ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PAOLO MENGOZZI
της 5ης Σεπτεμβρίου 2013 ( 1 )
Υπόθεση C‑413/12
Asociación de Consumidores Independientes de Castilla y León
κατά
Anuntis Segunda Mano SL
[αίτηση της Audiencia Provincial de Salamanca (Ισπανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές — Κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να παύσει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών — Αγωγή παραλείψεως ασκηθείσα από ένωση προστασίας καταναλωτών — Υποχρέωση ασκήσεως της αγωγής ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου της κατοικίας ή της επαγγελματικής εγκαταστάσεως — Αδυναμία ασκήσεως εφέσεως κατά της αποφάσεως που διαπιστώνει την κατά τόπον αναρμοδιότητα — Αποτελεσματική δικαστική προστασία — Δικονομική αυτονομία — Αρχή της αποτελεσματικότητας»
1.
Σε ποιο βαθμό μπορεί η επιδίωξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών να επηρεάζει τη δικονομική αυτονομία των κρατών μελών όσον αφορά τις αγωγές παραλείψεως που ασκούνται από τις ενώσεις προστασίας των καταναλωτών; Πρέπει, προκειμένου να διασφαλισθεί ο αποτελεσματικός περιορισμός των καταχρηστικών ρητρών, να αναγνωρισθεί στις ενώσεις αυτές η δυνατότητα ασκήσεως εφέσεως κατά διατάξεως που διαπιστώνει την κατά τόπον αναρμοδιότητα του επιληφθέντος δικαστηρίου, ακόμη και αν το εθνικό δίκαιο αποκλείει γενικώς τη δυνατότητα αυτή, και να ισχύει και γι’ αυτές το προνομιακό καθεστώς όσον αφορά τον καθορισμό του αρμοδίου δικαστηρίου, το οποίο ισχύει μέχρι τούδε μόνο για τους ίδιους τους καταναλωτές; Αυτή είναι κατ’ ουσίαν η φύση των προβλημάτων που ανακύπτουν στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Η οδηγία 93/13/ΕΟΚ
2.
Η εικοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές ( 2 ), ορίζει ότι «άτομα ή οργανισμοί που, σύμφωνα με την νομοθεσία ενός κράτους μέλους, έχουν έννομο συμφέρον να προστατεύουν τον καταναλωτή, πρέπει να έχουν τη δυνατότητα προσφυγής κατά των συμβατικών όρων που συντάσσονται με σκοπό τη γενικευμένη χρήση μέσα στις συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές, και ειδικά κατά των καταχρηστικών ρητρών, είτε ενώπιον δικαστικής αρχής είτε ενώπιον διοικητικού οργάνου που είναι αρμόδιο να αποφασίζει για τις καταγγελίες ή και να κινεί τις κατάλληλες δικαστικές διαδικασίες- […] αυτή η δυνατότητα δεν συνεπάγεται πάντως εκ των προτέρων έλεγχο των γενικών όρων που χρησιμοποιούνται σε δεδομένο οικονομικό τομέα».
3.
H εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/13 ορίζει, στη συνέχεια, ότι «οι δικαστικές αρχές και τα διοικητικά όργανα πρέπει να διαθέτουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα ώστε να θέτουν τέρμα στην εφαρμογή των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται με τους καταναλωτές».
4.
Το άρθρο 7 της οδηγίας 93/13 ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.
2. Τα μέσα αυτά περιλαμβάνουν διατάξεις που δίνουν σε άτομα ή οργανισμούς που έχουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ορισθεί ως έχοντες έννομο συμφέρον για την προστασία των καταναλωτών, τη δυνατότητα να προσφύγουν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων ή διοικητικών οργάνων, τα οποία αποφαίνονται για το εάν συμβατικές ρήτρες, που έχουν συνταχθεί με σκοπό τη γενικευμένη χρήση, έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα και εφαρμόζουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα για να πάψει η χρησιμοποίηση των ρητρών αυτών.
[…]»
Β – Το ισπανικό δίκαιο
5.
Το σχετικό με την κρινόμενη αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως εθνικό νομικό πλαίσιο μπορεί να συνοψισθεί ως εξής.
6.
Κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Ley 1/2000 de Enjunciamento Civil ( 3 ), στο εξής: LEC), οι αγωγές αναγνωρίσεως της ακυρότητας ρητρών σχετικών με τους γενικούς όρους συναλλαγών ασκούνται ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του ενάγοντος. Όταν πρόκειται για αγωγές παραλείψεως, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να παύσει συγκεκριμένη συμπεριφορά ή να αποφύγει την επανάληψή της στο μέλλον ( 4 ), αρμόδιο, αντιθέτως, είναι το δικαστήριο του τόπου κατοικίας του εναγομένου ή του τόπου στον οποίο ο εναγόμενος –ο επαγγελματίας– έχει την εγκατάστασή του, υπό την προϋπόθεση ότι ο τόπος κατοικίας ή εγκαταστάσεως βρίσκεται στην ισπανική επικράτεια ( 5 ). Ο τελευταίος αυτός κανόνας περί της κατά τόπον αρμοδιότητας εφαρμόζεται, επομένως, όταν η αγωγή ασκείται προς υπεράσπιση τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο των συμφερόντων των καταναλωτών ( 6 ) και όταν ασκείται από ένωση προστασίας των καταναλωτών η οποία πληροί τις προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος ( 7 ).
7.
Οι αποφάσεις που διαπιστώνουν την κατά τόπον αναρμοδιότητα του επιληφθέντος δικαστηρίου δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα ( 8 ).
II – Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
8.
Η Associación de Consumidores Independientes de Castilla y León (στο εξής: ACICL) είναι ένωση προστασίας των καταναλωτών εγγεγραμμένη στο μητρώο των οργανώσεων καταναλωτών και χρηστών της αυτόνομης κοινότητας της Καστίλης και Λεόν στην Ισπανία. Έχει την έδρα της στη Σαλαμάνκα. Αριθμεί 110 μέλη και ο προϋπολογισμός της για το 2010 ανερχόταν σε 3941 ευρώ. Η δράση της περιορίζεται, από γεωγραφικής απόψεως, στο έδαφος της εν λόγω κοινότητας. Η ACICL δεν είναι μέλος ομοσπονδίας ενώσεων ούτε άλλης ενώσεως ή οργανώσεως καταναλωτών σε περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο. Πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις για να υπερασπίζεται δικαστικώς τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών.
9.
Πρωτοδίκως, η ACICL άσκησε ενώπιον του Juzgado de Primera Instancia no 4 y de lo Mercantil de Salamanca (Πρωτοδικείο αρ. 4 και Εμποροδικείο της Σαλαμάνκα, Ισπανία) αγωγή παραλείψεως κατά της εταιρίας Anuntis Segunda Mano, η οποία έχει την εγκατάστασή της στην περιφέρεια της Βαρκελώνης. Η αγωγή είχε ακριβώς ως αντικείμενο να αναγνωρισθεί η ακυρότητα ορισμένων διατάξεων που περιέχουν οι γενικοί όροι χρήσεως οι οποίοι περιλαμβάνονται στη δικτυακή πύλη της εν λόγω εταιρίας ( 9 ), λόγω του ότι συνιστούν καταχρηστικές ρήτρες, και να παύσει για το μέλλον η προβαλλόμενη ως καταχρηστική συμπεριφορά.
10.
Με διάταξη της 6ης Απριλίου 2011, το Juzgado de Primera Instancia no 4 y de lo Mercantil de Salamanca έκρινε εαυτό αναρμόδιο να εκδικάσει την αγωγή παραλείψεως που άσκησε ενώπιόν του η ACICL. Κατά το δικαστήριο αυτό, από το άρθρο 52, παράγραφος 1, σημείο 14, του LEC προκύπτει ότι αρμόδιο να επιληφθεί αγωγών παραλείψεως που ασκούνται προς υπεράσπιση συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών είναι το δικαστήριο του τόπου στον οποίο ο εναγόμενος έχει την εγκατάστασή του. Το Juzgado de Primera Instancia no 4 y de lo Mercantil de Salamanca διευκρίνισε, πάντως, ότι ήταν δυνατή η άσκηση εφέσεως κατά της διατάξεως περί αναρμοδιότητας που εξέδωσε, μολονότι κανένας εθνικός κανόνας δεν προβλέπει τη δυνατότητα αυτή.
11.
Κατά συνέπεια, η Audiencia Provincial de Salamanca επελήφθη της εφέσεως που άσκησε η ACICL. Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ανακύπτουν δύο κατηγορίες προβλημάτων.
12.
Αφενός, κατ’ εφαρμογή των εθνικών δικονομικών κανόνων, ειδικότερα δε των άρθρων 60 και 67 του LEC, οι αποφάσεις με τις οποίες διαπιστώνεται η κατά τόπον αναρμοδιότητα δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, οπότε, εάν η ACICL επιθυμεί την επί της ουσίας εκδίκαση της αγωγής παραλείψεως που άσκησε, είναι υποχρεωμένη να προσφύγει αποκλειστικά ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου της έδρας του εναγομένου. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, υπό τις συνθήκες αυτές, η αδυναμία ασκήσεως εφέσεως κατά των αποφάσεων των ισπανικών δικαστηρίων που διαπιστώνουν την κατά τόπον αναρμοδιότητά τους στο πλαίσιο ατομικών αγωγών παραλείψεως που ασκούνται προς υπεράσπιση των συμφερόντων των καταναλωτών, συνιστά εμπόδιο στην επίτευξη του σκοπού ο οποίος επιδιώκεται από το δίκαιο της Ένωσης γενικώς και από την οδηγία 93/13/ΕΟΚ ειδικότερα, ήτοι να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών. Εάν συνέβαινε αυτό, το αιτούν δικαστήριο θα έπρεπε να θέσει εκποδών τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, προκειμένου να αποφανθεί επί της εκκρεμούς ενώπιόν του εφέσεως.
13.
Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν συνάδει, πρώτον, προς το δίκαιο της Ένωσης, δεύτερον, προς τον σκοπό της διασφαλίσεως υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών και, τρίτον, προς τη σημασία που αναγνωρίζεται στις αγωγές που ασκούνται, στον τομέα αυτόν, από τις ενώσεις προστασίας των καταναλωτών, ο κανόνας περί αρμοδιότητας κατά τον οποίο η αγωγή παραλείψεως μιας τέτοιας ενώσεως πρέπει να ασκείται ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου της κατοικίας ή του τόπου στον οποίο ο επαγγελματίας έχει την εγκατάστασή του, αγωγή από την άσκηση της οποίας η ACICL θα έπρεπε, τελικά, να παραιτηθεί λόγω του χαμηλού προϋπολογισμού της και του κατά τόπον περιορισμένου πεδίου δραστηριότητάς της.
14.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Audiencia provincial de Salamanca αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν της διαδικασία και, με διάταξη που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Σεπτεμβρίου 2012, υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Δύναται η Audiencia Provincial [de Salamanca] να εκδικάσει, ως εθνικό δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπό το πρίσμα της προστασίας που κατοχυρώνει υπέρ των καταναλωτών η οδηγία [93/13/ΕΟΚ], και παρά την έλλειψη σχετικής εθνικής ρυθμίσεως, την έφεση κατά αποφάσεως του [Juzgado de Primera Instancia no 4 y de lo Mercantil de Salamanca] με την οποία κρίθηκε ότι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου [όπου ο εναγόμενος έχει την εγκατάστασή του] είναι το κατά τόπον αρμόδιο να εκδικάσει την αγωγή παραλείψεως που άσκησε ένωση καταναλωτών περιορισμένης γεωγραφικής εμβέλειας, με περιορισμένο προϋπολογισμό και αριθμό μελών και η οποία δεν είναι μέλος άλλων ενώσεων καταναλωτών ή ομοσπονδιών ενώσεων;
2)
Έχουν τα άρθρα 4 [ΣΛΕΕ], 12 [ΣΛΕΕ], 114 [ΣΛΕΕ] και 169 [ΣΛΕΕ] και το άρθρο 38 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδυασμό με την οδηγία 93/13 και τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, καθώς και την πρακτική αποτελεσματικότητα των οδηγιών και τις αρχές της ισοδυναμίας και αποτελεσματικότητας, την έννοια ότι το δικαστήριο που είναι κατά τόπον αρμόδιο να εκδικάσει αγωγή παραλείψεως της χρήσεως καταχρηστικών ρητρών, προς υπεράσπιση των συλλογικών ή ατομικών συμφερόντων των καταναλωτών και των χρηστών, την οποία άσκησε ένωση καταναλωτών περιορισμένης γεωγραφικής εμβέλειας, με περιορισμένο προϋπολογισμό και αριθμό μελών και η οποία δεν είναι μέλος άλλων ενώσεων καταναλωτών ή ομοσπονδιών ενώσεων, είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου [εγκαταστάσεως] της εν λόγω ενώσεως και όχι του τόπου κατοικίας του εναγομένου;»
III – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
15.
Η εκκαλούσα της κύριας δίκης, η Ισπανική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου.
IV – Νομική ανάλυση
Α – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
16.
Κατ’ αρχάς, θα εξετάσω το επιχείρημα της Ισπανικής Κυβέρνησης σχετικά με το απαράδεκτο του πρώτου αυτού ερωτήματος πριν υπενθυμίσω, στη συνέχεια, τις αρχές που απορρέουν από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και που είναι χρήσιμες για τις σκέψεις που αναπτύσσω. Τέλος, θα αναλύσω την έλλειψη, στην έννομη τάξη κράτους μέλους, δικαστικής κρίσεως δύο βαθμών δικαιοδοσίας όσον αφορά την κατά τόπον αρμοδιότητα υπό το πρίσμα των προαναφερθεισών αρχών και, ειδικότερα, της αρχής της αποτελεσματικότητας.
1. Επί του παραδεκτού του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
17.
Πρέπει να απορριφθεί ευθύς εξαρχής το επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως ότι το πρώτο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο είναι απαράδεκτο, λόγω του ότι πρόκειται για αμιγώς εσωτερική υπόθεση, και ότι ο επίμαχος δικονομικός κανόνας θα πρέπει, κατά συνέπεια, να αναλυθεί υπό το πρίσμα και μόνο της αποτελεσματικής έννομης προστασίας την οποία εγγυάται το ισπανικό Σύνταγμα. Αρκεί, συναφώς, να υπομνησθεί ότι η αγωγή που ασκήθηκε από την ACICL ενώπιον του Juzgado de Primera Instancia no 4 y de lo Mercantil de Salamanca και ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατατείνει στην αναγνώριση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών που χρησιμοποίησε η εφεσίβλητη εταιρία της κύριας δίκης και αφορά, επομένως, προδήλως, τον ένδικο χαρακτήρα της προβλεπόμενης από την οδηγία 93/13 προστασίας των καταναλωτών, ενδεχομένως μέσω της επεμβάσεως των ενώσεων προστασίας των καταναλωτών του άρθρου 7, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας.
2. Επί της αρχής της αποτελεσματικότητας ως περιορισμού της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών
18.
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μεριμνούν ώστε «να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις». Το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν αυτά τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα πρέπει να περιλαμβάνουν τη δυνατότητα ασκήσεως εφέσεως κατά αποφάσεως περί διαπιστώσεως της κατά τόπον αναρμοδιότητας η οποία εκδόθηκε επί αγωγής ενώσεως προστασίας των καταναλωτών.
19.
Η οδηγία 93/13 δεν προβαίνει στην εναρμόνιση των δικονομικών μέσων που διαθέτουν οι εν λόγω ενώσεις. Πάντως, κατά το Δικαστήριο, «η ελευθερία επιλογής των μέσων και μεθόδων που διασφαλίζουν την εφαρμογή μιας οδηγίας διατηρεί ακέραια την υποχρέωση κάθε κράτους που είναι αποδέκτης της οδηγίας να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας σύμφωνα με τον επιδιωκόμενο σκοπό» ( 10 ). Κατά πάγια νομολογία, «[η] απορρέουσα από οδηγία υποχρέωση των κρατών μελών να επιτύχουν το αποτέλεσμα που η οδηγία αυτή προβλέπει, καθώς και το καθήκον τους, δυνάμει του άρθρου [4, παράγραφος 3, ΣΕΕ], να λαμβάνουν όλα τα γενικά ή ειδικά μέτρα που μπορούν να διασφαλίσουν την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής ισχύουν για όλες τις εθνικές αρχές των κρατών αυτών, περιλαμβανομένων, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, των δικαστικών αρχών» ( 11 ) στις οποίες «απόκειται, ειδικότερα, να διασφαλίζουν τη νομική προστασία που παρέχουν στους πολίτες οι διατάξεις του δικαίου [της Ένωσης] και να κατοχυρώνουν το πλήρες αποτέλεσμα αυτών» ( 12 ). Επιπλέον, ελλείψει σχετικής νομοθεσίας της Ένωσης –όπως συμβαίνει στην περίπτωση της διαφοράς της κύριας δίκης– «στην εσωτερική έννομη τάξη εκάστου κράτους μέλους εναπόκειται ο καθορισμός των αρμοδίων δικαστηρίων και η ρύθμιση των δικονομικών λεπτομερειών των ενδίκων προσφυγών που σκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης» ( 13 ), υπό την επιφύλαξη της αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων αυτών ( 14 ).
20.
Επιπλέον, από πάγια νομολογία προκύπτει συναφώς ότι «οι δικονομικές προϋποθέσεις για την άσκηση των ενδίκων μέσων και βοηθημάτων που αποσκοπούν στην κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία παρέχει στα άτομα το δίκαιο της Ένωσης δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκές από τις ισχύουσες για τα ένδικα βοηθήματα του εθνικού δικαίου (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε πρέπει να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας)» ( 15 ).
21.
Το σύνολο των σκέψεων αυτών πρέπει να εμπνεύσει την ανάλυση του ζητήματος που εξετάζεται εν προκειμένω.
3. Επί της ελλείψεως δικαστικής κρίσεως δύο βαθμών δικαιοδοσίας υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας
22.
Επομένως, η περίπτωση της διαφοράς της κύριας δίκης πρέπει πράγματι να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. Δεν τίθεται, πάντως, ζήτημα ως προς την αρχή της ισοδυναμίας εν προκειμένω. Επομένως, πρέπει να εξακριβωθεί πώς έχει η κατάσταση σε σχέση με την αρχή της αποτελεσματικότητας.
23.
Γενικώς, πρέπει να τονισθεί ότι, όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών, το δίκαιο της Ένωσης δεν περιλαμβάνει ειδική υποχρέωση ως προς τον αριθμό των βαθμών δικαιοδοσίας που οφείλουν να προβλέπουν τα κράτη μέλη. Η αρχιτεκτονική του δικαιοδοτικού συστήματος εμπίπτει πλήρως στη δικονομική αυτονομία των κρατών μελών. Επιπλέον, αναγνωρίζεται ότι οι Συνθήκες δεν εκφράζουν την πρόθεση δημιουργίας άλλων μέσων ένδικης προστασίας πλην των ήδη προβλεπομένων, εκτός εάν από την οικονομία της επίμαχης εθνικής εννόμου τάξεως προέκυπτε ότι δεν υφίσταται κανένα ένδικο μέσο που να επιτρέπει, έστω και παρεμπιπτόντως, τη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης ( 16 ).
24.
Το παρόν ερώτημα εγείρει το πρόβλημα της αδυναμίας ασκήσεως εφέσεως κατά αποφάσεως που κρίνει ότι το επιληφθέν δικαστήριο είναι κατά τόπον αναρμόδιο και ορίζει το κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο ενώπιον του οποίου πρέπει να αχθεί η διαφορά. Όπως υπενθύμισε η Επιτροπή, ο μόνος κανόνας που υφίσταται σε επίπεδο Ένωσης σχετικά με το ζήτημα αυτό αφορά τα ίδια τα δικαστήρια της Ένωσης. Το άρθρο 54, δεύτερο εδάφιο, του πρωτοκόλλου 3 περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχει προσαρτηθεί στις Συνθήκες, προβλέπει ότι «[ε]άν το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι αρμόδιο να εκδικάσει προσφυγή που υπάγεται στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, την παραπέμπει στο Δικαστήριο· ομοίως, εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι αρμόδιο για την εκδίκαση της προσφυγής είναι το Γενικό Δικαστήριο, την παραπέμπει σε αυτό, το οποίο δεν μπορεί σε τέτοια περίπτωση να κρίνει ότι είναι αναρμόδιο» ( 17 ). Οι εν λόγω αποφάσεις περί παραπομπής δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα ( 18 ).
25.
Είναι μεν αληθές ότι η παραπομπή υποθέσεως από ένα δικαστήριο της Ένωσης σε άλλο δεν συνεπάγεται τα ίδια, οφειλόμενα στη γεωγραφική θέση, μειονεκτήματα σε σχέση με αυτά που ανακύπτουν στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης.
26.
Πλην όμως –και αυτό είναι βασικό για την ορθή κατανόηση του πρώτου ερωτήματος– το ερώτημα αυτό αφορά την εκτίμηση της συμβατότητας προς το δίκαιο της Ένωσης του εθνικού δικονομικού κανόνα κατά τον οποίο οι διαπιστώνουσες την κατά τόπον αναρμοδιότητα αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα –ήτοι του άρθρου 67, παράγραφος 1, του LEC–, ενώ τα εν λόγω μειονεκτήματα οφείλονται στην εφαρμογή του κανόνα ότι μια ένωση προστασίας των καταναλωτών πρέπει να ασκήσει αγωγή παραλείψεως ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου της κατοικίας ή του τόπου στον οποίον ο επαγγελματίας έχει την εγκατάστασή του –ήτοι του άρθρου 52, παράγραφος 1, σημείο 14, του LEC. Το αντικείμενο όμως του εξεταζόμενου εν προκειμένω προδικαστικού ερωτήματος δεν είναι η τελευταία αυτή διάταξη.
27.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η σύγκριση με τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στα δικαστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατηρεί τη σημασία της και εξ αυτής συνάγεται ότι ούτε το σύστημα των ενδίκων βοηθημάτων που ισχύει ως προς τα δικαστήρια αυτά ούτε το ισπανικό δικονομικό δίκαιο προβλέπουν τη δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά των αποφάσεων περί αναρμοδιότητας.
28.
Όσον αφορά τις πηγές του παραγώγου δικαίου, ούτε η οδηγία 98/27/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 1998, περί των αγωγών παραλείψεως στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών ( 19 ), ούτε η οδηγία 2009/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, περί των αγωγών παραλείψεως στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών ( 20 ), που τη διαδέχθηκε, επέδειξαν μέριμνα για τη λεπτομέρεια μέχρι του σημείου να ρυθμίσουν το ζήτημα του αριθμού των βαθμών δικαιοδοσίας που τα κράτη μέλη θα όφειλαν να προβλέψουν όσον αφορά τις αποφάσεις περί κατά τόπον αναρμοδιότητας που θα αντιτάσσονταν στις ενώσεις προστασίας των καταναλωτών.
29.
Όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), είναι ενδιαφέρον να τονιστεί ότι χρειάσθηκε να υπογραφεί το πρωτόκολλο υπ’ αριθμόν 7 ( 21 ) της Συμβάσεως αυτής για να κατοχυρωθεί το δικαίωμα σε δύο βαθμούς δικαιοδοσίας ( 22 ). Πάντως, εκτός του ότι το εν λόγω δικαίωμα κατοχυρώνεται αποκλειστικά όσον αφορά τα θέματα ποινικού δικαίου, σημειώνεται ότι το πρωτόκολλο αυτό δεν έχει, μέχρι σήμερα, κυρωθεί ακόμη από το σύνολο των κρατών μελών της Ένωσης. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές μέχρι ποιού σημείου ο αριθμός των βαθμών δικαιοδοσίας ποικίλλει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, τούτο δε ανεξαρτήτως του τομέα για τον οποίο πρόκειται.
30.
Ελλείψει κανόνα που ορίζει με ακρίβεια, στο επίπεδο της Ένωσης, την έκταση των δικαστικών εγγυήσεων που μπορεί να επικαλεστεί μια ένωση προστασίας των καταναλωτών, πρέπει να εξακριβωθεί αν ο επίμαχος στη διαφορά της κύριας δίκης εθνικός κανόνας, ο οποίος απαγορεύει την άσκηση ενδίκων μέσων κατά αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται η κατά τόπον αναρμοδιότητα, έχει ως αποτέλεσμα να καθιστά πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων ή των προνομίων που η εν λόγω ένωση αντλεί από το δίκαιο της Ένωσης.
31.
Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση, πρώτον, ότι η αδυναμία ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της ACICL αφορά μόνο την κατά τόπον αρμοδιότητα και δεν έχει ως αποτέλεσμα να στερεί την ACICL από οποιαδήποτε ένδικο βοήθημα που παρέχει τη δυνατότητα να εκδικαστεί επί της ουσίας το αίτημά της να τεθεί τέρμα στη χρήση ρητρών τις οποίες θεωρεί καταχρηστικές. Στην ACICL παρέχεται όντως, εν πάση περιπτώσει, ένα ένδικο βοήθημα, η δε πρόσβαση σε δικαστήριο που θα κρίνει επί της ουσίας είναι εξασφαλισμένη λόγω της υποχρεώσεως του δικαστηρίου που ορίσθηκε από το δικαστήριο το οποίο έκρινε εαυτό αναρμόδιο να μη θέσει εν αμφιβόλω τη δική του κατά τόπον αρμοδιότητα. Επομένως, αποκλείεται κάθε περίπτωση αρνησιδικίας.
32.
Δεύτερον, η αδυναμία ασκήσεως εφέσεως δεν έχει ως αποτέλεσμα ούτε την οριστική περάτωση της συζητήσεως σχετικά με την κατά τόπον αρμοδιότητα, εφόσον η αρμοδιότητα του δικαστηρίου του τόπου στον οποίο η εφεσίβλητη της κύριας δίκης έχει την εγκατάστασή της θα μπορεί εκ νέου ( 23 ) να συζητηθεί, αφού το εν λόγω δικαστήριο εκδώσει την απόφασή του επί της ουσίας.
33.
Μολονότι αντιλαμβάνομαι πλήρως τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η ACICL και δεν αρνούμαι τα μειονεκτήματα της αδυναμίας ασκήσεως εφέσεως κατά αποφάσεως η οποία θα τερματίσει την ένδικη διαδικασία στη γεωγραφική ζώνη εντός της οποίας ασκεί τη δραστηριότητά της η εκκαλούσα της κύριας δίκης, πρέπει επίσης να αναγνωριστεί ότι η ACICL μπορεί να ασκήσει την αγωγή της ενώπιον άλλου δικαστηρίου, κατά τόπον αρμοδίου αυτή τη φορά, και να συμβάλει κατά τον τρόπο αυτόν στην επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με την οδηγία.
34.
Επαναλαμβάνω ότι η αλλαγή του τόπου διεξαγωγής της ένδικης διαδικασίας, πηγή των δυσχερειών που αντιμετωπίζει η ACICL, δεν αποτελεί, αφεαυτής, συνέπεια της ελλείψεως της δυνατότητας ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά της αποφάσεως περί διαπιστώσεως της κατά τόπον αναρμοδιότητας, αλλά απορρέει από την εφαρμογή του άρθρου 52, παράγραφος 1, σημείο 14, του LEC, το οποίο αποτελεί τον πυρήνα του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο.
35.
Βεβαίως, κατόπιν της εν λόγω διαπιστώσεως της κατά τόπον αναρμοδιότητας του Juzgado de Primera Instancia no 4 y de lo Mercantil de Salamanca, η ACICL διατρέχει τον κίνδυνο να υποχρεωθεί να παραιτηθεί από την αγωγή της για λόγους αποκλειστικά οικονομικούς. Πάντως, φρονώ ότι είναι δυσχερές να συναχθεί το συμπέρασμα ότι υφίσταται παραβίαση της αρχής της αποτελεσματικότητας κάθε φορά που ο διάδικος, μετά την εις βάρος του έκδοση αποφάσεως περί αναρμοδιότητας, παραιτείται από την άσκηση αγωγής λόγω του κόστους της, υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι το συνολικό κόστος της διαδικασίας δεν είναι υπερβολικό σε βαθμό ώστε να καθίσταται αποτρεπτικό. Πάντως, ποτέ δεν υποστηρίχθηκε, στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, ότι το κόστος της αλλαγής του τόπου διεξαγωγής της διαδικασίας ήταν αντικειμενικώς υπερβολικό.
36.
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι σ’ αυτήν ακριβώς την αλλαγή του τόπου διεξαγωγής της διαδικασίας δεν μπορεί, υποκειμενικώς, να αντεπεξέλθει η εκκαλούσα της κύριας δίκης. Ωστόσο, η ιδιαίτερη οικονομική κατάσταση της ACICL είναι ένα στοιχείο το οποίο, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί αν τηρήθηκε η αρχή της αποτελεσματικότητας. Δεδομένου ότι οι κανόνες που θέτουν οι εθνικοί νομοθέτες όσον αφορά τη δομή των ενδίκων βοηθημάτων καθώς και τον αριθμό των βαθμών δικαιοδοσίας στον οποίο υπόκειται κάθε τύπος αποφάσεως επιδιώκουν την εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος της εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης και της προβλεψιμότητας, πρέπει, φυσικά, να κατισχύουν των ειδικών συμφερόντων και δεν νοείται το ενδεχόμενο να διαφέρουν κατά περίπτωση, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση των διαδίκων ( 24 ).
37.
Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι, ως προς την εφαρμογή των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, «κάθε περίπτωση στα πλαίσια της οποίας τίθεται το ζήτημα αν ο εθνικός δικονομικός κανόνας καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την εφαρμογή του δικαίου [της Ένωσης], πρέπει να αναλύεται λαμβάνοντας υπόψη τη θέση της διατάξεως αυτής στο σύνολο της διαδικασίας, την εξέλιξη και τις ιδιαιτερότητες της διαδικασίας ενώπιον των διαφόρων εθνικών αρχών» ( 25 ). Πάντως, λόγω των στοιχείων που ήδη ανέφερα σχετικά, πρώτον, με τον αποκλεισμό κάθε περιπτώσεως αρνησιδικίας, δεύτερον, με την παροχή, όντως, ενδίκου βοηθήματος στην ένωση προστασίας των καταναλωτών και, τρίτον, με τη δυνατότητα να κινηθεί εκ νέου η διαδικασία ενδεχομένως όσον αφορά την κατά τόπον αρμοδιότητα αφού εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας, φρονώ ότι το άρθρο 52, παράγραφος 1, σημείο 14, του LEC δεν καθιστά ούτε πρακτικώς αδύνατη ούτε εξαιρετικώς δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί η οδηγία 93/13/ΕΟΚ στις ενώσεις προστασίας των καταναλωτών, ούτε θέτει σε κίνδυνο την επίτευξη του σκοπού που αυτή επιδιώκει.
38.
Προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να κρίνει ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης, η αρχή της αποτελεσματικότητας, θεωρούμενη από κοινού με τον σκοπό που επιδιώκεται με την οδηγία 93/13/ΕΟΚ, ήτοι να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, δεν αντίκειται, στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, σε εθνικό δικονομικό κανόνα κατά τον οποίο δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα απόφαση διαπιστώνουσα την κατά τόπον αναρμοδιότητα του επιληφθέντος δικαστηρίου, στο πλαίσιο αγωγής παραλείψεως που ασκήθηκε από ένωση προστασίας των καταναλωτών, εάν από την κατά τα λοιπά εξέταση του εθνικού δικαίου προκύπτει ότι παρέχεται πράγματι στην εν λόγω ένωση η δικονομική δυνατότητα να ζητήσει να γίνει δεκτή επί της ουσίας η αγωγή της.
Β – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
39.
Με το δεύτερο ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ζητείται, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν ο σκοπός που επιδιώκεται σε επίπεδο Ένωσης, να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, τίθεται σε κίνδυνο από τον ισπανικό δικονομικό κανόνα κατά τον οποίο, στο πλαίσιο μη διασυνοριακής υποθέσεως, αρμόδιο να επιληφθεί αγωγής παραλείψεως που άσκησε ένωση προστασίας των καταναλωτών είναι το δικαστήριο του τόπου της κατοικίας ή του τόπου στον οποίο ο επαγγελματίας έχει την εγκατάστασή του, εφόσον ο τόπος της κατοικίας ή της εγκαταστάσεως είναι γνωστός.
40.
Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο πρώτο ερώτημα, έχω σοβαρές αμφιβολίες ως προς την αρμοδιότητά του να αποφανθεί επί του εν λόγω δεύτερου ερωτήματος και εξηγούμαι συναφώς ευθύς αμέσως.
41.
Εφόσον θεωρώ ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν επιβάλλει, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, να μπορεί να ασκηθεί έφεση κατά διατάξεως περί κατά τόπον αναρμοδιότητας, το ένδικο μέσο που άσκησε η ACICL ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου θα στερείται πλέον αντικειμένου, μετά την απάντηση του Δικαστηρίου στο πρώτο ερώτημα του δικαστηρίου αυτού. Λόγω της αδυναμίας να αποφανθεί επί της εφέσεως που άσκησε η ACICL, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να κηρύξει την περάτωση της δίκης. Κατά συνέπεια, η αγωγή παραλείψεως της ACICL θα πρέπει να ασκηθεί ενώπιον του αρμοδίου κατά τον LEC δικαστηρίου, δηλαδή ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου στον οποίο ο επαγγελματίας έχει την εγκατάστασή του.
42.
Παρατηρώ, επομένως, ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, κατά τον χρόνο που το αιτούν δικαστήριο θα έχει λάβει γνώση της απαντήσεως του Δικαστηρίου στο πρώτο ερώτημα, δεν θα εκκρεμεί πλέον ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου διαφορά για την επίλυση της οποίας είναι αναγκαία η απάντηση στο δεύτερο εκ των υποβληθέντων ερωτημάτων.
43.
Κατά πάγια νομολογία δε, η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως προϋποθέτει ότι εκκρεμεί πράγματι διαφορά ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, στο πλαίσιο της οποίας αυτά καλούνται να εκδώσουν απόφαση που θα λαμβάνει υπόψη την προδικαστική απόφαση ( 26 ). Δεν αποτελεί δικαιολογητικό λόγο της προδικαστικής παραπομπής η διατύπωση συμβουλευτικών γνωμών επί γενικών ή υποθετικών ζητημάτων, αλλά η ανάγκη αποτελεσματικής επιλύσεως μιας ένδικης διαφοράς ( 27 ). Η ανάγκη αυτή δεν θα υφίσταται πλέον μετά τη διαπίστωση της καθ’ ύλην, αυτή τη φορά, αναρμοδιότητας του αιτούντος δικαστηρίου.
44.
Θα μπορούσε, ωστόσο, να υποτεθεί ότι το Δικαστήριο απαντά, κατά κάποιο τρόπο πρόωρα, ενόψει της προοπτικής ότι θα επιληφθεί της υποθέσεως το κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο. Το ενδεχόμενο να επιληφθεί της υποθέσεως το κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο παραμένει εντελώς υποθετικό, στο μέτρο που από τη δικογραφία προκύπτει ότι η ACICL τείνει, λόγω του μεγέθους της και του προϋπολογισμού της, να παραιτηθεί από την αγωγή της. Επιπλέον, ακόμη και αν η ACICL ασκήσει τελικά την αγωγή παραλείψεως ενώπιον του κατά τόπον αρμοδίου δικαστηρίου, δεν θα μπορούσε να αναπτύξει, ενώπιόν του, επιχειρήματα σχετικά με την κατά τόπον αρμοδιότητα, εφόσον, κατά τον LEC και προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο αρνητικής συγκρούσεως δικαιοδοσίας, το δικαστήριο το οποίο ορίσθηκε για να επιληφθεί της διαφοράς από το δικαστήριο που έκρινε εαυτό αναρμόδιο δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη δική του κατά τόπον αρμοδιότητα. Όπως ήδη ανέφερα και σύμφωνα με τα συγκλίνοντα ως προς το σημείο αυτό υπομνήματα της Ισπανικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, τα εν λόγω επιχειρήματα δεν θα μπορούν να προβληθούν παραδεκτώς παρά μόνο στο πλαίσιο της εφέσεως κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί πρωτοδίκως επί της ουσίας.
45.
Επομένως, όλως επικουρικώς θα διατυπώσω τις σύντομες παρατηρήσεις που ακολουθούν.
46.
Η περίπτωση της ACICL, στην οποία εφαρμόζεται ο επίδικος εθνικός κανόνας περί κατά τόπον αρμοδιότητας, πρέπει να εξετασθεί υπό το πρίσμα των προμνημονευθεισών αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
47.
Δεν τίθεται εν προκειμένω ζήτημα ως προς την αρχή της ισοδυναμίας.
48.
Όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας, η ΑCICL υποστηρίζει ότι, λόγω του μεγέθους της, του κατά τόπο πεδίου δράσεώς της και του προϋπολογισμού της, η άσκηση της αγωγής παραλείψεως ενώπιον του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου ο επαγγελματίας έχει την έδρα του θα την επιβάρυνε με δαπάνη την οποία αδυνατεί να υποστεί, με συνέπεια να πρέπει να παραιτηθεί από την άσκηση αγωγής. Μια τέτοια κατάσταση θα εμπόδιζε ουσιωδώς την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκει η εν λόγω ένωση, καθόσον θα περιόριζε εν τοις πράγμασι την ικανότητά της να ασκήσει αγωγή παραλείψεως, ιδίως όσον αφορά τις φερόμενες ως καταχρηστικές ρήτρες. Ο εφαρμοστέος στην ACICL κανόνας για τον καθορισμό του αρμοδίου δικαστηρίου, στο πλαίσιο τέτοιων αγωγών, θα πρέπει να είναι ο κανόνας που ισχύει για τις αγωγές που ασκούνται από τους καταναλωτές κατά επαγγελματιών, δηλαδή αρμόδιο είναι κατ’ αρχήν το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του ο ενάγων.
49.
Μολονότι αντιλαμβάνομαι σαφώς τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ACICL, επιβάλλεται επίσης η διαπίστωση ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν απαιτεί να επεκτείνεται η προνομιακή δικονομική μεταχείριση που επιφυλάσσεται υπέρ των καταναλωτών και στις ενώσεις προστασίας των καταναλωτών.
50.
Πρώτον, η οδηγία 93/13/ΕΟΚ επιτάσσει απλώς «οργανισμοί που [...] έχουν έννομο συμφέρον να προστατεύουν τον καταναλωτή, [...] να έχουν τη δυνατότητα προσφυγής κατά των συμβατικών όρων που συντάσσονται με σκοπό τη γενικευμένη χρήση μέσα στις συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές» ( 28 ). Τα πρόσφορα και αποτελεσματικά μέσα του άρθρου 7 της οδηγίας συνίστανται στην παροχή στις εν λόγω ενώσεις της δυνατότητας να προσφύγουν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων ή διοικητικών οργάνων ( 29 ). Η οδηγία δεν περιέχει καμία διάταξη σχετικά με το αρμόδιο δικαστήριο ενώπιον του οποίου πρέπει να ασκούνται οι αγωγές παραλείψεως από τις εν λόγω ενώσεις.
51.
Δεύτερον, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι «το σύστημα προστασίας που εγκαθιδρύει η οδηγία [93/13] εδράζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία, όσον αφορά τόσο την εξουσία διαπραγματεύσεως όσο και το επίπεδο πληροφορήσεως» ( 30 ). Ενώ είναι ουσιαστικά αδιαμφισβήτητο ότι η προστασία των δικαιωμάτων των καταναλωτών, όπως οργανώνεται από το δίκαιο της Ένωσης, απαιτεί την αναγνώριση υπέρ του καταναλωτή ευνοϊκού καθεστώτος όσον αφορά τον καθορισμό του αρμοδίου δικαστηρίου –υπό το πρίσμα αυτών που αναγνωρίζονται σε διασυνοριακό πλαίσιο ( 31 )–, αντιθέτως η επιβολή στα κράτη μέλη της υποχρεώσεως να επεκτείνουν την εφαρμογή του ευνοϊκού αυτού καθεστώτος και στις ενώσεις προστασίας των καταναλωτών θα ισοδυναμούσε με την απαίτηση να κάνουν ένα συμπληρωματικό βήμα ( 32 ).
52.
Παρά τη θεμελιώδη σημασία της δράσης και του ουσιαστικού ρόλου που πρέπει να είναι σε θέση να επιτελέσουν οι ενώσεις για την επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών εντός της Ένωσης ( 33 ), πρέπει ταυτοχρόνως να αναγνωριστεί ότι η ένδικη διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας αντιπαρατίθενται μια τέτοια ένωση και ένας επαγγελματίας δεν παρουσιάζει τον ίδιο ακριβώς βαθμό ανισότητας με αυτόν που προβλήθηκε προηγουμένως. Η αγωγή παραλείψεως δεν είναι αγωγή εκ συμβάσεως ( 34 ).
53.
Η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή επιχείρησαν –νομίζω πειστικά– να διευκρινίσουν τη διάκριση αυτή, παραπέμποντας στους κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας που θέτει ο κανονισμός 44/2001. Υποστήριξαν πράγματι ότι, στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε την άποψη ότι οι ειδικοί κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται για τις αγωγές που ασκούν οι καταναλωτές, συμβαλλόμενοι σε διασυνοριακή σύμβαση συναφθείσα με επαγγελματία, έπρεπε να εφαρμοστούν, κατ’ αναλογία, στις αγωγές που ασκούν οι ενώσεις προστασίας των καταναλωτών ( 35 ).
54.
Βεβαίως, στο πλαίσιο της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, το Δικαστήριο έκρινε καταχρηστική μια συμβατική ρήτρα που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως, η οποία είχε συστηματικά ως αποτέλεσμα, σε περίπτωση διαφοράς σχετικά με τη σύμβαση, να απονέμει αρμοδιότητα στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα του επαγγελματία ( 36 ). Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι, όταν η αρμοδιότητα αυτή απονέμεται από τον εθνικό νομοθέτη –εκτός οιουδήποτε συμβατικού πλαισίου– και όσον αφορά τις αγωγές παραλείψεως που ασκούνται από τις ενώσεις προστασίας των καταναλωτών, είναι κατ’ ανάγκην αντίθετη προς τον σκοπό προστασίας των καταναλωτών ή ακόμη ότι παραβιάζει την αρχή της αποτελεσματικότητας.
55.
Η προσέγγιση αυτή, που διαφοροποιείται αναλόγως του αν η αγωγή είναι, αφενός, εκ συμβάσεως, ή, αφετέρου, εξ αδικοπραξίας ή εξ οιονεί αδικοπραξίας, επιβεβαιώνεται από τις προπαρατεθείσες οδηγίες 98/27 και 2009/22, κατά τις οποίες τα δικαστήρια του κράτους μέλους του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του εναγομένου ( 37 ) είναι αρμόδια για την εκδίκαση των αγωγών παραλείψεως που ασκούν, σε περίπτωση ενδοκοινοτικής παραβιάσεως της νομοθεσίας της Ένωσης σχετικά με την προστασία των καταναλωτών, οι ενώσεις προστασίας των καταναλωτών ή εξομοιούμενοι προς αυτές φορείς άλλων κρατών μελών.
56.
Επιπλέον, η ACICL μπορεί είτε, καταβάλλοντας κάποια προσπάθεια σε οικονομικό επίπεδο, να αποφασίσει να προσφύγει παρά ταύτα στο κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο είτε, όπως υποστήριξε η Επιτροπή, να γνωστοποιήσει τη φερόμενη ως καταχρηστική συμπεριφορά σε ένωση που έχει τη δικονομική δυνατότητα να ασκήσει ένδικο βοήθημα στην περιφέρεια της Βαρκελώνης. Εν πάση περιπτώσει, εκτός του ότι παρέχεται στην ACICL συγκεκριμένο ένδικο βοήθημα, η ένωση αυτή μπορεί επίσης να εξακολουθήσει να παρέχει τη συνδρομή της στους καταναλωτές, στο πλαίσιο των ατομικών αγωγών εκ συμβάσεως που ασκούν ενώπιον των δικαστηρίων της αυτόνομης κοινότητας της Καστίλης και Λεόν.
57.
Τέλος, υπενθυμίζω ότι, για να εξακριβωθεί αν τηρήθηκε η αρχή της αποτελεσματικότητας όπως απαιτεί η νομολογία του Δικαστηρίου ( 38 ), πρέπει να ληφθούν υπόψη το σύνολο της διαδικασίας, η εξέλιξη και οι ιδιαιτερότητές της ενώπιον των διαφόρων εθνικών αρχών. Πάντως, οι διευκρινίσεις που παρέσχε η Ισπανική Κυβέρνηση με τα δικόγραφά της όσον αφορά τη δικονομική μεταχείριση των αγωγών παραλείψεως που ασκούν οι ενώσεις προστασίας των καταναλωτών, όπως η απαλλαγή από την υποχρέωση συστάσεως εγγυήσεως ή ο απαράγραπτος χαρακτήρας των εν λόγω αγωγών, σε συνδυασμό με τον προβληθέντα δικαιολογητικό λόγο ότι ένας τέτοιος κανόνας περί αρμοδιότητας επιδιώκει τον διττό σκοπό της αποτροπής εκδόσεως αντιφατικών δικαστικών αποφάσεων ( 39 ) και της διευκολύνσεως της εκτελέσεως, από τον επαγγελματία, της αποφάσεως που θα εκδοθεί ( 40 ), με πείθουν, τελικώς, ότι η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης νομοθεσία δεν καθιστά πρακτικώς αδύνατη ούτε εξαιρετικώς δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που οι οικείες ενώσεις αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης γενικώς και από την οδηγία ειδικότερα.
V – Πρόταση
58.
Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθεισών σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε η Audiencia Provincial de Salamanca ως εξής:
«Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης, η αρχή της αποτελεσματικότητας, θεωρούμενη από κοινού με τον σκοπό που επιδιώκεται με την οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, ήτοι να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, δεν αντίκειται, στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, σε εθνικό δικονομικό κανόνα κατά τον οποίο δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα απόφαση διαπιστώνουσα την κατά τόπον αναρμοδιότητα του επιληφθέντος δικαστηρίου, στο πλαίσιο αγωγής παραλείψεως που ασκήθηκε από ένωση προστασίας των καταναλωτών, εάν από την κατά τα λοιπά εξέταση του εθνικού δικαίου προκύπτει ότι παρέχεται πράγματι στην εν λόγω ένωση η δικονομική δυνατότητα να ζητήσει να γίνει δεκτή επί της ουσίας η αγωγή της».
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 95, σ. 29.
( 3 ) Σε ισχύ μέχρι τις 22 Ιουλίου 2014.
( 4 ) Βλ. άρθρο 53 του γενικού νόμου περί προστασίας των καταναλωτών και χρηστών (Ley General de Defensa de Consumidores y Usarios, στο εξής: LGDCU).
( 5 ) Βλ. άρθρο 52, παράγραφος 1, σημείο 14, του LEC. Εάν δεν συμβαίνει αυτό, η διαφορά είναι διασυνοριακή και το αρμόδιο δικαστήριο καθορίζεται κατ’ εφαρμογή των κανόνων περί διεθνούς δικαιοδοσίας του κανονισμού 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 12, σ. 1).
( 6 ) Βλ. άρθρο 52, παράγραφος 1, σημείο 16, του LEC.
( 7 ) Άρθρο 54, παράγραφος 1, στοιχείο b, του LGDCU.
( 8 ) Βλ. άρθρο 67, παράγραφος 1, του LEC.
( 9 ) Σημειώνεται συναφώς ότι το ηλεκτρονικό εμπόριο είναι ένας τομέας στον οποίον η δράση της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατατείνει και στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, όπως συνάγεται από τη σημασία που αποδίδει στην οδηγία 93/13 η οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά (οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο) (ΕΕ L 178, σ. 1). Βλ. ειδικότερα την αιτιολογική σκέψη 11 και το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής.
( 10 ) Βλ., από την πλούσια σχετική νομολογία, απόφαση της 15ης Απριλίου 2008, C-268/06, Impact, (Συλλογή 2008, σ. I-2483, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 11 ) Όπ.π. (σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 12 ) Όπ.π. (σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 13 ) Όπ.π. (σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)
( 14 ) Όπ.π. (σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 15 ) Όπ.π. (σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 16 ) Απόφαση της 13ης Μαρτίου 2007, C-432/05, Unibet (Συλλογή 2007, σ. I-2271, σκέψεις 40 και 41).
( 17 ) Βλ., όσον αφορά την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 8, παράγραφος 2, του παραρτήματος I του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
( 18 ) Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2008, T-413/06 P, Gualtieri κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2008, σ. I-B-1-35 και II-B-1-253, σκέψη 27).
( 19 ) ΕΕ L 166, σ. 51.
( 20 ) ΕΕ L 110, σ. 30.
( 21 ) Υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 22 Νοεμβρίου 1984 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 1988.
( 22 ) Βλ. άρθρο 2 του εν λόγω Πρωτοκόλλου υπ’ αριθμόν 7.
( 23 ) Επιβάλλεται, συναφώς, να τονισθεί ότι η απόφαση του Juzgado de Primera Instancia no 4 y lo Mercantil de Salamanca με την οποία έκρινε εαυτό κατά τόπον αναρμόδιο εκδόθηκε αφού οι διάδικοι ανέπτυξαν τις απόψεις τους επί του ζητήματος αυτού.
( 24 ) Αντιθέτως, στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζονται μηχανισμοί που αποσκοπούν στην αντιστάθμιση, στο μέτρο του δυνατού, της οικονομικής αδυναμίας του ενάγοντος (όπως το ευεργέτημα της πενίας, η απαλλαγή από τα δικαστικά έξοδα κ.λπ.), αλλά ποτέ δεν διαμορφώνεται ή δεν προσαρμόζεται η ίδια η δομή των ενδίκων βοηθημάτων ανάλογα με την εν λόγω ικανότητα. Η επιτακτική ανάγκη προβλεψιμότητας των ενδίκων βοηθημάτων επιβάλλει την απόλυτη σταθερότητα των κανόνων περί αρμοδιότητας και διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του εναγομένου.
( 25 ) Αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-430/93 και C-431/93, van Schijndel και van Veen (Συλλογή 1995, σ. I-4705, σκέψη 19)· της 7ης Ιουνίου 2007, C-222/05 έως C-225/05, van der Weerd κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I-4233, σκέψη 33), καθώς και, στο ίδιο πνεύμα, της 20ής Μαΐου 2010, C-210/09, Scott και Kimberly Clark (Συλλογή 2010, σ. I-4613, σκέψη 24).
( 26 ) Απόφαση της 27ης Ιουνίου 2013, C-492/11, Di Donna (σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 27 ) Βλ. απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2005, C-225/02, García Blanco (Συλλογή 2005, σ. I-523, σκέψεις 27 και 28).
( 28 ) Εικοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/13.
( 29 ) Άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13.
( 30 ) Αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 2009, C-243/08, Pannon GSM (Συλλογή 2009, σ. I-4713, σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και της 26ης Απριλίου 2012, C‑472/10, Invitel (σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 31 ) Βλ. κεφάλαιο ΙΙ, τμήμα 4, του προπαρατεθέντος κανονισμού 44/2001 και κεφάλαιο ΙΙ, τμήμα 4, του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 351, σ. 1).
( 32 ) Τούτο μάλιστα παρά το γεγονός ότι οι κανονισμοί 44/2001 και 1215/2012 δεν περιέχουν καμία σχετική πρόβλεψη.
( 33 ) Ρόλος ο οποίος, άλλωστε, ήδη τονίσθηκε από το Δικαστήριο [βλ. αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 2000, C-240/98 έως C-244/98, Océano Grupo Editorial και Salvat Editores (Συλλογή 2000, σ. I-4941, σκέψη 27) και της 24ης Ιανουαρίου 2002, C-372/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2002, σ. I-819, σκέψη 14)].
( 34 ) Απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2002, C-167/00, Henkel (Συλλογή 2002, σ. I-8111, σκέψεις 38 και 39).
( 35 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Henkel (σκέψη 33).
( 36 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Océano Grupo Editorial και Salvat Editores (σκέψη 24).
( 37 ) Βλ. άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/27 και άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/22.
( 38 ) Βλ. σημείο 37 των ανά χείρας προτάσεων.
( 39 ) Τούτο δε, λόγω των συνεπειών της αποφάσεως που εκδίδεται επί αγωγής παραλείψεως, αντίθετα προς τις σχετικές συνέπειες της αποφάσεως που εκδίδεται επί αγωγής εκ συμβάσεως την οποία άσκησε ο καταναλωτής.
( 40 ) Λόγω της γεωγραφικής εγγύτητας μεταξύ του επαγγελματία και των φορέων που είναι αρμόδιοι να ελέγξουν την εκτέλεση της δικαστικής αποφάσεως και να διασφαλίσουν, ενδεχομένως, την αναγκαστική εκτέλεση.
Full & Egal Universal Law Academy