ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PEDRO CRUZ VILLALÓN
της 29ης Απριλίου 2014 ( 1 )
Υπόθεση C‑399/12
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(προσφυγή ακυρώσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας)
«Διεθνείς οργανισμοί — Διαδικασία συνάψεως συμφωνιών — Καθορισμός των θέσεων που θα πρέπει να ληφθούν εξ ονόματος της Ένωσης σε όργανο που έχει συσταθεί βάσει διεθνούς συμφωνίας — Ψηφίσματα του Διεθνούς Οργανισμού Αμπέλου και Οίνου — Άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ — Συμφωνίες που συνάπτουν τα κράτη μέλη — Παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων — Κατ’ αναλογίαν εφαρμογή»
1.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εξελιχθεί με την πάροδο των ετών σε αξιοσέβαστο ενεργό φορέα στους διεθνείς οργανισμούς ( 2 ). Μία από τις κρίσιμες στο πλαίσιο αυτό διατάξεις των Συνθηκών είναι το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, στο οποίο περιέχεται διαδικαστική νομική βάση για τον καθορισμό των θέσεων που λαμβάνονται εξ ονόματος της Ένωσης σε όργανο που έχει συσταθεί βάσει διεθνούς συμφωνίας, όταν το εν λόγω όργανο καλείται να θεσπίσει πράξεις που παράγουν έννομα αποτελέσματα. Η εξεταζόμενη προσφυγή ακυρώσεως εγείρει το ζήτημα αν η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται σε περίπτωση κατά την οποία παρουσιάζονται οι εξής ιδιαιτερότητες: αφενός, μέλη του οργανισμού είναι ορισμένα κράτη μέλη της Ένωσης, αλλά όχι η ίδια η Ένωση, και αφετέρου, πρόκειται για οργανισμό ο οποίος κατ’ αρχήν εκδίδει «συστάσεις».
2.
Η διαφορά είχε ως αφετηρία το ζήτημα του συντονισμού μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών στον τομέα των δραστηριοτήτων του Διεθνούς Οργανισμού Αμπέλου και Οίνου (ΔΟΑΟ), μιας διακρατικής οργανώσεως με αρμοδιότητες στους τομείς της αμπέλου και του οίνου, των ποτών με βάση τον οίνο, των επιτραπέζιων σταφυλιών, της σταφίδας και άλλων αμπελοοινικών προϊόντων. Πολλά κράτη μέλη της Ένωσης είναι μέλη του οργανισμού, αλλά όχι η ίδια η Ένωση. Τη 19η Ιουνίου 2012, το Συμβούλιο, βασιζόμενο στο άρθρο 43 σε συνδυασμό με το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, ενέκρινε με ειδική πλειοψηφία για πρώτη φορά απόφαση για τον καθορισμό της θέσεως που θα πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ένωσης όσον αφορά ορισμένα ψηφίσματα του ΔΟΑΟ. Κατόπιν τούτου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η οποία είχε καταψηφίσει την απόφαση και είχε καταθέσει δήλωση στα πρακτικά με τις θέσεις της, άσκησε την εξεταζόμενη προσφυγή ακυρώσεως.
3.
Ανεξαρτήτως των περιστάσεων της υπό εξέταση υποθέσεως, τα επίμαχα νομικά ζητήματα έχουν ιδιαίτερη σημασία ως προς τις σχέσεις μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών στο τομέα της εξωτερικής δράσεως. Σε πολλούς διεθνείς οργανισμούς συμβαίνει, ενίοτε για ιστορικούς λόγους αναγόμενους στο διεθνές δίκαιο, να συμμετέχουν ως μέλη τα κράτη μέλη, αλλά όχι η ίδια η Ένωση. Τούτο συμβαίνει συχνά ακόμη και σε περιπτώσεις οργανισμών που δραστηριοποιούνται σε τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ένωσης. Για τέτοιες περιπτώσεις, το Δικαστήριο μπορεί στην υπό εξέταση υπόθεση να παράσχει διευκρινίσεις χρήσιμες για το μέλλον.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α — Το διεθνές δίκαιο
4.
Ο ΔΟΑΟ, υπό την παρούσα μορφή του, ιδρύθηκε με τη συμφωνία της 3ης Απριλίου 2001 για την ίδρυση του Διεθνούς Οργανισμού Αμπέλου και Οίνου (ΔΟΑΟ) (στο εξής: συμφωνία) ( 3 ), ως διάδοχος οργανισμός του Διεθνούς Γραφείου Αμπέλου και Οίνου που δημιουργήθηκε το 1924 ( 4 ).
5.
Ο ΔΟΑΟ έχει μεταξύ άλλων ως σκοπό «να συμβάλλει στη διεθνή εναρμόνιση των υφιστάμενων πρακτικών και προτύπων, και εάν υπάρχει ανάγκη, στην εκπόνηση νέων διεθνών προτύπων προκειμένου να βελτιωθούν οι συνθήκες παρασκευής και εμπορίας των αμπελοοινικών προϊόντων, καθώς και στη συνεκτίμηση των συμφερόντων των καταναλωτών» (άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο c, της συμφωνίας).
6.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο b, της συμφωνίας, για την εκπλήρωση των σκοπών του ο ΔΟΑΟ ασκεί, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα καθήκοντα:
«Επεξεργασία και σύνταξη συστάσεων, και παρακολούθηση της εφαρμογής τους από κοινού με τα μέλη του, ιδίως στα ακόλουθα ζητήματα:
i)
συνθήκες αμπελουργικής παραγωγής,
ii)
οινολογικές πρακτικές,
iii)
ορισμός και/ή περιγραφή των προϊόντων, επισήμανση και συνθήκες εμπορικής κυκλοφορίας τους,
iv)
μέθοδοι αναλύσεως και αξιολογήσεως αμπελοοινικών προϊόντων».
7.
Το άρθρο 8 της εν λόγω συμφωνίας ορίζει τα εξής ( 5 ):
«Υπό όρους που κατά περίπτωση καθορίζονται από τη γενική συνέλευση κατόπιν προτάσεως της εκτελεστικής επιτροπής, είναι δυνατόν διεθνείς διακρατικοί οργανισμοί να συμμετέχουν στις εργασίες του ΔΟΑΟ, να εγγράφονται μέλη του και να συμβάλλουν στη χρηματοδότησή του.»
Β — Το δίκαιο της Ένωσης
1. Το πρωτογενές δίκαιο
8.
Το άρθρο 4, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, ΣΕΕ προβλέπει τα εξής:
«Σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η Ένωση και τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τα εκ των Συνθηκών καθήκοντα βάσει αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας συνεργασίας.»
9.
Το άρθρο 218 ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:
«(1) Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του άρθρου 207, για τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη των συμφωνιών μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών ή διεθνών οργανισμών ακολουθείται η εξής διαδικασία.
[…]
(9) Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής ή του ύπατου εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, εκδίδει απόφαση για την αναστολή της εφαρμογής μιας συμφωνίας και τον καθορισμό των θέσεων που θα πρέπει να ληφθούν, εξ ονόματος της Ένωσης, σε όργανο που συνιστάται από δεδομένη συμφωνία, όταν το εν λόγω όργανο καλείται να θεσπίσει πράξεις που παράγουν έννομα αποτελέσματα, με εξαίρεση τις πράξεις που συμπληρώνουν ή τροποποιούν το θεσμικό πλαίσιο της συμφωνίας.
[…]
(11) Ένα κράτος μέλος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο να γνωμοδοτήσει εάν η σχεδιαζόμενη συμφωνία είναι συμβατή με τις Συνθήκες.
[…]»
2. Το παράγωγο δίκαιο
10.
Ο κανονισμός (ΕΚ) 479/2008 του Συμβουλίου ( 6 ), που τέθηκε σε ισχύ την 1η Αυγούστου 2008, εισήγαγε στο παράγωγο δίκαιο για πρώτη φορά ( 7 ) ευθείες παραπομπές σε ψηφίσματα του ΔΟΑΟ. Με τον κανονισμό (ΕΚ) 491/2009 του Συμβουλίου ( 8 ) ενσωματώθηκαν οι εν λόγω κανόνες κοινής οργανώσεως της αγοράς του οίνου στον κανονισμό (ΕΚ) 1234/2007 του Συμβουλίου (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) ( 9 ).
11.
Το άρθρο 120στ του ενιαίου κανονισμού ΚΟΑ προβλέπει τα εξής:
«Για την έγκριση των οινολογικών πρακτικών με τη διαδικασία του άρθρου 195, παράγραφος 4, η Επιτροπή:
α)
βασίζεται στις οινολογικές πρακτικές που συνιστά και δημοσιεύει ο Διεθνής Οργανισμός Αμπέλου και Οίνου καθώς και στα αποτελέσματα της πειραματικής χρήσης των οινολογικών πρακτικών που δεν έχουν ακόμη εγκριθεί […]»
12.
Το άρθρο 120ζ του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Οι μέθοδοι ανάλυσης που επιτρέπουν να διαπιστωθεί η σύσταση των προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα και οι κανόνες που επιτρέπουν να διαπιστωθεί κατά πόσον τα προϊόντα αυτά έχουν αποτελέσει αντικείμενο επεξεργασιών κατά παράβαση των επιτρεπόμενων οινολογικών πρακτικών είναι εκείνες που συνιστώνται και δημοσιεύονται από τον Διεθνή Οργανισμό Αμπέλου και Οίνου.
Όταν δεν υπάρχουν μέθοδοι και κανόνες συνιστώμενοι και δημοσιευμένοι από τον Διεθνή Οργανισμό Αμπέλου και Οίνου, οι αντίστοιχες μέθοδοι και κανόνες θεσπίζονται από την Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 195, παράγραφος 4.
Μέχρις ότου θεσπιστούν αυτοί οι κανόνες, οι μέθοδοι και οι κανόνες που πρέπει να χρησιμοποιούνται είναι εκείνοι που επιτρέπονται από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.»
13.
Το άρθρο 158α, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού έχει ως εξής:
«Πλην αντιθέτων διατάξεων σε συμφωνίες που συνάπτονται δυνάμει του άρθρου 300 της Συνθήκης, τα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου παράγονται σύμφωνα με οινολογικές πρακτικές τις οποίες συνιστά και δημοσιεύει ο Διεθνής Οργανισμός Αμπέλου και Οίνου (OIV) ή οι οποίες εγκρίνονται από την Κοινότητα δυνάμει του παρόντος κανονισμού και των μέτρων εφαρμογής του.»
14.
Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 606/2009 ( 10 ) ορίζει τα εξής:
«Εφόσον δεν καθορίζονται στην οδηγία 2008/479/ΕΚ της Επιτροπής, οι προδιαγραφές για την καθαρότητα και την ταυτοποίηση των χρησιμοποιούμενων στις οινολογικές πρακτικές ουσιών, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 32, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο εʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 2/2008, είναι εκείνες που καθορίζονται και δημοσιεύονται στον Διεθνή Οινολογικό Κώδικα του Διεθνούς Οργανισμού Αμπέλου και Οίνου.» ( 11 )
15.
Το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 606/2009 έχει ως εξής:
«Η Επιτροπή δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά C, τον κατάλογο και την περιγραφή των μεθόδων αναλύσεως που αναφέρονται στο άρθρο 31, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 479/2008 [νυν άρθρο 120ζ του ενιαίου κανονισμού ΚΟΑ] και περιγράφονται στη Συλλογή Διεθνών Μεθόδων Αναλύσεως Οίνου και Γλεύκους του OIV, οι οποίες εφαρμόζονται για τον έλεγχο των ορίων και των απαιτήσεων των κοινοτικών ρυθμίσεων για την παραγωγή αμπελοοινικών προϊόντων.» ( 12 )
II – Αντικείμενο της διαφοράς, διαδικασία και αιτήματα
16.
Στις 18 Ιουνίου 2012, το Συμβούλιο ενέκρινε με ειδική πλειοψηφία απόφαση για τον καθορισμό της θέσεως που θα πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά ορισμένα ψηφίσματα που εκδίδονται από τον Διεθνή Οργανισμό Αμπέλου και Οίνου (ΔΟΑΟ) ( 13 ). Η εν λόγω απόφαση είχε ως βάση της το άρθρο 43 σε συνδυασμό με το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ.
17.
Με έγγραφο της 28ης Αυγούστου 2012 η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως. Η Γερμανία υποστηρίζει ότι κακώς χρησιμοποιήθηκε το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ ως διαδικαστική νομική βάση για την εν λόγω απόφαση. Επίσης, δεν προκύπτει ότι υφίσταται άλλη διαδικαστική νομική βάση για την εν λόγω απόφαση.
18.
Στην Τσεχική Δημοκρατία, στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, στην Ουγγαρία, στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών, στη Δημοκρατία της Αυστρίας και στη Σλοβακική Δημοκρατία επετράπη να παρέμβουν υπέρ της Γερμανίας, και επετράπη επίσης στην Επιτροπή να παρέμβει υπέρ του Συμβουλίου.
19.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, υποστηριζόμενη από τους παρεμβαίνοντες, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2012,
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
20.
Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή στο σύνολό της ως αβάσιμη,
—
επικουρικώς, σε περίπτωση ακυρώσεως της αποφάσεως, να διατηρήσει την ισχύ των αποτελεσμάτων της,
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
21.
Μετά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας, διεξήχθη η επ’ ακροατηρίου συζήτηση στις 26 Νοεμβρίου 2013. Στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας επετράπη επίσης να παρέμβει υπέρ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
III – Τα επιχειρήματα των διαδίκων
22.
Η προσφυγή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στηρίζεται σε ένα μόνο λόγο ακυρώσεως: το Συμβούλιο κακώς χρησιμοποίησε το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ ως διαδικαστική νομική βάση για την προσβαλλόμενη απόφαση. Συγκεκριμένα, η Γερμανία υποστηρίζει κατά βάση ότι η εν λόγω διάταξη δεν είναι δυνατό να εφαρμοστεί στην παρούσα περίπτωση για δύο λόγους. Ειδικότερα, με βάση το γράμμα, την όλη οικονομία και την αλληλουχία εντός της οποίας εντάσσεται, το ιστορικό θεσπίσεώς της και τη λειτουργία της, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται επί συμφωνιών που συνάπτουν τα κράτη μέλη, αλλά μόνον επί διεθνών συμφωνιών που συνάπτει η ίδια η Ένωση και επίσης δεν επιδέχεται κατ’ αναλογίαν εφαρμογής. Ο συντονισμός της στάσεως των κρατών μελών στο πλαίσιο των οργάνων διεθνών οργανισμών τα οποία έχουν συσταθεί βάσει διεθνών συμφωνιών που έχουν συνάψει τα κράτη μέλη, επιτυγχάνεται με βάση την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ ( 14 ). Δεύτερον, το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ προϋποθέτει την ύπαρξη «πράξεως που παράγει έννομα αποτελέσματα», πράγμα το οποίο, κατά την άποψη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σημαίνει ότι η κρίσιμη πράξη πρέπει να είναι δεσμευτική από απόψεως διεθνούς δικαίου. Τούτο δεν συμβαίνει στην περίπτωση των ψηφισμάτων του ΔΟΑΟ. Επιπροσθέτως, η Γερμανία επισημαίνει ότι τυχόν εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως δεν συνάδει με τον τεχνικό χαρακτήρα του ΔΟΑΟ και επιπλέον συνεπάγεται λιγότερο αποτελεσματική προάσπιση των συμφερόντων της Ένωσης.
23.
Αντιθέτως, το Συμβούλιο φρονεί ότι το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ είναι δυνατόν να εφαρμοστεί. Υποστηρίζει κατά βάση ότι, σε ζητήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ένωσης, η διάταξη αυτή επιτρέπει τον καθορισμό της θέσεως που θα πρέπει να ληφθεί σε διεθνείς οργανισμούς στους οποίους συμμετέχουν ως μέλη μόνο τα κράτη μέλη, αλλά όχι η Ένωση. Όσον αφορά τα ψηφίσματα του ΔΟΑΟ τα οποία αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση, το Συμβούλιο, σε αντίθεση με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεωρεί δεδομένη την αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης. Όσον αφορά την «παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων» από τις εν λόγω πράξεις, το Συμβούλιο —επισημαίνοντας ότι τα ψηφίσματα αυτά, μολονότι αποτελούν συστάσεις, εντούτοις παράγουν ορισμένα αποτελέσματα από απόψεως διεθνούς δικαίου— υποστηρίζει ιδίως ότι η ενσωμάτωση των ψηφισμάτων στο δίκαιο της Ένωσης με τα άρθρα 158α, παράγραφος 2, 120στ, στοιχείο αʹ, και 120ζ του ενιαίου κανονισμού ΚΟΑ εγγυάται αρκούντως την παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων.
24.
Η Τσεχική Δημοκρατία συντάσσεται κατά βάση με την επιχειρηματολογία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας και τη συμπληρώνει ως προς την ερμηνεία του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ. Επίσης και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου πρεσβεύει την ίδια άποψη και επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι στην υπό κρίση περίπτωση υφίσταται συντρέχουσα, και όχι αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης. Το ίδιο υπογραμμίζουν και οι Κάτω Χώρες, οι οποίες επιπλέον υποστηρίζουν ότι το άρθρο 218, παράγραφος 9, δεν μπορεί να αποτελέσει νομική βάση, ιδίως διότι, κατά το χρονικό σημείο της εγκρίσεως της αποφάσεως δεν είχε καθοριστεί ποια ψηφίσματα θα ετίθεντο σε ψηφοφορία. Επιπλέον, στην απόφαση δεν εκτίθεται ο λόγος για τον οποίο κρίθηκε αναγκαία η έκδοσή της, δεδομένου ότι ούτε η Ένωση ούτε το σύνολο των κρατών μελών της είναι μέλη του ΔΟΑΟ, και μολονότι η συνεργασία των κρατών μελών στον εν λόγω τομέα εντός του ΔΟΑΟ και του προγενέστερου οργανισμού υφίσταται εδώ και 40 έτη ( 15 ). Επίσης, οι Κάτω Χώρες φρονούν ότι με τις ενέργειες του Συμβουλίου διακυβεύεται η σύμπνοια εντός του ΔΟΑΟ και, κατά συνέπεια, διακυβεύονται και τα συμφέροντα της Ένωσης. Η Ουγγαρία συμπληρώνει την επιχειρηματολογία της Γερμανίας και επισημαίνει επιπλέον ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, εξ όσων έχει γίνει γνωστό, δεν τέθηκε υπόψη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, γεγονός που συνεπάγεται παράβαση της προβλεπόμενης με το άρθρο 218, παράγραφος 10, ΣΛΕΕ διαδικασίας, την οποία οφείλει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως. Ομοίως και η Αυστρία συντάσσεται κατά βάση με όσα υποστήριξε η Γερμανία. Η Σλοβακική Δημοκρατία τάσσεται υπέρ της επιχειρηματολογίας της Γερμανίας και επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι, ακόμη και στο πεδίο της αποκλειστικής εξωτερικής αρμοδιότητας της Ένωσης, το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, δύναται να εφαρμοσθεί μόνον όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που αυτό ορίζει. Το Ηνωμένο Βασίλειο επισημαίνει ότι, όσον αφορά το ζήτημα της ικανότητας παραγωγής έννομων αποτελεσμάτων, δεν είναι κρίσιμη η νομολογία σχετικά με τις έννομες συνέπειες του δικαίου της Ένωσης, αλλά, αντιθέτως, αυτό που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ότι το άρθρο 218 ΣΛΕΕ ρυθμίζει τη σύναψη συμφωνιών που έχουν δεσμευτική ισχύ για την Ένωση από απόψεως διεθνούς δικαίου.
25.
Η Επιτροπή συντάσσεται με την άποψη του Συμβουλίου. Επισημαίνει επιπροσθέτως τη θεμελιώδη σημασία της εξεταζόμενης υποθέσεως: η Ένωση δεν εκπροσωπείται σε αρκετούς διεθνείς οργανισμούς, μολονότι αυτοί δραστηριοποιούνται σε τομείς που τουλάχιστον εν μέρει εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ένωσης. Από τη νομολογία προκύπτει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις η εξωτερική εκπροσώπηση της Ένωσης στο πεδίο αρμοδιότητάς της ασκείται μέσω των κρατών μελών προς το συμφέρον της Ένωσης. Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της, η Επιτροπή επικαλείται ιδίως τις αρμοδιότητες της Ένωσης ( 16 ). Στην υπό κρίση περίπτωση, η Ένωση έχει αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα. Συνεπώς, από νομικής απόψεως τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται, στο πλαίσιο διεθνούς οργανισμού, να λαμβάνουν αποφάσεις που θα μπορούσαν να τροποποιήσουν το δίκαιο της Ένωσης. Τέτοιου είδους τροποποίηση συντελέστηκε όμως με τα ψηφίσματα του ΔΟΑΟ. Επομένως, τα ψηφίσματα αυτά ήταν δυνατό να εγκριθούν μόνον κατόπιν καθορισμού κοινής θέσεως της Ένωσης βάσει του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, με την οποία θα παρεχόταν στα κράτη μέλη επίσης η εξουσία να εκπροσωπήσουν την Ένωση σε τομέα της αποκλειστικής εξωτερικής αρμοδιότητάς της. Μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο διαφυλάσσονται επίσης τα συμφέροντα των κρατών μελών που δεν εκπροσωπούνται στον ΔΟΑΟ. Πράγματι και τα κράτη αυτά υφίστανται τις συνέπειες των ψηφισμάτων του ΔΟΑΟ, δεδομένου ότι τα ψηφίσματα τροποποιούν το δεσμευτικό για τα κράτη μέλη της Ένωσης ενωσιακό κεκτημένο. Ως προς τη συστηματική ερμηνεία του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, η Επιτροπή επισημαίνει ότι θα πρέπει να ληφθεί επίσης υπόψη ότι το άρθρο 218, παράγραφος 11, ΣΛΕΕ δεν έχει ως αντικείμενο μόνο διεθνείς συμφωνίες της ίδιας της Ένωσης. Επιπλέον, η Επιτροπή συμπληρώνει ότι ως προς πράξεις που δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα απαιτείται να πραγματοποιείται ανεπίσημος συντονισμός εντός του Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 16 ΣΛΕΕ.
IV – Νομική εκτίμηση
26.
Αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς αποτελεί κατά βάση ( 17 ) το ζήτημα κατά πόσον είναι εφαρμοστέο το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ ως διαδικαστική νομική βάση της αποφάσεως του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2012, για τον καθορισμό της θέσεως που θα πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ένωσης όσον αφορά ορισμένα ψηφίσματα που θα τεθούν σε ψηφοφορία στο πλαίσιο του ΔΟΑΟ.
27.
Αντικείμενο της διαφοράς δεν αποτελούν τα ψηφίσματα του ΔΟΑΟ. Υπέρ αυτών τάχθηκε το σύνολο των διαδίκων και παρεμβαινόντων, ενώ και στον ΔΟΑΟ υπερψηφίστηκαν από την προσφεύγουσα και από τους υπέρ αυτής παρεμβαίνοντες.
Α — Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
28.
Προτού εξετάσω το ζήτημα της ερμηνείας του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, κρίνω σκόπιμο να εκθέσω το ιστορικό της διαφοράς και το —ουσιώδους σημασίας για την κατανόηση του εν λόγω κανόνα— ιστορικό της θεσπίσεώς του. Στο πλαίσιο αυτό θα εξετάσω εν κατακλείδι το ζήτημα κατά πόσον η υπόθεση CITES ( 18 ) είναι κρίσιμη για την υπό κρίση διαφορά.
1. Το ιστορικό της διαφοράς
29.
Όπως προεκτέθηκε, ο ΔΟΑΟ αποτελεί διεθνή οργανισμό που μεταξύ άλλων εκδίδει συστάσεις στον αμπελοοινικό τομέα, όπως επί παραδείγματι σχετικά με οινολογικές πρακτικές ( 19 ). Οι εν λόγω συστάσεις εγκρίνονται κατά κανόνα στην ετήσια γενική συνέλευση με τη διαδικασία της συναινέσεως (consensus) ( 20 ).
30.
Το 2012, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και 19 ακόμη κράτη μέλη της Ένωσης ήταν μέλη του ΔΟΑΟ ( 21 ). Η ίδια η Ένωση, μολονότι επιτρέπεται βάσει του άρθρου 8 της ιδρυτικής συμφωνίας να μετάσχει στον οργανισμό, δεν έχει γίνει ακόμα μέλος του ούτε έχει αποκτήσει ιδιότητα παρατηρητή ή οποιαδήποτε άλλη ειδική νομική ιδιότητα ( 22 ). Πάντως, η Επιτροπή επιτρέπεται να παρευρίσκεται και να συμμετέχει στις εργασίες των ομάδων εμπειρογνωμόνων και των επιτροπών του ΔΟΑΟ ( 23 ).
31.
Μέχρι τον Ιούνιο του 2010 ο συντονισμός της στάσεως των κρατών μελών της Ένωσης στο πλαίσιο του ΔΟΑΟ γινόταν με τη συμμετοχή της Επιτροπής, κατ’ επίκληση του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, εντός της ομάδας εργασίας «Οίνος και αλκοόλ» του Συμβουλίου, όπου η Επιτροπή δεν πρότεινε κοινή θέση, αλλά τα κράτη μέλη και η Επιτροπή εξέθεταν τις απόψεις τους και η προεδρεία επιχειρούσε να διαμορφώσει μια κοινή θέση.
32.
Όπως εξέθεσε η Γερμανία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τα ψηφίσματα του ΔΟΑΟ και του προγενέστερου οργανισμού, εξειδικευμένων διεθνών οργανισμών με υψηλή επιστημονικοτεχνική κατάρτιση, αποτελούσαν από το 1971 σημείο αναφοράς για τις ευρωπαϊκές νομικές πράξεις.
33.
Εντούτοις, όπως προεκτέθηκε, με τον κανονισμό 479/2008, η Ένωση εισήγαγε στον τομέα της κοινής οργανώσεως της αγοράς του οίνου για πρώτη φορά ευθείες παραπομπές σε ψηφίσματα του ΔΟΑΟ ( 24 ).
34.
Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα, τον Σεπτέμβριο του 2008, η Επιτροπή πρότεινε στο Συμβούλιο —επικαλούμενη ρητώς τις παραπομπές του ως άνω κανονισμού στις συστάσεις του ΔΟΑΟ— να εξουσιοδοτήσει την Επιτροπή να διαπραγματευθεί την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στον ΔΟΑΟ ( 25 ). Εντούτοις, το Συμβούλιο δεν παρέσχε την εξουσιοδότηση αυτή, διότι δεν συγκεντρώθηκε η απαιτούμενη για τον σκοπό αυτό πλειοψηφία ( 26 ).
35.
Στις 16 Μαΐου 2011, ενόψει της ένατης γενικής συνελεύσεως του ΔΟΑΟ, η Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο για πρώτη φορά πρόταση αποφάσεως του Συμβουλίου για τον καθορισμό της θέσεως που θα έπρεπε να ληφθεί εξ ονόματος της Ένωσης όσον αφορά ορισμένα ψηφίσματα του ΔΟΑΟ. Από διαδικαστικής απόψεως, η Επιτροπή στηρίχθηκε εν προκειμένω στο άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, ήτοι στη διάταξη την οποία επικαλέσθηκε το Συμβούλιο στην προσβαλλόμενη στην υπό κρίση υπόθεση απόφασή του. Εντούτοις, η πρόταση της Επιτροπής δεν εγκρίθηκε. Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή υποστήριξε ότι τα κράτη μέλη, ελλείψει αποφάσεως του Συμβουλίου, δεν θα ήταν επιτρεπτό να υιοθετήσουν θέση στον ΔΟΑΟ που θα μπορούσε να έχει συνέπειες για το ενωσιακό κεκτημένο, και απαρίθμησε ενδεικτικώς 14 σχέδια ψηφισμάτων των οποίων η υιοθέτηση, κατά την άποψη της Επιτροπής, θα έθιγε το εν λόγω κεκτημένο. Παρ’ όλα αυτά, στη γενική συνέλευση του ΔΟΑΟ της 24ης Ιουνίου 2011, τα εκπροσωπούμενα στον ΔΟΑΟ κράτη μέλη, κατόπιν προηγούμενης συνεννοήσεως μεταξύ τους, ενέκριναν βάσει συναινέσεως πολλά ψηφίσματα, μεταξύ των οποίων και κάποια από εκείνα που η Επιτροπή θεωρούσε ότι είχαν συνέπειες για το ενωσιακό κεκτημένο. Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά των εν λόγω κρατών μελών, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ( 27 ).
36.
Στις 27 Απριλίου 2012 η Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο πρόταση αποφάσεως του Συμβουλίου για τον καθορισμό της θέσεως που θα έπρεπε να ληφθεί εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά ψηφίσματα του ΔΟΑΟ που επρόκειτο να εγκριθούν στο πλαίσιο της δέκατης γενικής συνελεύσεως του ΔΟΑΟ την 22α Ιουνίου 2012 ( 28 ). Υπό την πίεση της διαδικασίας λόγω παραβάσεως ( 29 ), η πρόταση εγκρίθηκε τροποποιημένη την 11η Ιουνίου 2012 από την Ειδική Επιτροπή Γεωργίας και την 18η Ιουνίου 2012 από το Συμβούλιο (Γεωργία και Αλιεία) ( 30 ), βάσει του άρθρου 43 σε συνδυασμό με το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, με ειδική πλειοψηφία, ενώ μειοψήφησαν η Γερμανία, η Τσεχική Δημοκρατία, η Αυστρία και η Σλοβακία και επιφυλάχθηκε το Λουξεμβούργο. Η Γερμανία, η Ελλάδα, οι Κάτω Χώρες (με τη δήλωση των οποίων συντάχθηκαν η Ουγγαρία και η Φινλανδία), η Ρουμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο κατέθεσαν δηλώσεις στα πρακτικά με τις οποίες αμφισβητούσαν την καταλληλότητα του άρθρου 218, παράγραφος 9, ως νομικής βάσεως ( 31 ).
37.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2012, καθορίζεται η κοινή θέση της Ένωσης επί 27 σχεδίων ψηφισμάτων, που απαριθμούνται σε παράρτημα, σχετικά με μεθόδους αναλύσεως για τον προσδιορισμό των συστατικών των προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα, με κριτήρια καθαρότητας και ταυτοποιήσεως για τις χρησιμοποιούμενες ουσίες στις οινολογικές πρακτικές και με οινολογικές πρακτικές. Τα εν λόγω ψηφίσματα εμπίπτουν, κατά την άποψη του Συμβουλίου, στην αρμοδιότητα της Ένωσης και παράγουν έννομα αποτελέσματα ( 32 ). Τα κράτη μέλη που συμμετέχουν ως μέλη στον ΔΟΑΟ οφείλουν να υποστηρίξουν την κοινή θέση στη γενική συνέλευση του οργανισμού. Στο πλαίσιο αυτό, τα οικεία κράτη μέλη δύνανται να αποδεχθούν άνευ αποφάσεως του Συμβουλίου, ιδίως κατόπιν επί τόπου συνεννοήσεως, μόνον τις τροποποιήσεις των ψηφισμάτων που δεν είναι ουσιαστικής φύσεως. Σε περίπτωση ωστόσο που προκύψουν νέα επιστημονικά ή τεχνικά δεδομένα δυνάμενα να επηρεάσουν την κοινή θέση, τα εν λόγω κράτη μέλη οφείλουν να ζητήσουν την αναβολή της ψηφοφορίας στη γενική συνέλευση μέχρι να καθοριστεί η θέση της Ένωσης επί τη βάσει των νέων στοιχείων.
38.
Τα ψηφίσματα εγκρίθηκαν, πλην ενός ( 33 ), στο σύνολό τους από τη γενική συνέλευση του ΔΟΑΟ της 22ας Ιουνίου 2012 στη Σμύρνη. Σε συνεδριάσεις που πραγματοποιήθηκαν προηγουμένως στη Σμύρνη για τον συντονισμό της θέσεως της Ένωσης, οι τροποποιήσεις επί των σχεδίων ψηφισμάτων αξιολογήθηκαν ως μη «ουσιαστικής φύσεως». Με το τεχνικό περιεχόμενο των ψηφισμάτων ήταν σύμφωνη και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας η οποία και τα υπερψήφισε.
2. Το ιστορικό της θεσπίσεως του κρίσιμου κανόνα δικαίου
39.
Η διερεύνηση του ιστορικού της θεσπίσεως της διατάξεως για τον καθορισμό της θέσεως που θα πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ένωσης σε όργανο που έχει συσταθεί με διεθνή συμφωνία δικαιολογείται και μόνο λόγω της συστηματικής θέσεως του κανόνα ως παράγραφος 9 του άρθρου 218 ΣΛΕΕ. Συγκεκριμένα, μπορεί να εκπλήσσει το γεγονός ότι η διάταξη για τον καθορισμό της θέσεως που θα πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ένωσης σε όργανο που έχει συσταθεί με διεθνή συμφωνία περιλαμβάνεται στο άρθρο που ρυθμίζει τις διαδικαστικές προϋποθέσεις διαπραγματεύσεως και συνάψεως συμφωνιών μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών ή διεθνών οργανισμών. Προκειμένου να γίνει κατανοητή η διάταξη, της οποίας η έκταση εφαρμογής αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαφοράς, φρονώ ότι είναι αναγκαίο να εξεταστεί η προέλευσή της καθώς και οι προγενέστερες αυτής διατάξεις.
α) Η Συνθήκη ΕΟΚ
40.
Η Συνθήκη ΕΟΚ δεν περιείχε διάταξη αντίστοιχη προς αυτή του σημερινού άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ. Ωστόσο, το άρθρο 116 της Συνθήκης ΕΟΚ όριζε τα εξής: «Από του τέλους της μεταβατικής περιόδου τα κράτη μέλη ενεργούν μόνο από κοινού στους διεθνείς οργανισμούς οικονομικού χαρακτήρος επί όλων των ζητημάτων που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κοινή αγορά. Για τον σκοπό αυτό υποβάλλει η Επιτροπή στο Συμβούλιο προτάσεις για την έκταση και τον τρόπο εκπληρώσεως της από κοινού ενέργειας· το Συμβούλιο αποφαίνεται επί των ανωτέρω με ειδική πλειοψηφία […]».
41.
Κατά το Δικαστήριο, η εν λόγω διάταξη τέθηκε ως βάση «προκειμένου να αναληφθεί κοινή ενέργεια των κρατών μελών στους διεθνείς οργανισμούς στους οποίους δεν συμμετέχει η Κοινότητα» ( 34 ). Ο κανόνας αυτός υπήρξε τότε απαραίτητος, μεταξύ άλλων διότι καταρχήν η προσχώρηση σε διεθνείς οργανισμούς επιτρεπόταν μόνο σε κράτη ( 35 ), πράγμα το οποίο μπορούσε να προκαλέσει προβλήματα ειδικά στο κεντρικό πεδίο αρμοδιοτήτων της Ένωσης, ήτοι την εμπορική πολιτική. Η εν λόγω διάταξη εφαρμόστηκε στην πράξη και εκτός του πεδίου της κοινής εμπορικής πολιτικής ( 36 ). Επιπλέον, το Δικαστήριο φάνηκε να εμμένει στη συστηματική εφαρμογή του εν λόγω κανόνα ( 37 ). Αντιθέτως, τα κράτη μέλη εκλάμβαναν τη διάταξη αυτή ως απειλή για τις αρμοδιότητές τους ( 38 ).
β) Η Συνθήκη του Μάαστριχτ
42.
Η Συνθήκη του Μάαστριχτ απάλειψε την εν λόγω διάταξη από το κείμενο της Συνθήκης χωρίς να την αντικαταστήσει —στον τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας παρέμεινε μόνο το καθήκον συντονισμού της δράσεως στο πλαίσιο διεθνών οργανισμών και υποστηρίξεως των κοινών θέσεων ( 39 ). Η εξέλιξη αυτή πρέπει να αποδοθεί στο γεγονός ότι, κατά την άποψη των κρατών μελών, θιγόταν ολοένα και περισσότερο η εθνική τους κυριαρχία ( 40 ). Οι Συνθήκες δεν περιείχαν πλέον διάταξη με την οποία να ρυθμίζεται ρητώς ο συντονισμός των ενεργειών των κρατών μελών και της Κοινότητας στο πλαίσιο διεθνών οργανισμών.
43.
Εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη της αυξανόμενης σημασίας των διεθνών οργανισμών σε πολλούς τομείς, καθώς και των ευρειών αρμοδιοτήτων της Κοινότητας, η Κοινότητα όφειλε να συνεχίσει να είναι ενεργή στο πλαίσιο των διεθνών οργανισμών, με αποτέλεσμα να ανακύπτει ζήτημα ως προς την αρμόζουσα νομική βάση, το οποίο πάντως στην πράξη ετίθετο κατά κανόνα μόνον όταν δεν υπήρχε σύμπτωση απόψεων μεταξύ των οργάνων της Ένωσης και των κρατών μελών.
44.
Συναφώς, για τη διαπραγμάτευση δεσμευτικών από απόψεως διεθνούς δικαίου αποφάσεων, ήταν δυνατή η εφαρμογή των διατάξεων που αφορούσαν τη σύναψη συμφωνιών. Με τη γνωμοδότηση 1/78, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι κατά τις διεξαγόμενες στο πλαίσιο διεθνούς οργανισμού διαπραγματεύσεις που προορίζονται να καταλήξουν σε «δέσμευση την οποία αναλαμβάνουν υποκείμενα του διεθνούς δικαίου και η οποία έχει υποχρεωτική ισχύ» εφαρμόζονται οι διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν τις διαπραγματεύσεις και τη σύναψη συμφωνιών και όχι το άρθρο 116 ( 41 ). Επίσης, στη γνωμοδότηση 2/92 το Δικαστήριο εξέτασε την προσχώρηση της Κοινότητας στην —επίσης εμπίπτουσα στο πεδίο αρμοδιοτήτων της— τρίτη αναθεωρημένη απόφαση του Συμβουλίου του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως (ΟΟΣΑ) περί εθνικής μεταχειρίσεως ( 42 ). Η Κοινότητα δεν ήταν μέλος του ΟΟΣΑ. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η (νομικά δεσμευτική) απόφαση έπρεπε να εξομοιωθεί με συμφωνία μεταξύ της Κοινότητας και τρίτων κρατών. Συγκεκριμένα, ως «συμφωνία» κατά την έννοια του άρθρου 228 ΕΚ νοούνταν «κάθε δέσμευση που αναλαμβάνεται από υποκείμενα του διεθνούς δικαίου και που έχει υποχρεωτική ισχύ» ( 43 ). Συνεπώς, με την άποψη αυτή γίνεται ουσιαστικά δεκτό ότι η κατάρτιση αποφάσεων διεθνών οργανισμών εξομοιώνεται με τη σύναψη συμφωνιών ( 44 ).
45.
Πράγματι διαπιστώθηκε εν συνεχεία ότι η έλλειψη ρητής νομικής βάσεως για το συντονισμό των ενεργειών στο πλαίσιο διεθνών οργανισμών κατά την κατάρτιση νομικά δεσμευτικών αποφάσεων των οργανισμών αυτών καλύφθηκε με την εφαρμογή ιδίως των άρθρων 113 ΕΚ (κοινή εμπορική πολιτική) και 228 ΕΚ (σύναψη διεθνών συμφωνιών) ( 45 ).
γ) Η Συνθήκη του Άμστερνταμ
46.
Εντούτοις, το ως άνω νομικό πλαίσιο δεν ανταποκρινόταν στις ανάγκες της Ένωσης ως προς τις εξωτερικές της σχέσεις. Προβλήματα προέκυπταν ιδίως στο πλαίσιο μικτών συμφωνιών ( 46 ). Για τον λόγο αυτό συμφωνήθηκε στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη της Συνθήκης του Άμστερνταμ ότι, παρά την υφιστάμενη κατανομή αρμοδιοτήτων η Κοινότητα, θα πρέπει να εκφράζεται με ενιαίο τρόπο. Τούτο ίσχυε ιδίως λόγω της αυξήσεως των μικτών οργάνων των οποίων οι αποφάσεις συνεπάγονταν έννομα αποτελέσματα ( 47 ). Για την επίλυση του εν λόγω προβλήματος προτάθηκε η συμπλήρωση του άρθρου 228, παράγραφος 2, της ΕΚ, ήτοι της διατάξεως περί συνάψεως συμφωνιών ( 48 ).
47.
Οι διαπραγματεύσεις είχαν ως αποτέλεσμα τη θέσπιση του (κατόπιν αναριθμήσεως του πρώην άρθρου 228 ΕΚ) άρθρου 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, το οποίο όριζε τα εξής: «Κατά παρέκκλιση από τους κανόνες της παραγράφου 3, η ίδια διαδικασία εφαρμόζεται και για απόφαση περί αναστολής της εφαρμογής συμφωνίας, καθώς και για τον καθορισμό των θέσεων που θα υιοθετηθούν εξ ονόματος της Κοινότητας σε όργανο που έχει συσταθεί με συμφωνία βασιζόμενη στο άρθρο 310, όταν το εν λόγω όργανο καλείται να λάβει αποφάσεις που παράγουν έννομα αποτελέσματα, με εξαίρεση τις αποφάσεις που συμπληρώνουν ή τροποποιούν το θεσμικό πλαίσιο της συμφωνίας».
48.
Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η όλη οικονομία της εν λόγω διατάξεως: το άρθρο 300, παράγραφοι 1 έως 5, ΕΚ ρύθμιζε τη διαδικασία συνάψεως διεθνών συμφωνιών. Στο πλαίσιο αυτό γίνεται διάκριση μεταξύ, αφενός, του σταδίου διαπραγματεύσεως της συμφωνίας (άρθρο 300, παράγραφος 1, ΕΚ) και, αφετέρου, της υπογραφής, η οποία ενδέχεται να συνοδεύεται από απόφαση περί προσωρινής εφαρμογής της συμφωνίας πριν την έναρξη ισχύος της, και της συνάψεώς της (άρθρο 300, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΕΚ). Η συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη διαδικασία συνάψεως των συμφωνιών ρυθμίζεται μετά τις ανωτέρω διατάξεις, και πιο συγκεκριμένα στην παράγραφο 3.
49.
Το άρθρο 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ παρεμβάλλεται μεταξύ των ως άνω διατάξεων περί συνάψεως συμφωνιών και ορίζει ότι «κατά παρέκκλιση από τους κανόνες της παραγράφου 3, η ίδια διαδικασία» εφαρμόζεται και κατά την αναστολή της εφαρμογής συμφωνίας, καθώς και κατά τον καθορισμό θέσεων στο πλαίσιο οργάνων που έχουν συσταθεί βάσει του άρθρου 310 ΕΚ. Επομένως, η διαδικασία συνάψεως συμφωνιών (ήτοι το άρθρο 300, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΕΚ) εφαρμόζεται επίσης —με μια διαφοροποίηση ως προς τον τρόπο συμμετοχής του Κοινοβουλίου— και ως προς την κατάρτιση αποφάσεων στο πλαίσιο οργάνων που έχουν συσταθεί βάσει του άρθρου 310 ΕΚ, ήτοι βάσει συμφωνιών συνδέσεως. Αντί της προβλεπόμενης στο άρθρο 300, παράγραφος 3, ΕΚ συμμετοχής του Κοινοβουλίου, προβλέπεται εν προκειμένω απλώς άμεση και εμπεριστατωμένη ενημέρωσή του κατά το άρθρο 300, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ. Ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής της διατάξεως στις αποφάσεις των Συμβουλίων Συνδέσεως μπορεί να εξηγηθεί από την ιδιαίτερη θέση που έχουν οι αποφάσεις αυτές στην έννομη τάξη της Ένωσης, καθόσον αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της εν λόγω τάξεως ( 49 ).
50.
Επομένως, η διάταξη αυτή είχε ως σκοπό όχι μόνο να καταστήσει σαφές ότι εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις περί συνάψεως συμφωνιών αλλά επίσης να απλοποιήσει τη διαδικασία ( 50 ) μέσω της θεσπίσεως lex specialis σε σχέση με την κανονική διαδικασία, για τον καθορισμό των θέσεων που θα υιοθετηθούν στα Συμβούλια Συνδέσεως, ήτοι σε όργανα που συνιστώνται από διεθνείς συμφωνίες στις οποίες η Ένωση είναι εξ ορισμού (άρθρο 310 ΕΚ) συμβαλλόμενο μέρος.
δ) Η Συνθήκη της Νίκαιας
51.
Η Συνθήκη της Νίκαιας διατήρησε τη διατύπωση της ως άνω διατάξεως, χωρίς όμως να προβλέπει ότι η εφαρμογή της περιορίζεται μόνο σε όργανα που έχουν συσταθεί βάσει συμφωνιών κατά το άρθρο 310 ΕΚ. Το γράμμα του κρίσιμου εν προκειμένω τμήματος του άρθρου 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ όριζε πλέον γενικά: «που θα υιοθετηθούν εξ ονόματος της Κοινότητας σε όργανο που συνιστάται από συμφωνία». Κατόπιν τούτου, το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής έπαψε να περιορίζεται σε μια ειδική ή μοναδική κατηγορία διεθνών συμφωνιών με τις οποίες έχει συσταθεί ένα όργανο ( 51 ).
ε) Η Συνθήκη της Λισσαβώνας
52.
Με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας θεσπίστηκαν στο άρθρο 218 ΣΛΕΕ οι κανόνες για τη διαδικασία συνάψεως συμφωνιών —καθώς και για τον καθορισμό κοινής θέσεως. Στο πλαίσιο αυτό έγιναν ορισμένες αλλαγές στη διατύπωση. Ειδικότερα, παραλείφθηκε η φράση «ίδια διαδικασία», όπως και η εισαγωγική αναφορά περί παρεκκλίσεως από την παράγραφο 3. Τα ανωτέρω αντικαταστάθηκαν από περιγραφή της διαδικασίας. Κατά τα λοιπά, με την εν λόγω τροποποίηση της Συνθήκης δεν έγιναν ουσιώδεις αλλαγές από απόψεως περιεχομένου. Ειδικότερα, με τις αλλαγές στη διατύπωση δεν μεταβλήθηκε ιδίως ο χαρακτήρας της διατάξεως ως lex specialis, όπως προκύπτει ιδίως από το ότι αυτή συνέχισε να αποτελεί τμήμα της γενικότερης ρυθμίσεως της διαδικασίας συνάψεως συμφωνιών (άρθρο 218 ΣΛΕΕ).
3. Η υπόθεση CITES
53.
Απομένει να εξετασθεί το ζήτημα κατά πόσον η υπόθεση CITES, την οποία κατ’ επανάληψη επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, είναι ουσιώδους σημασίας για την παρούσα διαδικασία και ιδίως κατά πόσον το Δικαστήριο διατύπωσε στο πλαίσιο της εν λόγω διαφοράς —έστω και έμμεσα— κρίση επί των επίμαχων στην εξεταζόμενη υπόθεση ζητημάτων.
54.
Η υπόθεση CITES επίσης είχε ως αντικείμενο τον καθορισμό κοινής θέσεως των κρατών μελών της Ένωσης στο πλαίσιο διεθνούς συμφωνίας (ήτοι κατά τη 14η συνδιάσκεψη των συμβαλλόμενων μερών στη συμφωνία CITES), στην οποία η Ένωση δεν είχε προσχωρήσει. Όπως και στην υπό κρίση περίπτωση, το Συμβούλιο ενέκρινε απόφαση για τον καθορισμό της κοινής θέσεως που θα έπρεπε να ληφθεί κατά τη συνδιάσκεψη. Μολονότι το Συμβούλιο, όπως το ίδιο γνωστοποίησε, ενέκρινε την απόφαση κατά τη διαδικασία του άρθρου 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, ήτοι της προγενέστερης διατάξεως του σημερινού άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, η απόφαση δεν προσδιόριζε στην πραγματικότητα κάποια νομική βάση. Η επιλογή της εφαρμοστέας νομικής βάσεως είχε προηγουμένως αποτελέσει αντικείμενο διαφωνίας εντός του Συμβουλίου. Η Επιτροπή άσκησε προσφυγή ακυρώσεως με το επιχείρημα ότι, ελλείψει προσδιορισμού νομικής βάσεως, η απόφαση παραβίαζε την υποχρέωση αιτιολογήσεως ( 52 ).
55.
Η ως άνω υπόθεση είναι κρίσιμη για την υπό κρίση διαφορά για δύο λόγους. Πρώτον, το Δικαστήριο, αποδεχόμενο την άποψη της Επιτροπής, έκρινε ότι η απόφαση με την οποία καθορίζεται ποια είναι η θέση της Ένωσης σε τομέα υπαγόμενο στην αρμοδιότητά της, που θα πρέπει να ληφθεί από τα —από κοινού ενεργούντα προς το συμφέρον της Ένωσης— κράτη μέλη σε συνδιάσκεψη συμβαλλόμενων μερών σε διεθνή σύμβαση μη επικυρωθείσα από την Ένωση, πρέπει να προσδιορίζει τη νομική βάση της ( 53 ).
56.
Από την άποψη αυτή, η υπό εξέταση υπόθεση αποτελεί λογική συνέχεια της υποθέσεως CITES. Στην υπό κρίση περίπτωση το Συμβούλιο προσδιόρισε, όπως υποχρεούταν, συγκεκριμένη νομική βάση. Ωστόσο, η προσφεύγουσα και οι παρεμβαίνοντες υπέρ αυτής θεωρούν τη νομική αυτή βάση εσφαλμένη.
57.
Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο η υπόθεση CITES έχει ιδιαίτερη σημασία για την υπό κρίση περίπτωση είναι ότι μνεία της νομικής βάσεως, της οποίας η δυνατότητα εφαρμογής αμφισβητείται στην υπό εξέταση διαφορά, έγινε και στο πλαίσιο της υποθέσεως CITES. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της σχετικής εκτιμήσεως, επιβεβαίωσε τουλάχιστον εμμέσως ότι η εν λόγω νομική βάση είναι εφαρμοστέα σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση.
58.
Φρονώ ότι δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από την ως άνω απόφαση. Μολονότι το Δικαστήριο επισήμανε ότι «το Συμβούλιο εξέδωσε μια απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ» ( 54 ), εντούτοις η διαπίστωση αυτή αποτελούσε απλώς περιγραφή του ιστορικού της οικείας διαφοράς ( 55 ). Σε κανένα σημείο δεν διαπιστώνει το Δικαστήριο ότι η εν λόγω διάταξη αποτελεί πράγματι κατάλληλη νομική βάση για τον καθορισμό θέσεων σε διεθνή όργανα στα οποία η Ένωση δεν συμμετέχει ως μέλος.
59.
Οι προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott επίσης δεν περιλαμβάνουν τέτοια διαπίστωση. Αντιθέτως η γενική εισαγγελέας εκτιμά ότι, ελλείψει ρητού προσδιορισμού. η νομική βάση της αποφάσεως δεν μπορεί να συναχθεί με σαφήνεια από τη νομική πράξη, μεταξύ άλλων διότι δεν είναι σαφές κατά πόσον το άρθρο 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ είναι εφαρμοστέο επί διεθνών συμφωνιών στις οποίες η Κοινότητα δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος. Μολονότι από τη συστηματική ερμηνεία προκύπτει η εν λόγω διάταξη δεν είναι εφαρμοστέα, εντούτοις υπέρ της εφαρμογής της συνηγορεί η τελολογική ερμηνεία ( 56 ). Δεδομένου όμως ότι δεν χρειαζόταν να λάβει συγκεκριμένη θέση σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής της ως άνω διατάξεως, η γενική εισαγγελέας δεν έλαβε θέση.
60.
Συνεπώς, στην υπόθεση CITES το Δικαστήριο δεν διατύπωσε —ούτε καν έμμεση— κρίση επί των επίμαχων στην υπό κρίση περίπτωση ζητημάτων. Η σχετική συζήτηση παραμένει ανοικτή.
Β — Ανάλυση
1. Ερμηνεία του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ
61.
Για να υποστηρίξει την άποψή της στην υπό κρίση διαφορά, η Γερμανία προβάλλει δύο επιχειρήματα: υποστηρίζει, αφενός, ότι ο ερμηνευόμενος στην υπό κρίση περίπτωση κανόνας δικαίου θέτει ως προϋπόθεση να είναι η ίδια η Ένωση μέλος του επίμαχου διεθνούς οργανισμού, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει εν προκειμένω, και, αφετέρου, ότι ο καθορισμός των θέσεων που θα πρέπει να ληφθούν εξ ονόματος της Ένωσης εξαρτάται, κατά τον κανόνα, από μια επιπλέον προϋπόθεση, η οποία δεν πληρούται, ήτοι από την προϋπόθεση ο διεθνής οργανισμός να θεσπίζει πράξεις «που παράγουν έννομα αποτελέσματα», δηλαδή δεσμευτικές πράξεις από απόψεως διεθνούς δικαίου, πράγμα το οποίο επίσης δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Συνεπώς, στην υπό κρίση διαφορά πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσον το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ απαιτεί, ως τμήμα ενός συγκεκριμένου κανονιστικού πλαισίου, πρώτον, να είναι η Ένωση μέλος του επίμαχου διεθνούς οργανισμού και, δεύτερον, να είναι οι πράξεις που καλείται να θεσπίσει το εν λόγω όργανο —ή τουλάχιστον κάποιες εξ αυτών— δεσμευτικές από απόψεως διεθνούς δικαίου.
α) Συμμετοχή ως μέλος
62.
Κατ’ αρχάς, χρήζει εξετάσεως το ζήτημα κατά πόσον το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ είναι δυνατόν να εφαρμοστεί και για τον καθορισμό των θέσεων που θα πρέπει να ληφθούν εξ ονόματος της Ένωσης στο πλαίσιο οργάνου που έχει συσταθεί με διεθνή συμφωνία, στην περίπτωση που συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας δεν είναι η Ένωση, αλλά μόνο ορισμένα κράτη μέλη.
63.
Το πλήρες κείμενο του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ είναι το εξής: «Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής ή του ύπατου εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, εκδίδει απόφαση για την αναστολή της εφαρμογής μιας συμφωνίας και τον καθορισμό των θέσεων που θα πρέπει να ληφθούν, εξ ονόματος της Ένωσης, σε όργανο που συνιστάται από δεδομένη συμφωνία, όταν το εν λόγω όργανο καλείται να θεσπίσει πράξεις που παράγουν έννομα αποτελέσματα, με εξαίρεση τις πράξεις που συμπληρώνουν ή τροποποιούν το θεσμικό πλαίσιο της συμφωνίας».
64.
Με την ανωτέρω διατύπωση, συνδέονται σε μία πρόταση δυο εκ πρώτης όψεως ιδιαιτέρως διαφορετικές ρυθμίσεις. Αρχικά, η διάταξη ρυθμίζει την έκδοση αποφάσεως για την «αναστολή της εφαρμογής μιας συμφωνίας». Η εν λόγω ρύθμιση θεσπίσθηκε, κατά απολύτως κρατούσα γνώμη, ως αποτέλεσμα του ότι οι εμπορικές συμφωνίες και οι συμφωνίες συνεργασίας που έχει συνάψει η Ένωση από τη δεκαετία του 1990 περιέχουν σε αυξανόμενο ρυθμό, ρήτρες προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των οποίων η παραβίαση συνεπάγεται την αναστολή εφαρμογής ή την καταγγελία των συμφωνιών ( 57 ). Με τον εν λόγω κανόνα διασαφηνίστηκε η εφαρμοστέα σε τέτοιες περιπτώσεις διαδικασία και κατέστη δυνατή η ταχεία λήψη μέτρων εκ μέρους της Ένωσης ( 58 ).
65.
Εν συνεχεία περιέχεται στη διάταξη η νομική βάση για τον καθορισμό θέσεων σε διεθνείς οργανισμούς. Η εν λόγω ρύθμιση αποτελεί αντικείμενο της υπό εξέταση υποθέσεως.
i) Το γράμμα της διατάξεως
66.
Αφετηρία της γραμματικής ερμηνείας είναι η διαπίστωση ότι η διάταξη κάνει κατ’ αρχάς γενικώς λόγο για «συμφωνίες» ( 59 ), χωρίς να διακρίνει ρητώς μεταξύ των περιπτώσεων που η Ένωση αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος τέτοιων συμφωνιών και των περιπτώσεων που δεν είναι. Εντούτοις, από την απουσία σχετικής ρυθμίσεως ουδόλως μπορεί να συναχθεί βεβιασμένα το προτεινόμενο από το Συμβούλιο συμπέρασμα ότι, όπου ο νόμος δεν διακρίνει, ούτε ο εφαρμοστής του νόμου δύναται να διακρίνει ( 60 ).
67.
Συγκεκριμένα, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η διάταξη χρησιμοποιεί τον ίδιο όρο «συμφωνία» κατ’ επανάληψη και ιδίως συγχρόνως για δύο διαφορετικές περιπτώσεις: καταρχάς, ρυθμίζεται η «αναστολή της εφαρμογής μιας συμφωνίας» και εν συνεχεία ο καθορισμός θέσεων σε όργανο που έχει συσταθεί με συμφωνία. Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο ίδιος όρος πρέπει να έχει την ίδια σημασία. Είναι σαφές ότι στην πρώτη περίπτωση δεν μπορεί παρά να νοούνται συμφωνίες της Ένωσης. Συνεπώς, ο όρος «συμφωνία» πρέπει να έχει την ίδια σημασία και στη δεύτερη περίπτωση, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι και στην περίπτωση αυτή πρόκειται για συμφωνίες της Ένωσης ( 61 ).
68.
Λιγότερο πειστικό φρονώ ότι είναι το επιχείρημα της Γερμανίας που στηρίζεται στη φράση «εξ ονόματος της Ένωσης». Η Γερμανία υποστηρίζει ότι από το γεγονός ότι οι υπό καθορισμό θέσεις «θα πρέπει να ληφθούν, εξ ονόματος της Ένωσης, σε όργανο που συνιστάται από δεδομένη συμφωνία» ( 62 ), προκύπτει ότι η Ένωση πρέπει να είναι μέλος του οργανισμού ( 63 ). Φρονώ ωστόσο ότι, για τους κατωτέρω εκτιθέμενους λόγους, η χρήση της εν λόγω φράσεως δεν υποδηλώνει αυτομάτως ότι η ίδια η Ένωση πρέπει να είναι συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας.
69.
Όταν η Ένωση είναι η ίδια συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας, όταν δηλαδή είναι μέλος του διεθνούς οργανισμού, δεν χρειάζεται κανένα κράτος μέλος ως εκπρόσωπο που να ενεργεί εξ ονόματός της, παρά μόνον ένα νόμιμο εκπρόσωπο υπό την έννοια μιας άλλης παραγράφου του ίδιου άρθρου ( 64 ). Συνεπώς, με βάση το συνολικό πλαίσιο της υπό εξέταση υποθέσεως, η εν λόγω φράση μπορεί να νοείται μόνο με μη κυριολεκτική ή μεταφορική έννοια, υποδηλώνοντας ότι τα κράτη μέλη διατυπώνουν τη θέση τους προς το συμφέρον της Ένωσης —χωρίς εν προκειμένω να ενεργούν στην κυριολεξία εξ ονόματος τρίτου.
70.
Ως εκ τούτου, ορθώς επισημαίνει το Συμβούλιο ότι ακόμη και αποκλειστικές εξωτερικές αρμοδιότητες της Ένωσης συχνά απαιτείται να ασκούνται μέσω των κρατών μελών, τα οποία ενεργούν προς το συμφέρον της Ένωσης. Τούτο συμβαίνει επί παραδείγματι όταν για λόγους αναγόμενους στο διεθνές δίκαιο η Ένωση δεν επιτρέπεται να γίνει μέλος κάποιου διεθνούς οργανισμού ( 65 ). Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν την εκπροσώπηση των θέσεων της Ένωσης και υποχρεούνται, όπως επισήμανε η Επιτροπή, να διασφαλίζουν την αποτελεσματική προάσπιση των εν λόγω θέσεων.
71.
Για τους ανωτέρω λόγους φρονώ ότι ο όρος «συμφωνία», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, υποδηλώνει συμφωνίες στις οποίες η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος.
ii) Η όλη οικονομία της διατάξεως
72.
Όσον αφορά την όλη οικονομία της διατάξεως είναι δυνατή η εξαγωγή συμπερασμάτων τόσο από τον τίτλο στον οποίο είναι ενταγμένη η διάταξη αυτή όσο και από το άρθρο του οποίου αποτελεί τμήμα.
73.
Η ερμηνευόμενη διάταξη αποτελεί τμήμα του τίτλου V με αντικείμενο τις «διεθνείς συμφωνίες», του πέμπτου μέρους (εξωτερική δράση της Ένωσης) της Συνθήκης ΛΕΕ. Όπως καταδεικνύει η εισαγωγική διάταξη του τίτλου V, ήτοι το άρθρο 216 ΣΛΕΕ σχετικά με την αρμοδιότητα συνάψεως συμφωνιών, ο τίτλος έχει ως αντικείμενό του συμφωνίες της Ένωσης. Τούτο επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο των άλλων διατάξεων του τίτλου.
74.
Το άρθρο 218 επίσης συνηγορεί υπέρ της εν λόγω συστηματικής ερμηνείας. Συγκεκριμένα, το άρθρο 218, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ορίζει ότι, με την επιφύλαξη του άρθρου 207, «για τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη των συμφωνιών μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών ή διεθνών οργανισμών ακολουθείται η εξής διαδικασία». Όπως κατέδειξαν οι προηγηθείσες εκτιμήσεις στο πλαίσιο της ιστορικής ερμηνείας, η κατάρτιση αποφάσεως για τον καθορισμό θέσεως σε όργανο το οποίο έχει συσταθεί με συμφωνία και το οποίο καλείται να θεσπίσει πράξεις που παράγουν έννομα αποτελέσματα, αποτελεί κατά την έννοια της Συνθήκης ιδιαίτερη περίπτωση συνάψεως διεθνούς συμφωνίας. Το άρθρο 218, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ περιορίζει σαφώς το πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 9 του ίδιου άρθρου στις συμφωνίες που συνάπτονται «μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών ή διεθνών οργανισμών».
75.
Η εν λόγω ερμηνεία επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι η διάταξη κατά ρητή πρόβλεψη δεν εφαρμόζεται επί νομικών πράξεων «που συμπληρώνουν ή τροποποιούν το θεσμικό πλαίσιο της συμφωνίας». Φρονώ ότι ο εν λόγω περιορισμός του πεδίου εφαρμογής της διατάξεως καταδεικνύει σαφώς ότι αυτή έχει χαρακτήρα lex specialis για τον καθορισμό θέσεων σε διεθνείς οργανισμούς και ότι προοριζόταν να επιφέρει απλοποίηση της διαδικασίας έναντι της πολυπλοκότερης διαδικασίας συνάψεως συμφωνιών. Σε περίπτωση ιδιαιτέρως σημαντικών αποφάσεων, δεν εφαρμόζεται η εν λόγω απλοποίηση της διαδικασίας με την οποία περιορίζεται η συμμετοχή του Κοινοβουλίου. Εντούτοις, lex specialis που έχει σκοπό την απλοποίηση της διαδικασίας συνάψεως συμφωνιών δεν μπορεί να εφαρμόζεται επί συμφωνιών επί των οποίων ούτως ή άλλως δεν εφαρμόζεται η διαδικασία συνάψεως συμφωνιών της Ένωσης. Δεδομένου ότι η διαδικασία συνάψεως συμφωνιών ισχύει για συμφωνίες της Ένωσης, ομοίως η διαδικασία του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ μπορεί να ισχύει μόνο για συμφωνίες της Ένωσης.
76.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή αντιτάσσουν ότι το άρθρο 218, παράγραφος 11, ΣΛΕΕ επίσης εφαρμόζεται επί συμφωνιών που συνάπτουν τα κράτη μέλη χωρίς συμμετοχή της Ένωσης, με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις του άρθρου 218 ΣΛΕΕ μόνον επί συμφωνιών της Ένωσης.
77.
Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η προβλεπόμενη με το άρθρο 218, παράγραφος 11, ΣΛΕΕ δυνατότητα να ζητείται γνωμοδότηση σχετικά με το εάν η σχεδιαζόμενη συμφωνία είναι συμβατή με τις Συνθήκες, ισχύει σε ορισμένες περιπτώσεις και για συμφωνίες που δεν συνάπτει η ίδια η Ένωση, αλλά τα κράτη μέλη ( 66 ). Στην περίπτωση αυτή όμως, το Δικαστήριο ασχολήθηκε με το ζήτημα, πώς προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες της Ένωσης και των κρατών μελών βάσει του δικαίου της Ένωσης ( 67 ), και όχι με τη γενική εξέταση της συνάψεως συμφωνιών από τα κράτη μέλη. Φρονώ ότι η εν λόγω νομολογία αφορά ειδικά και μόνο τη διαδικασία γνωμοδοτήσεων και δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα για την ερμηνεία άλλων διατάξεων του άρθρου 218 ΣΛΕΕ, όπως ιδίως της ερμηνευόμενης στην υπό κρίση περίπτωση παραγράφου.
78.
Η συστηματική ερμηνεία συνηγορεί επομένως υπέρ της απόψεως της προσφεύγουσας ( 68 ).
iii) Η τελολογική ερμηνεία
79.
Στο πλαίσιο της τελολογικής ερμηνείας αναζητείται κατ’ αρχάς ο σκοπός του κανόνα δικαίου. Ο σκοπός αυτός μπορεί να προσδιορίζεται, αφενός, μέσω της ερμηνείας των συμφραζομένων και του γενικότερου πλαισίου και, αφετέρου, μέσω του σκοπού τον οποίο επεδίωκε ο νομοθέτης με τον εν λόγω κανόνα, ώστε να μπορεί εν τέλει να συναχθεί ο απώτερος σκοπός που επιδιώκεται με το συνολικό συμβατικό κείμενο ( 69 ).
80.
Στην υπό κρίση περίπτωση, ο επιδιωκόμενος σκοπός προκύπτει από το ιστορικό θεσπίσεως του κρίσιμου κανόνα: η απαιτούμενη από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ εφαρμογή της διαδικασίας συνάψεως συμφωνιών για τον καθορισμό θέσεων σε διεθνείς οργανισμούς σχετικά με αποφάσεις που είναι δεσμευτικές για την Ένωση από απόψεως διεθνούς δικαίου, δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις της πραγματικότητας. Με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ θεσπίσθηκε μια απλοποιημένη διαδικασία η οποία αρχικά εφαρμοζόταν μόνο για Συμβούλια Συνδέσεως, ενώ εν συνεχεία το πεδίο εφαρμογής της διευρύνθηκε. Με το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ επιδιώχθηκε συναφώς η θέσπιση lex specialis έναντι της γενικής διαδικασίας συνάψεως συμφωνιών όσον αφορά τον σχηματισμό βουλήσεως εντός της Ένωσης κατά την αποδοχή, στο πλαίσιο διεθνών οργάνων, αποφάσεων που παράγουν έννομα αποτελέσματα. Επομένως, σκοπός του εν λόγω κανόνα είναι —κατά τη φρασεολογία της Επιτροπής στο δικόγραφο της παρεμβάσεώς της— να καταστεί δυνατό «να εγκρίνονται στο πλαίσιο διεθνών συμφωνιών πράξεις που σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν να υπόκεινται σε απλοποιημένη και ως εκ τούτου ταχεία διαδικασία, χωρίς ωστόσο να διαταραχθούν οι θεσμικές ισορροπίες».
81.
Από τα συμφραζόμενα του ως άνω κανόνα προκύπτει ότι, παρά τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του με τη Συνθήκη της Νίκαιας, η οποία, λαμβανομένων υπόψη των ελάχιστων αλλαγών στο γράμμα της διατάξεως, δεν είχε ως αποτέλεσμα την επέκταση της εφαρμογής της και επί συμφωνιών των κρατών μελών, και παρά τις τροποποιήσεις που επέφερε η Συνθήκη της Λισσαβώνας, εξακολουθεί να εξυπηρετεί τον αρχικό του σκοπό. Επομένως, αποτελεί μέχρι σήμερα συστατικό στοιχείο του άρθρου, το οποίο αφορά τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη διεθνών συμφωνιών της Ένωσης, και ως εκ τούτου προορίζεται να παραμείνει lex specialis στο πλαίσιο της διαδικασίας συνάψεως συμφωνιών.
82.
Εντούτοις, η διαδικασία συνάψεως συμφωνιών αποτελεί διαδικασία για τη σύναψη συμφωνιών μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών ή διεθνών οργανισμών (άρθρο 218, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ). Εφόσον η διαδικασία του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ αποτελεί lex specialis έναντι της ανωτέρω διατάξεως, θα πρέπει και το πεδίο εφαρμογής του επίμαχου κανόνα να περιορίζεται σε συμφωνίες στις οποίες είναι συμβαλλόμενο μέρος η Ένωση.
iv) Προσωρινό συμπέρασμα
83.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ στηρίζεται στην προκείμενη ότι η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας με την οποία έχει συσταθεί το προσδιοριζόμενο στον κανόνα όργανο.
β) Πράξη που παράγει έννομα αποτελέσματα
84.
Το ζήτημα της σημασίας του κριτηρίου της «παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτων», που αποτελεί το δεύτερο νομικό ζήτημα στην υπό εξέταση υπόθεση, τίθεται υπό το πρίσμα δυο ιδιαίτερων περιστάσεων. Αφενός, τα ψηφίσματα του ΔΟΑΟ, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, περιέχουν συστάσεις, που αναμφίβολα, τουλάχιστον βάσει του κλασικού διεθνούς δικαίου, δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα ( 70 ), ανεξαρτήτως του ζητήματος κατά πόσον μπορούν ψηφίσματα του ΔΟΑΟ να είναι δεσμευτικά για την Ένωση που δεν αποτελεί μέλος του ( 71 ).
85.
Αφετέρου, εξίσου αναμφίβολο είναι το γεγονός ότι από το 2008 το παράγωγο δίκαιο της Ένωσης περιλαμβάνει ευθείες παραπομπές σε αυτά ακριβώς τα ψηφίσματα του ΔΟΑΟ. Ειδικότερα, για την έγκριση οινολογικών πρακτικών η Επιτροπή βασίζεται στις πρακτικές που συστήνει ο ΔΟΑΟ (άρθρο 120στ του ενιαίου κανονισμού ΚΟΑ). Επιπλέον, οι μέθοδοι αναλύσεως βάσει των οποίων διαπιστώνονται τα συστατικά των προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα και οι κανόνες βάσει των οποίων διαπιστώνεται κατά πόσον τα προϊόντα αυτά έχουν αποτελέσει αντικείμενο επεξεργασιών κατά παράβαση των επιτρεπόμενων οινολογικών πρακτικών είναι μέθοδοι και κανόνες που συνιστώνται και δημοσιεύονται από τον ΔΟΑΟ (άρθρο 120ζ του ενιαίου κανονισμού ΚΟΑ), και που επίσης δημοσιεύει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 606/2009. Επιπλέον, οι οινολογικές πρακτικές που συστήνει ο ΔΟΑΟ έχουν επίσης άμεση σημασία και για τις εισαγωγές οίνου (άρθρο 158α, παράγραφος 2, του ενιαίου κανονισμού ΚΟΑ). Τουλάχιστον στις τελευταίες δύο περιπτώσεις, τα ψηφίσματα του ΔΟΑΟ ενσωματώνονται στο παράγωγο δίκαιο μέσω της τεχνικής της ευθείας παραπομπής στην οποία προβαίνει το δίκαιο της Ένωσης. Τα επίμαχα ψηφίσματα είχαν ως αντικείμενο, σύμφωνα και με την προσφεύγουσα, μεθόδους υπό την έννοια των άρθρων 120στ, 120ζ και 158α, παράγραφος 2, του ενιαίου κανονισμού ΚΟΑ.
86.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και οι παρεμβαίνοντες υπέρ αυτής υποστηρίζουν ότι μόνο ψηφίσματα διεθνούς οργανισμού που είναι δεσμευτικά από απόψεως διεθνούς δικαίου, μπορούν να θεωρηθούν ως «πράξεις που παράγουν έννομα αποτελέσματα».
87.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή διατείνονται αντιθέτως ότι και αποφάσεις διεθνούς οργανισμού που έχουν ενσωματωθεί στο δίκαιο της Ένωσης μέσω της τεχνικής της ευθείας παραπομπής παράγουν έννομα αποτελέσματα κατά την έννοια του ως άνω κανόνα. Επιπλέον, τα εν λόγω θεσμικά όργανα προβάλλουν το επιχείρημα ότι ακόμη και τα ασθενή αποτελέσματα που έχει μια μη δεσμευτική από απόψεως διεθνούς δικαίου απόφαση αρκούν για να γίνει δεκτό ότι η απόφαση αυτή παράγει έννομα αποτελέσματα.
88.
Ακολούθως θα αναλύσω το γράμμα, την όλη οικονομία και τον σκοπό του επίμαχου κανόνα δικαίου προκειμένου να διαγνώσω την έννοια της φράσεως «παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων».
i) Το γράμμα του κανόνα
89.
Όπως εξέθεσε η Επιτροπή, από μια πρώτη επισκόπηση του γράμματος της διατάξεως προκύπτει ότι το εννοιολογικό περιεχόμενο της χρησιμοποιούμενης στη διάταξη φράσεως «παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων» διαφέρει από την έννοια της δεσμευτικότητας κατά το διεθνές δίκαιο. Τούτο ισχύει και ως προς άλλες γλωσσικές αποδόσεις ( 72 ), στις οποίες οι έννοιες που χρησιμοποιούνται φαίνεται μάλλον να αναφέρονται στις έννομες συνέπειες της πράξεως, χωρίς εν προκειμένω να καθορίζουν συγκεκριμένα το είδος των εν λόγω συνεπειών.
90.
Εντούτοις, από διεξοδικότερη ανάλυση προκύπτει ότι το γράμμα της διατάξεως δεν συνηγορεί υπέρ της απόψεως του Συμβουλίου η οποία στηρίζεται στο χρησιμοποιούμενο από το δίκαιο της Ένωσης σύστημα των ευθειών παραπομπών: η διάταξη κάνει λόγο για πράξεις που παράγουν έννομα αποτελέσματα τις οποίες «καλείται να θεσπίσει» ( 73 ) όργανο που έχει συσταθεί με διεθνή συμφωνία. Με την εν λόγω διατύπωση της διατάξεως καθίσταται σαφής η στενή σχέση μεταξύ της πράξεως του οργάνου και των αποτελεσμάτων της. Συγκεκριμένα, το όργανο καλείται να θεσπίσει πράξεις που «παράγουν έννομα αποτελέσματα» εξ υπαρχής (ab origine). Συνεπώς, η διάταξη δεν αφορά περιπτώσεις κατά τις οποίες πράξεις που δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα αποκτούν την ιδιότητα αυτή τρόπον τινά μεταγενέστερα, μέσω του εσωτερικού δικαίου ενός συμβαλλόμενου μέρους (εν προκειμένω της Ένωσης), ακόμη και εάν τούτο συμβαίνει αυτομάτως μέσω ευθείας παραπομπής, αλλά, αντιθέτως, περιπτώσεις κατά τις οποίες πράξεις παρουσιάζουν την εν λόγω ιδιότητα εξ αρχής (και, επομένως, κατά τα ισχύοντα στην έννομη τάξη του ίδιου του οργάνου, ήτοι βάσει του διεθνούς δικαίου). Ακριβώς αυτή η ιδιότητα άμεσης παραγωγής έννομων αποτελεσμάτων αποτελεί τον λόγο που καθιστά αναγκαία την υιοθέτηση κοινής θέσεως. Συνεπώς, η περίπτωση την οποία καλύπτει η ως άνω διάταξη είναι αυτή κατά την οποία η θέση που θα υιοθετηθεί στο όργανο δημιουργεί νομική δέσμευση για την Ένωση.
ii) Η όλη οικονομία του κανόνα
91.
Από τη συστηματική ερμηνεία δεν καθίσταται δυνατή η εξαγωγή αρκούντως διαφωτιστικών συμπερασμάτων. Αφενός, το άρθρο 216, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ χρησιμοποιεί την έννοια «δεσμεύουν» σε σχέση με διεθνείς συμφωνίες ( 74 ), πράγμα το οποίο θα μπορούσε να συνηγορεί υπέρ της αποδόσεως διαφορετικού νοήματος στη φράση «παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων». Αφετέρου, όμως, στη διάταξη περί της προσφυγής ακυρώσεως (άρθρο 263 ΣΛΕΕ) περιλαμβάνεται ο όρος «παράγουν νομικά αποτελέσματα» [γερμανικά: Rechtswirkung], ο οποίος ομοιάζει με τον όρο «παράγουν έννομα αποτελέσματα» [γερμανικά: Rechtswirksamkeit], όπως καταδεικνύουν ιδίως άλλες γλωσσικές αποδόσεις ( 75 ), και ο οποίος έχει ως σημείο αναφοράς την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η προσφυγή ακυρώσεως είναι επιτρεπτή μόνο κατά μέτρων που παράγουν «δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα», πράγμα το οποίο θα μπορούσε να συνηγορεί υπέρ της εδώ προτεινόμενης ερμηνείας της φράσεως «παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων» ( 76 ), δηλαδή της ερμηνείας που βασίζεται στην έννοια της δεσμευτικότητας (εν προκειμένω: δεσμευτικότητας από απόψεως διεθνούς δικαίου). Εξάλλου, το γεγονός ότι το Δικαστήριο σε άλλες περιπτώσεις έχει λάβει υπόψη πράξεις που δεν είναι δεσμευτικές από απόψεως διεθνούς δικαίου ( 77 ), δεν επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων για το επίμαχο ερμηνευτικό ζήτημα.
iii) Τελολογική ερμηνεία
92.
Όπως προεκτέθηκε, σκοπός του κανόνα ήταν η θέσπιση lex specialis έναντι της γενικής διαδικασίας συνάψεως συμφωνιών σχετικά με τον σχηματισμό βουλήσεως εντός της Ένωσης κατά την κατάρτιση, στο πλαίσιο διεθνών οργάνων, αποφάσεων που παράγουν έννομα αποτελέσματα. Φρονώ για δύο λόγους ότι ο εν λόγω σκοπός συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας της φράσεως «παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων» υπό την έννοια της δεσμευτικότητας από απόψεως διεθνούς δικαίου.
93.
Πρώτον, η διάκριση μεταξύ προδήλως κρίσιμων και μη κρίσιμων πράξεων γίνεται με κριτήριο τα αποτελέσματα της πράξεως. Τα έννομα αποτελέσματα μιας πράξεως δικαιολογούν, στην περίπτωση των πράξεων που παράγουν έννομα αποτελέσματα, μια διαφορετική προσέγγιση ως προς τη διαδικασία καθορισμού κοινής θέσεως σε σύγκριση με τις πράξεις που δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα. Η διάκριση συναρτάται συνεπώς με την ιδιαίτερη ιδιότητα που έχουν οι πράξεις αυτές, δηλαδή την ιδιότητα να δεσμεύουν την Ένωση από απόψεως διεθνούς δικαίου. Μολονότι κάποιες πράξεις που δεν είναι δεσμευτικές από απόψεως διεθνούς δικαίου μπορούν, λόγω ευθείας παραπομπής την οποία κάνει το δίκαιο της Ένωσης, να συνεπάγονται από τη θέσπισή τους έννομα αποτελέσματα στο δίκαιο της Ένωσης, εντούτοις τα αποτελέσματα αυτά βασίζονται στην ελεύθερη βούληση της Ένωσης. Τα εν λόγω έννομα αποτελέσματα δεν οφείλονται σε ιδιότητα της ίδιας της πράξεως.
94.
Δεύτερον, το ιστορικό θεσπίσεως του επίμαχου κανόνα καταδεικνύει ότι, υπό τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η τήρηση της διαδικασίας συνάψεως συμφωνιών ήταν υποχρεωτική για δεσμευτικές από απόψεως διεθνούς δικαίου αποφάσεις. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «διεθνής συμφωνία» οριζόταν υπό ευρεία έννοια, ήτοι, όπως προεκτέθηκε, ως «κάθε ανάληψη υποχρεώσεως από υποκείμενα του διεθνούς δικαίου που να είναι δεσμευτική» ( 78 ). Ως εκ τούτου παρίσταται εύλογο η ρύθμιση που θεσπίσθηκε με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ ως lex specialis σε σχέση με την ως άνω διαδικασία να έχει ως πεδίο εφαρμογής της επίσης δεσμευτικές αποφάσεις από απόψεως διεθνούς δικαίου.
95.
Μια τέτοια ερμηνεία εγγυάται επίσης τον αναγκαίο βαθμό ασφάλειας δικαίου κατά την εκτίμηση του αν είναι εφαρμοστέο το άρθρο 218, παράγραφος 9 ΣΛΕΕ, προς το συμφέρον των οργάνων που συμμετέχουν στη διαδικασία. Αντιθέτως, τα προτεινόμενα από το καθού όργανο κριτήρια δεν παρέχουν αυτή την εξασφάλιση.
96.
Το Συμβούλιο, καθόσον υποστηρίζει ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, αρκεί τα έννομα αποτελέσματα να παράγονται μέσω ευθείας παραπομπής την οποία κάνει το δίκαιο της Ένωσης, θέτει την εφαρμογή της εν λόγω διαδικασίας στην ελεύθερη κρίση του νομοθέτη. Η χρήση του συστήματος της ευθείας παραπομπής θα διεύρυνε το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως, ενώ τυχόν αντικατάστασή του από την απλή ενσωμάτωση της διεθνούς πράξεως στη νομοθεσία της Ένωσης θα απέκλειε τη δυνατότητα εφαρμογής της διατάξεως. Το κριτήριο αυτό είναι κατ’ εμέ υπερβολικά αυθαίρετο για να μπορεί να καθορίζει τη δυνατότητα εφαρμογής ενός τόσο σημαντικού κανόνα που λειτουργεί ως ενδεχομένη διαδικαστική νομική βάση ( 79 ).
97.
Ακόμη λιγότερο επαρκές κριτήριο για την εφαρμογή διαδικαστικής νομικής βάσεως αποτελούν τα προτεινόμενα από το Συμβούλιο και την Επιτροπή ασθενή αποτελέσματα που έχει μια μη δεσμευτική από απόψεως διεθνούς δικαίου απόφαση. Δεν μπορώ να μην επισημάνω συναφώς ότι τα τελευταία χρόνια η θεωρία των πηγών του διεθνούς δικαίου τείνει όλο και περισσότερο να χαρακτηρίζει ως «soft law» ακόμη και πράξεις που, μολονότι δεν είναι νομικά δεσμευτικές, εντούτοις, αποκτούν, μέσω παραπομπών, ως ένα βαθμό σημασία για την ερμηνεία δεσμευτικών κανόνων δικαίου ή πρακτική αποτελεσματικότητά ( 80 ).
98.
Το Συμβούλιο, για να εξηγήσει την ως άνω σημασία κρισιμότητα στην υπό κρίση υπόθεση, σε σχέση δηλαδή με τα επίμαχα ψηφίσματα του ΔΟΑΟ, ορθώς επισήμανε ότι τα εν λόγω ψηφίσματα εμπίπτουν στην έννοια των διεθνών τεχνικών προτύπων κατά τα άρθρα 2.4 και 2.5 της Συμφωνίας ΤΒΤ του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου ( 81 ). Όταν ένα κράτος θεσπίζει τεχνικούς κανονισμούς που είναι σύμφωνοι με τα εν λόγω πρότυπα, διαθέτει πλεονέκτημα στην περίπτωση που οι εν λόγω τεχνικοί κανονισμοί προσβληθούν ενώπιον του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου ως εμπόδια για το εμπόριο: υπάρχει μαχητό τεκμήριο ότι τεχνικοί κανονισμοί που είναι σύμφωνοι με τα σχετικά διεθνή πρότυπα δεν δημιουργούν αδικαιολόγητα εμπόδια στο διεθνές εμπόριο ( 82 ). Φρονώ, εντούτοις, ότι η κατηγορία των πράξεων του «soft law» δεν αποτελεί ούτε νομικά κρίσιμη κατηγορία ούτε σαφώς οριοθετήσιμη. Επομένως, δεν είναι κατάλληλη ως κριτήριο για την εφαρμογή μιας διαδικαστικής νομικής βάσεως.
iv) Προσωρινό συμπέρασμα
99.
Η φράση «παραγωγή νομικών αποτελεσμάτων» του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ υποδηλώνει τη δεσμευτικότητα της πράξεως από απόψεως διεθνούς δικαίου.
γ) Συμπέρασμα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ
100.
Από τις ανωτέρω εκτιμήσεις προκύπτει κατά βάση ότι το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, βάσει του γράμματός του, της όλης οικονομίας του και της αλληλουχίας στην οποία εντάσσεται καθώς και του σκοπού του δεν προορίζεται να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση. Με το εν λόγω συμπέρασμα δεν μπορεί, όμως, να περατωθεί η ανάλυση της υπό εξέταση υποθέσεως.
2. Κατ’ αναλογίαν εφαρμογή
101.
Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο και η Επιτροπή προέβαλαν επιχειρήματα τα οποία υπό προϋποθέσεις θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την κατ’ αναλογίανν εφαρμογή του κρίσιμου κανόνα δικαίου, παρά το γεγονός ότι αμφότερες οι ανωτέρω εξετασθείσες προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα δεν πληρούνται. Διατείνονται ότι η εφαρμογή του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ επιβάλλεται όταν το αντικείμενο της δραστηριότητας οργάνου που έχει συσταθεί με διεθνή συμφωνία εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ένωσης, ιδίως όταν πρόκειται για αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης ( 83 ). Μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι δυνατή η διασφάλιση της ικανότητας δράσεως της Ένωσης και των κρατών μελών της στο πεδίο αρμοδιότητάς τους.
102.
Στην υπό κρίση περίπτωση, η αναγκαιότητα της κατ’ αναλογίανν εφαρμογής του κανόνα θα μπορούσε να προκύπτει από το γεγονός, αφενός, ότι, όσον αφορά τη χωρίς τη συμμετοχή της Ένωσης (και άνευ εννόμων αποτελεσμάτων) δράση διεθνούς οργανισμού, το αντικείμενο της οποίας εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ένωσης, οι Συνθήκες παραδόξως δεν προβλέπουν ορισμένη εσωτερική διαδικασία την οποία μπορεί να εφαρμόζει η Ένωση προκειμένου να διασφαλίζει την αποτελεσματική άσκηση των εξωτερικών αρμοδιοτήτων της μέσω των κρατών μελών, και, αφετέρου, ότι η κατάσταση των διακυβευομένων συμφερόντων είναι συγκρίσιμη με την περίπτωση κανονικής εφαρμογής του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ.
103.
Η κατ’ αναλογίανν εφαρμογή καταλέγεται μεταξύ των κανόνων ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης ( 84 ). Εκτός της υπάρξεως μη ηθελημένου κενού του νόμου ( 85 ), η κατ’ αναλογίανν εφαρμογή προϋποθέτει ότι τα συμφέροντα που διακυβεύονται στην εξεταζόμενη περίπτωση και στην εκ του νόμου ρυθμιζόμενη περίπτωση είναι συγκρίσιμα. Η αυστηρότητα κατά την εξέταση των εν λόγω προϋποθέσεων εξαρτάται εν προκειμένω από τον τομέα του δικαίου σε σχέση με τον οποίο εξετάζεται η κατ’ αναλογίανν εφαρμογή. Επί παραδείγματι, στο ποινικό δίκαιο η αναλογία απαγορεύεται απολύτως ( 86 ). Επίσης, στο πεδίο των ουσιαστικών αρμοδιοτήτων της Ένωσης η αναλογία είναι ιδιαιτέρως προβληματική λόγω της αρχής της δοτής αρμοδιότητας ( 87 ). Αντιθέτως, σε άλλους τομείς, όπως π.χ. στο παράγωγο δίκαιο της κυκλοφορίας και της διαμονής, η κατ’ αναλογίανν συναγωγή συμπεράσματος μπορεί να παρίσταται εύλογη ( 88 ).
104.
Όσον αφορά την υπό εξέταση υπόθεση, πρέπει κατ’ αρχάς να σημειωθεί ότι στον τομέα των διαδικαστικών νομικών βάσεων, στον οποίο κατατάσσεται η εν λόγω υπόθεση, μολονότι η αναλογία δεν απαγορεύεται, θα πρέπει ωστόσο η πλήρωση των προϋποθέσεων εφαρμογής της να εξετάζεται επιμελώς, δεδομένης της αναγκαιότητας διαφυλάξεως των αρμοδιοτήτων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Εξάλλου, το γεγονός ότι ένας κανόνας θεσπίσθηκε ως lex specialis για ορισμένη ειδική περίπτωση αποτελεί επιχείρημα κατά της αναλογίας ( 89 ). Συνεπώς, προκειμένου να γίνει κατ’ αναλογίανν εφαρμογή, είναι κατά βάση απαραίτητο να προηγηθεί εμπεριστατωμένη στάθμιση των λόγων που θα μπορούσαν να τη δικαιολογήσουν.
α) Διάκριση δύο κατηγοριών περιπτώσεων
105.
Οι Συνθήκες στηρίζονται στην προκείμενη ότι οι αρμοδιότητες της Ένωσης ασκούνται από τα όργανά της ( 90 ). Σε περίπτωση που διεθνής οργανισμός δραστηριοποιείται εντός του πεδίου αρμοδιοτήτων της Ένωσης, η λογική του συστήματος επιβάλλει προφανώς να δραστηριοποιηθεί η Ένωση ως μέλος του οργανισμού. Σε πολλές περιπτώσεις, όμως, η Ένωση δεν έχει την ιδιότητα του μέλους του οργανισμού.
106.
Για την επίλυση της υπό εξέταση υποθέσεως φρονώ ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ δύο κατηγοριών περιπτώσεων. Συγκεκριμένα, αφενός υφίστανται περιπτώσεις στις οποίες η Ένωση για λόγους αναγόμενους στο διεθνές δίκαιο δεν είναι δυνατό να γίνει μέλος διεθνούς οργανισμού. Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν ο διεθνής οργανισμός δεν επιτρέπει τη συμμετοχή υπερεθνικών οργανισμών με την ιδιότητα του μέλους ή όταν η αίτηση της Ένωσης να γίνει μέλος στον οργανισμό, ανεξαρτήτως λόγου, απορρίπτεται. Σε τέτοια περίπτωση, η εξωτερική αρμοδιότητα της Ένωσης ασκείται, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μέσω των κρατών μελών, τα οποία ενεργούν από κοινού προς το συμφέρον της Ένωσης ( 91 ).
107.
Άλλως έχουν τα πράγματα όταν επιτρέπεται στην Ένωση η συμμετοχή ως μέλος στον οικείο διεθνή οργανισμό και δεν έχει μέχρι τούδε απορριφθεί από τον οργανισμό τέτοια αίτηση συμμετοχής. Σε τέτοια περίπτωση, η προσχώρηση της Ένωσης αποτελεί το φυσιολογικότερο μέσο αποτελεσματικής ασκήσεως των αρμοδιοτήτων της Ένωσης.
108.
Η υπό κρίση υπόθεση κατατάσσεται στη δεύτερη κατηγορία περιπτώσεων. Ο ΔΟΑΟ επιτρέπει ρητώς, στο άρθρο 8 της συμφωνίας της 3ης Απριλίου 2001, την προσχώρηση «διεθνών διακρατικών οργανισμών» και ως εκ τούτου και της Ένωσης. Η Επιτροπή εξέδωσε συναφώς το 2008, στηριζόμενη στις ευθείες παραπομπές που είχε κάνει, λίγο χρόνο πριν, το δίκαιο της Ένωσης ( 92 ), σύσταση για τη λήψη εξουσιοδοτήσεως προς διαπραγμάτευση της προσχωρήσεως, η οποία ωστόσο δεν χορηγήθηκε για εσωτερικούς λόγους της Ένωσης, και ειδικότερα ελλείψει της απαιτούμενης πλειοψηφίας στο Συμβούλιο.
109.
Υπό τις συνθήκες αυτές θα περιορίσω τις ακόλουθες εκτιμήσεις μου επί του ζητήματος της κατ’ αναλογίαν εφαρμογής του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ στη δεύτερη κατηγορία περιπτώσεων. Θα παραλείψω συνεπώς να εξετάσω το ζήτημα κατά πόσον η διάταξη δικαιολογεί κατ’ αναλογίαν εφαρμογή σε περιπτώσεις συμφωνιών των οποίων το αντικείμενο εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιότητας της Ένωσης, αλλά η Ένωση δεν μπορεί «ακόμα» να συμμετάσχει ως μέλος λόγω της δομής της διεθνούς συμφωνίας ( 93 ).
β) Κατ’ αναλογίαν εφαρμογή στο πλαίσιο της κρίσιμης κατηγορίας περιπτώσεων
110.
Φρονώ ότι η κατ’ αναλογίαν εφαρμογή της επίμαχης διατάξεως δεν πρέπει να γίνει δεκτή.
111.
Κατά πρώτο λόγο, η προτεινόμενη από το καθού όργανο ερμηνεία του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ θα σήμαινε στην πράξη επιστροφή στο περιεχόμενο του άρθρου 116 ΕΟΚ. Ωστόσο, η εν λόγω διάταξη καταργήθηκε συνειδητά και δεν επαναφέρθηκε, ενώ επίσης αναφερόταν σε τελείως διαφορετικό πλαίσιο. Συνεπώς η εν λόγω ερμηνεία δεν λαμβάνει υπόψη την προφανή βούληση των συντακτών των Συνθηκών.
112.
Κατά δεύτερο λόγο, η κατ’ αναλογίαν εφαρμογή δεν λαμβάνει υπόψη δύο ουσιαστικές δικαιικές εξελίξεις. Πρώτον, οι δραστηριότητες όλο και περισσότερων διεθνών οργανισμών εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ένωσης. Δεύτερον, και πρωτευόντως, τα διεθνούς δικαίου εμπόδια για τη συμμετοχή της Ένωσης ως μέλος σε διεθνείς οργανισμούς έχουν αρθεί και συνεχίζουν να αίρονται με αυξανόμενους ρυθμούς. Όταν πρόκειται για την άσκηση αποκλειστικών αρμοδιοτήτων της Ένωσης, ο κανόνας πρέπει να είναι η προσχώρηση της Ένωσης στον διεθνή οργανισμό. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, στο πεδίο αποκλειστικών αρμοδιοτήτων της Ένωσης τα όργανα της Ένωσης και τα κράτη μέλη έχουν υποχρέωση να χρησιμοποιούν όλα τα νομικά και πολιτικά μέσα που έχουν στη διάθεσή τους για να εξασφαλίζουν τη συμμετοχή της Ένωσης σε συμφωνίες ( 94 ). Εάν αντιθέτως γινόταν δεκτή η άποψη του Συμβουλίου, η Ένωση θα είχε στο μέλλον την ευχέρεια να επιλέγει αν θα προσχωρήσει σε κάποιον διεθνή οργανισμό ή αν, χωρίς να προσχωρήσει, θα καθορίσει θέσεις ως εάν είχε προσχωρήσει. Εάν δηλαδή γινόταν δεκτή η άποψη του Συμβουλίου αναφορικά με τα αποτελέσματα των ευθειών παραπομπών, θα μπορούσε η Ένωση να προκαλέσει η ίδια την εφαρμογή του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, μέσω τέτοιας παραπομπής, καθιστώντας κατ’ αποτέλεσμα τρόπον τινά περιττή την προσχώρηση στο διεθνή οργανισμό.
113.
Εξάλλου, με την κατ’ αναλογίαν εφαρμογή του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ στην υπό κρίση περίπτωση θα καταστρατηγούνταν οι αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Στο άρθρο 218 ΣΛΕΕ προβλέπεται η κατ’ αρχήν συμμετοχή του Κοινοβουλίου στο πλαίσιο της συνάψεως διεθνούς συμφωνίας. Τούτο ισχύει τόσο κατά την προσχώρηση της Ένωσης σε διεθνή οργανισμό όσο και, όπως προαναφέρθηκε, κατά την έγκριση αποφάσεως σε διεθνείς οργανισμούς που παράγει έννομα αποτελέσματα. Στο πλαίσιο του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ ο ρόλος του Κοινοβουλίου περιορίζεται όμως στην άμεση και εμπεριστατωμένη ενημέρωσή του. Η επέκταση της εφαρμογής του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ και επί συμφωνιών που συνάπτουν τα κράτη μέλη περιορίζει σημαντικά τα δικαιώματα συμμετοχής του Κοινοβουλίου. Εντούτοις, η επιλογή της ορθής νομικής βάσεως θα πρέπει να εξυπηρετεί επίσης και τον σκοπό της διαφυλάξεως των δικαιωμάτων των εμπλεκόμενων θεσμικών οργάνων της Ένωσης ( 95 ).
114.
Η προσεκτική στάθμιση των λόγων υπέρ και κατά της κατ’ αναλογίαν εφαρμογής του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ δεν δικαιολογεί την αποδοχή της κατ’ αναλογίαν εφαρμογής.
Γ — Πρόταση
115.
Επομένως, το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ δεν αποτελεί κατάλληλη νομική βάση για την επίμαχη απόφαση. Επίσης, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων μου, δεν πρόκειται εν προκειμένω για καθαρά τυπικό ελάττωμα ( 96 ). Η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.
Δ — Περαιτέρω αιτιάσεις
116.
Λαμβανομένης υπόψη της προτάσεώς μου, δεν λαμβάνω θέση επί των προβαλλόμενων από τους παρεμβαίνοντες πρόσθετων αιτιάσεων —ούτε και ως προς το παραδεκτό αυτών—, ήτοι επί της προσαπτόμενης από τις Κάτω Χώρες ανεπαρκούς αιτιολογήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και επί της προβαλλόμενης από την Ουγγαρία αιτιάσεως περί ελλείπουσας συμμετοχής του Κοινοβουλίου.
Ε — Περιορισμός των αποτελεσμάτων της ακυρώσεως
117.
Το Συμβούλιο ζήτησε, σε περίπτωση ακυρώσεως της αποφάσεως, να διατηρηθούν τα αποτελέσματά της. Η προσφεύγουσα αντιτάχθηκε στο εν λόγω αίτημα.
118.
Κατά το άρθρο 264 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο προσδιορίζει, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, τα αποτελέσματα της ακυρωθείσας πράξεως που θεωρούνται οριστικά.
119.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση καθορίσθηκε η θέση της Ένωσης που έπρεπε να υιοθετηθεί και υιοθετήθηκε από τα κράτη μέλη της Ένωσης που είναι συμβαλλόμενα μέρη στον ΔΟΑΟ. Ως εκ τούτου, η υπό κρίση περίπτωση ομοιάζει προφανώς με την περίπτωση στην υπόθεση CITESστην οποία το Δικαστήριο διατήρησε τα αποτελέσματα της προσβαλλομένης αποφάσεως ( 97 ).
120.
Εντούτοις, η υπό κρίση περίπτωση διαφέρει από την υπόθεση CITES καθόσον στην υπόθεση εκείνη η προσφεύγουσα δεν αντιτάχθηκε στο αίτημα διατηρήσεως των αποτελεσμάτων της ακυρωθείσας αποφάσεως. Στην υπό κρίση περίπτωση, η προσφεύγουσα αντιτάχθηκε με το επιχείρημα περί ενδεχόμενων συνεπειών στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως.
121.
Όπως ορθώς διατείνεται η Σλοβακική Κυβέρνηση, στην υπό εξέταση υπόθεση δεν προκύπτει τίνος η ασφάλεια δικαίου θα διακυβευόταν από την ακύρωση. Τα επίδικα ψηφίσματα του ΔΟΑΟ εκδόθηκαν και δεν θίγονται ως προς τα έννομα αποτελέσματά τους από την ακύρωση της αποφάσεως. Φρονώ συνεπώς ότι το επικουρικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί.
ΣΤ — Επί των δικαστικών εξόδων
122.
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Αν γίνει δεκτή η πρότασή μου, νικήσας διάδικος θα είναι η προσφεύγουσα, η οποία διατύπωσε σχετικό αίτημα. Επομένως, το Συμβούλιο πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Οι παρεμβαίνοντες φέρουν σύμφωνα με το άρθρο 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας τα δικαστικά έξοδά τους.
V – Πρόταση
123.
Κατόπιν των ανωτέρω συλλογισμών, προτείνω στο Δικαστήριο:
1)
Να ακυρώσει την απόφαση του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 2012, για τον καθορισμό της θέσεως που θα πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά ορισμένα ψηφίσματα του ΔΟΑΟ.
2)
Να καταδικάσει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα δικαστικά έξοδα.
3)
Η Τσεχική Δημοκρατία, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, η Ουγγαρία, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Αυστρίας, η Σλοβακική Δημοκρατία, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας και η Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Hoffmeister, F., Outsider or Frontrunner? Recent Developments under International and European Law on the Status of the European Union in International Organizations and Treaty Bodies, CMLR 44 (2007), 41, 68.
( 3 ) BGBl. II 2002, σ. 2733. Κατά το άρθρο 19 της εν λόγω συμφωνίας, η γαλλική, η ισπανική και η αγγλική γλωσσική απόδοσή της είναι εξίσου αυθεντικές.
( 4 ) Συμφωνία της 29ης Νοεμβρίου 1924, για τη δημιουργία του Διεθνούς Ινστιτούτου Οίνου στο Παρίσι. Μετάφραση στα γερμανικά συναντάται στην BGBl. für die Republik Österreich 1930, 241. Την επωνυμία «Διεθνές Γραφείο Αμπέλου και Οίνου» έφερε ο οργανισμός από την 4η Σεπτεμβρίου 1958.
( 5 ) Ο προγενέστερος οργανισμός προέβλεπε κατά τα φαινόμενα μόνο κράτη ως μέλη του, δεδομένου ότι το άρθρο 6 της συμφωνίας για τη δημιουργία του Διεθνούς Ινστιτούτου Οίνου στο Παρίσι όριζε τα εξής: «Όλες οι χώρες που δεν συνήψαν την παρούσα συμφωνία δύνανται να προσχωρήσουν σε αυτήν […]».
( 6 ) Κανονισμός της 29ης Απριλίου 2008, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) 1493/1999, (ΕΚ) 1782/2003, (ΕΚ) 1290/2005, (ΕΚ) 3/2008 και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 2392/86 και (ΕΚ) 1493/1999 (ΕΕ L 148, σ. 1).
( 7 ) Σύμφωνα με όσα εξέθεσε η Γερμανία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τα ψηφίσματα του ΔΟΑΟ και του προγενέστερου οργανισμού λειτουργούσαν από το 1971 ως σημεία αναφοράς για την Κοινότητα. Μνεία του ΔΟΑΟ γινόταν και σε αντίστοιχες νομικές πράξεις προ του 2008, ήτοι στην αιτιολογική σκέψη 4 του κανονισμού (ΕΚ) 2165/2005 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2005 (ΕΕ L 345, σ. 1), στην αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού (ΕΚ) 1507/2006 της Επιτροπής, της 11ης Οκτωβρίου 2006 (ΕΕ L 280, σ. 9). Βλ. επίσης την αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού (ΕΚ) 519/2007 του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 2007 (ΕΕ L 123, σ. 1).
( 8 ) Κανονισμός (ΕΚ) της 25ης Μαΐου 2009, σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 1234/2007 για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (ΕΕ L 154, σ. 1).
( 9 ) Κανονισμός (ΕΚ) της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (ΕΕ L 299, σ. 1), όπως έχει επανειλημμένα τροποποιηθεί. Βλ. την αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού 491/2009.
( 10 ) Κανονισμός (ΕΚ) 606/2009 της Επιτροπής, της 10ης Ιουλίου 2009, για καθορισμό ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 479/2008 όσον αφορά τις κατηγορίες αμπελοοινικών προϊόντων, τις οινολογικές πρακτικές και τους περιορισμούς στους οποίους υπόκεινται (ΕΕ L 193, σ. 1).
( 11 ) Παρατίθεται εδώ χωρίς τις υποσημειώσεις που περιέχονται στο κείμενο παραπομπής.
( 12 ) Η υπογράμμιση είναι του πρωτοτύπου.
( 13 ) Έγγραφο 11436/12 του Συμβουλίου.
( 14 ) Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Γερμανία διέκρινε μεταξύ δυο ζητημάτων: κατά πόσον απαιτείται να είναι η Ένωση μέλος του ΔΟΑΟ προκειμένου να εφαρμοστεί η διάταξη και κατά πόσον είναι δυνατό να εγκριθούν ψηφίσματα στο πλαίσιο του ΔΟΑΟ «εξ ονόματος της Ένωσης». Φρονώ ότι το δεύτερο ζήτημα αποτελεί απλώς επιμέρους πτυχή του πρώτου.
( 15 ) Με την εν λόγω αιτίαση συντάσσεται ρητώς και η προσφεύγουσα.
( 16 ) Το Συμβούλιο συντάχθηκε με την εν λόγω επιχειρηματολογία.
( 17 ) Οι παρεμβαίνοντες υπέρ της Γερμανίας προέβαλαν πρόσθετες αιτιάσεις με τις οποίες η Γερμανία εν μέρει συντάχθηκε.
( 18 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου («CITES», C-370/07, EU:C:2009:590). Η CITES είναι η Σύμβαση της Ουάσιγκτον, της 3ης Μαρτίου 1973, για το διεθνές εμπόριο των απειλούμενων με εξαφάνιση ειδών της άγριας πανίδας και χλωρίδας, UNTS 993, σ. 243.
( 19 ) Οι σκοποί και οι λειτουργίες του ΔΟΑΟ προσδιορίζονται στα άρθρα 1 και 2 της συμφωνίας.
( 20 ) Βλ. άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 3, της συμφωνίας. Εξαιρέσεις από τη διαδικασία του consensus είναι δυνατές, αλλά μπορεί να μη γίνουν δεκτές εάν τεθεί ζήτημα διακινδυνεύσεως θεμελιωδών εθνικών συμφερόντων. Η διαδικασία προετοιμασίας των ψηφισμάτων περιγράφεται στο κεφάλαιο 5 του κανονισμού λειτουργίας του ΔΟΑΟ.
( 21 ) Σήμερα, 21 από τα 45 κράτη μέλη του ΔΟΑΟ είναι κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Βέλγιο, Βουλγαρία, Γερμανία, Φινλανδία, Γαλλία, Ελλάδα, Ιταλία, Κροατία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Κάτω Χώρες, Αυστρία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σουηδία, Σλοβακία, Σλοβενία, Ισπανία, Τσεχική Δημοκρατία, Ουγγαρία, Κύπρος.
( 22 ) Άρθρα 3 και 4 του κανονισμού λειτουργίας του ΔΟΑΟ.
( 23 ) Κατά το άρθρο 5, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού λειτουργίας του ΔΟΑΟ, με σύμφωνη γνώμη της εκτελεστικής επιτροπής. Ορισμός αμφότερων των εννοιών συναντάται στο παράρτημα 2 του κανονισμού λειτουργίας του ΔΟΑΟ.
( 24 ) Άρθρα 30, στοιχείο αʹ, 31, 82, παράγραφος 2, του κανονισμού, νυν άρθρα 120στ, στοιχείο αʹ, 120ζ και 158α, παράγραφος 2, του ενιαίου κανονισμού ΚΟΑ. Μνεία του ΔΟΑΟ γίνεται και σε παλαιότερες νομικές πράξεις (βλ. υποσημείωση 7).
( 25 ) COM(2008) 577 τελικό.
( 26 ) Η Επιτροπή απέδωσε τούτο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση σε δύο λόγους: αφενός, η συμμετοχή της Ένωσης ως μέλος, λόγω της βαρύτητας της ψήφου της, ήταν δυνατό να διαταράξει τις ισορροπίες στον ΔΟΑΟ και, αφετέρου, τα κράτη μέλη ήθελαν να διαφυλάξουν την αυτονομία της θέσεώς τους.
( 27 ) Διαδικασία 2011/2121. Κατά την Επιτροπή, οι διαδικασίες ανεστάλησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, εν αναμονή της εκδόσεως αποφάσεως επί της υπό εξέταση υποθέσεως.
( 28 ) COM(2012) 192 τελικό. Μεταξύ της ένατης και της δέκατης γενικής συνελεύσεως του ΔΟΑΟ, ο οργανισμός είχε συγκαλέσει δύο έκτακτες γενικές συνελεύσεις. Για την πρώτη από τις συνελεύσεις αυτές υποβλήθηκε σχέδιο αποφάσεως βάσει του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, αλλά δεν εγκρίθηκε. Τα ψηφίσματα που εξέδωσε ο ΔΟΑΟ κρίθηκαν ωστόσο ως μη κρίσιμα για το ενωσιακό κεκτημένο. Για τη δεύτερη συνέλευση δεν κατέστη δυνατό, λόγω ελλείψεως χρόνου, να υποβληθεί σχέδιο αποφάσεως και να πραγματοποιηθεί συντονισμός στο πλαίσιο της Ένωσης.
( 29 ) Η Γερμανία και η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή υποσχέθηκε να μη συνεχίσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως, σε περίπτωση που τα κράτη μέλη εγκρίνουν την απόφαση. Η Επιτροπή παραδέχθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η πλειοψηφία προέκυψε υπό την πίεση της διαδικασίας λόγω παραβάσεως.
( 30 ) Έγγραφο 11436/12 του Συμβουλίου.
( 31 ) Στη δήλωση της Ρουμανίας δεν γίνεται μνεία της διατάξεως, όμως διευκρινίζεται ότι η στάση της Ρουμανίας κατά την ψηφοφορία δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως προηγούμενο για συγκρίσιμες περιπτώσεις και ότι η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασαφηνίσουν την κατανομή αρμοδιοτήτων.
( 32 ) Αντιθέτως, άλλα σχέδια ψηφισμάτων αποτέλεσαν αντικείμενο ανεπίσημου συντονισμού στα προπαρασκευαστικά όργανα του Συμβουλίου σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας (άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ).
( 33 ) Όπως εξέθεσε το Συμβούλιο, το ψήφισμα OENO-SPECIF 10-452 δεν τέθηκε σε ψηφοφορία, κατόπιν αποφάσεως της αρμόδιας τεχνικής επιτροπής της γενικής συνελεύσεως.
( 34 ) Γνωμοδότηση 1/78 (EU:C:1979:224, σκέψη 50). Η υπογράμμιση δική μου.
( 35 ) Από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου βλ. Kuijper, P., κ.λπ. (επιμ.), The Law of EU External Relations, Οξφόρδη, OUP, 2013, σ. 201. Για το εν λόγω θεματικό πεδίο γενικά: Eeckhout, P., EU External Relations Law, Οξφόρδη, OUP, 2η έκδοση 2012, σ. 222 έως 231.
( 36 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου («AETR», 22/70, EU:C:1971:32, σκέψεις 76 και 77).
( 37 ) Απόφαση Kramer κ.λπ. (3/76, 4/76 και 6/76, EU:C:1976:114, σκέψεις 42 και 43), βλ. συναφώς Constantinesco, V., κ.λπ. (επιμ.), Traité instituant la CEE, Παρίσι, Economica, 1992, άρθρο 116, σημεία 6 και 16.
( 38 ) Επισημάνθηκε επικριτικά ότι η διάταξη παρείχε στην Κοινότητα τη δυνατότητα να λαμβάνει αποφάσεις κατά πλειοψηφία για ζητήματα επί των οποίων το Συμβούλιο μπορούσε να αποφασίσει μόνο ομόφωνα και ότι καθιστούσε δυνατή τη λήψη αποφάσεων στο πεδίο αποκλειστικής αρμοδιότητας των κρατών μελών (CONF/3870/96).
( 39 ) Άρθρο Ι.2, παράγραφος 3, ΣΕΕ, σημερινό άρθρο 34, παράγραφος 1, ΣΕΕ, με θέσπιση υποχρεώσεως υποστηρίξεως των θέσεων της Ένωσης, όπου η «θέση» νοείται όχι με τη στενή έννοια. Βλ. σχετικά Geiger, R., στο: Geiger, R., κ.λπ. (επιμ.), EUV/AEUV, Μόναχο, C.H. Beck, 5η έκδοση 2010, άρθρο 34 ΣΕΕ, σημείο 1.
( 40 ) Sack, J., «Les relations extérieures de l’Union européenne sous l’angle institutionnel», Revue des affaires européennes, 2001-2002, 29, 33.
( 41 ) Γνωμοδότηση 1/78 (EU:C:1979:224, σκέψη 51), βλ. επίσης γνωμοδότηση 1/75 (EU:C:1975:145).
( 42 ) Η απόφαση επέτρεψε ρητώς την προσχώρηση της Κοινότητας (άρθρο 7 της τρίτης αναθεωρημένης αποφάσεως του Συμβουλίου του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως περί εθνικής μεταχειρίσεως).
( 43 ) Γνωμοδότηση 2/92 (EU:C:1995:83, σκέψη 8).
( 44 ) Βλ. ομοίως Vedder, C., Die auswärtige Gewalt des Europa der Neun, Göttingen, Otto Schwartz & Co., 1980, σ. 155 έως 157.
( 45 ) Sack, J., The European Community’s Membership of International Organizations, CMLR 32 (1995), σ. 1227 επ., σ. 1252· Schmalenbach, K., στο: Calliess, C., και Ruffert, M. (επιμ.), Kommentar zu EU-Vertrag und EG-Vertrag, Neuwied, Luchterhand, 1999, άρθρο 300, σημείο 49.
( 46 ) Επ’ αυτού και επί της αρμοδιότητας της Κοινότητας να συμμετέχει ως μέλος σε διεθνή οργανισμό, βλ. γνωμοδότηση 1/76 (EU:C:1977:63, σκέψη 5)· γνωμοδότηση 1/94 (EU:C:1994:384)· Hillion, C., και Koutrakos, P. (επιμ.), Mixed Agreements Revisited, Οξφόρδη, Hart, 2010.
( 47 ) CONF/3870/96, ιδίως σ. 5. Ήδη αρκετά νωρίς είχαν προκύψει αδημοσίευτες συνεννοήσεις μεταξύ του Συμβουλίου και της Επιτροπής για την περίπτωση συμφωνιών περί πρώτων υλών και συμφωνιών στο πλαίσιο της Διεθνούς Οργανώσεως Τροφίμων και Γεωργίας (ΔΟΤΓ). Sack, J., «Die Europäische Gemeinschaft als Mitglied Internationaler Organisationen», στο: Randelzhofer, A., κ.λπ. (επιμ.), Gedächtnisschrift für Eberhard Grabitz, Μόναχο, C.H.Beck, 1995, σ. 655 έως 659.
( 48 ) CONF/3822/96· CONF/3870/96.
( 49 ) Αποφάσεις Sevince (C‑192/89, EU:C:1990:322, σκέψη 9), και Ελλάδα κατά Επιτροπής (30/88, EU:C:1989:422, σκέψη 13).
( 50 ) Schmalenbach, K., στο: Calliess, C., και Ruffert, M. (επιμ.), Kommentar zu EU-Vertrag und EG-Vertrag, Neuwied, Luchterhand, 1999‚ άρθρο 300, σημείο 45.
( 51 ) Πλέον καταλαμβάνονταν επίσης και άλλα, π.χ. συνιστάμενα βάσει συμφωνιών συνεργασίας, όργανα. Conference of the Representatives of the Governments of the Member States, The Legal Adviser, έγγραφο SN 2705/00 της 10ης Μαΐου 2000. Βλ. Rehulka, στο: Mayer, H., και Stöger, K., Kommentar zu EUV und AEUV, Βιέννη, Manzsche Verlags- und Universitätsbuchhandlung, 2011, άρθρο 218, ΣΛΕΕ, σημείο 3· Terhechte, στο: Schwarze, J. (επιμ.), EU-Kommentar, Baden-Baden, Nomos, 2η έκδοση 2009, άρθρο 218 ΣΛΕΕ, σημεία 11 έως 14.
( 52 ) Απόφαση «CITES» (EU:C:2009:590, σκέψεις 19, 58 και 59).
( 53 ) Απόφαση «CITES» (EU:C:2009:590, σκέψεις 43, 45, 61 και 62).
( 54 ) Απόφαση «CITES» (EU:C:2009:590, σκέψη 51).
( 55 ) Απόφαση «CITES» (EU:C:2009:590, σκέψη 59).
( 56 ) Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην απόφαση «CITES» (C‑370/07, EU:C:2009:249, σημεία 75 έως 77).
( 57 ) Βλ. τα άρθρα 57 και 60 της Συμβάσεως της Βιέννης για το δίκαιο των συνθηκών. Brandtner, B., και Rosas, A., «Human Rights and the External Relations of the European Community», EJIL 9 (1998), 468· Bartels, L., Human Rights Conditionality in the EU’s International Agreements, Οξφόρδη, OUP, 2005· βλ. COM(95) 216 τελικό.
( 58 ) Σύμφωνοι με τα ανωτέρω: Zagel, G., στο: Smit, H., κ.λπ. (επιμ.), Smit & Herzog on the Law of the European Union, Danvers, LexisNexis, 2013, άρθρο 218.04[3][c]· Schmalenbach, K., στο: Calliess, C., και Ruffert, M. (επιμ.), EUV/AEUV, Μόναχο, C. H. Beck, 4η έκδοση 2011, άρθρο 218, σημεία 23 και 24.
( 59 ) [Στο γερμανικό κείμενο] ο όρος «Übereinkunft» (συμφωνία) αντικατέστησε τον όρο «Abkommen» (συμφωνία) που περιλαμβανόταν στην προγενέστερη διάταξη, ήτοι στο άρθρο 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, χωρίς, ωστόσο, τούτο να συνεπάγεται κάποια διαφοροποίηση ως προς το περιεχόμενο. Συνεχίζει να υποδηλώνει «κάθε ανάληψη υποχρεώσεως από υποκείμενα του διεθνούς δικαίου που να είναι δεσμευτική, ανεξάρτητα από τον τυπικό της χαρακτηρισμό». Βλ. γνωμοδότηση 1/75 (EU:C:1975:145), βλ. επίσης γνωμοδότηση 2/92 («ΟΟΣΑ», EU:C:1995:83, σκέψη 8)· απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής (C‑233/02, EU:C:2004:173, σκέψη 45).
( 60 ) Σύμφωνα με την αρχή Ubi lex non distinguit, nec nos distinguere debemus (Glosse Pretium zu Dig. 6.2.8). Εξίσου εσφαλμένο κρίνω το επιχείρημα του Συμβουλίου ότι σε περίπτωση σαφούς γραμματικής ερμηνείας και απουσίας διαφοροποιήσεων στις άλλες γλωσσικές αποδόσεις καθίσταται ανεπίτρεπτη η εφαρμογή άλλων ερμηνευτικών μεθόδων. Το Δικαστήριο έχει σαφώς διαπιστώσει ότι για την ερμηνεία μιας διατάξεως του δικαίου της Ένωσης «πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και η αλληλουχία εντός της οποίας εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος». Αποφάσεις Sturgeon κ.λπ. (C‑402/07 και C‑432/07, EU:C:2009:716, σκέψη 41), SGAE (C‑306/05, EU:C:2006:764, σκέψη 34), και Wendelboe κ.λπ. (19/83, EU:C:1985:54, σκέψεις 13 έως 15).
( 61 ) Σύμφωνος κατ’ αποτέλεσμα ο Lorenzmeier, S., στο: Grabitz, E., κ.λπ. (επιμ.), Das Recht der Europäischen Union, Μόναχο, C. H. Beck, 51η συμπληρωματική έκδοση 2013, άρθρο 218, σημείο 8. Ως προς τη χρήση της έννοιας στο άρθρο 218, παράγραφος 11, ΣΛΕΕ παραπέμπω κατωτέρω στην ανάλυση της συστηματικής ερμηνείας της διατάξεως.
( 62 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 63 ) Η Γερμανία υποστήριξε ότι είναι ανεπίτρεπτη η διατύπωση θέσεως «εξ ονόματος» μη μέλους διεθνούς οργανισμού και ότι τα κράτη που είναι μέλη του ΔΟΑΟ, αλλά όχι της Ένωσης, θα απορρίψουν τη διατύπωση θέσεων «εξ ονόματος της Ένωσης» και δεν θα γίνουν αυτές δεκτές από το προεδρείο της συνεδριάσεως.
( 64 ) Το άρθρο 218, παράγραφος 7, ΣΛΕΕ χρησιμοποιεί τη διατύπωση «εξ ονόματος της Ένωσης» υπό την έννοια της νόμιμης εκπροσωπήσεως: «[…] το Συμβούλιο μπορεί, κατά τη σύναψη συμφωνίας, να εξουσιοδοτεί τον διαπραγματευτή να εγκρίνει εξ ονόματος της Ένωσης τις τροποποιήσεις της συμφωνίας […]» (η υπογράμμιση δική μου).
( 65 ) Γνωμοδότηση 2/91 (EU:C:1993:106, σκέψη 5)· απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑45/07, EU:C:2009:81, σκέψη 31). Βλ. κατωτέρω την υποσημείωση 91.
( 66 ) Γνωμοδότηση 2/91 (EU:C:1993:106, σκέψη 5).
( 67 ) Γνωμοδότηση 2/91 (EU:C:1993:106, σκέψεις 3 και 4).
( 68 ) Βλ. τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση «CITES» (EU:C:2009:249, σημείο 75).
( 69 ) Βλ. το θεμελιώδους σημασίας έργο του Simon, D., L’Interprétation judiciaire des traités d’organisations internationales, Παρίσι, Pedone, 1981, σ. 391 έως 398. Βλ. επίσης Lecourt, R., L’Europe des juges, Βρυξέλλες, Bruylant, 1976, σ. 235 έως 247.
( 70 ) Μολονότι ο ΔΟΑΟ εξετάζει την εφαρμογή των συστάσεων (άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο b, της συμφωνίας), η εν λόγω εξέταση δεν έχει την έννοια του ελέγχου στο πλαίσιο μιας υποχρεωτικής υλοποιήσεως.
( 71 ) Βλ. συναφώς τις αποφάσεις Intertanko κ.λπ. (C-308/06, EU:C:2008:312, σκέψεις 47 έως 50) και Air Transport Association of America κ.λπ. (C-366/10, EU:C:2011:864, σκέψεις 52, 60 έως 71).
( 72 ) «[W]hen that body is called upon to adopt acts having legal effects» στα αγγλικά, «lorsque cette instance est appelée à adopter des actes ayant des effets juridiques» στα γαλλικά, «cuando dicho organismo deba adoptar actos que surtan efectos jurídicos» στα ισπανικά και «se tale organo deve adottare atti che hanno effetti giuridici» στα ιταλικά.
( 73 ) Ως προς άλλες γλωσσικές αποδόσεις, βλ. υποσημείωση 72.
( 74 ) Στην αγγλική απόδοση: «binding», στα γαλλικά: «lient», στα γαλλικά: «vincularán», στα ιταλικά: «vincolano».
( 75 ) Στα γερμανικά το σχετικό κείμενο περιέχει τον όρο: «mit Rechtswirkung gegenüber Dritten», στην αγγλική απόδοση: «intended to produce legal effects vis-à-vis third parties» (η υπογράμμιση είναι του πρωτοτύπου), στη γαλλική απόδοση: «destinés à produire des effets juridiques à l’egard des tiers», στην ισπανική απόδοση: «destinados a producir efectos jurídicos frente a terceros», στην ιταλική απόδοση: «destinati a produrre effetti giuridici nei confronti di terzi».
( 76 ) Αποφάσεις Eurocoton κ.λπ. κατά Συμβουλίου (C‑76/01 P, EU:C:2003:511, σκέψη 54), Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (C‑147/96, EU:C:2000:335, σκέψη 25), Les Verts κατά Κοινοβουλίου (294/83, EU:C:1986:166, σκέψεις 24 έως 27), IBM κατά Επιτροπής (60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 9), και «AETR» (EU:C:1971:32, σκέψεις 38 έως 55). Βλ. επίσης την απόφαση Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 56).
( 77 ) Τούτο στις αποφάσεις Deutsche Shell (C-188/91, EU:C:1992:24, σκέψεις 16 έως 18) και Επιτροπή κατά Ελλάδας (EU:C:2008:642, σκέψεις 19 έως 23).
( 78 ) Βλ. ανωτέρω την υποσημείωση 59.
( 79 ) Εντούτοις, όπως και το Συμβούλιο, φρονώ και εγώ ότι δεν πρόκειται στην υπό κρίση περίπτωση για ζήτημα διευρύνσεως των ορίων των ουσιαστικών αρμοδιοτήτων της Ένωσης σε αντίθεση με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας.
( 80 ) Βλ. Dupuy, P.-M., Droit international public, Παρίσι, Dalloz, 10η έκδοση 2010, σ. 433· Malanczuk, P., Akehurst’s Modern Introduction to International Law, Λονδίνο, Routledge, 7η έκδοση 1997, σ. 54.
( 81 ) Συμφωνία για τα τεχνικά εμπόδια στο εμπόριο («Συμφωνία ΤΒΤ»), παράρτημα 1Α της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΕΕ 1994, L 366, σ. 86) που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο με την απόφαση του Συμβουλίου 94/800/ΕΚ, της 22ας Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ L 336, σ. 1).
( 82 ) Βλ. συναφώς Tamiotti, L., «Art. 2 TBT Agreement», στο: Wolfrum, R. κ.λπ. (επιμ.), Max Planck Commentaries on World Trade Law: Technical Barriers and SPS Measures, Leiden, Brill, 2007, σ. 226.
( 83 ) Μπορώ εδώ να παραλείψω την εξέταση του ζητήματος κατά πόσον στην υπό κρίση υπόθεση συντρέχει πράγματι περίπτωση αποκλειστικής ουσιαστικής αρμοδιότητας της Ένωσης.
( 84 ) Βλ. προσφάτως την απόφαση O (C‑456/12, EU:C:2014:135, σκέψη 50)· βλ. επίσης τις αποφάσεις Ziebell (πρώην Örnek) (C‑371/08, EU:C:2011:809, σκέψη 58), και Winner Wetten (C‑409/06, EU:C:2010:503, σκέψη 64).
( 85 ) Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα V. Trstenjak στην υπόθεση Sapir κ.λπ. (C‑645/11, EU:C:2012:757, σημείο 118), προτάσεις του γενικού εισαγγελέα S. Alber στην υπόθεση Συμβούλιο κατά Busacca κ.λπ. (C‑434/98 P, EU:C:2000:298, σημείο 26).
( 86 ) Άρθρο 49 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 7 ΕΣΔΑ, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), απόφαση K.A. και A.D. κατά Βελγίου της 17ης Φεβρουαρίου 2005 (αριθ. 42758/98 και 45558/99, § 51).
( 87 ) Βλ. Calliess, C., στο: Calliess, C., και Ruffert, M. (επιμ.), EUV/AEUV, Μόναχο, C. H. Beck, 4η έκδοση 2011, άρθρο 5 ΣΕΕ, σκέψη 9.
( 88 ) Βλ. αποφάσεις Eind (C‑291/05, EU:C:2007:771, σκέψεις 43 και 45) και O (C‑456/12, EU:C:2014:135, σκέψη 50).
( 89 ) Απόφαση Haneberg (C‑28/91, EU:C:1992:285, σκέψεις 21 έως 25).
( 90 ) Schmalenbach, K., στο: Calliess, C. και Ruffert, M., Kommentar zu EU-Vertrag und EG-Vertrag, Neuwied, Luchterhand, 2η έκδοση 2002, άρθρο 300, σημείο 74.
( 91 ) Γνωμοδότηση 2/91 (EU:C:1993:106, σκέψη 5)· απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας (EU:C:2009:81, σκέψη 31), προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑45/07, EU:C:2008:642, σημείο 47). Ευρύτερα: απόφαση AETR (EU:C:1971:32, σκέψεις 81 έως 90) (σχετικά με τις μεταβολές αρμοδιοτήτων της Κοινότητας), προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Α. Tizzano στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑433/03, EU:C:2005:153, σημείο 87). Βλ. γενικά Cremona, M., Member States as Trustees of the Community Interest: Participating in International Agreements on Behalf of the European Community, EUI Working Papers 2009/17.
( 92 ) Σημείο 33 των παρουσών προτάσεων.
( 93 ) Επί του εν λόγω ζητήματος, στο πλαίσιο τελολογικής ερμηνείας βλ. τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην απόφαση «CITES» (EU:C:2009:249, σημείο 76). Για κατ’ αναλογία εφαρμογή του κανόνα: Lorenzmeier, S. στο: Grabitz, E. κ.λπ. (επιμ.), Das Recht der Europäischen Union, Μόναχο, C. H. Beck, 51η συμπληρωματική έκδοση 2013, άρθρο 218, σημεία 64 έως 66.
( 94 ) Απόφαση Kramer κ.λπ. (EU:C:1976:114, σκέψεις 44 και 45). Βλ. Hoffmeister, όπως στην ανωτέρω υποσημείωση 2, σ. 59.
( 95 ) Απόφαση «CITES» (EU:C:2009:590, σκέψη 48).
( 96 ) Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (165/87, EU:C:1988:458, σκέψη 19).
( 97 ) Απόφαση «CITES» (EU:C:2009:590, σκέψεις 63 έως 66).
Full & Egal Universal Law Academy