ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
NIILO JÄÄSKINEN
της 8ης Μαΐου 2014 ( 1 )
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑404/12 P και C‑405/12 P
Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
και
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Stichting Natuur en Milieu
και
Pesticide Action Network Europe
«Αίτηση αναιρέσεως — Περιβάλλον — Σύμβαση του Århus — Άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΚ) 1367/2006 — Αίτηση εσωτερικής επανεξετάσεως — Άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως του Århus — Έννοια της νομοθετικής ιδιότητας κατά τη Σύμβαση του Århus — Πράξη εκδοθείσα σύμφωνα με τη “διαδικασία της κανονιστικής επιτροπής” κατά την έννοια της αποφάσεως 1999/468/ΕΚ — Κανονισμός (ΕΚ) 149/2008 για τον καθορισμό ανώτατων ορίων καταλοίπων φυτοφαρμάκων»
I – Εισαγωγή
1.
Οι ασκηθείσες από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C‑404/12 P) και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (C‑405/12 P) αιτήσεις αναιρέσεως αφορούν την ερμηνεία της έννοιας της νομοθετικής ιδιότητας κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως σχετικά με την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για θέματα περιβάλλοντος ( 2 ) (στο εξής: Σύμβαση του Århus). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το κοινό διαθέτει πρόσβαση σε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες, προκειμένου να προσβάλει πράξεις και παραλείψεις οι οποίες συνιστούν παράβαση διατάξεων του εθνικού δικαίου του περιβάλλοντος, διευκρινιζομένου, ωστόσο, ότι οι πράξεις που εκδίδονται από δημόσιες αρχές υπό νομοθετική ιδιότητα εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 3, της εν λόγω Συμβάσεως ( 3 ). Οι διατάξεις αυτές μεταφέρθηκαν στο δίκαιο της Ένωσης με το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1367/2006 ( 4 ) (στο εξής: κανονισμός του Århus).
2.
Ο κανονισμός (ΕΚ) 396/2005 αφορά τα ανώτατα όρια καταλοίπων φυτοφαρμάκων μέσα ή πάνω στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές φυτικής και ζωικής προελεύσεως ( 5 ). Τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 149/2008 ( 6 ) της Επιτροπής, της 29ης Ιανουαρίου 2008, με την προσθήκη των παραρτημάτων ΙΙ, ΙΙΙ και IV για τον καθορισμό ανώτατων ορίων καταλοίπων στα προϊόντα που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι του κανονισμού 396/2005. Ο εν λόγω κανονισμός 149/2008 εκδόθηκε σύμφωνα με την αποκαλούμενη διαδικασία της «κανονιστικής επιτροπής» κατά την έννοια της αποφάσεως 1999/468/ΕΚ περί επιτροπολογίας ( 7 ).
3.
Με αιτήσεις τους στις 7 και 10 Απριλίου 2008, το Stichting Natuur en Milieu και το Pesticide Action Network Europe, ιδρύματα ολλανδικού δικαίου (στο εξής: οργανώσεις προστασίας του περιβάλλοντος), ζήτησαν από την Επιτροπή να προβεί σε εσωτερική επανεξέταση του κανονισμού 149/2008 βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού του Århus. Με δύο αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 2008 (στο εξής: αποφάσεις περί απαραδέκτου), η Επιτροπή απέρριψε τις αιτήσεις αυτές ως απαράδεκτες με την αιτιολογία ότι ο κανονισμός 149/2008 δεν είναι μέτρο με ατομικό περιεχόμενο κατά την έννοια του κανονισμού του Århus και ότι δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να αποτελέσει αντικείμενο της προβλεπόμενης στον εν λόγω κανονισμό διαδικασίας εσωτερικής επανεξετάσεως.
4.
Κατόπιν της προσφυγής που άσκησαν οι οργανώσεις προστασίας του περιβάλλοντος, το Γενικό Δικαστήριο, με την απόφαση Stichting Natuur en Milieu και Pesticide Action Network Europe κατά Επιτροπής (T‑338/08, EU:T:2012:300, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), ακύρωσε τις αποφάσεις περί απαραδέκτου. Έκρινε, ιδίως, ότι η έκδοση του κανονισμού 149/2008 εμπίπτει στο πεδίο των εκτελεστικών εξουσιών της Επιτροπής και, συνεπώς, μπορεί να προκαλέσει αίτηση επανεξετάσεως κατά το άρθρο 10 του κανονισμού του Århus.
5.
Με τις υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως το Συμβούλιο και η Επιτροπή ζητούν την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
6.
Λόγω της ομοιότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως από το Συμβούλιο και του πρώτου προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως της Επιτροπής με τους λόγους που προβάλλονται από τα ίδια αυτά θεσμικά όργανα και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην υπόθεση Συμβούλιο κ.λπ. κατά Vereniging Milieudefensie και Stichting Stop Luchtverontreiniging Utrecht (C‑401/12 P έως C‑403/12 P), στις οποίες αναπτύσσω τις προτάσεις μου επίσης σήμερα, οι υπό κρίση διαφορές συνδέονται στενά με το κρίσιμο στη δεύτερη σειρά υποθέσεων ζήτημα της δυνατότητας απευθείας επικλήσεως του άρθρου 9, παράγραφος 3, της Συμβάσεως του Århus στο πλαίσιο ακυρωτικής διαφοράς για τον έλεγχο νομιμότητας που προβλέπεται στο άρθρο 10 του κανονισμού του Århus.
7.
Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση, τίθεται το προκαταρκτικό ερώτημα, που προκύπτει από τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως της Επιτροπής στην υπόθεση C‑405/12 Ρ, της δυνατότητας εφαρμογής της Συμβάσεως του Århus στην προκειμένη περίπτωση. Συνεπώς, οι παρούσες προτάσεις θα επικεντρωθούν στο ερώτημα εάν, κατά την έκδοση του κανονισμού 149/2008, η Επιτροπή ενήργησε υπό τη νομοθετική ιδιότητα κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως του Århus, γεγονός που θα επέτρεπε την εξαίρεση του προαναφερθέντος κανονισμού από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 3, της προαναφερθείσας Συμβάσεως και, επομένως, του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού του Århus.
II – Το ιστορικό της διαφοράς, η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
8.
Για την περιγραφή του νομικού πλαισίου και του ιστορικού της διαφοράς, για τη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου καθώς και την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παραπέμπω στην απόφαση αυτή.
III – Αιτήματα των διαδίκων και διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
9.
Με την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε στις 3 Σεπτεμβρίου 2012 (υπόθεση C‑404/12 P), το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να απορρίψει στο σύνολό της την προσφυγή που είχαν ασκήσει οι προσφεύγουσες πρωτοδίκως και να τις καταδικάσει από κοινού και εις ολόκληρον στα δικαστικά έξοδα.
10.
Με την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε στις 27 Αυγούστου 2012 (υπόθεση C‑405/12 P), η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ουσίας της υποθέσεως και να απορρίψει την προσφυγή ακυρώσεως των αποφάσεων περί απαραδέκτου, καθώς και να καταδικάσει τις προσφεύγουσες πρωτοδίκως στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή πρωτοδίκως καθώς και στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
11.
Οι υποθέσεις C‑404/12 P και C‑405/12 P ενώθηκαν προς διευκόλυνση της έγγραφης και προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως, με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 21ης Νοεμβρίου 2012.
12.
Την 25η Φεβρουαρίου 2013, οι οργανώσεις προστασίας του περιβάλλοντος κατέθεσαν υπόμνημα επί των αιτήσεων αναιρέσεως. Κατόπιν προσκλήσεως τακτοποιήσεως, την 1η Μαρτίου 2013 οι εν λόγω διάδικοι άσκησαν ανταναίρεση την οποία χαρακτήρισαν ως υπό αίρεση και η οποία έκανε μνεία του άρθρου 176, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
13.
Το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο, η Επιτροπή, οι περιβαλλοντικές οργανώσεις καθώς και η Τσεχική Κυβέρνηση ( 8 ) ανέπτυξαν τα επιχειρήματά τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 10ης Δεκεμβρίου 2013.
IV – Ανάλυση
Α ‑ Επί της εξετάσεως των λόγων αναιρέσεως
14.
Δεδομένου ότι το ζήτημα εάν η έκδοση του κανονισμού 149/2008 εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως του Århus είναι καθοριστικό για την εξέταση της υπό κρίση διαφοράς επί της ουσίας, αρμόζει να ξεκινήσουμε την εξέταση των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως από τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως στην υπόθεση C‑405/12 Ρ. Συγκεκριμένα, το ζήτημα που εγείρεται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως στην υπόθεση C‑405/12 Ρ και με την αίτηση αναιρέσεως στην υπόθεση C‑404/12 Ρ σχετικά με τον έλεγχο νομιμότητας του κανονισμού του Århus υπό το πρίσμα της Συμβάσεως του Århus δεν έχει λόγο υπάρξεως εάν προκύψει ότι η πράξη για την οποία υποβλήθηκε η αίτηση επανεξετάσεως δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο τέτοιου ελέγχου.
Β— Επί του λόγου αναιρέσεως που αφορά τις εξουσίες της Επιτροπής στο πλαίσιο της εκδόσεως του κανονισμού 149/2008 (δεύτερος λόγος αναιρέσεως στην υπόθεση C‑405/12 P)
15.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, στις σκέψεις 65 έως 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η έκδοση από την Επιτροπή του κανονισμού 149/2008 εμπίπτει στην άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο προέβη, κατά την Επιτροπή, σε ερμηνεία η οποία βασίζεται σε μια αμιγώς οργανική προσέγγιση της έννοιας της νομοθετικής ιδιότητας κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως του Århus.
16.
Προς στήριξη των αιτιάσεών της, η Επιτροπή προβάλλει ότι η ερμηνεία της έννοιας της νομοθετικής ιδιότητας κατά την εν λόγω Σύμβαση δεν μπορεί να εξαρτάται από έννοιες οι οποίες αποτελούν ίδιον των Συνθηκών της Ένωσης. Αντιθέτως, πρέπει να στηρίζεται σε μια τελολογική μέθοδο, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Σύμβαση του Århus έχει αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής της τις νομοθετικές πράξεις, για τον λόγο ότι η σχετική ενημέρωση του κοινού εγγυάται η ίδια η νομοθετική διαδικασία ( 9 ). Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, καθώς το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει στην υπόθεση Flachglas Torgau ότι επιβάλλεται η λειτουργική ερμηνεία της έννοιας των «φορέων ή οργάνων που ενεργούν υπό νομοθετική ιδιότητα» ( 10 ), μια τέτοια λειτουργική προσέγγιση είναι επίσης η πλέον κατάλληλη στο πλαίσιο της ερμηνείας της έννοιας της «πράξεως υπό νομοθετική ιδιότητα» κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως του Århus. Προσθέτει ότι το Δικαστήριο έχει, άλλωστε, παραπέμψει στη διάταξη αυτή στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 2, σημείο 2, της οδηγίας 2003/4/ΕΚ ( 11 ) (στο εξής: οδηγία για την πρόσβαση στις πληροφορίες).
1. Επί της έννοιας της νομοθεσίας κατά τη Σύμβαση του Århus
α) Γενικές παρατηρήσεις
17.
Καταρχάς, σύμφωνα με πάγια νομολογία, μια διεθνής συνθήκη πρέπει να ερμηνεύεται βάσει του γράμματός της αλλά και υπό το πρίσμα των σκοπών της. Το άρθρο 31 της Συμβάσεως της Βιέννης, της 23ης Μαΐου 1969, περί του δικαίου των συνθηκών, καθώς και το ταυτάριθμο άρθρο της Συμβάσεως της Βιέννης, της 21ης Μαρτίου 1986, περί του δικαίου των συνθηκών μεταξύ κρατών και διεθνών οργανισμών ή μεταξύ διεθνών οργανισμών, που καταγράφουν υπ’ αυτήν την έννοια το γενικό διεθνές εθιμικό δίκαιο, διευκρινίζουν ότι οι συνθήκες πρέπει να ερμηνεύονται με καλή πίστη, σύμφωνα με τη συνήθη έννοια που αποδίδεται στους όρους τους σε συνάρτηση με τα συμφραζόμενα, και υπό το πρίσμα του αντικειμένου και του σκοπού τους ( 12 ).
18.
Από το προοίμιο της Συμβάσεως του Århus προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν αναγνωρίσει τη σημασία της προστασίας, της διαφυλάξεως και της βελτιώσεως της καταστάσεως του περιβάλλοντος καθώς και της «διαφάνειας σε όλους τους κλάδους της κυβέρνησης», καλώντας συγχρόνως τα νομοθετικά όργανα να εφαρμόζουν τις αρχές της Συμβάσεως στις εργασίες τους ( 13 ). Υπό το πρίσμα αυτών των σκοπών πρέπει, επομένως, να αξιολογηθεί η έννοια που θέλησαν να προσδώσουν οι συντάκτες της εν λόγω Συμβάσεως στις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 9, παράγραφος 3, της Συμβάσεως του Århus.
19.
Δεν αμφισβητείται, συναφώς, ότι η Σύμβαση του Århus δεν ορίζει την έννοια της πράξεως ή του οργάνου που ενεργεί υπό νομοθετική ιδιότητα. Στο άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, η Σύμβαση του Århus περιορίζεται να εξαιρέσει από το πεδίο εφαρμογής της τις «δημόσιες αρχές» που ενεργούν «υπό δικαστική ή νομοθετική ιδιότητα». Η διάταξη αυτή είναι ουσιώδης προκειμένου να προσδιοριστεί το περιεχόμενο του άρθρου 9, παράγραφος 3 της εν λόγω Συμβάσεως, δεδομένου ότι οι πράξεις που έχουν εκδοθεί από δημόσιες αρχές υπό τη νομοθετική τους ιδιότητα δεν εμπίπτουν στο πεδίο των διαδικασιών στις οποίες διαθέτει πρόσβαση, σύμφωνα με το τελευταίο αυτό άρθρο, το κοινό σε περίπτωση παραβάσεων των διατάξεων του εθνικού δικαίου του περιβάλλοντος.
20.
Δεύτερον, όσον αφορά τη γένεση της επίμαχης εκφράσεως, οι εργασίες που οδήγησαν στη σύναψη της Συμβάσεως του Århus παρέχουν λίγα μόνο στοιχεία, τα οποία δεν επιτρέπουν σαφή συμπεράσματα.
21.
Σημειώνεται ότι κατά το στάδιο της τρίτης συνόδου της ομάδας εργασίας η οποία ήταν επιφορτισμένη με την κατάρτιση του σχεδίου της Συμβάσεως του Århus, οι συζητήσεις αφορούσαν την έκφραση «λήψη αποφάσεως σε περιβαλλοντικά θέματα», η οποία είχε θεωρηθεί ότι δεν εφαρμόζεται ούτε στις νομοθετικές ούτε στις δικαστικές αποφάσεις ( 14 ). Κατά την τέταρτη σύνοδο η έκφραση «λήψη αποφάσεων σε περιβαλλοντικά θέματα» θεωρήθηκε ότι σημαίνει «κάθε διαδικασία που ορίζεται στην εθνική νομοθεσία και ακολουθείται από τις δημόσιες αρχές για την έκδοση αποφάσεων που ρυθμίζουν, κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας, ζητήματα σχετικά με το περιβάλλον. Δεν εφαρμόζεται στις δικαστικές και στις νομοθετικές πράξεις ούτε σε άλλες κανονιστικές πράξεις γενικής φύσεως».
22.
Όσον αφορά την έκφραση «δημόσια αρχή», είχε προταθεί, κατά την τέταρτη σύνοδο, ο ορισμός της ως «κάθε δημόσια αρχή ή υψηλόβαθμος δημόσιος υπάλληλος που, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, έχει αρμοδιότητα να λαμβάνει αποφάσεις εφαρμογής των νόμων και των κανονισμών σχετικά με το περιβάλλον ή να συλλέγει, καταρτίζει ή διαδίδει πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον. Η έκφραση αυτή δεν περιλαμβάνει τα νομοθετικά και δικαστικά όργανα» (υπογράμμιση δική μου). Η έννοια της εκφράσεως «δημόσια αρχή» αποφασίστηκε οριστικά κατά την έκτη σύνοδο εξαιρώντας τα «όργανα που παρεμβαίνουν υπό δικαστική ή νομοθετική ιδιότητα».
23.
Επιπλέον, λαμβάνοντας θέση επί του ζητήματος των πράξεων που εκδίδονται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης που ενεργούν στο πλαίσιο της νομοθετικής τους αρμοδιότητας, η Επιτροπή συμμορφώσεως με τη Σύμβαση του Århus επισήμανε ότι, προκειμένου να αποδειχθεί πιθανή παράβαση του δικαίου του περιβάλλοντος, πρέπει να συνεκτιμηθεί η μορφή που λαμβάνει η επίμαχη διαδικασία λήψεως αποφάσεων ( 15 ). Ως εκ τούτου προκύπτει ότι κατά τον χαρακτηρισμό μιας αποφάσεως, πράξεως ή παραλείψεως κατά την έννοια της Συμβάσεως του Århus, η ονομασία της κατά το εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου μέρους δεν είναι αποφασιστικής σημασίας ( 16 ).
24.
Τρίτον, είναι χρήσιμο να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να αναφερθεί στο άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως του Århus, ιδίως στο πλαίσιο των υποθέσεων σχετικά με την οδηγία για την πρόσβαση στις πληροφορίες καθώς και με την οδηγία 85/337/EOK ( 17 ) (στο εξής: οδηγία για τη μελέτη επιπτώσεων).
25.
Στη νομολογία του σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας για τη μελέτη επιπτώσεων, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η εξαίρεση σχεδίου από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο της 1, παράγραφος 5, από δύο προϋποθέσεις. Η πρώτη απαιτεί το σχέδιο να εγκρίνεται καταλεπτώς με ειδική νομοθετική πράξη. Σύμφωνα με τη δεύτερη, οι σκοποί της οδηγίας, συμπεριλαμβανομένου αυτού της παροχής πληροφοριών, πρέπει να επιτυγχάνονται μέσω της νομοθετικής διαδικασίας ( 18 ).
26.
Στην υπόθεση Boxus κ.λπ., σχετικά με τον χαρακτηρισμό ενός εθνικού διατάγματος το οποίο προσέδιδε νομοθετική ισχύ σε ορισμένα είδη πολεοδομικών αδειών υπό το πρίσμα του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας για τη μελέτη επιπτώσεων και της Συμβάσεως του Århus, το Δικαστήριο έκρινε ιδίως, επισημαίνοντας συγχρόνως τη διαδικαστική αυτονομία των κρατών μελών, ότι το άρθρο 9 της Συμβάσεως του Århus και το άρθρο 10α της εν λόγω οδηγίας θα στερούνταν «παντός πρακτικού αποτελέσματος αν το γεγονός και μόνον ότι ένα σχέδιο εγκρίνεται με νομοθετική πράξη […] είχε ως συνέπεια το σχέδιο αυτό να μην υπόκειται τελικώς σε οποιαδήποτε προσφυγή με την οποία να μπορεί να αμφισβητηθεί η ουσιαστική και η τυπική νομιμότητά του, υπό το πρίσμα των διατάξεων αυτών» ( 19 ). Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι το ζήτημα αν η νομοθετική πράξη ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που προβλέπει η οδηγία για τη μελέτη επιπτώσεων πρέπει να μπορεί να υπόκειται σε έλεγχο, υπό το πρίσμα των εθνικών δικονομικών κανόνων, ασκούμενο από δικαστήριο ή άλλο ανεξάρτητο και αμερόληπτο όργανο που έχει συσταθεί με νόμο ( 20 ).
27.
Όσον αφορά την οδηγία για την πρόσβαση στις πληροφορίες, το Δικαστήριο έχει δεχθεί, στην απόφαση Flachglas Torgau, τη λειτουργική ερμηνεία της έννοιας των «φορέων ή των οργάνων που ενεργούν υπό νομοθετική ιδιότητα», κατά την οποία μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτουν στον εν λόγω ορισμό τα υπουργεία που, δυνάμει του εθνικού δικαίου, είναι επιφορτισμένα με την προετοιμασία των νομοσχεδίων, την υποβολή τους στο Κοινοβούλιο και τη συμμετοχή στη νομοθετική διαδικασία, ιδίως μέσω της υποβολής γνωμοδοτήσεων ( 21 ). Το Δικαστήριο υπογράμμισε συναφώς την πολυμορφία των διαδικασιών που θεωρούνται νομοθετικές από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.
28.
Σημειώνεται, εντούτοις, ότι στις υποθέσεις αυτές το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της ερμηνείας ειδικών διατάξεων των οικείων οδηγιών υπό το πρίσμα της Συμβάσεως του Århus, γεγονός το οποίο δεν επιτρέπει την ανεπιφύλακτη εφαρμογή της νομολογίας αυτής στην παρούσα υπόθεση.
β) Επί των κριτηρίων που καθιστούν δυνατή την οριοθέτηση της έννοιας της νομοθετικής ιδιότητας όπως χρησιμοποιείται στη Σύμβαση του Århus
29.
Κατά τη γνώμη μου, υπάρχουν ζητήματα αρχής που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ερμηνεία της εξαιρέσεως των πράξεων που εμπίπτουν στη νομοθετική δραστηριότητα κατά την έννοια της Συμβάσεως του Århus.
30.
Καταρχάς, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, η ερμηνεία του όρου «νομοθεσία» όπως χρησιμοποιείται σε πράξη δημόσιου διεθνούς δικαίου πρέπει να διατηρεί την αυτοτελή φύση της σε σχέση με το εσωτερικό δίκαιο των συμβαλλομένων μερών. Συγκεκριμένα, η ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως του Århus δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στις αναφορές που αποτελούν ίδιον ενός ορισμένου συστήματος, αλλά θα πρέπει να προέρχεται από μια συνολική ανάλυση, συνεκτιμώντας δεόντως τον πρωταρχικό σκοπό της Συμβάσεως, ήτοι την προστασία του περιβάλλοντος και την εγκαθίδρυση ενός δημοκρατικού μηχανισμού που θα επιτρέπει στους πολίτες να συμμετέχουν ενεργά στη διαδικασία αυτή.
31.
Συγκεκριμένα, η εξαίρεση των νομοθετικών πράξεων από το πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως του Århus δεν μπορεί να έχει το περιεχόμενο που θα της προσέδιδε μια ανάλυση βασισμένη στο εθνικό δίκαιο. Καταρχάς, το δημόσιο διεθνές δίκαιο δεν ρυθμίζει την κατανομή των κανονιστικών αρμοδιοτήτων εντός της έννομης τάξεως των συμβαλλομένων μερών. Αντιθέτως, επιβάλλει τη διασφάλιση του σκοπού της Συμβάσεως στο σύνολό της.
32.
Δεύτερον, από το συνδυασμό των άρθρων 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και 9, παράγραφος 3, της Συμβάσεως του Århus, προκύπτει ότι ο σκοπός του συστήματος που θεσπίστηκε από την εν λόγω Σύμβαση είναι η παροχή της δυνατότητας στο κοινό να αμφισβητεί και να ελέγχει την εφαρμογή κανόνων του δικαίου του περιβάλλοντος, με άλλα λόγια να ενεργεί με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των κανόνων του εθνικού δικαίου του περιβάλλοντος σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Ως εκ τούτου, το κοινό δεν έχει το δικαίωμα να ελέγχει ή ακόμη και να απαιτεί την υιοθέτηση ενός ορισμένου επιπέδου προστασίας σε θέματα περιβάλλοντος.
33.
Έτσι, ο κύριος σκοπός της Συμβάσεως του Århus είναι η εισαγωγή ενός μηχανισμού ελέγχου της νομιμότητας που δίνει στο κοινό τη δυνατότητα να προκαλεί την κίνηση διοικητικού ή δικαστικού ελέγχου σε περίπτωση παραβάσεως κανόνα δικαίου του περιβάλλοντος κατά την εφαρμογή του ( 22 ).
34.
Συναφώς, το κριτήριο για τον καθορισμό εάν μια πράξη εμπίπτει ή όχι στην κατηγορία των νομοθετικών πράξεων κατά την έννοια της Συμβάσεως θα μπορούσε να είναι η ύπαρξη ενός υπέρτερου κανόνα δικαίου του περιβάλλοντος. Πράγματι, για τους σκοπούς του άρθρου 9, παράγραφος 3, της Συμβάσεως του Århus, ο έλεγχος πρέπει να ασκείται υπό το πρίσμα των «διατάξεων του εθνικού δικαίου [ ( 23 ) ] σχετικά με το περιβάλλον». Οι ιδιώτες μπορούν συνεπώς να επικαλούνται την παράβαση, μέσω της προσβαλλόμενης πράξης, ενός τέτοιου κανόνα. Κατά συνέπεια, η πράξη δημόσιας αρχής που προσβάλλεται πρέπει οπωσδήποτε να καταλαμβάνει κατώτερη θέση στην ιεραρχία των κανόνων σε σχέση με τις προμνημονευθείσες διατάξεις του εθνικού δικαίου του περιβάλλοντος, δεδομένου ότι η Σύμβαση εκκινεί από την παραδοχή ότι η εν λόγω πράξη μπορεί να αντιβαίνει στις διατάξεις αυτές.
35.
Ως εκ τούτου, οι κανόνες του δικαίου της Ένωσης των οποίων η συμφωνία ή μη επί της ουσίας δεν δύναται να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα διατάξεως του δικαίου του περιβάλλοντος της Ένωσης, συνιστούν, καταρχήν, πράξεις νομοθετικής φύσεως κατά την έννοια της Συμβάσεως του Århus. Εντούτοις, λαμβάνοντας υπόψη τον αυτοτελή χαρακτήρα της έννοιας της νομοθεσίας κατά την εν λόγω Σύμβαση, είναι σημαντικό να μην εμμείνουμε, συναφώς, στη διάκριση, που αποτελεί ίδιον του δικαίου της Ένωσης, μεταξύ νομοθετικών και εκτελεστικών πράξεων. Εξάλλου, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε προσφάτως ότι οι περιπτώσεις που περιγράφονται στα άρθρα 290 ΣΛΕΕ και 291 ΣΛΕΕ και αφορούν αντίστοιχα τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και τις εκτελεστικές πράξεις στο δίκαιο της Ένωσης δεν συνιστούν εξαντλητικό σύστημα ( 24 ).
36.
Τρίτον, φρονώ ότι η Σύμβαση του Århus σκοπεί ευλόγως στην εξαίρεση του ελέγχου της συνταγματικότητας υπό ευρεία έννοια όσον αφορά τις πράξεις που εκδίδονται στον τομέα του δικαίου του περιβάλλοντος.
37.
Υπό το πρίσμα αυτών των σκέψεων πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα εάν η έκδοση του κανονισμού 149/2008 αφορά νομοθετικά προνόμια κατά την έννοια της Συμβάσεως του Århus.
2. Επί της φύσεως των εξουσιών που άσκησε η Επιτροπή κατά την έκδοση του κανονισμού 149/2008
α) Επί της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
38.
Στις σκέψεις 64 έως 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε κυρίως σε δύο στοιχεία για να εκτιμήσει ότι η Επιτροπή δεν έχει εκδώσει τον κανονισμό 149/2008 υπό νομοθετική ιδιότητα. Αφενός, υπενθύμισε ότι τα παραρτήματα του κανονισμού 396/2005 έπρεπε να θεσπιστούν σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 7 της αποφάσεως 1999/468 περί επιτροπολογίας. Αφετέρου, αναφέρθηκε στον οδηγό για την εφαρμογή της Συμβάσεως του Århus ( 25 ), από τον οποίο προκύπτει ότι η Επιτροπή πρέπει να θεωρείται ως αρχή κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 3, της Συμβάσεως του Århus.
39.
Πρέπει επομένως να εξεταστεί αν η αιτιολογία αυτή είναι βάσιμη, αν υποτεθεί ότι είναι επαρκής, πράγμα το οποίο ωστόσο δεν αμφισβήτησε η Επιτροπή.
β) Επί του ιστορικού θεσπίσεως του κανονισμού 149/2008
40.
Καταρχάς επισημαίνεται ότι, για την επίτευξη των σκοπών που απαριθμούνται στο άρθρο 191 ΣΛΕΕ, το δίκαιο της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος περιλαμβάνει κανόνες εξαιρετικής πολυμορφίας, όπως ιδίως κανόνες σχετικούς με την καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος και της ατμοσφαιρικής μολύνσεως, αυτούς που αφορούν το ζήτημα της αειφόρου αναπτύξεως, κανόνες σχετικούς με τη διαχείριση των αποβλήτων, την προστασία των υδάτων και του εδάφους, την προστασία της βιοποικιλότητας, κανόνες που αφορούν τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων σε θέματα περιβάλλοντος, καθώς και κανόνες σχετικούς με την πολιτική προστασία, συμπεριλαμβανομένης της αντιμετωπίσεως καταστροφών, και με την προστασία κατά του θορύβου. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή ασκεί συγχρόνως αρμοδιότητες αυστηρά διοικητικές, όταν επί παραδείγματι εγκρίνει την κυκλοφορία στην αγορά ενός γενετικώς μεταλλαγμένου οργανισμού (ΓΜΟ), καθώς και κανονιστικές αρμοδιότητες, κατά την έκδοση λεπτομερέστερων κανόνων, συχνά μέσω της επιτροπολογίας, όταν για παράδειγμα θεσπίζει ή συμπληρώνει τα παραρτήματα μιας βασικής πράξεως. Ωστόσο, αυτή η τελευταία περίπτωση δεν επιδέχεται μια μονοσήμαντη ερμηνεία υπό το πρίσμα της έννοιας της νομοθετικής δραστηριότητας κατά τη Σύμβαση του Århus. Αυτό συμβαίνει ιδιαιτέρως στην περίπτωση της εκδόσεως από την Επιτροπή του κανονισμού 149/2008.
41.
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι αφετηρία της εκδόσεως του επίμαχου κανονισμού είναι ο κανονισμός 396/2005, ο οποίος καθορίζει τα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια καταλοίπων φυτοφαρμάκων τα οποία μπορεί να εντοπίζονται σε προϊόντα φυτικής ή ζωικής προελεύσεως που προορίζονται για κατανάλωση από ανθρώπους ή ζώα. Δεδομένου ότι αυτά τα ανώτατα όρια καταλοίπων (στο εξής: ΑΟΚ) περιλαμβάνουν, αφενός, ειδικά ΑΟΚ για ορισμένα τρόφιμα που προορίζονται για ανθρώπινη ή ζωική κατανάλωση και, αφετέρου, ένα γενικό όριο που εφαρμόζεται εφόσον δεν έχει καθοριστεί κανένα ειδικό ΑΟΚ, ο κανονισμός 396/2005 απαιτούσε τη διαδοχική κατάρτιση πλήθους παραρτημάτων, από την έκδοση των οποίων εξαρτιόταν εφαρμογή μέρους των κεφαλαίων του κανονισμού 396/2005 ( 26 ).
42.
Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ξεκίνησε με την έκδοση του κανονισμού (ΕΚ) 178/2006 ( 27 ) θεσπίζοντας το παράρτημα Ι του κανονισμού 396/2005, που απαριθμεί τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές επί των οποίων εφαρμόζονται ανώτατα όρια καταλοίπων φυτοφαρμάκων.
43.
Ακολούθως, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 149/2008 με τον οποίο προστέθηκαν τα άλλα τρία παραρτήματα (ΙΙ, ΙΙΙ και IV) όπου καθορίζονται τα ΑΟΚ για τα προϊόντα που περιλαμβάνονται στο προαναφερθέν παράρτημα Ι του κανονισμού 396/2005.
44.
Συγκεκριμένα, το παράρτημα ΙΙ εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού 396/2005. Περιλαμβάνει τα ανώτατα όρια για τα ΑΟΚ που έχουν καθοριστεί προγενέστερα σύμφωνα με τις ειδικές οδηγίες για τα σιτηρά, για τα τρόφιμα ζωικής προελεύσεως και ορισμένα προϊόντα φυτικής προελεύσεως, συμπεριλαμβανομένων των φρούτων και των λαχανικών ( 28 ).
45.
Το παράρτημα ΙΙΙ εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 22 του κανονισμού 396/2005 και καλύπτει ιδίως ( 29 ) τα προσωρινά ΑΟΚ που εφαρμόζονται στις δραστικές ουσίες των οποίων δεν έχει αποφασιστεί ακόμη η εγγραφή ή μη στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ ( 30 ) σχετικά με τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα.
46.
Τέλος, ορισμένες δραστικές ουσίες δεν υπόκεινται σε κανένα όριο καταλοίπων. Πρόκειται για δραστικές ουσίες που περιέχονται σε φυτοπροστατευτικά προϊόντα οι οποίες αξιολογούνται δυνάμει της οδηγίας 91/414 και για τις οποίες κανένα ΑΟΚ δεν έχει κριθεί απαραίτητο. Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 396/2005, καθορίζονται και απαριθμούνται στο παράρτημα IV του εν λόγω κανονισμού.
47.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι εκδίδοντας τον κανονισμό 149/2008, η Επιτροπή συμπλήρωσε μια βασική πράξη νομοθετικής φύσεως. Η σκέψη αυτή δεν προδικάζει ωστόσο τη φύση των εξουσιών που άσκησε η Επιτροπή στο πλαίσιο αυτό, από την άποψη της εφαρμογής της Συμβάσεως του Århus. Πρέπει επομένως να εξεταστεί η διαδικασία εκδόσεως του κανονισμού 149/2008.
γ) Επί της διαδικασίας εκδόσεως του κανονισμού 149/2008
48.
Επιβάλλεται η υπόμνηση, υπό το πρίσμα της αποφάσεως Meroni κατά Ανώτατης Αρχής ( 31 ), ότι οι συνέπειες που προκύπτουν από τη μεταβίβαση εξουσιών είναι πολύ διαφορετικές ανάλογα με το αν αυτή αφορά σαφώς οριοθετημένες εκτελεστικές εξουσίες, η άσκηση των οποίων, ως εκ τούτου, επιδέχεται αυστηρό έλεγχο υπό το πρίσμα αντικειμενικών κριτηρίων καθοριζόμενων από τη μεταβιβάζουσα αρχή, ή αν η μεταβίβαση αφορά «διακριτική εξουσία, που προϋποθέτει ευρεία ελευθερία εκτιμήσεως και μπορεί, ανάλογα με τον τρόπο ασκήσεώς της, να αποτελέσει έκφραση πραγματικής οικονομικής πολιτικής». Το Δικαστήριο επισήμανε επίσης στην απόφαση αυτή ότι η πρώτου είδους μεταβίβαση δεν είναι ικανή να μεταβάλει αισθητά τις συνέπειες της ασκήσεως των εξουσιών τις οποίες αφορά, ενώ η δεύτερου είδους μεταβίβαση, στο πλαίσιο της οποίας οι επιλογές της μεταβιβάζουσας αρχής υποκαθίστανται από τις επιλογές της αρχής υπέρ της οποίας συντελείται, αποτελεί «πραγματική μετάθεση ευθύνης» ( 32 ).
49.
Μέχρι την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, η έκφραση «εκτελεστικές εξουσίες» περιελάμβανε δύο είδη διακριτών εξουσιών παρά τη διαφορετική φύση τους. Επρόκειτο, αφενός, για την εξουσία εκδόσεως κανονιστικής πράξεως που τροποποιούσε ή συμπλήρωνε βασική νομοθετική πράξη και, αφετέρου, την εξουσία εφαρμογής ή εκτελέσεως, σε επίπεδο Ένωσης, νομοθετικής πράξεως της Ένωσης ή ορισμένων εκ των διατάξεών της ( 33 ).
50.
Εντούτοις, πρέπει να επισημανθεί ότι στο δίκαιο της Ένωσης, ακόμη και μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, η διάκριση μεταξύ νομοθετήσεως και εκτελέσεως παραμένει συχνά αόριστη. Συγκεκριμένα, όπως τόνισε και ο γενικός εισαγγελέας P. Cruz Villalón, η διάκριση μεταξύ των κατ’ εξουσιοδότηση και των εκτελεστικών πράξεων δεν προκύπτει μόνον από τη διαφορά μεταξύ νομοθετήσεως (έστω και κατ’ εξουσιοδότηση) και εκτελέσεως, αλλά επιπροσθέτως από το γεγονός ότι οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις είναι το αποτέλεσμα της ασκήσεως ιδίας κανονιστικής αρμοδιότητας της Ένωσης, ενώ οι εκτελεστικές πράξεις είναι ο καρπός της (επικουρικής) ασκήσεως από την Επιτροπή (ή το Συμβούλιο) μιας αρμοδιότητας που κατ’ αρχήν ανήκει στα κράτη μέλη ( 34 ).
51.
Συναφώς, επισημαίνεται ότι κατ’ εφαρμογή των άρθρων 5, 21 και 22 του κανονισμού 396/2005 ως είχαν κατά τον χρόνο εκδόσεως του κανονισμού 149/2008 ( 35 ), ο τελευταίος εκδόθηκε δυνάμει της καλούμενης διαδικασίας «της κανονιστικής επιτροπής» κατά την έννοια του άρθρου 5 της αποφάσεως 1999/468 περί επιτροπολογίας.
52.
Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, μετά την παρουσίαση ενός σχεδίου μέτρου στη μόνιμη επιτροπή για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων ( 36 ) (στο εξής: μόνιμη επιτροπή), η λήψη του μέτρου απαιτούσε να λάβει η Επιτροπή ειδική πλειοψηφία υπέρ του σχεδίου. Εάν η μόνιμη επιτροπή δεν ήταν σε θέση να ψηφίσει με ειδική πλειοψηφία υπέρ του σχεδίου της Επιτροπής, ή εάν ψήφιζε με ειδική πλειοψηφία κατά του σχεδίου, το μέτρο θα έπρεπε να αναπεμφθεί ενώπιον του Συμβουλίου. Το Συμβούλιο μπορούσε είτε να αποδεχθεί το μέτρο είτε να το αναπέμψει ενώπιον της Επιτροπής. Σε περίπτωση μη λήψεως αποφάσεως από το Συμβούλιο εντός τριών μηνών, η Επιτροπή μπορούσε να λάβει το μέτρο υπό την αρχική του μορφή. Στην περίπτωση αυτή, το Κοινοβούλιο διέθετε ένα δικαίωμα επιβλέψεως, υπό την έννοια ότι, για τα μέτρα που στηρίζονται σε βασικές πράξεις εκδοθείσες με τη διαδικασία της συναποφάσεως, το Κοινοβούλιο μπορούσε να εκδώσει μη δεσμευτικό ψήφισμα αν έκρινε ότι η Επιτροπή είχε υπερβεί τις εκτελεστικές αρμοδιότητές της.
53.
Προκύπτει, συνεπώς, εκ πρώτης όψεως, ότι η ακολουθηθείσα διαδικασία παρουσιάζει ορισμένο σύνδεσμο με τη νομοθετική δραστηριότητα. Πράγματι, ήταν μια διαδικασία στην οποία συμμετείχαν τα τρία θεσμικά όργανα της Ένωσης που μπορούν να ασκήσουν νομοθετικές εξουσίες και που οδήγησε στην έκδοση πράξεως γενικής ισχύος περιλαμβάνουσα διατάξεις που αφορούν, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό, το δίκαιο του περιβάλλοντος.
54.
Γεγονός ωστόσο παραμένει ότι η έκδοση των τροποποιήσεων των παραρτημάτων μιας βασικής πράξεως ως συνέπεια της εξελίξεως των επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως πράξη αμιγώς εκτελεστική κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης. Στη διαπίστωση αυτή, πράγματι, στηρίχθηκε η τροποποίηση της διαδικασίας εκδόσεως των παραρτημάτων των οδηγιών 86/362, 86/363 και 90/642 ( 37 ). Υπενθυμίζω ότι τα παραρτήματα αυτά στη συνέχεια περιελήφθησαν στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 396/2005.
55.
Επομένως, η διαδικασία εκδόσεως του κανονισμού 149/2008 δεν είναι από μόνη της καθοριστική για τον προσδιορισμό της φύσεως των εξουσιών που ασκήθηκαν από την Επιτροπή, προκειμένου να καθοριστεί το πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως του Århus. Ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί το περιεχόμενο των εξουσιών της Επιτροπής.
δ) Επί του περιεχομένου των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής
56.
Επισημαίνω ότι ο κανονισμός 396/2005 αποτελεί ένα ιδιαίτερο και καινοτόμο εργαλείο ως προς το ότι έχει θεσπίσει για πρώτη φορά ένα κοινό όριο ύψους 0,01 mg/kg σε ευρωπαϊκό επίπεδο για όλα τα είδη των φυτοφαρμάκων, χωρίς να προβεί σε διάκριση μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών τροφίμων. Αυτό το γενικό όριο εφαρμόζεται «ελλείψει άλλου», δηλαδή σε κάθε περίπτωση που δεν έχει οριστεί ΑΟΚ ειδικά για ένα προϊόν ή ένα είδος προϊόντος. Η επιλογή της εκδόσεως της πράξεως υπό τη μορφή κανονισμού προοριζόμενου να καταργήσει πλήθος ειδικών οδηγιών δικαιολογήθηκε από το γεγονός ότι αυτό το είδος πράξεως εγγυάται ότι οι συγκεκριμένες διατάξεις του θα εφαρμοστούν ταυτόχρονα και με τον ίδιο τρόπο σε όλη την Ένωση. Προκύπτει συνεπώς ότι ένας από τους κύριους σκοπούς, στο όνομα της προστασίας της δημόσιας υγείας, ήταν η ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων για τα ΑΟΚ.
57.
Βάσει αυτής της λογικής, η έκδοση των παραρτημάτων του κανονισμού 396/2005 μέσω του κανονισμού 149/2008 πλαισιώθηκε από άλλες πράξεις του παράγωγου δικαίου σε θέματα περιβάλλοντος. Έτσι, το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 396/2005, όπως έχει θεσπιστεί βάσει του κανονισμού 149/2008, ενσωμάτωσε τα ΑΟΚ που είχαν οριστεί προγενέστερα με τις οδηγίες 86/362, 86/363 και 90/642, τα παραρτήματα των οποίων τροποποιούνταν τακτικά και περιελάμβαναν τον κατάλογο των προϊόντων και των ανώτατων επιτρεπόμενων ορίων καταλοίπων φυτοφαρμάκων. Το παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 396/2005, όπως θεσπίστηκε βάσει του κανονισμού 149/2008, το οποίο περιέχει έναν κατάλογο προσωρινών ΑΟΚ, αποτελούνταν από δύο μέρη. Το μέρος Α περιελάμβανε κατάλογο προσωρινών ΑΟΚ για τις δραστικές ουσίες που δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο ΑΟΚ δυνάμει των οδηγιών 86/362, 86/363 και 90/642. Το μέρος Β κάλυπτε τα προσωρινά ΑΟΚ για τα προϊόντα που δεν είχαν οριστεί στο παράρτημα Ι των οδηγιών 86/362, 86/363 και 90/642. Το παράρτημα IV του κανονισμού 396/2005 συνιστούσε κατάλογο των δραστικών ουσιών φυτοπροστατευτικών προϊόντων οι οποίες αξιολογούνται δυνάμει της οδηγίας 91/414 και για τις οποίες δεν απαιτούνται ΑΟΚ.
58.
Είναι γεγονός ότι αυτά τα παραρτήματα του κανονισμού 396/2005 υποβάλλονταν σε τακτικές τροποποιήσεις. Δυνάμει του άρθρου 14 του κανονισμού 396/2005, στο πλαίσιο της διαδικασίας θεσπίσεως, τροποποιήσεως ή καταργήσεως ΑΟΚ, η Επιτροπή μπορούσε να εκδώσει είτε κανονισμό είτε απορριπτική απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 7 του εν λόγω κανονισμού ( 38 ).
59.
Συναφώς, κρίνω πρωταρχικής σημασίας την επισήμανση ότι ένα ΑΟΚ συνιστά καθεαυτό έναν κανόνα του δικαίου του περιβάλλοντος που θεσπίζεται από την Επιτροπή στο πλαίσιο της επιτροπολογίας. Το δικαίωμα κάθε ιδιώτη που δικαιολογεί ειδικό συμφέρον ως προς το περιεχόμενό της να υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση άδειας για τη χρήση προϊόντος, με συνέπεια την τροποποίηση υφιστάμενου ΑΟΚ, δεν αναιρεί το συμπέρασμα αυτό. Συγκεκριμένα, στο στάδιο της άδειας αυτής, θα πρόκειται για εφαρμογή ενός ήδη θεσπισμένου κανόνα.
60.
Επιπλέον, ένας ιδιώτης δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη θέσπιση ενός ΑΟΚ αυτοτελώς.
61.
Ωστόσο, όπως έχω ήδη επισημάνει, η ερμηνεία της έννοιας της νομοθετικής ιδιότητας κατά τη Σύμβαση του Århus πρέπει να έχει ως γνώμονα τη δομή του άρθρου 9, παράγραφος 3, της Συμβάσεως του Århus, από το οποίο προκύπτει κατ’ ουσίαν ότι αυτή σκοπεί στην εγκαθίδρυση ενός μηχανισμού ελέγχου της εφαρμογής, και όχι της θεσπίσεως, κανόνων του δικαίου του περιβάλλοντος.
62.
Επιπροσθέτως, εκτιμώ ότι, στο πλαίσιο της εκδόσεως του κανονισμού 149/2008, η Επιτροπή διέθετε εξουσίες οι οποίες προσομοιάζουν σε κωδικοποίηση των προϋπαρχουσών διατάξεων μέσω της συμπεριλήψεώς τους στα παραρτήματα του κανονισμού 149/2008.
63.
Βεβαίως, οι εξουσίες της Επιτροπής εν προκειμένω υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο από την άποψη της ασκήσεως των κατ’ εξουσιοδότηση νομοθετικών ή των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της. Εντούτοις, δεν υφίστανται, εν προκειμένω, κανόνες του δικαίου του περιβάλλοντος που θα μπορούσαν να περιορίσουν την αρμοδιότητα της Επιτροπής και με γνώμονα τους οποίους θα μπορούσε να ασκηθεί ο σκοπούμενος από τη Σύμβαση του Århus έλεγχος.
64.
Τέλος, υπενθυμίζω ότι η δυνατότητα εφαρμογής του κεφαλαίου ΙΙ του κανονισμού 396/2005, στο οποίο περιλαμβάνεται το άρθρο 14, εξαρτήθηκε από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 149/2008.
65.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω να κριθεί ότι κατά την έκδοση του κανονισμού 149/2008 η Επιτροπή ενήργησε υπό νομοθετική ιδιότητα κατά την έννοια της Συμβάσεως του Århus.
66.
Ως εκ τούτου, κρίνοντας στη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η έκδοση του κανονισμού 149/2008 εμπίπτει στις εκτελεστικές αρμοδιότητες της Επιτροπής, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Πρέπει, συνεπώς, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Γ ‑ Επί των λοιπών λόγων αναιρέσεως
67.
Υπό το πρίσμα της λύσεως που προτείνεται στο σημείο 66 των προτάσεων, παρέλκει να εξεταστούν οι λοιποί προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως στις υποθέσεις C‑404/12 P και C‑405/12 P. Το ίδιο ισχύει και για την ανταναίρεση που ασκήθηκε από τις οργανώσεις προστασίας του περιβάλλοντος.
V – Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
68.
Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, αν η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου αναιρεθεί, το Δικαστήριο μπορεί είτε το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο για να την κρίνει. Εν προκειμένω, φρονώ ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις ώστε το Δικαστήριο να αποφανθεί το ίδιο επί της διαφοράς. Πράγματι, τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι διάδικοι ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου περιλαμβάνονται στα υπομνήματα που αντηλλάγησαν κατά την έγγραφη διαδικασία ενώπιον του δικαιοδοτικού αυτού οργάνου.
69.
Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου οι οργανώσεις προστασίας του περιβάλλοντος υποστήριξαν ότι, εκτιμώντας ότι ο κανονισμός 149/2008 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μέτρο με ατομικό περιεχόμενο ούτε ως δέσμη αποφάσεων, η Επιτροπή κακώς έκρινε απαράδεκτες τις αιτήσεις τους για εσωτερική επανεξέταση του κανονισμού αυτού.
70.
Λαμβανομένου υπόψη του συλλογισμού που αναπτύσσεται στα σημεία 16 έως 60 των παρουσών προτάσεων, από τα οποία προκύπτει κατ’ ουσίαν ότι η έκδοση του κανονισμού 149/2008 εμπίπτει στην άσκηση νομοθετικών αρμοδιοτήτων κατά την έννοια της Συμβάσεως του Århus, προτείνω την απόρριψη αυτού του λόγου ακυρώσεως.
71.
Είναι γεγονός ότι οι διάδικοι δεν είχαν την ευκαιρία να λάβουν θέση στον πρώτο βαθμό επί των εκτιμήσεων σχετικά με τη φύση των ασκηθεισών από την Επιτροπή αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο της εκδόσεως του κανονισμού 149/2008. Πράγματι, διαπιστώνεται ότι οι αποφάσεις περί απαραδέκτου της Επιτροπής στηρίζονται αποκλειστικά στη γενική ισχύ του κανονισμού 149/2008, στοιχείο που συνιστά ελλιπή αιτιολογία κατά τη γνώμη μου. Εντούτοις, οι εν λόγω αποφάσεις είναι βάσιμες κατά το ότι απορρίπτουν τις αιτήσεις εσωτερικής επανεξετάσεως ως απαράδεκτες. Δεδομένου όμως ότι ο κανονισμός 149/2008 συνιστά σαφώς μέτρο γενικής ισχύος, καθώς και ότι η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει τη νομοθετική δραστηριότητα κατά την έννοια της Συμβάσεως του Århus, η αιτιολογία αυτή αρκεί για τη θεμελίωση των εν λόγω αποφάσεων ( 39 ).
72.
Δεδομένου ότι ο κανονισμός 149/2008 δεν εμπίπτει κατά τη γνώμη μου στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως του Århus, παρέλκει να εξεταστεί ο δεύτερος πρωτοδίκως προβληθείς λόγος ακυρώσεως.
VI – Πρόταση
73.
Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Stichting Natuur en Milieu και Pesticide Action Network Europe κατά Επιτροπής (T‑338/08, EU:T:2012:300),
—
να απορρίψει την προσφυγή ακυρώσεως των δύο αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 1ης Ιουλίου 2008, με τις οποίες απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες οι αιτήσεις επανεξετάσεως του κανονισμού (ΕΚ) 149/2008 της Επιτροπής, της 29ης Ιανουαρίου 2008, ο οποίος τροποποίησε τον κανονισμό (ΕΚ) 396/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με την προσθήκη των παραρτημάτων ΙΙ, ΙΙΙ και IV για τον καθορισμό ανώτατων ορίων καταλοίπων στα προϊόντα που καλύπτονται από το παράρτημα Ι,
—
να καταδικάσει τα Stichting Natuur en Milieu και Pesticide Action Network Europe από κοινού και εις ολόκληρον στα δικαστικά έξοδα καθώς και στα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Επιτροπής,
—
να αποφανθεί ότι η Τσεχική Δημοκρατία φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Η εν λόγω Σύμβαση εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2005/370/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 2005 (ΕΕ L 124, σ. 1)
( 3 ) Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου για την ερμηνεία των διατάξεων της Συμβάσεως του Århus, βλ. απόφαση Lesoochranárske zoskupenie (C‑240/09, EU:C:2011:125, σκέψη 31).
( 4 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, για την εφαρμογή στα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας των διατάξεων της Συμβάσεως του Ώρχους, σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (EE L 264, σ. 13). Σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού οιαδήποτε μη κυβερνητική οργάνωση δικαιούται να ζητήσει εσωτερική επανεξέταση από όργανο ή οργανισμό της Κοινότητας που εξέδωσε διοικητική πράξη δυνάμει του δικαίου του περιβάλλοντος ή, σε περίπτωση προβαλλόμενης διοικητικής παράλειψης, που θα έπρεπε να είχε εκδώσει την πράξη αυτή.
( 5 ) Κανονισμός (ΕΚ) 396/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Φεβρουαρίου 2005, για τα ανώτατα όρια καταλοίπων φυτοφαρμάκων μέσα ή πάνω στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές φυτικής και ζωικής προέλευσης και για την τροποποίηση της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 70, σ. 1).
( 6 ) ΕΕ L 58, σ. 1.
( 7 ) Απόφαση του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή, όπως έχει τροποποιηθεί με την απόφαση 2006/512/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 2006 (ΕΕ L 200, σ. 11).
( 8 ) Η αίτηση παρεμβάσεως της Τσεχικής Κυβερνήσεως, η οποία κατατέθηκε μετά την εκπνοή της προβλεπόμενης προθεσμίας, έγινε δεκτή μόνο για τους σκοπούς της προφορικής διαδικασίας.
( 9 ) Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση Flachglas Torgau (C‑204/09, EU:C:2012:71, σκέψη 43).
( 10 ) Σκέψεις 49 επ. της αποφάσεως.
( 11 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και για την κατάργηση της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 41, σ. 26).
( 12 ) Βλ. απόφαση IATA και ELFAA (C‑344/04, EU:C:2006:10, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 13 ) Βλ. πέμπτη και ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της Συμβάσεως του Århus.
( 14 ) Βλ., έκθεση της τρίτης συνόδου . Η έννοια αυτή θεωρήθηκε ότι σημαίνει τη διαδικασία που ακολουθείται από δημόσια αρχή για την εφαρμογή αποφάσεων σχετικά με το περιβάλλον σε εθνικό επίπεδο, περιφερειακό ή τοπικό, σύμφωνα με τον ορισμό που δίνεται στη νομοθεσία του συμβαλλόμενου κράτους.
( 15 ) European Union ACCC/C/2008/32 (Part I), ECE/MP.PP/C.1/2011/4/Add.1, Μάιος 2011, σημείο 61, σε Case Law of the Århus Convention Compliance Committee, 2004-2011, σ. 12 και 13: «set out in article 2, paragraph 2, of the Convention, the EU institutions do not act as public authorities when they perform in their legislative capacity, with the effect that these forms of decision-making are not covered by article 9 of the Convention. Thus, in order to establish noncompliance in a specific case, the Committee will have to consider the form of decision-making challenged before the EU Courts».
( 16 ) «When determining how to categorize a decision, and act or an omission under the Convention, its label in the domestic law of a Party in not decisive» ACCC/C/2005/11 (Belgium) ECE/MP.PP/C.1/2006/4/Add.2, σημείο 29· European Union ACCC/C/2008/32 (Part I), ECE/MP.PP/C.1/2011/4/Add.1, Μάιος 2011, σημείο 71.
( 17 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 175, σ. 40).
( 18 ) Αποφάσεις WWF κ.λπ. (C‑435/97, EU:C:1999:418, σκέψη 57), Boxus κ.λπ. (C‑128/09 έως C‑131/09, C‑134/09 και C‑135/09, EU:C:2011:667, σκέψη 37), Solvay κ.λπ. (C‑182/10, EU:C:2012:82, σκέψη 31), και Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας κ.λπ. (C‑43/10, EU:C:2012:560, σκέψη 79).
( 19 ) Απόφαση Boxus κ.λπ. (EU:C:2011:667, σκέψη 53).
( 20 ) Όπ.π. (σκέψη 54).
( 21 ) EU:C:2012:71 (σκέψεις 49 έως 51).
( 22 ) Βλ., συναφώς, και με την επιφύλαξη της αποφάσεως του Δικαστηρίου στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑401/12 P έως C‑403/12 P, παραδείγματα μη νομοθετικών πράξεων γενικής όμως εφαρμογής που μπορούν να εμπίπτουν στη διαδικασία εσωτερικής επανεξετάσεως κατά την έννοια του άρθρου 10 του κανονισμού του Århus: το άρθρο 9 της οδηγίας 98/83/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Νοεμβρίου 1998, σχετικά με την ποιότητα του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης (EE L 330, σ. 32), καθώς και την εκτελεστική απόφαση της Επιτροπής, της 30ής Οκτωβρίου 2013, για την επιβεβαίωση των μέσων ειδικών εκπομπών CO2 και των στόχων για τις ειδικές εκπομπές των κατασκευαστών επιβατικών αυτοκινήτων για το ημερολογιακό έτος 2012, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) 443/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 289, σ. 71).
( 23 ) Πρέπει να σημειωθεί ότι το δίκαιο της Ένωσης θεωρείται ως «εθνικό δίκαιο» για τους σκοπούς του άρθρου 9, παράγραφος 3, της Συμβάσεως του Århus. «In this context, when applied to the EU, the reference to “national law” should be interpreted as referring to the domestic law of the EU (βλ. ACCC/C/2006/18 (Denmark) ECE/MP.PP/2008/5/Add.4, σημείο 27, και European Union ACCC/C/2008/32 (Part I), ECE/MP.PP/C.1/2011/4/Add.1, Μάιος 2011, σημείο 76.
( 24 ) Βλ. απόφαση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑270/12, EU:C:2014:18, σκέψεις 77 έως 86).
( 25 ) Προσβάσιμος στην ιστοσελίδα: , σ. 42.
( 26 ) Σύμφωνα με το άρθρο 50 του κανονισμού 396/2005, τα κεφάλαια II, III και V αρχίζουν να εφαρμόζονται έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του τελευταίου κανονισμού με τον οποίον θεσπίζονται τα παραρτήματα Ι, ΙΙ, ΙΙΙ και IV.
( 27 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 1ης Φεβρουαρίου 2006, για την τροποποίηση του κανονισμού 396/2005 με σκοπό την κατάρτιση του παραρτήματος I όπου απαριθμούνται τα τρόφιμα και οι ζωοτροφές για τα οποία ισχύουν τα ανώτατα όρια καταλοίπων φυτοφαρμάκων (ΕΕ L 29, σ. 3).
( 28 ) Οδηγία 86/362/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, που αφορά τον καθορισμό των ανωτάτων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων μέσα και πάνω στα σιτηρά (ΕΕ L 221, σ. 37), οδηγία 86/363/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, που αφορά τον καθορισμό των ανωτάτων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων πάνω και μέσα στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης (ΕΕ L 221, σ. 43), και οδηγία 90/642/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1990, που αφορά τον καθορισμό των ανώτατων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επάνω ή μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών (ΕΕ L 350, σ. 71).
( 29 ) Εκτός αν δεν παρατίθενται ήδη στο παράρτημα ΙΙ, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 45, παράγραφος 2, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που παρέχουν τα κράτη μέλη, κατά περίπτωση της αιτιολογημένης γνώμης που προβλέπεται στο άρθρο 24, των παραγόντων που προβλέπονται στο άρθρο 14, παράγραφος 2, και ορισμένων ΑΟΚ. Το παράρτημα ΙΙΙ μπορεί επίσης να περιλαμβάνει άλλα προϊόντα, όπως τα νέα αγροτικά προϊόντα που παρατίθενται στο παράρτημα Ι του κανονισμού 396/2005 (βλ. αιτιολογική σκέψη 4 του κανονισμού 149/2008).
( 30 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων (ΕΕ L 230, σ. 1).
( 31 ) 10/56, EU:C:1958:8.
( 32 ) Βλ. απόφαση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (EU:C:2014:18, σκέψεις 41 και 42).
( 33 ) Σαφής οριοθέτηση μεταξύ των δύο αυτών περιπτώσεων είχε προταθεί από τη Συνέλευση για το Μέλλον της Ευρώπης και περιελήφθη στη Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης. Εν τέλει, η καινοτομία αυτή αποτυπώθηκε στη Συνθήκη της Λισσαβώνας στα άρθρα 290 ΣΛΕΕ και 291 ΣΛΕΕ (βλ. τις προτάσεις μου στην απόφαση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, EU:C:2013:562).
( 34 ) Βλ. σημείο 57 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Ρ. Cruz Villalón στην υπόθεση Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑427/12, EU:C:2013:871).
( 35 ) Πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο του 2, ο κανονισμός 149/2008 τέθηκε σε ισχύ έξι μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα, ήτοι την 1η Σεπτεμβρίου 2008. Στο μεσοδιάστημα, όμως, ο κανονισμός 396/2005 είχε τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) 299/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ο οποίος εκδόθηκε στις 11 Μαρτίου 2008 και τέθηκε σε ισχύ στις 10 Απριλίου 2008 (ΕΕ L 97, σ. 67). Η έκδοση του κανονισμού 299/2008 είχε κριθεί απαραίτητη ιδίως με την απόφαση 2006/512/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 2006, περί τροποποιήσεως της αποφάσεως 1999/468 (ΕΕ L 200, σ. 11). Η απόφαση 2006/512 καθιέρωσε την καλούμενη «κανονιστική διαδικασία με έλεγχο» για τη λήψη μέτρων γενικής ισχύος με σκοπό την τροποποίηση των μη ουσιωδών στοιχείων μιας βασικής πράξεως. Δυνάμει του άρθρου 1 του κανονισμού 299/2008, το άρθρο 45 του κανονισμού 396/2005 τροποποιήθηκε κατά το ότι στο εξής προέβλεπε δύο διαφορετικές διαδικασίες επιτροπολογίας, ήτοι τη διαδικασία της κανονιστικής επιτροπής και τη νέα κανονιστική διαδικασία με έλεγχο. Επιπλέον, το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 396/2005 αντικαταστάθηκε ώστε η κατάρτιση του παραρτήματος IV του κανονισμού 396/2005 να υπόκειται στην κανονιστική διαδικασία με έλεγχο.
( 36 ) Κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφάλειας των τροφίμων (ΕΕ L 31, σ. 1).
( 37 ) Βλ. οδηγία 97/41/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1997, για την τροποποίηση των οδηγιών 76/895/ΕΟΚ, 86/362, 86/363 και 90/642 περί του καθορισμού της μέγιστης περιεκτικότητας για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επί και εντός των οπωροκηπευτικών, μέσα και πάνω στα σιτηρά, πάνω και μέσα στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης, και επάνω και μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών, αντιστοίχως (ΕΕ L 184, σ. 33), και ιδίως σχέδιο της εν λόγω οδηγίας που περιλαμβάνει την αιτιολογική έκθεση [COM(95) 272 τελικό, σ. 8].
( 38 ) Δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού 396/2005, «όταν ένα κράτος μέλος προβλέπει τη χορήγηση άδειας ή προσωρινής άδειας για τη χρήση φυτοπροστατευτικού προϊόντος σύμφωνα με την οδηγία 91/414, εξετάζει αν, συνεπεία της χρήσεως αυτής, ένα υφιστάμενο ΑΟΚ που περιλαμβάνεται στο παράρτημα II ή III του παρόντος κανονισμού χρειάζεται να τροποποιηθεί, αν πρέπει να καθοριστεί νέο ΑΟΚ ή αν η δραστική ουσία θα πρέπει να περιληφθεί στο παράρτημα IV. Εν ανάγκη, καλεί το μέρος που ζητεί την άδεια να υποβάλει αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 7». Το άρθρο 7 καθορίζει τους όρους υποβολής της αιτήσεως.
( 39 ) Βλ., mutatis mutandis, απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής (C‑321/09 P, EU:C:2011:218, σκέψη 61).
Full & Egal Universal Law Academy