ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 6ης Φεβρουαρίου 2014 ( 1 )
Υπόθεση C‑398/12
Procura della Repubblica
κατά
M
[αίτηση του Tribunale di Fermo (Ιταλία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Άρθρο 54 της Συμβάσεως εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν (ΣΕΣΣ) — Αρχή ne bis in idem — Προδικαστική απόφαση περί «non-lieu» (παύσεως ποινικής διώξεως) η οποία εμποδίζει νέα ποινική δίωξη του ίδιου προσώπου για τα ίδια πραγματικά περιστατικά — Απόφαση που υπόκειται στην πιθανότητα υπάρξεως νέων αποδείξεων — Ποινική δίωξη σε άλλο κράτος μέλος για αδίκημα που προκύπτει από τα ίδια πραγματικά περιστατικά»
1.
Μετά από ενδελεχή ανακριτική διαδικασία οι δικαστικές αρχές κράτους μέλους (του Βελγίου) απέρριψαν αίτημα περί παραπομπής του κατηγορουμένου σε δίκη και εξέδωσαν απόφαση περί «non-lieu» (η οποία αντιστοιχεί κατά προσέγγιση σε απόφαση περί παύσεως της ποινικής διώξεως) ( 2 ). Η απόφαση αυτή έπαυσε την ποινική δίωξη πριν από την (πιθανή) παραπομπή στο ακροατήριο, αλλά κατά το εθνικό δίκαιο είναι δυνατή η ανάκλησή της αν προκύψουν νέα αποδεικτικά στοιχεία. Το Tribunale di Fermo (περιφερειακό δικαστήριο, Fermo) (Ιταλία) με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ερωτά αν δυνάμει του άρθρου 54 της Συμβάσεως εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν (στο εξής: ΣΕΣΣ) ( 3 ) η αρχή ne bis in idem εμποδίζει την ποινική δίωξη του προσώπου αυτού ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους για αξιόποινη πράξη που προκύπτει από τα ίδια πραγματικά περιστατικά.
Νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
2.
Το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΕΕ ορίζει τα εξής:
«Η Ένωση παρέχει στους πολίτες της χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης χωρίς εσωτερικά σύνορα, μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων σε συνδυασμό με κατάλληλα μέτρα όσον αφορά τους ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα, το άσυλο, τη μετανάστευση και την πρόληψη και καταστολή της εγκληματικότητας.»
3.
Το άρθρο 67, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ορίζει:
«Η Ένωση συγκροτεί χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, με σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των διαφορετικών νομικών συστημάτων και παραδόσεων των κρατών μελών.»
4.
Κατά τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του πρωτοκόλλου 19 της ΣΛΕΕ ( 4 ) τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη επιθυμούν να διατηρήσουν το κεκτημένο του Σένγκεν και «να αναπτύξουν το εν λόγω κεκτημένο προκειμένου να συμβάλλουν στην υλοποίηση του στόχου της παροχής στους πολίτες της Ένωσης ενός χώρου ελευθερίας, δικαιοσύνης και ασφάλειας χωρίς εσωτερικά σύνορα».
5.
Κατά το άρθρο 2 του ανωτέρω πρωτοκόλλου το κεκτημένο του Σένγκεν, το οποίο περιλαμβάνει τη ΣΕΣΣ ( 5 ), εφαρμόζεται στα κράτη μέλη του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου. Σε αυτά περιλαμβάνεται το Βασίλειο του Βελγίου και η Ιταλική Δημοκρατία.
6.
Το κεφάλαιο 3 του τίτλου III της ΣΕΣΣ («Αστυνομία και Ασφάλεια») φέρει τον τίτλο «Εφαρμογή της αρχής ne bis in idem» και αποτελείται από τα άρθρα 54 έως 58.
7.
Το άρθρο 54 προβλέπει τα ακόλουθα:
«Όποιος [δικάστηκε] αμετάκλητα από ένα συμβαλλόμενο μέρος δεν μπορεί να διωχθεί από ένα άλλο συμβαλλόμενο μέρος για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, υπό τον όρον όμως ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει ήδη εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με τους νόμους του συμβαλλομένου μέρους που επέβαλε την καταδίκη.»
8.
Το άρθρο 57 περιέχει κανόνες για τη διασφάλιση της συνεργασίας των αρμόδιων αρχών των συμβαλλομένων μερών για την ανταλλαγή πληροφοριών με σκοπό την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem.
9.
Το άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) ορίζει:
«Κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικασθεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο.»
10.
Στις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ( 6 ) αναφέρεται, σχετικά με το άρθρο 50, ότι «ο κανόνας του δεδικασμένου δεν ισχύει μόνο εντός της δικαιοδοσίας ενός και του αυτού κράτους αλλά επίσης μεταξύ των δικαιοδοσιών διαφόρων κρατών μελών. Αυτό αντιστοιχεί στο κεκτημένο του δικαίου της Ένωσης· βλ. τα άρθρα 54-58 της Σύμβασης για την εφαρμογή της συμφωνίας του Σένγκεν […] Όσον αφορά τις καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 του πρωτοκόλλου αριθ. 7 [της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ)] δηλαδή την εφαρμογή της αρχής στο εσωτερικό του ιδίου κράτους μέλους, το διασφαλιζόμενο δικαίωμα έχει την ίδια έννοια και την ίδια εμβέλεια με το αντίστοιχο δικαίωμα της [ΕΣΔΑ]».
Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών
11.
Το άρθρο 4 του πρωτοκόλλου 7 της ΕΣΔΑ ορίζει τα εξής:
«1. Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου κράτους, για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με τον νόμο και την ποινική δικονομία του κράτους αυτού.
2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν εμποδίζουν την επανάληψη της διαδικασίας, σύμφωνα με τον νόμο και την ποινική δικονομία του κράτους για το οποίο πρόκειται, εάν υπάρχουν αποδείξεις νέων ή μεταγενέστερων της απόφασης γεγονότων ή υπήρξε θεμελιώδες σφάλμα της προηγούμενης διαδικασίας, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα της υπόθεσης.»
12.
Στην αιτιολογική έκθεση ( 7 ) του πρωτοκόλλου 7 αναφέρονται τα εξής σχετικά με το άρθρο 4:
«29. Η αρχή που κατοχυρώνεται στη διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο μετά την αμετάκλητη αθώωση ή καταδίκη, σύμφωνα με τον νόμο και την ποινική δικονομία του κράτους για το οποίο πρόκειται. Τούτο συνεπάγεται ότι πρέπει να υπάρξει αμετάκλητη απόφαση όπως ορίζεται ανωτέρω, στην παράγραφο 22 [ ( 8 )].
30. Ωστόσο, η διαδικασία μπορεί να επαναληφθεί, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους για το οποίο πρόκειται, εάν υπάρχουν αποδείξεις νέων ή μεταγενέστερων της απόφασης γεγονότων ή φαίνεται να υπήρξε θεμελιώδες σφάλμα της διαδικασίας, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα της υπόθεσης είτε υπέρ του οικείου προσώπου είτε σε βάρος του.
31. Ο όρος “νέα ή μεταγενέστερα της απόφασης γεγονότα” περιλαμβάνει νέα αποδεικτικά μέσα που αφορούν προϋπάρχοντα γεγονότα. Επιπλέον, το άρθρο αυτό δεν απαγορεύει την επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος καταδικασμένου προσώπου ούτε κάποια μεταβολή της απόφασης προς όφελός του.»
13.
Σύμφωνα με τον ορισμό που περιλαμβάνεται στην αιτιολογική έκθεση της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τη διεθνή ισχύ των ποινικών αποφάσεων, μια απόφαση είναι αμετάκλητη «εάν, κατά την παραδοσιακή έκφραση, έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου» ( 9 ). Τούτο συμβαίνει όταν δεν υπάρχουν άλλα τακτικά ένδικα μέσα ή όταν τα μέρη έχουν εξαντλήσει τα τακτικά ένδικα μέσα ή άφησαν να παρέλθουν άπρακτες οι προθεσμίες προς άσκησή τους.»
Το εθνικό δίκαιο
Το βελγικό δίκαιο
14.
Το άρθρο 128 του βελγικού Code d’instruction criminelle (Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, στο εξής: ΚΠΔ) ορίζει ότι όταν υποβάλλεται αίτημα παραπομπής σε δίκη του προσώπου κατά του οποίου διενεργείται ανάκριση «αν το ανακριτικό τμήμα [chambre du conseil] κρίνει ότι από τα πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει η διάπραξη αξιόποινης πράξεως ή ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις σε βάρος του κατηγορουμένου, αποφασίζει να μην συνεχιστεί η διαδικασία».
Η κρίση αυτή είναι γνωστή ως απόφαση «non-lieu» [στο εξής: παύση ποινικής διώξεως].
15.
Το άρθρο 246 του ΚΠΔ προβλέπει τα εξής:
«Αν το δικαστικό συμβούλιο [la chambre des mises en accusation] κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος παραπομπής της υποθέσεως στο ακροατήριο, ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να δικαστεί αργότερα για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, εκτός αν υπάρξουν νέες αποδείξεις.»
16.
Το άρθρο 247 του ΚΠΔ προβλέπει τα εξής:
«Θεωρούνται νέες αποδείξεις οι μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα και τα πρακτικά που δεν μπόρεσαν να υποβληθούν στην κρίση του δικαστικού συμβουλίου και τα οποία μπορούν είτε να ενισχύσουν τις αποδείξεις που δεν είχαν κριθεί επαρκείς από το δικαστικό συμβούλιο είτε να παρουσιάσουν τα πραγματικά περιστατικά με νέο τρόπο που είναι χρήσιμος για την αποκάλυψη της αλήθειας.»
17.
Το βελγικό Cour de cassation (ακυρωτικό δικαστήριο) έχει αποφανθεί ( 10 ) ότι τα άρθρα 246 και 247 ΚΠΔ δεν εφαρμόζονται μόνο σε αποφάσεις του δικαστικού συμβουλίου περί μη παραπομπής της υποθέσεως στο ακροατήριο αλλά και σε κάθε περίπτωση στην οποία οι ανακριτικές δικαστικές αρχές, περιλαμβανομένου του ανακριτικού τμήματος του άρθρου 128 ΚΠΔ, περατώνουν την ανάκριση με απόφαση περί παύσεως της ποινικής διώξεως.
18.
Αν υπάρξουν νέες αποδείξεις, το άρθρο 248 ΚΠΔ υποχρεώνει τον αρμόδιο ανώτερο αστυνομικό ή ανακριτή να αποστείλει αμμελητί αντίγραφα των εγγράφων και των αποδείξεων στον προϊστάμενο εισαγγελέα του εφετείου, ο οποίος μπορεί να ζητήσει από τον πρόεδρο του δικαστικού συμβουλίου να ορίσει δικαστή ενώπιον του οποίου θα διεξαχθεί νέα ανάκριση κατόπιν αιτήματος της εισαγγελικής αρχής ( 11 ).
Το ιταλικό δίκαιο
19.
Το άρθρο 604 του Ποινικού Κώδικα ορίζει ότι πράξεις σεξουαλικής βίας που τελέσθηκαν από Ιταλό πολίτη μπορούν να διωχθούν στην Ιταλία ακόμη και αν τελέσθηκαν στην αλλοδαπή.
Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα
20.
Σε βάρος του Μ, Ιταλού πολίτη ο οποίος κατοικεί στο Βέλγιο, διενεργήθηκε ανάκριση στο Βέλγιο σχετικά με καταγγελίες για πράξεις σεξουαλικής βίας κατ’ εξακολούθηση ή, σε κάθε περίπτωση, παράνομες πράξεις σεξουαλικής φύσεως, μετά από σειρά μηνύσεων που άσκησε στις αρχές του 2004 η νύφη του, Q. Κατηγορήθηκε ότι διέπραξε τις πράξεις αυτές στο Βέλγιο το διάστημα μεταξύ Μαΐου 2001 και Φεβρουαρίου 2004 σε βάρος της ανήλικης εγγονής του, N (γεννηθείσας στις 29 Απριλίου 1999).
21.
Η Βελγική αστυνομία διεξήγαγε ενδελεχή ανάκριση, κατά τη διάρκεια της οποίας συνέλεξε πολυάριθμα έγγραφα, εξέτασε διάφορα πρόσωπα, περιλαμβανομένης της Ν και συγκέντρωσε αρκετές εκθέσεις πραγματογνωμόνων. Οι εκθέσεις αυτές αφορούσαν τα εξής ζητήματα: κατά πόσο η ανήλικη Ν έφερε ίχνη των καταγγελλόμενων βίαιων πράξεων σε σωματικό ή/και ψυχολογικό επίπεδο, αν η καταγγέλλουσα Q ήταν πρόσωπο που μπορούσε να θεωρηθεί αξιόπιστο και αν ο Μ είχε διαταραγμένη προσωπικότητα από την άποψη της σεξουαλικής συμπεριφοράς του.
22.
Μετά από αυτή την ανακριτική διαδικασία στις 15 Δεκεμβρίου 2008 το ανακριτικό τμήμα του Tribunal de première instance de Mons (πρωτοδικείο της Μονς) εξέδωσε απόφαση περί παύσεως της ποινικής διώξεως, θέτοντας τέρμα στην ποινική διαδικασία, αντί να παραπέμψει την υπόθεση στο ακροατήριο. Η απόφαση αυτή στηρίχθηκε στο ότι δεν υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις υπέρ των κατηγοριών που είχαν διατυπωθεί κατά του Μ.
23.
Στις 21 Απριλίου 2009 το δικαστικό συμβούλιο του Cour d’appel de Mons (εφετείου της Μονς) επικύρωσε την απόφαση περί παύσεως της ποινικής διώξεως. Η απόφασή του επικυρώθηκε στη συνέχεια με απόφαση του Cour de cassation της 2ας Δεκεμβρίου 2009. Η τελευταία απόφαση έθεσε αμετάκλητα τέρμα στη διαδικασία στο Βέλγιο, με μόνη επιφύλαξη την πιθανότητα υπάρξεως νέων αποδείξεων (όπως προβλέπεται στα άρθρα 246 και 247 ΚΠΔ).
24.
Εντωμεταξύ, κατόπιν μηνύσεως που κατέθεσε η Q στην ιταλική αστυνομία στις 23 Νοεμβρίου 2006, κινήθηκε σε βάρος του Μ ποινική διαδικασία στην Ιταλία, ενώπιον του Tribunale di Fermo, για τα ίδια πραγματικά περιστατικά για τα οποία είχε διεξαχθεί η ανάκριση στο Βέλγιο. Ακολούθησε ενδελεχής ανακριτική διερεύνηση η οποία κατ’ ουσίαν κάλυψε τα ίδια ζητήματα με την ανάκριση που διεξαγόταν ταυτοχρόνως στο Βέλγιο. Στις 19 Δεκεμβρίου 2008 (δηλαδή, τέσσερις ημέρες μετά την απόφαση του ανακριτικού τμήματος του Tribunal de première instance de Mons περί παύσεως της ποινικής διώξεως) ο ανακριτής του Tribunale di Fermo διέταξε την παραπομπή του Μ σε δίκη ενώπιον τμήματος μείζονος συνθέσεως του ανωτέρω δικαστηρίου.
25.
Κατά την ακροαματική διαδικασία που διεξήχθη στις 9 Δεκεμβρίου 2009 ενώπιον του Tribunale di Fermo ο Μ υποστήριξε ότι είχε το δικαίωμα να επικαλεσθεί την αρχή ne bis in idem, λόγω της εκδόσεως μία εβδομάδα νωρίτερα (στις 2 Δεκεμβρίου 2009) της αποφάσεως του βελγικού Cour de cassation, η οποία είχε περατώσει την παράλληλη διαδικασία στο Βέλγιο.
26.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Tribunale di Fermo (Ιταλία) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει το ακόλουθο ερώτημα:
«Αμετάκλητη δικαστική απόφαση περί παύσεως ποινικής διώξεως, εκδοθείσα από χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει προσχωρήσει στη Σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν (ΣΕΕΣ) μετά από ενδελεχή ανάκριση που διεξήχθη στο πλαίσιο διαδικασίας δυνάμενης να επαναληφθεί εφόσον ανακύψουν νέα αποδεικτικά στοιχεία, εμποδίζει την έναρξη ή τη διεξαγωγή δίκης για τα ίδια πραγματικά περιστατικά κατά του ίδιου προσώπου σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος;»
27.
Υπεβλήθησαν γραπτές παρατηρήσεις από την Q, από την Αυστριακή, τη Βελγική, τη Γερμανική και την Ιταλική Κυβέρνηση, την Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, την Πολωνική και την Ελβετική Κυβέρνηση, καθώς και από την Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 12 Σεπτεμβρίου 2013 εκπροσωπήθηκαν και ανέπτυξαν προφορικές παρατηρήσεις η Q, η Γερμανική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, η Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή.
Εκτίμηση
28.
Η απάντηση στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου εξαρτάται από την ερμηνεία της φράσεως «[δικάστηκε] αμετάκλητα» του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ. Η απόφαση περί παύσεως της ποινικής διώξεως, όπως αυτή που εκδόθηκε στο πλαίσιο της βελγικής διαδικασίας, αποτελεί απόφαση που περατώνει αμετάκλητα την ποινική δίκη, ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί η αρχή ne bis in idem του άρθρου 54;
29.
Η υφιστάμενη νομολογία του Δικαστηρίου για το άρθρο 54 ΣΕΣΣ και την αρχή ne bis in idem ( 12 ), όσον αφορά αποφάσεις που περατώνουν αμετάκλητα την ποινική διαδικασία οι οποίες εκδόθηκαν τόσο πριν όσο και μετά από δίκη, δεν δίνει σαφή απάντηση στο ερώτημα αυτό.
30.
Όταν η απόφαση εκδίδεται κατόπιν δίκης η νομολογία ορίζει ότι η αρχή ne bis in idem εφαρμόζεται τόσο σε περίπτωση αθωώσεως όσο και σε περίπτωση καταδίκης. Τούτο ισχύει για καταδίκη μετά από έκδοση ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως (ανεξαρτήτως ενδεχόμενης υποχρεώσεως βάσει του εθνικού δικαίου να επαναληφθεί η διαδικασία, αν το οικείο πρόσωπο στη συνέχεια συλληφθεί) ( 13 ) όσο και για αθώωση λόγω ανεπαρκών αποδείξεων κατόπιν διεξαγωγής δίκης ( 14 ). Στην τελευταία περίπτωση το Δικαστήριο ρητώς αρνήθηκε να αποφανθεί επί του γενικού ζητήματος αν εμπίπτει στο άρθρο 54 ΣΕΣΣ μια απαλλακτική απόφαση που δεν στηρίζεται σε εκτίμηση επί της ουσίας της υποθέσεως. Περιορίστηκε στο να επιβεβαιώσει ότι αθωωτική απόφαση λόγω ανεπαρκών αποδείξεων στηρίζεται σε μια τέτοια εκτίμηση και κατά συνέπεια συνεπάγεται την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem του άρθρου 54 ΣΕΣΣ ( 15 ).
31.
Το Δικαστήριο υιοθέτησε επίσης μια φιλελεύθερη προσέγγιση για αποφάσεις που εκδίδονται πριν από την ολοκλήρωση της δίκης. Η αρχή ne bis in idem έχει εφαρμογή όταν —χωρίς την παρέμβαση δικαστηρίου— ο εισαγγελέας παύει την ποινική δίωξη κατά κατηγορουμένων που συμφώνησαν να καταβάλουν πρόστιμο για τη συμπεριφορά τους ( 16 ). Στη συγκεκριμένη υπόθεση το Δικαστήριο προσδιόρισε ότι σκοπός του άρθρου 54 ΣΕΣΣ είναι «να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να ασκείται κατά ενός προσώπου, το οποίο ακριβώς κάνει χρήση του δικαιώματός του για ελεύθερη κυκλοφορία, ποινική δίωξη για τα ίδια περιστατικά στο έδαφος περισσότερων του ενός κρατών μελών», και επισήμανε ότι για να συμβάλλει στην πλήρη επίτευξη του σκοπού αυτού το άρθρο 54 πρέπει να έχει επίσης εφαρμογή «στις αποφάσεις με τις οποίες παύει οριστικά η ποινική δίωξη σε ένα κράτος μέλος, έστω και αν οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται χωρίς την παρέμβαση δικαστηρίου και δεν έχουν τη μορφή δικαστικής απόφασης» ( 17 ).
32.
Η αρχή ne bis in idem έχει επίσης εφαρμογή όταν η δίωξη στο «πρώτο» κράτος μέλος παύει λόγω παραγραφής ( 18 ), ανεξαρτήτως του ότι δεν έχει επέλθει εναρμόνιση της νομοθεσίας των συμβαλλόμενων κρατών σχετικά με τις προθεσμίες παραγραφής, με αποτέλεσμα η δίωξη να μην είναι πιθανώς εκπρόθεσμη στο «δεύτερο» κράτος μέλος. (Η άποψη της Επιτροπής στην παρούσα υπόθεση —ότι το άρθρο 54 μπορεί να εφαρμοσθεί μόνο σε απόφαση που εκδίδεται μετά από δίκη που αθωώνει τον κατηγορούμενο λόγω ανεπαρκών αποδείξεων— δεν φαίνεται να έχει πιθανότητες ευδοκιμήσεως υπό το φως της εν λόγω αποφάσεως) ( 19 ). Στην απόφαση Gasparini το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η αρχή ne bis in idem προϋποθέτει κατ’ ανάγκην ότι υπάρχει αμοιβαία εμπιστοσύνη των συμβαλλόμενων κρατών στα οικεία συστήματα ποινικής δικαιοσύνης και ότι, επομένως, κάθε κράτος αποδέχεται την εφαρμογή του ποινικού δικαίου που ισχύει στα άλλα συμβαλλόμενα κράτη, έστω και αν η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας θα οδηγούσε σε διαφορετική λύση ( 20 ).
33.
Αντιθέτως, στην υπόθεση Miraglia ( 21 ) η δίωξη ανεστάλη στις Κάτω Χώρες με την αιτιολογία ότι διεξαγόταν στην Ιταλία ποινική διαδικασία για τα ίδια πραγματικά περιστατικά κατά του ίδιου κατηγορουμένου. Η απόφαση περί αναστολής της διώξεως απέκλειε κάθε δίωξη στις Κάτω Χώρες για τις ίδιες αξιόποινες πράξεις και κάθε δικαστική συνδρομή σε αλλοδαπές αρχές, εφόσον δεν υπήρχαν νέα αποδεικτικά στοιχεία ( 22 ). Το Δικαστήριο έκρινε ότι μια δικαστική απόφαση που είχε ληφθεί χωρίς να εξετασθεί η ουσία της υποθέσεως δεν αποτελούσε απόφαση που περάτωνε αμετάκλητα την ποινική διαδικασία κατά του συγκεκριμένου προσώπου κατά την έννοια του άρθρου 54 ΣΕΣΣ, ώστε να εμποδίζεται η πρόοδος της ποινικής διώξεως στην Ιταλία ( 23 ). Αν η ολλανδική απόφαση (η οποία εκδόθηκε ακριβώς επειδή βρισκόταν σε εξέλιξη ποινική διαδικασία στην Ιταλία) θεωρούνταν αρκετή για την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem, «αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα αν όχι να εμποδίζει εξ ολοκλήρου, πάντως να δυσχεραίνει κάθε συγκεκριμένη δυνατότητα επιβολής κυρώσεως εντός των ενδιαφερομένων κρατών μελών για την παράνομη συμπεριφορά που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο» ( 24 ). Το Δικαστήριο τόνισε, συνεπώς, τη σημασία της διασφαλίσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων σε συνδυασμό με κατάλληλα μέτρα όσον αφορά την πρόληψη και την καταστολή της εγκληματικότητας ( 25 ) (που, όπως αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΕΕ, είναι ο σκοπός των διατάξεων του τίτλου V για τη συγκρότηση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης).
34.
Στην υπόθεση Turanský ( 26 ) είχε εκδοθεί απόφαση περί προσωρινής παύσεως της ποινικής διώξεως πριν από την απαγγελία κατηγορίας. Κατά το εθνικό δίκαιο η απόφαση αυτή δεν εμπόδιζε την κίνηση νέας ποινικής διαδικασίας για τις ίδιες πράξεις. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση περί προσωρινής παύσεως της ποινικής διώξεως δεν είχε περατώσει «αμετάκλητα» τη δίκη ώστε να τυγχάνει εφαρμογής η αρχή ne bis in idem ( 27 ) . Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο καθιέρωσε τα «κριτήρια Turanský» για να κριθεί αν μια υπόθεση έχει «περατωθεί αμετάκλητα». Η απόφαση «πρέπει καταρχήν να θέτει τέρμα στην ποινική δίωξη και να εξαλείφει οριστικά τη δυνατότητα άσκησης ποινικής δίωξης» ( 28 ) και «πρέπει καταρχάς να εξακριβώνεται […] ότι η εθνική νομοθεσία του συμβαλλόμενου κράτους του οποίου οι αρχές έχουν λάβει την επίμαχη απόφαση την θεωρεί αμετάκλητη και δεσμευτική και ότι η απόφαση αυτή παρέχει, εντός του κράτους αυτού, την προστασία που απορρέει από την αρχή ne bis in idem» ( 29 ). Αυτά τα κριτήρια επιβεβαιώθηκαν και εφαρμόστηκαν στην υπόθεση Mantello (που αφορούσε το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως) ( 30 ).
35.
Σε γενικές γραμμές η προσέγγιση του Δικαστηρίου προς το παρόν δεν φαίνεται να διαφέρει από αυτή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε σχέση με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου 7 της ΕΣΔΑ. Οι εγγυήσεις του άρθρου αυτού «εφαρμόζονται σε περίπτωση που η προηγούμενη αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση έχει ήδη αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου» ( 31 ). Όπως διευκρινίζεται περαιτέρω στην αιτιολογική έκθεση του εν λόγω πρωτοκόλλου «τούτο συμβαίνει όταν [η απόφαση] είναι αμετάκλητη, δηλαδή όταν δεν υπάρχουν πλέον τακτικά ένδικα μέσα ή όταν οι διάδικοι τα έχουν εξαντλήσει ή άφησαν να παρέλθουν άπρακτες οι προθεσμίες προς άσκησή τους» ( 32 ).
36.
Η διατύπωση της αρχής ne bis in idem στο άρθρο 50 του Χάρτη αντικατοπτρίζει την αρχή που περιλαμβάνεται στο άρθρο 4 του πρωτοκόλλου 7. Κατά τις επεξηγηματικές σημειώσεις σχετικά με τον Χάρτη το άρθρο 50 «δεν ισχύει μόνο εντός της δικαιοδοσίας ενός και του αυτού κράτους αλλά επίσης μεταξύ των δικαιοδοσιών διαφόρων κρατών μελών» και «όσον αφορά τις καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 του πρωτοκόλλου αριθ. 7, δηλαδή την εφαρμογή της αρχής στο εσωτερικό του ιδίου κράτους μέλους, το διασφαλιζόμενο δικαίωμα έχει την ίδια έννοια και την ίδια εμβέλεια με το αντίστοιχο δικαίωμα της [ΕΣΔΑ]».
Η απόφαση περί οριστικής παύσεως της ποινικής διώξεως περατώνει αμετάκλητα τη δίκη του Μ στο Βέλγιο;
37.
Κατά κανόνα τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο προτείνεται η ένσταση ne bis in idem (εν προκειμένω της Ιταλίας) πρέπει να αποφανθούν επί του ζητήματος αυτού βάσει πληροφοριών και συνδρομής που παρέχεται σύμφωνα με το άρθρο 57 ΣΕΣΣ από το κράτος μέλος στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση λόγω της οποίας γίνεται επίκληση της αρχής αυτής (εν προκειμένω, το Βέλγιο) ( 33 ). Τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμοσθούν είναι αυτά που τέθηκαν από το Δικαστήριο στην απόφαση Turanský ( 34 ) . Όπως συνέβη στην παρούσα υπόθεση, το εθνικό δικαστήριο μπορεί αν το κρίνει απαραίτητο να απευθυνθεί στο Δικαστήριο για περαιτέρω συνδρομή υποβάλλοντας αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
38.
Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, βάσει του βελγικού δικαίου, λόγω της από 2 Δεκεμβρίου 2009 αποφάσεως του Cour de cassation, απαγορεύεται νέα δίωξη του κατηγορουμένου για τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Η δίωξη δεν «ανεστάλη» ανεπισήμως, αλλά έπαυσε επισήμως. Βεβαίως, μετά την έκδοση αποφάσεως περί παύσεως της ποινικής διώξεως επιτρέπεται η επανάληψη της διαδικασίας σε περίπτωση υπάρξεως νέων αποδείξεων, αλλά η δυνατότητα αυτή είναι περιορισμένη. Οι νέες αποδείξεις πρέπει να είναι ικανές είτε να ενισχύσουν τις αποδείξεις που δεν κρίθηκαν επαρκείς από το δικαστικό συμβούλιο (εν προκειμένω το ανακριτικό τμήμα) είτε να παρουσιάσουν τα πραγματικά περιστατικά με νέο τρόπο που είναι χρήσιμος για την αποκάλυψη της αλήθειας (άρθρο 247 ΚΠΔ). Η διαδικασία μπορεί να επαναληφθεί μόνο με αίτημα του εισαγγελέα, ο οποίος έχει διακριτική ευχέρεια να διατυπώσει ένα τέτοιο αίτημα (άρθρο 248 ΚΠΔ) ( 35 ). Εξ όσων μπορώ να συναγάγω, ο πολιτικώς ενάγων δεν μπορεί να υποχρεώσει τον εισαγγελέα να ζητήσει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας ούτε μπορεί να ασκηθεί δίωξη από ιδιώτη κατήγορο βάσει των αποδείξεων που εξετάσθηκαν όταν εκδόθηκε η απόφαση περί παύσεως της ποινικής διώξεως. Στην παρούσα υπόθεση ασκήθηκαν τα τακτικά ένδικα μέσα σχετικά με την απόφαση αυτή και εξαντλήθηκαν με την έκδοση της αποφάσεως του Cour de cassation. Συνεπώς, η απόφαση του ανακριτικού τμήματος του Tribunal de première instance de Mons απέκτησε ισχύ δεδικασμένου και ο Μ προστατεύεται με αυτή την απόφαση από ποινική δίωξη στο Βέλγιο. Επομένως, πληρούνται τα κριτήρια Turanský.
39.
Η Βελγική Κυβέρνηση υποστήριξε, ωστόσο (στις γραπτές της παρατηρήσεις —δεν παρέστη κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση), ότι η απόφαση αυτή δεν περατώνει αμετάκλητα την υπόθεση, διότι υφίσταται δυνατότητα επαναλήψεως της διαδικασίας αν υπάρξουν νέες αποδείξεις και ότι, συνεπώς, δεν έχει εφαρμογή η αρχή ne bis in idem του άρθρου 54 ΣΕΣΣ. Κατά τη γνώμη μου, δύο επιχειρήματα μπορούν να στηρίξουν την άποψη αυτή. Πρώτον, ότι ήταν θέμα ατυχούς συμπτώσεως το ότι η ποινική δίκη στην Ιταλία ξεκίνησε μία εβδομάδα μετά την έκδοση της αποφάσεως του βελγικού Cour de cassation και όταν οι κατηγορίες σε βάρος κατηγορουμένου είναι σοβαρές και δυσάρεστες (όπως εν προκειμένω) θα «έπρεπε», αν είναι δυνατό, αυτός να παραπέμπεται σε δίκη. Δεύτερον, ότι η αρχή ne bis in idem δεν μπορεί ποτέ να ισχύσει σε «δεύτερο» κράτος μέλος, όσο υπάρχει η πιθανότητα, όσο μικρή ή απομακρυσμένη και αν είναι, να συνεχιστεί ή να επαναληφθεί η ποινική διαδικασία στο «πρώτο» κράτος μέλος. Θα εξετάσω διαδοχικά και τα δύο αυτά επιχειρήματα.
Ζήτημα χρονικής προτεραιότητας;
40.
Μία από τις πιο εντυπωσιακές πτυχές της υπό κρίση αιτήσεως είναι η χρονική ακολουθία των γεγονότων. Οι δύο εξαντλητικές ανακριτικές διαδικασίες στο Βέλγιο και στην Ιταλία πραγματοποιήθηκαν κατά το ίδιο διάστημα, παραλλήλως. Στη συνέχεια, τα δικαστήρια των δύο κρατών μελών επελήφθησαν με την ακόλουθη χρονική σειρά: α) παύση της ποινικής διώξεως από το ανακριτικό τμήμα του Tribunal de première instance de Mons, Βέλγιο (15 Δεκεμβρίου 2008)· β) παραπομπή του Μ σε δίκη από τον ανακριτή του Tribunale di Fermo, Ιταλία (19 Δεκεμβρίου 2008)· γ) επικύρωση της αποφάσεως περί παύσεως της ποινικής διώξεως από το δικαστικό συμβούλιο του Cour d’appel de Mons, Βέλγιο (21 Απριλίου 2009)· δ) επικύρωση της αποφάσεως του Cour d’appel de Mons από το Cour de cassation, Βέλγιο (2 Δεκεμβρίου 2009), και τέλος ε) ακροαματική διαδικασία ενώπιον τμήματος μείζονος συνθέσεως του Tribunale di Fermo, Ιταλία (9 Δεκεμβρίου 2009).
41.
Θα ήταν χρήσιμο να εξετασθούν διάφορα χρονικά σημεία σε αυτή τη χρονική ακολουθία, για να διαπιστωθεί αν ο κατηγορούμενος Μ μπορεί να επικαλεσθεί την αρχή ne bis in idem του άρθρου 54 ΣΕΣΣ και, σε καταφατική περίπτωση, σε ποιο στάδιο και για ποιο λόγο μπορεί να την επικαλεσθεί.
42.
Την ημέρα που o ανακριτής του Tribunale di Fermo διέταξε την παραπομπή του Μ σε δίκη (19 Δεκεμβρίου 2008) είχε ήδη εκδοθεί η απόφαση του ανακριτικού τμήματος του Tribunal de première instance de Mons περί παύσεως της ποινικής διώξεως (15 Δεκεμβρίου 2008). Η απόφαση, όμως, αυτή δεν είχε καταστεί «αμετάκλητη» κατά το βελγικό δίκαιο. Μπορούσε να προσβληθεί με ένδικο μέσο (όπως και συνέβη). Συνεπώς, κατά το χρονικό αυτό σημείο ο Μ δεν θα μπορούσε να έχει επικαλεσθεί την αρχή ne bis in idem για να διακόψει τη διαδικασία στην Ιταλία.
43.
Το ίδιο θα ίσχυε σε περίπτωση που η δίκη του Μ στη Ιταλία είχε ολοκληρωθεί και είχε εκδοθεί απόφαση είτε πριν από τις 21 Απριλίου 2009 (οπότε εκδόθηκε η απόφαση του Cour d’appel de Mons) είτε πριν από τις 2 Δεκεμβρίου 2009 (οπότε εκδόθηκε η απόφαση του βελγικού Cour de cassation). Παρόλο που θα υφίστατο και στις δύο περιπτώσεις προγενέστερη απόφαση για το ίδιο πρόσωπο και τα ίδια πραγματικά περιστατικά σε άλλο κράτος μέλος, η απόφαση αυτή δεν θα ήταν ακόμα «αμετάκλητη» κατά το εθνικό δίκαιο.
44.
Όμως αυτό αλλάζει στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Από την ημερομηνία αυτή ο Μ —αν βρισκόταν στο Βέλγιο— θα επωφελούνταν προστασίας από ποινική δίωξη, λόγω της αμετάκλητης αποφάσεως του Cour de cassation, το οποίο επικύρωσε την απόφαση περί παύσεως της ποινικής διώξεως. Είναι αλήθεια ότι, σε περίπτωση που υπάρξουν νέες αποδείξεις το άρθρο 248 ΚΠΔ υποχρεώνει τον αρμόδιο ανώτερο αστυνομικό ή ανακριτή να αποστείλει αμμελητί αντίγραφα των εγγράφων και των αποδείξεων στον προϊστάμενο εισαγγελέα του εφετείου. Το βήμα αυτό είναι υποχρεωτικό. Ο προϊστάμενος εισαγγελέας φαίνεται να έχει τότε διακριτική εξουσία ( 36 ). «Μπορεί» (προφανώς, εφόσον φρονεί ότι οι νέες αποδείξεις θα ασκήσουν αποφασιστική επιρροή) να ζητήσει από τον πρόεδρο του δικαστικού συμβουλίου να ορίσει δικαστή ενώπιον του οποίου θα διεξαχθεί νέα ανάκριση. Αν έχει την άποψη ότι οι νέες αποδείξεις δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή ή είναι ανεπαρκείς, προφανώς δεν θα ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο. Παρόλα αυτά, πλην της υπάρξεως νέων αποδείξεων και την ενεργοποίηση της ανωτέρω διαδικασίας, ο Μ θα προστατευόταν από την άσκηση ποινικής διώξεως ( 37 ).
45.
Δεν πρέπει, όμως, να χάνει κάποιος την προστασία που απολαύει δυνάμει του εθνικού ποινικού δικαίου, λόγω της ασκήσεως των δικαιωμάτων του ελεύθερης κυκλοφορίας. Για τον λόγο αυτό, η από 2 Δεκεμβρίου 2009 απόφαση του βελγικού Cour de cassation πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα μετά από την ημερομηνία αυτή να αποκλείεται δίκη σε βάρος του Μ.
46.
Για λόγους πληρότητας πρέπει να εξετάσω τέσσερα ακόμα σημεία.
47.
Πρώτον, υποστηρίζω ότι κρίσιμη ημερομηνία πρέπει να είναι η ημερομηνία κατά την οποία εκδίδεται η δικαστική απόφαση από το δικαστήριο και όχι η (μεταγενέστερη) ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση αυτή περιέρχεται στη γνώση ανακριτή ή δικαστηρίου σε άλλο κράτος μέλος. Αυτή η λύση υπαγορεύεται από την ανάγκη ασφάλειας δικαίου. Η ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως είναι ορισμένη. Η ημερομηνία κοινοποιήσεως είναι μεταβλητή και μπορεί να επηρεαστεί από εξωτερικούς παράγοντες.
48.
Δεύτερον, το πρόσωπο που παραπέμπεται σε δίκη διατρέχει τον κίνδυνο επιβολής ποινής μέχρι τη στιγμή εκδόσεως της αποφάσεως που καθορίζει την έκβαση της δίκης του. Ενδέχεται να μεσολαβήσει κάποιο χρονικό διάστημα (θα ήλπιζε κανείς, κατά κανόνα όχι τόσο μακρό όσο στην παρούσα υπόθεση) μεταξύ της ημερομηνίας παραπομπής σε δίκη και της ημερομηνίας ενάρξεως της δίκης· για την ολοκλήρωση της δίκης πιθανώς απαιτείται επίσης κάποιος ακόμη χρόνος. Η αρχή ne bis in idem σκοπεί στην αποτροπή του διπλού κινδύνου επιβολής ποινής. Συνεπώς, φρονώ ότι η αρχή ne bis in idem δεν παύει να ισχύει ούτε όταν κάποιος παραπέμπεται σε δίκη ούτε όταν η δίκη του ξεκινά. Αντιθέτως, o κατηγορούμενος μπορεί να στηριχθεί στην αρχή αυτή μέχρι τον καθορισμό της εκβάσεως της δίκης.
49.
Τρίτον, δεν ασκεί επιρροή μετά τη δίκη και καταδίκη σε «δεύτερο» κράτος μέλος το γεγονός ότι γίνεται αργότερα αμετάκλητη μια απόφαση κατά του ίδιου προσώπου για τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Διότι κατά τη διάρκεια της δίκης στο δεύτερο κράτος μέλος δεν υπήρχε (ακόμη) αμετάκλητη απόφαση στο πρώτο κράτος μέλος. Μπορούν, βεβαίως, να ασκηθούν ένδικα μέσα κατά της αποφάσεως στο δεύτερο κράτος μέλος, δυνάμει του εθνικού δικαίου, για κάθε λόγο που προβλέπεται από το ποινικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους. Δεν μπορεί, όμως, να γίνει επίκληση του άρθρου 54 ΣΕΣΣ.
50.
Τέταρτον, πρέπει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα που αφορά τη σπατάλη του χρόνου της αστυνομίας και της δημόσιας δαπάνης για τη διεξαγωγή ενδελεχούς ανακριτικής διαδικασίας στο δεύτερο κράτος μέλος, σε περίπτωση που η αρχή ne bis in idem ισχύει σε τέτοιες περιπτώσεις και δεν μπορεί να συνεχιστεί η δίωξη προσώπου που έχει ήδη παραπεμφθεί σε δίκη.
51.
Σαφώς υφίσταται ένα βαθύτερο ζήτημα, το οποίο αξίζει να εξετασθεί σοβαρά, σχετικά με τον «αγώνα δρόμου για την άσκηση διώξεως» και τις πιθανές συγκρούσεις δικαιοδοσίας σε ποινικές υποθέσεις. Προς το παρόν δεν έχουν συμφωνηθεί κοινοί κανόνες σε επίπεδο ΕΕ για τη διεθνή δικαιοδοσία σε ποινικές υποθέσεις ( 38 ). Η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem επιλύει το πρόβλημα με έναν περιορισμένο και κάποιες φορές αυθαίρετο τρόπο ( 39 ). Δεν μπορεί να υποκαταστήσει ικανοποιητικά τη δράση για την επίλυση τέτοιων συγκρούσεων βάσει συμφωνημένων κριτηρίων.
52.
Πλέον υπάρχουν κάποιες διατάξεις του δικαίου της ΕΕ για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ανακριτικών αρχών σε διαφορετικά κράτη μέλη ( 40 ). Η απόφαση-πλαίσιο 2009/948/ΔΕΥ ( 41 ), η οποία δημοσιεύθηκε και τέθηκε σε ισχύ στις 15 Δεκεμβρίου 2009 (δηλαδή λίγο μετά τη διαδικασία της κύριας δίκης στην Ιταλία), επιβάλλει την υποχρέωση στην αρμόδια αρχή κράτους μέλους να απευθύνεται στην αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, αν έχει βάσιμους λόγους να θεωρεί ότι διεξάγονται παράλληλες διαδικασίες στο κράτος αυτό, με σκοπό τη διενέργεια απευθείας διαβουλεύσεων. Σκοπός των διαβουλεύσεων αυτών είναι να αποφευχθούν οι αρνητικές επιπτώσεις που θα μπορούσαν να προκύψουν από αυτές τις παράλληλες διαδικασίες και μπορούν, εφόσον είναι δυνατό, να καταλήξουν σε συγκέντρωση των ποινικών διαδικασιών σε ένα κράτος μέλος.
53.
Με τον τρόπο αυτό αντιμετωπίζονται, σε κάποιο βαθμό, τα βαθύτερα ζητήματα που τίθενται με την παρούσα υπόθεση (και αυτά που ανέκυψαν στο παρελθόν στην υπόθεση Miraglia). Η απόφαση-πλαίσιο 2009/948/ΔΕΥ του Συμβουλίου δεν προβαίνει, όμως, σε εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών και διαδικασιών σε αυτόν τον τομέα δικαίου. Ειδικότερα, δεν υποχρεώνει το κράτος μέλος ούτε να αποποιηθεί ούτε να ασκήσει δικαιοδοσία ( 42 ). Επομένως, επιβάλλεται η επίκληση της αρχής ne bis in idem του άρθρου 54 ΣΕΣΣ, προς πλήρωση του κενού αυτού, έως ότου και εφόσον αντιμετωπισθεί πληρέστερα το ζήτημα των παράλληλων διαδικασιών από τον νομοθέτη.
«Η αρχή ne bis in idem δεν ισχύει αν υπάρχει πιθανότητα επαναλήψεως της διαδικασίας »
54.
Ούτε το άρθρο 54 ΣΕΣΣ ούτε το άρθρο 50 του Χάρτη ορίζουν ρητώς πώς επηρεάζεται η αρχή ne bis in idem σε περίπτωση που υπάρξουν νέες αποδείξεις. Οι επεξηγηματικές σημειώσεις σχετικά με το άρθρο 50 του Χάρτη προβαίνουν στη χρήσιμη διευκρίνιση ότι όταν εφαρμόζεται δικαίωμα του Χάρτη στο εσωτερικό του ίδιου κράτους μέλους «το διασφαλιζόμενο δικαίωμα έχει την ίδια έννοια και την ίδια εμβέλεια με το αντίστοιχο δικαίωμα της ΕΣΔΑ».
55.
Όσον αφορά την ΕΣΔΑ, το άρθρο 4, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου 7 της ΕΣΔΑ ορίζει ότι οι διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 1 (προστασία του δικαιώματος κάθε πρoσώπoυ vα μη δικάζεται ή vα τιμωρείται δύo φoρές για τo ίδιo αδίκημα), δεν εμποδίζουν την επανάληψη της διαδικασίας, «εάν υπάρχουν αποδείξεις νέων ή μεταγενέστερων της απόφασης γεγονότων». Η αιτιολογική έκθεση του πρωτοκόλλου 7 διευκρινίζει ( 43 ) ότι ο όρος «νέα ή μεταγενέστερα της απόφασης γεγονότα» περιλαμβάνει νέα αποδεικτικά μέσα που αφορούν προϋπάρχοντα γεγονότα. Επομένως, η εξαιρετική περίπτωση επαναλήψεως ποινικής διαδικασίας μετά από απόφαση περί παύσεως της ποινικής διώξεως, που προβλέπεται στο βελγικό δίκαιο, αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τη ρύθμιση του άρθρου 4, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου 7.
56.
Όπως προκύπτει από την ανάγνωση του πρωτοκόλλου 7 της ΕΣΔΑ, το άρθρο 4, παράγραφος 1, κατοχυρώνει την προστασία ne bis in idem. Στη συνέχεια το άρθρο 4, παράγραφος 2, θεσπίζει μια απόκλιση, επιτρέποντας την επανάληψη της διαδικασίας (σύμφωνα με τον νόμο και την ποινική δικονομία του κράτους για το οποίο πρόκειται), ανεξαρτήτως του ότι σε διαφορετική περίπτωση θα ίσχυε η αρχή ne bis in idem. Αυτό δεν έχει την έννοια (και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ερμηνευτεί με αυτόν τον τρόπο) ότι εφόσον θεωρητικά υπάρχει η πιθανότητα να αποκαλυφθούν «νέα ή μεταγενέστερα γεγονότα» η αρχή ne bis in idem δεν έχει εφαρμογή. Θεωρητικά, πάντα υπάρχει η πιθανότητα να υπάρξουν νέες συμπληρωματικές αποδείξεις. Συνεπώς, η ερμηνεία που προτείνει το Βέλγιο θα ακύρωνε την αρχή ne bis in idem. Ο κατηγορούμενος θα στερείτο την προστασία που το ίδιο το εθνικό δίκαιο του αναγνωρίζει, παρά την έκδοση αποφάσεως περί παύσεως της ποινικής διώξεως, επικυρωμένη από το ανώτατο δικαστήριο, με ισχύ δεδικασμένου. Σε περίπτωση που είχε κινηθεί δεύτερη διαδικασία στο Βέλγιο (και όχι στην Ιταλία) είναι σαφές ότι αυτή θα εμποδιζόταν βάσει της ανωτέρω αποφάσεως.
57.
Πρέπει το συμπέρασμα να είναι διαφορετικό όταν η δεύτερη διαδικασία κινείται σε ένα διαφορετικό, «δεύτερο» κράτος μέλος;
58.
Δεν το πιστεύω. Σκοπός του άρθρου 54 ΣΕΣΣ είναι ακριβώς να μην απωλέσει κάποιος που ασκεί δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας την προστασία που θα απολάμβανε σε διαφορετική περίπτωση βάσει της αρχής ne bis in idem. Είναι σαφές ότι η ενεργοποίηση της αρχής ne bis in idem από μια απόφαση σε ένα κράτος μέλος (εν προκειμένω στο Βέλγιο) μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παύση της διώξεως σε άλλο κράτος μέλος (εν προκειμένω στην Ιταλία), ακόμη και στην περίπτωση που τα δικαστήρια του δεύτερου κράτους μέλους θα μπορούσαν να καταλήξουν σε διαφορετικό συμπέρασμα ως βάσει των ίδιων, κατ’ ουσίαν, αποδεικτικών στοιχείων. Η πιθανότητα διαφορετικής εκβάσεως είναι, όμως, συνέπεια του γεγονότος ότι η αρχή ne bis in idem λειτουργεί παρά την απουσία εναρμονίσεως, βασιζόμενη σε ένα υψηλό επίπεδο αμοιβαίας εμπιστοσύνης ( 44 ).
59.
Επιπλέον, είναι σαφές ότι η αρχή ne bis in idem δεν εμποδίζει την επανάληψη της διαδικασίας σε περίπτωση υπάρξεως νέων αποδείξεων ( 45 ). Αν στην παρούσα υπόθεση οι ιταλικές ανακριτικές αρχές θέσουν στη διάθεση των Βέλγων συναδέλφων τους ό,τι έχουν στη διάθεσή τους, οι τελευταίοι θα μπορέσουν να εκτιμήσουν τις αποδείξεις αυτές και να αποφασίσουν εάν πρέπει να επιδιώξουν την επανάληψη της διαδικασίας στο Βέλγιο βάσει των άρθρων 246, 247 και 248 ΚΠΔ. Υπογραμμίζω, όμως, ότι (κατά τη γνώμη μου) η όποια περαιτέρω διαδικασία σε βάρος κατηγορουμένου υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση περί παύσεως της ποινικής διώξεως πρέπει να κινηθεί στο κράτος μέλος στο οποίο έχει εκδοθεί η απόφαση αυτή (δηλαδή στο πρώτο κράτος μέλος). Τα δικαστήρια δεύτερου κράτους μέλος δεν είναι ελεύθερα να υπονομεύσουν τη διαδικασία (και τις διαδικαστικές εγγυήσεις που παρέχει στον κατηγορούμενο το εθνικό δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους) αποφασίζοντας να χρησιμοποιήσουν ό,τι ενδέχεται να είναι (ή να μην είναι) «νέες» αποδείξεις για να δικάσουν τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο.
Πρόταση
60.
Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα που έθεσε το Tribunale di Fermo (Ιταλία):
Το άρθρο 54 της Συμβάσεως εφαρμογής της συμφωνίας Σένγκεν έχει την έννοια ότι απόφαση περί παύσεως ποινικής διώξεως που περατώνει ποινική διαδικασία, η οποία έχει ληφθεί μετά από λεπτομερή ανάκριση και η οποία εμποδίζει νέα δίωξη του ίδιου προσώπου για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, αλλά κατά το εθνικό δίκαιο μπορεί να ανακληθεί αν υπάρξουν νέες αποδείξεις, αποτελεί απόφαση με την οποία περατώνεται αμετάκλητα η υπόθεση και συνεπάγεται την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem που κατοχυρώνεται στο άρθρο αυτό.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Η υποσημείωση αυτή δεν αφορά την απόδοση στην ελληνική γλώσσα.
( 3 ) Σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, της 14ης Ιουνίου 1985, μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα (ΕΕ 2000, L 239, σ. 19).
( 4 ) Πρωτόκολλο (αριθ. 19) σχετικά με το κεκτημένο του Σένγκεν, το οποίο έχει ενσωματωθεί στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2012, C 326, σ. 290).
( 5 ) Το παράρτημα του πρωτοκόλλου της Συνθήκης του Άμστερνταμ για την ενσωμάτωση του κεκτημένου του Σένγκεν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 1997, C 340, σ. 93) παραθέτει όλα όσα αποτελούν τμήμα του κεκτημένου του Σένγκεν. Σε αυτά περιλαμβάνεται, στην παράγραφο 2, η ΣΕΣΣ.
( 6 ) ΕΕ 2007, C 303, σ. 17.
( 7 ) ETS 117.
( 8 ) Η παράγραφος 22 αναφέρεται στον ορισμό που περιλαμβάνεται στην αιτιολογική έκθεση της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τη διεθνή ισχύ των ποινικών αποφάσεων (βλ. σημείο 13 κατωτέρω).
( 9 ) ETS 070.
( 10 ) Cass. 7 Σεπτεμβρίου 1982, Pas. 1983, I, 27‑30.
( 11 ) Η υποσημείωση αυτή δεν αφορά την απόδοση στην ελληνική γλώσσα.
( 12 ) Αποφάσεις της 11ης Φεβρουαρίου 2003, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-187/01 και C-385/01, Gözütok και Brügge (Συλλογή 2003, σ. I-1345)· της 10ης Μαρτίου 2005, C-469/03, Miraglia (Συλλογή 2005, σ. Ι-2009)· της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, C-467/04, Gasparini (Συλλογή 2006, σ. I-9199), και C-150/05, Van Straaten (Συλλογή 2006, σ. I-9327)· της 11ης Δεκεμβρίου 2008, C-297/07, Bourquain (Συλλογή 2008, σ. I-9425) και της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C-491/07, Turanský (Συλλογή 2008, σ. I-11039).
( 13 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 12 απόφαση Bourquain (σκέψεις 39 και 40).
( 14 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 12 απόφαση Van Straaten (σκέψη 58). Ο γενικός εισαγγελέας D. Ruiz-Jarabo Colοmer επισήμανε ότι ουδείς εκ των υποβαλόντων παρατηρήσεις αμφισβήτησε την ισχύ της αρχής ne bis in idem σε μία τέτοια περίπτωση σε επίπεδο εθνικής έννομης τάξεως (βλ. σημείο 73 των προτάσεών του).
( 15 ) Σκέψη 60 της αποφάσεως.
( 16 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 12 απόφαση Gözütok και Brügge (σκέψη 48).
( 17 ) Βλ. σκέψη 38 της αποφάσεως.
( 18 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 12 απόφαση Gasparini (σκέψη 33).
( 19 ) Το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι είχε πράγματι εφαρμογή η αρχή ne bis in idem στην υπόθεση Gasparini, τάχθηκε σαφώς υπέρ της απόψεως ότι δεν ασκούσε επιρροή το γεγονός ότι λόγω του χρόνου παραγραφής οι κατηγορούμενοι δεν διέτρεξαν κανέναν κίνδυνο επιβολής ποινής κατά την πρώτη διαδικασία.
( 20 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 12 απόφαση Gasparini (σκέψεις 29 και 30).
( 21 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 12.
( 22 ) Βλ. σκέψη 22 της αποφάσεως.
( 23 ) Σκέψη 35 της αποφάσεως. Βλ., συναφώς, στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, την απόφαση επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 PC‑250/99 P έως C-252/99 P και C-254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschaappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I-8375, σκέψη 62), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι απόφαση περί ακυρώσεως εκδοθείσα χωρίς εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αθωωτική απόφαση που δικαιολογεί την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem.
( 24 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 12 απόφαση Miraglia (σκέψη 33).
( 25 ) Όπ.π. (σκέψη 34).
( 26 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 12.
( 27 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 12 απόφαση Turanský (σκέψεις 39 και 40).
( 28 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 12 απόφαση Turanský (σκέψη 34).
( 29 ) Σκέψη 35.
( 30 ) Απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2010, C-261/09, Mantello (Συλλογή 2010, σ. I-11477, σκέψη 46). Το άρθρο 3, σημείο 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ 2002, L 190, σ. 1), μεταξύ των λόγων υποχρεωτικής μη εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης συγκαταλέγει την περίπτωση ne bis in idem. Στην υπόθεση Mantello, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) δέχτηκε (στη σκέψη 40) ότι «[δ]εδομένου του κοινού σκοπού των άρθρων 54 της ΣΕΣΣ και 3, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου […] πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ερμηνεία της ως άνω έννοιας στο πλαίσιο της ΣΕΣΣ ισχύει και για την απόφαση-πλαίσιο». Το Δικαστήριο συνέχισε (στις σκέψεις 45 έως 47) παραθέτοντας τη συναφή νομολογία και επιβεβαιώνοντας τα κριτήρια Turanský.
( 31 ) ΕΔΔΑ, απόφαση Sergey Zolotukhin κατά Ρωσίας της 10ης Φεβρουαρίου 2009, αριθ. 14939/03, Recueil des arrêts et des décisions 2009-I, σ. 291, § 83.
( 32 ) Παρατίθεται στο σημείο 13 ανωτέρω.
( 33 ) Βλ., συναφώς, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 12 απόφαση Mantello (σκέψεις 48 και 49).
( 34 ) Βλ. σημείο 34 ανωτέρω.
( 35 ) Βλ., περαιτέρω, σημείο 44 κατωτέρω.
( 36 ) Κατά το γαλλικό κείμενο «[…] sur la réquisition du procureur general […]» [κατόπιν αιτήματος του προϊσταμένου εισαγγελέα], συνεπώς ο εισαγγελέας μπορεί να επιλέξει αν θα υποβάλει ή όχι ένα τέτοιο αίτημα.
( 37 ) Βλ. σημείο 38 ανωτέρω.
( 38 ) Όσον αφορά διάφορες προσπάθειες αντιμετωπίσεως του προβλήματος, βλ. την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής [SEC(2005) 1767] για τις συγκρούσεις δικαιοδοσίας και για την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem στις ποινικές υποθέσεις και το παράρτημά της, COM(2005) 696 τελικό, της 23ης Δεκεμβρίου 2005, καθώς και τις σχετικές απαντήσεις. Βλ. επίσης τις παρατηρήσεις του M. Fletcher, «The problem of multiple criminal prosecutions: building an effective EU response», σε: Yearbook of European Law, τόμος 26 (2007), σ. 33 έως 56. Για υποθέσεις ne bis in idem που, τουλάχιστον εν μέρει, προέκυψαν λόγω της δυσαρέσκειας για το γεγονός ότι οι αρχές άλλου κράτους μέλους είχαν ασκήσει νωρίτερα ποινική δίωξη βλ., παραδείγματος χάριν, τις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 2006, C-436/04, Van Esbroeck (Συλλογή 2006, σ. Ι-2333) και της 18ης Ιουλίου 2007, C-367/05, Kraaijenbrink (Συλλογή 2007, σ. Ι-6619).
( 39 ) Για μια εμπεριστατωμένη συζήτηση επ’ αυτού του ευρύτερου ζητήματος, βλ. M. Fletcher, R. Lööf και B. Gilmore, EU Criminal Law and Justice, Elgar European Law, 2008, σ. 131-138, ιδίως σ. 132‑133.
( 40 ) Όσον αφορά τα θεσμικά όργανα, βλ. απόφαση 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με τη σύσταση της Eurojust προκειμένου να ενισχυθεί η καταπολέμηση των σοβαρών μορφών εγκλήματος (ΕΕ L 63, σ. 1), και τη Σύμβαση για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (σύμβαση Europol) δυνάμει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 1995, C 316, σ. 2).
( 41 ) Απόφαση-πλαίσιο 2009/948/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την πρόληψη και τον διακανονισμό συγκρούσεων δικαιοδοσίας σε ποινικές υποθέσεις (ΕΕ L 328, σ. 42).
( 42 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 11 στο προοίμιο της απόφασης-πλαισίου.
( 43 ) Βλ. σημείο 31, παρατιθέμενο στο σημείο 12 ανωτέρω.
( 44 ) Βλ. συμπεράσματα της Προεδρίας (200/1/99) μετά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε, στις 15 και 16 Οκτωβρίου 1999, και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 12 και το σημείο 32 απόφαση Gasparini (σκέψη 30).
( 45 ) Βλ. σημεία 54 έως 56 ανωτέρω.
Full & Egal Universal Law Academy