ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MELCHIOR WATHELET
της 5ης Σεπτεμβρίου 2013 ( 1 )
Υπόθεση C‑479/12
H. Gautzsch Großhandel GmbH & Co. KG
κατά
Münchener Boulevard Möbel Joseph Duna GmbH
[αίτηση του Bundesgerichtshof (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Πνευματική και βιομηχανική ιδιοκτησία — Σχέδια και υποδείγματα — Έννοια της “διαθέσεως στο κοινό” — Έννοια των “ειδικευμένων κύκλων” — Βάρος αποδείξεως της απομιμήσεως του μη καταχωρισμένου σχεδίου — Δικονομικοί κανόνες — Εφαρμοστέο δίκαιο»
1.
Με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Bundesgerichtshof (Γερμανία) ερωτά το Δικαστήριο ως προς την ερμηνεία των άρθρων 7, παράγραφος 1, 11, παράγραφος 2, και 89, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και δʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 6/2002 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2001, για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα ( 2 ) (στο εξής: κανονισμός).
2.
Για πρώτη φορά, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της εννοίας των «ειδικευμένων κύκλων του συγκεκριμένου κλάδου οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της Κοινότητας», που χρησιμοποιείται στα άρθρα 7, παράγραφος 1, και 11, παράγραφος 2, του κανονισμού, καθώς και επί των όρων «δεν θα ήταν δυνατόν να γίνουν γνωστά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της Κοινότητας», που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού (πρώτο και δεύτερο ερώτημα). Το Δικαστήριο ερωτάται επίσης ως προς διάφορα δικονομικά ζητήματα (βάρος αποδείξεως, παραγραφή και αποδυνάμωση δικαιώματος), καθώς και ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο (τρίτο έως έκτο ερώτημα).
I – Το νομικό πλαίσιο
3.
Οι αιτιολογικές σκέψεις 21 και 22 του κανονισμού είναι διατυπωμένες ως εξής:
«(21)
Η αποκλειστική φύση του δικαιώματος το οποίο απορρέει από το καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα ανταποκρίνεται στην ανάγκη μεγαλύτερης ασφάλειας δικαίου. Αντιθέτως, το μη καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα θα πρέπει να συνιστά δικαίωμα μόνο για την αποφυγή της αντιγραφής. Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να επεκτείνεται η προστασία σε προϊόντα στα οποία εφαρμόζονται σχέδια ή υποδείγματα απορρέοντα από σχέδιο ή υπόδειγμα που αποτελεί ανεξάρτητη σύλληψη δεύτερου δημιουργού. Το δικαίωμα αυτό θα πρέπει επίσης να επεκτείνεται στο εμπόριο προϊόντων στα οποία εφαρμόζονται σχέδια ή υποδείγματα που αποτελούν προϊόν παράβασης.
(22)
Τα μέτρα για την εξασφάλιση της άσκησης αυτών των δικαιωμάτων εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη. Είναι συνεπώς αναγκαίο να προβλέπονται ορισμένες βασικές ενιαίες κυρώσεις σε όλα τα κράτη μέλη. Οι κυρώσεις αυτές θα πρέπει να καθιστούν δυνατή, όποιο και αν είναι το επιληφθέν δικαστήριο, την παύση των παραβάσεων.»
4.
Κατά το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού, τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα, τα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο παρών κανονισμός, προστατεύονται ως «μη καταχωρισμένα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα», εάν έχουν διατεθεί στο κοινό υπό τους όρους που προβλέπει αυτός ο κανονισμός.
5.
Το άρθρο 4 του κανονισμού, που φέρει τον τίτλο «Προϋποθέσεις προστασίας», ορίζει, στην παράγραφο 1 αυτού, ότι η προστασία σχεδίου ή υποδείγματος ως κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος διασφαλίζεται μόνον εφόσον είναι νέο και έχει ατομικό χαρακτήρα.
6.
Κατά το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού, που φέρει τον τίτλο «Νεωτερισμός»:
«1.
Ένα σχέδιο ή υπόδειγμα θεωρείται νέο εάν δεν έχει διατεθεί στο κοινό ταυτόσημο σχέδιο ή υπόδειγμα:
α)
στην περίπτωση μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, πριν από την ημερομηνία κατά την οποία το σχέδιο ή το υπόδειγμα για το οποίο διεκδικείται προστασία διατέθηκε για πρώτη φορά στο κοινό·
[...]».
7.
Το άρθρο 6 του κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ατομικός χαρακτήρας», ορίζει, στην παράγραφο 1, στοιχείο αʹ, αυτού, τα ακόλουθα:
«Ένα σχέδιο ή υπόδειγμα θεωρείται ότι παρουσιάζει ατομικό χαρακτήρα εάν η συνολική εντύπωση που προκαλεί στον ενημερωμένο καταναλωτή διαφέρει από τη συνολική εντύπωση που προκαλεί στον εν λόγω καταναλωτή κάθε σχέδιο ή υπόδειγμα που έχει διατεθεί στο κοινό:
α)
στην περίπτωση μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, πριν από την ημερομηνία κατά την οποία το σχέδιο ή το υπόδειγμα για το οποίο διεκδικείται προστασία διατέθηκε για πρώτη φορά στο κοινό.»
8.
Το άρθρο 7 του κανονισμού, που φέρει τον τίτλο «Γνωστοποίηση», ορίζει στην παράγραφό του 1 τα εξής:
«Για την εφαρμογή των άρθρων 5 και 6, ένα σχέδιο ή υπόδειγμα θεωρείται ότι έχει διατεθεί στο κοινό αν έχει δημοσιευθεί κατόπιν καταχώρισής του ή με άλλον τρόπο, ή έχει εκτεθεί, έχει χρησιμοποιηθεί στο εμπόριο ή κατέστη γνωστό με άλλο τρόπο, πριν από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, […] εκτός εάν τα γεγονότα αυτά λογικά δεν θα ήταν δυνατόν να γίνουν γνωστά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της Κοινότητας. Ωστόσο, δεν θεωρείται ότι το σχέδιο ή το υπόδειγμα έχει διατεθεί στο κοινό μόνο και μόνο επειδή διατέθηκε σε τρίτον με τη ρητή ή σιωπηρή προϋπόθεση να παραμείνει απόρρητο.»
9.
Το άρθρο 11 του κανονισμού, που φέρει τον τίτλο «Διάρκεια προστασίας του μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος», ορίζει στις παραγράφους 1 και 2 αυτού τα εξής:
«1. Το σχέδιο ή υπόδειγμα που πληροί τις προϋποθέσεις του τμήματος 1 προστατεύεται ως μη καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα επί μία τριετία που αρχίζει από την ημερομηνία κατά την οποία διατέθηκε για πρώτη φορά στο κοινό εντός της Κοινότητας.
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, θεωρείται ότι ένα σχέδιο ή υπόδειγμα διατέθηκε στο κοινό εντός της Κοινότητας εάν δημοσιεύθηκε, εκτέθηκε, χρησιμοποιήθηκε στο εμπόριο ή κατέστη γνωστό με άλλο τρόπο, έτσι ώστε, κατά τη συνήθη πορεία των επιχειρηματικών εργασιών, τα γεγονότα αυτά θα μπορούσαν ευλόγως να καταστούν γνωστά στους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της Κοινότητας. Ωστόσο, δεν θεωρείται ότι το σχέδιο ή το υπόδειγμα έχει διατεθεί στο κοινό μόνο και μόνο επειδή διατέθηκε σε τρίτον με τη ρητή ή σιωπηρή προϋπόθεση να παραμείνει απόρρητο.»
10.
Το άρθρο 19 του κανονισμού, που φέρει τον τίτλο «Δικαιώματα που παρέχει το κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα», ορίζει στην παράγραφο 2 αυτού τα εξής:
«Το μη καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα παρέχει στο δικαιούχο του το δικαίωμα απαγόρευσης των πράξεων της παραγράφου 1, μόνον εάν η αμφισβητούμενη χρήση απορρέει από αντίγραφο του προστατευόμενου σχεδίου ή υποδείγματος.
Δεν θεωρείται ότι η αμφισβητούμενη χρήση απορρέει από αντίγραφο προστατευόμενου σχεδίου ή υποδείγματος, εάν το αντίγραφο προέκυψε από ανεξάρτητη δημιουργική εργασία δημιουργού για τον οποίο εύλογο είναι να θεωρείται ότι δεν γνώριζε το σχέδιο ή το υπόδειγμα το οποίο ο δικαιούχος διέθεσε στο κοινό.»
11.
Το άρθρο 85, παράγραφος 2, του κανονισμού, που φέρει τον τίτλο «Τεκμήριο εγκυρότητας – Αντίκρουση επί της ουσίας», έχει την ακόλουθη διατύπωση:
«Στις διαδικασίες που απορρέουν από αγωγές παραποίησης/απομίμησης ή επαπειλούμενης παραποίησης/απομίμησης μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, τα δικαστήρια κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων θεωρούν το κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα έγκυρο, εάν ο δικαιούχος του κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος αποδεικνύει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 ή εάν προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία για τον ατομικό χαρακτήρα του κοινοτικού σχεδίου ή του υποδείγματός του. Ο εναγόμενος δύναται, εντούτοις, να προσβάλει το κύρος δι’ ενστάσεως ή ανταγωγής ακυρότητας.»
12.
Κατά το άρθρο 88 του κανονισμού, που φέρει τον τίτλο «Εφαρμοστέο δίκαιο»:
«1. Τα δικαστήρια κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων εφαρμόζουν τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.
2. Το δικαστήριο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων εφαρμόζει, σε όσα θέματα δεν καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, το εθνικό του δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.
3. Εφόσον ο παρών κανονισμός δεν ορίζει άλλως, το δικαστήριο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων εφαρμόζει τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται για διαδικασίες του αυτού τύπου όσον αφορά την καταχώρηση σχεδίου ή υποδείγματος στο κράτος μέλος στο οποίο εδρεύει το δικαστήριο.»
13.
Το άρθρο 89 του κανονισμού, που φέρει τον τίτλο «Κυρώσεις σε περίπτωση αγωγής περί παραποίησης/απομίμησης», ορίζει τα εξής:
«1. Όταν, σε περίπτωση αγωγής περί παραποίησης/απομίμησης ή επαπειλούμενης παραποίησης/απομίμησης, το δικαστήριο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων διαπιστώσει ότι ο εναγόμενος παραποίησε/απομιμήθηκε ή επαπειλεί να παραποιήσει/απομιμηθεί κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα, αν δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι συνηγορούντες υπέρ του αντιθέτου, εκδίδει τις ακόλουθες διατάξεις:
α)
διάταξη που απαγορεύει στον εναγόμενο να συνεχίσει τις ενέργειες που παραποιούν/απομιμούνται ή επαπειλούν να παραποιήσουν/απομιμηθούν·
[...]
δ)
οποιαδήποτε διάταξη επιβάλλει άλλες κυρώσεις που κρίνονται σκόπιμες εν προκειμένω και προβλέπονται από το δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, του κράτους μέλους στο οποίο διαπράχθηκαν ή επαπειλούνται να διαπραχθούν οι πράξεις παραποίησης/απομίμησης.
[...]»
II – Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης
14.
Η Münchener Boulevard Möbel Joseph Duna GmbH (στο εξής: MBM Joseph Duna) εμπορεύεται στη Γερμανία ένα κιόσκι κήπου με θόλο, το οποίο σχεδιάσθηκε από τον διαχειριστή της το φθινόπωρο του 2004. Κατά τη διάρκεια του έτους 2006, η H. Gautzsch Großhandel GmbH & Co. KG (στο εξής: Gautzsch Großhandel) άρχισε την πώληση ενός κιόσκι κήπου, με την ονομασία «Athen», που κατασκευάζει η κινεζική επιχείρηση Zhengte.
15.
Εκτιμώντας ότι το κιόσκι «Athen» αποτελεί αντιγραφή του δικού της υποδείγματος και διεκδικώντας την προστασία που παρέχεται για τα μη καταχωρισμένα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα, η MBM Joseph Duna άσκησε κατά της Gautzsch Großhandel, ενώπιον του Landgericht Düsseldorf, αγωγή λόγω παραποιήσεως/απομιμήσεως, ζητώντας, αφενός μεν, να παύσει η Gautzsch Großhandel να πωλεί το κιόσκι «Athen», να παραδώσει προς καταστροφή τα προϊόντα παραποιήσεως/απομιμήσεως τα οποία έχει στην κατοχή ή στην κυριότητά της, και να δώσει πληροφορίες για τις δραστηριότητές της, αφετέρου δε, να αναγνωρισθεί ότι υπέχει υποχρέωση αποζημιώσεως.
16.
Η MBM Joseph Duna προέβαλε, μεταξύ άλλων, προς στήριξη της αγωγής της, ότι το υπόδειγμά της περιλαμβανόταν κατά τους μήνες Απρίλιο και Μάιο 2005 στα δικά της «φυλλάδια νεωτερισμών – MBM» που είχε αποστείλει στους κυριότερους εμπορευομένους στον τομέα πωλήσεων επίπλων και ειδών κήπου, καθώς και σε γερμανικούς εμπορικούς συνεταιρισμούς επίπλων.
17.
Η Gautzsch Großhandel προέβαλε κατ’ αντίκρουση το γεγονός ότι το κιόσκι της «Athen» δημιουργήθηκε αυτοτελώς από τον Κινέζο κατασκευαστή Zhengte στις αρχές του 2005, χωρίς αυτός να έχει γνώση του υποδείγματος της MBM Joseph Duna, και παρουσιάσθηκε τον Μάρτιο του 2005 σε Ευρωπαίους πελάτες στους εκθεσιακούς χώρους της Zhengte στην Κίνα. Υποστηρίζοντας ότι ένα υπόδειγμα από αυτό το κιόσκι είχε αποσταλεί τον Ιούνιο του 2005 σε μια εταιρεία με έδρα στο Βέλγιο, ότι η MBM Joseph Duna γνώριζε την ύπαρξη αυτού του υποδείγματος από τον Σεπτέμβριο του 2005 και ήξερε ότι διατίθεται στην αγορά από τον Αύγουστο του 2006, προέβαλε ότι οι αξιώσεις αυτής της εταιρείας έχουν υποκύψει σε παραγραφή και έχουν αποδυναμωθεί.
18.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διαπίστωσε ότι παρέλκει η εξέταση των δύο πρώτων αιτημάτων της αγωγής, λαμβανομένου υπόψη ότι είχε παρέλθει η τριετής περίοδος προστασίας. Υποχρέωσε την Gautzsch Großhandel να παράσχει πληροφορίες για τις δραστηριότητές της και έκρινε ότι υφίστατο σε βάρος της υποχρέωση χρηματικής αποζημιώσεως.
19.
Η ασκηθείσα από την Gautzsch Großhandel έφεση κατ’ αυτής της αποφάσεως απορρίφθηκε. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκτίμησε ότι, κατά τα άρθρα 19, παράγραφος 2, και 89, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και δʹ, του κανονισμού, και κατά τον γερμανικό νόμο περί προστασίας σχεδίων και υποδειγμάτων, οι δύο πρώτες αξιώσεις ήταν αρχικώς βάσιμες και η MBM Joseph Duna είχε πράγματι δικαίωμα στη λήψη πληροφοριών, καθώς και αποζημιώσεως.
20.
Στο πλαίσιο της ασκήσεως «Revision» [αιτήσεως αναιρέσεως] που άσκησε η Gautzsch Großhandel ενώπιον του Bundesgerichtshof, το εν λόγω δικαστήριο παρατηρεί, πρώτον, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκτίμησε ότι το υπόδειγμα της MBM Joseph Duna διατέθηκε για πρώτη φορά στο κοινό κατά τη διανομή των «φυλλαδίων νεωτερισμών – MBM» που περιείχαν απεικονίσεις του εν λόγω υποδείγματος, τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2005, σε 300 έως 500 αντίτυπα, σε εμπόρους και εμπορικούς μεσάζοντες, καθώς και σε δύο γερμανικούς εμπορικούς συνεταιρισμούς επίπλων.
21.
Διερωτάται αν η σ’ αυτή την έκταση διανομή απεικονίσεων του εν λόγω υποδείγματος σε εμπόρους αρκεί, ώστε κατά τη συνήθη πορεία των επιχειρηματικών εργασιών να μπορεί αυτό ευλόγως να καταστεί γνωστό στους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού. Συναφώς, διερωτάται αν οι ειδικευμένοι κύκλοι δεν περιλαμβάνουν μόνο τα πρόσωπα που ασκούν επιρροή στη διαμόρφωση του design του προϊόντος.
22.
Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι το υπόδειγμα της MBM Joseph Duna είναι νέο, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού, εκτιμώντας ότι μια προδημοσίευση του υποδείγματος «Athen» δεν εμποδίζει την αναγνώριση του νέου αυτού χαρακτήρα.
23.
Ακόμη κι αν το υπόδειγμα «Athen» είχε παρουσιασθεί στους εκθεσιακούς χώρους της εταιρείας Zhengte στην Κίνα τον Μάρτιο του 2005 και στην εταιρεία Kosmos, στο Βέλγιο, οι ειδικευμένοι κύκλοι του συγκεκριμένου κλάδου δεν θα είχαν μπορέσει, κατά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, να λάβουν γνώση με αυτόν τον τρόπο, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αυτού του υποδείγματος.
24.
Ενόψει αυτών των εκτιμήσεων, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες ένα σχέδιο ή υπόδειγμα, μολονότι διατέθηκε σε τρίτους χωρίς τη ρητή ή σιωπηρή προϋπόθεση να παραμείνει απόρρητο, μπορεί να μην είναι γνωστό στους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου εντός της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού.
25.
Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι το επίμαχο υπόδειγμα δεν αποτελεί αυτοτελή δημιουργία, αλλά συνιστά αντίγραφο της MBM Joseph Duna, δεχόμενο ότι ως προς αυτό το σημείο υφίσταται για την εν λόγω εταιρεία ελάφρυνση του βάρους αποδείξεως, λαμβανομένης υπόψη της ουσιώδους αντιστοιχίας, που διαπιστώνεται αντικειμενικώς, μεταξύ των δύο επίδικων προτύπων. Διερωτάται ποιος φέρει το βάρος της αποδείξεως, για την εφαρμογή του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού, ότι η χρήση του μη καταχωρισμένου κοινοτικού υποδείγματος απορρέει από αντίγραφο του προστατευόμενου υποδείγματος.
26.
Τέταρτον, το Bundesgerichtshof παρατηρεί ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η αξίωση παραλείψεως που προβλέπεται στα άρθρα 19, παράγραφος 2, και 89, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού δεν είχε παραγραφεί κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής. Διερωτάται, συναφώς, αν η αξίωση παραλείψεως λόγω παραποιήσεως/απομιμήσεως μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος υπόκειται σε παραγραφή και, σε καταφατική περίπτωση, ποια νομοθετική διάταξη ρυθμίζει αυτή την παραγραφή, δεδομένου ότι ο κανονισμός δεν περιέχει ειδικές διατάξεις ως προς αυτό το ζήτημα.
27.
Πέμπτον, δεδομένου ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε επίσης την αντίρρηση της Gautzsch Großhandel ότι είχε αποδυναμωθεί η αξίωση παραλείψεως, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι τίθεται το ζήτημα αν και υπό ποιες ενδεχομένως προϋποθέσεις μπορεί να επέλθει αποδυνάμωση της αξιώσεως παραλείψεως που απορρέει από τα άρθρα 19, παράγραφος 2, και 89, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού και αφορά την παραποίηση/απομίμηση μη καταχωρισμένου κοινοτικού υποδείγματος. Σημασία έχει, κατά το αιτούν δικαστήριο, αν τα υπό εξέταση πραγματικά περιστατικά, από τα οποία η Gautzsch Großhandel συνάγει την αποδυνάμωση δικαιώματος, πληρούν τη σχετική με τους «ειδικούς λόγους» προϋπόθεση κατά την έννοια της δεύτερης αυτής διατάξεως.
28.
Έκτον, τέλος, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν αξιώσεις καταστροφής, παροχής πληροφοριών και αποζημιώσεως, οι οποίες προβάλλονται σε όλο το εύρος της Ένωσης, πρέπει να είναι σύμφωνες προς την έννομη τάξη των κρατών μελών, στο έδαφος των οποίων προβάλλονται. Παρατηρεί, συναφώς, ότι μια σύνδεση μόνο με το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους θα μπορούσε να δικαιολογείται από την άποψη, μεταξύ άλλων, της αποτελεσματικής εφαρμογής του δικαίου, πλην όμως το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού θα μπορούσε να είναι αντίθετο προς αυτή τη λύση, όπως και το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη II) ( 3 ), το οποίο συνηγορεί επίσης υπέρ της εφαρμογής του δικαίου του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου διαπράχθηκαν οι πράξεις παραποιήσεως/απομιμήσεως.
III – Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
29.
Με απόφαση που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Οκτωβρίου 2012, το Bundesgerichtshof ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Έχει το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού [...] την έννοια ότι ένα σχέδιο ή υπόδειγμα έχει καταστεί ευλόγως γνωστό στους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της Ένωσης, κατά τη συνήθη πορεία των επιχειρηματικών εργασιών, εάν έχουν διανεμηθεί εικόνες του σχεδίου ή υποδείγματος σε εμπόρους;
2)
Έχει το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού [...] την έννοια ότι ένα σχέδιο ή υπόδειγμα δεν έχει καταστεί ευλόγως γνωστό στους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της Ένωσης, κατά τη συνήθη πορεία των επιχειρηματικών εργασιών, μολονότι έχει διατεθεί σε τρίτους χωρίς τη ρητή ή σιωπηρή προϋπόθεση να παραμείνει απόρρητο, εάν
α)
έχει διατεθεί σε μία μόνον επιχείρηση εκ των ειδικευμένων κύκλων ή
β)
έχει εκτεθεί σε εκθεσιακό χώρο επιχειρήσεως στην Κίνα, ο οποίος βρίσκεται εκτός του πεδίου της συνήθους παρακολουθήσεως της αγοράς;
3)
α)
Έχει το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού [...] την έννοια ότι ο δικαιούχος μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος φέρει το βάρος αποδείξεως ότι η αμφισβητούμενη χρήση απορρέει από αντίγραφο του προστατευόμενου σχεδίου ή υποδείγματος;
β)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος:
Χωρεί αντιστροφή του βάρους αποδείξεως ή άλλη διευκόλυνση σχετική με την απόδειξη προς όφελος του δικαιούχου του μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, όταν υφίστανται ουσιώδεις ομοιότητες μεταξύ του σχεδίου ή υποδείγματος και της αμφισβητούμενης χρήσεως;
4)
α)
Υπόκειται σε παραγραφή η αξίωση παραλείψεως που απορρέει από το άρθρο 19, παράγραφος 2, και το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού [...] και αφορά την παραποίηση/απομίμηση μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος;
β)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο σκέλος του τέταρτου ερωτήματος:
Ρυθμίζεται η παραγραφή αυτή από το δίκαιο της Ένωσης; Αν ναι, από ποια διάταξη;
5)
α)
Είναι δυνατόν να επέλθει αποδυνάμωση του δικαιώματος να ζητηθεί η απαγόρευση χρήσεως το οποίο απορρέει από το άρθρο 19, παράγραφος 2, και το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού [...] και αφορά την παραποίηση/απομίμηση μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος;
β)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο σκέλος του πέμπτου ερωτήματος:
Ρυθμίζεται η αποδυνάμωση αυτή από το δίκαιο της Ένωσης; Αν ναι, από ποια διάταξη;
6)
Έχει το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού [...] την έννοια ότι επί των αξιώσεων καταστροφής, παροχής πληροφοριών και αποζημιώσεως, οι οποίες προβάλλονται σε σχέση με ολόκληρη την Ένωση λόγω παραποιήσεως/απομιμήσεως μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, εφαρμόζεται το δίκαιο των κρατών μελών στα οποία διαπράχθηκαν οι πράξεις παραποιήσεως/απομιμήσεως;»
30.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Gautzsch Großhandel και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 4 Φεβρουαρίου και στις 15 Φεβρουαρίου 2013, αντιστοίχως. Σύμφωνα με το άρθρο 76, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι το Δικαστήριο εκτίμησε ότι διαφωτίστηκε επαρκώς και δεδομένου ότι οι διάδικοι δεν το ζήτησαν, δεν διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
IV – Ανάλυση
31.
Τα δύο πρώτα ερωτήματα αφορούν την έννοια της γνωστοποιήσεως των άρθρων 7, παράγραφος 1, και 11, παράγραφος 2, του κανονισμού. Πρόκειται ειδικότερα για την ερμηνεία της εκφράσεως «ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της Κοινότητας», που χρησιμοποιείται για τον ορισμό της γνωστοποιήσεως. Τα τέσσερα άλλα ερωτήματα, εξάλλου, σκοπούν στον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου σε διάφορα δικονομικά προβλήματα και προβλήματα ουσίας.
Α – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
32.
Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο ως προς την έννοια των «ειδικευμένων κύκλων», που περιέχεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού: αρκεί η διανομή εικόνων ενός υποδείγματος σε εμπορευομένους για να θεωρηθεί ότι το υπόδειγμα αυτό κατέστη ευλόγως γνωστό στους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της Ένωσης;
33.
Θα πρέπει επομένως να γίνει επιλογή μεταξύ μιας στενής ερμηνείας –κατά την οποία οι ειδικευμένοι κύκλοι περιλαμβάνουν μόνο τα πρόσωπα που, εντός του συγκεκριμένου κλάδου, ασχολούνται με τη δημιουργία σχεδίων και την ανάπτυξη ή παραγωγή προϊόντων βάσει των σχεδίων αυτών– και μιας ευρύτερης ερμηνείας –που θα συμπεριελάμβανε στην έννοια των «ειδικευμένων κύκλων του συγκεκριμένου κλάδου» τους μεγαλεμπόρους και τους ασκούντες εν γένει εμπορική δραστηριότητα.
34.
Το αιτούν δικαστήριο φαίνεται να ευνοεί τη δεύτερη ερμηνεία. Συμμερίζομαι αυτή την άποψη.
35.
Από γραμματικής απόψεως, η πρώτη φράση της παραγράφου 2 του άρθρου 11 του κανονισμού περιλαμβάνει δύο μέρη. Αρχίζει, εξαρχής, με την απαρίθμηση των περιπτώσεων, όπου ένα σχέδιο ή υπόδειγμα μπορεί να θεωρηθεί ότι διατέθηκε στο κοινό εντός της Ένωσης. Αυτό θα συμβαίνει, «εάν δημοσιεύθηκε, εκτέθηκε, χρησιμοποιήθηκε στο εμπόριο ή κατέστη γνωστό με άλλο τρόπο». Κατόπιν, η φράση συνεχίζεται με τη διατύπωση της ιδιαίτερης περιστάσεως που θα καταστήσει δυνατή τη μετατροπή αυτών των διαθέσεων σε «γνωστοποίηση» (όπου τα δύο μέρη συμπλέκονται με τον σύνδεσμο «έτσι ώστε»). Αυτό θα συμβαίνει, αν «κατά τη συνήθη πορεία των επιχειρηματικών εργασιών, τα γεγονότα αυτά θα μπορούσαν ευλόγως να καταστούν γνωστά στους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της Κοινότητας».
36.
Στο πλαίσιο της ίδιας αυτής και μόνο φράσεως, η χρησιμοποίηση του συνδέσμου «έτσι ώστε» και στη συνέχεια οι δεικτικές λέξεις «τα γεγονότα αυτά» οδηγούν λογικώς στο συμπέρασμα ότι περιλαμβάνεται στην έννοια των ειδικευμένων κύκλων το σύνολο των περιπτώσεων και των δρώντων προσώπων που αφορά το πρώτο μέρος της φράσεως, περιλαμβανομένης εν προκειμένω της σφαίρας της εμπορικής δραστηριότητας. Η έκφραση «κατά τη συνήθη πορεία των επιχειρηματικών εργασιών», που χρησιμοποιείται στο δεύτερο μέρος της φράσεως, συνηγορεί επίσης υπέρ της απόψεως ότι συμπεριλαμβάνονται «στους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου» οι μεγαλέμποροι και οι ασκούντες εν γένει εμπορική δραστηριότητα.
37.
Ο επιδιωκόμενος σκοπός και το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται ο κανονισμός δεν καθιστούν αμφίβολη την κατ’ αυτόν τον τρόπο ερμηνεία.
38.
Όπως το συνόψισε το High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division (Patents Court) (Ηνωμένο Βασίλειο), το ζητούμενο είναι «who is in the circle?» ( 4 ). Συμμερίζομαι, εξάλλου, την απάντηση που έδωσε, δηλαδή ότι, κατ’ αρχήν, η έννοια αυτή περιλαμβάνει όλα τα πρόσωπα που συμμετέχουν στο εμπόριο που συνδέεται με τα προϊόντα του συγκεκριμένου κλάδου. Κατά συνέπεια, συμπεριλαμβάνονται τα πρόσωπα που τα σχεδιάζουν και τα παράγουν, αλλά και αυτά που τα διαφημίζουν, τα εμπορεύονται, τα διανέμουν και τα πωλούν στο πλαίσιο των συναλλαγών των επιχειρήσεων εντός της Ένωσης ( 5 ).
39.
Θεωρώ, επομένως, ότι η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα θα πρέπει να είναι καταφατική: το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού έχει την έννοια ότι, κατά τη συνήθη πορεία των επιχειρηματικών εργασιών, ένα σχέδιο ή υπόδειγμα έχει καταστεί ευλόγως γνωστό στους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της Ένωσης, εφόσον έχουν προηγουμένως διανεμηθεί εικόνες του σχεδίου ή υποδείγματος σε ασκούντες εν γένει εμπορική δραστηριότητα που δραστηριοποιούνται στον συγκεκριμένο κλάδο.
Β – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
40.
Το δεύτερο ερώτημα αφορά όχι πλέον το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού, αλλά το άρθρο 7, παράγραφος 1, αυτού. Παρά ταύτα, παραμένει το ζήτημα της ερμηνείας της έννοιας «ειδικευμένοι κύκλοι». Πράγματι, αν το πρώτο ερώτημα αφορά μάλλον, για τον δικαιούχο του υποδείγματος, το ζήτημα αν το υπόδειγμα, του οποίου ζητεί την προστασία, είχε επαρκώς διατεθεί στο κοινό, προκειμένου να απολαύει της προστασίας του κανονισμού, το δεύτερο ερώτημα είναι αυτό που κατά μείζονα λόγο θέτει στον εαυτό του αυτός που εικάζεται ότι διαπράττει την προσβολή ως προς το αν ο δικαιούχος μπορούσε να είχε γνώση του υποδείγματος του «τρίτου» (εν προκειμένω του υποδείγματος αυτού που εικάζεται ότι διαπράττει την προσβολή) πριν από τη γνωστοποίηση του δικού του και, επομένως, χάνει το εικαζόμενο δικαίωμά του προστασίας.
41.
Στην πραγματικότητα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, στην περίπτωση κατά την οποία το σχέδιο ή υπόδειγμα έχει διατεθεί σε μία μόνο επιχείρηση εκ των ειδικευμένων κύκλων (δεύτερο ερώτημα, υπό αʹ) ή έχει εκτεθεί σε εκθεσιακό χώρο επιχειρήσεως στην Κίνα, δηλαδή εκτός του πεδίου της συνήθους παρακολουθήσεως της αγοράς (δεύτερο ερώτημα, υπό βʹ), αυτό το σχέδιο ή υπόδειγμα μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει «λογικά γίνει γνωστό στους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της Ένωσης».
42.
Χάριν υπενθυμίσεως, το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού προβλέπει ότι ένα σχέδιο ή υπόδειγμα θεωρείται ότι έχει διατεθεί στο κοινό αν έχει δημοσιευθεί κατόπιν καταχωρίσεώς του ή με άλλον τρόπο, ή έχει εκτεθεί, έχει χρησιμοποιηθεί στο εμπόριο ή κατέστη γνωστό με άλλο τρόπο, πριν από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, ή στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού, κατά περίπτωση.
43.
Η ίδια παράγραφος προβλέπει δύο εξαιρέσεις. Αφενός, δεν θα υπάρχει διάθεση στο κοινό, αν το σχέδιο ή υπόδειγμα διατέθηκε σε τρίτον με τη ρητή ή σιωπηρή προϋπόθεση να παραμείνει απόρρητο (περίπτωση που αποκλείεται στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου). Αφετέρου, ο γενικός κανόνας δεν θα έχει εφαρμογή ούτε αν τα γεγονότα, που κατ’ αρχήν συνιστούν γνωστοποίηση, «λογικά δεν θα ήταν δυνατόν να γίνουν γνωστά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της Κοινότητας».
1. Γνωστοποίηση έναντι μίας μόνον επιχειρήσεως
44.
Νομίζω ότι η απάντηση στο πρώτο μέρος του δεύτερου ερωτήματος απορρέει από το ίδιο το κείμενο του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού.
45.
Καθόσον ο νομοθέτης επέλεξε στη διατύπωση της πρώτης εξαιρέσεως να χρησιμοποιήσει τον πληθυντικό («εκτός εάν τα γεγονότα αυτά λογικά δεν θα ήταν δυνατόν να γίνουν γνωστά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της Κοινότητας» ( 6 )), δεν μπορεί να συναχθεί από αυτό το κείμενο ότι η γνωστοποίηση έναντι μίας μόνον επιχειρήσεως θα ήταν αρκετή για να πληρούται ο όρος του εν λόγω άρθρου 7, ακόμη κι αν η επιχείρηση αυτή περιλαμβανόταν στους εν λόγω «ειδικευμένους κύκλους».
2. Γνωστοποίηση και εδαφικότητα
46.
Το δεύτερο μέρος του δεύτερου ερωτήματος, που αφορά τις συνέπειες της εκθέσεως ενός υποδείγματος στους χώρους μιας επιχειρήσεως που βρίσκεται στην Κίνα, είναι πιο λεπτό.
47.
Όπως τόνισε η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της, το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτη φράση, και το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού εμφανίζουν μια ουσιώδη διαφορά, υπό την έννοια ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, αναφέρεται ρητώς σε διάθεση στο κοινό «εντός της Κοινότητας», ενώ το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτη φράση, δεν περιέχει καμία αναφορά αυτού του τύπου στο έδαφος της Ένωσης.
48.
Από αυτό, επομένως, απορρέει λογικά ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί αν υπάρχει γνωστοποίηση κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού, ενδείκνυται κατ’ αρχήν να ληφθεί ως βάση η διάδοση, ανεξαρτήτως τόπου. Τα εθνικά δικαστήρια και η επιστήμη φαίνεται εξάλλου ότι συμμερίζονται την κατ’ αυτή την έννοια ερμηνεία του κειμένου ( 7 ).
49.
Θα πρέπει πάντως να τονισθεί ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού διευκρινίζει, όπως και το άρθρο 11, παράγραφος 2, αυτού, ότι οι εν δυνάμει αποδέκτες μιας τέτοιας γνωστοποιήσεως είναι οι επιχειρήσεις που, δραστηριοποιούμενες εντός της Ένωσης, πρέπει να θεωρηθούν ως περιλαμβανόμενες στους «ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου».
50.
Η διευκρίνιση αυτή δεν είναι άνευ σημασίας. Είναι το αποτέλεσμα μιας προτάσεως τροποποιήσεως που διατύπωσε η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ( 8 ) με συγκεκριμένο σκοπό να περιορισθεί το περιεχόμενο της προτάσεως της Επιτροπής, η οποία θεωρούσε, αρχικά, ότι η καινοτομία πρέπει να αξιολογείται σε παγκόσμιο επίπεδο, χωρίς καμία άλλη ένδειξη ( 9 ). Για να περιορισθούν οι συνέπειες μιας πρακτικής, κατά την οποία πωλητές προϊόντων παραποιήσεως/απομιμήσεως (κατά κύριο λόγο στην κλωστοϋφαντουργία) προμηθεύονται πιστοποιητικά που βεβαιώνουν ψευδώς ότι το αμφισβητούμενο σχέδιο ή υπόδειγμα είχε δημιουργηθεί προηγουμένως από τρίτους, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή πρότεινε ο ορισμός της γνωστοποιήσεως που διατυπωνόταν με το άρθρο 5, παράγραφος 2, της προτάσεως (άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού) να συμπληρωθεί ως ακολούθως: «[έ]να σχέδιο ή υπόδειγμα λογίζεται ότι κατέστη προσιτό στο κοινό αν δημοσιεύθηκε μετά την καταχώριση ή κατ’ άλλο τρόπο εξετέθη, χρησιμοποιήθηκε στο εμπόριο ή κατέστη γνωστό με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, εκτός αν τα γεγονότα αυτά είναι λογικώς αδύνατο να γίνουν γνωστά πριν από την κρίσιμη ημερομηνία στους εξειδικευμένους κύκλους του σχετικού τομέα της Κοινότητας» ( 10 ).
51.
Η αναφορά στη γνώση των ειδικευμένων κύκλων που δραστηριοποιούνται εντός της Ένωσης δεν είναι επομένως τυχαία. Αποτελεί αντιθέτως το αποτέλεσμα συνεκτίμησης της ανάγκης μιας ιδιαίτερης φροντίδας. Όπως εκθέτουν συνοψίζοντας μερικοί συγγραφείς, υπάρχουν δύο στοιχεία: το ένα, απόλυτο, η γνωστοποίηση οπουδήποτε στον κόσμο, και το άλλο, σχετικό, η γνώση από τους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου, εντός της Ένωσης ( 11 ).
52.
Η χρήση των όρων «normal» και «razoblamente» στην ισπανική απόδοση, «normal» και «reasonably» στην αγγλική απόδοση, «normale» [συνήθη] και «raisonnablement» [λογικά] στη γαλλική απόδοση, ή ακόμη «normale» και «redelijkerwijs» στην ολλανδική απόδοση, επηρεάζουν ομοίως την εξέταση στην οποία πρέπει να προβεί το δικαστήριο που έργο του είναι να εκτιμήσει τις συνέπειες μιας εικαζόμενης γνωστοποιήσεως. Το πρώτο μπορεί να ορισθεί ως «corriente o habitual», «conforming to a standard; usual, typical, or expected», «ce qui est dépourvu de tout caractère exceptionnel; qui est conforme au type le plus fréquent» [αυτό που στερείται οποιουδήποτε στοιχείου έκτακτου χαρακτήρα. που είναι σύμφωνο με το συχνότερα συμβαίνον], «overeenkomstig de regel, niets bijzonders of verontrustends; als norm dienend». Το δεύτερο παραπέμπει σ’ αυτό που επιζητείται «de manera razonable», δηλαδή «proporcionada o equilibrada», «to a moderate or acceptable degree», «sans prétention excessive, sans trop exiger» [χωρίς υπερβολικές αξιώσεις, χωρίς να απαιτούνται πάρα πολλά], «met billijkheid» ή «met verstand redenerend» ( 12 ).
53.
Δεν μπορεί, επομένως, να ζητείται από τους οικείους δραστηριοποιούμενους να προβαίνουν σε ιδιαίτερες και διεξοδικές ενέργειες, προκειμένου να λαμβάνουν γνώση ενός προηγούμενου υποδείγματος ή σχεδίου. Όπως τόνισε η Επιτροπή με τις γραπτές της παρατηρήσεις, αν η πιθανότητα να μην είχαν γίνει γνωστά τα γεγονότα είναι μεγαλύτερη από αυτή του να είχαν γίνει γνωστά, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αυτά μπορούσαν να είναι γνωστά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Επομένως, ενδείκνυται κατά κάποιον τρόπο να γίνει αναφορά στο «quod plerumque fit» [στο συνήθως συμβαίνον] ( 13 ).
54.
Συνεπώς, για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο πρέπει να έλθουμε στη θέση των επαγγελματιών που δραστηριοποιούνται στο έδαφος της Ένωσης και να διερωτηθούμε αν μπόρεσαν αυτοί, κατά λογικό τρόπο και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να λάβουν γνώση του σχεδίου ή υποδείγματος με τον τρόπο που επικαλούνται.
55.
Βάσει αυτών των διαφορετικών ερμηνευτικών παραμέτρων θεωρώ ότι απεικόνιση υποδείγματος σε εκθεσιακό χώρο μιας επιχειρήσεως, ο οποίος, επί πλέον, βρίσκεται στην Κίνα, δεν αρκεί για να έχει ως αποτέλεσμα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, γνώση του υποδείγματος από τους ειδικευμένους κύκλους οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της Ένωσης. Η κατάσταση θα ήταν αντιθέτως διαφορετική, αν το υπόδειγμα είχε παρουσιασθεί στην Κίνα, επ’ ευκαιρία όμως, παραδείγματος χάριν, μιας διεθνούς φήμης εκθέσεως, στην οποία θα συμμετείχαν οι κυριότεροι ή οι περισσότεροι των Ευρωπαίων επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνται στον συγκεκριμένο κλάδο ( 14 ).
Γ – Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
56.
Με το τρίτο του ερώτημα, όπως και με το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα, το Bundesgerichtshof ερωτά το Δικαστήριο για τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στη στηριζόμενη στο άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού αγωγή (απαγόρευση λόγω παραποιήσεως/απομιμήσεως). Το τρίτο αυτό ερώτημα αφορά ειδικότερα τα βάρος αποδείξεως ότι η αμφισβητούμενη χρήση απορρέει από αντίγραφο του προστατευόμενου σχεδίου ή υποδείγματος.
1. Γενικό πλαίσιο
57.
Ο τίτλος II του κανονισμού επιγράφεται ως «Δίκαιο περί σχεδίων και υποδειγμάτων». Το άρθρο 19 του κανονισμού είναι το πρώτο άρθρο του τμήματος 4, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αποτελέσματα του κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος». Το ίδιο το άρθρο ονομάζεται «Δικαιώματα που παρέχει το κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα». Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού ορίζει ότι «[τ]ο καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα παρέχει στο δικαιούχο του δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως και δικαίωμα να απαγορεύει σε οιονδήποτε τρίτο τη χρήση χωρίς τη συγκατάθεσή του». Η παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου προβλέπει ότι «[τ]ο μη καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα παρέχει στο δικαιούχο του το δικαίωμα απαγόρευσης των πράξεων της παραγράφου 1, μόνον εάν η αμφισβητούμενη χρήση απορρέει από αντίγραφο του προστατευόμενου σχεδίου ή υποδείγματος».
58.
Κατά την αιτιολογική σκέψη 22 του κανονισμού, «[τ]α μέτρα για την εξασφάλιση της άσκησης αυτών των δικαιωμάτων εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη», ενώ ο κανονισμός προβλέπει μόνον «ορισμένες βασικές ενιαίες κυρώσεις σε όλα τα κράτη μέλη».
59.
Το άρθρο 88 του κανονισμού συγκεκριμενοποιεί εξάλλου ρητώς αυτή την αιτιολογική σκέψη, ορίζοντας στις παραγράφους του 2 και 3 ότι «[τ]ο δικαστήριο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων εφαρμόζει, σε όσα θέματα δεν καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, το εθνικό του δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου» και ότι, πλην αντίθετης διατάξεως του κανονισμού, «εφαρμόζει τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται για διαδικασίες του αυτού τύπου όσον αφορά την καταχώρηση σχεδίου ή υποδείγματος στο κράτος μέλος στο οποίο εδρεύει το δικαστήριο».
60.
Το άρθρο 85, παράγραφος 2, του κανονισμού προβλέπει παρά ταύτα ότι «[σ]τις διαδικασίες που απορρέουν από αγωγές παραποίησης/απομίμησης ή επαπειλούμενης παραποίησης/απομίμησης μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, τα δικαστήρια κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων θεωρούν το κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα έγκυρο, εάν ο δικαιούχος του κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος αποδεικνύει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 ή εάν προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία για τον ατομικό χαρακτήρα του κοινοτικού σχεδίου ή του υποδείγματός του».
61.
Αυτά τα δύο τελευταία άρθρα αποτελούν μέρος του τίτλου IX του κανονισμού, που επιγράφεται ως «Δικαιοδοσία και διαδικασία σε αγωγές που αφορούν κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα».
2. Ανάλυση των σχετικών άρθρων του κανονισμού
62.
Από τη διάρθρωση του κανονισμού, όπως περιγράφηκε με συντομία ανωτέρω, προκύπτει σαφώς ότι από το άρθρο 19, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού δεν μπορεί να συναχθεί κανένας δικονομικός κανόνας.
63.
Αντιθέτως, το εν λόγω άρθρο είναι αυτό που καθιερώνει το περιεχόμενο του δικαιώματος του δικαιούχου ενός κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, ασχέτως οποιασδήποτε δικονομικής θεωρήσεως: ο δικαιούχος μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος έχει το δικαίωμα να ζητήσει να απαγορευθούν διάφορες πράξεις, υπό τον όρο ότι η αμφισβητούμενη χρήση απορρέει από αντίγραφο του προστατευόμενου σχεδίου ή υποδείγματος.
64.
Επί πλέον, από τη σκέψη 22 και το άρθρο 88 του κανονισμού προκύπτει ότι ο καθορισμός των δικονομικών κανόνων –στους οποίους περιλαμβάνονται οι αφορώντες το βάρος αποδείξεως– εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εθνικών νομοθετών ( 15 ). Συντάσσομαι, εξάλλου, με την Επιτροπή, η οποία εκτιμά, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι το άρθρο 85, παράγραφος 2, του κανονισμού δεν μπορεί να έχει κατ’ αναλογία εφαρμογή. Πράγματι, θεωρώ ομοίως ότι η διάταξη αυτή αφορά μόνο το βάρος αποδείξεως ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 11 του κανονισμού για την παροχή της προστασίας του μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος και όχι την απόδειξη της χρήσεως ενός αντιγράφου του εν λόγω σχεδίου ή υποδείγματος.
65.
Θα μπορούσε επομένως, σ’ αυτό το στάδιο, να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο η απάντηση ότι το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι εναπόκειται στον δικαιούχο του μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος να αποδείξει ότι η αμφισβητούμενη χρήση απορρέει από αντίγραφο του εν λόγω σχεδίου ή υποδείγματος, δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη. Σ’ αυτή την περίπτωση, θα ήταν περιττό να δοθεί απάντηση επί του τρίτου ερωτήματος υπό βʹ, με το οποίο ερωτάται το Δικαστήριο για ενδεχομένως αντιστροφή του βάρους αποδείξεως ή πιθανών ελαφρύνσεων σε σχέση με την απόδειξη.
66.
Παρά ταύτα, ο γενικός σκοπός που επιδιώκει αυτός ο κανονισμός και η απάντηση που έδωσε το Δικαστήριο σε ένα παρόμοιο ερώτημα στον τομέα των σημάτων με ωθούν να συνεχίσω την ανάπτυξη των σκέψεών μου.
3. Σκέψεις με αφορμή το δίκαιο των σημάτων
67.
Στην υπόθεση Class International ( 16 ), το Δικαστήριο ερωτήθηκε ως προς το βάρος αποδείξεως στο πλαίσιο των διαδικασιών που αφορούν τις προσβολές του κοινοτικού σήματος. Εκ προοιμίου στην απάντησή του, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι «το ζήτημα της αποδείξεως τίθεται κατά τη γένεση μιας διαφοράς, ήτοι όταν ο δικαιούχος του σήματος προβάλει προσβολή του αποκλειστικού δικαιώματος που του παρέχουν τα άρθρα 5, παράγραφος 1, της [πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων ( 17 ),] και 9, παράγραφος 1, του κανονισμού [(ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα ( 18 )]».
68.
Η κατάσταση αυτή συγγενεύει άμεσα με αυτή που μας απασχολεί. Αφενός, το επίδικο δικαίωμα –αυτό της απαγορεύσεως ορισμένων χρήσεων σημείου που ταυτίζεται ή ομοιάζει με το κοινοτικό σήμα– είναι mutatis mutandis πανομοιότυπο με αυτό που προβλέπει το άρθρο 19 του κανονισμού στον τομέα των κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων. Αφετέρου, τα συστήματα επιλύσεως των διαφορών που δημιουργήθηκαν με τους δύο προπαρατεθέντες κανονισμούς είναι παρόμοια ( 19 ).
69.
Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση Class International, ο γενικός εισαγγελέας F. Jacobs κατέληξε σε λύση παρόμοια με αυτή που μόλις προηγουμένως υποστήριξα. Κατ’ αυτόν, από την αιτιολογία του κανονισμού για το κοινοτικό σήμα προκύπτει ότι το βάρος αποδείξεως είναι ζήτημα που διέπεται από τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες και ότι σε «περίπτωση όπου ο δικαιούχος εμπορικού σήματος επιδιώκει να εμποδίσει έναν συναλλασσόμενο να χρησιμοποιήσει το εμπορικό του σήμα στις συναλλαγές», δεν υπήρχαν «αποχρώντες λόγοι [αποκλίσεως από το γεγονός ότι] πρέπει να εφαρμόζονται οι εθνικοί κανόνες περί του βάρους αποδείξεως» ( 20 ).
70.
Το Δικαστήριο, πάντως, δεν δέχθηκε την άποψη του γενικού εισαγγελέα και, αντιθέτως, αποφάσισε ότι σε κατάσταση όπως αυτή που υποβλήθηκε στην κρίση του (και που τη θεωρώ παρόμοια με την εν προκειμένω υπόθεση), «το βάρος αποδείξεως της προσβολής [του αποκλειστικού δικαιώματος] πρέπει να το φέρει ο δικαιούχος του σήματος, ο οποίος την προβάλλει [και] [α]ν προσκομιστεί η απόδειξη αυτή, εναπόκειται στον καθού επιχειρηματία να αποδείξει την ύπαρξη συγκαταθέσεως του δικαιούχου για εμπορία των προϊόντων εντός της Κοινότητας» ( 21 ).
71.
Με δεδομένη την από διαρθρωτικής και ουσιαστικής απόψεως στενή σχέση μεταξύ των κανονισμών 40/94 και 6/2002 καθώς και των μηχανισμών προστασίας που εγκαθιδρύουν, καθώς και τη στενή σχέση μεταξύ των επιδιωκόμενων με τις δύο αυτές κανονιστικές πράξεις σκοπών, κλίνω, κατά συνέπεια, προς την άποψη ότι η λύση που έδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση Class International πρέπει να εφαρμοσθεί κατ’ αναλογία στο δίκαιο των σχεδίων και υποδειγμάτων.
72.
Πράγματι, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας P. Mengozzi στο σημείο 6 των προτάσεών του στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση FEIA, «[ό]πως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού, η θέσπιση ενός κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος που θα διέπεται από ενιαία νομοθεσία σε ολόκληρο το έδαφος της Κοινότητας έχει ως σκοπό […] να αποφευχθεί η προστασία πανομοιότυπων σχεδίων και υποδειγμάτων με διαφορετικό τρόπο και υπέρ διαφορετικών δικαιούχων στις διάφορες εθνικές [έννομες] τάξεις, λόγω των σημαντικών διαφορών που εξακολουθούν να υπάρχουν μεταξύ των νομοθεσιών των διαφόρων κρατών μελών» ( 22 ).
73.
Ασφαλώς, όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Class International, σε σχέση με τα σήματα, «αν [το ζήτημα του βάρους αποδείξεως της προσβολής της αξιώσεως παραλείψεως] ενέπιπτε στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών, θα μπορούσε να προκύπτει για τους δικαιούχους των σημάτων διαφορετική προστασία ανάλογα με τον εφαρμοζόμενο νόμο. Ο σκοπός παροχής “της αυτής προστασίας στα καταχωρισμένα σήματα, σύμφωνα με τη νομοθεσία όλων των κρατών μελών”, ο οποίος τίθεται με την ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας και χαρακτηρίζεται σ’ αυτή “βασικός”, δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί» ( 23 ).
74.
Εν προκειμένω, νομίζω ότι, εφόσον η αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού κάνει λόγο για «ενιαία προστασία με ομοιόμορφα αποτελέσματα σε όλο το έδαφος» της Ένωσης, η ίδια συλλογιστική μπορεί άριστα να ισχύει κατ’ αναλογία για το δίκαιο των σχεδίων ή υποδειγμάτων.
4. Πρόταση ως προς το τρίτο προδικαστικό ερώτημα
75.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο τρίτο ερώτημα, υπό αʹ και βʹ, που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, ως εξής: το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού δεν περιέχει κανένα κανόνα περί βάρους αποδείξεως. Παρά ταύτα, σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης εναπόκειται στον δικαιούχο του μη καταχωρισμένου σχεδίου ή υποδείγματος να αποδείξει την ύπαρξη περιστάσεων που καθιστούν δυνατή την ένδικη προβολή της αξιώσεως παραλείψεως που προβλέπεται από αυτό το άρθρο, προσκομίζοντας πειστικά στοιχεία για το ότι η αμφισβητούμενη χρήση απορρέει από αντίγραφο του προστατευόμενου σχεδίου ή υποδείγματος.
76.
Κατά την αιτιολογική σκέψη 22 και τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 88 του κανονισμού, οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες που αφορούν το βάρος αποδείξεως θα διευκρινισθούν από τον εθνικό νομοθέτη. Το εθνικό δικαστήριο, εξάλλου, θα μεριμνά για την τήρηση της αρχής της αποτελεσματικότητας. Συγκεκριμένα, «από τη νομολογία προκύπτει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι κανόνες περί αποδείξεως, ιδίως οι κανόνες περί κατανομής του βάρους αποδείξεως, που εφαρμόζονται στις προσφυγές που αφορούν διαφορές σχετικές με παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, πρώτον, δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από αυτούς που αφορούν παρόμοιες προσφυγές εσωτερικού δικαίου και, δεύτερον, δεν καθιστούν στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την εκ μέρους των ιδιωτών άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η κοινοτική έννομη τάξη» ( 24 ).
77.
Κατά συνέπεια, όπως το υπενθυμίζει προσφόρως η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, εάν ο εθνικός δικαστής διαπιστώσει ότι το γεγονός ότι το βάρος αποδείξεως υποχρεούται να φέρει ο δικαιούχος του προστατευόμενου σχεδίου ή υποδείγματος μπορεί να καταστήσει αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την προσκόμιση μιας τέτοιας αποδείξεως (ως εκ του γεγονότος, μεταξύ άλλων, ότι αυτή αφορά στοιχεία που δεν μπορεί να διαθέτει ο δικαιούχος), οφείλει να κάνει χρήση όλων των δικονομικών μέσων που του παρέχονται από το εθνικό δίκαιο για την αντιμετώπιση αυτής της δυσχέρειας. Θα μπορεί, παραδείγματος χάριν, να κάνει χρήση της μεθόδου του τεκμηρίου ή διαφόρων τρόπων διεξαγωγής αποδείξεων, όπως είναι η προσκόμιση από ένα διάδικο ή τρίτον μιας πράξεως ή ενός εγγράφου ( 25 ), ή ακόμη να αποφασίσει ότι, ενόψει των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε ο δικαιούχος του σχεδίου ή υποδείγματος, εναπόκειται στον εναγόμενο να τα αμφισβητήσει ουσιαστικώς και εμπεριστατωμένως.
Δ – Επί του τέταρτου και πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος
78.
Το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα, που θέτει το αιτούν δικαστήριο, αφορούν τους κανόνες περί παραγραφής και/ή αποδυναμώσεως που περιβάλλουν την αξίωση παραλείψεως λόγω παραποιήσεως/απομιμήσεως μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, που προβλέπεται στα άρθρα 19, παράγραφος 2, και 89, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού. Νομίζω, επομένως, ότι μπορούν να εξετασθούν από κοινού.
1. Οι «ειδικοί λόγοι» του άρθρου 89, παράγραφος 1, του κανονισμού
79.
Όπως είχα την ευκαιρία να το επισημάνω κατά την εξέταση του τρίτου ερωτήματος, τα δικαιώματα που παρέχει το κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα περιέχονται στο άρθρο 19 του κανονισμού.
80.
Το άρθρο 89, εξάλλου, του εν λόγω κανονισμού εντάσσεται στον τίτλο IX, «Δικαιοδοσία και διαδικασία σε αγωγές που αφορούν κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα». Αυτό ακριβώς το άρθρο διευκρινίζει τις κυρώσεις που μπορούν να επιβάλουν τα δικαστήρια κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων. Σ’ αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η απαγόρευση συνεχίσεως των προσβαλλομένων ενεργειών παραποιήσεως/απομιμήσεως.
81.
Κατά την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, το δικαστήριο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων επιβάλλει κύρωση, αν διαπιστώσει ότι ο εναγόμενος παραποίησε/απομιμήθηκε ή επαπειλεί να παραποιήσει/απομιμηθεί κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα, «αν δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι συνηγορούντες υπέρ του αντιθέτου».
82.
Με την απόφασή του, το αιτούν δικαστήριο φαίνεται να συγκαταλέγει την παραγραφή σ’ αυτούς τους «ειδικούς λόγους» ( 26 ). Ως προς την αποδυνάμωση δικαιώματος, θέτει ρητώς το ζήτημα «εάν τα υπό εξέταση πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων η εναγομένη στηρίζει την αποδυνάμωση του δικαιώματος, συνιστούν ειδικούς λόγους κατά την έννοια του άρθρου 89, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού» ( 27 ).
83.
Δεν νομίζω, πάντως, ότι μπορεί να γίνει μια τέτοια προσέγγιση.
84.
Αν ληφθούν υπόψη οι διευκρινίσεις που παρέσχε η Επιτροπή κατά την υποβολή της προτάσεως κανονισμού για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα ( 28 ), οι «ειδικοί λόγοι» που καθιστούν δυνατή παρέκκλιση από την επιβάλλουσα κυρώσεις διάταξη μπορούν, παραδείγματος χάριν, να είναι «το γεγονός ότι σε δεδομένη περίσταση η κατάσχεση των προϊόντων θα ήταν ανώφελη ή υπερβολικά αυστηρή. Ομοίως, σε ορισμένες περιπτώσεις, η διάταξη παροχής πληροφοριών θα μπορούσε να ήταν άνευ εννοίας, αν, παραδείγματος χάριν, ο διαπράττων παραποίηση/απομίμηση είναι ο παραγωγός των αγαθών που συνιστούν παραποίηση/απομίμηση».
85.
Επομένως, πρόκειται για καταστάσεις εν τοις πράγμασι και όχι για δικονομικούς κανόνες. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά την παράλληλη διάταξη του δικαίου των σημάτων. Κατά το Δικαστήριο, «η έννοια των “ειδικών λόγων” αφορά τα πραγματικά περιστατικά μιας συγκεκριμένης υποθέσεως» ( 29 ).
2. Καθορισμός της παραγραφής αξιώσεως και της αποδυναμώσεως δικαιώματος: δικονομική αυτονομία
86.
Όπως είχα την ευκαιρία να διευκρινίσω κατά την εξέταση του τρίτου ερωτήματος, από την αιτιολογική σκέψη 22 και από το άρθρο 88 του κανονισμού προκύπτει σαφώς ότι ο καθορισμός των δικονομικών κανόνων εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εθνικών νομοθετών.
87.
Μολονότι είναι ακριβές ότι το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού αναφέρεται στην παραγραφή, δεν αφορά εντούτοις παρά τις αγωγές που διέπονται από τις δύο πρώτες παραγράφους αυτού του άρθρου, ήτοι τις διεκδικητικές αγωγές ( 30 ). Διαπιστώνω επίσης ότι ο κανονισμός σιωπά –σε αντίθεση προς τον κανονισμό για το κοινοτικό σήμα ( 31 )– ως προς το ζήτημα της αποδυναμώσεως δικαιώματος. Εντούτοις, δεν νομίζω ότι από τη σιωπή αυτή μπορεί να συναχθεί ότι δεν θα επιτρεπόταν ένας τέτοιος κανόνας.
88.
Κατά συνέπεια, ελλείψει σχετικής ρυθμίσεως της Ένωσης, τα ζητήματα αυτά διέπονται, σύμφωνα με την αρχή της δικονομικής αυτονομίας, από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού.
89.
Συνεπώς, το ζήτημα αν η αξίωση παραλείψεως, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 19, παράγραφος 2, και το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού παραγράφεται κα/ή μπορεί να αποδυναμωθεί, και, ενδεχομένως, ποιες πρέπει να είναι οι προϋποθέσεις αυτής της παραγραφής και/ή αυτής της αποδυναμώσεως, διέπεται από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού.
3. Διευκρινίσεις ως προς τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας
90.
Η νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά τον χρόνο παραγραφής αξιώσεως και αποδυναμώσεως δικαιώματος είναι πλούσια. Τρεις αρχές είναι, νομίζω, σημαντικό να υπενθυμισθούν:
—
Κατ’ αρχάς, μολονότι η αρχή της ισοδυναμίας δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υποχρεώνει το κράτος μέλος να επεκτείνει το πλέον ευνοϊκό εσωτερικό καθεστώς στο σύνολο των ενδίκων προσφυγών που ασκούνται σε ορισμένο τομέα του δικαίου, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει «κατά πόσον οι δικονομικές προϋποθέσεις που θέτει το εσωτερικό δίκαιο για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων που παρέχει στους ιδιώτες το δίκαιο της Ένωσης είναι σύμφωνες προς την αρχή αυτή [της ισοδυναμίας] και να εξετάσει τόσο το αντικείμενο όσο και τα ουσιώδη στοιχεία των ενδίκων προσφυγών του εσωτερικού δικαίου που φέρονται ως παρόμοιες. Προς τούτο, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να ελέγξει την ομοιότητα των εν λόγω ενδίκων προσφυγών από την άποψη του αντικειμένου τους, της αιτίας τους και των ουσιωδών στοιχείων τους» ( 32 ). Το ίδιο το άρθρο 88, παράγραφος 3, του κανονισμού διευκρινίζει ρητώς ότι «το δικαστήριο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων εφαρμόζει τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται για διαδικασίες του αυτού τύπου όσον αφορά την καταχώρηση σχεδίου ή υποδείγματος στο κράτος μέλος στο οποίο εδρεύει το δικαστήριο».
—
Στη συνέχεια, η αρχή της αποτελεσματικότητας απαιτεί ο χρόνος παραγραφής που προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο να αρχίζει από την ημερομηνία κατά την οποία ο δικαιούχος έλαβε γνώση ή όφειλε να έχει λάβει γνώση για τη φερόμενη παράβαση ( 33 ).
—
Τέλος, προκειμένου για διαδικασία που σκοπό έχει να επιβάλλεται απαγόρευση της εξακολουθήσεως μιας συνεχιζόμενης ή επαναλαμβανόμενης παραβάσεως, ο εθνικός κανόνας περί παραγραφής αξιώσεως ή αποδυναμώσεως δικαιώματος δεν μπορεί να νοείται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να παρέρχεται ο χρόνος παραγραφής, πριν ακόμη παύσει η παράβαση ( 34 ).
91.
Με αυτούς τους τρεις κανόνες κατά νου, το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να εφαρμόσει το εθνικό δίκαιο που καθορίζει τον χρόνο παραγραφής αξιώσεως και/ή της αποδυναμώσεως δικαιώματος, ο οποίος έχει εφαρμογή στη διαδικασία κατά τα άρθρα 19, παράγραφος 2, και 89, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού.
Ε – Επί του έκτου προδικαστικού ερωτήματος
92.
Με το έκτο του προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο για το εφαρμοστέο δίκαιο στις κυρώσεις, στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού, όπως αυτές που έχουν σχέση, εν προκειμένω, με αξιώσεις καταστροφής, παροχής πληροφοριών και αποζημιώσεως. Διέπονται οι κυρώσεις αυτές, που δεν μνημονεύονται συγκεκριμένα στον κανονισμό, από το δίκαιο του κράτους μέλους, στο οποίο διαπράχθηκαν οι πράξεις παραποιήσεως/απομιμήσεως ή από αυτό του κράτους μέλους του επιληφθέντος της υποθέσεως δικαστηρίου;
93.
Κατά το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού, το δικαστήριο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων μπορεί, όταν διαπιστώσει, σε περίπτωση αγωγής περί παραποιήσεως/απομιμήσεως (ή επαπειλούμενης παραποιήσεως/απομιμήσεως), ότι ο εναγόμενος παραποίησε/απομιμήθηκε (ή επαπειλεί να παραποιήσει/απομιμηθεί) κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα, να εκδώσει «οποιαδήποτε διάταξη επιβάλλει άλλες κυρώσεις [όπως αυτές που διεκρινίζονται στα στοιχεία αʹ, βʹ και γʹ] που κρίνονται σκόπιμες εν προκειμένω και προβλέπονται από το δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, του κράτους μέλους στο οποίο διαπράχθηκαν ή επαπειλούνται να διαπραχθούν οι πράξεις παραποίησης/απομίμησης».
1. Το περιεχόμενο του άρθρου 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού
94.
Πριν προσδιορισθεί το εφαρμοστέο δίκαιο στις «άλλες κυρώσεις», στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού, ενδείκνυται να προσδιορισθεί αν το σύνολο των μέτρων που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο –αξιώσεις καταστροφής, παροχής πληροφοριών και αποζημιώσεως– υπάγεται πράγματι σ’ αυτή τη διάταξη.
95.
Κατά την Επιτροπή, μόνον η αξίωση καταστροφής θα μπορούσε να υπάγεται στην έννοια των «κυρώσεων» που περιέχονται στο άρθρο 89 του κανονισμού. Στηριζόμενη στην αιτιολογική σκέψη 22 αυτού του κανονισμού, εκτιμά ότι αυτό το άρθρο αφορά μόνο τα μέτρα που επιφέρουν την παύση της επίμαχης συμπεριφοράς.
96.
Δεν συμμερίζομαι αυτή την ερμηνεία. Αντιθέτως, η εν λόγω αιτιολογική σκέψη 22 έχει συνταχθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε η διευκρίνιση που αφορά τον σκοπό των κυρώσεων να αφορά μόνο «βασικές ενιαίες κυρώσεις» που θεωρούνται απαραίτητες από τον νομοθέτη της Ένωσης: «[ε]ίναι συνεπώς αναγκαίο να προβλέπονται ορισμένες βασικές ενιαίες κυρώσεις σε όλα τα κράτη μέλη. Οι κυρώσεις αυτές θα πρέπει να καθιστούν δυνατή, όποιο και αν είναι το επιληφθέν δικαστήριο, την παύση των παραβάσεων» ( 35 ). Η αιτιολογική σκέψη 31 του κανονισμού προσθέτει ότι ο κανονισμός δεν αποκλείει την εφαρμογή άλλων συναφών νόμων των κρατών μελών, όπως αυτών που αφορούν την αστική ευθύνη.
97.
Νομίζω ότι το κείμενο του άρθρου 89, παράγραφος 1, του κανονισμού αντανακλά τους διάφορους επιθυμητούς στόχους που εκφράζονται στις προαναφερθείσες αιτιολογικές σκέψεις. Αφενός, ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε βασικές ενιαίες κυρώσεις, ικανές να επιφέρουν την παύση των παραβάσεων. Πρόκειται για μέτρα απαγορεύσεως και κατασχέσεως που διευκρινίζονται στο εν λόγω άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ, βʹ και γʹ. Αφετέρου, οι εθνικοί νομοθέτες έχουν την ευχέρεια να θεσπίζουν άλλες κυρώσεις, όπως αποζημίωση. Αυτή ακριβώς τη δυνατότητα καθιερώνει το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού.
98.
Με αυτό επίσης το πνεύμα έχει διατυπωθεί η αντίστοιχη διάταξη, το άρθρο 102, του κανονισμού 207/2009 για το κοινοτικό σήμα ( 36 ). Αν και κατά τρόπο σαφώς λιγότερο λεπτομερή, απαντά σ’ αυτό το άρθρο η ίδια δομή όπως στο άρθρο 89 του κανονισμού για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα. Πράγματι, αφενός, η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού αναφέρεται στο μέτρο απαγορεύσεως και σ’ αυτά που, «σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, [είναι] τα κατάλληλα μέτρα που εξασφαλίζουν την τήρηση αυτής της απαγόρευσης». Αφετέρου, η παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου προβλέπει ότι «το δικαστήριο κοινοτικών σημάτων εφαρμόζει το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο διαπράχθηκαν οι πράξεις παραποίησης/απομίμησης ή επαπειλείται η παραποίηση/απομίμηση, συμπεριλαμβανομένου του διεθνούς ιδιωτικού δικαίου του». Όπως επεξήγησε ο γενικός εισαγγελέας P. Cruz Villalón στην υπόθεση DHL Express France ( 37 ), η παράγραφος αυτή [διευκρινίζει ότι το εφαρμοστέο δίκαιο είναι] «εκτός των μέτρων που βαίνουν πέραν αυτών της εξασφαλίσεως της τηρήσεως της απαγορεύσεως».
2. Προσδιορισμός του εφαρμοστέου δικαίου στις «άλλες κυρώσεις»
99.
Το κείμενο του άρθρου 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού φαίνεται απαλλαγμένο αμφισημίας. Εξουσιοδοτεί τα δικαστήρια κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων να επιβάλλουν άλλες κυρώσεις που «προβλέπονται από το δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, του κράτους μέλους στο οποίο διαπράχθηκαν ή επαπειλούνται να διαπραχθούν οι πράξεις παραποίησης/απομίμησης». Επομένως, πρόκειται πράγματι για επιβολή της κυρώσεως, ως προς κάθε μία διαπραχθείσα παράβαση, που προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, το οποίο είναι εφαρμοστέο σ’ αυτή την επικράτεια.
100.
Από το ίδιο το γράμμα αυτής διατάξεως προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν άφησε την επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου στο εγκύρως επιληφθέν της υποθέσεως δικαστήριο. Αντιθέτως, θα πρόκειται πάντοτε για το δίκαιο (ή τα δίκαια) του κράτους μέλους (ή των κρατών μελών) στο οποίο (ή στα οποία) διαπράχθηκε η πράξη (ή διαπράχθηκαν οι πράξεις) παραποιήσεως/απομιμήσεως. Σε καμία περίπτωση, επομένως, δεν έχει εφαρμογή το δίκαιο του κράτους μέλους του επιληφθέντος της υποθέσεως δικαστηρίου λόγω αποκλειστικώς και μόνο της κατά τόπο αρμοδιότητάς του.
101.
Υπ’ αυτή την έννοια επίσης ερμηνεύθηκε η αντίστοιχη διάταξη του κανονισμού για το κοινοτικό σήμα από το Δικαστήριο. Στην προαναφερθείσα υπόθεση DHL Express France το Δικαστήριο υιοθέτησε πράγματι την άποψη του γενικού εισαγγελέα P. Cruz Villalón, κατά τον οποίο, «[ε]άν πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν το δίκαιο που εφαρμόζεται στα μέτρα εξασφαλίσεως της τηρήσεως της απαγορεύσεως να είναι το ίδιο με αυτό το οποίο προβλέπεται για τα υπόλοιπα μέτρα που πρέπει να ληφθούν, η παράγραφος 2 του άρθρου 98 [νυν άρθρο 102] θα ήταν περιττή, δεδομένου ότι αυτήν ακριβώς τη λειτουργία επιτελεί η διάταξη η οποία έχει νόημα μόνον εάν έχει οριστεί προηγουμένως κάτι διαφορετικό. Η εν λόγω παράγραφος διευκρινίζει με σαφήνεια ότι το εφαρμοστέο δίκαιο, εκτός των μέτρων που βαίνουν πέραν αυτών της εξασφαλίσεως της τηρήσεως της απαγορεύσεως, είναι “το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο διαπράχθηκαν οι πράξεις παραποίησης/απομίμησης ή επαπειλείται η παραποίηση/απομίμηση, συμπεριλαμβανομένου του διεθνούς ιδιωτικού δικαίου του”. Η σύντομη μνεία στο “εθνικό δίκαιο” στην παράγραφο 1 έρχεται σε προφανή αντίφαση προς τη μνεία της lex loci delicti commissi, στην παράγραφο 2. Εντεύθεν συνάγεται ότι αφορούν διαφορετικούς κανόνες συγκρούσεως» ( 38 ).
102.
Θα προσθέσω τέλος, για να ολοκληρώσω, ότι την ερμηνεία αυτή όχι μόνο συμμερίζεται η επιστήμη ( 39 ), αλλά και ότι είναι αυτή που έτυχε αποδοχής στο άρθρο 8 του προαναφερθέντος κανονισμού 864/2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές.
V – Πρόταση
103.
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που του υπέβαλε το Bundesgerichtshof ως εξής:
1)
Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 6/2002 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2001, για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα έχει την έννοια ότι σχέδιο ή υπόδειγμα μπορεί να έχει καταστεί ευλόγως γνωστό στους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά τη συνήθη πορεία των επιχειρηματικών εργασιών, εφόσον έχουν διανεμηθεί εικόνες του σχεδίου ή υποδείγματος σε εμπόρους, οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός του συγκεκριμένου κλάδου.
2)
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτη φράση, του κανονισμού 6/2002 έχει την έννοια ότι ένα σχέδιο ή υπόδειγμα δεν μπορεί να έχει καταστεί ευλόγως γνωστό στους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, μολονότι έχει διατεθεί σε τρίτους χωρίς τη ρητή ή σιωπηρή προϋπόθεση να παραμείνει απόρρητο, εάν έχει διατεθεί σε μία μόνο επιχείρηση εκ των ειδικευμένων κύκλων ή έχει εκτεθεί μόνο σε εκθεσιακό χώρο επιχειρήσεως, ο οποίος βρίσκεται εκτός του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του πεδίου της συνήθους παρακολουθήσεως της αγοράς.
3)
Το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 6/2002 πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν περιέχει κανένα κανόνα περί βάρους αποδείξεως. Παρά ταύτα, σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης εναπόκειται στον δικαιούχο του μη καταχωρισμένου σχεδίου ή υποδείγματος να αποδείξει την ύπαρξη περιστάσεων που καθιστούν δυνατή την ένδικη προβολή της αξιώσεως παραλείψεως που προβλέπεται από αυτό το άρθρο, προσκομίζοντας πειστικά στοιχεία για το ότι η αμφισβητούμενη χρήση απορρέει από αντίγραφο του προστατευόμενου σχεδίου ή υποδείγματος.
4)
Ελλείψει ρυθμίσεως της Ένωσης εν προκειμένω, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να καθορίσει αν η αξίωση παραλείψεως λόγω παραποιήσεως/απομιμήσεως μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, που προβλέπεται στα άρθρα 19, παράγραφος 2, και 89, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 6/2002, υπόκειται σε παραγραφή και, ενδεχομένως, να καθορίσει τις λεπτομέρειές της, εφόσον τηρούνται οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
5)
Ελλείψει ρυθμίσεως της Ένωσης εν προκειμένω, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να καθορίσει αν η αξίωση παραλείψεως λόγω παραποιήσεως/απομιμήσεως μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, που προβλέπεται στα άρθρα 19, παράγραφος 2, και 89, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 6/2002, υπόκειται σε αποδυνάμωση και, ενδεχομένως, να καθορίσει τις λεπτομέρειές της, εφόσον τηρούνται οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
6)
Το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 6/2002 έχει την έννοια ότι επί των αξιώσεων καταστροφής, παροχής πληροφοριών και αποζημιώσεως εφαρμόζεται το εθνικό δίκαιο, περιλαμβανομένου του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, κάθε κράτους μέλους στο οποίο διαπράχθηκε ή επαπειλείται να διαπραχθεί πράξη παραποιήσεως/απομιμήσεως μέσω των επίμαχων αγαθών.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) EE 2002, L 3, σ. 1.
( 3 ) EE L 199, σ. 40.
( 4 ) Απόφαση του High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division (Patents Court) της 19ης Ιουλίου 2007, Green Lane Products Ltd v PMS International Group Ltd & Ors ([2007] EWHC 1712). Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε κατ’ έφεση ([2008] EWCA Civ 358). Η διαφορά αφορούσε όχι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού, αλλά το άρθρο 7 αυτού. Οι όροι, πάντως, για τους οποίους πρόκειται είναι πανομοιότυποι και στις δύο περιπτώσεις, όπου το εν λόγω άρθρο 7 αναφέρεται ομοίως στη «συνήθη πορεία των πραγμάτων» [ΣτΜ.: στην ελληνική απόδοση αυτής της διατάξεως υπάρχει διαφοροποίηση σε σχέση με το άρθρο 11, παράγραφος 2] («the normal course of business») στους «ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου» («to the circles specialised in the sector concerned»).
( 5 ) Η ευρεία αυτή ερμηνεία τυγχάνει επίσης ευνοϊκής αποδοχής από την επιστήμη. Βλ., σχετικώς, Tritton, G., Intellectual Property in Europe, 3η έκδ., Sweet & Maxwell, Λονδίνο, 2008, no 5‑032, ιδίως σ. 570· Smith, H., «Disagreement over “relevant sector” when determining prior art under Community design right», Journal of Intellectual Property Law & Practice, 2007, τόμος 2, no 12, σ. 795 και 796· Casado Cerviño, Α., και Blanco Jiménez, A., El Diseño Comunitario: una Aproximación al Régimen Legal de los Dibujos y Modelos en Europa, 2η έκδ., Thomson–Aranzadi, 2005, σ. 44, καθώς και Fernández-Nóvoa, C., «El diseño no registrado», Actas de derecho industrial y derecho de autor, τόμος 24, 2003, σ. 81 έως 90, ιδίως σ. 86: «Δεύτερον, πρέπει να προσδιοριστεί το μέσο επίπεδο ενημερώσεως που έχουν εκείνοι οι οποίοι συναποτελούν τον οικείο τομέα: οι επαγγελματίες σχεδιαστές και οι ειδικευμένοι έμποροι εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (η υπογράμμιση δική μου, ελεύθερη μετάφραση του ακόλουθου κειμένου: «En segundo lugar, habrá que establecer cuál es el nivel medio de información de que disponen quienes component el pertinente sector: los diseñadores profesionales y los comerciantes especializados que operan en la Unión Europea»).
( 6 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 7 ) Βλ., σχετικώς, Tritton G., όπ.π., ιδίως σ. 571· Fernández-Nóvoa, C., όπ.π., σ. 81 έως 90, ιδίως σ. 86. Βλ., ως προς την εφαρμογή στην εθνική νομολογία, Hanseatisches Oberlandesgericht, 5 U 96/05, της 7ης Ιουνίου 2006. Μια συνθετική ανάλυση αυτής της αποφάσεως δημοσιεύθηκε, με τον τίτλο «Chinese pre-publication precludes European Community unregistered design right», στο Journal of Intellectual Property Law & Practice, 2007, τόμος 2, no 7, σ. 441 έως 443.
( 8 ) Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της 6ης Ιουλίου 1994, για πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα και για πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη νομική προστασία των σχεδίων και υποδειγμάτων (ΕΕ C 388, σ. 9 έως 13).
( 9 ) Βλ. το άρθρο 5 της προτάσεως κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα της Επιτροπής [COM(93) 342 τελικό].
( 10 ) Βλ. το σημείο 3.1.4 της προπαρατεθείσας γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής.
( 11 ) Saez, V. M., «The unregistered Community design», European Intellectual Property Review, 2002, τόμος 24, αριθ. 12, σ. 585 έως 590, ιδίως σ. 587. Ως προς τη γνωστοποίηση και τη λήψη της, βλ. επίσης Massa, Ch.-H., και Strowel, A., «Community design: Cinderella revamped», European Intellectual Property Review, 2003, τόμος 25, αριθ. 2, σ. 68 έως 78, ιδίως σ. 73.
( 12 ) Για τους ισπανικούς ορισμούς, βλ. Diccionario del Español actual (Manuel Seco, Olimpia Andres y Gabino Ramos), 1999· για τους αγγλικούς ορισμούς, βλ. Oxford dictionnary of English, 2η έκδ., 2005· για τους γαλλικούς ορισμούς, βλ. Le Petit Robert, dictionnaire de la langue française, 2003, και για τους ολλανδικούς ορισμούς, βλ. van Dale, Groot Woordenboek der Nederlandse Taal, 1992.
( 13 ) Είναι αληθές ότι το επίρρημα «λογικά» δεν περιέχεται στις αποδόσεις στη γερμανική, τη λεττονική, τη ρουμανική και τη σλοβακική του άρθρου 7 του κανονισμού. Παρά ταύτα, το γεγονός ότι εμφανίζεται σε 18 από τις 22 γλωσσικές αποδόσεις νομίζω ότι αποτελεί επαρκή ένδειξη για να επιβεβαιωθεί η ερμηνεία που απορρέει, επί πλέον, από την όλη οικονομία και τους σκοπούς του κανονισμού και να αποφευχθεί συμπέρασμα που θα ήταν αντίθετο με την πάγια νομολογία, κατά την οποία η διατύπωση που χρησιμοποιείται σε μία από τις γλωσσικές αποδόσεις διατάξεως του δικαίου της Ένωσης δεν μπορεί να αποτελεί τη μόνη βάση για την ερμηνεία της διατάξεως αυτής ούτε μπορεί να χαρακτηρίζεται ως υπερέχουσα έναντι των άλλων γλωσσικών αποδόσεων. Πράγματι, μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν αντίθετη προς την ανάγκη ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων, η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται με βάση την όλη οικονομία και τον σκοπό της κανονιστικής ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί μέρος (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1998, C-149/97, Institute of the Motor Industry, Συλλογή 1998, σ. I-7053, σκέψη 16, και της 25ης Μαρτίου 2010, C-451/08, Helmut Müller, Συλλογή 2010, σ. I-2673, σκέψη 38).
( 14 ) Παράδειγμα που δίνουν οι Casado Cerviño, A., και Blanco Jiménez, A., όπ.π., σ. 44.
( 15 ) Βλ., σχετικώς, για μια σε βάθος εξέταση του ζητήματος, Mouncif‑Moungache, Μ., Les dessins et modèles en droit de l’Union européenne, Bruylant, Βρυξέλλες, 2012 (βλ. ιδίως το κεφάλαιο 2 του τίτλου I στο μέρος II). Βλ., επίσης, Llobregat Hurtado, M.‑L., «Régimen jurídico de los dibujos y modelos registrados y no registrados en el Reglamento 6/2002 del Consejo, del 12 de diciembre de 2001, sobre dibujos et modelos comunitarios», στο La marca comunitaria, modelos y dibujos comunitarios. Análisis de la implantación el Tribunal de marcas de Alicante, Estudios de Derecho Judicial, αριθ. 68, Μαδρίτη, 2005, σ. 119 έως 198, ιδίως σ. 129.
( 16 ) Απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2005, C-405/03 (Συλλογή 2005, σ. I-8735, σκέψη 70).
( 17 ) ΕΕ 1989, L 40, σ. 1.
( 18 ) ΕΕ 1994, L 11, σ. 1. Μετά από διάφορες τροποποιήσεις, ο κανονισμός 40/94 κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1).
( 19 ) Η παραλληλία μεταξύ των δύο προπαρατεθέντων κανονισμών επιζητείται ρητώς εξαρχής. Στην πρότασή της κανονισμού για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα, η Επιτροπή διευκρίνιζε σε σχέση με τα άρθρα 83 έως 98 για το σύστημα επιλύσεως των διαφορών στον τομέα των κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων (νυν άρθρα 79 έως 94 του κανονισμού) ότι «εμπνέονται ευρέως από τις αντίστοιχες διατάξεις του σχεδίου κανονισμού για το κοινοτικό σήμα» [COM(93) 342 τελικό, σ. 46].
( 20 ) Σημεία 81 και 82 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα F. Jacobs στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση Class International.
( 21 ) Προαναφερθείσα απόφαση Class International (σκέψη 74).
( 22 ) Απόφαση της 2ας Ιουλίου 2009, C-32/08 (Συλλογή 2009, σ. I-5611).
( 23 ) Προαναφερθείσα απόφαση Class International (σκέψη 73).
( 24 ) Απόφαση της 24ης Απριλίου 2008, C-55/06, Arcor (Συλλογή 2008, σ. I-2931, σκέψη 191).
( 25 ) Βλ., με αυτό το πνεύμα, απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C-526/04, Laboratoires Boiron (Συλλογή 2006, σ. I-7529, σκέψη 55).
( 26 ) «Ο κανονισμός δεν περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις σχετικά με την παραγραφή της αξιώσεως παραλείψεως κατά το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού. Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού ορίζει ότι το δικαστήριο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων, σε περίπτωση παραποιήσεως/απομιμήσεως ή επαπειλούμενης παραποιήσεως/απομιμήσεως, εκδίδει διάταξη περί απαγορεύσεως μόνον εάν δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι συνηγορούντες υπέρ του αντιθέτου» (σκέψη 40 της αποφάσεως περί παραπομπής, η υπογράμμιση δική μου).
( 27 ) Σημείο 44 της αποφάσεως περί παραπομπής.
( 28 ) Προαναφερθείσα πρόταση κανονισμού [COM(93) 342 τελικό, σ. 51].
( 29 ) Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2006, C-316/05, Nokia (Συλλογή 2006, σ. I-12083, σκέψη 38).
( 30 ) Το άρθρο 15 του κανονισμού είναι διατυπωμένο ως εξής:
«1. Εάν ένα μη καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα διατεθεί στο κοινό ή διεκδικηθεί από μη δικαιούχο βάσει του άρθρου 14, ή εάν ένα καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα κατατέθηκε ή καταχωρήθηκε επ’ ονόματι μη δικαιούχου, ο δικαιούχος βάσει του εν λόγω άρθρου δύναται να διεκδικεί την αναγνώρισή του ως νομίμου δικαιούχου του κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, με την επιφύλαξη άλλων δικαιωμάτων ή αγωγών.
2. Ο έχων από κοινού με άλλον δικαίωμα επί κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος δύναται να διεκδικεί την αναγνώρισή του ως συνδικαιούχου σύμφωνα με την παράγραφο 1.
3. Οι αγωγές οι οποίες αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 παραγράφονται εντός τριών ετών από την ημερομηνία δημοσίευσης καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος ή από την ημερομηνία κατά την οποία το μη καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα διατέθηκε στο κοινό. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται εάν ο μη δικαιούχος του κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο της κατάθεσης ή της προς αυτόν μεταβίβασης του σχεδίου ή του υποδείγματος ή κατά το χρόνο κατά τον οποίο το εν λόγω σχέδιο ή υπόδειγμα διατέθηκε στο κοινό.
[…]»
( 31 ) Βλ. άρθρο 54 του κανονισμού 207/2009.
( 32 ) Απόφαση της 19ης Ιουλίου 2012, C‑591/10, Littlewoods Retail κ.λπ. (σκέψη 31).
( 33 ) Βλ., με αυτό το πνεύμα, απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2010, C-406/08, Uniplex (UK) (Συλλογή 2010, σ. I-817, σκέψη 32).
( 34 ) Βλ., με αυτό το πνεύμα, απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, C-295/04 έως C-298/04, Manfredi κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I-6619, σκέψεις 78 έως 80).
( 35 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 36 ) Αυτό το άρθρο είναι η αναπαραγωγή του άρθρου 98 του κανονισμού 40/94.
( 37 ) Σημείο 58 των προτάσεών του της 7ης Οκτωβρίου 2010 στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 12ης Απριλίου 2011, C-235/09, DHL Express France (Συλλογή 2011, σ. I-2801).
( 38 ) Όπ.π., σημείο 58.
( 39 ) Κατά τη Mouncif-Moungache, Μ., όπ.π., σ. 333, «Όπως προκύπτει, το δικαστήριο εφαρμόζει τον κανονισμό ως προς όλες τις διατάξεις που εκδίδει. Αντιθέτως, η εφαρμογή αυτών των κυρώσεων πραγματοποιείται βάσει του δικαίου κάθε κράτους μέλους. Αυτό σημαίνει ότι στην περίπτωση κατά την οποία η παραποίηση/απομίμηση συμβαίνει σε περισσότερα εδάφη το επιληφθέν της υποθέσεως δικαστήριο των κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων θα είναι αναγκασμένο να εφαρμόζει τα διάφορα δίκαια που αφορούν τον υπολογισμό της αποζημιώσεως, την κατάσχεση ή ακόμη τη δημοσίευση δικαστικών αποφάσεων». Βλ., επίσης, κατ’ αυτή την έννοια, Massa, Ch.-H., και Strowel, A., όπ.π, σ. 68 έως 78, ιδίως σ. 70, «Μπορεί επίσης να παρέχεται κάθε άλλο πρόσφορο ένδικο βοήθημα από το δίκαιο του τόπου της παραβάσεως, περιλαμβανομένης αποζημιώσεως ή astreinte (ποινής λόγω μη συμμορφώσεως). Επομένως, το δικαστήριο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων μπορεί να επιβάλει κυρώσεις για διάφορες πράξεις παραποιήσεως/απομιμήσεως που διαπράχθηκαν σε διάφορα κράτη μέλη» [ελεύθερη μετάφραση του ακόλουθου κειμένου: «Any other appropriate remedy under the national law of the place of infringement, including damages or an astreinte (penalty for non-compliance), may also be granted. Thus, a CDC may sanction differently infringing acts committed in several Member States»].
Full & Egal Universal Law Academy