ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 13ης Φεβρουαρίου 2014 ( 1 )
Υπόθεση C‑476/12
Österreichischer Gewerkschaftsbund
κατά
Verband Österreichischer Banken und Bankiers
[αίτηση του Oberster Gerichtshof (Αυστρία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχολήσεως — Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων — Συλλογική σύμβαση εργασίας προβλέπουσα επίδομα συντηρούμενου τέκνου — Επίδομα μειωμένο κατ’ αναλογίαν, το οποίο καταβάλλεται στους εργαζομένους με μερική απασχόληση»
1.
Μια συλλογική σύμβαση εργασίας μεταξύ συνδικαλιστικής οργανώσεως εργαζομένων και ομοσπονδίας εργοδοτών απαιτεί όπως οι συμβάσεις εργασίας σε έναν συγκεκριμένο οικονομικό τομέα εμπεριέχουν διάταξη για την καταβολή «επιδόματος συντηρούμενου τέκνου» από τον εργοδότη, ώστε να καλύπτεται μέρος των εξόδων του εργαζομένου για τη συντήρηση του τέκνου του. Τυγχάνει εφαρμογής επί του επιδόματος αυτού η αρχή pro rata temporis (κατ’ αναλογίαν του χρόνου) η οποία εμπεριέχεται στη ρήτρα 4, παράγραφος 2, της συμφωνίας-πλαισίου για τη μερική απασχόληση (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο), προσαρτηθείσας στην οδηγία 97/81 του Συμβουλίου ( 2 ); Εάν όχι, δικαιολογείται αντικειμενικά σύμφωνα με τη ρήτρα 4, παράγραφος 1, της συμφωνίας-πλαισίου η ζημία που προκαλεί στους εργαζομένους με μερική απασχόληση η κατ’ αναλογία μείωση του καταβαλλόμενου επιδόματος (ώστε να αντικατοπτρίζει το μειωμένο ωράριό τους); Τέλος, αν κατά την ορθή ερμηνεία της συμφωνίας-πλαισίου μια τέτοια αναλογική μείωση του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου είναι παράνομη, καθίστανται ορισμένες ρήτρες της εν λόγω συλλογικής συμβάσεως άκυρες βάσει του άρθρου 28 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης);
2.
Αυτά είναι, κατ’ ουσίαν, τα ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο) της Αυστρίας, τα οποία ανέκυψαν στον πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Österreichischer Gewerkschaftsbund (Αυστριακής Συνομοσπονδίας Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων, στο εξής: ÖGB) και της Verband Österreichischer Banken und Bankiers (Ενώσεως Αυστριακών Τραπεζών και Τραπεζιτών, στο εξής: VÖBB) σχετικά με την ορθή ερμηνεία της συλλογικής συμβάσεως η οποία υπογράφηκε μεταξύ τους (στο εξής: συλλογική σύμβαση του τραπεζικού τομέα).
Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Ο Χάρτης
3.
Το άρθρο 28 του Χάρτη εγγυάται το δικαίωμα διαπραγματεύσεως και συλλογικών δράσεων και ορίζει τα εξής:
«Οι εργαζόμενοι και οι εργοδότες, ή οι αντίστοιχες οργανώσεις τους, έχουν, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές, δικαίωμα να διαπραγματεύονται και να συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις στα ενδεδειγμένα επίπεδα καθώς και να προσφεύγουν, σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων, σε συλλογικές δράσεις για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους, συμπεριλαμβανομένης της απεργίας.»
Η ΣΛΕΕ
4.
Το άρθρο 157, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ εμπεριέχει έναν ορισμό της «αμοιβής» στο πλαίσιο της εφαρμογής της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας. Σύμφωνα με τον ορισμό αυτόν, «ως “αμοιβή” νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας».
Η οδηγία 97/81 και η συμφωνία-πλαίσιο
5.
Σκοπός της οδηγίας 97/81 ήταν να θέσει σε εφαρμογή τη συμφωνία-πλαίσιο για τη μερική απασχόληση, η οποία προσαρτάται στην εν λόγω οδηγία ( 3 ).
6.
Η συμφωνία-πλαίσιο συνήφθη με σκοπό να θεσπίσει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις για τη μερική απασχόληση, δημιουργώντας ένα γενικό πλαίσιο για την εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων με μερική απασχόληση και για την ανάπτυξη δυνατοτήτων για την εργασία μερικής απασχολήσεως επί μιας βάσεως αποδεκτής τόσο από τους εργοδότες όσο και από τους εργαζομένους ( 4 ).
7.
Η ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου ορίζει τα εξής:
«Στόχος της παρούσας συμφωνίας-πλαισίου είναι:
α)
η εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων μερικής απασχόλησης και η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας με μερική απασχόληση·
β)
η προώθηση της εργασίας με μερική απασχόληση σε εθελοντική βάση και η συμβολή στην ευέλικτη οργάνωση του χρόνου εργασίας, κατά τρόπο που θα λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες των εργοδοτών και των εργαζομένων.»
8.
Η ρήτρα 4 θεσπίζει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων:
«1.
Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με τρόπο λιγότερο ευνοϊκό απ’ ό,τι οι συγκρίσιμοι εργαζόμενοι με πλήρη απασχόληση για τον λόγο και μόνον ότι εργάζονται με μερική απασχόληση, εκτός και αν η διαφορετική τους μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
2.
Όπου κρίνεται αναγκαίο, εφαρμόζεται η αρχή pro rata temporis.
[…]»
Η αυστριακή νομοθεσία
9.
Το άρθρο 54, παράγραφος 2, του Arbeits- und Sozialgerichtsgesetz (νόμου περί δικαστηρίων εργατικών διαφορών και διαφορών κοινωνικής ασφαλίσεως, στο εξής: ASGG) προβλέπει μια ειδική διαδικασία η οποία είναι δυνατό να κινηθεί προς έκδοση αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως σχετικά με την έννοια μιας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου η ορθή ερμηνεία της οποίας είναι σημαντική για τουλάχιστον τρεις εργαζομένους ή εργοδότες. Η αναγνωριστική δικαστική απόφαση που θα εκδοθεί έχει νομικώς δεσμευτικό αποτέλεσμα.
10.
Το άρθρο 19d του Arbeitszeitgesetz (αυστριακού νόμου σχετικά με τον χρόνο εργασίας, στο εξής: AZG) προβλέπει τα εξής:
«1. Πρόκειται για εργασία “μερικής απασχολήσεως” όταν οι ώρες της συμφωνημένης εργασίας ανά εβδομάδα είναι, κατά μέσον όρο, λιγότερες από τον συνήθη εκ του νόμου αριθμό ωρών εργασίας ανά εβδομάδα ή λιγότερες από τον συνήθη αριθμό ωρών εργασίας ανά εβδομάδα που προβλέπει η εφαρμοστέα συλλογική σύμβαση.
[…]
6. Όσοι εργάζονται με μερική απασχόληση δεν επιτρέπεται να υφίστανται μειονέκτημα σε σχέση με τους εργαζομένους με πλήρη απασχόληση, λόγω του ότι εργάζονται με μερική απασχόληση, εκτός αν υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι που να δικαιολογούν μια τέτοια διαφορετική μεταχείριση.
[…]
7. Σε περίπτωση δικαστικής διαφοράς, ο εργοδότης θα πρέπει να αποδείξει ότι οποιεσδήποτε λιγότερο ευνοϊκές συνθήκες εργασίας δεν οφείλονται στο γεγονός ότι πρόκειται για δραστηριότητα μερικής απασχολήσεως.»
11.
Στον βαθμό που μπορεί να εξακριβωθεί από την απόφαση παραπομπής, δεν υπάρχει κάποια εκ του νόμου υποχρέωση στην εθνική νομοθεσία που να απαιτεί από έναν εργοδότη να συμπεριλάβει, σε μια σύμβαση εργασίας, όρο για την καταβολή επιδόματος συντηρούμενου τέκνου. Οποιαδήποτε τέτοια τυχόν υποχρέωση απορρέει από τις συλλογικές συμβάσεις οι οποίες αποτελούν αντικείμενο διαπραγματεύσεων μεταξύ της συνδικαλιστικής οργανώσεως (ή οργανώσεων) και ενός εργοδότη (ή μιας ομάδας εργοδοτών) σε συγκεκριμένο οικονομικό τομέα ή από την ατομική διαπραγμάτευση μεταξύ του εργοδότη και του (υποψήφιου) εργαζομένου.
Η συλλογική σύμβαση του τραπεζικού τομέα
12.
Το κεφάλαιο III της συλλογικής συμβάσεως του τραπεζικού τομέα, με τίτλο «Κοινωνικές παροχές», ορίζει ότι «τα επιδόματα οικογενειακής στέγης και τα επιδόματα τέκνου χορηγούνται ως κοινωνική παροχή».
13.
Το άρθρο 22, παράγραφος 1, της συμβάσεως αυτής ορίζει τα εξής:
«Οι εργαζόμενοι δικαιούνται επίδομα συντηρούμενου τέκνου για κάθε τέκνο για το οποίο έχουν εκ του νόμου δικαίωμα λήψεως οικογενειακού επιδόματος, του οποίου τη χορήγηση αποδεικνύουν. Το επίδομα συντηρούμενου τέκνου πρέπει να καταβάλλεται για πρώτη φορά (ή τελευταία φορά) τον ημερολογιακό μήνα κατά τον οποίο πληρούνται/παύουν να πληρούνται οι προϋποθέσεις για την καταβολή του.»
14.
Το άρθρο 22, παράγραφος 4, ορίζει ότι το άρθρο 21, παράγραφος 2, το οποίο αφορά τον υπολογισμό ενός επιδόματος οικογενειακής στέγης, ισχύει αναλογικά και για το επίδομα συντηρούμενου τέκνου. Το άρθρο 21, παράγραφος 2, προβλέπει ότι, για τους εργαζομένους με μερική απασχόληση, το επίδομα «υπολογίζεται με τη διαίρεση του ποσού που καταβάλλεται στους εργαζομένους με πλήρη απασχόληση διά του αριθμού των ανά εβδομάδα ωρών εργασίας που προβλέπει η συλλογική σύμβαση (δηλαδή 38,5 ώρες) και με τον πολλαπλασιασμό του πηλίκου επί τον αριθμό των ανά εβδομάδα ωρών εργασίας του οικείου εργαζομένου με μερική απασχόληση».
Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και υποβληθέντα ερωτήματα
15.
H ÖGB, ενεργώντας εξ ονόματος των εργαζομένων με μερική απασχόληση των οποίων οι συμβάσεις εργασίας διέπονται από τη συλλογική σύμβαση του τραπεζικού τομέα, προσέφυγε ενώπιον του Oberster Gerichtshof με βάση το άρθρο 54, παράγραφος 2, του ASGG με αίτημα την έκδοση αναγνωριστικής αποφάσεως σύμφωνα με την οποία τέτοιου είδους εργαζόμενοι με μερική απασχόληση δικαιούνται στο ακέραιο το επίδομα συντηρούμενου τέκνου, και όχι το επίδομα συντηρούμενου τέκνου μειωμένο κατ’ αναλογίαν προς τις πραγματικές ώρες απασχολήσεώς τους.
16.
Το Oberster Gerichtshof ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«(1)
Είναι αναγκαίο να εφαρμόζεται η θεσπιζόμενη στη ρήτρα 4, παράγραφος 2, της συμφωνίας-πλαισίου […] αρχή pro rata temporis στην περίπτωση προβλεπόμενου από συλλογική σύμβαση εργασίας επιδόματος συντηρούμενου τέκνου —ήτοι σε κοινωνική παροχή εκ μέρους του εργοδότη προς αντιστάθμιση μέρους της δαπάνης των γονέων για τη συντήρηση του τέκνου για το οποίο λαμβάνεται το επίδομα— λόγω της φύσεως της παροχής;
(2)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Έχει η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου […] την έννοια ότι τυχόν διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων με μερική απασχόληση μέσω μειώσεως του δικαιώματός τους προς λήψη επιδόματος συντηρούμενου τέκνου κατ’ αναλογίαν προς τον χρόνο εργασίας τους —λαμβανομένης υπόψη της ευρείας διακριτικής ευχέρειας των κοινωνικών εταίρων κατά τον καθορισμό ενός συγκεκριμένου στόχου κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής και των κατάλληλων για την επίτευξη αυτού μέτρων— δικαιολογείται αντικειμενικώς αν η απαγόρευση μιας κατ’ αναλογία χορηγήσεως:
(α)
δυσχεραίνει ή καθιστά αδύνατη τη μερική απασχόληση υπό τη μορφή της μερικής απασχολήσεως των γονέων (Elternteilzeit) και/ή της κατ’ ελάχιστον απασχολήσεως κατά τη διάρκεια γονικής άδειας (Elternkarenzurlaub) και/ή
(β)
έχει ως αποτέλεσμα τη στρέβλωση του ανταγωνισμού μέσω της μεγαλύτερης οικονομικής επιβαρύνσεως για τον εργοδότη ο οποίος απασχολεί πλείονες εργαζομένους με μερική απασχόληση, καθώς και τη μεγαλύτερη απροθυμία του εργοδότη να προσλάβει εργαζομένους με μερική απασχόληση και/ή
(γ)
ευνοεί τους εργαζομένους με μερική απασχόληση οι οποίοι έχουν συνάψει και άλλες σχέσεις εργασίας με μερική απασχόληση και δικαιούνται πολλαπλές παροχές βάσει συλλογικής συμβάσεως εργασίας, όπως το επίδομα συντηρούμενου τέκνου και/ή
(δ)
ευνοεί τους εργαζομένους με μερική απασχόληση, διότι αυτοί διαθέτουν περισσότερο χρόνο εκτός εργασίας σε σχέση με τους εργαζομένους υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, οπότε και τους παρέχονται δυνατότητες για καλύτερη φροντίδα των τέκνων τους;
(3)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα: έχει το άρθρο 28 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων την έννοια ότι, όταν στο πλαίσιο ενός συστήματος εργατικής νομοθεσίας τα ουσιώδη στοιχεία των ελάχιστων προδιαγραφών του εργατικού δικαίου υιοθετούνται κατόπιν συμπεφωνημένης εκτιμήσεως παραμέτρων κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους επί τούτω επιλεγμένων και ειδικευμένων συμβαλλομένων στη συλλογική σύμβαση εργασίας μερών, μια δευτερεύουσας απλώς σημασίας ρύθμιση συλλογικής συμβάσεως εργασίας (εν προκειμένω, η κατ’ αναλογία χορήγηση του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου στο πλαίσιο καθεστώτος εργασίας με μερική απασχόληση) είναι (βάσει της εθνικής πρακτικής) άκυρη (ως παραβιάζουσα την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων του δικαίου της Ένωσης), η ακυρότητα καταλαμβάνει το σύνολο των διατάξεων της συλλογικής συμβάσεως εργασίας στον τομέα αυτό (εν προκειμένω, το επίδομα συντηρούμενου τέκνου);»
17.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η ÖGB, η VÖBB και η Επιτροπή, οι οποίες παρέστησαν όλες κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και ανέπτυξαν προφορικές παρατηρήσεις.
Εκτίμηση
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
18.
Τα ακόλουθα ζητήματα προφανώς δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους της κύριας δίκης (οποιαδήποτε αναγκαία επαλήθευση εναπόκειται, ασφαλώς, στο εθνικό δικαστήριο).
19.
Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο περιγράφει το εν λόγω επίδομα συντηρούμενου τέκνου ως «συμβατική παροχή του εργοδότη, η οποία όχι μόνον αντισταθμίζει την προκαλούμενη από την παροχή εργασίας πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση για τη φροντίδα του τέκνου, αλλά αποσκοπεί γενικότερα στην αντιστάθμιση των δαπανών συντηρήσεως στις οποίες υποβάλλεται ο εργαζόμενος γονέας. Επομένως, το επίδομα συντηρούμενου τέκνου αποτελεί καταβαλλόμενο από τον εργοδότη συμπλήρωμα στο εκ του νόμου προβλεπόμενο (κρατικό) οικογενειακό επίδομα […] Ως συμπλήρωμα του εκ του νόμου οικογενειακού επιδόματος, το επίδομα συντηρούμενου τέκνου επιδιώκει σκοπό παρόμοιο με εκείνον του εκ του νόμου οικογενειακού επιδόματος». Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι το επίδομα συντηρούμενου τέκνου το οποίο καταβάλλεται βάσει της συλλογικής συμβάσεως του τραπεζικού τομέα, δεν αποτελεί παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως ( 5 ).
20.
Δεύτερον, δεν αμφισβητείται ( 6 ) ότι το επίδομα συντηρούμενου τέκνου αποτελεί «αμοιβή» υπό την έννοια του (νυν) άρθρου 157 ΣΛΕΕ.
21.
Τρίτον, ακριβώς επειδή το επίδομα συντηρούμενου τέκνου καταβάλλεται εις χρήμα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον εργαζόμενο για την κάλυψη όχι μόνο των δαπανών της φροντίδας του τέκνου, αλλά και άλλων δαπανών τις οποίες συνεπάγεται η απόκτηση τέκνου (όπως η αγορά τροφής, ρούχων, και παιχνιδιών) ή και των δαπανών του νοικοκυριού, γενικότερα.
22.
Τέταρτον, από το 1979 ένας εργαζόμενος οφείλει να αποδείξει ότι δικαιούται το εκ του νόμου οικογενειακό επίδομα προκειμένου να λάβει το επίδομα συντηρούμενου τέκνου το οποίο προβλέπει η συλλογική σύμβαση του τραπεζικού τομέα. Στις γραπτές παρατηρήσεις της, η VÖBB εξήγησε ότι, πριν από τη χρονολογία αυτή, απαιτείτο η ετήσια υποβολή πολύ περισσότερων αποδεικτικών στοιχείων, και ότι η σύνδεση με το δικαίωμα λήψεως του εκ του νόμου οικογενειακού επιδόματος έγινε κυρίως για να απλουστευθεί η διοικητική διαδικασία αποδείξεως του δικαιώματος λήψεως του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου.
Η σχέση μεταξύ της ρήτρας 4, παράγραφοι 1 και 2, της συμφωνίας-πλαισίου και της νομολογίας του Δικαστηρίου επί της αρχής pro rata temporis
23.
Οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση, εξ ορισμού, εργάζονται λιγότερες ώρες από τον αντίστοιχο συνάδελφό τους ο οποίος εργάζεται με πλήρες ωράριο, τον (πραγματικό ή υποθετικό) «ισοδύναμο πλήρους απασχολήσεως» εργαζόμενο (γνωστό στους ειδήμονες ως ΙΠΑ). Επίσης, τις περισσότερες φορές λαμβάνουν μικρότερο μισθό. Αν λαμβάνουν ωρομίσθιο μικρότερο από εκείνο του ΙΠΑ εργαζομένου, πρόκειται σαφώς για διάκριση εις βάρος τους. Αν όμως λαμβάνουν ακριβώς το ίδιο ωρομίσθιο αλλά —επειδή, για παράδειγμα, εργάζονται 20 ώρες την εβδομάδα αντί των 40— παίρνουν χαμηλότερο συνολικό μισθό, αυτή η μείωση του μισθού με βάση την αρχή pro rata temporis δεν μπορεί να επισύρει κανένα αρνητικό σχόλιο. Θεωρείται εμμέσως ως «αντικειμενικώς δικαιολογημένη».
24.
Η ρήτρα 4, παράγραφος 2, της συμφωνίας-πλαισίου αντικατοπτρίζει αυτή τη γενική παραδοχή ορίζοντας, λακωνικά, «όπου κρίνεται αναγκαίο, εφαρμόζεται η αρχή pro rata temporis». Αν και ο συντάκτης θα μπορούσε να έχει γράψει (για ακόμη μεγαλύτερη οικονομία λόγου) «η αμοιβή μπορεί να μειώνεται κατ’ αναλογίαν», δεν το έπραξε. Η χρήση των λέξεων «όπου κρίνεται αναγκαίο» προφανώς υπονοεί ότι η αρχή pro rata temporis μπορεί να τύχει μιας κάπως ελαστικότερης εφαρμογής. Θα εξετάσω αυτή τη φρασεολογία λεπτομερέστερα λίγο παρακάτω ( 7 ).
25.
Επί κάποιων «συνθηκών απασχόλησης», υπό την έννοια της ρήτρας 4, παράγραφος 1 (το περιεχόμενο του όρου δεν ορίζεται), δεν είναι δυνατόν, ως εκ της φύσεώς τους, να κριθεί «αναγκαία» η εφαρμογή της αρχής pro rata temporis. Ένα απλό παράδειγμα είναι η παροχή εξοπλισμού ασφαλείας από τον εργοδότη, όπως ένα προστατευτικό κράνος: δεν είναι δυνατή —ούτε και αναγκαία— η παροχή μισού κράνους. Σε παρόμοιες περιπτώσεις, αν ο εργοδότης διακρίνει μεταξύ ενός εργαζομένου με μερική απασχόληση και ενός ΙΠΑ εργαζομένου, κατά τρόπο που θέτει τον πρώτο εργαζόμενο σε μειονεκτική θέση, εφαρμόζεται η ρήτρα 4, παράγραφος 1, της συμφωνίας-πλαισίου. Ο εργοδότης οφείλει να αποδείξει ότι οποιαδήποτε λιγότερο ευνοϊκή αντιμετώπιση είναι αντικειμενικώς δικαιολογημένη. Αν δεν το επιτύχει, η διαφορετική μεταχείριση αποτελεί διάκριση αντίθετη προς τη ρήτρα 4, παράγραφος 1, της συμφωνίας-πλαισίου.
26.
Εννοιολογικά, το ζήτημα αν η διαφορετική μεταχείριση θα πρέπει, σε χωριστό στάδιο, να «δικαιολογείται» αντικειμενικώς δεν εξετάζεται καθαυτό στη ρήτρα 4, παράγραφος 2 (επειδή γίνεται εμμέσως δεκτό ότι η αρχή pro rata temporis εμπεριέχει τη δική της αντικειμενική δικαιολόγηση). Εντούτοις, το Δικαστήριο έλεγξε την αντικειμενική δικαιολόγηση όταν έθεσε το ζήτημα εάν είναι «αναγκαία» η εφαρμογή της αρχής αυτής σε άλλον όρο εργασίας πλην των βασικών αποδοχών.
27.
Μέχρι σήμερα, το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει τη ρήτρα 4, παράγραφος 2, της συμφωνίας-πλαισίου μόνο σε σχέση με το δικαίωμα της ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών, η οποία έχει τόσο ένα στοιχείο «αδείας» όσο και ένα στοιχείο «αποδοχών». Στην υπόθεση Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols ( 8 ) το Δικαστήριο έκρινε «αναγκαίο» να εφαρμόσει την αρχή pro rata temporis στην ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών, έτσι ώστε η άδεια μειώθηκε αναλογικώς με βάση μια περίοδο μερικής απασχολήσεως. Μια τέτοια μείωση σε σχέση με τους εργαζομένους με πλήρη απασχόληση δικαιολογήθηκε με αντικειμενικά κριτήρια. Την απόφαση αυτή ακολούθησε η απόφαση στην υπόθεση Heimann ( 9 ), όπου το Δικαστήριο έκρινε πως η εφαρμογή της αρχής pro rata temporis ήταν αναγκαία ως προς την ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών ενός εργαζομένου με εκ περιτροπής απασχόληση.
28.
Σε έναν αριθμό άλλων υποθέσεων (οι οποίες δεν αφορούσαν τη συμφωνία-πλαίσιο αλλά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών), το Δικαστήριο είχε εκτιμήσει αν οι έμμεσες διακρίσεις ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένες στις περιπτώσεις που εργαζόμενοι με μερική απασχόληση ετύγχαναν διαφορετικής μεταχειρίσεως κατ’ εφαρμογήν της αρχής pro rata temporis. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένη η εφαρμογή της αρχής αυτής στην περίπτωση συντάξεως μόνιμης αναπηρίας, όπου το καταβαλλόμενο ποσό είχε μειωθεί, ώστε να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο εργαζόμενος είχε λάβει για ορισμένη χρονική περίοδο γονική άδεια μερικής απασχολήσεως, στη διάρκεια της οποίας κατέβαλλε εισφορές και αποκτούσε συνταξιοδοτικά δικαιώματα ανάλογα με τον (χαμηλότερο) μισθό που λάμβανε ( 10 ). Ένας εργοδότης είχε το δικαίωμα να μειώσει το δώρο Χριστουγέννων σύμφωνα με την αρχή pro rata temporis, λαμβάνοντας υπόψη τις περιόδους της ληφθείσας γονικής αδείας ( 11 ). Ομοίως, κρίθηκε αντικειμενικά δικαιολογημένη η μείωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος κατ’ αναλογίαν, ώστε να ληφθούν υπόψη οι χρονικές περίοδοι εργασίας μερικής απασχολήσεως και αδείας άνευ αποδοχών, προκειμένου να αντικατοπτρίζονται τα έτη πραγματικής υπηρεσίας που έχει συμπληρώσει ένας δημόσιος υπάλληλος σε σύγκριση με τον υπάλληλο ο οποίος έχει εργαστεί με πλήρη απασχόληση καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του ( 12 ).
29.
Τι σημαίνει, κατά τη ρήτρα 4, παράγραφος 2, ότι η αρχή pro rata temporis πρέπει να εφαρμόζεται «όπου κρίνεται αναγκαίο»;
30.
Μέχρι τούδε, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η έννοια της αμοιβής κατά τη συμφωνία-πλαίσιο ταυτίζεται με την έννοια της αμοιβής κατά τη Συνθήκη και ότι οποιαδήποτε μορφή αμοιβής μπορεί να μειώνεται κατ’ αναλογίαν: βλ. τις αποφάσεις σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο και τις διακρίσεις λόγω φύλου που παραθέτω ανωτέρω (Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols ( 13 ), Heimann ( 14 ) , Gómez-Limón Sánchez-Camacho ( 15 ), Lewen ( 16 ) και Schönheit and Becker ( 17 )). Σε όλες τις άνω περιπτώσεις, εκείνο που μειώθηκε κατ’ αναλογίαν ενέπιπτε στον (ευρύ) ορισμό της αμοιβής κατά τη Συνθήκη· το Δικαστήριο δέχθηκε ότι μια τέτοια μείωση ήταν αντικειμενικώς δικαιολογημένη. Στις δύο υποθέσεις που αφορούσαν τη συμφωνία-πλαίσιο (Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols και Heimann), το Δικαστήριο έκρινε συγκεκριμένα πως ήταν «αναγκαία» (όπως επίσης και αντικειμενικώς δικαιολογημένη) η εφαρμογή της αρχής pro rata temporis στην ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών.
31.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, αν κάποια παροχή η οποία απορρέει από την απασχόληση εμπίπτει στον ορισμό της αμοιβής σύμφωνα με τη Συνθήκη, είναι«αναγκαίο» να μειωθεί η παροχή αυτή pro rata temporis για έναν εργαζόμενο με μερική απασχόληση.
Πρώτο ερώτημα
32.
Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί αν η ρήτρα 4, παράγραφος 2, της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι είναι αναγκαία η εφαρμογή της αρχής pro rata temporis στην καταβολή ενός επιδόματος συντηρούμενου τέκνου όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη.
33.
Φρονώ πως ναι.
34.
Είναι αλήθεια ότι —αντιθέτως προς την απόκτηση συνταξιοδοτικού δικαιώματος ή τον αριθμό ημερών ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών— δεν υπάρχει κάποια αντικειμενική σχέση μεταξύ του ποσού του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου, της «ανάγκης» του εργαζομένου την οποία καλύπτει το επίδομα και των ωρών εργασίας του εργαζομένου αυτού. Όπως τόνισε η ÖGB, η ύπαρξη του τέκνου και η ανάγκη προβλέψεως για τις δαπάνες που σχετίζονται με την ανατροφή του είναι ζητήματα ανεξάρτητα από το αν ο εργαζόμενος εργάζεται με πλήρη ή μερική απασχόληση.
35.
Πέραν αυτού, φρονώ ότι, με βάση τις διαπιστώσεις τις οποίες παραθέτει το εθνικό δικαστήριο στην απόφαση περί παραπομπής, παρά το γεγονός ότι το επίδομα συντηρούμενου τέκνου καταβάλλεται μόνο σε όσους αποδεικνύουν ότι δικαιούνται το εκ του νόμου οικογενειακό επίδομα, επιδιώκει έναν συγκεκριμένο σκοπό και αποτελεί (ασφαλώς) ένα χωριστό κονδύλι στο εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών του εργαζομένου, προδήλως απαρτίζει μέρος του ποσού που καταβάλλεται στον εργαζόμενο βάσει της συμβάσεως εργασίας του.
36.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το επίδομα συντηρούμενου τέκνου αποτελεί προδήλως «αμοιβή» υπό την έννοια του (νυν) άρθρου 157 ΣΛΕΕ, στον βαθμό που αποτελεί αντιστάθμισμα το οποίο ο εργαζόμενος λαμβάνει, εις χρήμα, λόγω της απασχολήσεώς του στον εργοδότη του ( 18 ). Τόσο η νομολογία του Δικαστηρίου όσο και ο ορισμός της αμοιβής κατά τη Συνθήκη δίνουν έμφαση στο γεγονός ότι η σχέση μεταξύ τέτοιων χρηματικών ποσών και της απασχολήσεως του εργαζομένου μπορεί να είναι άμεση ή έμμεση.
37.
Στην υπόθεση Garland ( 19 ) το Δικαστήριο τόνισε ότι όταν ένα πλεονέκτημα που παρέχεται στον εργαζόμενο απορρέει από τη σχέση εργασίας, η ακριβής νομική φύση της παροχής δεν επηρεάζει το ζήτημα αν η παροχή αυτή αποτελεί «αμοιβή». Στην απόφασή του στην υπόθεση Barber ( 20 ) το Δικαστήριο έκρινε ότι «είναι αληθές ότι πολλά είδη πλεονεκτημάτων που χορηγεί ο εργοδότης ανταποκρίνονται επίσης σε κριτήρια κοινωνικής πολιτικής, ο χαρακτήρας όμως μιας παροχής ως αμοιβής δεν μπορεί να αμφισβητηθεί εφόσον ο εργαζόμενος δικαιούται να λάβει την εν λόγω παροχή από τον εργοδότη του λόγω της υπάρξεως της σχέσεως εργασίας» (η υπογράμμιση δική μου).
38.
Δεδομένου ότι το επίδομα συντηρούμενου τέκνου αποτελεί «αμοιβή», έπεται ότι είναι «αναγκαία» η εφαρμογή της αρχής pro rata temporis επί αυτής της μορφής αμοιβής, όπως ακριβώς το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει αναφορικά με άλλες μορφές αποδοχών. Το γεγονός ότι το επίδομα συντηρούμενου τέκνου εξυπηρετεί έναν κοινωνικό σκοπό είναι αξιέπαινο αλλά δεν μεταβάλλει τον νομικό χαρακτηρισμό του ως αμοιβής· η αμοιβή είναι δυνατό να μειώνεται κατ’ αναλογίαν ( 21 ).
39.
Μήπως η διατύπωση της συμφωνίας-πλαισίου αφήνει περιθώρια να θεωρηθεί ότι υπάρχει κάποια «μέση λύση», κατά την οποία οι «κοινωνικές παροχές του εργοδότη» —καίτοι αποτελούν «αμοιβή» κατά τον κρατούντα ορισμό που περιέχεται στη νομολογία του Δικαστηρίου— δεν θα πρέπει να μειώνονται κατ’ αναλογίαν για τους εργαζομένους με μερική απασχόληση κατά τον τρόπο που μειώνεται κατ’ αναλογίαν η αμοιβή τους;
40.
Δεν έχω πεισθεί ότι, τυπικώς, είναι απαραίτητο να δοθεί απάντηση εδώ στο ερώτημα αυτό. Μολονότι το επίδομα συντηρούμενου τέκνου εξυπηρετεί έναν χρήσιμο κοινωνικό σκοπό, εντούτοις το γεγονός ότι περιλαμβάνεται στις συνολικές αποδοχές αποτελεί αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων μεταξύ των δυο μερών του κλάδου. Διατρέχοντας τον κίνδυνο της υπεραπλουστεύσεως, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι, μέσα στο γενικό «πακέτο» του συνολικού ποσού που οι εργοδότες του συγκεκριμένου τομέα είναι πρόθυμοι να καταβάλουν ως μισθό, οι κοινωνικοί εταίροι έχουν συμφωνήσει να παρέχεται επιπλέον βοήθεια στους εργαζομένους με τέκνα, και ότι κάποιοι άλλοι παράγοντες του συνολικού υπολογισμού πιθανώς να έχουν προσαρμοστεί αναλόγως ώστε να συμπεριληφθεί αυτή η προτίμηση ( 22 ). Σε τελευταία ανάλυση, όμως, η συμφωνία μεταξύ των κοινωνικών εταίρων αφορά την αμοιβή και όχι την κοινωνική αρωγή. Συνεπώς, το επίδομα συντηρούμενου τέκνου το οποίο έχει προκύψει, και το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αμοιβής, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αμοιβή. Συνεπώς, ο εργοδότης έχει την ευχέρεια να εφαρμόσει την αρχή pro rata temporis σε αυτό το επίδομα όταν ο εργαζόμενος εργάζεται με μερική απασχόληση.
41.
Τονίζω ότι το συμπέρασμά μου βασίζεται στην προκείμενη ότι δεν υφίσταται εκ του νόμου υποχρέωση του εργοδότη να καταβάλει τις εν λόγω κοινωνικές παροχές. Αν (για παράδειγμα) ο εθνικός νομοθέτης έχει αποφασίσει ότι οι εργοδότες πρέπει να βαρύνονται με την καταβολή του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου στους εργαζομένους (ούτως ώστε το κράτος να έχει την ευθύνη καταβολής ενός τέτοιου επιδόματος μόνο στους ανέργους), ο εργοδότης ουσιαστικά θα υποκαθιστούσε το κράτος, και το συμπέρασμα θα μπορούσε κάλλιστα να είναι διαφορετικό ( 23 ). Θα ήθελα να προσθέσω ότι, καίτοι ο εργαζόμενος με μερική απασχόληση αναμφισβήτητα λαμβάνει λιγότερα χρήματα από τον ΙΠΑ εργαζόμενο όσον αφορά το επίδομα συντηρούμενου τέκνου και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, σε γενικές γραμμές, η οικονομική του κατάσταση είναι λιγότερο καλή, δεν υφίσταται κάποιο συγκεκριμένο μειονέκτημα εξαιτίας του γεγονότος ότι το επίδομα συντηρούμενου τέκνου μειώνεται κατ’ αναλογίαν. Εσκεμμένα αφήνω αναπάντητο το ερώτημα ποια θα ήταν η απάντηση σε περίπτωση που προέκυπτε κάποιο συγκεκριμένο μειονέκτημα σε κάποια άλλη υπόθεση.
42.
Τέλος, μολονότι η ρήτρα 4, παράγραφος 2, διατυπώνεται με επιτακτικό τρόπο —«όπου κρίνεται αναγκαίο, εφαρμόζεται η αρχή pro rata temporis» (η υπογράμμιση δική μου)— αυτό δεν θα πρέπει, κατά την γνώμη μου, να θεωρηθεί ότι σημαίνει ότι οποτεδήποτε η αρχή είναι αναγκαία, πρέπει να εφαρμόζεται. Με άλλα λόγια, η φράση «εφαρμόζεται η αρχή» δεν σημαίνει ότι «ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να εφαρμόσει την αρχή, έστω και αν επιθυμεί να φανεί περισσότερο γενναιόδωρος» (δεν μπορεί, ασφαλώς, να πληρώσει έναν εργαζόμενο με μερική απασχόληση λιγότερο από αυτό που προκύπτει από την εφαρμογή της αρχής pro rata temporis) ( 24 ). Η λέξη «εφαρμόζεται» απλώς σημαίνει ότι, όποτε είναι αναγκαίο να εφαρμοστεί η αρχή pro rata temporis, η αρχή αυτή εφαρμόζεται χωρίς την ανάγκη για περαιτέρω αντικειμενική δικαιολόγηση. Αρκεί το γεγονός ότι ο εργαζόμενος με μερική απασχόληση εργάζεται λιγότερες ώρες από τον ΙΠΑ εργαζόμενο.
43.
Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα που υποβλήθηκε θα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι είναι αναγκαίο, υπό την έννοια της ρήτρας 4, παράγραφος 2, της συμφωνίας-πλαισίου, να εφαρμόζεται η αρχή pro rata temporis σε επίδομα συντηρούμενου τέκνου το οποίο προβλέπεται σε συλλογική σύμβαση, όταν δεν υφίσταται εκ του νόμου υποχρέωση των μερών να προβλέψουν τέτοιο επίδομα.
Δεύτερο ερώτημα
44.
Κατ’ ουσίαν, με το ερώτημα αυτό ζητείται να διευκρινισθεί αν, σε περίπτωση που το επίδομα συντηρούμενου τέκνου δεν μπορεί να μειωθεί κατ’ αναλογίαν με την εφαρμογή της ρήτρας 4, παράγραφος 2, της συμφωνίας-πλαισίου, η άνιση μεταχείριση των εργαζομένων με μερική απασχόληση που απορρέει από την καταβολή ποσού χαμηλότερου από το πλήρες επίδομα συντηρούμενου τέκνου μπορεί εντούτοις να θεωρηθεί ως αντικειμενικώς δικαιολογημένη σύμφωνα με τη ρήτρα 4, παράγραφος 1, της συμφωνίας-πλαισίου για άλλους λόγους. Στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου εκτίθενται τέσσερις πιθανοί δικαιολογητικοί λόγοι οι οποίοι, υποθέτω, προβλήθηκαν ενώπιόν του.
45.
Αν το Δικαστήριο συμφωνεί με την απάντηση που προτείνω να δοθεί στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο. Εντούτοις, χάριν πληρότητος, θα το εξετάσω εν συντομία.
46.
Κατ’ αρχήν, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει αν οποιοσδήποτε από τους λόγους που προβλήθηκαν αποτελεί αντικειμενική δικαιολόγηση για τη διαφορετική μεταχείριση, λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ένα εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να εξετάζει αν το μέτρο που επιλέχθηκε αντιστοιχεί σε πραγματική ανάγκη, είναι πρόσφορο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και είναι αναγκαίο για τον σκοπό αυτόν ( 25 ). Απλές γενικεύσεις δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν διαφορετική μεταχείριση ( 26 ) και η αποφυγή του αυξημένου κόστους δεν αποτελεί λόγο που δικαιολογεί αντικειμενικά μια έμμεση δυσμενή διάκριση ( 27 ).
47.
Πέραν αυτού, εντούτοις, φρονώ ότι, όταν ένας εργαζόμενος με μερική απασχόληση τυγχάνει δυσμενούς μεταχειρίσεως σε σχέση με τον ΙΠΑ εργαζόμενο και οι ώρες της απασχολήσεώς του αποτελούν τη βάση για την κατ’ αναλογίαν μείωση μιας αμοιβής, αυτή η αμοιβή είτε είναι «αναγκαίο» να μειωθεί κατ’ αναλογίαν είτε όχι. Στην περίπτωση κατά την οποία το γεγονός ότι ο εργαζόμενος με μερική απασχόληση εργάζεται λιγότερες ώρες αποτελεί αντικειμενική δικαιολόγηση για την κατ’ αναλογίαν μείωση, η εφαρμογή της αρχής pro rata temporis είναι «αναγκαία» και καλύπτεται από τη ρήτρα 4, παράγραφος 2, της συμφωνίας-πλαισίου. Στην περίπτωση που δεν είναι «αναγκαία», δεν υπάρχει επιπλέον περιθώριο για να εξεταστεί αν η αναλογική μείωση δικαιολογείται παρά ταύτα αντικειμενικώς από άλλους λόγους και συνεπώς δεν παραβιάζεται η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που θεσπίζει η ρήτρα 4, παράγραφος 1.
48.
Για τον λόγο αυτό, φρονώ ότι οι τέσσερις πιθανοί λόγοι για την αντικειμενική δικαιολόγηση οι οποίοι προβλήθηκαν ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου δεν μπορούν να αποτελέσουν τη βάση, σύμφωνα με τη ρήτρα 4, παράγραφος 1, της συμφωνίας-πλαισίου για τη μείωση pro rata temporis του ποσού που καταβάλλεται στους εργαζομένους με μερική απασχόληση ως επίδομα συντηρούμενου τέκνου.
Τρίτο ερώτημα
49.
Με το τρίτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί αν, σε περίπτωση που η καταβολή ενός κατ’ αναλογίαν μειωμένου επιδόματος τέκνου στους εργαζομένους με μερική απασχόληση είναι παράνομη, το άρθρο 28 του Χάρτη θα απέκλειε οποιαδήποτε καταβολή αυτού του επιδόματος με βάση τη συλλογική σύμβαση.
50.
Και πάλι, αν το Δικαστήριο συμφωνεί με την απάντηση που προτείνω για το πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο. Για λόγους τάξεως, εντούτοις, θα το εξετάσω εν συντομία.
51.
Το άρθρο 28 του Χάρτη κατοχυρώνει το δικαίωμα της συλλογικής διαπραγματεύσεως. Το δικαίωμα αυτό πρέπει να ασκείται «σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης». Αν ένας όρος συλλογικής συμβάσεως αποκλείεται από το δίκαιο της ΕΕ, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να μην εφαρμόσει αυτόν τον συγκεκριμένο όρο στο μέτρο που είναι αναγκαίο για να θεραπευθεί η παρανομία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αν το Δικαστήριο έκρινε ότι το δίκαιο της ΕΕ αποκλείει την εφαρμογή της αρχής pro rata temporis στο επίδομα συντηρούμενου τέκνου, θα έπρεπε να αποκλειστεί και η εφαρμογή της συγκεκριμένης διατάξεως η οποία προβλέπει ότι το επίδομα μειώνεται κατ’ αναλογίαν για τους εργαζομένους με μερική απασχόληση (στη συγκεκριμένη περίπτωση, του άρθρου 22, παράγραφος 4, της συλλογικής συμβάσεως του τραπεζικού τομέα). Ως εκ τούτου, το επίδομα συντηρούμενου τέκνου θα έπρεπε να καταβάλλεται πλήρες σύμφωνα με το άρθρο 22, παράγραφος 1, της συμβάσεως αυτής.
52.
Φρονώ ότι αυτή ή περιορισμένη και αναλογική θεραπεία δεν καθιστά τη σύμβαση ανενεργή ούτε και την αλλοιώνει σε βαθμό που να μη μοιάζει πλέον τη συμφωνηθείσα από τα μέρη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν θα συντρέχει προσβολή του δικαιώματος συλλογικής διαπραγματεύσεως το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 28 του Χάρτη.
Πρόταση
53.
Συνεπώς, για τους λόγους που παρέθεσα, φρονώ ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να δώσει απάντηση μόνο στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το Oberster Gerichtshof (Αυστρία), ως εξής:
Είναι αναγκαίο, υπό την έννοια της ρήτρας 4, παράγραφος 2, της συμφωνίας-πλαισίου η οποία προσαρτάται στην οδηγία 97/81/ΕΚ του Συμβουλίου, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόληση που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και την CES, να εφαρμόζεται η αρχή pro rata temporis σε επίδομα συντηρούμενου τέκνου το οποίο προβλέπεται σε συλλογική σύμβαση, όταν δεν υφίσταται εκ του νόμου υποχρέωση των μερών να προβλέψουν τέτοιο επίδομα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Οδηγία 97/81/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και τη CES (ΕΕ 1998, L 14, σ. 9).
( 3 ) Βλ. άρθρο 1 της οδηγίας 97/81.
( 4 ) Αιτιολογική σκέψη 11 της οδηγίας 97/81. Βλ. επίσης τα σημεία 4, 5 και 7 των «Γενικών παρατηρήσεων» οι οποίες επέχουν θέση προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου.
( 5 ) Το Oberster Gerichtshof εφάρμοσε τα κριτήρια που διατύπωσε το Δικαστήριο στις αποφάσεις της 10ης Ιουνίου 2010, C-395/08 και C-396/08, Bruno κ.λπ. (Συλλογή 2010, σ. I-5119, σκέψεις 41 και 42), και της 5ης Απριλίου 2008, C-268/06, Impact (Συλλογή 2008, σ. I-2483, σκέψη 131).
( 6 ) Η απόφαση περί παραπομπής, στη σελίδα 15, σημείο 2.4, εκθέτει επί λέξει τα εξής: «Unbestritten ist, dass es sich bei der zu beurteilenden Kinderzulage um Entgelt handelt» («Δεν αμφισβητείται ότι το επίμαχο επίδομα συντηρούμενου τέκνου αποτελεί αμοιβή»).
( 7 ) Βλ. σημεία 32 έως 42 κατωτέρω.
( 8 ) Απόφαση της 22ας Απριλίου 2010, C-486/08 (Συλλογή 2010, σ. I-3527, σκέψη 33).
( 9 ) Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2012, C‑229/11 και C‑230/11, Heimann (σκέψεις 34 έως 36).
( 10 ) Απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, C-537/07, Gómez-Limón Sánchez-Camacho (Συλλογή 2009, σ. I-6525, σκέψεις 62 και 63).
( 11 ) Απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1999, C-333/97, Lewen (Συλλογή 1999, σ. I-7243, σκέψη 50).
( 12 ) Απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2003, C-4/02 και C-5/02, Schönheit και Becker (Συλλογή 2003, σ. I-12575, σκέψεις 90 και 91).
( 13 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8.
( 14 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9.
( 15 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10.
( 16 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11.
( 17 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12.
( 18 ) Βλ. αποφάσεις της 9ης Φεβρουαρίου 1982, 12/81, Garland (Συλλογή 1982, σ. 359, σκέψη 5), της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. I-1889, σκέψη 12), και, C-167/97, Seymour-Smith και Perez (Συλλογή 1999, σ. I-623, σκέψη 23).
( 19 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση Garland (σκέψη 5). Βλ. επίσης απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, C-281/97, Krüger (Συλλογή 1999, σ. I-5127, σκέψη 15).
( 20 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18 (σκέψη 18).
( 21 ) Βλ. σημεία 30 και 31 ανωτέρω.
( 22 ) Η συνδικαλιστική οργάνωση (ÖGB) θα μπορούσε συνεπώς, εάν επιθυμεί να εξασφαλίσει ένα αυξημένο επίπεδο προστασίας για τους εργαζομένους με μερική απασχόληση, να διαπραγματευθεί την καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού επιδόματος τέκνου σε όλους τους εργαζομένους που τη δικαιούνται, ανεξαρτήτως ωρών εργασίας, στο πλαίσιο των γενικότερων διαπραγματεύσεών της με την αντιπροσωπευτική οργάνωση των εργοδοτών (τη VÖBB). Κατά τον ίδιο τρόπο, οι κοινωνικοί εταίροι θα μπορούσαν να αποφασίσουν (για παράδειγμα) αν το επίδομα συντηρούμενου τέκνου πρέπει να συνδέεται με το ύψος του μισθού και, αν ναι, ακριβώς με ποιον τρόπο. Αναμφιβόλως, ένα ελκυστικό επιχείρημα για τη μη μείωση pro rata ορισμένων παροχών που συνδέονται με την απασχόληση αντλείται από τις περιπτώσεις στις οποίες κάτι τέτοιο θα ενίσχυε σημαντικά την ισότητα μεταξύ των φύλων (βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση Gómez-Limón Sánchez-Camacho, προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 10, σημεία 54 έως 56)· η ερμηνεία αυτή όμως δεν απορρέει κατ’ ανάγκην από τη μέχρι τούδε νομολογία του Δικαστηρίου.
( 23 ) Ίσως, επίσης, υπό τέτοιες συνθήκες, η παροχή να μην ενέπιπτε στον ορισμό της «αμοιβής» του άρθρου 157 ΣΛΕΕ: βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση Impact (σκέψη 131).
( 24 ) Επί του θέματος, βλ. το εντυπωσιακό παράδειγμα της μη εφαρμογής της αρχής pro rata temporis στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, Κ:1-16. Οι πρώτοι εργάτες που προσλήφθηκαν εργάστηκαν με πλήρη απασχόληση (όλη τη ημέρα) και έλαβαν το συμφωνηθέν ημερομίσθιο. Εντούτοις, και όσοι εργάστηκαν μόνο ένα μέρος της ημέρας (όσοι προσλήφθηκαν το μεσημέρι, για μισή ημέρα· όσοι προσλήφθηκαν τελευταίοι, μόνο για μία ώρα) έλαβαν το ίδιο ημερομίσθιο επειδή ο οικοδεσπότης που τους προσέλαβε επέλεξε να φανεί γενναιόδωρος [κατά λέξη, «ότι έγώ άγαθόs είμι» (στίχος 15)]. To κείμενο δεν διευκρινίζει αν τούτο οφειλόταν στο γεγονός ότι ο οικοδεσπότης αναγνώριζε ότι οι ανάγκες τους (να κερδίσουν χρήματα για να θρέψουν τις οικογένειές τους) ήταν οι ίδιες.
( 25 ) Αποφάσεις της 28ης Φεβρουαρίου 2013, C‑427/11, Kenny κ.λπ. (σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 13ης Μαΐου 1986, 170/84, Bilka-Kaufhaus (Συλλογή 1986, σ. 1607, σκέψη 36).
( 26 ) Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, 171/88, Rinner-Kühn (Συλλογή 1989, σ. 2743, σκέψη 14).
( 27 ) Απόφαση της 17ης Ιουνίου 1998, C-243/95, Hill και Stapleton (Συλλογή 1998, σ. I-3739, σκέψη 40).
Full & Egal Universal Law Academy