεως, ενώ όπως προκύπτει από τη χρησιμοποίηση του συμπλεκτικού συνδέσμου «και», οι προϋποθέσεις τις οποίες τάσσουν πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς.
38.
Αφού εξέθεσα τα στοιχεία αυτά, προχωρώ στις απαντήσεις που πρέπει να δοθούν σε κάθε ένα από τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου.
39.
Πρώτον, φρονώ ότι ο έλεγχος που πρέπει να ασκεί το κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 30, παράγραφος 4, του κανονισμού δεν πρέπει να αφορά μόνο το στάδιο εκτελέσεως του έργου, αλλά και τους όρους διαχειρίσεως και χρησιμοποιήσεώς του.
40.
Κατά συνέπεια, διαφωνώ με τη θέση που εξέφρασε σχετικώς η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
41.
Πράγματι, ακόμα και αν η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση καλύπτει αποκλειστικά και μόνο την εκτέλεση εργασιών, φρονώ ότι η απαγόρευση την οποία θεσπίζει το άρθρο 30, παράγραφος 4, του κανονισμού έχει πολύ ευρύτερο πεδίο εφαρμογής και καταλαμβάνει τους όρους διαχειρίσεως και χρησιμοποιήσεως της οικείας υποδομής.
42.
Η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται βάσει της αρχής της διαρκείας, η οποία θα έχανε κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα αν η εφαρμογή της περιοριζόταν μόνο στο στάδιο της εκτελέσεως των εργασιών.
43.
Επιβάλλεται επίσης ενόψει των σκοπών τους οποίους επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης.
44.
Πράγματι, η Ένωση δεν χρηματοδοτεί απλώς την κατασκευή έργου, έστω και του πλέον φιλόδοξου· ενισχύει μια πράξη βάσει συγκεκριμένου, μακροπρόθεσμου στόχου. Η διαχείριση της εν λόγω πράξεως πρέπει να επιτρέπει την επίλυση των κοινωνικοοικονομικών διαρθρωτικών προβλημάτων μιας περιοχής δημιουργώντας, για παράδειγμα, θέσεις εργασίας εφόσον το ποσοστό ανεργίας είναι υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ένωσης, συμβάλλοντας στην καινοτομία στους υπό αναδιάρθρωση τομείς ή συμμετέχοντας στην προστασία του περιβάλλοντος στις ιδιαίτερα υποβαθμισμένες περιοχές. Οι στόχοι αυτοί μπορούν να επιτευχθούν μόνον αν η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και ο συναφής με αυτή έλεγχος αφορούν το σύνολο των πράξεων και των δαπανών που συνδέονται με την εκτέλεση της πράξεως, η οποία περιλαμβάνει αναγκαστικώς τον τρόπο πραγματοποιήσεως και διαχειρίσεώς της. Αυτός είναι επίσης ο μόνος τρόπος για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της χρηματοδοτήσεως αποφεύγοντας τη λαθραία διοχέτευση των κονδυλίων σε έργο που δεν μετέχει πλέον στους στόχους του ΕΤΠΑ λόγω των τροποποιήσεων που επηρεάζουν την πραγματοποίηση ή τη διαχείρισή του, όπως η πώληση σε ιδιωτική επιχείρηση.
45.
Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το γράμμα του άρθρου 30, παράγραφος 4, του κανονισμού.
46.
Αφενός, ο νομοθέτης της Ένωσης αναφέρεται στις τροποποιήσεις πράξεως που επέρχονται «επί διάστημα πέντε ετών» από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως χρηματοδοτήσεως. Αυτό σημαίνει αναγκαστικώς ότι οι οικείες τροποποιήσεις δεν αφορούν μόνο τη φάση εκτελέσεως του έργου, αλλά και τον τρόπο πραγματοποιήσεως και διαχειρίσεώς του. Αφετέρου, ο νομοθέτης της Ένωσης αναφέρεται ρητώς, με το άρθρο 30, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, του κανονισμού, στις τροποποιήσεις που είναι δυνατόν να επηρεάσουν τη «φύση» ή τους «όρους πραγματοποίησης» της πράξεως, πράγμα που προϋποθέτει εξαιρετικά ευρύ καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής.
47.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ο έλεγχος που ασκεί η αρμόδια εθνική αρχή δυνάμει του άρθρου 30, παράγραφος 4, του κανονισμού δεν πρέπει να αφορά απλώς την πραγματικότητα και τη φυσική συμμόρφωση της πράξεως με το έργο, αλλά και τη συμμόρφωση με τον τρόπο πραγματοποιήσεως και διαχειρίσεως που περιγράφονται στη σύμβαση χρηματοδοτήσεως.
48.
Σε ευθυγράμμιση με αυτή τη συλλογιστική, φρονώ ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν αναφέρεται απλώς στις υλικές ή τεχνικές τροποποιήσεις που επηρεάζουν, για παράδειγμα, την κατασκευή υποδομής, αλλά και σε όλες τις τροποποιήσεις που αφορούν τη λειτουργία της ( 15 ).
49.
Ο όρος «τροποποίηση» πρέπει να ερμηνευθεί υπό ευρεία έννοια και να καλύπτει όλα τα είδη τροποποιήσεων που μπορεί να υποστεί μια πράξη κατά τη διάρκεια της εκτελέσεώς της.
50.
Κατά συνέπεια, οι τροποποιήσεις είναι δυνατόν να είναι υλικής ή τεχνικής φύσεως, όταν, για παράδειγμα, ο δικαιούχος εκτελεί την πράξη με χρονοδιάγραμμα διαφορετικό από αυτό που προβλεπόταν αρχικώς ή επιλέγει υλικά ή υπηρεσίες διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στη σύμβαση χρηματοδοτήσεως. Οι τροποποιήσεις μπορούν επίσης να είναι οικονομικής φύσεως, όταν ο δικαιούχος δεν προβαίνει στις προβλεπόμενες δαπάνες ή μειώνει τον αριθμό των δημιουργούμενων θέσεων εργασίας και τις σχετικές δαπάνες μισθοδοσίας. Τέλος, μπορούν να είναι λειτουργικής φύσεως, όταν ο δικαιούχος χρησιμοποιεί το έργο για σκοπούς διαφορετικούς από αυτούς που προβλέπονταν αρχικώς, όπως στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης.
51.
Τέλος, η διατύπωση και η διάρθρωση του άρθρου 30, παράγραφος 4, του κανονισμού μου επιτρέπουν να απαντήσω στο τελευταίο ερώτημα που θέτει το αιτούν δικαστήριο.
52.
Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί αν η αρμόδια εθνική αρχή υποχρεούται να εξακριβώσει την ύπαρξη σημαντικής τροποποιήσεως της πράξεως πριν εξετάσει αν η παραχώρηση προκαλεί αδικαιολόγητο πλεονέκτημα για τον παραχωρούντα ή τον παραχωρησιούχο.
53.
Πράγματι μια σημαντική τροποποίηση της πράξεως που συνίσταται, για παράδειγμα, σε διεύρυνση του φάσματος δραστηριοτήτων που προσφέρει ο δικαιούχος είναι δυνατόν να παρέχει αδικαιολόγητο πλεονέκτημα. Παρά ταύτα, σύμφωνα με το άρθρο 30, παράγραφος 4, του κανονισμού, ο έλεγχος που αφορά την ύπαρξη αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος δεν εξαρτάται από την προηγούμενη διαπίστωση σημαντικής τροποποιήσεως της πράξεως. Η ύπαρξη ανάλογου πλεονεκτήματος συνιστά, αντιθέτως, συστατικό στοιχείο της σημαντικής τροποποιήσεως της πράξεως.
54.
Κατά συνέπεια, η εθνική αρχή ελέγχου δεν υποχρεούται να εξακριβώσει αν η πράξη υπέστη σημαντική τροποποίηση προκειμένου να εκτιμήσει την ύπαρξη αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος υπέρ του παραχωρούντος ή του παραχωρησιούχου. Αρκεί να διαπιστώσει την ύπαρξη ανάλογου πλεονεκτήματος και να εξακριβώσει ότι το πλεονέκτημα απορρέει από έναν από τους λόγους τους οποίους προβλέπει το άρθρο 30, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, του κανονισμού, για να κρίνει ότι επήλθε σημαντική τροποποίηση της πράξεως.
55.
Η εφαρμογή των προεκτεθεισών αρχών στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης γεννά, κατά την άποψή μου, ορισμένες δυσχέρειες, λαμβανομένου υπόψη ότι διαθέτουμε ελάχιστα στοιχεία. Εξάλλου, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση εκφράστηκαν ορισμένες αμφιβολίες τις οποίες δεν είμαστε σε θέση να άρουμε. Κατά συνέπεια, εναπόκειται στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες αρχές και βάσει του συνόλου των στοιχείων του φακέλου, αν ο δικαιούχος των κονδυλίων, δηλαδή ο Comune di Ancona, τροποποίησε τη φύση και τους όρους πραγματοποιήσεως της συγχρηματοδοτούμενης από το ΕΤΠΑ πράξεως κατά τρόπο που αντιβαίνει στο άρθρο 30, παράγραφος 4, του κανονισμού.
56.
Στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης δεν αμφισβητείται ότι ο Comune di Ancona ανέθεσε τη διαχείριση του νεωλκείου σε εξωτερικό παρέχοντα υπηρεσίες υπό περιστάσεις οι οποίες δεν είναι απλώς ασαφείς, αλλά πιθανόν να μην είναι ούτε σύννομες. Είναι γνωστό ότι αυτός ο τρόπος διαχειρίσεως δεν προβλεπόταν ρητώς στους όρους της συμβάσεως χρηματοδοτήσεως, αλλά ότι η Regione Marche, ως διαχειριστική αρχή του ΕΕΠ, παρέσχε την έγκρισή της. Είναι επίσης γνωστό ότι η διαχείριση αυτή ανατέθηκε στον συνεταιρισμό προσωρινώς (για διάστημα δώδεκα μηνών) λόγω της μη προκηρύξεως διαγωνισμού. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, ο Comune di Ancona αιτιολόγησε την απόφαση αυτή λόγω του επείγοντος που αφορούσε τον κίνδυνο υποβαθμίσεως των υποδομών. Διαπιστώνεται, εντούτοις, ότι το προσωρινό κατέστη μόνιμο, εφόσον, μετά από οκτώ έτη εκμεταλλεύσεως, υπεύθυνος για τη διαχείριση του νεωλκείου παραμένει ο συνεταιρισμός.
57.
Επίσης δεν αμφισβητείται ότι το νεωλκείο που κατασκεύασε ο Comune di Ancona χρησιμοποιείται από σκάφη αναψυχής κατά ποσοστό που εκτιμάται σε 18 %, ενώ η σύμβαση χρηματοδοτήσεως του 2006 δεν προέβλεπε τέτοια χρήση.
58.
Στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν οι τροποποιήσεις αυτές είναι τόσο σοβαρές ώστε να αλλοιώνουν την επιλεξιμότητα της πράξεως για ευρωπαϊκή χρηματοδότηση κατά την έννοια του άρθρου 30, παράγραφος 4, του κανονισμού.
59.
Θα ήθελα, πάντως, να διατυπώσω τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
60.
Όσον αφορά τις προϋποθέσεις τις οποίες προβλέπει το άρθρο 30, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, του κανονισμού, φρονώ ότι η σύμβαση μεταξύ του Comune di Ancona και του συνεταιρισμού περιορίζει την επίπτωση της παραχωρήσεως στους όρους πραγματοποιήσεως και χρησιμοποιήσεως του νεωλκείου, καθώς και στα πλεονεκτήματα που απορρέουν από αυτή.
61.
Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η σύμβαση παραχωρήσεως είχε διατυπωθεί κατά τρόπον ώστε ούτε ο Comune di Ancona ούτε ο παραχωρησιούχος να μπορούν να αντλήσουν όφελος από τη διαχείριση του νεωλκείου. Τα τιμολόγια των παρεχομένων υπηρεσιών φαίνεται ότι ευθυγραμμίζονται με τα χαμηλότερα τιμολόγια που ισχύουν στους λιμένες της Regione Marche και καλύπτουν απλώς το κόστος εκμεταλλεύσεως του νεωλκείου. Το ετήσιο τέλος που καταβάλλει ο παραχωρησιούχος είναι ανάλογο προς τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο Comune di Ancona για την εκτέλεση των εργασιών και έχει υπολογιστεί κατά τρόπον ώστε να μην προκαλεί σημαντικά καθαρά έσοδα για τον παραχωρούντα ή για τον παραχωρησιούχο ( 16 ). Εξάλλου, δυνάμει της συμβάσεως παραχωρήσεως, ο παραχωρησιούχος υποχρεούται να τηρεί την εφαρμοστέα νομοθεσία της Ένωσης, να διατηρεί τον δημόσιο χαρακτήρα και τον προορισμό του έργου και να επιτρέπει τη χρησιμοποίησή του, κατόπιν αιτήματος, από κάθε αλιευτικό σκάφος, ενώ πρέπει επίσης να υποβάλλει ανά εξάμηνο λεπτομερή απολογισμό διαχειρίσεως, από τον οποίο να αποδεικνύεται η συμμόρφωση με τα άρθρα 29 και 30 του κανονισμού. Επίσης, απαγορεύεται να τροποποιήσει τους όρους πραγματοποιήσεως της πράξεως και να ασκήσει κερδοσκοπική δραστηριότητα.
62.
Ανεξαρτήτως των προεκτεθέντων, φρονώ ότι το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στα πλεονεκτήματα που ενδέχεται να παρασχέθηκαν εμμέσως στον συνεταιρισμό λόγω της μη δημοσιεύσεως προσκλήσεως υποβολής προσφορών και της σιωπηρής ανανεώσεως της παραχωρήσεως επί περισσότερα από οκτώ έτη.
63.
Όσον αφορά, εξάλλου, τη χρησιμοποίηση του νεωλκείου από σκάφη αναψυχής, είναι δυνατόν μια τέτοια πρωτοβουλία να ανταποκρίνεται σε μια προσπάθεια χρηστής οικονομικής διαχειρίσεως. Το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει, εντούτοις, να επιβεβαιώσει ότι για τη δραστηριότητα αυτή τηρούνται ξεχωριστά λογιστικά στοιχεία, καθώς και ότι το ποσοστό που καλύπτει παραμένει εύλογο. Πράγματι, δεν αποκλείεται η διεύρυνση αυτού του πεδίου δραστηριότητας να επηρεάσει τη φύση και τους όρους πραγματοποιήσεως της πράξεως, ενώ είναι επίσης δυνατόν να προκαλέσει έσοδα τα οποία δεν προβλέπονταν αρχικά στο πλαίσιο της συμβάσεως χρηματοδοτήσεως. Συναφώς, αξίζει να επισημανθεί ότι, στο πλαίσιο της προσκλήσεως υποβολής προτάσεων του 2006 ( 17 ), οι πράξεις και οι δαπάνες που άπτονται της χρησιμοποιήσεως του νεωλκείου για σκάφη αναψυχής εξαιρούνται από την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Η πρόσκληση υποβολής προτάσεων του 2006 προβλέπει ρητώς ότι, αν η χρηματοδοτούμενη υποδομή εξυπηρετεί άλλους τομείς, ο δικαιούχος των κονδυλίων υποχρεούται να κάνει διάκριση μεταξύ των δαπανών που καταλογίζονται στον αλιευτικό τομέα και των δαπανών που άπτονται των λοιπών τομέων δραστηριότητας, καθώς και ότι χρηματοδοτούνται μόνον οι δαπάνες που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο του αλιευτικού τομέα, οι οποίες πρέπει να αποτελούν τουλάχιστον το 50 % της δραστηριότητας.
64.
Όσον αφορά τους όρους που προβλέπονται με το άρθρο 30, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, του κανονισμού, μόνον ο λόγος που συνδέεται με τη μεταβολή της φύσεως του ιδιοκτησιακού καθεστώτος είναι δυνατόν να προκαλέσει δυσχέρειες, διότι μπορούμε να αποκλείσουμε εξαρχής τους λόγους που αφορούν τη διακοπή ή τη μετεγκατάσταση της παραγωγικής δραστηριότητας. Ασφαλώς, η σύμβαση παραχωρήσεως φαίνεται να προβλέπει ότι κύριος του έργου παραμένει ο Comune di Ancona. Εντούτοις, τα προνόμια που άπτονται του δικαιώματος κυριότητας μπορούν να ασκηθούν με διάφορους τρόπους. Αν ο Comune di Ancona απέκτησε την κυριότητα των επίδικων υποδομών εν μέρει χάρη στην ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, το δικαίωμα κυριότητας πρέπει, κατά την άποψή μου, να ασκείται σύμφωνα με την κοινωνική χρησιμότητα στην οποία αποβλέπει το ΕΤΠΑ. Φρονώ, κατά συνέπεια, ότι το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να εκτιμήσει τον τρόπο με τον οποίο ο Comune di Ancona ασκεί τα προνόμια που συνδέονται με το δικαίωμα κυριότητάς του, εξασφαλίζοντας ότι οι επιδιωκόμενοι στόχοι είναι οι ίδιοι με αυτούς που προβλέπονται από τη σύμβαση χρηματοδοτήσεως.
65.
Ενόψει του συνόλου αυτών των στοιχείων, φρονώ ότι το άρθρο 30, παράγραφος 4, του κανονισμού έχει την έννοια ότι:
—
ο έλεγχος σχετικά με την ύπαρξη σημαντικής τροποποιήσεως της πράξεως αφορά το σύνολο των πράξεων που συνδέονται με την εκτέλεση της πράξεως, συμπεριλαμβανομένων αναγκαστικώς της εκτελέσεως των εργασιών, καθώς και των όρων πραγματοποιήσεως και διαχειρίσεως της πράξεως·
—
ο όρος «τροποποίηση της πράξεως» καλύπτει όλες τις τροποποιήσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν στην πράξη κατά την εκτέλεσή της, ανεξαρτήτως του αν είναι υλικές, τεχνικές, οικονομικές ή ακόμα και λειτουργικές, και
—
η εθνική αρχή ελέγχου δεν υποχρεούται να εξακριβώνει αν η πράξη υπέστη σημαντική τροποποίηση προκειμένου να εκτιμήσει την ύπαρξη αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος για τον δημόσιο οργανισμό ή την επιχείρηση, δεδομένου ότι η ύπαρξη ανάλογου πλεονεκτήματος συνιστά ένα από τα συστατικά της σημαντικής τροποποιήσεως.
Γ – Επί του δεύτερου και του τρίτου ερωτήματος που αφορούν την εμβέλεια της αρχής της συμβατότητας της πράξεως με το δίκαιο της Ένωσης
66.
Με το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά ουσιαστικά το Δικαστήριο αν η αρχή της συμβατότητας της πράξεως με το δίκαιο της Ένωσης, την οποία προβλέπει το άρθρο 12 του κανονισμού, και ειδικότερα η υποχρέωση τηρήσεως των κανόνων περί δημοσίων διαγωνισμών σημαίνει ότι ο δικαιούχος των κονδυλίων, υπό την ιδιότητα της αναθέτουσας αρχής, συμμορφώνεται με την υποχρέωση διαφάνειας που απορρέει από την αρχή της συμβατότητας όταν συνάπτει σύμβαση παραχωρήσεως αφορώσα τη διαχείριση υπηρεσίας συγχρηματοδοτούμενης από τα διαρθρωτικά ταμεία.
67.
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά, θα πρέπει, πρώτον, να προσδιοριστεί η εμβέλεια, στο πλαίσιο του κανονισμού, της αρχής της συμβατότητας της πράξεως με το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα της υποχρεώσεως διαφάνειας που απορρέει από αυτή.
68.
Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η αρχή της συμβατότητας της πράξεως με το δίκαιο της Ένωσης συνιστά θεμελιώδη αρχή που διέπει την επιλεξιμότητα πράξεως για ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
69.
Η αρχή αυτή καθιερώνεται με το άρθρο 12 του κανονισμού, το οποίο εντάσσεται στον τίτλο I του κανονισμού που επιγράφεται «Γενικές αρχές».
70.
Η ίδια αρχή επαναλαμβάνεται στο άρθρο 11 του υποδείγματος συμβάσεως χορηγήσεως του ΕΤΠΑ ( 18 ) καθώς και σε όλους τους πληροφοριακούς οδηγούς που απευθύνονται στους κυρίους των έργων, καθόσον συνιστά ζωτικής σημασίας στοιχείο της αιτήσεως ενισχύσεως ( 19 ), αλλά και στο σύνολο των συμβάσεων χρηματοδοτήσεως που συνάπτονται με τον τελικό δικαιούχο των κονδυλίων. Η αρχή περιλαμβάνεται επίσης στις εθνικές, και ενδεχομένως περιφερειακές, ρυθμίσεις, όπως προκύπτει από το άρθρο 5 του περιφερειακού νόμου 14 (legge regionale n. 14), της 2ας Οκτωβρίου 2006 ( 20 ).
71.
Σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού ( 21 ), κάθε έργο που χρηματοδοτείται από τα διαρθρωτικά ταμεία, και κατά συνέπεια κάθε συναφής δαπάνη, πρέπει να είναι σύμφωνο προς τη νομοθεσία της Ένωσης, καθώς και προς τις πολιτικές και τις δράσεις που αναλαμβάνει ο νομοθέτης της Ένωσης. Αυτή η αρχή της συμβατότητας σκοπεί να αποτρέψει τη χρηματοδότηση από την Ένωση έργων που αντίκεινται στις διατάξεις των Συνθηκών και στις πολιτικές τις οποίες προάγει ο νομοθέτης της Ένωσης.
72.
Ο νομοθέτης της Ένωσης υπογραμμίζει, ιδίως, την τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού, των κανόνων αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων και των κανόνων που αφορούν την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, καθώς και την προστασία του περιβάλλοντος.
73.
Φρονώ ότι ο νομοθέτης της Ένωσης απαιτεί από τον δικαιούχο των κονδυλίων να τηρεί τις υποχρεώσεις αυτές καθόλη τη διάρκεια της πράξεως. Πράγματι, ορίζει με ευρύτατη διατύπωση ότι η συμβατότητα προς το δίκαιο της Ένωσης αφορά τις «πράξεις που χρηματοδοτούνται». Η μελέτη του έργου, η εκτέλεση εργασιών ανεγέρσεως ή ανακαινίσεως, η αγορά υλικών ή προμηθειών, η οργάνωση και η διαχείριση της συναφούς υπηρεσίας, η πρόσληψη ή ακόμα και τα προσόντα του προσωπικού αποτελούν τμήμα της ίδιας συγχρηματοδοτούμενης πράξεως.
74.
Η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται προκειμένου να εξασφαλιστεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 12 του κανονισμού.
75.
Πράγματι, πώς είναι δυνατόν να εξασφαλιστεί η προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, η οποία διακηρύσσεται με το άρθρο 23 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν η αρχή της συμβατότητας δεν επιβάλλεται στους όρους απασχολήσεως, εργασίας και αμοιβής που προβλέπονται στο πλαίσιο της πράξεως; Πώς μπορεί να εξασφαλιστεί η προστασία του περιβάλλοντος, κατά την έννοια του άρθρου 191 ΣΛΕΕ, αν εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 12 του κανονισμού οι διατάξεις που αφορούν την επεξεργασία των αποβλήτων ή τις παραγωγικές μεθόδους της επιχειρήσεως;
76.
Κατά συνέπεια, είμαι της γνώμης ότι ο τελικός δικαιούχος των κονδυλίων, υπό την ιδιότητα της αναθέτουσας αρχής, υποχρεούται να συμμορφώνεται με τους κανόνες ανταγωνισμού, καθώς και με τους κανόνες αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων όταν αποφασίζει να προσφύγει σε εξωτερικό παρέχοντα υπηρεσίες, είτε για την εκτέλεση εργασιών είτε για την αγορά προμηθειών είτε για τη διαχείριση υπηρεσίας ( 22 ).
77.
Τι συμβαίνει όταν ο τελικός δικαιούχος των κονδυλίων αποφασίσει να αναθέσει κατά παραχώρηση τη διαχείριση συγχρηματοδοτούμενης υπηρεσίας;
78.
Μολονότι το άρθρο 12 του κανονισμού αναφέρει ρητώς την τήρηση των κανόνων αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων, αυτό δεν σημαίνει ότι αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του η συμμόρφωση με τους κανόνες αναθέσεως συμβάσεων παραχωρήσεως.
79.
Αφενός, η εν λόγω διάταξη επιβάλλει ρητώς τη συμμόρφωση με τους κανόνες ανταγωνισμού, πράγμα που σημαίνει ότι η αναθέτουσα αρχή υποχρεούται να δημοσιεύσει πρόσκληση υποβολής προσφορών τόσο στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων όσο και στο πλαίσιο της κατά παραχώρηση αναθέσεως υπηρεσιών.
80.
Αφετέρου, μολονότι είναι αληθές ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης, οι συμβάσεις παραχωρήσεως υπηρεσιών δεν διέπονται από το παράγωγο δίκαιο ( 23 ), εντούτοις, όπως και κάθε κρατική πράξη με την οποία τίθενται οι όροι διεξαγωγής οικονομικών δραστηριοτήτων, η ανάθεση κατά παραχώρηση δέον να τηρεί τις αρχές τις οποίες τάσσει η Συνθήκη και να πληροί τις απαιτήσεις που απορρέουν από αυτή, όπως έχουν διευκρινιστεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου.
81.
Όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, οι δημόσιες αρχές που συνάπτουν τέτοιες συμβάσεις υποχρεούνται να σέβονται τις αρχές της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, οι οποίες καθιερώνονται, αντιστοίχως, με τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ και 56 ΣΛΕΕ, καθώς και την εξ αυτών απορρέουσα υποχρέωση διαφάνειας ( 24 ).
82.
Η υποχρέωση διαφάνειας συνιστά συγκεκριμένη και ειδική έκφραση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Αποτελεί θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης ( 25 ), ο σεβασμός της οποίας επιβάλλεται στα κράτη μέλη εφόσον ενεργούν εντός του πεδίου εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης ( 26 ).
83.
Η υποχρέωση διαφάνειας, την οποία οφείλουν να τηρούν οι δημόσιες αρχές που συνάπτουν σύμβαση παραχωρήσεως υπηρεσιών, συνεπάγεται τη διασφάλιση, υπέρ όλων των πιθανών αναδόχων, προσήκοντος βαθμού δημοσιότητας της διαδικασίας αναθέσεως ( 27 ), ο οποίος να επιτρέπει το άνοιγμα της παραχωρήσεως υπηρεσιών στον ανταγωνισμό, σε τοπική, εθνική ή ευρωπαϊκή κλίμακα, έτσι ώστε επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη να είναι σε θέση να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους. Η υποχρέωση αυτή δέον επίσης να επιτρέπει τη διασφάλιση ίσης μεταχειρίσεως όλων των προσφερόντων, και ειδικότερα διαφανή επιλογή υποψηφίου, λαμβανομένου υπόψη ότι ο στόχος δεν είναι απλώς η αποτροπή της ευνοιοκρατίας, αλλά και της διαφθοράς και των αυθαιρεσιών στο πλαίσιο της κατ’ ανάθεση παραχωρήσεως.
84.
Βάσει των προεκτεθέντων, φρονώ ότι η αρχή της συμβατότητας της πράξεως με το δίκαιο της Ένωσης, την οποία τάσσει το άρθρο 12 του κανονισμού, σημαίνει ότι ο δικαιούχος των κονδυλίων, ενεργών υπό την ιδιότητα της αναθέτουσας αρχής, δέον να συμμορφώνεται με την υποχρέωση διαφάνειας, καθώς και με τις εξ αυτής απορρέουσες υποχρεώσεις δημοσιότητας και τηρήσεως των αρχών του ανταγωνισμού, πριν από τη σύναψη συμβάσεως παραχωρήσεως για τη διαχείριση υπηρεσίας συγχρηματοδοτούμενης από τα διαρθρωτικά ταμεία.
85.
Στην υπόθεση της κύριας δίκης κλίνω, συνεπώς, προς την άποψη ότι η άμεση κατ’ ανάθεση παραχώρηση από τον Comune di Ancona στον συνεταιρισμό, χωρίς προηγούμενη πρόσκληση υποβολής προσφορών ή προκήρυξη διαγωνισμού, συνιστά παράβαση των προαναφερθέντων κανόνων και αρχών.
86.
Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν ο Comune di Ancona δύναται συννόμως να αποφύγει τη δημοσίευση προσκλήσεως υποβολής προσφορών καθόσον η παραχώρηση του νεωλκείου δεν παρέχει κανένα όφελος, ενώ στον οικείο κλάδο υφίσταται μία μόνο ενδιαφερόμενη επιχείρηση που είναι δυνατόν να αναλάβει τη διαχείριση της υπηρεσίας.
87.
Πριν δοθεί απάντηση σε αυτό το τελευταίο ερώτημα, θα πρέπει να εξεταστούν οι περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο και ο νομοθέτης της Ένωσης δέχονται ορισμένες αποκλίσεις από τη συμμόρφωση με την υποχρέωση διαφάνειας.
88.
Πρώτον, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, η υποχρέωση διαφάνειας εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία η παραχώρηση υπηρεσιών ενδέχεται να ενδιαφέρει επιχείρηση εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος από αυτό εντός του οποίου ανατίθεται η παραχώρηση ( 28 ). Κατά συνέπεια, η υποχρέωση διαφάνειας δεν συνεπάγεται αναγκαστικά υποχρέωση δημοσιεύσεως προσκλήσεως υποβολής προσφορών, εφόσον αποδεικνύεται, βάσει αντικειμενικών περιστάσεων, ότι η παραχώρηση δεν είναι πιθανόν να ενδιαφέρει επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος, μολονότι οι εν λόγω επιχειρήσεις ενημερώθηκαν σχετικά και ήταν σε θέση να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι συνέπειες για τις οικείες θεμελιώδεις ελευθερίες θα έπρεπε να θεωρηθούν υπερβολικά τυχαίες και έμμεσες ώστε να μπορεί να συναχθεί ενδεχόμενη παράβαση της Συνθήκης ( 29 ).
89.
Σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομολογία, εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές να εξασφαλίσουν ότι η επίδικη διαδικασία αναθέσεως, χωρίς κατ’ ανάγκη να συνεπάγεται υποχρέωση δημοσιεύσεως προσκλήσεως υποβολής προσφορών, επιτρέπει στις επιχειρήσεις του οικείου κλάδου να αποκτήσουν πρόσβαση στις προσήκουσες πληροφορίες σχετικά με την παραχώρηση και να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους, εφόσον το επιθυμούν. Βάσει της εν λόγω νομολογίας, στις αρμόδιες εθνικές αρχές εναπόκειται επίσης να εξετάσουν αν υφίστανται αντικειμενικές περιστάσεις, όπως το εξαιρετικά περιορισμένο οικονομικό διακύβευμα, που θα επέτρεπαν να υποστηριχθεί ότι επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη δεν θα ενδιαφέρονταν για την παραχώρηση.
90.
Δεύτερον, δέον να γίνει παραπομπή στις διατάξεις που έχει θεσπίσει ο νομοθέτης της Ένωσης στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων και της παραχωρήσεως υπηρεσιών.
91.
Όσον αφορά τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών, από το άρθρο 31, σημείο 1, της οδηγίας 2004/18 προκύπτει ότι η αναθέτουσα αρχή δύναται να συνάπτει σύμβαση χωρίς δημοσίευση προκηρύξεως και χωρίς προηγούμενο διαγωνισμό αν, ύστερα από ανοικτή ή κλειστή διαδικασία, δεν υποβλήθηκε καμία προσφορά ή καμία από τις υποβληθείσες προσφορές δεν είναι κατάλληλη ή αν, για τεχνικούς λόγους, η σύμβαση μπορεί να ανατεθεί μόνο σε συγκεκριμένο οικονομικό φορέα ( 30 ).
92.
Όσον αφορά την παραχώρηση υπηρεσιών, η Επιτροπή, με την προαναφερθείσα πρόταση οδηγίας, προβλέπει παρέκκλιση από την υποχρέωση προηγούμενης δημοσιότητας και διεξαγωγής διαγωνισμού. Σύμφωνα με το άρθρο 26, παράγραφος 5, στοιχείο βʹ, της προτάσεως, η αναθέτουσα αρχή δεν υποχρεούται να δημοσιεύσει προκήρυξη παραχωρήσεως όταν οι υπηρεσίες μπορούν να παρασχεθούν μόνον από συγκεκριμένο οικονομικό παράγοντα εξαιτίας της απουσίας ανταγωνισμού για τεχνικούς λόγους και όταν δεν υπάρχει εύλογη εναλλακτική επιλογή ή δυνατότητα υποκαταστάσεως και η απουσία ανταγωνισμού δεν είναι αποτέλεσμα τεχνητού περιορισμού των παραμέτρων αναθέσεως της παραχωρήσεως.
93.
Όπως προκύπτει από τη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη της προτάσεως, η Επιτροπή αναφέρεται στις περιπτώσεις στις οποίες είναι σαφές εξαρχής ότι η δημοσίευση προκηρύξεως παραχωρήσεως δεν θα οδηγήσει σε μεγαλύτερο ανταγωνισμό, κυρίως επειδή υπάρχει αντικειμενικά μόνον ένας οικονομικός παράγων που μπορεί να εκτελέσει τη σύμβαση παραχωρήσεως. Εντούτοις, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι μόνον οι καταστάσεις αντικειμενικής αποκλειστικότητας μπορούν να δικαιολογήσουν την ανάθεση παραχωρήσεως σε οικονομικό παράγοντα χωρίς δημοσίευση, δηλαδή εφόσον η κατάσταση της αποκλειστικότητας δεν δημιουργήθηκε από την ίδια την αναθέτουσα αρχή ενόψει της μελλοντικής διαδικασίας αναθέσεως, και εφόσον προκύπτει, μετά από ενδελεχή αξιολόγηση, ότι δεν υπάρχουν ικανοποιητικές επιλογές υποκαταστάσεως.
94.
Στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης, φρονώ ότι τα εν λόγω κείμενα δέον να ερμηνευθούν υπό το πρίσμα των περιορισμών που απορρέουν από την παρέμβαση των διαρθρωτικών ταμείων. Πράγματι, καθόσον η επίδικη παραχώρηση αφορά υπηρεσία συγχρηματοδοτούμενη από το ΕΤΠΑ, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει η αναθέτουσα αρχή όσον αφορά την επιλογή παραχωρησιούχου.
95.
Όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου ( 31 ), η οικεία χρηματοδότηση πρέπει να συμβάλλει στην επίτευξη του στόχου 2, και συγκεκριμένα στη στήριξη για την οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση των περιφερειών που αντιμετωπίζουν διαρθρωτικά προβλήματα, και ιδίως των εξαρτώμενων από την αλιεία περιοχών που διέρχονται κρίση, όπως η λιμενική περιοχή του Comune di Ancona ( 32 ). Οι περιοχές αυτές ορίζονται ως οι παράκτιες περιοχές στις οποίες ο αριθμός θέσεων απασχόλησης του τομέα της αλιείας αντιπροσωπεύει σημαντικό ποσοστό της όλης απασχολήσεως και οι οποίες αντιμετωπίζουν διαρθρωτικά κοινωνικοοικονομικά προβλήματα συνδεόμενα με την αναδιάρθρωση του τομέα της αλιείας, επακόλουθο της οποίας είναι η σημαντική μείωση του αριθμού των θέσεων απασχολήσεως στον τομέα αυτόν ( 33 ).
96.
Στην υπόθεση της κύριας δίκης, η επίδικη χρηματοδότηση πρέπει συνεπώς να επιτρέψει, εκτός από τον εκσυγχρονισμό των λιμενικών υποδομών και την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων παραγωγής και εμπορίας των προϊόντων της θάλασσας, την τόνωση της τοπικής οικονομίας και της περιφερειακής ανταγωνιστικότητας ρίχνοντας το βάρος στην απασχόληση στην περιφέρεια. Εξάλλου, από το γράμμα της προσκλήσεως υποβολής προτάσεων του 2006 προκύπτει σαφώς ότι δίδεται προτεραιότητα στα έργα που παρουσιάζουν την καλύτερη σχέση μεταξύ των πραγματοποιούμενων επενδύσεων και της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας στην περιφέρεια ( 34 ). Κατά συνέπεια, η περίμετρος της δράσεως που χρηματοδοτείται από το ΕΤΠΑ εντάσσεται σε κοινοτική και περιφερειακή κλίμακα. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, φρονώ ότι ο κύκλος των επιχειρήσεων που είναι δυνατόν να αναλάβουν τη διαχείριση του νεωλκείου περιορίζεται και, προκειμένου να καλυφθούν οι προτεραιότητες και τα κριτήρια επιλεξιμότητας που καθορίζονται στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος και του ΕΕΠ, δέον να επικεντρώνεται στο περιφερειακό επίπεδο. Κατά συνέπεια, η προκήρυξη παραχωρήσεως δέον να λαμβάνει υπόψη αυτή την ιδιομορφία και η επιλογή του παραχωρησιούχου θα εξαρτάται από τις τοπικές ιδιομορφίες της οικείας αγοράς, κατά τρόπον ώστε να τηρούνται οι στόχοι τους οποίους επιδιώκει το ΕΤΠΑ.
97.
Αυτά είναι τα στοιχεία βάσει των οποίων το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο καλείται να εκτιμήσει αν, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της κύριας δίκης, ο Comune di Ancona μπορούσε συννόμως να μην προβεί σε πρόσκληση υποβολής προσφορών πριν την ανάθεση της επίδικης παραχωρήσεως. Καθόσον η μη τήρηση της οικείας υποχρεώσεως συνιστά παρέκκλιση από την υποχρέωση διαφάνειας την οποία ο νομοθέτης της Ένωσης δεν έχει ακόμα ρυθμίσει, η πραγματοποίησή της δέον να αποτελέσει αντικείμενο ιδιαίτερα αυστηρού ελέγχου από το εθνικό δικαστήριο.
98.
Πρώτον, το εθνικό δικαστήριο δέον να εξακριβώσει ότι η διαδικασία ανταποκρίνεται σε στοιχειώδεις απαιτήσεις διαφάνειας οι οποίες, χωρίς να επιβάλλουν αναγκαστικά υποχρέωση δημοσιεύσεως προσκλήσεως υποβολής προσφορών, επέτρεψαν στις επιχειρήσεις του κλάδου να λάβουν γνώση του παραχωρούμενου έργου και να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους, αν το επιθυμούσαν.
99.
Δεύτερον, το εθνικό δικαστήριο δέον να εξετάσει αν η μη δημοσίευση προσκλήσεως υποβολής προσφορών δικαιολογείται λόγω αντικειμενικών περιστάσεων συνδεομένων με τη φύση της παραχωρήσεως και τα απαιτούμενα τεχνικά προσόντα, τον αριθμό και την έδρα των παρεχόντων υπηρεσίες που υπάρχει περίπτωση να ανταποκριθούν σε αυτή, καθώς και με τις περιστάσεις που άπτονται της διαχειρίσεως της υπηρεσίας, και ιδίως με τους περιορισμούς που απορρέουν από την παρέμβαση του ΕΤΠΑ.
100.
Φρονώ ότι η διαφάνεια της διαδικασίας δεν πληροί τις απαραίτητες στοιχειώδεις απαιτήσεις. Τα πραγματικά στοιχεία του φακέλου αποδεικνύουν μάλλον τις σχετικά ασαφείς συνθήκες υπό τις οποίες ανατέθηκε η παραχώρηση και επιτάσσουν ιδιαίτερα αυστηρό έλεγχο εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου, προκειμένου να μην τεθούν σε κίνδυνο, λόγω τοπικών πρακτικών όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις.
101.
Εν προκειμένω, από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν αποδεικνύεται ότι η ανάθεση κατόπιν διαπραγματεύσεων ήταν το επιστέγασμα προηγούμενων διαβουλεύσεων με διάφορες επιχειρήσεις του κλάδου. Στην πραγματικότητα, φαίνεται ότι δεν έγιναν ενέργειες για την ανεύρεση και την ενημέρωση των επιχειρήσεων που ήταν δυνατόν να ενδιαφέρονται για τη διαχείριση της υποδομής σε τοπικό, περιφερειακό ή ακόμα και εθνικό επίπεδο. Εξάλλου, οι λόγοι τους οποίους επικαλείται ο Comune di Ancona προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη δημοσίευση προσκλήσεως υποβολής προσφορών και τον προσωρινό χαρακτήρα της παραχωρήσεως διαφέρουν. Με την απόφαση 192 της 19ης Απριλίου 2005, ο Comune di Ancona επικαλείται το επείγον που απορρέει από τον κίνδυνο υποβαθμίσεως των υποδομών ( 35 ), ενώ κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση θεμελίωσε τα επιχειρήματά του στη μη καταγραφή των επιχειρήσεων του κλάδου. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, φρονώ ότι δύσκολα μπορεί κανείς να δεχθεί τον ισχυρισμό ότι δεν υπήρχε καμία άλλη ενδιαφερόμενη επιχείρηση ικανή να διαχειριστεί το νεωλκείο και να αναγάγει τον ισχυρισμό αυτό σε αντικειμενική περίσταση ικανή να απαλλάξει τον Comune di Ancona από την υποχρέωση δημοσιεύσεως προσκλήσεως υποβολής προσφορών.
102.
Ασφαλώς, η διαχείριση νεωλκείου απαιτεί ιδιαίτερες τεχνικές δεξιότητες, ενώ και ο Comune di Ancona επιμένει στην πείρα που απαιτείται για τη διαχείριση της εν λόγω υποδομής με όρους αποτελεσματικότητας και ασφάλειας ( 36 ). Είναι επίσης αληθές ότι ο οικείος κλάδος χαρακτηρίζεται από μικρό βαθμό ανταγωνισμού, δεδομένου ότι το σύνολο σχεδόν των αλιευτικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στη θαλάσσια περιοχή της Ανκόνα συμμετέχουν στον συνεταιρισμό. Αυτό όμως δεν απαλλάσσει τον Comune di Ancona από την υποχρέωση να απευθυνθεί στις λίγες επιχειρήσεις που δεν είναι μέλη του συνεταιρισμού και να τους γνωστοποιήσει την πρόθεσή του να αναθέσει παραχώρηση, προκειμένου να μπορέσουν ενδεχομένως να υποβάλουν τις προτάσεις τους.
103.
Όσον αφορά την ύπαρξη αντικειμενικών περιστάσεων, δεν νομίζω ότι η απουσία πλεονεκτήματος από την παραχώρηση είναι δυνατόν να απαλλάξει την αναθέτουσα αρχή από την υποχρέωση δημοσιεύσεως προσκλήσεως υποβολής προσφορών πριν από την κατ’ ανάθεση παραχώρηση.
104.
Πράγματι, η παραχώρηση υπηρεσιών αποδίδει αφεαυτής περιορισμένα έσοδα. Η σύμβαση αυτή συνιστά τρόπο αναθέσεως της διαχειρίσεως δημόσιας υπηρεσίας μέσω του οποίου το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου αναθέτει σε εξωτερικό παρέχοντα υπηρεσίες τη διαχείριση δραστηριότητας γενικού ενδιαφέροντος. Ασφαλώς, η παραχωρούμενη υπηρεσία πρέπει να είναι οργανωμένη κατά τρόπον ώστε να επιτρέπει την κάλυψη του πραγματικού κόστους της, ενώ ο παραχωρησιούχος εισπράττει τέλος καταβαλλόμενο από τους χρήστες της υπηρεσίας. Εντούτοις, ο παραχωρησιούχος εκμεταλλεύεται την υπηρεσία με ίδια έξοδα και αναλαμβάνει τους συναφείς κινδύνους εκμεταλλεύσεως. Λόγω του ενδεχομένου οι δραστηριότητες γενικού ενδιαφέροντος να προκαλέσουν δυσχέρειες όσον αφορά τη διαχείριση και την αποδοτικότητα, η παραχώρηση συνεπάγεται πάντοτε τη μεταφορά στον παραχωρησιούχο ενός οικονομικού κινδύνου, με το ενδεχόμενο να μην ανακτήσει τις επενδύσεις που πραγματοποίησε και τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε κατά την εκμετάλλευση των ανατεθεισών εργασιών ή υπηρεσιών ( 37 ).
105.
Εξάλλου, φρονώ ότι το οικονομικό διακύβευμα της συμβάσεως παραχωρήσεως δεν περιορίζεται στα πλεονεκτήματα που επέρχονται στο πλαίσιο της παραχωρούμενης υπηρεσίας. Πράγματι, μολονότι τα έσοδα είναι περιορισμένα, η σύμβαση παραχωρήσεως είναι δυνατόν να παρουσιάζει σημαντικό οικονομικό διακύβευμα, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως και του αντικειμένου της παραχωρήσεως. Η επίδικη παραχώρηση, για παράδειγμα, αφορά τη διαχείριση υποδομής απαραίτητης για τη λιμενική δραστηριότητα σε έναν σχετικά σημαντικό λιμένα της Αδριατικής. Κατά συνέπεια, η ανάθεση της εν λόγω παραχωρήσεως είναι δυνατόν, κατά την άποψή μου, να αντιπροσωπεύει μείζον οικονομικό διακύβευμα που μπορεί να ενδιαφέρει επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη.
106.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, φρονώ ότι η απουσία πλεονεκτημάτων από την παραχώρηση δεν δύναται, αφεαυτής, να δικαιολογήσει τη μη δημοσίευση προσκλήσεως υποβολής προσφορών.
107.
Βάσει του συνόλου των προεκτεθέντων και λαμβανομένων υπόψη των εξαιρετικά ασαφών περιστάσεων υπό τις οποίες ανατέθηκε η παραχώρηση του νεωλκείου, έχω την αίσθηση ότι η άμεση ανάθεση της παραχωρήσεως από τον Comune di Ancona στον συνεταιρισμό δεν συνάδει με τις απαιτήσεις διαφάνειας.
108.
Αν το εθνικό δικαστήριο συμφωνήσει με αυτή την άποψη, θα πρέπει να κρίνει ότι ο Comune di Ancona, μην τηρώντας την εφαρμοστέα νομοθεσία της Ένωσης, δεν συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού.
109.
Στην περίπτωση αυτή, η εθνική ελεγκτική αρχή θα πρέπει να προβεί στις οικονομικές διορθώσεις τις οποίες προβλέπει το άρθρο 39, παράγραφος 1, του κανονισμού ( 38 ).
110.
Πράγματι, υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, τα κράτη μέλη φέρουν κατά πρώτο λόγο την ευθύνη για τη δίωξη των παρατυπιών που αποκαλύπτονται στο πλαίσιο ελέγχου, εφόσον διαπιστώσουν μείζονα τροποποίηση που επηρεάζει τη φύση ή τους όρους εφαρμογής ή ελέγχου ευρωπαϊκής χρηματοδοτήσεως. Στόχος των δημοσιονομικών διορθώσεων είναι να τεθεί τέλος στη «με κάθε τρόπο αναζήτηση ενισχύσεων» με την επάνοδο «σε κατάσταση όπου για το 100 % των δαπανών των δηλούμενων για συγχρηματοδότηση από τα διαρθρωτικά ταμεία ακολουθούνται οι ισχύοντες κανόνες και κανονισμοί στα κράτη μέλη και στην ΕΕ» ( 39 ). Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να καταργούν το σύνολο ή μέρος της ευρωπαϊκής χρηματοδοτήσεως, εφόσον διαπιστώσουν παρατυπία κατά την εφαρμογή των ρυθμίσεων της Ένωσης ( 40 ), διότι, όπως προαναφέρθηκε, η συμβατότητα της πράξεως με το δίκαιο της Ένωσης συνιστά προϋπόθεση επιλεξιμότητας της πράξεως για χρηματοδότηση. Μολονότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης, οι συμβάσεις παραχωρήσεως υπηρεσιών δεν διέπονται από το παράγωγο δίκαιο, εντούτοις, όπως προαναφέρθηκε, οι δημόσιες αρχές που συνάπτουν ανάλογες συμβάσεις υποχρεούνται να τηρούν τους θεμελιώδεις κανόνες της Συνθήκης ΛΕΕ, και ιδίως τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ και 56 ΣΛΕΕ, καθώς και την απορρέουσα από αυτά υποχρέωση διαφάνειας ( 41 ).
V – Πρόταση
111.
Βάσει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Tribunale amministrativo regionale per le Marche ως εξής:
1)
Το άρθρο 30, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά ταμεία έχει την έννοια ότι:
—
ο έλεγχος σχετικά με την ύπαρξη σημαντικής τροποποιήσεως της πράξεως αφορά το σύνολο των πράξεων που συνδέονται με την εκτέλεση της πράξεως, συμπεριλαμβανομένων αναγκαστικώς της εκτελέσεως των εργασιών, καθώς και των όρων πραγματοποιήσεως και διαχειρίσεως της πράξεως·
—
ο όρος «τροποποίηση της πράξεως» καλύπτει όλες τις τροποποιήσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν στην πράξη κατά την εκτέλεσή της, ανεξαρτήτως του αν είναι υλικές, τεχνικές, οικονομικές ή ακόμα και λειτουργικές, και
—
η εθνική αρχή ελέγχου δεν υποχρεούται να εξακριβώνει αν η πράξη υπέστη σημαντική τροποποίηση προκειμένου να εκτιμήσει την ύπαρξη αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος για τον δημόσιο οργανισμό ή την επιχείρηση, δεδομένου ότι η ύπαρξη ανάλογου πλεονεκτήματος συνιστά ένα από τα συστατικά της σημαντικής τροποποιήσεως.
2)
Η αρχή της συμβατότητας της πράξεως με το δίκαιο της Ένωσης, την οποία προβλέπει το άρθρο 12 του κανονισμού 1260/1999, σημαίνει ότι ο τελικός δικαιούχος των κονδυλίων, υπό την ιδιότητα της αναθέτουσας αρχής, συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις διαφάνειας, καθώς και με τις απορρέουσες από αυτές υποχρεώσεις δημοσιότητας και ανταγωνισμού, όταν αναθέτει παραχώρηση αφορώσα τη διαχείριση υπηρεσίας συγχρηματοδοτούμενης από τα διαρθρωτικά ταμεία.
3)
Υπό συνθήκες ανάλογες με αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, δηλαδή όταν ο δικαιούχος των κονδυλίων, υπό την ιδιότητα της αναθέτουσας αρχής, παραχώρησε τη διαχείριση υπηρεσίας συγχρηματοδοτούμενης από τα διαρθρωτικά ταμεία χωρίς να δημοσιεύσει προηγουμένως πρόσκληση υποβολής προσφορών, εναπόκειται στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει, αφενός, αν η διαδικασία αυτή επέτρεψε στις επιχειρήσεις του οικείου κλάδου να ενημερωθούν για το σχέδιο παραχωρήσεως και να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους και, αφετέρου, αν η μη δημοσίευση προσκλήσεως υποβολής προσφορών δικαιολογείται λόγω αντικειμενικών περιστάσεων συνδεδεμένων με τη φύση της παραχωρήσεως και τις απαιτούμενες τεχνικές δεξιότητες, τον αριθμό και τον τόπο εγκαταστάσεως των παρεχόντων υπηρεσίες που είναι πιθανόν να ανταποκριθούν σε αυτή, καθώς και με τους περιορισμούς που απορρέουν από την παρέμβαση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ).
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 161, σ. 1, στο εξής: κανονισμός.
( 3 ) Το νεωλκείο είναι ένα κεκλιμένο επίπεδο στο οποίο ρυμουλκείται σκάφος για λόγους συντηρήσεως ή επισκευής.
( 4 ) Πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
( 5 ) Σύμφωνα με το άρθρο 9, στοιχείο ιαʹ, του κανονισμού, ως «πράξη» νοείται «κάθε έργο ή δράση που εκτελείται από τους τελικούς δικαιούχους των παρεμβάσεων».
( 6 ) Βλ., επίσης, τριακοστή αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
( 7 ) Βλ., επίσης, τεσσαρακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, με την οποία ο νομοθέτης της Ένωσης διευκρινίζει ότι «για να εξασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα και η μακροχρόνια επίπτωση της παρέμβασης των Ταμείων, μια πράξη θα πρέπει να διατηρεί το δικαίωμά της για πλήρη ή μερική ενίσχυση από τα Ταμεία μόνον εφόσον δεν επέλθει σημαντική μεταβολή ως προς τη φύση της ή τους όρους εφαρμογής της, η οποία να εκτρέπει την ενισχυόμενη πράξη από τον αρχικό στόχο της».
( 8 ) Το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134, σ. 114) δίδει τον ορισμό της παραχωρήσεως υπηρεσιών. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η σύμβαση παραχωρήσεως υπηρεσιών είναι «μια σύμβαση η οποία παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά με μια δημόσια σύμβαση υπηρεσιών, εκτός από το γεγονός ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα συνίσταται είτε αποκλειστικά στο δικαίωμα εκμετάλλευσης της υπηρεσίας είτε στο δικαίωμα αυτό σε συνδυασμό με καταβολή αμοιβής».
( 9 ) Υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ για τη συνεργασία μεταξύ εθνικών δικαστηρίων και Δικαστηρίου, στο τελευταίο απόκειται να δώσει στο αιτούν δικαστήριο χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα επιλύσεως της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί και ότι, υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να αναδιατυπώσει, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, τα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί. Το Δικαστήριο δύναται επίσης, προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στο δικαστήριο που υπέβαλε την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, να λάβει υπόψη κανόνες του δικαίου της Ένωσης τους οποίους το εθνικό δικαστήριο δεν μνημόνευσε με τα προδικαστικά του ερωτήματα (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2011, C-157/10, Banco Bilbao Vizcaya Argentaria, Συλλογή 2011, σ. I-13023, σκέψεις 18 έως 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 10 ) Το τρίτο ερώτημα είναι διατυπωμένο ασαφώς. Κατά την άποψή μου, περιλαμβάνει δύο σκέλη, εκ των οποίων το δεύτερο φρονώ ότι συνδέεται στενότερα με το τέταρτο ερώτημα που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο.
( 11 ) Αξίζει να επισημανθεί ότι οι κανόνες τους οποίους προέβλεπε το άρθρο 30, παράγραφος 4, του κανονισμού περιλαμβάνονται πλέον στο άρθρο 57, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1083/2006 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2006, περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 (ΕΕ L 210, σ. 25), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 539/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 2010 (ΕΕ L 158, σ. 1), το οποίο φέρει τον τίτλο «Διάρκεια των πράξεων». Η διάταξη αυτή έχει ως εξής (η υπογράμμιση δική μου:
«Το κράτος μέλος ή η διαχειριστική αρχή διασφαλίζουν ότι μία πράξη η οποία περιλαμβάνει επενδύσεις στις υποδομές ή παραγωγικές επενδύσεις διατηρεί τη συνεισφορά των Ταμείων μόνον εάν, εντός πέντε ετών από την ολοκλήρωσή της, δεν υποστεί σημαντική τροποποίηση η οποία προκαλείται από αλλαγή στη φύση της κυριότητας στοιχείου υποδομής ή από την παύση παραγωγικής δραστηριότητας και επηρεάζει τη φύση της ή τους όρους υλοποίησης της πράξης ή παρέχει αδικαιολόγητο πλεονέκτημα σε επιχείρηση ή δημόσιο φορέα.
[...]»
( 12 ) Βλ. τεσσαρακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
( 13 ) Πράγματι, υπογράφοντας τη σύμβαση χρηματοδοτήσεως, ο τελικός δικαιούχος αναλαμβάνει να πραγματοποιήσει το έργο του έτσι όπως περιγράφεται στα τεχνικά και οικονομικά παραρτήματα της συμβάσεως. Αυτή είναι η βάση στην οποία οι εθνικές αρχές και οι αρχές της Ένωσης εκτίμησαν την επιλεξιμότητα του έργου και ενέκριναν την απόφαση χρηματοδοτήσεως. Κατά συνέπεια, κάθε δαπάνη την οποία δηλώνει ο φορέας του έργου στις αιτήσεις πληρωμής και η οποία δεν πληροί τις προϋποθέσεις της εν λόγω συμβάσεως δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο πληρωμής.
( 14 ) Η υλική και γεωγραφική επιλεξιμότητα του έργου σημαίνει ότι η πράξη εντάσσεται σε επιχειρησιακό πρόγραμμα που αφορά συγκεκριμένες εδαφικές περιοχές, ότι επελέγη κατόπιν έγκυρης διαδικασίας και ότι συμβάλλει στους σκοπούς οικονομικής και κοινωνικής συνοχής.
( 15 ) Συναφώς επισημαίνω ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ορισμένες λειτουργικές τροποποιήσεις είναι δυνατές μόνο μετά την εκτέλεση υλικών τροποποιήσεων.
( 16 ) Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει επίσης ότι ο Comune di Ancona εισέπραττε από τον συνεταιρισμό τέλος ανάλογο με αυτό που υποχρεούται να καταβάλλει ο ίδιος στη λιμενική αρχή ως τέλος ακινήτων.
( 17 ) Σημείο 3 της αποφάσεως 44 της Giunta regionale (deliberazione n. 44 della Giunta regionale), της 13ης Φεβρουαρίου 2006.
( 18 ) Το άρθρο 11 της εν λόγω συμβάσεως αναφέρεται στις παρατυπίες που είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε μερική ή ολική ανάκτηση της ενισχύσεως μετά από έλεγχο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η παραβίαση των ευρωπαϊκών υποχρεώσεων.
( 19 ) Βλ., για παράδειγμα, ενημερωτικό οδηγό φακέλου αιτήσεως ενισχύσεως ΕΤΠΑ που δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο της περιφέρειας Centre (Γαλλία) στη διεύθυνση: .
( 20 ) Disposizioni sulla partecipazione della Regione Marche al processo normativo comunitario e sulle procedure relative all’attuazione della politiche comunitarie (Bollettino ufficiale della Regione Marche αριθ. 99, της 12ης Οκτωβρίου 2006).
( 21 ) Βλ., επίσης, τριακοστή αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
( 22 ) Η ανάγκη συμμορφώσεως με τις διαδικασίες προκηρύξεως δημόσιων διαγωνισμών περιλαμβάνεται επίσης στο κεφάλαιο 8.5 του ΕΕΠ για τις κοινοτικές διαρθρωτικές παρεμβάσεις στη Regione Marche, οι οποίες υπάγονται στον στόχο 2 στην Ιταλία, για τα έτη 2000-2006, το οποίο επιγράφεται «Συμμόρφωση προς τις κοινοτικές πολιτικές».
( 23 ) Στις 20 Δεκεμβρίου 2011, η Επιτροπή δημοσίευσε πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης [COM(2011) 897 τελικό]. Βλ., επίσης, και ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις συμβάσεις παραχώρησης στο κοινοτικό δίκαιο (ΕΕ 2000, C 121, σ. 2).
( 24 ) Απόφαση της 13ης Απριλίου 2010, C-91/08, Wall (Συλλογή 2010, σ. I-2815, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 25 ) Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1977, 117/76 και 16/77, Ruckdeschel κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1977, σ. 531, σκέψη 7).
( 26 ) Η αρχή αυτή επιβάλλει όπως ομοειδείς καταστάσεις αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικά [βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 25ης Νοεμβρίου 1986, 201/85 και 202/85, Klensch κ.λπ. (Συλλογή 1986, σ. 3477, σκέψη 9) και της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C-442/00, Rodríguez Caballero (Συλλογή 2002, σ. I-11915, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)]. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει την εμβέλεια της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως στο πλαίσιο των δημοσίων συμβάσεων με τις αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 1993, C-243/89, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1993, σ. I-3353, σκέψεις 37 έως 39) και της 25ης Απριλίου 1996, C-87/94, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1996, σ. I-2043, σκέψεις 51 έως 56) και την εμβέλεια της υποχρεώσεως διαφάνειας με την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-324/98, Telaustria και Telefonadress (Συλλογή 2000, σ. I-10745). Η νομολογία αυτή μεταφέρθηκε στη συνέχεια στην παραχώρηση δημοσίων υπηρεσιών με την απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2005, C-458/03, Parking Brixen (Συλλογή 2005, σ. I-8585, σκέψη 48).
( 27 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Wall (σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 28 ) Όπ.π. (σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 29 ) Απόφαση της 21ης Ιουλίου 2005, C-231/03, Coname (Συλλογή 2005, σ. I-7287, σκέψεις 19 έως 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 30 ) Θεωρώ σκόπιμο να βασιστώ στους κανόνες που έχει θεσπίσει ο νομοθέτης της Ένωσης για τις δημόσιες συμβάσεις, διότι οι κανόνες αυτοί εκπονήθηκαν βάσει των αρχών της Συνθήκης.
( 31 ) Επιστολή του Μinistero dello Sviluppo Economico (Υπουργείου Οικονομικής Αναπτύξεως), της 21ης Φεβρουαρίου 2011.
( 32 ) Άρθρα 1, σημείο 2, και 4, παράγραφος 1, του κανονισμού.
( 33 ) Άρθρο 4, παράγραφος 8, του κανονισμού.
( 34 ) Σημείο 8 της προαναφερθείσας αποφάσεως 44 της Giunta regionale, της 13ης Φεβρουαρίου 2006.
( 35 ) Σελίδες 2 και 3.
( 36 ) Προαναφερθείσα απόφαση 192 του Comune di Ancona, της 19ης Απριλίου 2005.
( 37 ) Απόφαση της 26ης Απριλίου 1994, C-272/91, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1994, σ. I-1409).
( 38 ) Με τη σκέψη 3.2 της διάταξης περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ποια είναι η φύση της κυρώσεως που δύναται να επιβληθεί στον Comune di Ancona κατόπιν των διαπιστωθεισών παρατυπιών.
( 39 ) Βλ. κατευθυντήριες γραμμές για τις αρχές, τα κριτήρια και τα ποσοστά που πρέπει να εφαρμόζουν οι υπηρεσίες της Επιτροπής για τον καθορισμό των δημοσιονομικών διορθώσεων που προβλέπει το άρθρο 39, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1260/99 [C(2001) 476].
( 40 ) Βλ., επίσης, άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχεία γʹ και εʹ, του κανονισμού.
( 41 ) Για να τις συνδράμει σε αυτό το έργο, η Επιτροπή εκπόνησε κατευθυντήριες οδηγίες για τον καθορισμό των δημοσιονομικών διορθώσεων που πρέπει να εφαρμόζονται στις δαπάνες οι οποίες συγχρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία και από το Ταμείο Συνοχής σε περίπτωση μη τηρήσεως των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων (COCOF 07/0037/03).
Full & Egal Universal Law Academy